ch_01_10

<-Εισαγωγή Τμήματα 11-14->

1-10. Ρήσεις του Προφήτη. Ίδρυση αρχαίας πόλης. Περίμετρος Κωνσταντινούπολης, Φυλαχτά. Μεταλλεία. Πολιορκίες

1. Ρήσεις (χαντίθ) του Προφήτη σχετικά με την Κωνσταντινούπολη

Απεριόριστος έπαινος και δόξα να δοθεί σε εκείνον που λατρεύει τους κόσμους, ο οποίος με τη λέξη του «γενηθήτω», κάλεσε σε ύπαρξη τη γη και τον ουρανό και όλα τα διάφορα πλάσματά του. Ας απονεμηθούν επίσης αμέτρητα εγκώμια στον αγαπημένο του Θεού, τον Μωάμεθ αλ-Μουσταφά, τον αρχηγό των ιερών πολεμιστών, κληρονόμο του βασιλείου του νόμου και της δικαιοσύνης, κατακτητή της Μέκκας, της Μπεντρ και της Χονάιν, ο οποίος, ύστερα από αυτές τις ένδοξες νίκες, ενθάρρυνε τον λαό του με τις ευγενείς εντολές του (χαντίθ), να κατακτήσει Αραβία (Υεμένη), Αίγυπτο (Μισρ), Συρία (Σαμ) και Κωνσταντινούπολη (Κοσταντινίγιε).

Ο προφήτης είπε: «Αλήθεια, η Κωνσταντινούπολη θα κατακτηθεί. Και θα είναι εξαιρετικός ο διοικητής (εμίρης), εξαιρετικός ο στρατός, ο οποίος θα την πάρει από τον αντίπαλο λαό!»

Μερικές χιλιάδες αποδείξεις θα μπορούσαν να προσφερθούν, ότι η Ισλαμπόλ είναι η μεγαλύτερη από όλες τις κατοικημένες πόλεις πάνω στη γη. Αλλά η πιο ξεκάθαρη από αυτές τις αποδείξεις είναι η ακόλουθη ρήση του Προφήτη, που παραδόθηκε από τον Έμπου Χουρέιρε. Ο προφήτης του Θεού είπε: «Έχετε ακούσει για πόλη, ένα μέρος της οποίας βρίσκεται στη στεριά και δύο μέρη στη θάλασσα;» Απάντησαν: «Ναι! Ω προφήτη του Θεού». Είπε, «Θα έρθει η ώρα που θα αλλάξει, από εβδομήντα από τα παιδιά του Ισαάκ». Από τον (Ησαύ) Αΐς, που εδώ εκφράζεται από τα παιδιά του Ισαάκ, κατάγεται το έθνος των Ελλήνων, των οποίων η κατοχή της Κοσταντινίγιε επισημάνθηκε έτσι. Υπάρχουν επίσης εβδομήντα ακόμη ιερές παραδόσεις που διατηρούνται από τους Μουαβίγια Χαλίντ Ιμπν Ουαλίντ, Εγιούπ αλ-Ενσάρι και Αμπντούλ-Αζίζ, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή. «Aχ! Να ήμασταν τόσο ευτυχείς ώστε να γίνουμε οι πορθητές της Κοσταντινίγιε!» Έκαναν, λοιπόν, κάθε δυνατή προσπάθεια να κατακτήσουν το Ρούμι (τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία). Και αν ευχαριστεί τον Θεό, πιο λεπτομερής περιγραφή των διαφόρων εκ μέρους τους πολιορκιών της Κοσταντινίγιε θα δοθεί πιο κάτω.

2. Περιγραφή της ίδρυσης της αρχαίας πόλης και έδρας της αυτοκρατορίας των Μακεδόνων Ελλήνων (Γιουνανιγιάνι Μακεντουνίγια), δηλαδή της καλά φρουρούμενης Κοσταντινίγιε, του φθόνου όλων των βασιλέων της Χώρας του Ισλάμ

Χτίστηκε για πρώτη φορά από τον Σολωμώντα και έχει περιγραφεί από μερικές χιλιάδες ιστορικούς. Η χρονολογία της κατάληψής της περιλαμβάνεται σε εκείνα τα λόγια του Κορανίου, «Η εξυψωμένη πόλη» (μπελντά ταγίμπε) και σε αυτά [τα λόγια] κάποιοι σχολιαστές εφαρμόζουν το ακόλουθο κείμενο: «Δεν έχουν εξαφανιστεί οι Έλληνες στα χαμηλότερα μέρη της γης;» (Κοράνι, 30.1) και «Εξαιρετική πόλη, παρόμοια με την οποία δεν έχει δημιουργηθεί ποτέ». Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί συμφωνούν ότι χτίστηκε για πρώτη φορά από τον Σολωμώντα, γιο του Δαυίδ, 1.000 χρόνια πριν από τη γέννηση του Προφήτη. Λένε ότι προκάλεσε την ανέγερση υψηλού παλατιού από τον Τζένιι, στο σημείο που τώρα ονομάζεται Σεράι-μπουρνού, προκειμένου να ευχαριστήσει την κόρη του Σαϊντούν, κυρίαρχου του Φερεντούν, νησιού στον Δυτικό Ωκεανό (Οκιγιουνούς).

Ο δεύτερος κτίστης ήταν ο Ρεχοβοάμ (Ρετζαΐμ), γιος του Σολωμώντος και ο τρίτος ο Γιάνκο, γιος του Μαντιγιάν, του Αμαλεκίτη, που βασίλεψε 4.600 χρόνια μετά την απομάκρυνση του Αδάμ από τον Παράδεισο και 419 χρόνια πριν από τη γέννηση του Ισκεντέρ Ρουμί (Μεγάλου Αλέξανδρου) και ήταν ο πρώτος από τους Μπατάλισαχ (Πτολεμαίους;) των Ελλήνων. Υπήρχαν τέσσερις παγκόσμιοι μονάρχες, δύο από τους οποίους ήσαν μουσουλμάνοι και δύο άπιστοι. Οι δύο πρώτοι ήσαν ο Σουλεϊμάν (Σολωμών) και ο Ισκεντέρ Ζουλ Καρνέιν (ο δίκερος Αλέξανδρος), ο οποίος λέγεται επίσης ότι ήταν προφήτης. Και οι δύο άλλοι ήσαν ο Μπαχτούν Νασρ, αυτή η ερήμωση όλου του προσώπου της γης και ο Γιάνκο Ιμπν Μαντιγιάν, ο οποίος έζησε εκατό χρόνια στη γη της Αντίμ (Εντόμ).

3. Η κατάκτηση της Μαύρης Θάλασσας

Αυτή η θάλασσα, σύμφωνα με τη γνώμη των καλύτερων μαθηματικών, αποτελεί λείψανο μόνο της πλημμύρας του Νώε. Έχει βάθος ογδόντα οργιές (κούλατζ) και πριν από τον κατακλυσμό δεν ενωνόταν με την Άσπρη Θάλασσα. Εκείνη την εποχή οι πεδιάδες του Σαλάνιτε (Σλάνκαμεν), του Ντόμπρε-τσιν (Ντεμπρέτσεν), του Κέτζ-κεμετ (Κέτσκεμετ), του Κενκούς και του Μπούστε και οι κοιλάδες του Σιρμ [Σίρμιου] και του Σεμέντερε (Σεμέντρια) ήσαν όλες καλυμμένες με τα νερά της Μαύρης Θάλασσας, ενώ στο Ντούντουσκα, στην ακτή του κόλπου της Βενετίας, ο τόπος όπου ενώθηκαν τα νερά τους φαίνεται ακόμη. Το Παραβάντι, στο πασαλίκι της Σιλίστιρα (Σιλίστρα), ισχυρό φρούριο που βρίσκεται τώρα στους ψηλότερους βράχους, ήταν τότε στην ακτή της θάλασσας. Και οι δακτύλιοι από τους οποίους προσδένονταν τα πλοία στους βράχους είναι ακόμη ορατοί εκεί.26 Η ίδια κατάσταση εκδηλώνεται στο Μενκούμπ, μιας ημέρας ταξίδι από το Μπαχτσέ Σεράι, στο νησί Κριμ (Κριμαία). Υπάρχει κάστρο χτισμένο πάνω σε ψηλό βράχο και όμως περιέχει πέτρινους στύλους, στους οποίους παλιά δένονταν πλοία. Εκείνη την εποχή το νησί της Κριμ (Κριμαίας), οι πεδιάδες του Χεϊχάτ (Ντέστι Κιπτσάκ) και ολόκληρη η χώρα των Σκλαβόνων (Σακάλιμπα), καλύπτονταν από τα νερά της Μαύρης Θάλασσας, η οποία εκτεινόταν μέχρι την Κασπία. Έχοντας συνοδεύσει τον στρατό του Ισλάμ Γκεραί Χαν στην εκστρατεία του εναντίον των Μοσχοβιτών (Μόσκοβ), το έτος [ ], πέρασα ο ίδιος πάνω από τις πεδιάδες του Χεϊχάτ. Στα στρατόπεδα Κερτεμλή-Μπιμ και Ασίμ, σε εκείνες τις πεδιάδες, όπου ήταν απαραίτητο να σκάψουμε πηγάδια για να τροφοδοτήσουμε τον στρατό με νερό, βρήκα όλα τα είδη θαλάσσιων υπολειμμάτων, όπως όστρακα στρειδών, καβουριών, κοχύλια κλπ., άπό το οποίο είναι προφανές ότι αυτή η μεγάλη πεδιάδα ήταν κάποτε μέρος της Μαύρης Θάλασσας. Πραγματικά ο Θεός είναι Παντοδύναμος!

Ο τέταρτος κτίστης της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο οποίος λέγεται επίσης ότι έκοψε το στενό της Σέμπτα (Θέουτα), το οποίο ενώνει την Άσπρη Θάλασσα (Μεσόγειο) με τον ωκεανό. Κάποιοι λένε ότι η Μαύρη Θάλασσα εκτείνεται από το Αζάκ (Αζόφ) μέχρι τα στενά της Ισλαμπόλ (το κανάλι της Κωνσταντινούπολης), τη θάλασσα του Ρουμ (Ελλάδας), από εκεί μέχρι τα στενά της Γκελίμπολου (Καλλίπολης, δηλαδή τον Ελλήσποντο), το κλειδί των δύο θαλασσών, όπου υπάρχουν τα δύο κάστρα που χτίστηκαν από τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή και ότι όλα κάτω από αυτό διαμορφώνουν την Άσπρη Θάλασσα. Έχοντας κάνει συχνά εκδρομή με βάρκα, όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο ουρανός καθαρός, από το ακρωτήριο του Επταπύργιου (Γεντίκουλε μπουρόυν), κοντά στην Ισλαμπόλ, μέχρι το ακρωτήριο του Καζή Κιόι [Καντικιόι] (που ονομάζεται Καλαμίς), κοντά στο Ουσκουντάρ (Σκουτάρι), έχω παρατηρήσει στο νερό μια κόκκινη γραμμή, πλάτους περίπου ενός χεριού, εκτεινόμενη από το ένα από αυτά τα σημεία μέχρι το άλλο. Η θάλασσα στα βόρεια της γραμμής είναι η Μαύρη Θάλασσα, αλλά στα νότιά της, προς το Κιζίλ Αντά και τα άλλα νησιά (Πριγκηπονήσια),27 ονομάζεται Άσπρη Θάλασσα, λόγω της γαλάζιας (νιλ) απόχρωσής της. Και η ανάμειξη των δύο χρωμάτων σχηματίζει, με εντολή του Θεού, καθώς «τα θαύματα ποτέ δεν αποτυγχάνουν», μια κόκκινη ραφή (ράντε) που χωρίζει μεταξύ τους τις δύο θάλασσες. Αυτή η γραμμή είναι πάντοτε ορατή, εκτός αν φυσούν ισχυροί νότιοι άνεμοι από τα νησιά του Μέρμερε (Μαρμαρά), οπότε εξαφανίζεται, από την αναταραχή της θάλασσας. Υπάρχει επίσης διαφορά στη γεύση των νερών σε κάθε πλευρά αυτής της γραμμής. Εκείνα προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι λιγότερο αλμυρά και πικρά από αυτά προς την Άσπρη Θάλασσα. Στα νότια των κάστρων (των Δαρδανελλίων) είναι ακόμη πιο πικρά, αλλά λιγότερο απ’ όσο στον ωκεανό. Καμία θάλασσα δεν έχει πιο νόστιμα ψάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και αυτά που αλιεύονται στο Στενό της Ισταμπούλ είναι εξαιρετικά. Καθώς αυτό το στενό ενώνει τα νερά της Μαύρης και της Άσπρης Θάλασσας, ονομάζεται συμβολή δύο θαλασσών (μερετζούλ μπαχρέιν) από ορισμένους συγγραφείς.

Ο πέμπτος κτίστης της Κωνσταντινούπολης ήταν ένας βασιλιάς της Ουνγκουρούς (Ουγγαρίας) που ονομαζόταν Πούζαντιν (Βυζαντινός), γιος του Γιάνκο Ιμπν Μαντιγιάν, κατά την εποχή του οποίου η πόλη σχεδόν καταστράφηκε από μεγάλο σεισμό και τίποτε δεν γλίτωσε, εκτός από ένα κάστρο που είχε χτιστεί από τον Σολωμώντα και έναν ναό στη θέση της Αγιασόφια. Από τον Πούζαντιν, η Ισλαμπόλ ονομαζόταν παλαιότερα Πούζεντε (Βυζάντιο).

Ο έκτος κτίστης ήταν ένας από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, ο ίδιος που έχτισε τις πόλεις Κόνιγια [Ικόνιο], Νίγκντε [Νίγδη] και Καϊσαρίγια (Καισάρεια). Αυτός ξανάχτισε την Ισλαμπόλ, 2.288 χρόνια πριν την κατάκτησή της από τον σουλτάνο Μωάμεθ, η οποία, για εβδομήντα χρόνια, ήταν σωρός ερειπίων, όπου φώλιαζαν φίδια, σαύρες και κουκουβάγιες.

Ο έβδομος κτίστης της πόλης Μακεντούν ήταν, με κοινή συγκατάθεση όλων των αρχαίων ιστορικών, ο Βεζεντούν, ένας από τους εγγονούς του Γιάνκο Ιμπν Μαντιγιάν, ο οποίος, 5.052 χρόνια μετά τον θάνατο του Αδάμ, όντας παγκόσμιος μονάρχης, ανάγκασε όλους τους βασιλιάδες της γης να τον βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της Μακεντούν, η οποία τότε εκτεινόταν από το Σεράι-μπουρνου μέχρι τη Σιλίβρι (Σηλυμβρία) προς νότο και προς βορρά μέχρι την Τέρκος [Δέρκο] στη Μαύρη Θάλασσα, σε απόσταση ταξιδιού εννέα ωρών.

Οι δύο αυτές πόλεις ενώνονταν με επτά μακριά τείχη και χωρίζονταν από επτά τάφρους πλάτους εκατό πήχεων. Τα υπολείμματα αυτών των τειχών, κάστρων και τάφρων είναι ακόμη ορατά στον δρόμο από Σιλίβρι προς Τέρκος, ενώ τα χάνια, τζαμιά και άλλα δημόσια κτίρια στα χωριά σε αυτόν τον δρόμο, όπως στα Φετέχ-κιόι, Σαζλί-κιόι, Αρναούτ-κιόι, Κουβούκ-ντερε, Αζουντινλί, Κιτελί, Μπακλαλί και Τουρκεσελί, είναι όλα χτισμένα με πέτρες βγαλμένες από αυτά τα τείχη, με τα απομεινάρια μερικών από τους πύργους τους, καθώς και επτά τάφρων, να εμφανίζονται εδώ κι εκεί. Η Τσατάλτζα, που τώρα είναι χωριό στην περιοχή, ήταν τότε οχυρωμένη πόλη-αγορά κοντά στο φρούριο της Ισλαμπόλ, όπως δείχνουν τα ερείπιά της. Η γραμμή των οχυρώσεων που περιέβαλλαν τότε την πόλη μπορεί και τώρα να εντοπιστεί, ξεκινώντας από τον Τέρκος [Δέρκο] στη Μαύρη Θάλασσα και περνώντας από τα χωριά Μπορούζ, Ταραπιγιά (Θεραπειά), Φιράντα κοντά στο Ρούμελι χισάρ, Ορτακιόι, Φουντουκλί, ακρωτήριο Γαλατά και στη συνέχεια προς την αποθήκη πυρομαχικών, την κρήνη Αγίου Ιωάννη (Αγιά Γιανκό αγιάζμασι), το κάστρο Γελάμπα, τον παλαιό ναύσταθμο, το κάστρο της Πετρίνα, το ακρωτήριο του κήπου του Ναυστάθμου, το κάστρο της Αλίνα, το χωριό Σουντλιτζέ και το μοναστήρι του Τζαφέρ-αμπαντ. Όλες αυτές οι πόλεις και τα κάστρα συνδέονταν με τείχος, το κύκλωμα του οποίου είχε μήκος ταξιδιού επτά ημερών.

Σχετικά με το κανάλι από τον ποταμό Ντονά (Δούναβη)

Ο βασιλιάς Γιανβάν, θέλοντας να εφοδιάσει με νερό τη μεγάλη πόλη της Ισλαμπόλ, ανέλαβε να φτιάξει ένα κανάλι προς αυτήν από τον Δούναβη. Γι’ αυτόν τον σκοπό άρχισε να σκάβει στον ψηλό δρόμο, κοντά στα κάστρα του Σέβεριν και του Σίβεριν, όχι μακριά από το φρούριο Φετχ Ισλάμ, στην όχθη εκείνου του ποταμού. Και με αυτόν τον τρόπο έφερε τα νερά του στη θέση που ονομάζεται Αζαντλή, κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Έφτιαξε στη συνέχεια, στην κοίτη του ποταμού, φράγμα από συμπαγή πέτρα, με σιδερένια πύλη, το οποίο φαίνεται ακόμη, όπως το είδε ο συγγραφέας αυτών των φύλλων τρεις διαφορετικές φορές, όταν εργαζόταν εκεί στη δημόσια υπηρεσία. Ο τόπος ονομάζεται τώρα Σιδερένια Πύλη του Δούναβη (Ντονά Ντεμίρ καπουσί) και τον φοβούνται πολύ οι ναυτικοί, που μερικές φορές ξεφορτώνουν εκεί τα σκάφη τους καθώς, όταν ξαλαφρωθούν από τα φορτία τους, μπορούν να περάσουν από πάνω του με ασφάλεια.

Έφτιαξε επίσης και άλλο φράγμα ή εμπόδιο στον Δούναβη, που σήμερα ονομάζεται Ταχταλού Σεντ, πάνω στο οποίο χάνονται πολλά πλοία κάθε χρόνο. Όταν το ποτάμι ξεχείλιζε την άνοιξη, ο βασιλιάς Γιαμάν άνοιγε τη σιδερένια πύλη και το φράγμα, για να επιτρέψει στο ρεύμα να περάσει κάτω προς την Ισλαμπόλ, όπου εκβάλλει στην Άσπρη Θάλασσα, στην πύλη που ονομάζεται Ιστίρντιγια καπουσί (πύλη Στρειδιών), τώρα Λάνγκα καπουσί. Όλα αυτά έγιναν από τον βασιλιά Γιανβάν κατά τη διάρκεια της απουσίας του βασιλιά Βεζεντούν, ο οποίος είχε πάει για προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ. Με την επιστροφή του, ο θείος του Κότζα Γιανβάν πήγε στο Σκουτάρι να τον συναντήσει. Και μόλις τον συνάντησε, «Λοιπόν, θείε μου», ρώτησε ο Βεζεντούν, «έχεις πετύχει στο εγχείρημά σου με τον Δούναβη;» «Τον άρπαξα, βασιλιά,» απάντησε εκείνος, «από τα μαλλιά, σαν γυναίκα, [και τον έφερα] στη Μακεντουνίγια (Κωνσταντινούπολη), μέσα από την οποία τρέχει τώρα». Μόλις πρόφερε αυτή την υπεροπτική απάντηση, με εντολή του Θεού ο ποταμός ξαφνικά επέστρεψε, εγκαταλείποντας τη νέα κοίτη του και ξεχύθηκε πίσω σε μεγάλη κρήνη, σε μέρος που λέγεται Ντονά-Ντεγιρμανλερί (Μύλοι του Δούναβη), μεταξύ Βάρναλι και Παραβαντί, όπου ισχυρό ρεύμα κινεί μεγάλο αριθμό μύλων, που προμηθεύουν όλους τους ανθρώπους της Δοβρουτσάς με αλεύρι. Ένας άλλος κλάδος του Δούναβη εισβάλλει κοντά στις Κιρκ Κιλίσε (Σαράντα Εκκλησίες), από τα βράχια του Μπουνάρ-Χισάρ (Κάστρο της Πηγής). Τρίτος κλάδος ξεσπούσε στις λίμνες των Μπουγιούκ και Κιουτσούκ Τσεκμετζέ, όπου ενωνόταν με την Ελληνική (Ρουμί) θάλασσα. Η απόδειξη ότι όλα αυτά τα ρεύματα έχουν την πηγή τους στον Δούναβη είναι ότι περιέχουν ψάρια που προσιδιάζουν σε αυτό το ποτάμι, όπως τόννους, οξύρρυγχους κλπ., όπως εγώ ο ίδιος έχω δει περισσότερες από μία φορές, όταν παρατηρούσα τι έπιαναν οι ψαράδες στις λίμνες που μόλις αναφέρθηκαν. Αναφέρεται επίσης στο ιστορικό έργο με τίτλο Τοφέτ ότι ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ, όταν κατέκτησε τη Νιγέμπολου (Νικόπολη) και το Φετ-Ισλάμ, έχοντας ακούσει για την αρχαία πορεία του Δούναβη, έβαλε να περάσουν μέσα από τη σιδερένια πύλη άχυρο και κάρβουνο και ότι στη συνέχεια εμφανίστηκαν και πάλι στις προαναφερθείσες λίμνες Μπουνάρ-Χισάρ και Ντονά-Ντεγιρμανλερί. Όταν ταξίδευα με την πριγκίπισσα Φατίμα, κόρη του σουλτάνου Αχμέτ και τον Σουλεϊμάν μπεγκ, σταματήσαμε στο χωριό Αζαντλή, μεταξύ Τσατάλτζας και Ισλαμπόλ, όπου υπάρχουν εμφανή σημάδια του αρχαίου καναλιού του Δούναβη, κομμένου μέσα από βράχια πανύψηλα μέχρι τον ουρανό.28 Διεισδύσαμε σε αυτά τα σπήλαια έφιπποι, με αναμμένους πυρσούς και προχωρήσαμε για μία ώρα σε βόρεια κατεύθυνση. Αναγκαστήκαμε όμως να επιστρέψουμε λόγω της κακοσμίας και του πλήθους των νυχτερίδων, μεγάλων σαν περιστέρια. Αν οι σουλτάνοι του οίκου του Οσμάν πιστεύουν ότι αξίζει τον κόπο τους, θα μπορούσαν, με μικρή δαπάνη, να φέρουν και πάλι τα νερά του Δούναβη μέσω Γενίμπαχτσε και Ακ-σεράι στην Ισλαμπόλ.

Ο όγδοος κτίστης εκείνης της πόλης ήταν ένας βασιλιάς με το όνομα Γιαγφούρ, γιος του Βεζεντούν, ο οποίος τοποθέτησε τουλάχιστον 366 φυλαχτά (ένα για κάθε μέρα του χρόνου) κοντά στη θάλασσα στο Σεράι-μπουρνού και άλλα τόσα στους λόφους της στεριάς, για να προστατεύουν την πόλη από κάθε κακό και να παρέχουν τους κατοίκους κάθε είδους ψάρια.

Ο ένατος κτίστης ήταν ο Κονσταντίν (Κωνσταντίνος), ο οποίος κατέκτησε την αρχαία πόλη και έδωσε το όνομά του στη νέα πόλη. Έχτισε διάσημη εκκλησία στη θέση όπου βρίσκεται τώρα το τζαμί του Μωάμεθ Β’ και μεγάλο μοναστήρι, αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη, στο λόφο Ζιρέκ-μπασι, με τη στέρνα κοντά του, καθώς και τις στέρνες του σουλτάνου Σελήμ, του Σίβασι τεκίγιεσι, κοντά στο Ματζουντζή Μαχαλεσί και του Κεντέκ -Πασά. Ανέγειρε τη στήλη στο Ταούκ Μπαζάρ (αγορά πουλερικών) και πολλά άλλα φυλαχτά.

4. Ο Κωνσταντίνος, ο ένατος κτίστης, που ύψωσε τα τείχη και το κάστρο της Κωνσταντινούπολης

Ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που κατέστρεψε τα είδωλα και τους ναούς των ειδωλολατρών και ήταν επίσης ο κατασκευαστής των τειχών της Ισλαμπόλ. Όταν ο Ισά (Ιησούς) του εμφανίστηκε σε όνειρο και του είπε να στείλει τη μητέρα του Χελάνε (Ελένη) να χτίσει τόπο λατρείας στον τόπο γέννησής του, τη Μπεϊτουλ-λάμ (Βηθλεέμ) και έναν άλλο στη θέση του τάφου του στο Κούντσι σερίφ (Ιερουσαλήμ), την έστειλε με τεράστιο θησαυρό και στρατό στη Φελεστίν (Παλαιστίνη). Εκείνη έφτασε στη Γιάφα, το λιμάνι της Ιερουσαλήμ, σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, έχτισε τις δύο εκκλησίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, καθώς και μεγάλο μοναστήρι στην πόλη της Ναμπουλούς.

Η ανακάλυψη του αληθινού σταυρού

Με τη βοήθεια ενός μοναχού που ονομαζόταν Μαγάριγιους (Μακάριος), βρήκε το μέρος όπου ήταν θαμμένος ο αληθινός σταυρός. Τρία δένδρα με τη μορφή σταυρών βρέθηκαν στον ίδιο τάφο και τη στιγμή, όπως λένε οι χριστιανοί, που ένα νεκρό σώμα αγγιζόταν από αυτά, ζωντάνευε ξανά. Αυτή η μέρα ήταν η 4η του Εϊλούλ (Σεπτεμβρίου), η οποία γι’ αυτό γιορτάζεται από τους χριστιανούς ως η γιορτή της Εύρεσης του Σταυρού και από τότε διατηρείται ως μεγάλη γιορτή από τους Έλληνες. Η Χελάνε έχτισε επίσης το μοναστήρι της Καμάμε (δηλαδή την εκκλησία του Παναγίου Τάφου) στο σημείο όπου το νεκρό σώμα είχε αναστηθεί, ξόδεψε τεράστια ποσά για την επισκευή και τον στολισμό του τζαμιού Αλ-ακσά, που χτίστηκε πάνω στον χώρο του ναού του Σολωμώντος, αποκατέστησε τη Βηθλεέμ και έκανε πολλά άλλα φιλανθρωπικά και ευσεβή έργα. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ισλαμπόλ και δώρισε το ξύλο του σταυρού στον γιο της Κωνσταντίνο, ο οποίος το έλαβε με τη μεγαλύτερη ευλάβεια και το μετέφερε με πανηγυρική πομπή στο μοναστήρι στην κορυφή του Ζιρέκ-μπασι. Τα ευγενέστερα μνημεία της δύναμης και της αποφασιστικότητάς του να ξεπεράσει όλους τους άλλους ηγεμόνες στη δύναμη και αντοχή των έργων του, είναι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Στην χερσαία πλευρά της πόλης, από το Επταπύργιο στο δυτικό της άκρο μέχρι το Εγιούπ Ανσάρι, χτίστηκαν δύο ισχυρά οχυρωμένα τείχη. Το ύψος του εξωτερικού τείχους είναι σαρανταδύο πήχεις και το πλάτος του δέκα πήχεις. Το εσωτερικό τείχος έχει ύψος εβδομήντα πήχεις και πλάτος είκοσι. Ο χώρος μεταξύ τους έχει πλάτος ογδόντα πήχεις και έχει μετατραπεί σε ανθισμένους κήπους,όπως η Ίρεμ.29 Και τώρα, στο διάστημα μεταξύ των πυλών Κανονιού (Τόπ-καπι) και Αδριανούπολης (Εντίρνε-καπί), βρίσκονται τα θερινά καταλύματα (γιαϊλάκ) των Ζαγαρτζή ή 64ου συντάγματος των γενίτσαρων.

Έξω από το εξωτερικό τείχος έφτιαξε τρίτο, του οποίου το ύψος, μετρούμενο από τον πυθμένα της τάφρου, είναι εικοσιπέντε πήχεις και το πλάτος του έξι πήχεις. Η απόσταση μεταξύ αυτού και του μεσαίου τείχους είναι σαράντα πήχεις. Και πέρα από το τρίτο τείχος υπάρχει τάφρος πλάτους εκατό πήχεων, στην οποία στο παρελθόν περνούσε η θάλασσα από το Επταπύργιο μέχρι την πύλη Σηλυμβρίας και εισερχόμενη στην άλλη πλευρά από την πύλη του Εγιούπ Ανσάρι μέχρι τη Λοξή πύλη (Εγρί-καπί), η πόλη ήταν απομονωμένη. Αυτή η τριπλή σειρά τειχών εξακολουθεί να υπάρχει και ενισχύεται από 1225 πύργους, σε καθέναν από τους οποίους δέκα άγρυπνοι μοναχοί ήσαν σταθμευμένοι για να παρακολουθούν, μέρα και νύχτα. Η μορφή της Ισλαμπόλ είναι τριγωνική, έχοντας τη στεριά στη δυτική της πλευρά και περικλειόμενη από τη θάλασσα στα ανατολικά και βόρεια, αλλά φρουρούμενη εκεί επίσης από μονό οχυρωμένο τείχος, τόσο ισχυρό όσο ο προμαχώνας των Γκογκ και Μαγκόγκ. Ο Κωνσταντίνος, έχοντας προβλέψει, με τις γνώσεις του για την αστρολογία, την άνοδο και επικράτηση του Προφήτη και φοβούμενος την κατάκτηση της πόλης του από κάποιον κατακτητή απόστολο της αληθινής πίστης, έθεσε τα θεμέλια αυτών των τειχών κάτω από το σημάδι του καρκίνου και έτσι οδήγησε στις αδιάκοπες ανταρσίες με τις οποίες διαταράσσεται η ηρεμία της. Το κύκλωμα των τειχών είναι δεκαοκτώ μίλια. Σε μία από τις γωνίες του είναι το Επταπύργιο με όψη προς την Καάμπα (Μέκκα). Το Σεράι-μπουρνού σχηματίζει τη βόρεια και η πύλη του Εγιούπ την τρίτη και βορειοδυτική γωνία του. Ο Κωνσταντίνος έχοντας πάρει ως σύζυγο την κόρη του βασιλιά των Γενουατών (Τζενούζ Κράλι), του επέτρεψε να χτίσει μερικές ισχυρές οχυρώσεις στη βόρεια πλευρά του λιμανιού, οι οποίες ονομάστηκαν Γαλατά, από την ελληνική λέξη γάλα, επειδή εκεί βρίσκονταν τα μαντριά των αγελάδων και τα γαλακτοκομεία του Κωνσταντίνου.

Ονόματα της Κωνσταντινούπολης σε διαφορετικές γλώσσες

Το πρώτο της όνομα στη λατινική γλώσσα ήταν Μακντουνίγια (Μακεδονία). Ύστερα Γιανκοβίτσα στα συριακά (σουριάνι), από τον ιδρυτή της Γιάνκο. Ύστερα στα εβραϊκά (ίμπρι) Αλεκσαντέιρα (Αλεξάνδρεια) από τον Αλέξανδρο. Στη συνέχεια Πουζέντε (Βυζάντιο). Ύστερα για λίγο, στη γλώσσα των Εβραίων, Βεζεντινίγιε. Στη συνέχεια από τους Φράγκους Γιαγφουρίγιε. Όταν ο Κωνσταντίνος την ξανάχτισε για ένατη φορά, ονομαζόταν Πουζνατίγιαμ στη γλώσσα των Ελλήνων και Κονσταντανίγιε. Στα γερμανικά Κοσταντινόπολ. Στη μοσχοβίτικη γλώσσα Τεκουρίγια. Στη γλώσσα της Αφρικής, Γιραντουβίγιε. Στα ουγγρικά, Βιζεντούβαρ. Στα πολωνικά, Κανατούργια. Στα βοημικά, Αλιγιάνα. Στα σουηδικά (εσφάτζ), Χιράκλιμπαν. Στα φλαμανδικά, Ιστεγάνιγιε. Στα γαλλικά, Αγραντόνα. Στα πορτογαλικά, Κοσατίγια. Στα αραβικά, Κοσταντίνα. Στα περσικά, Καϊσάρι Zεμίν. Στα ινδικά, Τάχτι Ρουμ (ο θρόνος της Ρώμης). Στα μογγολικά, Χακντουρκάν. Στα ταταρικά, Σακάλιμπα. Στη γλώσσα των Οσμανλού [Οθωμανών], Ισλαμπόλ. Προς τη θάλασσα δεν την προστάτευε ποτέ τάφρος, η οποία είναι περιττή εκεί, αλλά μονό τείχος. Αλλά για να φρουρούν την είσοδο του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου και να αυξάνουν την ασφάλεια της πόλης, χτίστηκαν τα κάστρα που ονομάζονται κιλίντου-ι-μπαχρέιν (δηλαδή το κλειδί των δύο θαλασσών). Λέγεται ότι είχε 366 πύλες την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος άφησε ανοιχτές μόνο εικοσιεπτά και έχτισε τις υπόλοιπες, οι θέσεις των οποίων είναι ακόμη ορατές.

5. Η περίμετρος της Κωνσταντινούπολης

Το έτος 1044 (1634), όταν έφτασα για πρώτη φορά στα χρόνια της ανδρικής ηλικίας και περπατούσα με τους φίλους μου σε όλη την Ισλαμπόλ, την εποχή που ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ είχε βαδίσει εναντίον του Ριβάν (Ερεβάν) και ο Κότζα Μπαϊράμ Πασάς είχε μείνει ως καϊμακάμ (αντιβασιλέας), επισκεπτόμουν τον μακαρίτη πατέρα μου και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, τον ρωτούσα για την ιστορία της Ισλαμπόλ. «Κύριέ μου», έλεγε ο πατέρας μου, «έχει φτιαχτεί εννέα φορές και εννέα φορές καταστράφηκε. Αλλά ποτέ, από τότε που βρίσκεται στα χέρια του οίκου του Οσμάν, δεν είχε πέσει σε τέτοια φθορά όπως τώρα, όπου κάρρα μπορούν να περάσουν απ’ οπουδήποτε μέσα από τα τείχη». Στη συνέχεια πρότεινε στον πασά, ότι σε αυτή την πόλη, που ήταν ο φθόνος των βασιλέων της γης και η βασιλική κατοικία του οίκου του Οσμάν, δεν άξιζε να αφήσει αυτός να παραμένουν τα τείχη σε αυτήν την καταστροφική κατάσταση κατά την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης. Και ότι όταν ο σουλτάνος επέστρεφε νικητής από το Ριβάν, θα χαιρόταν πολύ βλέποντας την «καλή πόλη», τη φωλιά του, λαμπερή σαν μαργαριτάρι και θα αποζημίωνε αυτή την υπηρεσία με μεγάλες αμοιβές, ενώ το όνομα του πασά θα το ευλογούσαν επίσης οι μελλοντικές γενιές, για ένα τόσο αξιέπαινο έργο. Όλοι οι παρόντες επιδοκίμασαν αυτό που είπε ο πατέρας μου και κατέληξε επαναλαμβάνοντας τη φάτιχα. Οι μουλάδες της Ισλαμπόλ, του Εγιούπ, του Γαλατά και του Ουσκουντάρ (Σκουτάρι), ο σερεμίνι (επιθεωρητής της πόλης), τέσσερις αρχιτέκτονες, ο σεϋμπάν-μπασης (ο τρίτος στην ιεραρχία μεταξύ των αξιωματικών των γενίτσαρων) και όλοι οι άλλοι άνδρες στην υπηρεσία κλήθηκαν αμέσως μαζί, με τους ιμάμηδες των 4.700 τμημάτων (μαχαλάδων) της πόλης, με σκοπό την παροχή βοήθειας για την επισκευή των οχυρώσεων. Καθώς συγκεντρώθηκαν πολλές χιλιάδες μαστόροι και οικοδόμοι, το μεγάλο έργο ξεκίνησε και ευτυχώς τελείωσε σε διάστημα ενός έτους, πριν από την επιστροφή του σουλτάνου από τη νικηφόρα εκστρατεία του στο Ριβάν.

Μαθαίνοντας την κατάκτηση εκείνου του φρουρίου η χαρά ήταν καθολική και η πόλη φωταγωγήθηκε για επτά ημέρες και επτά νύχτες. Τότε ήταν που φτιάχτηκε διάδρομος, πλάτους είκοσι πήχεων, στους πρόποδες του τείχους, κατά μήκος της ακτής της θάλασσας, από το Σεράι-μπουρνού μέχρι το Επταπύργιο. Και πάνω του στρώθηκε μεγάλος δρόμος για τη διευκόλυνση των ναυτικών, οι οποίοι τραβούσαν τα σκάφη τους με σχοινιά γύρω από το ακρωτήριο και μέσα στο λιμάνι. Κοντά στο τείχος όλα τα σπίτια, μέσα και έξω, αγοράστηκαν από την κυβέρνηση και κατεδαφίστηκαν, για να κάνουν χώρο για τον δρόμο και τότε μου δόθηκε η δυνατότητα να μετρήσω την περίμετρο της πόλης, περπατώντας την γύρω –γύρω, όπως θα εξηγήσω τώρα.

Έχοντας πει ένα μπισμιλλάχ ξεκινώντας και πηγαίνοντας κατά μήκος της άκρης της τάφρου, από το Επταπύργιο μέχρι το Άμπου Εγιούπ Ενσαρί, μέτρησα την απόσταση σε 8.810 βήματα, εξαιρώντας τις οκτώ πύλες. Από τη μικρή πύλη του Εγιούπ μέχρι την πύλη του κήπου (Μπαχτσέ καπί), συμπεριλαμβανομένης της πύλης του Μάρτυρα (Σεχίντ καπουσί), ο χώρος που περιλαμβάνει δεκατέσσερις πύλες είναι 6.500 βήματα. Το νέο παλάτι (Γενί Σεράι), το οποίο είναι το κατώφλι της κατοικίας της ευτυχίας (Ασιτάνεχι Ντάρους-σαάντετ), ξεκινώντας από την αποθήκη κριθαριού (αρπά-ανμπάρι), η οποία βρίσκεται κοντά στην πύλη του αρχι-ασβεστά (Κιρετζή-μπασι καπουσί), έχει, σε όλη του την περίμετρο, δεκαέξι πύλες, δέκα από τις οποίες είναι ανοιχτές και έξι κλειστές, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Ολόκληρο το κύκλωμα αυτού του νέου παλατιού, χτισμένο από τον Μωάμεθ (Β’) Πορθητή, είναι 6.500 βήματα. Η απόσταση από την πύλη του Σταύλου (Αχόρ-καπι), κατά μήκος του νέου υπερυψωμένου δρόμου, μέχρι τη γωνία του Επταπύργιου, είναι 10.000 βήματα και περιλαμβάνει επτά πύλες. Σύμφωνα με αυτόν τον υπολογισμό, όλη η περίμετρος της Ισλαμπόλ είναι 30.000 βήματα, έχοντας δέκα πύργους σε κάθε χίλια βήματα και τετρακόσιους πύργους συνολικά, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη εκείνους στο τριπλό τείχος από την πλευρά της στεριάς, υπάρχουν συνολικά 1.225 μεγάλοι πύργοι, από τους οποίους μερικοί είναι τετράγωνοι, μερικοί στρογγυλοί, μερικοί εξάγωνοι. Όταν ο Μπαϊράμ Πασάς ανέλαβε την πλήρη επισκευή των οχυρώσεων, διέταξε να μετρηθούν τα τείχη με τον πήχη του οικοδόμου (αρσίν) και όλη η περίμετρος της πόλης βρέθηκε να είναι ακριβώς 87.000 ελλ ή πήχεις (ζιρά).

Την εποχή του Κοσταντίν (Κωνσταντίνου), υπήρχαν πεντακόσια κανόνια στημένα στον Ναύσταθμο (Τόπ-χανε) κοντά στην αποθήκη πυρομαχικών, των οποίων οι σιδερένιες πύλες φαίνονται ακόμη. Ίδιος αριθμός κανονιών ήσαν στημένα κοντά στο Σεράι-μπουρνού και εκατό γύρω από τα πόδια του Πύργου της Κόρης (Κιζ Καλεσί, δηλαδή του Πύργου του Λεάνδρου). Ούτε πουλί δεν μπορούσε να διασχίσει χωρίς να χτυπηθεί από μία από αυτές τις τρεις πυροβολαρχίες, τόσο ασφαλής ήταν η Ισλαμπόλ από κάθε εχθρική επίθεση. Υπήρχε τότε τριπλή αλυσίδα τραβηγμένη από τον Γαλατά μέχρι το Γιεμίς Ισκελεσί, πάνω στην οποία χτίστηκε μεγάλη γέφυρα, παρέχοντας δίοδο σε εκείνους που έρχονταν ή εφευγαν και ανοίγοντας όταν ήταν αναγκαίο, για να επιτρέπει στα πλοία να περάσουν. Υπήρχαν και άλλες δύο επίσης πάνω από τη θάλασσα, από Μπαλάτ Καπουσί (Πύλη Παλατιού) στον Κήπο του Ναυστάθμου (Τέρς-χανε-μπαχτσεσί) και από το Εγιούπ στο Σούντλιτζε. Την εποχή του Γιάνκο ιμπν Μαντιγιάν, επίσης, τριπλή σιδερένια αλυσίδα απλωνόταν στο στενό της Μαύρης Θάλασσας (Καρά Ντενίζ Μπογάζι), στους πρόποδες του κάστρου που ονομάζεται Γιορούζ (δηλαδή του κάστρου των Γενουατών), προκειμένου να εμποδίζει τη διέλευση των πλοίων του εχθρού. Έχω δει κομμάτια αυτών των αλυσίδων, οι οποίες διασώζονται ακόμη στην Ισλαμπόλ, στις αποθήκες του ναυστάθμου, κάθε κρίκος των οποίων είναι τόσο φαρδύς όσο η μέση ενός άνδρα, αλλά κείτονται τώρα σκεπασμένες από άμμο και σκουπίδια. Η Ισλαμπόλ βρισκόταν τότε σε τόσο ανθηρή κατάσταση, που όλη η ακτή μέχρι τη Σιλίβρι από τη μία πλευρά και την Τέρκοζ επί της Μαύρης Θάλασσας στην άλλη, ήταν σκεπασμένη από πόλεις και χωριά στον αριθμό των χιλίων διακοσίων, που περιβάλλονταν από κήπους και αμπελώνες και ακολουθούσαν το ένα το άλλο σε αδιάκοπη διαδοχή. Ο Κωνσταντίνος, έχοντας φτάσει στην κορυφή του μεγαλείου και της δύναμης, θα μπορούσε εύκολα να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά προτίμησε να χρησιμοποιήσει την υπόλοιπη ζωή του για τον εξωραϊσμό της πρωτεύουσάς του. Στις μεγάλες γιορτές, όπως τις Ημέρες των Κόκκινων Αυγών (Κιζίλ γιουμουρταλί γκιουνλερί, δηλαδή Πάσχα), τις ημέρες της μητέρας Μεριέμ (τις γιορτές της Παναγίας), του Ισβάτ Νικόλα (Αγίου Νικολάου), του Κασίμ (Αγίου Δημητρίου), του Χιζρ Ιλιάς (Αγίου Γεωργίου), του Αούς ντούς (δηλαδή τη γιορτή της Ύψωσης του Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου), της ρίψης των σταυρών στο νερό (Θεοφάνια), τις ημέρες των Καρά-κοντζολόζ (πιθανώς ημέρες κατά τις οποίες εξορκίζονταν τα πνεύματα του κακού) και όλες τις Κυριακές (Μπαζάρ γκιουνλερί, δηλαδή ημέρες του παζαριού), τα τείχη της Κωνσταντινούπολης καλύπτονταν με κόκκινο πανί και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, έχοντας στολίσει τα γένια του με μαργαριτάρια και φορώντας στο κεφάλι το Καγιανιάν στέμμα του Αλέξανδρου, βάδιζε σε πανηγυρική πομπή στους δρόμους της πόλης.

Ο αριθμός των βημάτων μεταξύ καθεμιάς από τις εικοσιεπτά πύλες

Από το Κιόσκ μέχρι την πύλη του Επταπύργιου

1.000

βήματα

Από εκεί μέχρι τη Σιλίβρι-καπί (πύλη Συλημβρίας)

2.010

βήματα

Μέχρι τη Γενί-καπι (Νέα πύλη)

1.000

βήματα

Μέχρι την Τόπ-καπι (πύλη Κανονιού)

2.900

βήματα

Μέχρι την Εντίρνε-καπί (πύλη Αδριανούπολης)

1.000

βήματα

Μέχρι τη Εγρί-καπι (Λοξή πύλη)

900

βήματα

Αυτές οι έξι πύλες βρίσκονται όλες στη δυτική πλευρά της πόλης, κοιτώντας προς την Αδριανούπολη.

Από εκεί μέχρι την πύλη του Εγιούπ Ενσάρι

1.000

βήματα

Μέχρι τη Μπαλάτ καπουσί (πύλη του Παλατιού)

700

βήματα

Μέχρι τη Φανάρ-καπουσί (πύλη Φαναρίου)

900

βήματα

Μέχρι την Πέτρα-καπί

600

βήματα

Μέχρι τη Γενί-καπι (Νέα πύλη)

100

βήματα

Μέχρι την Αγιά-καπι

300

βήματα

Μέχρι τη Τζουμπαλή-καπί

400

βήματα

Μέχρι την Ουν-καπάνι-καπί (πύλη της αγοράς αλευριού)

400

βήματα

Μέχρι την Αγίαζμα-καπί (πύλη της κρήνης)

400

βήματα

Μέχρι την Οντούν-καπί (πύλη ξυλείας)

400

βήματα

Μέχρι τη Ζιντάν-καπουσί (πύλη φυλακής)

300

βήματα

Μέχρι τη μπαλούκ-μπαζάρι-καπί (πύλη ψαραγοράς)

400

βήματα

Μέχρι τη Γενί τζαμί-καπουσί (πύλη Νέου τζαμιού)

300

βήματα

Από εκεί στη Σεχίντ-καπουσί (πύλη μάρτυρα)

300

βήματα

Αυτές οι δεκατέσσερις πύλες, από την Εγιούπ-καπουσί μέχρι τη Σεχίντ-καπουσί, ανοίγουν όλες προς την ακτή της θάλασσας και βλέπουν προς βορρά.

Οι πύλες στο κύκλωμα του αυτοκρατορικού παλατιού (σεράι χουμαγιούν) είναι όλες ιδιωτικές και είναι οι εξής: (1) Η Κιρετζή (ασβεστοκαμίνων). (2) Η Ογρούν, από την οποία ρίχνονται στη θάλασσα τα πτώματα εγκληματιών που εκτελέστηκαν στο σεράι. (3) Η Μπαλουκτσή (ψαράδων). (4) Η Ιτς Αχόρ (ιδιωτική πύλη στάβλων), που κοιτάζει προς τα νότια και (5) η πύλη του Βαγιαζήτ Χαν, που βλέπει επίσης προς νότο, αλλά δεν είναι πάντοτε ανοιχτή. (6) Η αυτοκρατορική (Μπάμπι Χουμαγιούν) ή πύλη της ευδαιμονίας (Μπάμπι Σαάντετ), επίσης ανοιχτή προς νότο, μέσα στην οποία υπάρχουν τρεις πύλες στην ίδια γραμμή. Μία από αυτές είναι η (7) Σερβί-καπουσί (πύλη του κυπαρισσιού), από την οποία βγαίνει ο σουλτάνος όταν επισκέπτεται την Αγία Σοφία ή γυρίζει στην πόλη μεταμφιεσμένος. Άλλη είναι (8) η πύλη του σουλτάνου Ιμπραήμ, που επίσης ανοίγει προς νότο, κοντά στην κρύα πηγή (σοούκ τσεσμέ). Μια τρίτη είναι (9) η Σόκολι Μοχάμεντ Πασά καπουσί, μικρή πύλη κοντά στο Αλάι-κιόσκ, που βλέπει δυτικά. Μια τέταρτη, επίσης στραμμένη προς τα δυτικά, είναι (10) η Σουλεϊμάν Χαν καπουσί, μικρή πύλη, τώρα πάντοτε κλειστή. (11) Η σιδερένια πύλη (ντεμίρ καπί) είναι μεγάλη πύλη που βλέπει προς τα δυτικά και είναι κατάλληλη για χρήση από τους μποσταντζήδες και τους αυτοκρατορικούς ευνοούμενους (μουσαχιμπλέρ, δηλαδή ἑταίρους). Οι προαναφερθείσες οκτώ ιδιωτικές πύλες, από την Αχόρ καπί μέχρι την Ντεμίρ καπί, ανοίγουν όλες στην πόλη. Αλλά υπάρχουν εννέα άλλες ιδιωτικές πύλες που ανοίγουν προς τη θάλασσα στο Σεράι-μπουρνού και βλέπουν προς τα βόρεια.

Ολόκληρο το κύκλωμα του σεράι είναι

6.500

βήματα

Από την ιδιωτική πύλη στάβλων μέχρι τη δημόσια πύλη στάβλων (χας-ου-αμ Αχόρ καπουσί) είναι

200

βήματα

Από εκεί μέχρι την Τσατλαντί-καπι (σπασμένη πύλη)

1.300

βήματα

Μέχρι την Κούμ-καπι (πύλη άμμου)

1.200

βήματα

Μέχρι την Λάνκα-καπί

1.400

βήματα

Από εκεί μέχρι την πύλη του Νταούντ Πασά

1.000

βήματα

Μέχρι τη Σαμάτιγια-καπί

800

βήματα

Μέχρι τη Ναρλί-καπί

1.000

βήματα

Μέχρι την πύλη του εσωτερικού κάστρου του Επταπυργίου

2.000

βήματα

Επτά από αυτές τις πύλες ανοίγουν προς τα ανατολικά και καθώς οι άνεμοι φυσούν από τα νοτιοανατολικά με μεγάλη ένταση, η προκυμαία που χτίστηκε από τον Μπαϊράμ Πασά σύντομα καταστράφηκε, έτσι ώστε όταν βημάτισα στο κύκλωμα, όπως προαναφέρθηκε, στη βασιλεία του Ιμπραήμ Χαν, ήμουν υποχρεωμένος να περάσω μεταξύ της πύλης σταύλου και του Επταπύργιου μέσα από τα τείχη. Βρήκα τότε ότι ολόκληρο το κύκλωμα ήταν 29.810 βήματα. Αλλά την εποχή του Μπαϊράμ Πασά, όταν βγήκα έξω από τα τείχη, το μέτρησα ακριβώς 30.000 βήματα ή 87.000 οικοδομικούς πήχεις (μιμάρ αρσάνι).

6. Τα υπέροχα φυλαχτά μέσα και έξω από την Κοσταντινίγιε

Πρώτο φυλαχτό. Στο Αβρέτ-Μπαζάρι (σκλαβοπάζαρο γυναικών) υπάρχει υψηλή στήλη (στήλη του Αρκαδίου) από λευκό μάρμαρο, στο εσωτερικό της οποίας υπάρχει στριφογυριστή σκάλα. Στο εξωτερικό της, μορφές στρατιωτών διαφόρων εθνών, Ινδουστανών, Κουρδιστανών και Μουλτάνων, τους οποίους ο Γιάνκο Ιμπν Μαντιγιάν νίκησε, σμιλεύτηκαν με εντολή του. Και στην κορυφή της υπήρχε στην αρχαιότητα γυναικεία μορφή με όμορφα μάγουλα, μια από τις καλλονές της εποχής, η οποία μία φορά τον χρόνο έβγαζε έναν ήχο, με τον οποίο πολλές εκατοντάδες χιλιάδες είδη πουλιών, αφού πετούσαν γύρω-γύρω από τη μορφή, έπεφταν κάτω στη γη και πιάνοντάς τα οι άνθρωποι του Ρουμ (Ρωμυλίας), είχαν άφθονο γεύμα. Ύστερα, στην εποχή του Κοσταντίν, οι μοναχοί τοποθέτησαν καμπάνες στην κορυφή της, για να σημαίνουν συναγερμό κατά την προσέγγιση εχθρού. Και στη συνέχεια, κατά τη γέννηση του Προφήτη, σημειώθηκε μεγάλος σεισμός, από τον οποίο το άγαλμα και όλες οι καμπάνες στην κορυφή του στύλου ρίχτηκαν κάτω από την κορυφή, ενώ η ίδια η στήλη έγινε κομμάτια. Έχοντας όμως φτιαχτεί με ιδιότητες φυλαχτού δεν μπορούσε να καταστραφεί εντελώς και μέρος της παραμένει ασυνήθιστο θέαμα μέχρι σήμερα.

Δεύτερο φυλαχτό. Στο Ταούκ-Μπαζάρ (αγορά πουλερικών) υπάρχει άλλη στήλη σαν βελόνα (στήλη Θεοδοσίου), που σχηματίζεται από πολλά κομμάτια πέτρας από κόκκινη σμύριδα (σουμπάρε), έχοντας ύψος εκατό βασιλικούς πήχεις (ζιρά μελικί). Αυτή είχε επίσης καταστραφεί από τον σεισμό που συνέβη τις δύο νύχτες κατά τη διάρκεια των οποίων άρχισε η Υπερηφάνεια του Κόσμου. Αλλά οι οικοδόμοι την περιτύλιξαν με σιδερένια στεφάνια, παχιά σαν το μπούτι ενός άνδρα, σε σαράντα σημεία, κι έτσι είναι ακόμη σταθερή και όρθια. Χτίστηκε εκατόν σαράντα χρόνια πριν από την εποχή του Ισκεντέρ [Αλεξάνδρου] και ο Κοσταντίν [Κωνσταντίνος] τοποθέτησε φυλαχτό στην κορυφή της με τη μορφή ψαρονιού, το οποίο μία φορά τον χρόνο χτυπούσε τα φτερά του και έφερνε όλα τα πουλιά του αέρα στον τόπο, καθένα με τρεις ελιές στο ράμφος και τα νύχια του, για τον ίδιο σκοπό, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.

Τρίτο φυλαχτό. Στην κορυφή του Σεράτζ-χανε (παζάρι των σαμαράδων), στην κορυφή στήλης που υψώνεται μέχρι τον ουρανό (στήλη Μαρκιανού), υπάρχει κιβώτιο από λευκό μάρμαρο, στο οποίο είναι θαμμένη η άτυχη κόρη του βασιλιά Πουζεντίν (Βυζάντιου). Και για να διατηρούνται τα λείψανά της από τα μυρμήγκια και τα φίδια, αυτή η στήλη έγινε φυλαχτό.

Τέταρτο φυλαχτό. Στη θέση που ονομάζεται Αλτί Μέρμερ (Έξι Μάρμαρα), υπάρχουν έξι στήλες, καθεμία από τις οποίες ήταν παρατηρητήριο, φτιαγμένο από κάποιον από τους αρχαίους σοφούς.30 Σε μία από αυτές, που ανεγέρθηκε από τον Χακίμ Φιλικούς (Φίλιππος), άρχοντας του κάστρου της Καβάλας, υπήρχε η μορφή μαύρης μύγας φτιαγμένης από ορείχαλκο, η οποία, με το ασταμάτητο βουητό της, έδιωχνε όλες τις μύγες μακριά από την Ισλαμπόλ.

Πέμπτο φυλαχτό. Σε άλλη από τις έξι μαρμάρινες στήλες ο Ιφλατούν (Πλάτων) ο θεϊκός έκανε τη μορφή σκνίπας και από εκείνη την εποχή δεν υπάρχει φόβος να έρθει ούτε μια σκνίπα στην Ισλαμπόλ.

Έκτο φυλαχτό. Σε άλλη από αυτές τις στήλες, ο Χακίμ Μποκράτ (Ιπποκράτης) τοποθέτησε τη μορφή πελαργού και μια φορά τον χρόνο, όταν έβγαζε κραυγή, όλοι οι πελαργοί που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους στην πόλη πέθαιναν αμέσως. Μέχρι σήμερα, δεν μπορεί κανένας πελαργός να έρθει και να χτίσει τη φωλιά του μέσα από τα τείχη της Ισλαμπόλ, αν και υπάρχουν πολλοί από αυτούς στα προάστια του Αμπού Εγιούπ Ενσάρι.

Έβδομο φυλαχτό. Στην κορυφή άλλης από τις έξι μαρμάρινες στήλες, ο Σοκράτ Χακίμ (δηλαδή ο Σωκράτης ο Σοφός) τοποθέτησε μπρούτζινο κόκορα, που χτυπούσε τα φτερά του και λαλούσε μία φορά κάθε εικοσιτέσσερις ώρες και ακούγοντάς τον, άρχιζαν να λαλούν όλοι οι κόκκορες της Ισλαμπόλ. Και είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι κόκκορες λαλούν νωρίτερα από εκείνους των άλλων τόπων, ξεκινώντας το κουκουρούκου τους τα μεσάνυχτα και ειδοποιώντας έτσι τους νυσταγμένους και ξεχασιάρηδες για την προσέγγιση της αυγής και της ώρας της προσευχής.

Όγδοο φυλαχτό. Σε άλλη από τις έξι στήλες ο Φισαγόρατ (Πυθαγόρας ο Μονοθεϊστής), την εποχή του προφήτη Σουλεϊμάν (Σολομώντος), τοποθέτησε τη μορφή λύκου φτιαγμένου από μπρούτζο (τουτζ), τον τρόμο όλων των άλλων λύκων. Κι έτσι τα κοπάδια των κατοίκων της Ισλαμπόλ βοσκούσαν με ασφάλεια χωρίς βοσκό και περπατούσαν δίπλα-δίπλα με ατίθασους λύκους πολύ άνετα.

Ένατο φυλαχτό. Σε άλλη από αυτές τις στήλες υπήρχαν οι χάλκινες μορφές ενός νεαρού και της ερωμένης του σφιχταγκαλιασμένων. Και κάθε φορά που υπήρχε ψυχρότητα ή διαμάχη σε ένα ανδρόγυνο, αν κάποιος από τους δύο πήγαινε και αγκάλιαζε εκείνη τη στήλη, ήσαν σίγουροι ότι εκείνη τη νύχτα θα αποκαθίσταντο οι ταλαιπωρημένες καρδιές τους από τις χαρές της αγάπης, μέσω της δύναμης αυτού του φυλαχτού, το οποίο κινούσε το πνεύμα του σοφού Αριστατάλις (Αριστοτέλη).

Δέκατο φυλαχτό. Δύο μορφές από κασσίτερο είχαν τοποθετηθεί σε άλλη από τις έξι στήλες από τον γιατρό Τζαλινούς (Γαληνός). Η μία ήταν ένας γέρος ετοιμόρροπος, λυγισμένος διπλά. Και απέναντί της υπήρχε μια ξινισμένη γριά με χείλη καμήλας, όχι πιο ίσια από τον σύντροφό της. Και όταν ο άνδρας και η σύζυγος δεν ζούσαν ευτυχισμένη ζωή μαζί, αν κάποιος από αυτούς αγκάλιαζε αυτή τη στήλη, ο χωρισμός ήταν βέβαιο ότι θα πραγματοποιούνταν. Θαυμάσια φυλαχτά καταστράφηκαν, λένε, την εποχή εκείνου του ασύλου αποστολικότητας (Μωάμεθ) και τώρα είναι θαμμένα στη γη.

Ενδέκατο φυλαχτό. Στη θέση των λουτρών του σουλτάνου Βαγιαζήτ Βελή υπήρχε τετράπλευρη στήλη, ύψους ογδόντα πήχεων, που ανεγέρθηκε από αρχαίο σοφό ονομαζόμενο Κιρμπαρίγια, ως φυλαχτό κατά της πανούκλας, που δεν μπορούσε ποτέ να επικρατήσει στην Ισλαμπόλ, όσο αυτή η στήλη στεκόταν. Αργότερα κατεδαφίστηκε από εκείνον τον σουλτάνο, που έστησε στη θέση της ένα χαμάμ που αγαλλιάζει την καρδιά. Και εκείνη ακριβώς την ημέρα ένας από τους γιους του πέθανε από την πανούκλα, στον κήπο του Νταούντ Πασά, έξω από την πύλη Αδριανούπολης και θάφτηκε έξω, σε υπερυψωμένη εξέδρα (σοφά). Από τότε η πανούκλα επικράτησε στην πόλη.

Δωδέκατο φυλαχτό. Στο Τεκφούρ Σεράι, κοντά στο Εγρί-καπι, υπήρχε μεγάλη συμπαγής προτομή από μαύρη πέτρα, πάνω στην οποία ένας άνδρας με το όνομα Μουχαϊντάκ τοποθέτησε ορειχάλκινη μορφή δαίμονα (αφρίτ), ο οποίος μια φορά τον χρόνο έφτυνε φωτιά και φλόγες. Και όποιος έπιανε σπίθα την κρατούσε στην κουζίνα του. Και όσο η υγεία του ήταν καλή, η φωτιά δεν έσβηνε ποτέ.

Δέκατο τρίτο φυλαχτό. Στην άκρη του τόπου που ονομάζεται Ζιρέκ-μπασι υπάρχει σπήλαιο αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη και κάθε μήνα, όταν μπαίνει το διαπεραστικό κρύο του χειμώνα, αρκετοί μαύροι δαίμονες (κοντζολόζ) κρύβονται εκεί.

Δέκατο τέταρτο φυλαχτό. Στα νότια της Αγιασόφια υπήρχαν τέσσερις ψηλές στήλες από λευκό μάρμαρο, που έφεραν τα αγάλματα των τεσσάρων χερουβείμ (κερουμπλίρ), Γαβριήλ (Τζεμπραγίλ), Μιχαήλ (Μικαγίλ), Ραφαήλ (Ισραφίλ) και Αζραήλ (Αζραγίλ), στραμμένων προς βορρά, νότο, ανατολή και δύση. Καθένας τους χτυπούσε τα φτερά του μία φορά τον χρόνο και προμήνυε ερήμωση, πόλεμο, λιμό ή λοιμό. Αυτά τα αγάλματα ανατράπηκαν όταν δημιουργήθηκε ο Προφήτης, αλλά οι τέσσερις στήλες παραμένουν δημόσιο θέαμα, κοντά στις υπόγειες πηγές (τσουκούρ τσεσμέ) της Αγιασόφια.

Δέκατο πέμπτο φυλαχτό. Το σπουδαίο έργο στο Ατ-μεϊντάν (Ιππόδρομο), που ονομάζεται Μιλιονπάρ (Μίλλιον;), είναι ψηλή στήλη, εκατόν πενήντα πήχεις (αρσούν) του μέτρου του οικοδόμου. Κατασκευάστηκε με εντολή του Κοσταντίν, από διάφορες χρωματιστές πέτρες, που συλλέχθηκαν από τις 300.000 πόλεις των οποίων ήταν βασιλιάς και σχεδιάστηκε ως αιώνιο μνημείο της δύναμής του και ταυτόχρονα φυλαχτό. Από τη μέση της περνούσε χοντρός σιδερένιος άξονας, γύρω από τον οποίο είχαν τοποθετηθεί οι διάφορες χρωματιστές πέτρες και διατηρούνταν όλες μαζί από έναν μαγνήτη, τόσο μεγάλον όσο ο τρούλος ενός λουτρού (χαμάμ), στερεωμένο στην κορυφή της. Παραμένει ακόμη μνημείο που διαρκεί. Και ο κατασκευαστής του, ο επικεφαλής αρχιτέκτονας, Γουρμπαρίν στο όνομα, βρίσκεται θαμμένος στα πόδια της.

Δέκατο έκτο φυλαχτό. Αυτό είναι επίσης ένας οβελίσκος από κόκκινη πέτρα, καλυμμένος με διάφορα γλυπτά και βρίσκεται στο Ατ-μεϊντάν. Οι μορφές στις πλευρές του προμηνύουν τις διαφορετικές τύχες της πόλης. Ανεγέρθηκε την εποχή του Γιάνκο ιμπν Μαντιγιάν, ο οποίος παριστάνεται σε αυτόν καθισμένος στον θρόνο του και κρατώντας δαχτυλίδι στο χέρι του, υποδηλώνοντας συμβολικά: «Έχω κατακτήσει όλο τον κόσμο και τον έχω στα χέρια μου σαν αυτό το δαχτυλίδι». Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς τα ανατολικά και μπροστά του στέκονται βασιλιάδες, κρατώντας πιάτα, με την όψη ζητιάνων. Σε άλλον υπάρχουν οι μορφές τριακοσίων ανδρών που ασχολούνται με την ανέγερση του οβελίσκου, με τις διάφορες μηχανές που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτόν. Η περίμετρός του είναι τέτοια, που δέκα άνδρες δεν μπορούν να την καλύψουν. Και οι τέσσερις γωνίες του στηρίζονται σε τέσσερα ορειχάλκινα έδρανα, έτσι που, όταν το δει κάποιος με εμπειρία στην τέχνη του κατασκευαστή, να βάζει το δάχτυλό του στο στόμα του.

Δέκατο έβδομο φυλαχτό. Ένας σοφός με το όνομα Σουρέντε, ο οποίος άνθιζε τις ημέρες του λάθους, υπό τον βασιλιά Πουζεντίν, δημιούργησε ορειχάλκινη εικόνα τρικέφαλου δράκου (αζντερά) στο Ατ-μεϊντάν, προκειμένου να καταστρέφει όλα τα φίδια, τις σαύρες, τους σκορπιούς και άλλα δηλητηριώδη ερπετά. Και ούτε ένα δηλητηριώδες θηρίο δεν υπήρχε σε ολόκληρη τη Μακεντονίγια. Έχει τώρα τη μορφή στριμμένου φιδιού, με μέγεθος δέκα πήχεις πάνω και άλλους τόσους κάτω από το έδαφος. Παρέμεινε έτσι θαμμένο στη λάσπη και το χώμα από την οικοδόμηση του τζαμιού του σουλτάνου Αχμέτ, αλλά χωρίς τραυματισμούς, μέχρι που ο Σελήμ Β’, ο αποκαλούμενος μέθυσος, περνώντας δίπλα του με άλογο, χτύπησε με το σκήπτρο του και έσπασε το κάτω σαγόνι εκείνου του κεφαλιού του δράκου που κοιτάζει προς τα δυτικά. Τότε ερπετά έκαναν την εμφάνισή τους στη δυτική πλευρά της πόλης και από τότε έχουν γίνει συνηθισμένα σε κάθε μέρος της. Αν, εξάλλου, καταστραφούν τα υπόλοιπα κεφάλια, η Ισλαμπόλ θα φαγωθεί εντελώς από τα ζωΰφια. Κοντολογής, υπήρχαν κατά την αρχαιότητα, σε σχέση με το έδαφος της Ισλαμπόλ, τριακόσια εξήντα έξι φυλαχτά, όπως αυτά που περιγράφονται εδώ, τα οποία είναι τώρα όλα όσα έχουν απομείνει.

Φυλαχτά που σχετίζονται με τη θάλασσα

Πρώτο φυλαχτό. Στο Τσατλαντί καπί, στην πλευρά του παλατιού ενός αυτοκράτορα που δεν έβλεπε ποτέ ο ήλιος, υπήρχε η ορειχάλκινη μορφή δαίμονα (ντιβ) πάνω σε τετράγωνη στήλη, ο οποίος έφτυνε φωτιά και έκαιγε τα πλοία του εχθρού όποτε πλησίαζαν από την Άσπρη Θάλασσα (Αρχιπέλαγος).

Δεύτερο φυλαχτό. Στο λιμάνι γαλερών (κάντιργα λιμάνι) υπήρχε ορειχάλκινο πλοίο, στο οποίο, μια φορά τον χρόνο, όταν είχαν αρχίσει οι κρύες νύχτες του χειμώνα, επιβιβάζονταν όλες οι μάγισσες της Ισλαμπόλ και έπλεαν μέχρι το πρωί, για να φρουρούν την Άσπρη Θάλασσα. Ήταν μέρος από τα λάφυρα που κατέλαβε με την πόλη ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής.

Τρίτο φυλαχτό. Άλλο ορειχάλκινο πλοίο, το αντίστοιχο του προηγούμενου, ήταν φτιαγμένο στο Τόπ-χανε (χυτήριο κανονιών), στο οποίο όλοι οι μάγοι και οι εξορκιστές φρουρούσαν προς τη Μαύρη Θάλασσα. Έσπασε σε κομμάτια όταν ο Γεζίντ Ιμπν Μουαβίγια κατέκτησε τον Γαλατά.

Τέταρτο φυλαχτό. Στο Σεράι-Μπουρνού υπήρχε τρικέφαλος ορειχάλκινος δράκος, που έφτυνε φωτιά και έκαιγε όλα τα πλοία και τις βάρκες του εχθρού, απ’ οποιαδήποτε πλευρά κι αν έρχονταν.

Πέμπτο φυλαχτό. Υπήρχαν επίσης, κοντά στο ίδιο μέρος, τριακόσιες εξηνταέξι υψηλές στήλες που έφεραν τις μορφές ισάριθμων θαλασσίων πλασμάτων. Ένα λευκό ψάρι του ήλιου (χαμσίν μπαλίκ, γαύρος) για παράδειγμα, το οποίο, όταν έβγαζε κραυγή, δεν άφηνε ούτε ψάρι αυτού του είδους στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά τα έφερνε όλα στη Μακεντούν, όπου όλοι οι άνθρωποι έτρωγαν καλά από αυτά.

Το έκτο φυλαχτό ήταν ότι, κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών της Σαρακοστής, όλα τα είδη ψαριών πετάγονταν από τη θάλασσα στην ακτή και πιάνονταν χωρίς κανένα πρόβλημα από τους κατοίκους του Ρουμ (Τουρκίας).

Όλα αυτά τα φυλαχτά έχουν ανατραπεί από τον μεγάλο σεισμό τη νύχτα της γέννησης του Προφήτη. Οι στήλες πάνω στις οποίες βρίσκονταν εξακολουθούν να είναι απλωμένες σαν πεζοδρόμιο κατά μήκος του Σεράι-μπουρνού, από το Σελιμιέ Κιόσκ μέχρι το κάστρο του Σινάν Πασά και φαίνονται απ΄ όσους περνούν από εκεί με βάρκες. Αν και έχουν ανατραπεί, εξακολουθούν να διατηρούν τις αρετές τους ως φυλαχτά και κάθε χρόνο φέρνουν πολλές χιλιάδες ψάρια στην ακτή.

Υπήρχαν επίσης εικοσιτέσσερις στήλες γύρω από την Ισλαμπόλ, η καθεμία από τις οποίες έφερε ένα φυλαχτό. Ένας άνθρωπος μπορούσε να τα επισκεφθεί όλα σε μία μέρα, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ημέρα δεκαπέντε ωρών. Τώρα η μεγαλύτερη μέρα στην Ισλαμπόλ, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, είναι δεκαπεντέμιση ώρες. Αυτή η πόλη βρίσκεται στη μέση του πέμπτου κλίματος και επομένως απολαμβάνει εξαιρετικό αέρα και νερό.

7. Τα μεταλλεία μέσα και έξω από την πόλη του Κονσταντίν

Με το θέλημα του Θεού υπήρχε παλιά μεγάλο σπήλαιο στην Ισλαμπόλ, κάτω από το τζαμί του σουλτάνου (Σουλτάν τζαμισί), γεμάτο με θείο, νίτρο και μαύρη σκόνη, από το οποίο αντλούσαν εφόδια σε περίπτωση ανάγκης. Έχοντας, με διάταγμα του ουρανού, χτυπηθεί από κεραυνό την εποχή του Κοσταντίν, ή, σύμφωνα με την παράδοσή μας, τη στιγμή της κατάληψης της πόλης από τον Πορθητή, όλα τα μεγάλα κτίρια πάνω από το σπήλαιο ανατινάχθηκαν και θραύσματα από αυτά σκορπίστηκαν σε κάθε κατεύθυνση. Μερικά φαίνονται ακόμη στο Ουσκουντάρ (Σκουτάρι), άλλα στο Σαλατζάκ μπουρούν και στο Καζικιόι (Χαλκηδόνα). Ιδιαίτερα ένα μεγάλο κομμάτι, που ονομάζεται Καμπατάς και βρίσκεται στη θάλασσα μπροστά από τον Τσισμελέρ Τεκιγιέ, στα βόρεια του χωριού Φουντουκλί, κοντά στο Τόπ-χανε. Πιθανότατα πετάχτηκε εκεί όταν ανατινάχθηκε η πόλη.

Στην περιοχή του κάστρου του Κουμ-μπουργκάζ, σε απόσταση ταξιδιού μισής ημέρας από το Επταπύργιο, στα νότια της Ισλαμπόλ, υπάρχει λεπτή λευκή άμμος, σε μεγάλη ζήτηση από τους κατασκευαστές ρολογιών και τους χρυσοχόους της Ισλαμπόλ και του Φρενγκιστάν (Ευρώπης).

Κοντά στον ιδιωτικό κήπο του Νταούντ Πασά, έξω από την πύλη Αδριανούπολης, υπάρχουν επτά λατομεία πέτρας, η οποία φαίνεται να είναι ανεξάντλητη. Ονομάζεται πέτρα του Χιζρ, επειδή υποδείχθηκε από αυτόν τον προφήτη για την κατασκευή της Αγιασόφια.

Ένα είδος μαλακού πηλού (τιν) σαν γλυκιά ουσία (ματζούν) υπάρχει κοντά στο προάστιο του Άμπου Εγιούπ Ανσάρι και ονομάζεται τιν ανσάρι. Έχει γλυκό άρωμα σαν τέρρα σιγκιλλάτα (τινι μαχτούμ) από το νησί Αλιμάνι (Τζεζίρε Αλιμάνι, δηλαδή τη Λήμνο) και χρησιμοποιείται για να φτιάχνουν κανάτες, μια γουλιά από τις οποίες αναζωογονεί σαν γουλιά νερού της ζωής.

Από λιμνούλα (μπουχέιρε) μεταξύ των προαστίων του Εγιούπ Σουλτάν και του Χάς-κιόι, οι δύτες βγάζουν είδος μαύρου πηλού, που είναι εξαιρετικός για την κατασκευή κανατών, φλυτζανιών, πιάτων και πήλινων σκευών όλων των ειδών.

Οι πηγές του Τζεντερετζή, στον ευχάριστο περίπατο (μεσίρε-γκαχ) που ονομάζεται Καγίτ Χανε (Κιάετ-χανέ δηλαδή πηγές γλυκού νερού), είναι διάσημες σε όλο τον κόσμο. Η ρίζα ενός είδους αλόης (εκέρ) υπάρχει εκεί, ανώτερης από εκείνη του Αζάκ (Αζόφ), της πόλης Κέρντε [Γκέρεντε] ή του καναλιού του κάστρου της Κάνισα. Μία από τις υπέροχες ιδιότητές της είναι ότι όταν ένας άνθρωπος την τρώει, προκαλεί χίλια ρεψίματα. Παχαίνει θαυμάσια τις χελώνες και οι Φράγκοι του Γαλατά έρχονται να τις πιάσουν και τις χρησιμοποιούν σε όλα τα φάρμακά τους με μεγάλο πλεονέκτημα.

Στο Σαρή Γιαρ, βόρεια του Καγίτ Χανε, υπάρχει είδος πηλού που έχει υποστεί ζύμωση, μυρίζει σαν μόσχος και χρησιμοποιείται για την κατασκευή κανατών και φλυτζανιών που έχουν μεγάλη αξία και προσφέρονται ως δώρα στους μεγάλους.

Στο χωριό Σαρή Γιαρ, κοντά στην είσοδο του πορθμού της Μαύρης Θάλασσας, υπάρχει ψηλό βουνό με κιτρινωπό χώμα, καλυμμένο με κήπους και αμπελώνες μέχρι την κορυφή του. Έξω από αυτό, κοντά στην ακτή της θάλασσας, υπάρχει σπήλαιο που περιέχει ορυχείο καθαρού χρυσού, απαλλαγμένου από οποιοδήποτε κράμα ουγγρικού (ουνγκουρούς) Μπουντουκάνι ορείχαλκου. Από την εποχή των απίστων μέχρι τη βασιλεία του σουλτάνου Αχμέτ, ήταν αυτοκρατορικό έδαφος, που εκμισθωνόταν για χίλια γιουκ [φορτία] άσπρων (όπου κάθε φορτίο ήταν 100.000 άσπρα). Ο ντεφτερντάρ Εκμεκτζή Ζάντε Αχμέτ Πασάς, το έκλεισε, καθώς απέδιδε λίγα στο κεντρικό ταμείο. Επομένως, τώρα παραμελείται, αλλά αν ανοίξει ξανά με εντολή του σουλτάνου, θα αποδειχθεί πολύτιμο ορυχείο.

Από αυτό το βουνό στην κοιλάδα του Γκιοκ-σού, κοντά στα κάστρα (χισάρ) στον Βόσπορο, λαμβάνεται είδος ασβέστη που είναι πιο λευκός από το χιόνι, το βαμβάκι ή το γάλα και δεν υπάρχει ταίρι του στον κόσμο.

Στον ίδιο αγαπημένο τόπο αναψυχής, την κοιλάδα του Γκιοκ-σού, υπάρχει είδος κόκκινου χώματος από το οποίο φτιάχνονται κανάτες, πιατέλες και πιάτα. Και οι γιατροί λένε ότι το καθαρό νερό που πίνεται από αγγεία φτιαγμένα από αυτό το χώμα θεραπεύει το μπάσουρι ντεμεβί (κόκκινα μάτια;).

Στα βουνά κοντά στην πόλη Ουσκουντάρ (Σκουτάρι) υπάρχει είδος ορυκτού (καγιαγάν) που σπάει σε μεγάλες πλάκες και χρησιμοποιείται πολύ για ταφόπλακες.

Κάτω από το παλάτι γνωστό με το όνομα Γαλατά-σεράι, πάνω από το προάστιο του Τόπ-χανε, υπάρχει ορυχείο σιδήρου, που ονομάζεται ορυχείο της παλιάς Ισλαμπόλ και το σιδηρομετάλλευμα που εξάγεται από αυτό είναι γνωστό με αυτό το όνομα σε όλο τον κόσμο. Ούτε ψυχή στον κόσμο δεν ήξερε τίποτε γι’ αυτό, μέχρι που το υπέδειξε ο Χιζρ την εποχή του βασιλιά Φερεντού, για το κτίσιμο της Αγιασόφια και όλες οι σιδηροκατασκευές αυτού του οικοδομήματος, καθώς και τα σιδερένια στεφάνια γύρω από τη στήλη στο Ταούκ-Μπαζάρ [Φόρουμ Θεοδόσιου], ήσαν φτιαγμένες από σίδερο από την Εσκί [Παλιά] Σταμπόλ. Το ορυχείο λειτουργούσε μέχρι την εποχή του σουλτάνου Βαγιαζήτ Βελή, τον οποίο ευχαριστούσε πολύ ο αέρας και το νερό του τόπου και συχνά περνούσε λίγο χρόνο εκεί. Και έχοντας ειδοποιηθεί σε όνειρο από τον Προφήτη, ίδρυσε επιτόπου νοσοκομείο και σχολείο. Όταν τελικά το έκανε σχολείο για τους υπηρέτες του σεράι, το ορυχείο εγκαταλείφθηκε. Ο ταπεινός συγγραφέας του παρόντος θυμάται, στα χρόνια της νιότης του, όταν βρισκόταν στον θρόνο ο Οσμάν ο Μάρτυρας, ότι υπήρχε μεταξύ της αποθήκης μολύβδου (κουρσουνλί μαχζέν) και του Τόπ-καπι ένα εργοστάσιο λεπίδων Δαμασκού, που φτιάχνονταν από σίδερο αυτού του ορυχείου, όπου ο Μωάμεθ ο Πορθητής, ο οποίος το ίδρυσε, έφτιαχνε τις πιο εξαιρετικές λεπίδες. Ο ίδιος έχω δει τον Μουσταφά, τον επικεφαλής κατασκευαστή σπαθιών του σουλτάνου Μουράτ Δ’ και δάσκαλο του μικρού Δαυίδ, να εργάζεται σε αυτό το εργοστάσιο. Ήταν μεγάλο κτίριο, έξω από τα τείχη, στην ακτή της θάλασσας. Στη συνέχεια, όταν ο σουλτάνος Ιμπραήμ ανέβηκε στον θρόνο, ο Καρά Μουσταφά Πασάς έγινε μάρτυρας και όλα ρίχτηκαν σε σύγχυση. Αυτό το κτίριο μετατράπηκε σε σπίτι για τους Εβραίους από τον Αλή Αγά, επιθεωρητή του τελωνείου και δεν υπάρχει πια ούτε το όνομα, ούτε κανένα ίχνος του ορυχείου ή του εργοστασίου λεπίδων.

Το δέκατο τρίτο ορυχείο είναι εκείνο το ορυχείο ανδρών, η Καλή Πόλη, δηλαδή η Κονσταντινίγιε, που είναι ωκεανός από άνδρες και όμορφες γυναίκες, τέτοιος που δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Λέγεται ότι αν πεθάνουν χίλιοι άνδρες και γεννηθούν χίλιοι και ένας, η φυλή πολλαπλασιάζεται από αυτόν τον ένα. Αλλά η Ισλαμπόλ είναι τόσο απέραντη πόλη, που αν πεθάνουν χίλιοι σε αυτήν, η έλλειψή τους δεν γίνεται αισθητή σε έναν τέτοιο ωκεανό ανθρώπων. Και επομένως έχει ονομαστεί Κάνι Ινσάν, «ορυχείο ανθρώπων».

8. Πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης31

Το τεσσαρακοστό τρίτο έτος Εγείρας (603 μ.Χ.), ο Μουαβίγια έγινε Αρχηγός των Πιστών. Και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έστειλε τον στρατιωτικό του διοικητή Μοσλεμά, γιο του Αμπντούλ-Μαλίκ, επικεφαλής 100.000 ανδρών του στρατού της Συρίας, με διακόσια καράβια και διακόσια πλοία μεταφοράς φορτωμένα με εφόδια, πυρομαχικά κλπ. από το λιμάνι Σαμ-Ταραμπουλούς (Τρίπολη στη Συρία) και εμπιστευόμενος τον Θεό, πρώτα εναντίον του νησιού Μάλτα, που εκείνη την εποχή ήταν η Ρόδος και το οποίο κατέλαβαν σχεδόν μόλις αποβιβάστηκαν. Στη συνέχεια προχώρησαν στα νησιά Ιστανκιόι (Κως), Σακίζ (Χίος), Μεντελλί (Μυτιλήνη), Αλιμανίγια (Λήμνος) και Μποζτζά (Τένεδος), τα οποία πάρθηκαν σε λίγες ημέρες. Και αμέσως μετά πολιόρκησαν την Κονσταντανίγιε, έχοντας συλλάβει τετρακόσια πλοία στο πέρασμά τους και αναχαιτίσει όλα τα πλοία φορτωμένα με προμήθειες, που έρχονταν από την Άσπρη ή τη Μαύρη Θάλασσα. Οι άπιστοι σύντομα ζήτησαν ειρήνη, υπό τον όρο να πληρώνουν τον ετήσιο φόρο μιας γαλέρας φορτωμένης με χρήματα. Και ο νικηφόρος στρατηγός επέστρεψε στην Αραβία με χαρά και αγαλλίαση, κουβαλώντας μαζί του τον νόθο γιο του πλανώμενου βασιλιά (κινίλ) Χερκίλ (Ηράκλειου) ως όμηρο, με θησαυρούς που άξιζαν μερικά εκατομμύρια γρόσια.

Δεύτερη Πολιορκία

Στο πεντηκοστό δεύτερο έτος Εγείρας της υπερηφάνειας του κόσμου (671 μ.Χ.) ο Αμπού Εγιούπ Ανσάρι, ο σημαιοφόρος του Προφήτη και ο Αμπντουλάχ Ιμπν Αμπάς Ιμπν Ζεΐντ, προχωρώντας με μερικές χιλιάδες των επιφανών συντρόφων του Προφήτη και 50.000 γενναίους άνδρες, σε διακόσια πλοία, ακολουθούμενοι από ενισχύσεις υπό τη διοίκηση του Μοσλεμά, μετέφεραν αρχικά προμήθειες στους πολεμιστές του Ισλάμ στη φρουρά της Ρόδου και στη συνέχεια, αγκυροβολώντας μπροστά στο Επταπύργιο και αποβιβάζοντας τους άνδρες τους, πολιορκούσαν την Ισλαμπόλ από θάλασσα και στεριά. Έτσι, για έξι μήνες, αυτός ο στρατός, που είχε το άρωμα του Παραδείσου, πολεμούσε μέρα και νύχτα με τους απίστους. Με τη σοφή απόφαση του Θεού ο Αμπού Εγιούπ, ο ηγέτης τους, υπέφερε μαρτύριο σε μία από αυτές τις επιθέσεις, με βέλος από βαλλίστρα. Αλλά, σύμφωνα με ασφαλή παράδοση, έγινε δεκτός στο έλεος (δηλαδή πέθανε) από διαταραχή στα σπλάχνα του.

Τρίτη Πολιορκία

Το έτος Εγείρας 91 (710 μ.Χ.), με εντολή του χαλίφη Σουλεϊμάν, γιου του Αμπντουλάχ των Μπενίν Ουμαγιάντ, ο ανιψιός του Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ βάδισε από ξηράς εναντίον της Ισλαμπόλ με 87.000 άνδρες, οι οποίοι αφάνισαν τον Γαλατά με φωτιά και σπαθί και έχοντας πάρει τεράστια λεία πέρασαν στην Αναντολού (Ανατολία). Και αφού πολιόρκησαν τη Σινόμπ [Σινώπη], η οποία έκανε την ειρήνη της με μεγάλο τίμημα και την Κασταμούνι [Κασταμονή], την κατάληψη της οποίας ομοίως δεν ευχαρίστησε τον Θεό να κάνει γι’ αυτόν εύκολη, επέστρεψε στη Συρία (Σαμ).

Τέταρτη πολιορκία

Το έτος Εγείρας 97 (710 μ.Χ.), ο ίδιος χαλίφης έστειλε ξανά τον ανιψιό του Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ εναντίον της Ισλαμπόλ, με στρατό 120.000 ανδρών από τη στεριά, ενώ 80.000 επιβιβάστηκαν σε τριακόσια πλοία στη θάλασσα. Έστησαν τα χειμερινά τους καταλύματα εκείνο το έτος στην πόλη Μπελκίς Ανά, κοντά στο Αϊντιντζίκ (Κύζικο), στην περιοχή της Μπούρσα και την επόμενη άνοιξη πολιόρκησαν την Ισλαμπόλ και υπέβαλαν τους κατοίκους στη μεγαλύτερη αγωνία, ερημώνοντας όλα τα γύρω χωράφια και λιβάδια.

Πέμπτη πολιορκία

Το έτος Εγείρας [ ] ο Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ, έχοντας γίνει χαλίφης της Σαμ (Συρίας), έστειλε στρατό 100.000 ανδρών από στεριά και θάλασσα εναντίον της Ισλαμπόλ και διασχίζοντας το Στενό της Μαύρης Θάλασσας στον Γαλατά, τον κατέκτησε και έχτισε το τζαμί των αποθηκών μολύβδου. Και το τζαμί των Αράβων (Αράμπ τζαμισί) σε αυτό το προάστιο πήρε το όνομά του από την κατασκευή του από αυτόν. Έχοντας χτίσει ψηλό πύργο στον Γαλατά, με την κορυφή του να αγγίζει τον ουρανό, τον ονόμασε Μεντίνετ ελ-Καχρ (Πόλη της καταπίεσης). Έκανε ειρήνη με τον Τεκκούρ της Ισλαμπόλ με την προϋπόθεση ότι θα επιτρεπόταν στους μωαμεθανούς να εγκατασταθούν σε αυτήν την πόλη, από τις πύλες Λοξή (Εγρί) και Αδριανούπολης [Εντίρνε] και τον λόφο στον οποίο βρίσκεται το Σουλεϊμανιέ, μέχρι εκείνον του Ζιρέκ-μπασι και από εκεί κοντά στην Αγορά Αλευριού (Ουν-καπάνι) μέχρι το Εγιούπ Ενσάρι. Έχτισε το τζαμί του Τριαντάφυλλου (Γκιούλ τζαμί) στην αγορά του Μουσταφά Πασά, έστησε το δικαστήριο κοντά στο Σιρκετζή-τεκέ και δημιούργηε νέα περιοχή της πόλης στα θερινά καταλύματα του Κότζα Μουσταφά Πασά, κοντά στο Επταπύργιο [Γεντίκουλε]. Ένας άλλος όρος με τον οποίο αυτός ο μη φωτισμένος Τεκκούρ (αυτοκράτορας) απέκτησε ειρήνη, ήταν η ετήσια καταβολή φόρου (χαράτζ) 50.000 χρυσών νομισμάτων. Ο Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ έστησε τα χειμερινά του καταλύματα στον Γαλατά για εκείνο το έτος και έχοντας λάβει τον φόρο που οφειλόταν για τριακόσια χρόνια λόγω προηγούμενης συνθήκης, έφυγε, αφήνοντας τον Σουλεϊμάν Ιμπν Αμπντούλ Μαλίκ κυβερνήτη του Γαλατά και διορίζοντας τον Μόσελμα μεγάλο βεζίρη του. Ο στόλος του συνάντησε κοντά στη Ροντοστό [Ραιδεστό] εκατό ή διακόσια σκάφη που είχαν στείλει οι άπιστοι για να βοηθήσουν τον Τεκκούρ και ακολούθησε μεγάλη μάχη. Ακριβώς όταν οι άπιστοι επρόκειτο να καταστραφούν, σηκώθηκε θυελλώδης άνεμος και οδήγησε και τους δύο στόλους στην ακτή, παρά το γεγονός ότι τα χερουβείμ στον ουρανό μιμούνταν τον ζήλο των αληθινών πιστών στη γη. Οι μουσουλμάνοι αποβιβάστηκαν, κατέστρεψαν όλα τα τριγύρω χωριά, πήραν πάνω από 3.000 άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια και 23.000 αιχμαλώτους. Οι θησαυροί που πάρθηκαν από τα πλοία που βυθίστηκαν ήσαν τόσο μεγάλοι, που μόνο ο Θεός γνωρίζει την ποσότητά τους. Και ο αριθμός των απίστων που έγλειψαν τη σκόνη όταν πέρασαν από την άκρη του σπαθιού ήταν τέτοιος, που τα κόκκαλά τους είναι σωρευμένα σε σωρούς σε γνωστή κοιλάδα, η οποία ακόμη και σήμερα ονομάζεται Ομάρ Κιρντουγί Τζορντού, δηλαδή «το στρατόπεδο που διαλύθηκε από τον Ομάρ». Αφού κέρδισε άλλη σημαντική νίκη σε θάλασσα και στεριά, επέστρεψε στη Συρία.

Έκτη πολιορκία

Το έτος Εγείρας 160 (777 μ.Χ.) ο Μερβάν ιμπν ουλ Χακέμ πολιόρκησε την Ισλαμπόλ με στρατό 150.000 μουσουλμάνων και στόλο χιλίων πλοίων επί έξι μήνες, πρόσθεσε τρεις νέες συνοικίες και έχτισε τζαμί στο μωαμεθανικό τμήμα της πόλης και ανάγκασε τον Μεσεντούν, γιο του Ερακίλ (Ηράκλειου), να καταβάλει ετήσιο φόρο υποτέλειας 500.000 χρυσών τεκιανούς (δηλαδή νομισμάτων που ονομάζονταν δεκιανά).

Έβδομη πολιορκία

Εβδομηντατέσσερα χρόνια μετά την ειρήνη που έγινε με τον Μερβάν, το έτος Εγείρας 239 (853-4 μ.Χ.), μετά την κατάκτηση της Μαλάτειας, η Ισλαμπόλ λεηλατήθηκε από τον χαλίφη Γιαχία γιο του Αλή, ο οποίος επέστρεψε στη Χαράν (Καρραί) έχοντας χτυπήσει 20.000 άπιστους με τη μύτη του ξίφους.

Όγδοη πολιορκία

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το έτος Εγείρας 255 (869 μ.Χ.), όταν ο Ιλίγια (Ελιάς) γιος του Ερακίλ ήταν βασιλιάς της Ισλαμπόλ, ο Χαρούν αλ-Ρασίντ βάδισε από την παραδεισένια κατοικία του επικεφαλής 50.000 στρατιωτών. Δυσκολευόμενος όμως να πραγματοποιήσει την κατάκτηση της πόλης, έκανε ειρήνη υπό τον όρο ότι θα έπαιρνε τόσο έδαφος μέσα από τα τείχη, όσο θα κάλυπτε το τομάρι ενός ταύρου.32 Έκοψε λοιπόν το κάλυμμα σε λωρίδες, έτσι ώστε να περικλείσει αρκετό χώρο στην περιοχή Κότζα Μουσταφά Πασά για την οικοδόμηση ισχυρού κάστρου και καθόρισε τον ετήσιο φόρο σε 50.000 φουλουρί (φλουριά, φιορίνια). Στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαγδάτη, έχοντας εισπράξει τον φόρο (χαράτζ) που οφειλόταν τα τελευταία δέκα χρόνια.

Εκείνη περίπου την εποχή οι άπιστοι, εκμεταλλευόμενοι τις διαφωνίες που επικρατούσαν μεταξύ των μουσουλμάνων όσον αφορά το χαλιφάτο, έσφαξαν όλους όσοι ήσαν εγκατεστημένοι στην Ισλαμπόλ και τον Γαλατά, όχι όμως χωρίς μεγάλη απώλεια από την πλευρά τους, αφού ο βασιλιάς και η βασιλική οικογένεια σκοτώθηκαν όλοι, με αποτέλεσμα ο Γιράντο Μιχάλ (Μεγάλος Μιχαήλ), εγγονός του Χερακίλ [Ηράκλειου] που είχε έρθει από το Φρενγκιστάν, να γίνει βασιλιάς. Και εκείνη ακριβώς την ημέρα ο Σαγίντ Μπαμπά Τζαφέρ, ένας από τους απογόνους του ιμάμη Χουσεΐν και ο σεΐχης Μακσούντ, ένας από τους οπαδούς του Βεϊσούλ-Κάρνι, που έστειλε ο Χαρούν αλ-Ρασίντ ως πρεσβευτές, μπήκαν στην Ισλαμπόλ. Τους συνόδευαν τριακόσιοι φακίρηδες και τριακόσιοι οπαδοί και τους δέχτηκε ο νέος βασιλιάς με άπειρες τιμές. Ο σεΐχης ζήτησε και πήρε άδεια να θάψει τα λείψανα των πολλών χιλιάδων μαρτύρων που είχαν σκοτωθεί στην πρόσφατη σφαγή, η οποία κράτησε επτά ημέρες και επτά νύχτες. Άρχισε αμέσως να εργάζεται και με τη βοήθεια των δικών του τριακοσίων φακίρηδων και των τριακοσίων οπαδών του Μπαμπά Τζαφέρ, έθαψε εκείνους τους χιλιάδες μάρτυρες στα μέρη όπου είχαν πεθάνει. Στο αρχαίο νεκροταφείο πίσω από τον ναύσταθμο υπάρχουν μεγάλα σπήλαια και αρχαίοι θόλοι, όπου, από την εποχή του Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ, είχαν ταφεί μερικές χιλιάδες σύντροφοι (του Προφήτη). Σε εκείνο το μέρος ο σεΐχης Μακσούντ μετέφερε μερικές χιλιάδες πτώματα αυτών των μαρτύρων και τα έθαψε εκεί, όπου, πάνω σε πελεκητή πέτρα, είναι γραμμένη με μεγάλους και ευανάγνωστους χαρακτήρες, έτσι ώστε να διαβάζεται εύκολα, αυτή η επιγραφή, που λέγεται ότι προέρχεται από το ευλογημένο χέρι του ίδιου του σεΐχη:

Αυτοί είναι οι άνδρες που ήρθαν κι έφυγαν!
Σε αυτόν τον εύθραυστο κόσμο (ντάρι φενά) τι έχουν κάνει;
Ήρθαν κι έφυγαν, τι έχουν κάνει;
Πήγαν τελικά στον χωρίς τέλος κόσμο (ντάρι μπακά).

Μέχρι σήμερα φημίζεται σε όλο τον κόσμο ως εξαιρετική επιγραφή και την επισκέπτονται ταξιδιώτες από τη Ρούμα (Ελλάδα), την Αράμπ (Αραβία) και την Ατζέμ (Περσία). Μερικοί από αυτούς, οι οποίοι, προσδοκώντας να βρουν κρυμμένους θησαυρούς, άρχισαν να εργάζονται σε αυτά τα αρχαία κτίρια με αξίνες όπως εκείνη του Φερχάντ, χάθηκαν στην προσπάθεια και θάφτηκαν επίσης εκεί. Μερικοί ιεροί άνδρες κάνουν προσκυνήματα σε αυτό το μέρος ξυπόλητοι τα βράδια της Παρασκευής και απαγγέλλουν το κεφάλαιο με τίτλο Τεκάσουρ (Κοράνι, κεφ. 102). Γιατί πολλές χιλιάδες επιφανών συντρόφων (του Προφήτη) μοχατζιρίν (που τον ακολούθησαν στη φυγή του) και ανσάρ (βοηθητικών) είναι θαμμένοι σε αυτό το μέρος. Έχει επίσης πιστοποιηθεί από μερικές χιλιάδες ευσεβείς, ότι αυτό το νεκροταφείο το έχουν δει μερικές χιλιάδες φορές καλυμμένο με φώτα την ιερή νύχτα του Αλκάντρ (δηλαδή την έκτη του Ραμαζανιού).

Κοντολογής, ο Σαγίντ Μπαμπά Τζαφέρ, πρεσβευτής του Χαρούν αλ-Ρασίντ, έχοντας οργιστεί και προσβληθεί που δεν τον είχε υποδεχτεί καλά ο βασιλιάς Γιράντο Μιχάλ, τον επέκρινε πικρά και εξαιτίας αυτού υπέφερε το μαρτύριο του θανάτου από δηλητήριο. Τάφηκε από τον σεΐχη Μακσούντ, ο οποίος έλαβε σχετική εντολή, σε μέρος μέσα στη φυλακή των απίστων, όπου, μέχρι σήμερα, το όνομά του προσβάλλεται από όλους τους άπιστους κακοποιούς, οφειλέτες, δολοφόνους και λοιπούς φυλακισμένους εκεί. Αλλά όταν (δόξα τω Θεώ!) πάρθηκε η Ισλαμπόλ και καταλήφθηκε και η φυλακή, ο τάφος του Σαγίντ Τζαφέρ Μπαμπά Σουλτάν, στον πύργο της φυλακής,33 έγινε τόπος προσκυνήματος, τον οποίο επισκέπτονται όσοι έχουν αποφυλακιστεί και προσφέρουν ευλογίες σε αντίθεση με τις κατάρες των απίστων.

Ένατη πολιορκία

Τρία χρόνια μετά από αυτό το σπουδαίο γεγονός, ο Χαρούν αλ-Ρασίντ βάδισε από τη Βαγδάτη με τεράστιο στρατό, για να απαιτήσει το αίμα των πιστών από τους απίστους του Ρουμ (Μικράς Ασίας και Ελλάδας) και έχοντας φτάσει στη Μαλάτεια, η οποία είχε κατακτηθεί από τον Τζαφέρ Γαζή, τον επονομαζόμενο Σαγίντ Μπατάλ, εκείνος ο ήρωας οδήγησε την εμπροσθοφυλακή του στρατού μέσα στο Ρουμ. Και ο ίδιος ο Χαρούν προωθούσε την οπισθοφυλακή με ενισχύσεις. Αφού κατέλαβαν τα στενά, απέκλεισαν την πόλη, απέκοψαν όλο τον εφοδιασμό της, υπήρξαν αμείλικτοι, σκότωσαν 300.000 άπιστους, πήραν 70.000 αιχμαλώτους και απέσπασαν τεράστια λεία, την οποία έστειλαν στο Χαλέμπ (Χαλέπι) και την Ισκεντερούν και στη συνέχεια επέστρεψαν φορτωμένοι με λάφυρα στη Βαγδάτη. Ο Γιαγφούρ (ο χωρίς φως), ο βασιλιάς εκείνη την εποχή, συνελήφθη αιχμάλωτος και οδηγήθηκε ενώπιον του Χαρούν, ο οποίος υπήρξε αμείλικτος και διέταξε να τον κρεμάσουν στο καμπαναριό της Αγιασόφια. Επιθυμώντας από την παιδική μου ηλικία να δω τον κόσμο και να μην παραμείνω στην άγνοια, έμαθα την ελληνική και τη λατινική γλώσσα από τον φίλο μου Σιμιούν (Συμεών) τον χρυσοχόο, στον οποίο εξήγησα το περσικό γλωσσάριο του Σαχίντι και εκείνος μου έκανε μαθήματα για την Αλεκσάντερα, δηλαδή την ιστορία του Αλέξανδρου. Μου διάβασε επίσης την ιστορία του Γιανβάν, από την οποία προέρχονται αυτά τα αποσπάσματα. Αλλά αφού η ράτσα των Καισάρων (Καγιάσιρα) εξαφανίστηκε στην Κανατούρ, η Kοσταντινίγια έπεσε στα χέρια διαφόρων ηγεμόνων, μέχρι που προέκυψε ο οίκος του Οσμάν το έτος Εγείρας 699 (1300 μ.Χ.) και ύστερα από πρόταση του Σελτζούκου Αλαντίν, έστρεψε για πρώτη φορά την προσοχή του στην κατάκτηση αυτής της πόλης.

9. Οι πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς αυτοκράτορες

Η πρώτη μερίδα των απογόνων του Ιάφεθ που πάτησε το πόδι της στη χώρα του Ρουμ (Μικρά Ασία) ήταν ο οίκος των Σελτζούκων, οι οποίοι, σε συμμαχία με τους Ντανισμέντ εμίρηδες, απέσπασαν, το έτος Εγείρας 476 (1083 μ.Χ.), τις επαρχίες Μαλάτιγια, Καϊσάριγια, Αλάιγια, Καραμάν και Κόνιγια από τα χέρια των Ελλήνων αυτοκρατόρων (Κάισαρι Ρουμ Γιουνανιγιάν). Ήρθαν για πρώτη φορά από το Μαβεράουν-νεχρ (Υπερωξιανή). Με την εξαφάνιση της δυναστείας των Σελτζούκων το έτος Εγείρας 600 (1204 μ.Χ.), ο Σουλεϊμάν-σαχ, ένας από τους μπεγκ (άρχοντες) της πόλης Μαχάν στο Τουράν και ο γιος του Ερτογρούλ, ήρθαν στο Ρουμ, στην αυλή του σουλτάνου Αλαντίν. Ο τελευταίος [Ερτογρούλ] έχοντας σταθεί στα πόδια του ως άνδρας (ερ-τογριλούμπ) και γίνει μπεγκ από εκείνον τον ηγεμόνα, έκανε πολλές λαμπρές κατακτήσεις και μετά τον θάνατο του Αλαντίν, εξελέγη κυρίαρχος στη θέση του, από όλους τους σπουδαίους άνδρες (αγιάν) της χώρας. Πέθανε στην πόλη Σουκουτζούκ και τον διαδέχθηκε ο γιος του Οσμάν, ο οποίος ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας (πατισάχ) εκείνης της φυλής. Κατοικούσε στο Οσμαντζίκ, απ’ όπου οι εκθαμβωτικές ακτίνες της μωαμεθανικής πίστης έριχναν το φως τους πάνω στην Ανατολία, το Τζερμιγιάν και το Καραμάν. Την εποχή του γιου και διαδόχου του, του νικηφόρου Ορχάν, εβδομηνταεπτά ήρωες, φίλοι του Θεού (Εβλία-ουλλάχ, δηλαδή άγιοι) πολεμούσαν κάτω από τα λάβαρα του Προφήτη.

Ήταν κατά τη δική του βασιλεία που ο άγιος (βελή) Χατζή Μπεκτάς, ο οποίος βρισκόταν στο Χορασάν, ένας από τους οπαδούς του μεγάλου προγόνου μας, εκείνου του Τούρκου των Τούρκων, του Χότζα Αχμέτ Γιασούι, ήρθε στο στρατόπεδό του με τριακόσιους ευσεβείς (σαχίμπι σετζάντε) φακίρηδες που κρατούσαν τύμπανα και λάβαρα, ενώ, μόλις συνάντησαν τον Ορχάν, πάρθηκε η Μπούρσα. Από εκεί προχώρησε στην κατάληψη της Κονσταντανίγιε. Ο γιος του, ο Σουλεϊμάν μπεγκ, με τον οποίο ενώθηκαν με την άδεια και τη συμβουλή του Μπεκτάς και εβδομήντα μεγάλων αγίων (Εβλία) σαράντα γενναίοι άνδρες, όπως ο Καρά Μουρσάλ, ο Καρά Κότζα, ο Καρά Γιαλάβα, ο Καρά Μπιγά, ο Καρά Σιγλά, με λίγα λόγια σαράντα ήρωες (μπαχαντούρ) που ονομάζονταν Καρά (Μαύροι), πέρασε τη θάλασσα με σχεδίες και πάτησε το πόδι του στο έδαφος του Ρουμ, φωνάζοντας Μπισμιλλάχ, τη μωαμεθανική κραυγή του πολέμου. Έχοντας ερημώσει τη χώρα από όλες τις πλευρές της πόλης, κατέκτησαν, Παρασκευή, το κάστρο των Υψάλων (ονομάζεται Ιπ-σαλά από χοντρό λάθος αντί για Ιμπτιντά σαλά, δηλαδή έναρξη της προσευχής) και αφού πρόσφεραν εκεί την προσευχή της Παρασκευής, έσπευσαν προς τις πύλες της Αδριανούπολης, παίρνοντας στον δρόμο τους τη Γκελίμπολου (Καλλίπολη), το Τεκιρντάγ (Ραιδεστό) και τη Σιλίβρι (Σηλυμβρία) και επιστρέφοντας νικηφόροι, φορτωμένοι με λάφυρα και αιχμαλώτους, ύστερα από απουσία επτά ημερών, στο Καπού-Ταγι στην ασιατική ακτή, απ’ όπου βάδισαν με τη λεία τους και μπήκαν στη Μπούρσα. Καθώς τα μυαλά όλου του στρατού του Ισλάμ ήσαν έτσι γεμάτα με γλυκύτητα, εισέβαλαν πολλές φορές στις ακτές του Ρουμ, όλη η γειτονική χώρα ερημώθηκε και οι άπιστοι (καφούρ) δεν μπορούσαν να προβάλουν καμμία αντίσταση, ενώ οι μουσουλμάνοι ήρωες εύρισκαν τρόπους να ανατρέφουν ευγενείς απογόνους, συνδεόμενοι με τον δεσμό του γάμου με τις όμορφες παρθένες τις οποίες έπαιρναν από εκεί. Ο σουλτάνος Μουράτ Α’, ο οποίος διαδέχθηκε τον Ορχάν, ακολουθώντας τις συμβουλές που είχε δώσει προηγουμένως από τον Αλαντίν Σουλτάν και τον Χατζή Μπεκτάς, έγινε ο ίδιος κύριος της περιοχής γύρω από την Κονσταντανίγιε, πριν επιχειρήσει την κατάκτηση της ίδιας της πόλης. Πήρε λοιπόν πρώτα την Εντίρνε (Αδριανούπολη) και τη γέμισε με οπαδούς του Μωάμεθ που έρχονταν από την Ανατολία, ενώ οι άπιστοι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν ούτε βήμα πέρα από την Ισλαμπόλ. Κατάφεραν όμως να συγκεντρώσουν στρατό 700.000 ανδρών στην πεδιάδα του Κοσσυφοπεδίου (Κόσοβα), κοντά στο κάστρο του Βέχτερεν στη Ρούμελη (Ρωμυλία), όπου, με απόφαση του Δημιουργού του κόσμου, τους πέρασε όλους από το σπαθί ο νικηφόρος Χουνταβεντικάρ (Μουράτ). Αλλά ενώ βάδιζε πάνω από τα νεκρά σώματα στο πεδίο της μάχης, δοξάζοντας τον Θεό και παρατηρώντας τα πτώματα των απίστων που ήσαν καταδικασμένοι στην κόλαση (ντούζαχ), σκοτώθηκε από μαχαίρι, από το χέρι κάποιου Βελάσκο, που κείτονταν ανάμεσα στους σκοτωμένους. Ο δολοφόνος κόπηκε αμέσως σε κομμάτια και ο γιος του Μουράτ, ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ χαν, ανέβηκε στον θρόνο. Προκειμένου να εκδικηθεί για τον θάνατο του πατέρα του, έπεσε σαν κεραυνός στο Καφουριστάν (τη γη των απίστων), έσφαξε πλήθη από αυτούς και άρχισε τη δέκατη πολιορκία της Κονσταντανίγιε.

Ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ έκανε σοφά την Εντίρνε (Αδριανούπολη) δεύτερη έδρα της αυτοκρατορίας και πολιορκούσε την Ισλαμπόλ κατά τη διάρκεια επτά μηνών με στρατό 100.000 ανδρών, μέχρι που οι άπιστοι φώναξαν ότι ήσαν έτοιμοι να κάνουν ειρήνη με τους δικούς του όρους, προσφέροντας να πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας (χαράτζ) 200.000 χρυσά νομίσματα. Δυσαρεστημένος με αυτήν την πρόταση, απαίτησε ότι οι μωαμεθανοί (ουμέτι Μοχάμεντ) έπρεπε να καταλαμβάνουν, όπως στο παρελθόν, τις ημέρες του Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ και του Χαρούν αλ-Ρασίντ, το μισό της Ισλαμπόλ και του Γαλατά και να έχουν το δέκατο όλων των κήπων και αμπελώνων έξω από την πόλη. Ο Τεκκούρ βασιλιάς (δηλαδή ο αυτοκράτορας) υποχρεώθηκε από αναγκαιότητα να αποδεχτεί αυτούς τους όρους και 20.000 μουσουλμάνοι που εισήχθησαν στην πόλη, εγκαταστάθηκαν μέσα στα προηγούμενα όριά τους. Το Γκιούλ τζαμί, μέσα από την Τζεμπαλή καπουσί, εξαγνίστηκε με ροδόνερο από όλες τις ρυπάνσεις των απίστων, απ΄ όπου και πήρε το όνομά του Γκιούλ τζαμί (δηλαδή τζαμί του ρόδου). Δημιουργήθηκε ένα δικαστήριο στο Σιρκετζή Τεκιγιέ σε εκείνη τη γειτονιά. Ο Γαλατάς φρουρούνταν από 6.000 άνδρες και το μισό του, μέχρι τον πύργο, παραχωρήθηκε στους μωαμεθανούς. Έχοντας με αυτόν τον τρόπο κατακτήσει τη μισή Ισλαμπόλ, ο Βαγιαζήτ επέστρεψε νικητής στην Εντίρνε. Λίγο αργότερα ο Τιμούρ Λενγκ [Ταμερλάνος], βγαίνοντας από τη γη του Ιράν με τριανταεπτά βασιλιάδες στον αναβολέα του αλόγου του, διεκδίκησε την ίδια υποταγή από τον Βαγιαζήτ, ο οποίος, με το πνεύμα και το θάρρος αυτοκράτορα, αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Ο Τιμούρ λοιπόν προχώρησε και τον συνάντησε με αμέτρητο στρατό. Δώδεκα χιλιάδες άνδρες του ελαφρού ιππικού των Τατάρων (εσκιντζή) και μερικές χιλιάδες πεζοί στρατιώτες, οι οποίοι, εξαιτίας των κακών συμβουλών του βεζίρη, δεν είχαν λάβει καμία αμοιβή, πέρασαν στον εχθρό. Παρ’ όλα αυτά ο Βαγιαζήτ, που τον ωθούσε ο ζήλος του, πίεσε προς τα εμπρός με τη μικρή του δύναμη, ανέβηκε σε αξιολύπητο πουλάρι και έχοντας εισέλθει στο πλήθος του στρατού του Τιμούρ, επιτέθηκε χτυπώντας με το σπαθί του προς όλες τις πλευρές, έτσι ώστε να συσσωρεύονται οι Τάταροι σε σωρούς παντού γύρω του. Τελικά, με το θέλημα του Θεού, το άλογό του, που δεν είχε δει ποτέ [πολεμική] δράση, έπεσε κάτω και εκείνος, μη μπορώντας να σηκωθεί ξανά πριν ορμήξουν πάνω του οι Τάταροι, πιάστηκε αιχμάλωτος και οδηγήθηκε ενώπιον του Τιμούρ. Ο Τιμούρ σηκώθηκε όταν τον έφεραν μέσα και τον αντιμετώπισε με μεγάλο σεβασμό. Στη συνέχεια κάθισαν μαζί στο ίδιο χαλί (σετζάντε), για να φάνε μέλι και γιαούρτι. Ενώ συνομιλούσαν έτσι, «ευχαριστώ τον Θεό», είπε ο Τιμούρ, «που σε παρέδωσαν στα χέρια μου και μπόρεσα να φάω και να μιλήσω μαζί σου στο ίδιο τραπέζι. Αλλά αν είχα πέσει εγώ στα χέρια σου, τι θα έκανες;» Ο Γιλντιρίμ, με την ειλικρίνεια της καρδιάς του, έφτασε αμέσως στην ουσία και είπε: «Μα τον Θεό! Αν είχες πέσει στα χέρια μου, θα σε έκλεινα σε σιδερένιο κλουβί και δεν θα σε έβγαζα ποτέ από αυτό, μέχρι την ημέρα του θανάτου σου!» «Αυτό που αγαπά η καρδιά σου, το αγαπά και η δική μου», απάντησε ο Τιμούρ και προστάζοντας να φέρουν αμέσως ένα σιδερένιο κλουβί, έκλεισε τον Βαγιαζήτ σε αυτό, σύμφωνα με την επιθυμία που είχε εκφράσει ο ίδιος.34 Ύστερα ο Τιμούρ ξεκίνησε για την επιστροφή του και άφησε το πεδίο ανοιχτό στον Τσελεμπή Σουλτάν Μοχάμεντ, για να διαδεχθεί τον πατέρα του Γιλντιρίμ. Εκείνος καταδίωξε αμέσως τον κατακτητή με 70.000 άνδρες και βγαίνοντας μπροστά του στο Τασάκ-οβασί, κατατρόπωσε τον στρατό του με τέτοιον μωαμεθανικό μπαλτά, που οι δικοί του άνδρες προστατεύονταν από τη ζέστη του ήλιου κάτω από τέντες φτιαγμένες από τα δέρματα των σκοτωμένων, απ’ όπου αυτός ο κάμπος έλαβε το αστείο όνομα, με το οποίο είναι ακόμη γνωστός. Αλλά, με το θέλημα του Θεού, ο Γιλντιρίμ πέθανε εκείνο ακριβώς το βράδυ από ψηλό πυρετό, στο κλουβί στο οποίο ήταν κλεισμένος. Ο γιος του, ο Μοχάμεντ Τσελεμπή, επιθυμώντας να εκδικηθεί για τον πατέρα του, συνέχιζε να καταδιώκει τον Τιμούρ προς τα εμπρός, μέχρι που έφτασε στο κάστρο της Τοκάτ, όπου τον άφησε στενά πολιορκούμενο. Στη συνέχεια επέστρεψε νικητής, μεταφέροντας το πτώμα του επιφανούς πατέρα του στη Μπούρσα, όπου θάφτηκε σε παρεκλήσσι στην αυλή, μπροστά στο δικό του τζαμί. Οι αδελφοί του Ισά και Μούσα αμφισβήτησαν το δικαίωμά του στην αυτοκρατορία, αλλά ο Μωάμεθ, υποστηριζόμενος από τους ανθρώπους του Ρουμ, ανακηρύχθηκε χαλίφης στην Εντίρνε (Αδριανούπολη), όπου παρέμεινε και τελείωσε το τζαμί που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του. Ακούγοντας για αυτές τις διαμάχες για την αυτοκρατορία, ο βασιλιάς (τεκούρ) της Ισλαμπόλ χόρευε από χαρά. Έστειλε γύρω τελάληδες να διακηρύξουν ότι, επί ποινή θανάτου, κανένας μουσουλμάνος δεν έπρεπε να μείνει στην πόλη του Κοσταντίν, δίνοντας μία μόνο μέρα για την απομάκρυνσή τους, ενώ κατέστρεψε μεγάλο αριθμό από αυτούς κατά τη φυγή τους προς Τεκιρντάγ (Ραιδεστό) και Εντίρνε (Αδριανούπολη). Την αυτοκρατορία, μετά τον θάνατο του Τσελεμπή Μωάμεθ, κατείχε πρώτα ο Μουράτ Β’ και στη συνέχεια ο Μωάμεθ (Β’) ο Πορθητής, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ζωής του πατέρα του ήταν κυβερνήτης (χακίμ) της Μαγνίσα (Μαγνησίας) και περνούσε τον χρόνο του εκεί μελετώντας ιστορία και συνομιλώντας με τους εξαιρετικούς άνδρες Ακ-Σεμσεντίν, Καρά-Σεμσεντίν και Σίβασι, από τους οποίους απέκτησε τέλεια γνώση των σχολιασμών του Κορανίου και των ιερών παραδόσεων (χαντίθ). Ενώ βρισκόταν στη Μαγνίσα, έχοντας ακούσει ότι οι άπιστοι από τη Φράνσα (Γαλλία) είχαν αποβιβαστεί στην Άκκα (Άκρα), το λιμάνι της Ιερουσαλήμ, στην ακτή της Άσπρης Θάλασσας και στις επικράτειες του Κελαούν, σουλτάνου της Αιγύπτου και ότι είχαν κατακτήσει το Ασκελάν και άλλες πόλεις, από τις οποίες είχαν πάρει πολλά λάφυρα και πολλούς αιχμαλώτους για τη δική τους χώρα, λυπήθηκε τόσο πολύ με τις σκέψεις χιλιάδων μουσουλμάνων που οδηγούνταν στην αιχμαλωσία, ώστε έχυσε δάκρυα. «Μην κλαις, αυτοκράτορά μου», είπε ο Ακ-Σεμσεντίν, «γιατί την ημέρα που θα κατακτήσεις την Ισλαμπόλ, θα φας από τα λάφυρα και τα γλυκά που πήραν οι άπιστοι από το κάστρο της Άκκα. Αλλά θυμήσου εκείνη την ημέρα να είσαι για τους πιστούς αποδεκτός δικαστής, καθώς και νικητής (καζή βε γαζή ραζή), απονέμοντας δικαιοσύνη σε όλους τους νικηφόρους μουσουλμάνους». Την ίδια στιγμή, βγάζοντας το σάλι που ήταν τυλιγμένο γύρω από το τουρμπάνι του, το έβαλε στο κεφάλι του Μωάμεθ και ανακοίνωσε τα χαρμόσυνα νέα ότι εκείνος θα ήταν ο μελλοντικός Πορθητής της Ισλαμπόλ. Ύστερα διάβασαν τις ευγενείς παραδόσεις (χαντίθ) για το τι προείπε ο Προφήτης σε σχέση με την Ισλαμπόλ και παρατήρησε ότι εκείνος ήταν το πρόσωπο για το οποίο ίσχυαν αυτές οι παραδόσεις. Ο Μωάμεθ, καλύπτοντας το κεφάλι του με το τουρμπάνι (ουρφ) του Ακ-Σεμσεντίν, είπε γι’ αυτό: «Κάθε πράγμα στον καιρό του!» Και αναθέτοντας όλες τις υποθέσεις του στη γενναιοδωρία του Δημιουργού, επέστρεψε στις μελέτες του.

Με τον θάνατο του πατέρα του Μουράτ Β’, στάλθηκαν πρεσβευτές για να τον συγχαρούν από όλους τους μονάρχες, εκτός από τον Ουζούν Χασάν, ηγεμόνα (σάχη) του Αζερμπαϊτζάν, της οικογένειας των Καρά Κογιουνλού.35 Εναντίον του, επομένως, έστρεψε πρώτα τα όπλα του και τον νίκησε στο πεδίο του Τερτζάν.

Περιγραφή της ανόδου του Μωάμεθ Β’, του πατέρα της νίκης

Ανέβηκε στον θρόνο την Πέμπτη, στις 16 του μηνός Μοχαρέμ [Νοεμβρίου] του έτους Εγείρας 855 [1451], σε ηλικία εικοσιενός ετών. Ο προπάππους μου, τότε σημαιοφόρος του, ήταν μαζί του στην κατάκτηση της Ισλαμπόλ. Αγόρασε με τα χρήματα που προέρχονταν από το μερίδιό του στη λεία, τα σπίτια στο Ουν-καπάνι, στη θέση του τζαμιού Σαγιρτζιλάρ, το οποίο χτίστηκε μετά την κατάκτηση της πόλης από τον Μωάμεθ Β’, μαζί με εκατό καταστήματα προσδεδεμένα στο τζαμί ως κληροδότημα (βακφ). Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκα, χτίστηκε εκείνη την εποχή και με λεφτά που αποκτήθηκαν. Οι άδειες (μπεράτ) για τα τζαμιά και τα καταστήματα, γράφτηκαν όμως στο όνομα του Πορθητή και υπογράφηκαν με τη δική του υπογραφή (τούγρα), ενώ τη διοίκηση του κληροδοτήματος εμπιστευόταν στην οικογένειά μας. Από τις πράξεις που σχετίζονται με αυτό [και βρίσκονται] τώρα στα χέρια μου, γνωρίζω καλά τις χρονολογίες όλων των γεγονότων της βασιλείας του. Ήταν ισχυρός αλλά αιμοσταγής μονάρχης. Μόλις ανέβηκε στον θρόνο στην Αδριανούπολη, προκάλεσε τον στραγγαλισμό του Χασάν, του αδελφού του από την ίδια μητέρα και έστειλε το σώμα του στη Μπούρσα, για να το θάψουν εκεί δίπλα στον πατέρα του. Ο ίδιος κατέκτησε πολλά κάστρα στην περιοχή γύρω από τη Μπούρσα, έκτισε εκείνα που ονομάζονταν κλειδί των δύο θαλασσών, στο στενό της Άσπρης Θάλασσας και δύο ομοίως σε εκείνο της Μαύρης Θάλασσας και επέβαλε φόρο υποτέλειας στην Ισλαμπόλ. Σύμφωνα με την ειρήνη του Γιλντιρίμ, το δέκατο της παραγωγής όλων των αμπελώνων έπρεπε να καταβάλλεται στον σουλτάνο, πριν προλάβει κανένας άπιστος να μαζέψει ένα σταφύλι. Μετά την πάροδο τριών ετών, όταν άπιστοι μάζεψαν μερικά σταφύλια, κατά παράβαση του άρθρου αυτού της συνθήκης, στους αμπελώνες του Ρούμελι Χισάρ (δηλαδή του ευρωπαϊκού κάστρου στο κανάλι της Κωνσταντινούπολης), ακολούθησε διαμάχη, κατά την οποία σκοτώθηκαν μερικοί άνδρες. Ο Μωάμεθ, όταν του το ανέφεραν, το θεώρησε παραβίαση της συνθήκης και πολιόρκησε αμέσως την Ισλαμπόλ, με στρατό τόσο πολυάριθμο όσο η άμμος της θάλασσας.

10. Η τελευταία πολιορκία της Κονσταντανίγιε από τον Μωάμεθ Β’ Πορθητή

Το έτος Εγείρας 857 (1453 μ.Χ.) ο σουλτάνος Μωάμεθ στρατοπέδευσε έξω από την πύλη Αδριανούπολης, με τεράστιο στρατό μονοθεϊστών (μουβαχεντίν)36 και μερικών χιλιάδων στρατιωτών από το Αρεμπιστάν, που διέσχισαν το στενό της Γκελίμπολου (Καλλίπολης) και έχοντας ενταχθεί στον στρατό του Ισλάμ, ανέλαβαν τα καταλύματά τους μπροστά από το Επταπύργιο. Όλα τα στρατεύματα από Τοκάτ, Σίβας, Ερζερούμ, Μπαϊμπούρτ και τις άλλες χώρες που είχαν παρθεί από τον Ουζούν Χασάν, πέρασαν το στενό κοντά στην Ισλαμπόλ και στρατοπέδευσαν στο Οκ-μεϊντάν, με θέα των απίστων. Ετοιμάστηκαν χαρακώματα, λαγούμια και κανόνια και η πόλη κυκλώθηκε από τη στεριά από όλες τις πλευρές. Αφέθηκε ανοιχτή μόνο δίπλα στη θάλασσα. Εβδομηνταεπτά διακεκριμένοι και άγιοι άνθρωποι, αγαπημένοι από τον Θεό (Εβλία ουλλάχ) ακολουθούσαν το στρατόπεδο. Μεταξύ τους ήσαν ο Ακ-Σεμσεντίν, ο Καρά-Σεμσεντίν, ο Σίβασι, ο μουλάς Κουράνι, ο Εμίρ Νετζάρι, ο μουλάς Φενάρι, ο Τζουμπέ Αλή, ο Ανσάρι-Ντεντά, ο μουλάς Πουλάντ, ο Αγιά Ντεντέ, ο Χορόσι Ντεντέ, ο Χατραμπλή Ντεντέ και ο σεΐχης Ζιντάνι. Ο σουλτάνος έκανε σύμφωνο μαζί τους, υποσχόμενος ότι το μισό της πόλης (ντεβλέτ) θα ανήκε σε αυτούς και το μισό στους μουσουλμάνους πορθητές. «Και θα χτίσω», είπε, «για καθέναν από εσάς μοναστήρι, τάφο, νοσοκομείο, σχολείο, σχολή και οίκο διδασκαλίας των ιερών παραδόσεων (ντάρ-ουλ-χαντίθ)». Οι άνθρωποι της γνώσης και της ευσέβειας συγκεντρώθηκαν τότε σε ένα μέρος. Διακηρύχθηκε ότι όλα τα στρατεύματα του Ισλάμ έπρεπε να ανανεώσουν τις πλύσεις τους και να κάνουν προσευχή με δύο υποκλίσεις. Η μωαμεθανική κραυγή του πολέμου (Αλλάχ! Αλλάχ !) εκφωνήθηκε στη συνέχεια τρεις φορές και σύμφωνα με τον νόμο του Προφήτη, τη στιγμή που περικύκλωναν την πόλη, στάλθηκε ο Μαχμούτ Πασάς με επιστολή στον αυτοκράτορα (τακούρ) της Κονσταντανίγιε. Όταν διαβάστηκε η επιστολή και έγινε γνωστό το περιεχόμενό της, στηριζόμενος στη δύναμη του τόπου και τον αριθμό των στρατευμάτων του, ο αυτοκράτορας έστειλε τον πρέσβη πίσω με υπερηφάνεια, λέγοντας: «Ούτε θα πληρώσω φόρο υποτέλειας, ούτε θα παραδώσω το φρούριο, ούτε θα αγκαλιάσω το Ισλάμ». Από τη μία πλευρά, τα στρατεύματα του Ισλάμ περικύκλωσαν τα τείχη σαν μέλισσες, φωνάζοντας μπισμιλλάχ και ξεκινώντας την επίθεση με τον πιο ένθερμο ζήλο. Από την άλλη, οι πολιορκημένοι, οι οποίοι ήσαν διακόσιες χιλιάδες πονηροί διάβολοι των πολυθεϊστών, βασίζονταν στους πύργους και τις επάλξεις τους στη στεριά και δεν φοβούνταν κανένα κίνδυνο από τη θάλασσα, καθώς ποτέ δεν έμπαιναν στη σκέψη τους οι αποφάσεις της μοίρας. Είχαν πεντακόσια κομμάτια πυροβολικού στο Σεράι-μπουρνου, πεντακόσια στις αποθήκες μολύβδου (στην πλευρά του Γαλατά) και εκατό, σαν τις τρίχες σκαντζόχοιρου, μέσα και έξω από το Κιζ Κουλεσί (Πύργο Λέανδρου), έτσι ώστε κανένα πουλί να μην μπορεί να πετάξει στη θάλασσα χωρίς να χτυπηθεί από αυτές τις τρεις πυροβολαρχίες. Οι ιερείς (παπάδες), μοναχοί και πατριάρχες ενθαρρύνοντας αυτούς τους μολυσμένους στρατούς στη μάχη, υπόσχονταν κάποια άχρηστα είδωλα, όπως Λατ και Μενάτ, σε καθέναν από τους απίστους. Στο μεταξύ οι Οσμανλή [Οθωμανοί] άρχισαν να χτυπούν τα τείχη και έπαιρναν ενισχύσεις και προμήθειες, ενώ οι Έλληνες, που είχαν κλειστεί έξω από τα κανάλια της Κωνσταντινούπολης και των Δαρδανελλίων από τα κάστρα που είχαν χτιστεί εκεί, δεν μπορούσαν να αποκτήσουν καμία. Αφού συνεχίστηκε η πολιορκία για δέκα ημέρες, ο σουλτάνος συγκέντρωσε τους πιστούς σεΐχηδές του, λέγοντας: «Δείτε σε τι κατάσταση έχουμε πέσει! Η κατάληψη αυτού του φρουρίου θα είναι πολύ δύσκολη, αν συνεχιστεί έτσι η υπεράσπισή του από μέρα σε μέρα». Ο Ακ-Σεμσεντίν του είπε ότι έπρεπε να περιμένει για λίγο, αλλά θα ήταν αλάνθαστα ο Πορθητής. Ότι υπήρχε μέσα στην πόλη ένας άγιος άνθρωπος που ονομαζόταν Βαντούντ και ότι όσο αυτός ζούσε, δεν μπορούσε [η πόλη] να παρθεί. Αλλά ότι σε πενήντα ημέρες θα πέθαινε και τότε, στην καθορισμένη ώρα, λεπτό και δευτερόλεπτο, η πόλη θα καταλαμβανόταν. Ο σουλτάνος λοιπόν διέταξε τον Τιμουρτάς Πασά να χρησιμοποιήσει 2.000 στρατιώτες για την κατασκευή πενήντα γαλέρων (κάντιργα), στην κοιλάδα κοντά στο Καγίτ-χανε και μερικά χωριά λεηλατήθηκαν για να τους παράσχουν σανίδες και άλλη ξυλεία για τον σκοπό αυτόν. Ο Κότζα Μουσταφά Πασάς είχε προηγουμένως κατασκευάσει, με την εργασία όλων των Αράβων στρατιωτών του, πενήντα γαλέρες και πενήντα σκάφη μεταφοράς αλόγων (καγίκ), σε μέρος που ονομάζεται Λεβέντ-τσιφτλίκ, απέναντι από το Οκ-μεϊντάν. Καθώς οι γαλέρες που χτίζονταν στο Καγίτ-χανε ήσαν επίσης έτοιμες τη δέκατη μέρα, ο σουλτάνος πήγε εκείνη την ημέρα στο Οκ-μεϊντάν, με μερικούς χιλιάδες επιλεγμένους άνδρες, που κουβαλούσαν λαδωμένους μοχλούς και δοκάρια για να κινήσουν τα εν λόγω πλοία. Με την εντολή του Θεού, ο άνεμος φυσούσε πολύ ευνοϊκά. Όλα τα πανιά ξεδιπλώθηκαν και μέσα στις κραυγές των μουσουλμάνων που φώναζαν Αλλάχ! Αλλάχ! και τις χαρούμενες εκπυρσοκροτήσεις μουσκέτων και πυροβολικού, εκατόν πενήντα πλοία κατέβηκαν από το Οκ-μεϊντάν μέσα στο λιμάνι. Οι τρομοκρατημένοι καφούρ [άπιστοι] φώναζαν «Τι είναι αυτό;» και αυτό το υπέροχο θέαμα ήταν η συζήτηση όλης της πόλης. Ο τόπος όπου καθελκύστηκαν αυτά τα πλοία φαίνεται ακόμη, στο πίσω μέρος των κήπων του ναυστάθμου (Τέρς-χανε), στις σκάλες του Σαχ-κουλέ μέσα στο Οκ-μεϊντάν.

Το κεχρί (νταρού, δηλαδή ζαχαρόχορτο) που σκορπίστηκε εκεί κάτω από τα πλοία (για να τα κάνει να γλιστρούν πιο εύκολα) φύτρωσε και μέχρι τώρα φυτρώνει σε εκείνο το μέρος. Όλοι οι νικητές μουσουλμάνοι επιβιβάστηκαν οπλισμένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια και περίμεναν, μέχρι να εμφάνιστούν κοντά στο Εγιούπ (στα άκρα του λιμανιού) με φουσκωμένα πανιά, με ευνοϊκό άνεμο, τα πλοία που έφτιαξε ο Τιμουρτάς στο Καγίτ-χανε. Σύντομα ενώθηκαν με τον στόλο από το Οκ-μεϊντάν, εν μέσω βολών όπλων και κανονιών και κραυγών Χόι! Χόι! και Αλλάχ! Αλλάχ! Όταν οι Καφούρ [Άπιστοι] είδαν τον επιφανή στόλο γεμάτο με νικηφόρους μουσουλμάνους να πλησιάζει, έχασαν απολύτως τις αισθήσεις τους και άρχισαν να εκδηλώνουν την ανικανότητα και την αγωνία τους. Η κατάστασή τους εκφραζόταν εύστοχα σε εκείνο το κείμενο (Κοράνι 2, 18): «Έβαζαν τα δάχτυλά τους στα αυτιά τους, λόγω του θορύβου της βροντής, από φόβο θανάτου!» και άρχισαν τότε να μιλούν για παράδοση την εικοστή ημέρα. Πιεζόμενοι από την πείνα και τον στρατό των πολιορκητών, οι κάτοικοι λιποτακτούσαν μέσα από τα ρήγματα των τειχών στους μουσουλμάνους, οι οποίοι, ενθαρρυμένοι από τη λιποταξία τους, τους δέχονταν καλά. Εκείνη την ημέρα οι αρχηγοί (μπάις) των Καραμάν, Τζερμιγιάν, Τεκεϊλί, Αϊντίν και Σαρουχάν, έφτασαν με 77.000 καλά οπλισμένους άνδρες και αναζωογόνησαν τις καρδιές των πιστών. Ο Τιμουρτάς, αφού πέρασε με τον στόλο του στην απέναντι πλευρά, αποβίβασε τα στρατεύματά του στην ακτή του Εγιούπ, όπου επιτέθηκε στις πύλες του Εγιούπ και του Σαρή-Σουλτάν. Ο μουλάς Πουλάντ, ένας άγιος που ήξερε τη γραφή απ’ έξω και έκανε θαύματα, επιτέθηκε σε εκείνη του Πουλάντ. Και ο σεΐχης Φαναρί πήρε θέση στη Φενέρ καπουσί (πύλη Φαναρίου). Οι Καφούρ έχτισαν κάστρο εκεί μέσα σε μια νύχτα, το οποίο δεν θα χτιζόταν τώρα σε ένα μήνα και το οποίο μάλιστα στέκεται ακόμη όρθιο και κατοικείται. Ένας μοναχός που ονομαζόταν Πέτρος διέφυγε από εκείνο το κάστρο με τριακόσιους ιερείς. Όλοι έγιναν μουσουλμάνοι και η πύλη ονομάστηκε από αυτόν Πέτρο καπουσί. Έχοντας κατακτήσει, με το θέλημα του Θεού, το νεόκτιστο κάστρο εκείνη τη νύχτα, έλαβε λάβαρο και το όνομα Μοχάμεντ Πέτρο. Ο Αγιά-ντεντέ ήταν σταθμευμένος με τριακόσιους Νακσμπεντί φακίρηδες μπροστά από την πύλη της Αγιάς, όπου έπεσε μάρτυρας (στην πίστη) και θάφτηκε μέσα από τα τείχη, στο παλιό μας δικαστήριο, το τεκιγιέ (μοναστήρι) του Σιρκετζή. Με τον ίδιο τρόπο, η πύλη στην οποία ήταν τοποθετημένος ο Τζουμπέ Αλή, ονομάστηκε πύλη Τζεμπαλή, στη μνήμη του, όπου το Τζεμπαλή γράφτηκε λανθασμένα αντί για Τζουμπέ Αλή. Ήταν ο σεΐχης (δηλαδή πνευματικός οδηγός) του Κελαούν, του σουλτάνου της Αιγύπτου και έχοντας έρθει στη Μπούρσα με σκοπό να είναι παρών στην κατάληψη της Ισλαμπόλ, έγινε μαθητής του Ζεϊνουντίν Χάφι και αποκαλούνταν Τζουμπέ Αλή, επειδή φορούσε πάντοτε χιτώνιο (τζουμπέ) από πανί αλόγου. Στη συνέχεια, όταν ο Μωάμεθ βάδιζε εναντίον της Ισλαμπόλ, τον έκανε αρχιφούρναρη (εκμεκτζή-μπαση) και προμήθευε, κανένας δεν ξέρει με ποιον τρόπο, από έναν μόνο φούρνο, με ψωμί λευκό σαν το βαμβάκι, ολόκληρο στρατό αποτελούμενο από πολλές εκατοντάδες χιλιάδες υπηρέτες του Θεού. Δεν μπήκε στο Οκ-μεϊντάν, αλλά με τριακόσιους φακίρηδες, μαθητές του Ζεϊνουντίν Χάφι, οι οποίοι, αφού άπλωσαν δέρματα πάνω στη θάλασσα κοντά στον κήπο του ναυστάθμου, ασχολούνταν χτυπώντας τα τύμπανα και τα ντέφια τους και ψάλλοντας ύμνους προς τιμήν της ενότητας (τεβχίντ) του Θεού. Στη συνέχεια, ξεδιπλώνοντας το λάβαρο του Χάφι, πέρασαν πάνω από τη θάλασσα πιο καθαροί από τον ήλιο, όρθιοι πάνω στα δέρματά τους σαν να στέκονταν πάνω σε αμαξίδια, προς μεγάλο τρόμο των απίστων, καταδικασμένων στην κόλαση! Ο Τζουμπέ Αλή, αφού πήρε το δικό του από τη θάλασσα, στήθηκε στην πύλη Τζεμπαλή. Μετά την κατάκτηση έπεσε οικειοθελώς μάρτυρας και ενταφιάστηκε στην αυλή του Γκιούλ Τζαμί (τζαμιού του ρόδου), όπου μια ομάδα φακίρηδων ίδρυσε αργότερα αναχωρητήριο από τον κόσμο. Ο Χορός-ντεντέ συμπλεκόταν στην πύλη Ουνκαπάνι, η οποία επομένως φέρει το όνομά του. Και κάτω από αυτήν, στο αριστερό χέρι καθώς μπαίνει κανείς, υπάρχει μορφή κόκορα (χορός). Ήταν φακίρης και ένας από τους μαθητές του προγόνου μου Αχμέτ Γιεσεβί. Ήρθε από το Χορασάν, όταν ήταν γέρος και άρρωστος, μαζί με τον Χατζή Μπεκτάς, για να είναι παρών στην πολιορκία της Ισλαμπόλ και πήρε το ψευδώνυμο Χορός-ντεντέ (παππούς κόκκορας) επειδή ξεσήκωνε συνεχώς τους πιστούς φωνάζοντας, «Σηκωθείτε, ξεχασιάρηδες!» Ο Γιαουζούν Ερ, ο οποίος ήταν πολύ ευσεβής άνθρωπος, έχτισε μέσα στο Ουνκαπάνι τζαμί προς τιμήν του. Βρίσκεται τώρα στο Σιγιρτζιλάρ τσαρσισί (αγορά ζώων) και πήρε το όνομά του από το τζαμί του Γιαουζούν Ερ. Ο Χορός-Ντεντέ πέθανε λίγο αργότερα κοντά στην πύλη που ονομάστηκε από το όνομά του και θάφτηκε κοντά στον μεγάλο δρόμο, έξω από την πύλη Ουνκαπάνι, δίπλα στον πρόγονό μου. Κοντά του έχει στηθεί σωλήνας για θρησκευτικές πλύσεις και τώρα τον επισκέπτονται ως τόπο προσκυνήματος. Ο Αλή Γιαρίκ, μπέης του Αγιαζμάντ, ανιψιός του Ουζούν Χασάν, της οικογένειας Καρα Κογιουνλού, επιτέθηκε στην πύλη του Αγιάζμα και έσκαψε πηγάδι εκεί με σκοπό να ανανεώσει τις πλύσεις του. Έτσι η πύλη έλαβε το όνομα Αγιάζμα (Ἁγίασμα) καπουσί. Το νερό είναι καθαρό νερό πηγής, αν και βρίσκεται στην άκρη της θάλασσας. Ο σεΐχης Ζιντάνι ήταν απόγονος του σεΐχη Μπαμπά Τζαφέρ, ο οποίος, έχοντας έρθει ως πρεσβευτής την εποχή του Χαρούν αλ-Ρασίντ, δηλητηριάστηκε από τον βασιλιά (δηλαδή τον αυτοκράτορα) και θάφτηκε μέσα από το Ζιντάν καπουσί (πύλη φυλακής). Ο σεΐχης Ζιντάνι επισκέφτηκε αυτό το μέρος, έχοντας έρθει από την Εντίρνε (Αδριανούπολη) με τον Πορθητή, επικεφαλής 3.000 ευγενών σεγίντ (απογόνων του Μωάμεθ), ο οποίος δεν έδειξε έλεος, σύντομα έκανε το Ζιντάν καπουσί δικό του κάστρο και έχοντας μπει σε αυτό, έκανε προσκύνημα στον τάφο του προγόνου του και άπλωσε το δικό του πράσινο τουρμπάνι στον τόπο όπου αναπαυόταν το κεφάλι του Μπαμπά Τζαφέρ. Συνέχισε για εβδομήντα χρόνια μετά την κατάκτηση ως τουρμπεντάρ (φύλακας του τάφου) και έκτισε εκεί μοναστήρι. Επειδή ο αυτοκράτορας είχε φτιάξει φυλακή σε εκείνο το μέρος, την ονόμασαν Ζιντάν καπουσί και κατακτήθηκε από τον Ζιντάνι. Ο σεΐχης έχοντας διορίσει στη θέση του έναν σαΐντ της ίδιας καθαρής φυλής, για να προσέχει τον τάφο του Τζαφέρ Μπαμπά, συνόδευσε τον σουλτάνο Βαγιαζήτ στην εκστρατεία του εναντίον του Κίλι (Κίλια) και του Ακ-κερμάν το έτος 889 (1484 μ.Χ.). Πέθανε στην Εντίρνε (Αδριανούπολη), ύστερα από την επιστροφή του με τον Βαγιαζήτ από αυτές τις κατακτήσεις και σε εκείνη την περίπτωση ο σουλτάνος άφησε ελεύθερους όλους τους φυλακισμένους στην εκεί δημόσια φυλακή για το καλό της ψυχής του σεΐχη και έστησε παρεκκλήσι (τουρμπέ) πάνω από τον τάφο του, έξω από το Ζιντάν Κουλεσί, έχοντας παραστεί στην κηδεία του αυτοπροσώπως. Ο τουρμπές του είναι τώρα μεγάλος τόπος προσκυνήματος και όλα τα παιδιά του είναι θαμμένα εκεί. Ονομάζεται ζιγιαρέτ του Αμπντουρούφ Σαμαντανί. Οι φύλακες του τάφου του Μπαμπά Τζαφέρ στην Ισλαμπόλ εξακολουθούν να είναι μέλη της οικογένειάς του και το γενεαλογικό τους δένδρο έχει ως εξής: Ο Αμπντουρούφ Σαμαντανί (αλλιώς ονομαζόμενος σεΐχης Ζιντάνι)37 γιος του σεΐχη Τζεμαλουντίν, γιου του Μπιντ-Εμίρ Σουλτάν, γιου του Εσρεφουντίν, γιου του Τατζουντίν, γιου της κόρης του Σαγίντ Σικίν (θαμμένου κοντά στον Ακ-Σεμσεντίν, στο Τουρμπαλί Κιόι), γιου του Τζαφέρ Μπαμπά (θαμμένου στην Ισλαμπόλ), γιου του Μοχάμεντ Χανίφι, από τον οποίο καταγόταν επίσης ο πρόγονός μου Αχμέτ Γιεσεβί. Τα γενεαλογικά μας δένδρα ήσαν επομένως πολύ γνωστά σε μένα.

Ο Καμκάρ μπεγκ της Κιουτάχειας ήταν ένας από τους Τζερμιγιάνογλου (δηλαδή τα παιδιά του Τζερμιγιάν). Ο ίδιος, με 3.000 νεαρούς ήρωες, επιτέθηκε στη Σεχίντ καπουσί (πύλη του Μάρτυρα). Καθώς βρίσκεται κοντά στην Αγιασόφια, οι χριστιανοί συγκεντρώθηκαν εκεί σε μεγάλα πλήθη, άνοιξαν την πύλη και εξορμώντας με μεγάλη μανία, έκαναν μάρτυρες όλους τους μουσουλμάνους επιτιθέμενους. Την εποχή του Χαρούν αλ-Ρασίντ, επίσης, ορισμένοι από τους επιφανείς βοηθούς του Προφήτη (ανσάρ) ήπιαν το ποτήρι του μαρτυρίου εκεί και επομένως ονομάστηκε πύλη του Μάρτυρα (Σουχούντ), αν και κακώς ονομάζεται από τους άξεστους πύλη Εβραίου (Τζουχούντ). Οι πύλες του βασιλικού παλατιού (Χουνκάρ Σεράι) δεν πολιορκήθηκαν, αλλά στην πύλη κοντά στο Επταπύργιο επιτέθηκε ο Καραμάνογλου με τις νέες ενισχύσεις. Τα στρατεύματα από το Τεκεμπάι τοποθετήθηκαν μπροστά από την πύλη Σηλυμβρίας [Σιλίβρι καπί]. Εκείνα από το Αϊντίν, μπροστά από τη Νέα πύλη [Γενί-καπι]. Εκείνα από το Σαρουχάν, μπροστά από την πύλη του Κανονιού (Τόπ-καπι), όπου σκοτώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από εκείνα από το Μεντεσέ. Η δύναμη από τον Ισφεντιγιάρ πήρε εντολή να πολιορκήσει την πύλη Αδριανούπολης (Εντίρνε καπουσί) και εκείνη από τον Χαμίντ, τη λοξή πύλη (Εγρί καπί). Έτσι η Ισλαμπόλ πολιορκούνταν από δύο πλευρές και τίποτε εκτός από την Κουμ καπί (πύλη Άμμου) στην ακτή της θάλασσας και το τείχος από το Επταπύργιο μέχρι το Σεράι-μπουρνού, δεν παρέμενε ελεύθερο από επίθεση. Στο Επταπύργιο, ο ποιητής Αχμέτ Πασάς, αγνοώντας τα πυρά των απίστων, προκάλεσε πολλά ρήγματα. Στην πύλη Σηλυμβρίας (Σιλίβρι καπί) τα πυρά του Χαϊντέρ Πασά δεν έδιναν ούτε στιγμή ανάπαυσης στους απίστους. Στη Νέα πύλη (Γενί καπί) ο Μαχμούτ Πασάς, διοικητής των στρατευμάτων από το Αϊντίν, έκανε έφοδο στο τείχος που είχε κανονιοβολήσει τρεις φορές, χωρίς επιτυχία. Διοικητής στο Τοπ καπουσί ήταν ο Νισάνι, επίσης ονομαζόμενος Καραμάνι Μοχάμεντ Πασάς, μαθητής του Τζελαλεντίν Ρουμί. Έδωσε διαβολικές (χαμπελί) αποδείξεις της ανδρείας του στον πόλεμο εναντίον του Ουζούν Χασάν. Όσο στεκόταν στην πύλη του Κανονιού, κανένα κανόνι δεν μπορούσαν να πυροδοτήσουν οι άπιστοι. Στην πύλη Εντίρνε (Αδριανούπολης) διοικητής ήταν ο Σαντί Πασάς, ο οποίος, έχοντας ζήσει με τον Τζεμ-Σαχ στο Φρενγκιστάν, είχε μάθει πολλές χιλιάδες στρατιωτικές τέχνες. Όντας ενωμένοι στην καρδιά και την ψυχή, οι θαρραλέοι άνδρες από τον Ισφεντιγιάρ που ήσαν τοποθετημένοι σε αυτήν την πύλη, τον ανταγωνίζονταν στα ηρωικά τους κατορθώματα, ενθυμούμενοι την προφητική παράδοση που λέει «Θα είμαστε οι πορθητές της Κονσταντανίγιε» (Κωνσταντινούπολης). Επτά μέρη δείχνονται ακόμη κοντά σε αυτήν την πύλη, όπου έριξαν με κανονιές το τείχος. Ο Ερσέκογλου Αχμέτ Πασάς είχε τη διοίκηση στη Λοξή Πύλη (Εγρί καπί), όπου με πολλά άμεσα πλήγματα γλίστρησε ανάμεσα στους απίστους, πριν τους μετατρέψει όλους σε μούμιες.

Με αυτόν τον τρόπο η Κονσταντανίγιε πολιορκούνταν για είκοσι ημέρες, χωρίς σημάδια κατάκτησής της. Οι μουσουλμάνοι πολεμιστές, οι εβδομήντα μονοθεϊστές και 3.000 μορφωμένοι ουλεμάδες, ευνοούμενοι του Θεού (εβλιγιαλλάχ), δάσκαλοι των ψηφισμάτων των τεσσάρων ορθοδόξων δογμάτων, άρχιζαν να θλίβονται από τη διάρκεια της πολιορκίας και πρόσφεραν ομόφωνα τις προσευχές τους στον Δημιουργό για τη βοήθειά του, όταν ξαφνικά επικράτησε σκοτάδι πάνω από την Ισλαμπόλ, με βροντές και κεραυνούς. Φάνηκε φωτιά να ανεβαίνει στον θόλο του ουρανού από το Ατ-μεϊντάν. Τα ισχυρότερα κτίρια τινάχτηκαν στον αέρα και διασκορπίστηκαν σε θάλασσα και στεριά. Εκείνη την ημέρα 3.000 άπιστοι έφυγαν από την πόλη, από ανησυχία και τρόμο. Ορισμένοι τιμήθηκαν ομολογώντας το Ισλάμ και έγιναν δεκτοί στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Άλλοι διέφυγαν σε διάφορες χώρες. Αλλά οι υπόλοιποι, που δεν θα εγκατέλειπαν την πίστη του Μεσσία, άρχισαν να εργάζονται για την επισκευή των ρηγμάτων και συνέχιζαν σταθερά την αντίστασή τους.Ήσαν όμως πολύ πιεζόμενοι από έλλειψη τροφής και πυρομαχικών.

Την τριακοστή ημέρα της πολιορκίας, ο σουλτάνος Μωάμεθ, έχοντας βάλει το ουρφ (δηλαδή το τουρμπάνι του νόμου) στο κεφάλι του και γαλάζιες μπότες στα πόδια του, ανέβηκε σε μουλάρι που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το Ντουλντούλ (το άτι του Μωάμεθ), έκανε τον γύρο των τειχών και μοίρασε γενναιοδωρίες στα στρατεύματά του. Στη συνέχεια πέρασε με πολλές χιλιάδες άνδρες από το Εγιούπ στο Καγίτ χανε και διασχίζοντας τα ρέματα του Αλή-μπεγκ Κιόι και του Καγίτ Χανε έφτασε στο μέρος που ονομάζεται Λεβέντ-τσιφτλίκ, όπου είχαν επίσης κατασκευαστεί σαράντα πλοία (φρικάτα). Αυτά, όπως και τα προηγούμενα, τα κύλισαν πάνω σε κυλίνδρους προς το Οκ-μεϊντάν και τα έριξαν απί τις σκάλες του Σαχ-κουλέ στη θάλασσα, γεμάτα με μερικές χιλιάδες Άραβες με κόκκινα κασκέτα, καυτούς σαν οινόπνευμα και κοφτερούς σαν γεράκια.

Έξω από το Σεράι-μπουρνου εμφανίστηκαν δέκα μεγάλες ναυαρχίδες και δέκα φρεγάτες, πλήρως οπλισμένες και εξοπλισμένες, ανεμίζοντας τη σημαία με τον σταυρό, χτυπώντας τύμπανα και παίζοντας μουσική. Και αγκυροβολώντας εκεί, πυροδότησαν τα κανόνια τους με απερίγραπτες εκδηλώσεις χαράς, ενώ οι μουσουλμάνοι προχώρησαν από το Οκ-μεϊντάν με διακόσιες βάρκες και λέμβους, επιβιβάστηκαν στα δικά τους σκάφη, όρμησαν σε αυτά τα δέκα πλοία σαν μέλισσες που συνωστίζονται πάνω σε κυψέλη και τα έδεσαν, από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, με τα σχοινιά τους σαν ιστό αράχνης. Οι άπιστοι, υποθέτοντας ότι είχαν έρθει μόνο για συζήτηση, στέκονταν ήσυχα, χωρίς να απλώνουν το χέρι τους εναντίον τους. Στο μεταξύ οι μουσουλμάνοι φώναζαν «Αλλάχ! Αλλάχ!», άρχισαν να δένουν τα χέρια τους πίσω από την πλάτη τους και να λεηλατούν τα πλοία τους. Όταν οι άπιστοι, μιλώντας στη δική τους γλώσσα, είπαν «κι πάρλα;» δηλαδή, «τι λέτε;» οι Καφούρ ανακάλυψαν από την απάντηση ποιοι ήσαν και φώναζαν: «Αυτοί οι Τούρκοι έχουν μπει στα πλοία μας σαν πανούκλα, δεν μπορούμε να αντισταθούμε». Μπαίνοντας στο λιμάνι είχαν πυροδοτήσει όλα τους τα κανόνια ως συνθήματα χαράς, ενώ τώρα ήσαν τόσο στριμωγμένοι, που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους και συνεπώς τους τα πήραν όλα. Οι άπιστοι μέσα στην πόλη, βλέποντας αυτό το θλιβερό γεγονός, ότι εκείνοι που είχαν έρθει για να τους βοηθήσουν είχαν συλληφθεί έτσι, τραβούσαν τα μαλλιά και τα γένια τους και άρχισαν βαρέα πυρά από τις πυροβολαρχίες στο Σεράι-μπουρνου, τις αποθήκες πυρομαχικών στον Γαλατά και το Κιζ Κουλεσί (Πύργο Λεάνδρου). Όμως οι απτόητοι μουσουλμάνοι, παρά τις πυροβολαρχίες του εχθρού, κατέβασαν τη σημαία με τον σταυρό από τα είκοσι πλοία που είχαν καταλάβει, ανέβασαν όλους τους αιχμαλώτους στα δικά τους σκάφη και αγκυροβόλησαν μπροστά από τον κήπο του ναυστάθμου, πυροβολώντας επανειλημμένα από χαρά και αγαλλίαση. Οι σερντέν-γκετσντί (δηλαδή τρελά καπέλα) αποβιβάστηκαν αμέσως από τα σκάφη και έφεραν τα ευχάριστα νέα στον σουλτάνο και τον Ακ-Σεμσεντίν στον κήπο του ναυστάθμου, όπου ο δεύτερος, στρεφόμενος προς τον Μωάμεθ, είπε: «Όταν η μεγαλειότητά σου, όντας τότε ηγεμόνας στη Μαγνίσα, άκουσε για την κατάληψη των Άκκα, Σαΐντα και Μπερούτ (Άκρας, Σιδώνος και Βηρυτού) στην Αίγυπτο από τους άπιστους και θλιβόταν με τις σκέψεις εκείνων που θα υπέφεραν οι αιχμάλωτοι, γυναίκες και παιδιά, σε παρηγορούσα λέγοντας ότι όταν κατακτούσες την Ισλαμπόλ, θα έτρωγες από τα γλυκά που πάρθηκαν με τη λεηλασία της Άκκα. Ακριβώς αυτά τα γλυκά σου δωρίζονται τώρα και η προφητική μου προσευχή, να κατακτηθεί η πόλη την πεντηκοστή ημέρα, έχει απαντηθεί!». Βρέθηκαν από τους μουσουλμάνους πάνω στα είκοσι πλοία, 3.000 πουγγιά με νομίσματα (φουλουρί) του Τεκιγιανούς (Δεκιανού), 1.000 φορτία καθαρού χρυσού, 2.000 φορτία αργύρου, 8.000 αιχμάλωτοι, είκοσι διοικητές πλοίων, μία Γαλλίδα πριγκίπισσα (κόρη βασιλιά, άνθος μη ανεπτυγμένο ακόμη), χίλιες μουσουλμάνες κοπέλες, λαμπρές σαν τον ήλιο, ευγενείς και όχι και 100.000 περίπου πολεμικά εφόδια. Όλα αυτά ο σουλτάνος τα εμπιστεύτηκε στη φροντίδα του Ακ-Σεμσεντίν, ενώ ο ίδιος ασχολούνταν πλήρως με τη συνέχιση της πολιορκίας.

Η πλήρης περιγραφή της υπόθεσης είναι η εξής: Ο Κοσταντίν, ο μακαρίτης βασιλιάς της Ισλαμπόλ, είχε αρραβωνιαστεί με κόρη του βασιλιά της Φράνσα [Γαλλίας]. Ο τελευταίος, για να τη στείλει με συνοδεία αντάξια του βαθμού της, εξόπλισε στόλο εξακοσίων πλοίων και τα έστειλε να ρημάξουν τις ακτές της Αραβίας (Αραμπιστάν). Εκείνη τη δυστυχισμένη χρονιά είχαν λεηλατήσει τις Άκκα [Άκρα], Σαΐντα [Σιδώνα], Βηρυτό, Ταραμπουλούς (Τρίπολη), Γάζα και Ράμλα, μέχρι τη χώρα του Χασάν (Χαουράν;) και είχαν πάρει πάνω από 2.000 κορίτσια σαν ουρί από το Αραμπιστάν, με λάφυρα στο ποσό των εκατομμυρίων. Από αυτόν τον στόλο, δέκα γαλιόνια και δέκα φρεγάτες στάλθηκαν για να μεταφέρουν την πριγκίπισσα στην Ισλαμπόλ. Όταν έφτασαν στα στενά της Άσπρης Θάλασσας (τα Δαρδανέλλια), ανακάλυψαν ότι οι Τούρκοι είχαν χτίσει κάστρα εκεί. Αλλά αυτοί οι καταραμένοι, μεταμφιεζόμενοι, εκμεταλλευόμενοι το νότιο αεράκι που φυσούσε και στέλνοντας μπροστά πέντε άδεια πλοία για να δεχτούν τα πυρά από τα κάστρα, έφτασαν σε δύο ώρες 20 μίλια πέρα από αυτά. Έχοντας φτάσει στην Ισλαμπόλ με αυτό το στρατήγημα, συνελήφθησαν, δόξα τω Θεώ! όπως έχει περιγραφεί. Αυτή η Γαλλίδα πριγκίπισσα γέννησε στη συνέχεια τον Βαγιαζήτ [Β’]. Αλλά άλλοι ιστορικοί λένε την ιστορία διαφορετικά και λένε ότι την πήρε ο πατέρας του Μωάμεθ Πορθητή και ότι εκείνον γέννησε, που ήταν όμως στην πραγματικότητα γιος της Αλίμε Χάνουμ, κόρης του Ισφεντιγιάρογλου. Η ορθότητα της πρώτης περιγραφής μπορεί να αποδειχθεί ως εξής: Ο πατέρας μου, ο οποίος πέθανε γέρος, ήταν με τον σουλτάνο Σουλεϊμάν στις πολιορκίες της Ρόδου, του Βελιγραδίου και του Σίγκετβαρ, όπου πέθανε εκείνος ο ηγεμόνας. Συνομιλούσε πολύ με άνδρες προχωρημένης ηλικίας. Μεταξύ των πιο στενών του φίλων ήταν ένας με γκρίζο κεφάλι και ασθενής, αλλά πιο εύγλωττος από τον Αμριούλ-καΐς ή τον Αμπούλ-μαλή. Ήταν αρχιγραμματέας στο σώμα των γενίτσαρων και το όνομά του ήταν Σου Κεμερλή Κότζα Μουσταφά Τσελεμπή.38 Αυτός ο κύριος ήταν ασφαλώς συγγενής με εκείνη την κόρη του βασιλιά της Γαλλίας, από την οποία έπαιρνε συνεχώς δώρα. Και θυμάμαι ότι όταν ήμουν αγόρι, μου έδωσε μερικές περίεργες εικόνες που του είχαν δοθεί από αυτήν. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σίγκετβαρ, πριν γίνει γνωστός στον στρατό ο θάνατος του Σουλεϊμάν, ο σιλιχτάρ (ξιφοφόρος) Κουζού Αλή Αγάς, με επιθυμία του μεγάλου βεζίρη Σόκολι Μοχάμεντ Πασά, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο το πτώμα του σουλτάνου ήταν καθισμένο στον θρόνο του και τα χέρια του κινούνταν [από κάποιον κρυμμένο] πίσω από τον φαρδύ μανδύα του (χίλα). Σε αυτό το συμβούλιο κλήθηκαν όλοι οι βεζίρηδες, οι βακίλ και οι ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού. Ανάμεσά τους ήσαν ο ρικαμπντάρ (στυλοβάτης) Τζουλαμπί Αγάς, ο μετμπάχ εμίνι (υπάλληλος της κουζίνας) Αμπντί Εφέντης, ο πατέρας μου και ο προαναφερθείς σου-κεμερλή Κότζα Μουσταφά. Ήταν τόσο μεγάλος εκείνη την εποχή, που όταν συνόδευε τον στρατό, μεταφερόταν πάντοτε με αμαξίδιο (ταχτιρεβάν). Ήταν ένας από τους μαθητές του μεγάλου μουφτή Κεμάλ Πασαζάντε και ήταν πολύ διαβασμένος στα θεϊκά και την ιστορία. Όντας ένας από τους υπηρέτες του Κεμάλ Πασαζάντε, «ήμουν παρών», έλεγε, «νέος εικοσιπέντε ετών, στην κατάκτηση του Καΐρου από τον σουλτάνο Σελήμ Α’» το έτος Εγείρας 923 (1517 μ.Χ.). Και ο συγγραφέας αυτών των σελίδων ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν τον άκουσε να περιγράφει τις μεγάλες μάχες του Μερτζ Νταμπίκ και του Κακούν, τον σουλτάνο Γκαουρί που ήπιε το ποτήρι του πεπρωμένου, τον γιο του Μοχάμεντ που καθαιρέθηκε από τους στρατιωτικούς λόγω των νιάτων του, τον Τουμάν-μπέη που τον διαδέχθηκε, τον συνεχιζόμενο πόλεμο και τις εικοσιτρείς μάχες του με τον Σελήμ, μέχρι που τελικά πάρθηκε το Κάιρο. Ήταν πολύ πιστός άνθρωπος, στα λόγια του οποίου μπορούσε να βασιστεί κανείς με απόλυτη ασφάλεια. Και αφού τον άκουσα να αφηγείται την ιστορία της προαναφερθείσας Γαλλίδας πριγκίπισσας από την αρχή μέχρι το τέλος, την γράφω εδώ.

<-Εισαγωγή Τμήματα 11-14->
error: Content is protected !!
Scroll to Top