| <-Βιογραφικό Εβλία | Τμήματα 1-10-> |
Εισαγωγή
Στο όνομα του Αλλάχ, του Πανάγαθου, του Παντελεήμονος!
Στον Αλλάχ, ο οποίος εξευγενίζει τα εξυψωμένα μυαλά με ταξίδια και μου επέτρεψε να επισκεφτώ τους ιερούς τόπους. Να δοθεί κάθε έπαινος σε Εκείνον, που έθεσε τα θεμέλια των φρουρίων της νομοθεσίας και τα εγκαθίδρυσε πάνω στα θεμέλια της προφητείας και της αποκάλυψης. Και ας προσφέρονται οι πλουσιότερες και καλύτερες ευλογίες στο πιο ευγενές και τέλειο από όλα τα πλάσματα, το υπόδειγμα προσευχής, ο οποίος είπε, «Προσευχήσου, όπως με βλέπεις να προσεύχομαι». Στον αλάνθαστο οδηγό, τον Μωάμεθ. Επειδή για δική του χάρη ο Αλλάχ, ο Κύριος των αυτοκρατοριών και Δημιουργός των ουρανών, έκανε τη γη ευχάριστη κατοικία για τους γιους του Αδάμ και δημιούργησε τον άνθρωπο, το πιο ευγενές από όλα τα πλάσματά του. Δόξα σε Εκείνον, που κατευθύνει όλα τα γεγονότα σύμφωνα με το θέλημά Του, χωρίς αδικία ή ασυμφωνία! Και έχοντας προσφέρει κάθε προσκύνηση στον Αλλάχ, ας εκφράσω κάθε ευσεβή επιθυμία για την ευημερία της σκιάς του πάνω στη γη, του ηγεμόνα των επίγειων πραγμάτων, του σουλτάνου γιου σουλτάνου, του νικηφόρου ηγεμόνα Μουράτ Χαν, τέταρτου γιου του σουλτάνου Αχμέτ Χαν και όγδοου στη σειρά από τον σουλτάνο Μοχάμεντ Χαν, τον Πορθητή, το έλεος του Θεού να είναι πάνω τους! Αλλά κυρίως στον σουλτάνο Μουράτ Γαζή, τον κατακτητή της Βαγδάτης, τον μεγάλο μονάρχη, με την υπηρεσία του οποίου ευλογήθηκα όταν άρχισα να γράφω αφήγηση των ταξιδιών μου.
Ήταν την εποχή της επιφανούς βασιλείας του, το έτος Εγείρας 1041 (1631 μ.Χ.), τότε που κάνοντας πεζοπορίες στα χωριά και τους κήπους κοντά στην Ισλαμπούλ (Κωνσταντινούπολη), άρχιζα να σκέφτομαι εκτεταμένα ταξίδια και να ξεφεύγω από την εξουσία του πατέρα μου, της μητέρας μου και των αδελφών μου. Διαμορφώνοντας ένα σχέδιο ταξιδιού σε όλη τη γη, παρακάλεσα τον Θεό να μου δίνει υγεία για το σώμα μου και πίστη για την ψυχή μου. Επιδίωξα συζήτηση με δερβίσηδες και όταν άκουσα περιγραφή των επτά κλιμάτων και των τεσσάρων περιοχών της γης, ανυπομονούσα ακόμη περισσότερο να δω τον κόσμο, να επισκεφτώ τους Αγίους Τόπους, το Κάιρο, τη Δαμασκό, τη Μέκκα και τη Μεδίνα και να προσκυνήσω το εξαγνισμένο χώμα των τόπων όπου γεννήθηκε και πέθανε ο προφήτης, η δόξα όλων των πλασμάτων.
Εγώ, ένας δύστυχος, πάμπτωχος ταξιδιώτης αλλά φίλος της ανθρωπότητας, ο Εβλία, γιος του δερβίση Μοχάμεντ, ασχολούμενος συνεχώς με προσευχές και εκκλήσεις για θεϊκή καθοδήγηση, σκεπτόμενος βαθιά τα κεφάλαια και τους δυνατούς στίχους του Κορανίου και περιμένοντας βοήθεια από πάνω, ευλογήθηκα τη νύχτα Ασουρά του μήνα Μοχαρέμ, ενώ κοιμόμουν στο σπίτι του πατέρα μου στην Ισλαμπούλ, με το ακόλουθο όραμα: Ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν στο τζαμί του Αχή Τσελεμπή, κοντά στο Γεμισλί ισκελεσί,13 τζαμί χτισμένο με νόμιμα χρήματα, από το οποίο επομένως οι προσευχές ανεβαίνουν στον ουρανό. Οι πύλες άνοιξαν διάπλατα αμέσως και το τζαμί γέμισε με λαμπρό πλήθος που έλεγε τις πρωινές προσευχές. Κρύφτηκα πίσω από τον άμβωνα και ένιωσα μεγάλη έκπληξη βλέποντας αυτή τη λαμπρή συγκέντρωση. Κοίταξα τον διπλανό μου και είπα: «Μπορώ να ρωτήσω, κύριέ μου, ποιος είστε και ποιο είναι το επιφανές σας όνομα;» Απάντησε: «Είμαι ένας από τους δέκα ευαγγελιστές, ο Σαντ Βακάς, ο προστάτης των τοξοτών». Φίλησα τα χέρια του και ρώτησα περαιτέρω: «Ποιο είναι το λαμπρό πλήθος στα δεξιά μου;» Είπε, «Είναι όλοι ευλογημένοι άγιοι και καθαρά πνεύματα, τα πνεύματα των οπαδών του Προφήτη, οι μουχατζιρίν, που τον ακολούθησαν κατά τη φυγή του από τη Μέκκα και οι ανσαρί που τον βοήθησαν κατά την άφιξή του στη Μεδίνα, οι σύντροφοι του Σαφφάχ και οι μάρτυρες της Κέρμπελα. Στα δεξιά του μιχράμπ (βωμού) στέκονται ο Άμπου Μπεκρ και ο Ομάρ και στα αριστερά ο Οσμάν και ο Αλή. Μπροστά του στέκεται ο Γέις και κοντά στον αριστερό τοίχο του τζαμιού, ο πρώτος μουεζίνης, ο Μπελάλ ο Χαμπεσί. Ο άνθρωπος που ρυθμίζει και κατατάσσει ολόκληρη τη συγκέντρωση είναι ο Άμρου. Πρόσεξε τον στρατό με κόκκινα ρούχα που προχωράει τώρα με λάβαρο. Αυτός είναι ο στρατός των μαρτύρων που έπεσαν στους ιερούς πολέμους, με τον ήρωα Χάμζα επικεφαλής τους». Έτσι μου υπέδειξε τις διάφορες συντροφιές εκείνης της ευλογημένης συγκέντρωσης και κάθε φορά που κοίταζα μία από αυτές, έβαζα το χέρι μου στο στήθος μου και ένιωθα την ψυχή μου να αναζωογονείται από το θέαμα. «Κύριέ μου», είπα, «ποιος είναι ο λόγος της εμφάνισης αυτής της συγκέντρωσης σε αυτό το τζαμί;» Εκείνος απάντησε: «Οι πιστοί Τάταροι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο στο Αζάκ.14 Βαδίζουμε σε βοήθειά τους. Ο ίδιος ο Προφήτης, με τα δύο εγγόνια του, τον Χασάν και τον Χουσεΐν, τους δώδεκα ιμάμηδες και τους δέκα μαθητές, θα έρθουν αμέσως εδώ, για να εκτελέσουν την καθορισμένη πρωινή λειτουργία (σαμπάχ-ναμάζ). Θα σου δώσουν σημάδι για να εκτελέσεις το καθήκον σου ως μουεζίνης, πράγμα που πρέπει να κάνεις ανάλογα. Πρέπει να αρχίσεις να φωνάζεις με δυνατή φωνή “Αλλάχ Άκμπαρ!”15 και στη συνέχεια να επαναλάβεις τους στίχους του Θρόνου.16 Ο Μπελάλ θα επαναλάβει το “Σουμπανουλλάχ!”17 και πρέπει να απαντήσεις “Ελαμντουλιλλάχ!”18 Ο Μπελάλ θα απαντήσει, “Αλλάχ Άκμπαρ!” κι εσύ πρέπει να πείς “Αμήν”, ενώ όλοι θα συμμετέχουμε στο τεβχίντ.19 Στη συνέχεια, αφού πεις “Ευλογημένοι όλοι οι προφήτες και δόξα στον Θεό, τον Κύριο και των δύο κόσμων”, θα σηκωθείς και θα φιλήσεις το χέρι του Προφήτη, λέγοντας “Για ρεσουλουλλάχ!”20
Όταν ο Σαντ Βακάς μου έδωσε αυτές τις οδηγίες, είδα λάμψεις αστραπής να σκάνε στην πόρτα του τζαμιού και ολόκληρο το κτίριο γέμισε από λαμπρό πλήθος αγίων και μαρτύρων που σηκώθηκαν αμέσως όρθιοι. Ήταν ο προφήτης σκιαζόμενος από το πράσινο λάβαρό του, καλυμμένος με το πράσινο πέπλο του, κρατώντας το μπαστούνι του στο δεξί του χέρι, έχοντας το σπαθί του δεμένο στο μηρό του, με τον ιμάμη Χασάν στα δεξιά του και τον ιμάμη Χουσεΐν στα αριστερά του. Καθώς έβαζε το δεξί του πόδι στο κατώφλι, φώναξε «Μπισμιλλάχ» και βγάζοντας το πέπλο του, είπε «Ες σαλάμ αλέικ για ομετί».21 Όλη η συγκέντρωση απάντησε: «Σε σένα υγεία, προφήτη του Θεού, άρχοντα των εθνών!» Ο προφήτης προχώρησε προς την κατεύθυνση του μιχράμπ και πρόσφερε πρωινή προσευχή δύο υποκλίσεων (ρίκα). Έτρεμαν όλα τα άκρα μου, αλλά παρατηρούσα το σύνολο της ιερής μορφής του και την εύρισκα να συμφωνεί ακριβώς με την περιγραφή που δίνεται στο Χαλιγιέχι χακάμ. Το πέπλο στο πρόσωπό του ήταν λευκό σάλι και το τουρμπάνι του σχηματιζόταν από λευκό φύλλο με δώδεκα πτυχώσεις. Ο μανδύας του ήταν από τρίχες καμήλας, σε χρώμα που έκλινε προς το κίτρινο. Στον λαιμό του φορούσε κίτρινο μάλλινο σάλι. Οι μπότες ήσαν κίτρινες και στο τουρμπάνι του ήταν κολλημένο ένα κλαδάκι καθαρισμού δοντιών.22 Αφού έδωσε τον χαιρετισμό, με κοίταξε και αφού χτύπησε τα γόνατά του με το δεξί του χέρι, με διέταξε να σηκωθώ και να αρχίσω την προσευχή. Άρχισα αμέσως, σύμφωνα με τις οδηγίες του Μπελάλ, λέγοντας: «Η ευλογία του Θεού ας είναι πάνω στον Κύριό μας Μωάμεθ και την οικογένειά του και ας τους χορηγήσει Αυτός ειρήνη!» προσθέτοντας στη συνέχεια «Αλλάχ Άκμπαρ». Ο προφήτης ακολούθησε λέγοντας τη φάτιχα23 και κάποιους άλλους στίχους. Ύστερα εγώ απήγγειλα εκείνον του θρόνου.24 Ο Μπελάλ πρόφερε το «Σουμπανουλλάχ», εγώ το «Ελαμντουλιλλάχ» και ο Μπελάλ το «Αλλάχ Άκμπαρ». Ολόκληρη η λειτουργία έκλεισε με γενική κραυγή «Αλλάχ», η οποία σχεδόν με ξύπνησε από τον ύπνο μου. Αφού ο προφήτης επανέλαβε κάποιους στίχους, από τη σούρα Για Σιν25 και άλλα κεφάλαια του Κορανίου, ο Σαντ Βακάς με πήρε από το χέρι και με οδήγησε μπροστά του, λέγοντας: «Ο αγαπητός και πιστός υπηρέτης σου Εβλία εκλιπαρεί για τη μεσολάβησή σου». Φίλησα το χέρι του, χύνοντας δάκρυα και αντί να φωνάξω «Σιφάτ (μεσολάβηση)», είπα, από τη σύγχυσή μου, «Σιγιαχάτ (ταξίδια), απόστολε του Θεού!» Ο προφήτης χαμογέλασε και είπε, «Σιφάτ και σιγιαχάτ (δηλαδή μεσολάβηση και ταξίδια) να χορηγηθούν σε σένα, με υγεία και ειρήνη!» Ύστερα επανέλαβε και πάλι τη φάτιχα, στο οποίο τον ακολούθησε όλη η συγκέντρωση, ενώ εγώ στη συνέχεια πήγαινα γύρω, φιλούσα τα χέρια και έπαιρνα τις ευλογίες του καθενός. Τα χέρια τους ήσαν αρωματισμένα με μόσχο, αμπέρι, νάρδο, γλυκοβασιλικό, βιολέτες και γαρίφαλα. Αλλά εκείνα του ίδιου του Προφήτη δεν μύριζαν τίποτε άλλο παρά κρόκο και τριαντάφυλλα. Όταν τα άγγιζες, τα ένιωθες σαν να μην είχαν οστά, ενώ ήσαν τόσο μαλακά όπως το βαμβάκι. Τα χέρια των άλλων προφητών είχαν τη μυρωδιά κυδωνιών. Εκείνα του Άμπου Μπεκρ είχαν το άρωμα των πεπονιών, του Ομάρ μύριζαν σαν αμπέρι, του Οσμάν σαν βιολέτες, του Αλή σαν γιασεμί, του Χασάν σαν γαρίφαλα και του Χουσεΐν σαν λευκά τριαντάφυλλα. Όταν φίλησα τα χέρια όλων, ο προφήτης απήγγειλε και πάλι τη φάτιχα και όλοι οι επίλεκτοι σύντροφοί του επανέλαβαν δυνατά τους επτά στίχους του προοίμιου του Κορανίου (σαμπαούλ μεσάνι), ενώ ο ίδιος ο προφήτης πρόφερε τον χαιρετισμό του χωρισμού (ες-σαλάμ αλέικομ εγιά ικβάνουν) από το μιχράμπ. Προχώρησε προς την πόρτα και ολόκληρη η επιφανής συγκέντρωση, δίνοντάς μου διάφορες ευχές και ευλογίες, βγήκε από το τζαμί. Την ίδια στιγμή ο Σαντ Βακάς, βγάζοντας τη φαρέτρα του από τη δική του ζώνη και βάζοντάς την στη δική μου, είπε: «Πήγαινε. Να είσαι νικηφόρος με το τόξο και το βέλος σου. Να σε φροντίζει ο Θεός και πάρε από μένα τα καλά νέα ότι θα επισκεφθείς τους τάφους όλων των προφητών και αγίων ανθρώπων, των οποίων τα χέρια φίλησες τώρα. Θα ταξιδέψεις σε ολόκληρο τον κόσμο και θα είσαι θαύμα μεταξύ των ανθρώπων. Για τις χώρες από τις οποίες θα περάσεις, για τα κάστρα τους, τα οχυρά τους, τις θαυμάσιες αρχαιότητες, τα προϊόντα, τα φαγώσιμα και ποτά, τις τέχνες και τους κατασκευαστές, την έκταση των επαρχιών τους και τη διάρκεια των ημερών εκεί, γράψε μια περιγραφή, η οποία θα είναι μνημείο αντάξιο για σένα. Χρησιμοποίησε τα όπλα μου και ποτέ να μη φύγεις, γιε μου, από τους δρόμους του Θεού. Να είσαι απαλλαγμένος από απάτη και κακία, ευγνώμων για το ψωμί και το αλάτι (τη φιλοξενία), πιστός φίλος των καλών, αλλά όχι φίλος των κακών». Αφού τελείωσε το κήρυγμά του, φίλησε το χέρι μου και βγήκε από το τζαμί. Όταν ξύπνησα, είχα μεγάλη αμφιβολία αν αυτό που είχα δει ήταν όνειρο ή πραγματικότητα και απολάμβανα για κάποιο διάστημα τους ευλογημένους διαλογισμούς που γέμιζαν την ψυχή μου. Αφού στη συνέχεια εκτέλεσα τις πλύσεις μου και πρόσφερα την πρωινή προσευχή (σαλάτι φετζρί), πέρασα από την Κωνσταντινούπολη στο προάστιο του Κασίμ-πασα και συμβουλεύτηκα τον ερμηνευτή των ονείρων, τον Ιμπραήμ Εφέντη, σχετικά με το όραμά μου. Πήρα από αυτόν τα ευχάριστα νέα ότι θα γινόμουν μεγάλος ταξιδιώτης και αφού γύριζα τον κόσμο, με παρέμβαση του Προφήτη, θα έκλεινα τη σταδιοδρομία μου γινόμενος δεκτός στον Παράδεισο. Ύστερα πήγα στον Αμπντουλάχ Ντεντέ, σεΐχη του μοναστηριού των μεβλεβήδων δερβίσηδων στο ίδιο προάστειο (Κασίμ-πασα) και αφού φίλησα το χέρι του, του αφηγήθηκα το όραμά μου. Το ερμήνευσε με τον ίδιο ικανοποιητικό τρόπο και αφού μου δώρισε επτά ιστορικά έργα και μου συνέστησε να ακολουθώ τις συμβουλές του Σαντ Βακάς, με άφησε να φύγω με προσευχές για την επιτυχία μου. Στη συνέχεια αποσύρθηκα στην ταπεινή κατοικία μου, ασχολήθηκα ο ίδιος με τη μελέτη της ιστορίας και ξεκίνησα μια περιγραφή της γενέτειράς μου, της Ισλαμπούλ, αυτού του φθόνου των βασιλέων, του ουράνιου παράδεισου και οχυρού της Μακεντούν (Μακεδονίας, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη).
| <-Βιογραφικό Εβλία | Τμήματα 1-10-> |
