| <-Τμήματα 1-10 | Τμήμα 15-> |
11-14. Νέο σεράι. Παλαιό σεράι. Δημόσιοι λειτουργοί
11. Μια εξήγηση της σχέσης μεταξύ του οίκου του Οσμάν και του βασιλιά της Γαλλίας
Ο Σου-Κεμερλί Μουσταφά Τσελεμπή έδωσε αυτή την αφήγηση: «Ο πατέρας μου ήταν γιος ενός βασιλιά της Γαλλίας με το όνομα [ ]. Όταν έγινε η συνθήκη με την οποία δεσμεύτηκε να δώσει την κόρη του (την αδελφή του πατέρα μου) στον Τεκκούρ (τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης), στάλθηκε στόλος εξακόσιων σκαφών για να καταστρέψει τις ακτές κοντά στο κάστρο της Άκκα [Άκρα], προκειμένου να την εφοδιάσει με προίκα. Επέστρεψε στην πατρίδα φορτωμένος με τεράστια λεία και πολύ μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, αρσενικών και θηλυκών και όταν έφτασε στην Παρίσα, την αρχαία πρωτεύουσα της χώρας μας, υπήρξε μεγάλη χαρά. Μεταξύ των θηλυκών αιχμαλώτων υπήρχε μια νεαρή σεγίντε (δηλαδή της φυλής του Προφήτη), που δόθηκε από τον βασιλιά της Γαλλίας στον πατέρα μου και από την οποία γεννήθηκα. Όταν ήμουν τριών ετών, ο παππούς μου ο βασιλιάς έστειλε τον πατέρα μου με την αδελφή του και τεράστιους θησαυρούς στην Ισλαμπόλ και αφού συλληφθήκαμε στο Σεράι-μπουρνου, παραδοθήκαμε στον σουλτάνο Μωάμεθ στον κήπο του ναυστάθμου. Όταν πάρθηκε η Πόλη, ο πατέρας μου τιμήθηκε γινόμενος δεκτός στο Ισλάμ (τη μωαμεθανική πίστη), έχοντας διδαχθεί από τον Ακ-Σεμσεντίν, ενώ όλοι οι νικητές μουσουλμάνοι έδωσαν με ευλάβεια την αδελφή του την πριγκίπισσα στον σουλτάνο. Εκείνη διδάχθηκε επίσης το Ισλάμ από τον ίδιο άγιο άνθρωπο, αλλά αρνήθηκε να το ασπαστεί. Τότε ο σουλτάνος είπε, “Θα της δώσουμε εξαιρετική εκπαίδευση” και δεν ασχολήθηκε να επιμείνει πολύ σε αυτό το σημείο. Ήμουν τότε πέντε ετών και αφού διδάχθηκα τα δόγματα του Ισλάμ από τον Ακ-Σεμσεντίν, έλαβα την τιμή του Ισλαμισμού (δόξα ο Θεός!) χωρίς κανένα δισταγμό. Ο πατέρας μου έγινε ένας από τους καπουτζή-μπασι (άρχοντες) και μεγάλωσα στο σεράι χας (δηλαδή το παλάτι του Μεγάλου Άρχοντα) από τη θεία μου, την αδελφή του πατέρα μου. Ο Μοχάμεντ Χαν δημιούργησε στη συνέχεια στενή σύνδεση με τη θεία μου, που έγινε η μητέρα του σουλτάνου Βαγιαζήτ (B’) Βελή και των πριγκίπων Τζεμ και Νουραντίν». «Όταν η θεία μου», πρόσθεσε, «πέθανε, χωρίς να έχει ποτέ ασπαστεί το Ισλάμ, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ έβαλε να φτιάξουν μικρό τάφο (κουμπέ) δίπλα στο επιτύμβιο παρεκκλήσι (τουρμπέ) που είχε χτίσει για τον εαυτό του και εκεί την έθαψαν. Εγώ ο ίδιος συχνά, στην πρωινή προσευχή, έχω δει, ότι οι αναγνώστες που είχαν οριστεί να διαβάζουν μαθήματα από το Κοράνι [σε αυτούς τους τουρμπέ] έστρεφαν τα πρόσωπά τους προς τα σώματα των νεκρών που ήσαν θαμμένοι στους άλλους τάφους ενώ διάβαζαν τα μαθήματα, αλλά ότι όλοι γύριζαν την πλάτη τους στο φέρετρο αυτής της κυρίας, για την οποία ήταν τόσο αμφίβολο αν έφυγε στην πίστη του Ισλάμ. Έχω δει επίσης συχνά Φράγκους της φυλής Φράνσα (δηλαδή Γάλλους), να έρχονται με μυστικότητα και να δίνουν μερικά άσπρα στους τουρμπεντάρ (φύλακες τάφων) για να τους ανοίξουν αυτό το παρεκκλήσι, καθώς η πύλη του είναι πάντοτε κλειστή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμμία αμφιβολία, σύμφωνα με την αφήγηση που έδωσε ο Σου-Κεμερλί Μουσταφά Τσελεμπή, ότι μια κόρη του βασιλιά της Γαλλίας έγινε σύζυγος (χατούν) του Μωάμεθ του Πορθητή (Αμπούλ φετχ) και μητέρα του σουλτάνου Βαγιαζήτ.
Περιγραφή των ηρωικών πράξεων και ατυχιών του Τζεμ-Σουλτάν, γιου του αυτοκράτορα Μοχάμεντ Αμπούλ Φετχ (Πορθητή)
Όταν ο Βαγιαζήτ Βελή ήταν χαλίφης, ο αδελφός του, ο Τζεμ-Σαχ (όπου αυτοί οι δύο ήσαν πρίγκιπες με υψηλό πνεύμα) πολέμησε μαζί του για την κατοχή αυτού του βρώμικου κόσμου και έχοντας ηττηθεί σε μεγάλη μάχη στις πεδιάδες του Καραμάν, διέφυγε στον Καλαούν, τον σουλτάνο της Αιγύπτου. Από εκεί, καθώς πήγαινε για προσκύνημα στη Μέκκα, οδηγήθηκε από τα χτυπήματα της θάλασσας στις ακτές της Υεμένης και του Άντεν, απ’ όπου επισκέφθηκε τον τάφο του Βεϊσέλ Καράνι, πραγματοποίησε το προσκύνημα και ταξιδεύοντας μέσω του Χιτζάζ, επέστρεψε στην Αίγυπτο, από την οποία χώρα πήγε δια θαλάσσης στη Ρόδο και τη Μάλτα και από εκεί στη Γαλλία, για να επισκεφτεί τη γιαγιά του (τη βασίλισσα της Γαλλίας), έναν από τους πιο υψηλούς κυρίαρχους εκείνης της εποχής, συνοδευόμενος από 300 μουσουλμάνους οπαδούς του. Περνούσε τον χρόνο του σαν πρίγκιπας, στο κυνήγι και σε κάθε είδους απόλαυση. Ένας από τους πιο αγαπημένους συντρόφους και συμβούλους του ήταν ο ντεφτερντάρ (γραμματέας) του, ο Σιβρί Χισάρι. Άλλος ήταν ο Ασίκ-Χαϊντέρ. Δεκαεπτά γιοι βάνων (ηγεμόνων) στέκονταν μπροστά του [ως σκλάβοι] με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος [έτοιμοι να λάβουν και να εκτελέσουν τις εντολές του]. Τον ακολουθούσε πάντοτε αυτή η συνοδεία, σε όλα τα ταξίδια του στο Καφουριστάν (τη χώρα των απίστων). Συνέθεσε μερικές χιλιάδες πεντζ-μπέιτ μουχαμμάς και μουσαντές (ωδές), μαζί με κασαγίντ (ελεγείες) που σχηματίζουν ντιβάν (συλλογή ποιημάτων), που υμνήθηκαν από όλο τον κόσμο.
Μια στροφή του Τζεμ-Σαχ:
Πουλί της ψυχής μου, κάνε υπομονή στο κλουβί σου.
Δες πόσο γρήγορα αυτό το σώμα χάνεται με τα χρόνια!
Ακούω κιόλας τις καμπάνες που χτυπάνε,
Σημαίνοντας ότι πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης.
Το καραβάνι σύντομα θα φτάσει στη γη του τίποτα
Κι εσύ θα ελευθερωθείς από σαρκικούς δεσμούς. Ευλογία.
Σε τέτοιου είδους ελεγείες ήταν ασύγκριτος ποιητής. Τελικά ο σουλτάνος Βαγιαζήτ έστειλε πρέσβη στον βασιλιά της Γαλλίας και ζήτησε τον Τζεμ-Σαχ. [Απαντώντας] σε αυτό, ο κακής απόχρωσης Φράγκος έβαλε έναν ωχρής όψης δικό του να του κόψει τον λαιμό, ενώ τον ξύριζε με δηλητηριασμένο ξυράφι. Το πτώμα του Τζεμ, μαζί με την περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν ένα μαγεμένο κύπελλο που ξαναγέμιζε μόλις άδειαζε στο χέρι του κατόχου του, ένας λευκός παπαγάλος, ένας πίθηκος που έπαιζε σκάκι και μερικές χιλιάδες υπέροχα βιβλία, παραδόθηκαν στον Σαντί Τσελεμπή (Σιβρί Χισάρι) και τον Χαϊντέρ Τσελεμπή, για να μεταφερθούν στον σουλτάνο. Ο Σαντί του Τζεμ [δηλαδή ο Σιβρί Χισάρι], όντας μορφωμένος και οξυδερκής άνθρωπος, έβαψε πρώτα τον παπαγάλο μαύρο και τον έμαθε να λέει: «Αλήθεια, ανήκουμε στον Θεό και σε αυτόν θα επιστρέψουμε! Ζήτω ο αυτοκράτορας!» Στη συνέχεια του τον επέστρεψε μαζί με τα λείψανα του κυρίου του και παρέδωσε την περιουσία του στο αυτοκρατορικό ταμείο. Όταν όμως ο Βαγιαζήτ ρώτησε «Πού είναι ο άσπρος παπαγάλος;» το πουλί επανέλαβε αμέσως το προαναφερθέν κείμενο και πρόσθεσε: «Κύριε, αφού ο Τζεμ-Σαχ μπήκε στο έλεος του Κυρίου του, έβγαλα την ενδυμασία του αγγέλου ντυμένου στα λευκά και ντύθηκα στα μαύρα πένθιμα της χήρας». «Ω!» είπε ο σουλτάνος απευθυνόμενος στον Σιβρί Χισάρι. «Σκότωσαν τον αδελφό μου τον Τζεμ;» «Μα τον Παράδεισο, αυτοκράτορα!» απάντησε εκείνος. «Αν και του άρεσε το κρασί, όμως δεν το έπινε παρά μόνο από εκείνο το μαγεμένο κύπελλο. Ούτε ανακατευόταν ποτέ με τους άπιστους, αλλά περνούσε όλο τον χρόνο του συνθέτοντας ποίηση. Έτσι, από θέλημα του Θεού, υπήρχε κάποιος κουρέας που ονομαζόταν Γιάνογλου (γιος του Ιωάννη), ο οποίος τον ξύρισε με δηλητηριασμένο ξυράφι, το οποίο έκανε το πρόσωπο και τα μάτια του να πρηστούν και να πάθει ασφυξία». Ο Βαγιαζήτ διέταξε να ταφούν τα λείψανα του Τζεμ στη Μπούρσα, δίπλα στον παππού του, τον Μουράτ Β’. Ενώ έσκαβαν τον τάφο, υπήρξε τέτοια βροντή και αναταραχή στο επιτάφιο παρεκκλήσι, που όλοι οι παρευρισκόμενοι τράπηκαν σε φυγή, αλλά ούτε ένας από αυτούς δεν μπόρεσε να περάσει το κατώφλι του, μέχρι να περάσουν δέκα ημέρες. Όταν αυτό αναφέρθηκε στον σουλτάνο, το πτώμα του Τζεμ θάφτηκε με εντολή του στο δικό του μαυσωλείο, κοντά σε εκείνο του παππού του.39 Ο πρίγκιπας Τζεμ Σαχ πέθανε το έτος Εγείρας 900, έχοντας περάσει έντεκα χρόνια ταξιδεύοντας σε Αίγυπτο, Αραβία, Συρία, Μεσοποταμία και Φρενγκιστάν, μέσω Ισπανίας και Γαλλίας και αφού δραπέτευσε από το κρησφύγετο του αδελφού του και ήπιε από την κούπα του Τζεμ,40 στο τέλος δηλητηριάστηκε πίνοντας από το κύπελλο της μοίρας. Όμως, σύμφωνα με τη γαλλική περιγραφή, άλλο άτομο σκοτώθηκε από το δηλητηριασμένο ξυράφι και το πτώμα του στάλθηκε στο Ρουμ (Τουρκία) αντί για τα λείψανα του Τζεμ, ο οποίος μάλιστα έγινε βασιλιάς της Γαλλίας και ήταν προπάτορας του σημερινού κυρίαρχου της χώρας εκείνης. Ρωτώντας για αυτήν την περιγραφή και ακούγοντας τι είχε συμβεί στον τάφο, δηλαδή ότι ο Μουράτ δεν επέτρεπε να ταφεί το πτώμα στο δικό του μαυσωλείο, διέταξε να το θάψουν αλλού. Ύστερα από την κατάληψη του Ουϊβάρ (Ράαμπ) το έτος 1073 (1662-3 μ.Χ.), στάλθηκε ο Μοχάμεντ Πασάς ως πρεσβευτής το επόμενο έτος, 1074 (1663-4), στη Γερμανία (Αλαμάν Ντιαρί), προκειμένου να συνάψει ειρήνη με τον αυτοκράτορα εκείνης της χώρας (Νέμσε-Τσάσαρι). Τον είχα συνοδεύσει και πέρασα τρία χρόνια επισκεπτόμενος τα επτά βασίλεια του Καφουριστάν, υπό την προστασία διαβατηρίου (πατέντα) που είχε γράψει ο ίδιος. Πατώντας το πόδι μου στη γη του Ντουνκάρκεϊν (Δουνκέρκη), που βρίσκεται στην ακτή του ωκεανού που χωρίζει την ανατολική πλευρά του Νέου Κόσμου από τη Γαλλία, πέρασα εκεί το Ραμαζάν του έτους 1075 (Μάρτιος 1605) και έχοντας γνωριστεί με ορισμένους καλά πληροφορημένους ιερείς (παπασλάρ), τους ρώτησα για την ιστορία του Τζεμ-Σαχ. Απάντησαν, ότι όταν ήρθε η εντολή από τον Οσμανλή (σουλτάνο) να σκοτώσουν τον Τζεμ, ο Γάλλος βασιλιάς τον γλίτωσε από οίκτο, καθώς ήταν συγγενής (της οικογένειας) των Οσμανλή και γιος της ίδιας της αδελφής του και ότι βάζοντας να δηλητηριάσουν ένα άλλο πρόσωπο που έμοιαζε με τον Τζεμ, έστειλαν το πτώμα του στην Ισλαμπόλ, λέγοντας ότι ήταν εκείνο του Τζεμ. Ότι όταν αργότερα έγινε βασιλιάς της χώρας στα σύνορα της Γαλλίας (τίς Φράνσα) την εποχή της κατάκτησης της Αιγύπτου από τον σουλτάνο Σελήμ, του έστειλε δώρα με συγχαρητήρια γράμματα για τη νίκη του. Επιβεβαίωναν επίσης την περιγραφή της στενής σχέσης μεταξύ του Οίκου του Οσμάν και των βασιλέων της Γαλλίας, μέσω της μητέρας του σουλτάνου Βαγιαζήτ και των απογόνων του βασιλιά Τζεμ. Είναι θαμμένος, πρόσθεταν, σε μαυσωλείο (κουμπαλί) σε κήπο όπως το Ίρεμ, έξω από την πόλη του Παρισιού, όπου έχουν ταφεί όλοι οι μουσουλμάνοι σύντροφοι και δούλοι του. Λόγω αυτής της σχέσης μεταξύ του οίκου του Οσμάν και των Γάλλων βασιλέων, όταν οι ξένοι πρεσβευτές συγκεντρώνονται στο ντιβάν, οι Φράγκοι πρεσβευτές στέκονται από κάτω, επειδή οι κυρίαρχοί τους δεν είναι μουσουλμάνοι. Αλλά ο Γάλλος τοποθετείται πάνω από τον πρεσβευτή της Περσίας, κάτω από τον οποίο κάθεται ο Γερμανός απεσταλμένος, έτσι ώστε ο πρέσβης από την Περσία να έχει έναν άπιστο από κάθε πλευρά. Ο Μουράτ Δ’, ο κατακτητής της Βαγδάτης, άλλαξε αυτόν τον κανονισμό και έδωσε προτεραιότητα στον Γάλλο πρέσβη έναντι όλων των άλλων και ο Ρώσος (Μοσχοβίτης) πήρε τότε τη δεξιά πλευρά του Πέρση, ρύθμιση που προσέβαλε τον Γερμανό πρέσβη, αλλά ήταν υποχρεωμένος να συναινέσει σε αυτήν. Αυτή η διακεκριμένη τιμή δόθηκε στη Γαλλία επειδή μια Γαλλίδα πριγκίπισσα ήταν η μητέρα του σουλτάνου Βαγιαζήτ.
Ας επιστρέψουμε τώρα από αυτήν την παρέκκλιση στην πολιορκία του κάστρου του Κονσταντίν. Ο σουλτάνος Μοχάμεντ Χαν έχοντας βγάλει την κόρη του βασιλιά της Γαλλίας από τα λάφυρα του αιχμαλωτισμένου στόλου και έχοντας βάλει, με τη συμβουλή εκείνων που τους συνέλαβαν, τους υπόλοιπους στα χέρια του Ακ-Σεμσεντίν για να διανεμηθούν στον στρατό, συνέχιζε να ενθαρρύνει τους πολιορκητές. Τελικά ήρθε η πεντηκοστή ημέρα. Ήταν φανερό ότι όλα ήσαν τρόμος και σύγχυση μέσα στην πόλη και αυτοί οι άχαροι χριστιανοί άπιστοι, βάζοντας λευκή σημαία στις επάλξεις, φώναζαν: «Έλεος, εκλεκτέ οίκε του Οσμάν! Θα παραδώσουμε την πόλη». Δόθηκε λοιπόν ανάπαυλα μιας ημέρας σε όλους τους άπιστους, να πάνε από στεριά ή θάλασσα σε όποια χώρα ήθελαν. Ύστερα ο σουλτάνος, βάζοντας στο κεφάλι του το αρχιερατικό τουρμπάνι και γαλάζιες μπότες στα πόδια του, ανέβηκε σε μουλάρι και κρατώντας το σπαθί του Μωάμεθ στο χέρι του, μπήκε επικεφαλής 70.000 ή 80.000 μουσουλμάνων ηρώων, φωνάζοντας: «Μην σταματάτε, πορθητές! Ο Θεός να δοξάζεται! Είστε οι νικητές της Κονσταντανίγιε!» Τους οδήγησε κατευθείαν στο παλάτι του Κωνσταντίνου (Τακφούρ Σεράι), όπου βρήκε μερικές χιλιάδες άπιστους συγκεντρωμένους και προετοιμασμένους να το υπερασπιστούν αποφασιστικά. Ακολούθησε μεγάλη μάχη και σε αυτόν τον αγώνα ο βασιλιάς Κοσταντίν σκοτώθηκε και θάφτηκε μαζί με τους υπόλοιπους απίστους (καφούρ) στο Μοναστήρι του Νερού (Σουλού Μοναστίρ). Οι θησαυροί στο παλάτι του βασιλιά ήσαν τόσο μεγάλοι, που μόνο ο Θεός γνωρίζει το ύψος τους. Είχαν συγκεντρωθεί από αυτόν τον Κωνσταντίν, που ήταν έμπορος και αρπαχτικός σαν γρύπας (ανκά) και είχε ξαναφτιάξει τον Ισλαμπούλ για ένατη φορά. Ο Μωάμεθ προχώρησε στην εκκλησία της Αγιασόφια προκειμένου να εκφράσει τις ευχαριστίες του λέγοντας προσευχή, συνοδευόμενη από δύο κλίσεις του κεφαλιού (ρικάτ). Δώδεκα χιλιάδες μοναχοί που κατοικούσαν μέσα και γύρω της, αφού έκλεισαν τις πόρτες της, πετούσαν από την οροφή, τους πύργους, τους πυργίσκους και τα κωδωνοστάσια, βέλη, φλεγόμενη πίσσα και νάφθα στους μουσουλμάνους. Ο Μωάμεθ, αφού κύκλωσε την εκκλησία με τους στρατούς του Ισλάμ, σαν σμήνος από σφήκες, για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, την πήρε τελικά την πεντηκοστή τρίτη ημέρα. Στη συνέχεια, αφού σκότωσε μερικούς μοναχούς, μπήκε στην εκκλησία κρατώντας στο χέρι του το λάβαρο του Προφήτη του Θεού και καρφώνοντάς το στον μεγάλο βωμό (μιχράμπ), ψάλθηκε, για πρώτη φορά, η μωαμεθανική εζάν (πρόσκληση σε προσευχή). Όταν οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι νικητές του πέρασαν τους μοναχούς από την άκρη του σπαθιού, η Αγιασόφια γέμισε με το αίμα των ειδωλολατρών. Ο Μωάμεθ, για να τους αφήσει αναμνηστικό της ικανότητάς του στην τοξοβολία, έριξε τετράπτερο βέλος στο κέντρο του τρούλου και το ίχνος του βέλους του το δείχνουν ακόμη εκεί. Ένας από τους τοξότες της φρουράς του σουλτάνου, έχοντας σκοτώσει έναν άπιστο με το αριστερό του χέρι και γεμίσει το δεξί του με το αίμα του, ήρθε ενώπιον του σουλτάνου και χτυπώντας το κόκκινο με αίμα χέρι του πάνω σε λευκή μαρμάρινη στήλη, άφησε το αποτύπωμα χεριού και δαχτύλων, που το δείχνουν ακόμη κοντά στην Τουρμπέ Καπουσί. Βρίσκεται στην απέναντι γωνία καθώς μπαίνει κανείς, σε ύψος πέντε ανδρών πάνω από το έδαφος.
Δοξολογία του Για Βουντούντ Σουλτάν
Ενώ ο σουλτάνος Μωάμεθ προχωρούσε σε πανηγυρική πομπή γύρω από την Αγιασόφια, ένας κεραυνός φάνηκε να χτυπά μέρος που ονομάζεται Τερλού-ντιρέκ και πηγαίνοντας εκεί βρήκαν ένα σώμα ξαπλωμένο με το πρόσωπο στραμμένο προς την κίμπλα [την κατεύθυνση της Μέκκας] και στο ζωγραφισμένο του στήθος γραμμένο με κατακόκκινους χαρακτήρες, το όνομα Για Βουντούντ (Ω Πανάγαθε). Ο Ακ-Σεμσεντίν, ο Καρά-Σεμσεντίν και οι άλλοι εβδομήντα άγιοι άνδρες αναφώνησαν: «Αυτό, ω αυτοκράτορα, ήταν η αιτία της πτώσης της Ισλαμπόλ την πεντηκοστή ημέρα». Αφού προσευχήθηκε να πέσει σε πενήντα ημέρες, αυτήν ακριβώς την ημέρα υπέκυψε στην ψυχή του και οδήγησε την προσευχή του στον ουρανό. Έπειτα, ενώ όλοι εκείνοι οι μορφωμένοι, δίκαιοι και εξαιρετικοί άνδρες έκαναν τις απαραίτητες προετοιμασίες για να πλύνουν αυτό το ευγενές πτώμα, ακούστηκε μια φωνή από τη γωνία του Τερλού-ντιρέκ (της στήλης που ιδρώνει), που έλεγε: «Πλύθηκε και παραλήφθηκε στο έλεος. Τώρα λοιπόν θάψτε τον». Όλοι έμειναν άναυδοι από έκπληξη. Και εκείνοι οι σεβάσμιοι σεΐχηδες, έχοντας τοποθετήσει το επιφανές πτώμα του Για Βουντούντ σουλτάνου σε νεκροκρέββατο και σκοπεύοντας να τον θάψουν κοντά στο Σεχίντ-καπουσί, προχώρησαν προς τις σκάλες του Εμίρ Ονού, όπου το νεκροκρέββατο τοποθετήθηκε σε σκάφος, το οποίο αμέσως, χωρίς κουπί ή πανί, πέταξε σαν κεραυνός και δεν σταμάτησε μέχρι να φτάσει κοντά στον [τάφο του] Άμπου Εγιούπ Ενσάρι. Εκεί θάφτηκε ο άγιος άνθρωπος και ο γειτονικός τόπος αποβίβασης ονομάστηκε από τότε Για Βουντούντ Ισκελεσί.
Ο σουλτάνος Μοχάμεντ Χαν, πατέρας της νίκης (δηλαδή ο Πορθητής), σουλτάνος γιος σουλτάνου από τους Ισλαμικούς κυρίαρχους του Οίκου του Οσμάν, εισήλθε στην Ισλαμπόλ νικηφόρα την Τετάρτη, εικοστή ημέρα του Τζουμαντά αλ-αχίρα του έτους 867 από τη φυγή του Προφήτη [1η Ιουλίου 1453 μ.Χ.], όπως εκφράστηκε με τα προφητικά και περιγραφικά γράμματα του κειμένου μπελντετούν ταγιμπετούν (καλή πόλη) και την ημέρα, ώρα και λεπτό που είχε προαναγγείλει στον σουλτάνο ο Ακ-Σεμσεντίν. Πολλοί ποιητές και μορφωμένοι άνθρωποι έχουν φτιάξει άλλες γραμμές και τεχνικές λέξεις που περιέχουν την ημερομηνία αυτής της νίκης των νικών, αλλά η ημερομηνία που βρίσκεται στο εξυψωμένο Κοράνι είναι πλήρης, αν τα τελευταία γράμματα μετρηθούν όπως προφέρονται. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’, επισκοώντας πιο στενά την εκκλησία της Αγιασόφια, έμεινε έκπληκτος από τη στιβαρότητα της κατασκευής της, τη δύναμη των θεμελίων της, το ύψος του τρούλου της και την ικανότητα του κατασκευαστή της, του Αγναντούς. Έβαλε να καθαρίσουν αυτόν τον αρχαίο τόπο λατρείας από τις ειδωλολατρικές ακαθαρσίες και να τον εξαγνίσουν από το αίμα των σκοτωμένων και αφού αναζωογόνησε το μυαλό των νικηφόρων μουσουλμάνων θυμιατίζοντάς τον με κεχριμπάρι και αλόη, τον μετέτρεψε την ίδια ακριβώς ώρα σε τζαμί (καθεδρικό), με την ανέγερση συνεσταλμένου μιχράμπ, μινμπάρ, μαχφίλ και μιναρέ, σε εκείνο το μέρος που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τον Παράδεισο. Την επόμενη Παρασκευή, οι πιστοί κλήθηκαν σε προσευχή από τους μουεζίνηδες, οι οποίοι διακήρυξαν με δυνατή φωνή το εξής κείμενο (Κοράνι 33.50): «Αληθώς, ο Θεός και οι άγγελοί του ευλογούν τον Προφήτη». Ο Ακ-Σεμσεντίν και ο Καρά-Σεμσεντίν σηκώθηκαν στη συνέχεια και μπαίνοντας στις δύο πλευρές του σουλτάνου, τον στήριξαν κάτω από τα χέρια τους. Ο πρώτος τοποθέτησε το δικό του τουρμπάνι στο κεφάλι του Πορθητή, στερεώνοντας σε αυτό ένα ασπρόμαυρο φτερό γερανού και βάζοντας στο χέρι του γυμνό σπαθί. Έτσι οδηγήθηκε στο μινμπάρ και ανέβηκε σε αυτό και φώναξε με φωνή τόσο δυνατή όσο του Δαυίδ «Δόξα στον Θεό, τον Κύριο όλων των κόσμων» (Κοράνι 9.1), οπότε όλοι οι νικηφόροι μουσουλμάνοι σήκωσαν τα χέρια τους και έβγαλαν κραυγή χαράς. Ο σουλτάνος στη συνέχεια, λειτουργώντας ως χατίμπ, πρόφερε το κουτμπέ και κατεβαίνοντας από το μινμπάρ, κάλεσε τον Ακ-Σεμσεντίν να κάνει την υπόλοιπη λειτουργία ως ιμάμης. Εκείνη την Παρασκευή ο πατριάρχης και τρεις τουλάχιστον χιλιάδες ιερείς που είχαν κρυφτεί κάτω από το πάτωμα της εκκλησίας, τιμήθηκαν με την υποδοχή τους στο Ισλάμ. Έναν από αυτούς, που ήταν τριακοσίων ετών, τον ονόμαζαν Μπαμπά Μοχάμεντ. Αυτός ο άνθρωπος υπέδειξε κρυμμένο θησαυρό στη δεξιά πλευρά του μιχράμπ, λέγοντας ότι είχε τοποθετηθεί εκεί από τον Σουλεϊμάν (Σολωμώντα), τον πρώτο κτίστη αυτού του αρχαίου τόπου λατρείας. Ο σουλτάνος, αφού πρώτα προσευχήθηκε εκεί για την ευημερία και διαιώνιση του τόπου, έβαλε να σκάψουν το έδάφος από κάτω του και κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης εβδομάδας έβγαλαν πολλές χιλιάδες καμήλες θησαυρών σε νομίσματα του Τεκιανού (Δεκιανού) και του Όκι-Γιούνους, που μεταφέρθηκαν και κατατέθηκαν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο και στον κήπο του ναυστάθμου.
Η ένδοξη κατάκτηση του Οκ-μεϊντάν (Πεδίου τοξοβολίας)
Όταν ο σουλτάνος μοίρασε όλη τη λεία στους νικητές, έβαλε να μεταφερθούν στο Οκ-μεϊντάν τα είδωλα όπως Βουντ, Γιαγούς, Γιαούφ, Σουβά και Νεσρ, τα οποία βρέθηκαν στολισμένα με κοσμήματα στην Αγιασόφια και να στηθούν εκεί ως στόχοι για όλους τους μουσουλμάνους ήρωες, για να ρίχνουν τα βέλη τους σε αυτά. Και από τότε, ένα βέλος που χτυπά τον στόχο ονομάζεται μέχρι σήμερα βέλος ειδώλου (πούτε οκί) από τους τοξότες. Ένα από αυτά τα είδωλα υπήρχε ακόμη, μέχρι να θρυμματιστεί την εποχή του σουλτάνου Αχμέτ Χαν. Ένα άλλο ονομαζόταν Αζμάις, επειδή βρισκόταν στη νότια πλευρά και τα βέλη το χτυπούσαν όταν βάλλονταν με βόρειο άνεμο. Το σημείο στο οποίο βρισκόταν, τώρα ονομάζεται τοζ-κοπαράν-αγιάγι (Πόδι δημιουργού σκόνης). Ένα άλλο είδωλο που ονομαζόταν Χεκί, τοποθετημένο κοντά στο Χας-κιόι, χτυπιόταν πιο εύκολα από τον βορρά. Από εκεί και η φράση «χεκί βολή». Ένα άλλο που ονομαζόταν Πισρέβ, τοποθετημένο στη βορειοδυτική πλευρά, που χτυπιόταν πιο εύκολα από τα νοτιοανατολικά (κίμπλα), εξακολουθεί να δίνει το όνομά του σε μια τέτοια βολή. Από το πελένκ, που ήταν τοποθετημένο στη δυτική πλευρά και χτυπιόταν από τα ανατολικά, προέρχεται ο όρος πελένκ. Κοντολογής, αφού τοποθετήθηκαν δώδεκα διαφορετικά είδωλα στις τέσσερις πλευρές του Οκ-μεϊντάν, έγινε μεγάλος αγώνας τοξοβολίας και όλοι οι παλιοί τοξότες, δείχνοντας καθένας την ικανότητά του σκοπεύοντάς τα, χαροποιούσε την ψυχή του επιφανούς Σαντ Βάκας και έτσι προέκυψε το έθιμο μεταξύ των ανθρώπων της Ισλαμπόλ, να συναντιούνται εκεί τις αργίες, με σκοπό να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους στην τοξοβολία. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’, αφού πήγε στον κήπο του ναυστάθμου, έδωσε συμπόσιο για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες σε όλους τους μουσουλμάνους κατακτητές, εμφανιζόμενος ο ίδιος ως τσασνεγκίρ-μπασης (αρχι-υπηρέτης), με τα ρούχα του τυλιγμένα γύρω από τη μέση του και μαντήλι στη ζώνη του, προσφέροντάς τους ψωμί και αλάτι και παρέχοντάς τους υπέροχο δείπνο. Μετά το δείπνο, περιέφερε την κανάτα και έριχνε νερό, για να πλύνουν τα ευγενή τους χέρια οι μορφωμένοι και οι άριστοι, για να ξεσκάσει έτσι επί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, αναλαμβάνοντας αυτές τις υπηρεσίες.
Διανομή της λείας
Ύστερα από αυτό το υπέροχο γλέντι που κράτησε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, ο σουλτάνος, συνοδευόμενος από τους τρεις αυτοκρατορικούς ντεφτερντάρ και όλους τους υπαλλήλους του στρατού, προχώρησε για να σωρεύσει στον κήπο του ναυστάθμου, τους θησαυρούς που είχε πάρει ο γαλλικός στόλος, μαζί με εκείνους που είχαν υποδειχθεί στην Αγιασόφια από τον Μοχάμεντ Μπαμπά και αυτούς που είχαν παρθεί από τα επτά χιλιάδες μοναστήρια, παρεκκλήσια και παλάτια μέσα στην πόλη. Οι πρώτοι στους οποίους παραχωρήθηκε το μερίδιό τους ήσαν οι γιατροί, οφθαλμίατροι, χειρουργοί, πλύντες των νεκρών και εκσκαφείς τάφων που υπηρετούσαν στον στρατό. Ύστερα οι σερίφ (δηλαδή τα μέλη της οικογένειας του Προφήτη). Μετά οι λόγιοι και ευσεβείς ουλεμάδες και σουλεχάδες (δηλαδή δάσκαλοι του νόμου). Ύστερα οι ιμάμηδες, χατίμπ και σεΐχηδες. Μετά από αυτούς οι μουλάδες και καζήδες (δικαστές). Ύστερα οι σέρντεν γκετζντί (ατρόμητοι). Στη συνέχεια οι Άραβες ναυτικοί που έσυραν τα πλοία στη στεριά, από το χωριό που τότε λεγόταν Λεβέντ-τσιφτλίκ. Ύστερα από αυτούς οι γενίτσαροι. Στη συνέχεια οι σπαχήδες, ζαΐμηδες, τοπτζή, τζεμπετζή, λαγεμτζή, εσεκτσή, ιπποκόμοι και υπηρέτες του στρατοπέδου, που αθροίζονταν συνολικά σε 170.000 άνδρες, στους οποίους παραχωρήθηκαν 63.000 σπίτια, πέρα από το νόμιμο μερίδιό τους από τα λάφυρα. Από αυτά, οι νικητές πλήρωναν κατά τη διάρκεια της ζωής τους το δέκατο, που οριζόταν από τον νόμο του Θεού, στον σουλτάνο, του οποίου το προσωπικό μερίδιο ήταν 3.800 αιχμάλωτοι, 20.000 πουγγιά χρυσού, νομίσματα του Τεκιανού και του Γιάνκο, γιου του Μαντιγιάν, 3.000 παλάτια, δύο μπεζεστένια και 7.000 καταστήματα. Έδωσαν επίσης στον σουλτάνο το τζαμί της Αγιασόφια, μαζί με επτά μεγάλα μοναστήρια και καθόρισαν το ενοίκιο που έπρεπε να πληρώνει ο ίδιος για το νέο σεράι σε χίλια άσπρα την ημέρα. Ένας Εβραίος, ο οποίος πρόσφερε χίλια και ένα άσπρα, θανατώθηκε. Στο καραμάν τμήμα της πόλης 300 ψηλά παλάτια δόθηκαν στους ουλεμάδες, 162 στους γενίτσαρους, 70 στους βεζίρηδες, επτά σε καθέναν από τους επτά βεζίρηδες του τρούλου (κουμπέ). Με λίγα λόγια, όλα τα σπίτια στην Ισλαμπόλ μοιράστηκαν έτσι στους νικητές και η κόρη του Γάλλου βασιλιά, που αναφέρθηκε πιο πάνω, δόθηκε στον αυτοκράτορα. Έτσι εκπληρώθηκε κάθε καθήκον που απαιτούσε ο νόμος. Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ακ-Σεμσεντίν και μίλησε έτσι: «Να ξέρετε και να καταλαβαίνετε εσείς, μουσουλμάνοι πορθητές, ότι για εσάς μιλούσε ο τελευταίος των Προφητών, η χαρά και υπερηφάνεια όλων των πλασμάτων, όταν έλεγε: «Αληθώς, θα κατακτήσουν την Κονσταντανίγιε. Ο καλύτερος διοικητής είναι ο δικός τους διοικητής. Ο καλύτερος στρατός είναι αυτός ο στρατός!» Μη σπαταλήσετε λοιπόν αυτούς τους θησαυρούς, αλλά ξοδέψτε τους σε καλά και ευσεβή ιδρύματα στην Ισλαμπόλ. Να είστε υπάκουοι στον αυτοκράτορά σας. Και όπως από την εποχή του Οσμάν μέχρι σήμερα, αποκαλούσατε τον αυτοκράτορά σας μπεγκ, έτσι από εδώ και πέρα να τον αποκαλείτε σουλτάνο. Και καθώς στη γιορτή έζωσε τη μέση του και σας υπηρέτησε ο ίδιος, σε αντάλλαγμα για τη γενναιοδωρία του να τον αποκαλείτε Χουνκάρ». Στη συνέχεια στερέωσε στο κεφάλι του σουλτάνου διπλό ασπρόμαυρο λοφίο από ερωδιό, λέγοντας: «Καθώς έγινες τώρα, ω αυτοκράτορα, ο εκλεκτός ηγεμόνας του Οίκου του Οσμάν, συνέχισε να φωτίζεις γενναία στον δρόμο του Θεού!» Ακολούθησε κραυγή νίκης και οι μουσουλμάνοι πολεμιστές κατέλαβαν τις νέες τους κατοικίες. Ήταν τότε που, με την άδεια του Ακ-Σεμσεντίν και των άλλων αγίων ανθρώπων, κόπηκε για πρώτη φορά νόμισμα που έφερε αυτή την επιγραφή: «Ο σουλτάνος, γιος σουλτάνου, ο σουλτάνος Μοχάμεντ Χαν, γιος του σουλτάνου Μουράτ Χαν, ας εκθειάζεται η νίκη του. Κόπηκε στην Κονσταντανίγιε το έτος 757». Την επόμενη μέρα, όταν ο σουλτάνος, βγαίνοντας από το χαρέμι, υποδέχτηκε τον Ακ-Σεμσεντίν στον Κήπο του Ναυστάθμου, «Δεν φάγατε μερικά γλυκά χθες το βράδυ, κύριε;» είπε ο τελευταίος. «Όχι», απάντησε, ο σουλτάνος, «δεν φάγαμε κανένα!» «Δεν θυμάστε», απάντησε ο άγιος άνδρας, «που όταν στεναχωρηθήκατε τόσο πολύ ενώ ήσασταν κυβερνήτης της Μαγνίσα, στο άκουσμα της κατάληψης της Άκκα από τους Φράγκους, σας είπα ότι θα φάτε μερικά από τα γλυκά τους όταν πάρετε την Ισλαμπόλ; Και δεν απολαύσατε χθες το βράδυ τη συντροφιά της Γαλλίδας πριγκίπισσας; Δεν ήταν αυτή γεύση ενός γλυκού που κερδήθηκε από τους Φράγκους; Από εδώ και πέρα, αφήστε αυτό το μπουμπουκιασμένο τριαντάφυλλο να λέγεται Ακιντέ (ζαχαρωτή) Χάνουμ κι εσείς ο ίδιος να ονομάζεστε Χουνκάρ (Αιματοχύτης). Ας είναι η ημέρα αυτή ημέρα χαράς, αλλά ας είναι επίσης ημέρα δικαιοσύνης! Από τις τρεις χιλιάδες ανθισμένες μωαμεθανές παρθένες που ήρθαν στη συνοδεία της Ακιντέ της συζύγου σας (χασεκή), μην αφήσετε να αγγίξουν καμία, αλλά στείλτε στην Άκκα, τη Γάζα, τη Ράμλα, τη Χαουράν, σε όλες τις χώρες από τις οποίες πάρθηκαν, έναν κατάλογο με τα ονόματά τους και προστάξτε τους γονείς, συγγενείς και φίλους τους να πάνε στην Ισλαμπόλ, ώστε καθεμιά από αυτές να μπορεί, με τη συγκατάθεση των γονέων τους, να ενωθεί με νόμιμο γάμο με έναν από τους μουσουλμάνους πολεμιστές και έτσι να γίνει η πόλη της Ισλαμπόλ πολυπληθής». Οι συμβουλές του Ακ-Σεμσεντίν ακολουθήθηκαν. Και σε σύντομο χρονικό διάστημα δέκα χιλιάδες πατέρες, μητέρες, συγγενείς και φίλοι έσπευσαν στην πόλη και τρεις χιλιάδες ήρωες έγιναν ευτυχισμένοι, καθώς ενώθηκαν με νόμιμο γάμο με τρεις χιλιάδες παρθένες. Στη συνέχεια εκδόθηκαν εντολές προς όλους τους βεζίρηδες που ήσαν πασάδες στην Ευρώπη και την Ασία, να στείλουν όλους τους γιους του Αδάμ από κάθε περιοχή στην Ισλαμπόλ. Έτσι η πτέρυγα του Ουσκουμπλή κατοικήθηκε από τους κατοίκους του Ουσκούμπ. Η πτέρυγα Γενί (Νέος) Μαχαλά από τους ανθρώπους του Γενίσεχιρ. Εκείνη της Αγιασόφια από τους ανθρώπους της Σόφιας. Εκείνη του Τένες από τους Ουρούμ (Έλληνες) από τον Μόρα (Μοριά). Η γειτονιά Τεκούρ-σεράι και Σαχίντ-καπουσί από τους Εβραίους πενήντα κοινοτήτων που προέρχονταν από τη Σελάνικ (Θεσσαλονίκη). Το Ακ-σεράι από τους ανθρώπους από την Αναντολού (Ανατολία). Η πτέρυγα κάτω από το κάστρο από τους Σύριους και τους Άραβες. Οι Πέρσες εγκαταστάθηκαν στο Χότζα-Χαν κοντά στο Μαχμούτ Πασά. Οι Γύφτοι (Τσινγκάνε) που προέρχονταν από το Μπαλάτ Σεχίρ είναι εγκατεστημένοι στο Μπαλάτ-μαχαλεσί. Οι Ουλούτς από το Ακι-μπεντ στην πτέρυγα Ακι-μπεντ. Οι Αρναούτ (Αλβανοί) κοντά στη Σιλίβρι Καπί. Οι Εβραίοι από το Σαφάτ στο Χας Κιόι. Οι Τούρκοι της Ανατολίας στο Ουσκουντάρ (Σκουτάρι). Οι Αρμένιοι της Τοκάτ και της Σίβας κοντά στο Σουλού Μοναστίρ. Οι άνθρωποι της Μαγνησίας στην πτέρυγα Ματζουντζή. Εκείνοι από το Εκιρντίρ και το Εκμιντίρ στο Εγρί Καπί. Οι [ ] στο Εγιούπ Σουλτάν. Οι άνθρωποι από το Καραμάν στην πτέρυγα Μπουγιούκ Καραμάν. Οι κάτοικοι της Κόνια σε εκείνη του Κιουτσούκ Καραμάν. Εκείνοι του Τιρελί στη Βέφα. Οι άνθρωποι του κάμπου του Τσερσεμπέ στο αποκαλούμενο Μπαζάρ. Οι κάτοικοι της Κασταμούνι στην πτέρυγα Καζαντζιλάρ (Χαλκουργών). Οι Λαζ από την Τιραμπουζούν (Τραπεζούντα) κοντά στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Οι άνθρωποι της Γκελίμπολου (Καλλίπολης) στον Ναύσταθμο. Εκείνοι της Ιζμίρ (Σμύρνης) στον Μεγάλο Γαλατά. Οι Φράγκοι στον Μικρό Γαλατά (Πέρα). Οι κάτοικοι της Σινόμπ και της Σαμσούν στο Τόπ-χανε. Κοντολογής, οι μωαμεθανοί κάτοικοι όλων των μεγάλων πόλεων στη χώρα του Οίκου του Οσμάν οδηγήθηκαν τότε να εποικίσουν την Ισλαμπόλ, η οποία για αυτόν τον λόγο ονομάστηκε Ισλάμι μπολ (δηλαδή άφθονο είναι το Ισλάμ της!).
Με απόφαση του Θεού, η Ισλαμπόλ πάρθηκε τον μήνα Τεμούζ (Ιούλιο) και η θάλασσα στη συνέχεια βάφτηκε με το αίμα μερικών χιλιάδων μαρτύρων. Τώρα συμβαίνει σαράντα ημέρες, κάθε χρόνο, εκείνη την εποχή, η θάλασσα να είναι ακόμη αιματοβαμμένη, από την πύλη του Εγιούπ Ενσάρ μέχρι την πύλη του Μάρτυρα (Σεχίντ Καπουσί). Αυτό είναι θαυματουργό πράγμα και από τα μυστικά του Θεού. «Πραγματικά, ο Θεός έχει δύναμη πάνω σε όλα!»
12. Περιγραφή του Νέου Σεράι, του κατωφλιού της κατοικίας της ευτυχίας
Ο Πορθητής έχοντας έτσι αποκτήσει τέτοιους θησαυρούς, παρατήρησε ότι το πρώτο πράγμα που απαιτούνταν για έναν αυτοκράτορα ήταν μόνιμη κατοικία. Ξόδεψε λοιπόν τρεις χιλιάδες πουγγιά για την κατασκευή του Νέου Σεράι. Η καλύτερη από πολλές επιγραφές με χρονολογίες που είναι χαραγμένες πάνω από την αυτοκρατορική πύλη, είναι εκείνη στο κάτω μέρος με εμφανή χρυσά γράμματα σε λευκή μαρμάρινη πλάκα, Χαλλέντ Αλλαχού άζζα σαχιμπίχι. Ο Θεός ας κάνει αιώνια τη δόξα του κυρίου του! (ε.Ε. 876, 1471-2 μ.Χ.). Ποτέ δεν είχε δημιουργηθεί πιο ευχάριστο οικοδόμημα από την τέχνη του ανθρώπου. Γιατί, τοποθετημένο στα σύνορα της θάλασσας και έχοντας τη Μαύρη Θάλασσα στον βορρά και την Άσπρη Θάλασσα στα ανατολικά, είναι πόλη μάλλον που βρίσκεται στη συμβολή δύο θαλασσών παρά ανάκτορο. Ο πρώτος κατασκευαστής του ήταν εκείνος ο δεύτερος Σολωμών, ο δίκερος Αλέξανδρος. Ανεγέρθηκε συνεπώς στα ερείπια εκείνου που είχε χτιστεί από προηγούμενους ηγεμόνες και ο Μωάμεθ ο Πορθητής πρόσθεσε εβδομήντα ιδιωτικά, βασιλικά και καλά επιπλωμένα διαμερίσματα, όπως ζαχαροπλαστείο, φούρνο, νοσοκομείο, ναύσταθμο, αποθήκη χαλιών, αποθήκη ξύλων, σιταποθήκη, ιδιωτικούς στάβλους έξω και μέσα, έτσι ώστε καθένας να μοιάζει με τον στάβλο του Αντάρ, αποθήκες διαφόρων ειδών γύρω από έναν κήπο απολαυστικό όπως ο κήπος του Ίρεμ, φυτεμένο με 20.000 κυπαρίσσια, πλατάνια, κλαίουσες ιτιές, κέδρους, πεύκα και πυξάρια και ανάμεσά τους πολλές εκατοντάδες χιλιάδες οπωροφόρα δένδρα, δημιουργώντας μεγάλο κλουβί πουλιών και παρτέρια με τουλίπες, που ακόμη και σήμερα μπορεί να συγκριθεί με τον κήπο του Τζίνι. Στη μέση αυτού του κήπου υπάρχει ευχάριστος λόφος και ανυψούμενο έδαφος, στο οποίο έχτισε σαράντα ιδιωτικά διαμερίσματα, καλυμμένα με κινέζικα κεραμίδια και αίθουσα ακρόασης (αρζ-οντά) μέσα στο Λιμάνι της Ευτυχίας και έναν ωραίο ιππόδρομο, στην ανατολική πλευρά του οποίου έφτιαξε λουτρό, κοντά στο ιδιωτικό θησαυροφυλάκιο, δίπλα στο οποίο βρίσκονται το κλουβί των πουλιών, η αποθήκη τροφίμων, ο θάλαμος του ταμία, η ντουλάπα του σουλτάνου, το αυτοκρατορικό τζαμί, η αίθουσα του γερακοτρόφου, ο θάλαμος των μεγάλων και μικρών υπηρετών, ο θάλαμος των σεφερλή [πολεμιστών] και του γκιουλχάν, το τζαμί του μπουγιούκ-οντά και το κτίριο άσκησης, το οποίο ενώνεται με το λουτρό που αναφέρθηκε πιο πάνω. Οι ιδιωτικοί θάλαμοι (χας-οντά), που προαναφέρθηκαν, καταλαμβάνονταν από τρεις χιλιάδες υπηρέτες, όμορφους όπως ο Γιουσούφ (Ιωσήφ), πλούσια ντυμένους με πουκάμισα αρωματισμένα σαν τριαντάφυλλα, με κεντημένες τιάρες και μανδύες πνιγμένους σε χρυσό και κοσμήματα, έχοντας καθένας τη θέση του στην αυτοκρατορική υπηρεσία, εκεί όπου ήταν πάντοτε έτοιμος να βρίσκεται. Σε αυτό το παλάτι δεν υπήρχε χαρέμι, αλλά χτίστηκε αργότερα, την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν, ο οποίος πρόσθεσε έναν θάλαμο για τους μαύρους ευνούχους (ταβάσι αγα-λάρ), έναν άλλο για τους λευκούς ευνούχους (τεμπερνταράν χάσσε, δηλαδή ιδιωτικούς δορυπελεκηφόρους), μικρό δωμάτιο (κιόσκ) για αναψυχή και θάλαμο για το ντιβάν, όπου οι επτά βεζίρηδες συγκεντρώνονταν τέσσερις ημέρες την εβδομάδα. Ο σουλτάνος Μωάμεθ, ομοίως, περιέβαλε αυτό το ισχυρά οχυρωμένο παλάτι με τείχος που είχε 366 πύργους και 12.000 πολεμίστρες. Η περίμετρός του ήταν 6.500 βήματα, με δεκαέξι πύλες, μεγάλες και μικρές. Εκτός από όλους τους άλλους αξιωματικούς που απαριθμήθηκαν προηγουμένως, υπήρχαν σε αυτό το παλάτι 12.000 μποσταντζή, ενώ, όλων συμπεριλαμβανομένων, 40.000 ψυχές βρίσκονταν μέσα από τα τείχη του.
13. Περιγραφή του Παλαιού Σεράι
Ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής αποφάσισε επίσης να τοποθετήσει το τιμητικό του χαρέμι στην Ισλαμπόλ. Σε ευάερη και υπερυψωμένη θέση, στην πλευρά της πόλης που έχει θέα στο κανάλι, υπήρχε παλιό μοναστήρι, χτισμένο από τον βασιλιά Πουζαντίν και τοποθετημένο στη μέση υπέροχου άλσους, γεμάτου από κάθε είδους ζώα και πουλιά. Αυτό το μοναστήρι, την εποχή του Πουζαντίν και του Κοσταντίν, το καταλάμβαναν 12.000 μοναχοί και μοναχές. Η αφορμή για την κατασκευή του ήταν ότι ο Σίμων, ένας από τους αποστόλους του Ιησού, έχοντας αφοσιωθεί και διατηρώντας φιλική επαφή με κάθε είδους άγρια ζώα, έσκαψε λάκκο στο έδαφος για να τα εφοδιάσει με νερό, από τον οποίο ξεπήδησε πηγή πραγματικά τρεχούμενου νερού. Ο Σίμων στη συνέχεια έκτισε εκεί μικρό προσευχητήριο, το οποίο, με την πάροδο του χρόνου, αντικαταστάθηκε από το μοναστήρι που κατέστρεψε ο Μωάμεθ, όταν έχτισε στη θέση του το παλιό παλάτι (Εσκί Σεράι) που ξεκίνησε το έτος 858 (1454 μ.Χ.) και τελείωσε το το έτος 862 (1458 μ.Χ.). Το τείχος δεν έχει πύργους, ούτε πολεμίστρες, ούτε τάφρο, αλλά είναι πολύ ισχυρό, με περίβλημα μολύβδου γαλάζιου χρώματος. Η περίμετρός του ήταν τότε 12.000 αρσίν (25.000 πόδια). Πρόκειται για συμπαγές τετράγωνο κτίριο, η μία πλευρά του οποίου εκτεινόταν από την συνοικία των χαλκουργών (καζαντζιλέρ), κοντά στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ, μέχρι την Πύλη Μίσκι-σαμπούν (Μοσχοσάπουνου), απ’ όπου άλλο εκτεινόταν μέχρι το παλάτι του Ντελάκ Μουσταφά Πασά. Από εκεί τρίτο στηριζόταν στον τοίχο και την κινστέρνα του μικρού παζαριού. Ο χώρος των παλατιών του αγά των γενίτσαρων και του Σιγιαβούς Πασά, καταλαμβάνει τώρα εκείνον του Παλαιού Σεράι. Από εκεί η τέταρτη πλευρά, περνώντας πάνω από τη γειτονιά του Ταχτάλ-καλε, ερχόταν ξανά στο παζάρι των χαλκουργών. Μέσα σε αυτό το παλάτι υπήρχαν πολλές αυλές, δωμάτια, στέρνες και κρήνες, κουζίνα όπως εκείνη του Καϊκαούς, ιδιωτικό κελάρι, θάλαμοι για 3.000 δορυπελεκηφόρους (τεμπερντάρ), υπηρέτες χωρίς μπούκλες, διαμέρισμα (οντά) για τον λευκό και για τον μαύρο αγά (των ευνούχων), που υπάγονταν και οι δύο στον (κιζλάρ) αγά της Πύλης (του Ντάρους-σαντέ, δηλαδή του σπιτιού της ευτυχίας). Έχοντας τοποθετήσει σε αυτό όλες τις ευνοούμενές του (χασεκή), μαζί με τη Γαλλίδα πριγκίπισσα, ερχόταν δύο φορές την εβδομάδα από το νέο παλάτι στο παλιό και εκείνες τις νύχτες τις αξιοποιούσε εκεί.
Δοξολογία του τρεχούμενου νερού του Παλαιού Παλατιού (Εσκί Σεράι)
Ο Αμπούλ Φατχ Μοχάμεντ, όντας σοφός και επιφανής αυτοκράτορας, συγκέντρωσε όλους τους μορφωμένους άνδρες του για να ρωτήσει ποιο ήταν το καλύτερο νερό στην Ισλαμπόλ και όλοι του έδειξαν ομόφωνα την πηγή του Σιμούν (Σίμωνα), μέσα στο Εσκί Σεράι, ως το ελαφρύτερο, πιο μαλακό και πιο άφθονο από όλα. Αυτό αποδείχθηκε βυθίζοντας μισκάλ από βαμβάκι σε ορισμένη ποσότητα κάθε διαφορετικού είδους νερού, ύστερα ζυγίζοντας κάθε τεμάχιο και ζυγίζοντάς το για δεύτερη φορά αφού το στέγνωναν στον ήλιο. Ο σουλτάνος λοιπόν αποφάσισε να μην πίνει άλλο νερό εκτός από αυτό και μέχρι τώρα είναι η αγαπημένη πηγή από την οποία πίνουν όλοι οι διάδοχοί του. Τρεις άνδρες έρχονται κάθε μέρα από τον κιλαρτζή-μπαση και τρεις από τον σακά-μπαση του σεράι και γεμίζουν έξι ασημένιες κανάτες, καθεμιά χωρητικότητας 20 ουγγιών, με αυτό το διαυγές νερό, σφραγίζουν τα στόμιά τους παρουσία του επιθεωρητή νερού με σφραγίδες κόκκινου κεριού και τις φέρνουν στον αυτοκράτορα. Τώρα αυτή η κρήνη βρίσκεται μπροστά από την πύλη του Επιθεωρητή (Ναζίρ Καπουσί) στην ανατολική πλευρά του Παλαιού Σεράι, εκεί που ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής οδήγησε το νερό να τρέξει έξω από το παλάτι και ύψωσε το κτίριο από πάνω του. Είναι τώρα το πιο διάσημο νερό στην πόλη και είναι γνωστό με το όνομα της κρήνης του Σιμούν. Το έτος [ ] ο σουλτάνος Σουλεϊμάν, έχοντας μεγαλώσει αυτό το παλιό παλάτι σε έκταση τριών μιλίων σε περίμετρο, έχτισε τρεις πύλες. Τη Ντιβάν Καπουσί προς τα ανατολικά, τη Σουλτάν Βαγιαζήτ Καπουσί στα νότια και τη Σουλεϊμανιέ Καπουσί προς τα δυτικά. Στο εξωτερικό αυτής της πύλης ο σουλτάνος Σουλεϊμάν έχτισε το τζαμί που φέρει το όνομά του, από τα λάφυρα της κατάκτησης του Βελιγραδίου, της Μάλτας και της Ρόδου. Κοντά του έχτισε σχολεία επιστήμης και διδασκαλίας των παραδόσεων και της τέχνης της απαγγελίας του Κορανίου, σχολείο για παιδιά, οίκο ελεημοσύνης, νοσοκομείο, καραβανσεράι, λουτρό και αγορά για βιοτέχνες που κατασκεύαζαν μπότες, κουμπιά και για χρυσοχόους. Επίσης παλάτι για κατοικία του μακαρίτη Σιγιαβούς Πασά, άλλο για κατοικία του αγά των γενίτσαρων, τρίτο για τον Λάλα Μουσταφά Πασά, τέταρτο για τον Πιρ Μοχάμεντ Πασά Καραμάνι, πέμπτο για τον Μουσταφά Πασά, που έχτισε το τζαμί στο Γκεϊμπίζ, έκτο για τον κόρη του, την Εσμαχάν Σουλτάνα και χίλια κελιά, με ξενώνες προσαρτημένους, για τους υπηρέτες του τζαμιού. Όμως οι τέσσερις πλευρές του παλιού σεράι οριοθετούνταν από τον δημόσιο δρόμο και μέχρι σήμερα δεν εφάπτονται με κανένα σπίτι. Τα προαναφερθέντα παλάτια είναι όλα χτισμένα στη θέση του Παλιού Σεράι, που ανεγέρθηκε από τον σουλτάνο Μωάμεθ Χαν, ο οποίος στη συνέχεια κατασκεύασε στρατώνες για 160 συντάγματα (μπουλούκ και τζεμάτ) γενίτσαρων και 160 θαλάμους (οντά) για τους σεκμπάν (σεϊμέν), τζαμί για τον εαυτό του, θαλάμους για τους ντουφεξήδες (τζεμπετζή), πυριτιδαποθήκες στο Πέικ-χανε, στο Καλεντέρ-χανε, στο Τερς-χανε, στο Τόπ-χανε, στο Καγίτ-χανε και πολλά άλλα παρόμοια δημόσια κτίρια εντός και εκτός της Ισλαμπόλ. Τα ποσά που δαπανήθηκαν έτσι είχαν αντληθεί από τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρωθεί στις κατακτήσεις του.
14. Οι δημόσιοι λειτουργοί που εγκαταστάθηκαν στην Ισλαμπόλ την εποχή της κατάκτησης
Μέσα σε τρία χρόνια η πόλη της Ισλαμπόλ έγινε τόσο πυκνοκατοικημένη και περιείχε τέτοια θάλασσα ανθρώπων, που ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν οι κάτοικοί της χωρίς δημόσια αρχή. Οι βοηθοί που παραχωρήθηκαν αρχικά στον μεγάλο βεζίρη Μαχμούτ Πασά ήσαν πέντε δήμιοι, ένα σύνταγμα (οντά) γενίτσαρων με μουζίρ-αγα (συνταγματάρχη), τσαούσηδες (αστυφύλακες) των τοπτζή και τζεμπετζή, ένας λοχαγός (οντά-μπασης) των μποσταντζή και ένας τουφενκτζή (τυφεκιοφόρος) και ματαρατζή (νερουλάς) από τους γενίτσαρους, με τους οποίους γύριζε την πόλη την τέταρτη ημέρα κάθε εβδομάδας, προκειμένου να τιμωρεί με φαλάκα (ραβδισμό)41 όλους τους παραβάτες του νόμου. Πήγαινε πρώτα στο ντιβάν-χανε (αίθουσα υποδοχής) των εμπόρων στο Ουν-καπάνι (Αγορά Αλευριού) και συγκαλούσε συμβούλιο (ντιβάν) εκεί. Στη συνέχεια επισκεπτόταν τις σκάλες (ισκέλε) της αγοράς φρούτων και συγκαλούσε συμβούλιο για να καθορίσει την τιμή των φρούτων. Από εκεί προχωρούσε στην αγορά λαχανικών και στα σφαγεία (σάλ-χανε), όπου κανόνιζε την τιμή στην οποία έπρεπε να πωλούνται τα λαχανικά και το πρόβειο κρέας και στη συνέχεια επέστρεφε στο Σεράι.
Ο δεύτερος δημόσιος λειτουργός ήταν ο σεγκμπάν-μπασης (διοικητής των σεϊμέν), στον οποίο είχε ανατεθεί η φαλάκα, αλλά ο οποίος δεν είχε δημίους.
Ο τρίτος ήταν ο δικαστής και μουλάς της Ισλαμπόλ, ο οποίος μπορούσε να επιβάλει τον ραβδισμό (φαλάκα) και να φυλακίσει για χρέη.
Ο τέταρτος, ο μουλάς του Εγιούπ, ο οποίος μπορούσε να επιβάλει τις ίδιες τιμωρίες.
Ο πέμπτος, ο μουλάς του Γαλατά, και
Ο έκτος, ο μουλάς του Ουσκουντάρ, με την ίδια εξουσία στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους.
Ο έβδομος, ο αγιάκ ναΐμπί ή επιθεωρητής των αγορών, που τιμωρούσε όλους όσους πωλούσαν πάνω από τις νόμιμες τιμές ή χρησιμοποιούσαν κίβδηλα μέτρα και σταθμά.
Ο όγδοος, ο μοχτεσίμπ αγάσι (επιθεωρητής των μαγαζιών), από τον οποίο τιμωρούνταν όλοι οι κακοπληρωτές στις αγοραπωλησίες, ανάλογα με τα αδικήματά τους, με φυλάκιση και βασανιστήρια, όπως να σκεπάζουν τα κεφάλια τους με τα εντόσθια ζώων ή να καρφώνουν τα αυτιά και τις μύτες τους σε σανίδα.
Ο ένατος, ο ασάς-μπασης και
Ο δέκατος, ο σούμπασης, δύο αστυνομικοί τους οποίους συνόδευαν δήμιοι εφοδιασμένοι με μαστίγια, αλλά όχι ραβδιά (φαλάκα). Πραγματοποίησαν επισκέψεις σε σπίτια, συλλάμβαναν παραβάτες και παρακολουθούσαν την εκτέλεση εγκληματιών που καταδικάζονταν σε θάνατο.
Ο ενδέκατος, ο Ισλαμπόλ-Αγάσι ή διοικητής της Κωνσταντινούπολης.
Ο δωδέκατος, ο μποσταντζή-μπασης, ο οποίος συνεχώς, από τη νύχτα ως το πρωί, γυρίζει όλα τα χωριά της ακτής της θάλασσας, τιμωρεί όλους όσους θεωρεί ότι παραβαίνουν και αν κάποιοι αξίζουν τον θάνατο, τους ρίχνει στη θάλασσα.
Οι δέκατοι τρίτοι, οι τσορμπατζή (συνταγματάρχες των γενίτσαρων), οι οποίοι γυρίζουν συνεχώς, από το βράδυ μέχρι το πρωί, με πεντακόσιους ή εξακόσιους από τους στρατιώτες τους σε αναζήτηση ύποπτων προσώπων, τους οποίους στέλνουν αιχμαλώτους στην Πύλη, όπου παίρνουν αυτό που τους αξίζει.
Οι δέκατοι τέταρτοι, οι σαράντα δικαστές που διορίζονται, σύμφωνα με τον νόμο του Προφήτη, να προεδρεύουν επί των σαράντα δικαστηρίων (Μέχκεμε) στην Ισλαμπόλ, κάτω από τους τέσσερις προαναφερθέντες μουλάδες. Έχουν επίσης την εξουσία να φυλακίζουν και να επιβάλουν ποινές.
Ο δέκατος πέμπτος, ο σεϊχουλισλάμ ή μουφτής (επικεφαλής του νόμου),42 μπορεί μόνο να δώσει τη νόμιμη απάντηση σε ερωτήσεις που του υποβάλλονται, δηλαδή «Είναι» ή «Δεν είναι». «Ο Θεός ξέρει!» «Ναι» ή «Όχι».
Ο δέκατος έκτος, ο Αναντολού καζιασκέρης (στρατιωτικός δικαστής Ανατολίας), δεν έχει δικαίωμα να τιμωρεί, αλλά συμμετέχει στο ντιβάν ως αρχηγός και πρόεδρος όλων των Ασιατών δικαστών.
Ο δέκατος έβδομος, ο Ρούμελι καζιασκέρης (στρατιωτικός δικαστής Ρωμυλίας), δεν έχει ομοίως καμία εξουσία να τιμωρεί, αλλά αποφασίζει για όλες τις αγωγές που οδηγούνται ενώπιον του ντιβάν από τη χώρα και είναι ο επικεφαλής όλων των Ευρωπαίων δικαστών. Ομοίως διορίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες του σουλτάνου Μωάμεθ του Πορθητή, να γράφει όλες τις αυτοκρατορικές αποφάσεις παραχώρησης προνομίων (μπεράτ).
Ο δέκατος όγδοος, ο διοικητής (ντιζντάρ) του Επταπύργιου.
Ο δέκατος ένατος, ο επικεφαλής αρχιτέκτονας. Αν ανεγερθεί οποιοδήποτε κτίριο στην Ισλαμπόλ χωρίς την άδειά του, κατεδαφίζεται και οι οικοδόμοι τιμωρούνται.
Ο εικοστός, ο καπουδάν-πασάς (αρχιναύαρχος) που είναι εγκατεστημένος στον Ναύσταθμο (τέρς-χανε) και διοικεί τη θάλασσα νύχτα και μέρα.
Ο εικοστός πρώτος, ο κεχαγιάς (κετ-χοντά) του ναύσταθμου (τέρς-χανε, ταρσανά), ο οποίος, αν τυχόν βρεθούν κλέφτες τη μέρα ή τη νύχτα στην περιοχή που ονομάζεται Κασίμ-πασα, μπορεί να επιβάλει την αυστηρότερη τιμωρία, ακόμη και θάνατο, αν είναι απαραίτητο.
Οι εικοστοί δεύτεροι, οι ταλίμ-χανετζή-μπαση (υπασπιστές), ο διοικητής του 54ου συντάγματος των γενίτσαρων και εκείνος των κορουτζή (ανάπηρων), των οποίων οι στρατώνες βρίσκονται εντός των ορίων του Οκ-μεϊντάν, γυρίζουν εκεί και αν συναντήσουν ύποπτους αλήτες, τους μεταφέρουν στον διοικητή τους, τον ατιτζή-μπαση (αρχηγό των τοξοτών), ο οποίος, τιμωρώντας τους όπως τους αξίζει, διατάζει να τους κρεμάσουν από δένδρο με τη χορδή των τόξων και να τους επιτεθούν με βροχή βελών.
Καθορίστηκε από τους κανονισμούς του σουλτάνου Μωάμεθ του Πορθητή και αυτή η διάταξη ανανεώθηκε με χάτι σερίφ (αυτοκρατορικό διάταγμα) από όλους τους διαδόχους του, ότι σε κάθε παραβάτη τον οποίο θα συλλάβουν αυτοί οι αξιωματικοί, αν είναι στρατιώτης, δεν θα δοθεί κανένα έλεος, αλλά θα κρεμαστεί αμέσως από δένδρο. Συνολικά, στις περιοχές και των δύο πλευρών του Στενού της Μαύρης Θάλασσας, υπάρχουν τριαντατρεις δικαστές και τριανταπέντε τοπικοί δικαστές, αναπληρωτές του μουλά, στην πόλη. Αλλά η πόλη Μπεϋκόζ έχει ξεχωριστή δικαιοδοσία και ο δικαστής της διορίζεται από τον μουνετζίμ-μπαση (βασιλικό αστρονόμο). Εκτός από τους ήδη απαριθμημένους δικαστές και άρχοντες, υπάρχουν επίσης 166 επαρχιακοί δικαστές, υπαγόμενοι στους τέσσερις μουλάδες της Ισλαμπόλ, 360 σουμπάσηδες, ογδονταεπτά φρουροί των γενίτσαρων, με τους διοικητές τους (σερντάρ) και σαράντα σουμπάσηδες των ελεύθερων βακφ (φιλανθρωπικών ιδρυμάτων). Κοντολογής, ο συνολικός αριθμός των καζήδων και σουμπάσηδων εντός των περιοχών της Ισλαμπόλ, που καθορίζεται από τον κώδικα (κανούν) του Μωάμεθ του Πορθητή, ανέρχεται σε χίλιους διακόσιους. Υπάρχουν επίσης μέσα στην ίδια δικαιοδοσία οι κυβερνήτες και άρχοντες 150 εταιρειών εμπόρων, αλλά αυτοί οι κυβερνήτες δεν έχουν νομική εξουσία να φυλακίζουν και να τιμωρούν. Μπορούν μόνο να αποφασίζουν για ζητήματα σχετικά με τους νόμους των εταιρειών επί των οποίων προεδρεύουν.
| <-Τμήματα 1-10 | Τμήμα 15-> |
