ch_15

<-Τμήματα 11-14 Τμήματα 16-30->

15. Τα αυτοκρατορικά τζαμιά στη μωαμεθανική πόλη της Κονσταντανίγιε

Αγιασόφια

Ο πρώτος και ο αρχαιότερος από αυτούς τους τόπους λατρείας, αφιερωμένους στον παντοδύναμο και αιώνιο Θεό, είναι εκείνος της Αγιασόφια, που χτίστηκε, όπως αναφέρεται στο έβδομο τμήμα, το έτος 5052 μετά την πτώση του Αδάμ [από τον Παράδεισο]. Ολοκληρώθηκε από τον Αγνάντους (Ιγνάτιο;), έναν τέλειο αρχιτέκτονα, καλά ειδικευμένο στη γεωμετρία, υπό την καθοδήγηση του Προφήτη Χιζρ. Σαράντα χιλιάδες εργάτες, επτά χιλιάδες αχθοφόροι και τρεις χιλιάδες χτίστες χρησιμοποιήθηκαν για την ανύψωση των θόλων και των αψίδων του πάνω σε τρεις χιλιάδες πυλώνες. Κάθε μέρος του κόσμου λεηλατήθηκε για να βρεθούν τα πιο πλούσια μάρμαρα και οι πιο σκληρές πέτρες για τους τοίχους και τους κίονές του. Πέτρες διαφόρων αποχρώσεων, κατάλληλες για τον θρόνο του Μπελκίς, μεταφέρθηκαν από το Αγιασολούκ (Έφεσο) και το Αϊντιντζίκ. Μάρμαρα διαφόρων χρωμάτων αφαιρέθηκαν από το Καραμάν, το Σαμ (Συρία) και το νησί της Κούμπρους (Κύπρου). Μερικές χιλιάδες ασύγκριτες στήλες, από ίασπη και σε λαδί χρώμα, εισήχθησαν από τα υπέροχα μνημεία της δεξιοτεχνίας του Σολωμώντος, που στέκονται στη γειτονιά της Ατίνε (Αθήνας). Αφού εργάστηκαν στο κτίριο για σαράντα χρόνια, ο Χιζρ και ο Αγνάντους εξαφανίστηκαν μια νύχτα, όταν είχαν τελειώσει τον μισό τρούλο. Ύστερα από επτά χρόνια εμφανίστηκαν ξανά και τον ολοκλήρωσαν. Στην κορυφή του τοποθέτησαν σταυρό από χρυσό βάρους εκατό αλεξανδρινών κανταριών, ορατό από τη Μπούρσα, το Κεσίς-νταγ (Όρος Όλυμπος), το Αλέμ-νταγ και το Ιστράνιε-νταγ. Τη νύχτα της γέννησης του Προφήτη σημειώθηκε φοβερός σεισμός, από τον οποίο αυτός και πολλοί άλλοι υπέροχοι τρούλοι κατέρρευσαν, αλλά αποκαταστάθηκε στη συνέχεια με τη βοήθεια του Χιζρ και με τη συμβουλή του Προφήτη, στον οποίο στάλθηκαν από αυτόν οι τριακόσιοι πατριάρχες και μοναχοί, που προέδρευαν της εκκλησίας. Ως αναμνηστικό της αποκατάστασης του τρούλου με τη βοήθεια του Προφήτη και του Χιζρ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής ανάρτησε στη μέση του, από χρυσή αλυσίδα, τη Χρυσή Σφαίρα, η οποία μπορεί να χωρέσει πενήντα κίλα σιταριού, ρωμαϊκής μέτρησης. Τη φτάνει το χέρι του ανθρώπου και κάτω από αυτήν ο Χιζρ έκανε τη λειτουργία του προς τον Θεό. Μεταξύ των ευσεβών, πολλά άτομα έχουν επιλέξει τον ίδιο χώρο για να προσφέρουν τις παρακλήσεις τους, ενώ αρκετοί που επέμειναν να λένε την πρωινή προσευχή εκεί για σαράντα ημέρες, έλαβαν τις ευλογίες, κοσμικές και πνευματικές, για τις οποίες προσευχήθηκαν. Γι’ αυτό είναι πολυσύχναστη από τους ευσεβείς και έχοντες ανάγκη για εκείνον τον σκοπό.

Διαστάσεις, οικοδόμοι κλπ. αυτού του αρχαίου τόπου λατρείας, της Αγιασόφια

Αυτό το τζαμί βρίσκεται σε υπερυψωμένο έδαφος στο ανατολικό άκρο της πόλης, χίλια βήματα (αντίμ) μακριά από την πύλη του Στάβλου (αχόρ καπί) κοντά στη θάλασσα και χίλια από το Σεράι-μπουρνού. Ο μεγάλος τρούλος που σηκώνει το κεφάλι του στους ουρανούς ενώνεται με έναν ημιτρούλο, κάτω από τον οποίο βρίσκεται το μιχράμπ (ιερή εσοχή) και στα δεξιά του ένας μαρμάρινος άμβωνας (μινμπάρ). Υπάρχουν συνολικά σε ολόκληρο το κτίριο τουλάχιστον 300 επίχρυσοι τρούλοι, ο μεγαλύτερος από τους οποίους είναι ο μεγάλος στη μέση. Είναι στολισμένοι με πλατιά, κυκλικά και κρυστάλλινα γυαλιά, ο αριθμός των οποίων σε ολόκληρο το τζαμί ανέρχεται σε 1.070. Οι παραπάνω θόλοι (κουμπέ) στολίζονται από μέσα με υπέροχες εικόνες, που αναπαριστούν χερουβείμ και ανθρώπους, έργο του Μοναστίρ, ζωγράφου τόσο επιδέξιου όσο ο Αρζένγκ. Αυτές οι μορφές μοιάζουν ακόμη και τώρα, σε έναν σιωπηλό και στοχαστικό παρατηρητή, να είναι κάτοχοι ζωής και σκέψης. Εκτός από αυτές, στις τέσσερις γωνίες που στηρίζουν τον μεγάλο τρούλο, υπάρχουν τέσσερις άγγελοι, χωρίς αμφιβολία οι τέσσερις αρχάγγελοι, οι Τζεμπραγίλ (Γαβριήλ), Μικαγίλ (Μιχαήλ), Ισραφίλ και Αζραγίλ, που στέκονται με τα φτερά τους εκτεταμένα, καθένας ύψος 56 πήχεων. Πριν από τη γέννηση του Προφήτη, αυτοί οι τέσσερις άγγελοι μιλούσαν και ειδοποιούσαν για όλους τους κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία και την πόλη της Ισλαμπόλ. Αλλά από τότε που εμφανίστηκε η Υψηλότητά του, όλα τα φυλαχτά έπαψαν να ενεργούν. Αυτός ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις αψίδες (τακ) που υπερτερούν της αψίδας του παλατιού του Κέσρα (Χοσρόη) (Τάκι Κέσρα), της αψίδας του Χαβερνάκ, εκείνης του Καϊντάφα, εκείνης του Καφ και εκείνης του Σεντάντ. Οι μεγάλες στήλες, με τα πλουσιότερα χρώματα και από το πιο πολύτιμο μάρμαρο, έχουν ύψος σαράντα πήχεις της Μέκκας. Εκείνες του δεύτερου ορόφου δεν είναι λιγότερο όμορφες, αλλά έχουν ύψος μόνο τριάντα πήχεις. Υπάρχουν δύο εξώστες που διατρέχουν τις τρεις πλευρές αυτού του τζαμιού και σχηματίζουν πάνω τζαμιά για τους πιστούς. Υπάρχει ανάβαση προς αυτούς και από τις δύο πλευρές, η οποία μπορεί να γίνει και έφιππη. Είναι βασιλικός δρόμος στρωμένος με λευκό μάρμαρο. Το τζαμί έχει συνολικά 361 πόρτες, από τις οποίες οι 101 είναι μεγάλες πύλες, από τις οποίες μπορούν να εισέλθουν μεγάλα πλήθη. Όλες τους είναι τόσο μαγεμένες από φυλαχτά, που όσες φορές κι αν τις μετρήσεις, πάντοτε φαίνεται να είναι μία περισσότερη απ’ ό,τι πριν. Έχουν ύψος είκοσι πήχεις η καθεμιά και είναι στολισμένες με έργο χρυσοχοΐας και σμάλτο. Η μεσαία πύλη προς την Καάμπα, που είναι η πιο ψηλή από όλες, έχει ύψος πενήντα πήχεις. Είναι φτιαγμένη από σανίδες από την κιβωτό που κατασκεύασε ο Νώε με τα δικά του χέρια. Πάνω από αυτήν την κεντρική νότια πύλη υπάρχει μακρύ φέρετρο από κίτρινο ορείχαλκο, το οποίο περιέχει το σώμα του Άι Σοφ, ο οποίος προκάλεσε την κατασκευή της Αγιασόφια. Και παρόλο που πολλοί αυτοκράτορες προσπάθησαν σε διαφορετικές εποχές να ανοίξουν αυτό το φέρετρο, ένας σεισμός κι ένας φοβερός πάταγος που ακούστηκαν αμέσως μέσα στο τζαμί, τους εμπόδισαν πάντοτε να πετύχουν τα σχέδιά τους.

Πάνω από αυτό, σε κόγχη στηριγμένη σε μικρούς κίονες, βρίσκεται εικόνα της Ιερουσαλήμ (της αρχαίας Κίμπλε) από μάρμαρο. Μέσα της υπάρχουν κοσμήματα ανεκτίμητης αξίας, αλλά είναι επίσης φυλαχτό και δεν μπορεί να την αγγίξει κανένας. Σε αυτό το μέρος υπήρχε ομοίως πάνω σε πράσινη στήλη εικόνα της Μεριέμ Ανά (της Μητέρας Μαρίας, της Παναγίας), που κρατούσε στο χέρι της ρουμπίνι τόσο μεγάλο, όσο το αυγό περιστεριού, από την ακτινοβολία του οποίου το τζαμί φωτιζόταν κάθε βράδυ. Αυτό το ρουμπίνι μεταφέρθηκε επίσης τη νύχτα της γέννησης του Προφήτη στην Κιζίλ Έλμα (Ρώμη), που πήρε το όνομά του (Κόκκινο Μήλο) από τότε. Οι Ισπανοί άπιστοι υπήρξαν μία ή δύο φορές κυρίαρχοι της Ισλαμπόλ και τότε αυτό το αυγό (το ρουμπίνι) πέρασε στα χέρια τους. Οι τοίχοι αυτού του τζαμιού, καθώς και τα άκρα των στηλών, είναι λαξευμένοι σαν διάφορα λουλούδια, με την πιο έξοχη τεχνική. Το μιχράμπ και το μινμπάρ είναι από λευκό μάρμαρο, πολύ διακοσμημένα.

Περιγραφή των τεσσάρων μιναρέδων

Ενώ ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατοικούσε ως αντιβασιλέας στην Εντίρνε (Αδριανούπολη), έγινε μεγάλος σεισμός στην Ισλαμπόλ, ο οποίος έκανε τη βόρεια πλευρά της Αγιασόφια να λυγίσει και απείλησε την καταστροφή της. Οι άπιστοι ανησύχησαν πολύ, αλλά ο ηγεμόνας Μοχάμεντ, με φιλικό τρόπο, έστειλε στον Έλληνα βασιλιά τον γέρο αρχιτέκτονα Αλή Νετζάρ, που είχε χτίσει τα μεγάλα τζαμιά στη Μπούρσα και την Εντίρνε για τον Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ και ζούσε τότε, προκειμένου να επισκευάσει την Αγιασόφια. Εκείνος ήταν που ύψωσε για τη στήριξη του κτιρίου τέσσερις ισχυρές αντηρίδες, καθεμία από τις οποίες είναι σαν το φράγμα του Γιατζούτζ (Γκογκ). Ο αρχιτέκτονας είχε φτιάξει σκάλα διακοσίων σκαλοπατιών στην αντηρίδα στη δεξιά πλευρά της Αγιασόφια, ανάμεσα στα καταστήματα των κατασκευαστών τουρμπανιών (σαρικτζή). Ο βασιλιάς ρώτησε για ποιον σκοπό προοριζόταν αυτή η σκάλα. Ο αρχιτέκτονας απάντησε: «Για να βγείτε έξω, πάνω στα μολύβια, σε περίπτωση ανάγκης». Όταν ολοκληρώθηκε το έργο, ο βασιλιάς χάρισε πλούσια δώρα στον αρχιτέκτονα ο οποίος, επιστρέφοντας στην Εντίρνε, είπε στον σουλτάνο Μωάμεθ: «Αυτοκράτορα, έχω εξασφαλίσει τον τρούλο της Αγιασόφια με τέσσερις ισχυρές αντηρίδες. Η επισκευή της εξαρτιόταν από μένα, η κατάκτησή της εξαρτάται από σένα. Έχω θέσει επίσης τα θεμέλια ενός μιναρέ για σένα, όπου προσέφερα τις προσευχές μου». Σε αυτό ακριβώς το θεμέλιο, τρία χρόνια αργότερα, με το θέλημα του Θεού, ο σουλτάνος Μωάμεθ έχτισε έναν πολύ όμορφο εξαγωνικό μιναρέ. Ο σουλτάνος Σελήμ Β’ στη συνέχεια, κατά το έτος [ ], πρόσθεσε άλλον στη γωνία απέναντι από την πύλη του αυτοκρατορικού παλατιού (Μπάμπ-ι χουμαγιούν, Υψηλή Πύλη), ο οποίος είναι πιο διακοσμημένος, αλλά λίγο χαμηλότερος από εκείνον του Μωάμεθ του Πορθητή. Ο σουλτάνος Μουράτ Γ’ έχτισε στη συνέχεια δύο άλλους μιναρέδες στη βόρεια και δυτική πλευρά, καθέναν με έναν μόνο εξώστη.

Τα διακριτικά (αλέμ, δηλαδή οι ημισέληνοι) στην κορυφή αυτών των τεσσάρων μιναρέδων έχουν το καθένα ύψος είκοσι πήχεις και είναι πλούσια επιχρυσωμένα. Αλλά εκείνο στον μεγάλο τρούλο έχει ύψος πενήντα πήχεις και η επιχρύσωσή του απαίτησε 50.000 κομμάτια χρυσού νομίσματος. Είναι ορατό σε απόσταση δύο παρασαγγών (φάρσανγκ) από τη στεριά και εκατό μιλίων από τη θάλασσα. Ο Μουράτ Γ’ έφερε επίσης από το νησί Μέρμερε (Μαρμαρά, Προκόννησο) δύο ηγεμονικές λεκάνες από λευκό μάρμαρο, καθεμιά από τις οποίες έμοιαζε με τρούλο λουτρού και τόσο μεγάλες, που ούτε ο Τζεμσίντ ούτε ο Ντάρα είχαν ποτέ σαν κι αυτές. Καθεμιά από αυτές χωράει χίλια κίλε. Στέκονται στο εσωτερικό του τζαμιού, η μία στα δεξιά και η άλλη στα αριστερά, γεμάτες τρεχούμενο νερό, για να κάνει όλη η συγκέντρωση τις πλύσεις της και για να ξεδιψάει. Ο ίδιος σουλτάνος προχώρησε στον καθαρισμό και την εξομάλυνση των τοίχων του τζαμιού. Αύξησε τον αριθμό των λυχνιών και έφτιαξε τέσσερις υψωμένες πέτρινες εξέδρες (μαχφίλ) για τους αναγνώστες του Κορανίου και ψηλόν άμβωνα πάνω σε λεπτή στήλη για τους μουεζίνηδες. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, ο κατακτητής της Βαγδάτης, ανέβασε πάνω σε τέσσερις μαρμάρινες στήλες έναν θρόνο (κουρσί) από ολόσωμο μάρμαρο για τον ιεροκήρυκα (βάιζ) και διόρισε οκτώ σεΐχηδες ως ιεροκήρυκες του τζαμιού: τους Εφέντες Καζή-Ζάντε, Ουσκουνταρλή Μαχμούτ, Ιμπραήμ σεΐχη του Τζερά Πασά, Σίβασι, Κούντσι, Τερτζουμάν Σεϊχί Ομάρ και τον μεγάλο σεΐχη Εμίρ Ιστιμπί, που ήταν τόσο μορφωμένος και επιδέξιος να απαντά σε ερωτήσεις και να λύνει δυσκολίες με σεβασμό στον νόμο. Δόξα στον Θεό! Είχαμε την ευτυχία και το πλεονέκτημα να απολαμβάνουμε την εξυψωμένη κοινωνία όλων αυτών των δασκάλων και να ακούμε τις οδηγίες τους. Ο σουλτάνος Αχμέτ Α’ έχτισε, στα αριστερά του μιχράμπ, ιδιωτική εσοχή (μακσούρα) για αποκλειστική χρήση του αυτοκράτορα. Κοντολογής αυτό το τζαμί, το οποίο δεν έχει ισάξιό του στη γη, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη σκηνή του έβδομου ουρανού και ο τρούλος του με τον θόλο του ένατου. Όλοι όσοι το βλέπουν, παραμένουν χαμένοι από κατάπληξη όταν ατενίζουν τις ομορφιές του. Είναι ο τόπος όπου η ουράνια έμπνευση κατεβαίνει στα μυαλά των ευσεβών και δίνει πρόγευση, ακόμη κι εδώ κάτω, του κήπου της Εδέμ (Άντεν). Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, ο οποίος χαιρόταν πολύ μέσα σε αυτό το ασύγκριτο τζαμί, έστησε ξύλινο περίβλημα μέσα σε αυτό, μέσα από τη νότια πόρτα και όταν πήγαινε να προσευχηθεί τις Παρασκευές, έβαζε να κρεμούν εκεί κλουβιά, που περιείχαν μεγάλο αριθμό ωδικών πουλιών και ιδιαίτερα αηδονιών, κι έτσι οι γλυκές τους νότες, αναμιγνυόμενες με τους τόνους των φωνών των μουεζίνηδων, γέμιζαν το τζαμί με αρμονία που πλησίαζε εκείνη του Παραδείσου. Κάθε βράδυ (τον μήνα του Ραμαζανιού) οι δύο χιλιάδες λυχνίες που ανάβουν εκεί και τα φανάρια που περιέχουν κεριά αρωματισμένα με καμφορά, ρίχνουν ρεύματα φωτός πάνω στο φως. Και στο κέντρο του τρούλου ένας κύκλος λυχνιών αντιπροσωπεύει με γράμματα, τόσο καλά σχηματισμένα όσο εκείνα του Γιακούτ Μουστασέμι, εκείνο το κείμενο της Γραφής, «Ο Θεός είναι το φως των ουρανών και της γης». Υπάρχουν επίσης, στις τέσσερις πλευρές του τζαμιού, μερικές χιλιάδες κείμενα με όμορφους χαρακτήρες. Και εκεί, ομοίως, με εντολή του σουλτάνου Μουράτ Δ’, ο διάσημος συγγραφέας Εκμεκτζή-Ζάντε Τσελεμπή έγραψε τα ονόματα του Υψίστου, του Προφήτη Μωάμεθ και των τεσσάρων συντρόφων του, σε γραφή Καραχισάρι, τόσο μεγάλα, που κάθε ελίφ43 έχει μέγεθος δέκα αρσίν,44 ενώ τα υπόλοιπα γράμματα σχηματίζονται στην ίδια αναλογία. Η Αγιασόφια είναι το καμπέ όλων των φακίρηδων και δεν υπάρχει μεγαλύτερο τζαμί στην Ισλαμπόλ. Διαθέτει όλα τα πνευματικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αποκτηθούν οπουδήποτε αλλού, είτε πρόκειται για το Αλ Ακσά στο Κουντς (Ιερουσαλήμ), είτε για το τζαμί των Ομαβίγιε (Ουμαγιάντ) στο Σαμ (Δαμασκό), είτε για το Αλ Αζάρ στο Μισρ (Κάιρο). Είναι πάντοτε γεμάτο με άγιους ανθρώπους, οι οποίοι περνούν εκεί τη μέρα νηστεύοντας και τη νύχτα με προσευχή. Εβδομήντα διαλέξεις (σχετικές με τη θεολογία) που ευχαριστούν τον Θεό γίνονται εκεί καθημερινά, έτσι ώστε για τον μαθητή να είναι ορυχείο γνώσης και δεν παύει ποτέ να είναι πολυσύχναστη από πλήθη, κάθε μέρα.

Οι υπηρέτες (χουντάμ) του τζαμιού

Είναι οι ιμάμηδες (αυτοί που απαγγέλουν τη μορφή της προσευχής). Οι χατίμπ (αυτοί που απαγγέλλουν τη χούτμπα, την προσευχή-πολυχρόνιο της Παρασκευής). Οι σεΐχηδες (ιεροκήρυκες). Οι ντεβρ-χάν (αναγνώστες της Γραφής). Οι ντερσαμίλ (ομιλητές). Οι ταλαμπά (μαθητές). Οι μουεζίνηδες (κήρυκες που καλούν σε προσευχές από τους μιναρέδες). Οι ετζαχάν (αναγνώστες μαθήματος). Οι νατχάν (εκείνοι που απαγγέλλουν τα εγκώμια του Προφήτη και των συνεργατών του). Οι μπεβάμπ (θυροφύλακες) και οι καγίμ (νεωκόροι). Συνολικά δύο χιλιάδες υπηρέτες, επειδή τα εισοδήματα του τζαμιού, που έχουν δοθεί σε αυτό με ευσεβή κληροδοτήματα (εβκάφ), είναι πολύ μεγάλα.

Θέσεις και τόποι σε αυτό το τζαμί, τους οποίους επισκέπτονται ως ιδιαιτέρως κατάλληλους για αφοσίωση

Πρώτη. Η Αγιασόφια είναι ιδιαιτέρως, από μόνη της, ο οίκος του Θεού.

Δεύτερη. Η θέση (μακάμ) του Μουσλεμαλή, σε μέρος που ονομάζεται Ουτς Μπούτζακ (οι τρεις γωνίες), όπου ο ίδιος, που ήταν διοικητής των δυνάμεων στο χαλιφάτο του Μουαβίγια, φέρεται να έκανε προσευχή.

Τρίτη. Η θέση του Εγιούπ Ανσαρί, ο οποίος, μετά την ειρήνη που έγινε το έτος Εγείρας 52, μπήκε στην Αγιασόφια και έκανε λειτουργία δύο υποκλίσεων στο σημείο που ονομάζεται Μακάμι Εγιούπ Σουλτάν, νότια της Στήλης που Ιδρώνει. Τώρα υπάρχει εκεί μιχράμπ, πολυσύχναστο και στις πέντε λειτουργίες.

Τέταρτη. Η θέση του Ομάρ Ιμπν Αμπντούλ Αζίζ, ο οποίος, όντας διοικητής στην ειρήνη του έτους Εγείρας 97, προσέφερε προσευχές στη δυτική πλευρά της Αγιασόφια, στα πόδια του πράσινου μιχράμπ. Αυτός ο τόπος αναφέρεται τώρα με το όνομά του.

Πέμπτη. Η θέση του Χαρούν αλ-Ρασίντ, ο οποίος, όταν ήρθε για δεύτερη φορά στην Κονσταντανίγιε το έτος Εγείρας 58, έχοντας σταυρώσει τον βασιλιά Γιαγφούρ στο καμπαναριό της Αγιασόφια, πρόσφερε προσευχές εντός του τζαμιού στην κίμπλα του Προφήτη Σολωμώντος, στη νοτιοανατολική πλευρά, μέσα από την Πύλη των Νεκρών (Μεγίτ Καπουσί).

Έκτη. Η θέση του Σαγίντ Μπατάλ Γαζή στο πανύψηλο καμπαναριό της εκκλησίας.

Έβδομη. Η θέση του Μπαμπά Τζαφέρ Σουλτάν, πρέσβη του Χαρούν αλ-Ρασίντ.

Όγδοη. Η θέση του σεΐχη Μακσούντ Σουλτάν, του συντρόφου του Μπαμπά Τζαφέρ. Αυτοί οι δύο, με την άδεια του βασιλιά (δηλαδή του Έλληνα αυτοκράτορα), έκαναν και οι δύο προσευχές στην ανατολική πλευρά του τζαμιού, μέσα από την επιτύμβια πύλη (Τουρμπέ Καπουσί), στα μέρη που τώρα φέρουν το όνομά τους.

Ογδοη.45 Η θέση του Σολομώντος, ο οποίος λέγεται ότι έκανε προσευχή στο έδαφος όπου βρίσκεται τώρα η Αγιασόφια, στη θέση που ονομάζεται πράσινο μιχράμπ, στα δεξιά του μινμπάρ.

Ένατη. Η θέση του Χιζρ, κάτω από την επιχρυσωμένη σφαίρα στο κέντρο του τρούλου, είναι μέρος όπου μερικές χιλιάδες άγιοι άνδρες έχουν απολαύσει την ευτυχία να συζητήσουν με εκείνον τον μεγάλο προφήτη.

Δέκατη. Η θέση των σαράντα, νότια της πλατφόρμας των μουεζίνηδων, είναι μέρος όπου το έδαφος είναι στρωμένο με σαράντα πέτρες διαφόρων χρωμάτων και όπου στέκονταν σαράντα άγιοι άνθρωποι όταν συνέβη το ασυνήθιστο ατύχημα στον Γκουλαμπί Αγά.

Ενδέκατη. Η θέση των Αποστόλων στην ανατολική πλευρά της στοάς.

Αφήγηση του Γκιουλαμπί Αγά

Ο Γκιουλαμπί Αγάς, ρικαμπντάρ (αυτός που κρατάει τους αναβολείς) του σουλτάνου Σουλεϊμάν, ευσεβής άνθρωπος, που πέθανε σε ηλικία 151 ετών, αναφέρει ότι λόγω της μεγάλης επιδημίας κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σελήμ Β’, η οποία στην Ισλαμπόλ οδηγούσε στον θάνατο τρεις χιλιάδες ψυχές κάθε μέρα, εκείνος ο ηγεμόνας διέταξε να κηρυχθεί η προσευχή Ιστισκά επί τρεις ημέρες. Και επειδή το τζαμί ήταν πολύ γεμάτο την ιερή νύχτα Καντρ, για να ακούσουν το κήρυγμα του σεΐχη (δηλαδή του δάσκαλου) του τάγματος του Μπεσίκτας Εβλία Εφέντη, ο σουλτάνος διέταξε να μετρηθούν οι παρόντες. Αυτός ο σεΐχης, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ταρεμπαφζούν (Τραπεζούντα), ήταν θετός αδελφός του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Το πλήθος που ήθελε να ακούσει το κήρυγμά του ήταν τόσο μεγάλο, που όλοι οι άνθρωποι της Ισλαμπόλ γέμισαν το τζαμί τρεις ημέρες πριν κηρύξει. Ενώ ο σεΐχης Γιαχία βρισκόταν τώρα στη μέση του κηρύγματός του και όλο το πλήθος άκουγε τις παραινέσεις του με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, ο Γκιουλαμπί Αγάς, που βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος, αισθάνθηκε μεγάλη δυσφορία και ανάγκη να αποσυρθεί. Το σώμα του άρχισε να πρήζεται σαν το μεγάλο τύμπανο της Βαγδάτης. Σηκώθηκε δύο ή τρεις φορές στις μύτες των ποδιών του, για να δει αν υπήρχε δυνατότητα να προχωρήσει ανάμεσα στο πλήθος, αλλά είδε ότι αυτός ο ωκεανός ανθρώπων θα τον κατάπινε. Ήταν έτοιμος να πεθάνει από ντροπή, όταν ο ίδιος απευθύνθηκε στους Σαράντα, στη θέση των οποίων στεκόταν τότε και τους παρακάλεσε να τον σώσουν από τη ντροπή της έκθεσης στο πλήθος. Εκείνη τη στιγμή είδε ένα αρχοντικό άτομο που στεκόταν κοντά του, με την ενδυμασία σπαχή (στρατιώτη), ο οποίος του είπε, «Εγώ θα σε απαλλάξω από τον πόνο σου». Και λέγοντας αυτό, άπλωσε το μανίκι του πάνω στο κεφάλι του Γκιουλαμπί, ο οποίος βρέθηκε αμέσως να έχει μεταφερθεί σε λιβάδι στην όχθη του ρέματος κοντά στο Καγίτ-χανε. Ο πόνος και η αγωνία του απομακρύνθηκαν αμέσως και μια στιγμή αργότερα βρισκόταν και πάλι στο ίδιο μέρος στο τζαμί. Όταν τελείωσε το κήρυγμα, έκλεισαν όλες οι εκατόν μία πύλες, εκτός από τη μεγάλη στη νότια πλευρά, όπου ο ντεφτερντάρ Ντερβίς Τσελεμπή, ο γιος του σεΐχη Μπαμπά Νακάς, στήθηκε μαζί με τους συνοδούς του για να μετρήσει όλους εκείνους που ήσαν τότε παρόντες στο τζαμί και στους τρεις ορόφους των εξωστών του, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 57.000 ανθρώπους. Ο Γκουλαμπί Αγάς, μη έχοντας την παραμικρή αμφιβολία ότι ο σπαχής, ο οποίος τον είχε μεταφέρει τόσο φιλάνθρωπα στα λιβάδια του Καγίτ-Χανε, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον προφήτη Χιζρ, έπιασε την άκρη του μανδύα του λέγοντας: «Είμαι σκλάβος σου, βασιλιά και δεν θα σε ξαναεγκαταλείψω ποτέ!» Ο σπαχής του απάντησε πολύ βάναυσα, «Φύγε, άνθρωπε! Δεν είμαι ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάς». Όμως ο Γκιουλαμπί Αγάς τον κρατούσε πιο σφιχτά και ο σπαχής του έδωσε δύο γροθιές στα αυτιά και έτσι προχωρούσαν ανάμεσα στο πλήθος. Όμως ο Γκιουλαμπί δεν τον έχανε από τα μάτια του και ακολουθώντας τον από πολύ κοντά, τον είδε να μπαίνει σε ένα μέρος απόσυρσης κοντά στην Αγιασόφια. Ο Γκουλαμπί περίμενε αρκετήν ώρα στην πόρτα, όταν ιδού! άνοιξε και βγήκε νεαρός μάγειρας των γενίτσαρων, κομψά ντυμένος, με το επίσημο μαχαίρι και τις ασημένιες αλυσίδες του. Ο Γκιουλαμπί τον έπιασε αμέσως, αλλά ο γενίτσαρος φώναξε, «Εξαφανίσου, άνθρωπε, είσαι τρελός!» Παρ’ όλα αυτά ο Γκιουλαμπί δεν χαλάρωσε το κράτημα, οπότε ο μάγειρας των γενίτσαρων του έδωσε μια δυνατή γροθιά και μπήκε σε ένα μπούζα-χανέ [καπηλειό] στην αγορά της Αγιασόφια, όπου έφαγε μερικά κεμπάπ και ψωμί και ήπιε μπούζα (είδος μπίρας), χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη του τον Γκιουλαμπί. Ο γενίτσαρος βγήκε και ο Γκιουλαμπί τον ακολούθησε σε στενό δρόμο, όπου, βρίσκοντας ότι ήσαν μόνοι, έπεσε στα πόδια του και τον ικέτευε λέγοντας: «Γίνε ελεήμων με μένα, Προφήτη και χορήγησέ μου την αγάπη σου!» Ο γενίτσαρος απάντησε: «Ω αιτούντα! Αν και είσαι πιστός εραστής, δεν είσαι ακόμη ώριμος, αλλά σου λείπει πολλή τελειότητα και πρέπει να περάσεις ακόμη πολλές δοκιμασίες. Αλλά καθώς, παρά την άρνησή μου, με ακολούθησες με αμείωτο ζήλο, θα σε φέρω τώρα σε έναν γέρο, στη συντροφιά του οποίου θα παραμείνεις σαράντα ημέρες χωρίς να ανοίξεις τα χείλη σου ή να ρωτήσεις για άνδρες ή πράγματα που θα περάσουν μπροστά από τα μάτια σου». Στη συνέχεια, σε αυτό το απόμερο μέρος, χτύπησε μικρή και βρώμικη πύλη, η οποία άνοιξε από έναν νέγρο με χείλη σαν καμήλας, που τους έσπρωξε και τους δύο μέσα στο σπίτι. Ο Γκιουλαμπί, όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, βρέθηκε σε συγκέντρωση ανθρώπων, που τον χαιρετούσαν και δέχονταν τους χαιρετισμούς του. Ο γενίτσαρος άλλαξε ενδυμασία και πήρε το κεντρικό κάθισμα, αφού φίλησε το χέρι του γέροντα στον οποίο αφηγήθηκε τις περιπέτειες του Γκιουλαμπί. Ο σεΐχης είπε: «Αν έχει απαρνηθεί τον κόσμο και όλες τις απολαύσεις των αισθήσεων, είναι ευπρόσδεκτος σε αυτή τη συγκέντρωση των Σαράντα». Ο Γκιουλαμπί στη συνέχεια παρέμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, χωρίς φαγητό ή ποτό. Το σπίτι του, η οικογένεια και οι συγγενείς στο Ουν-καπάνι περνούσαν από το μυαλό του, αλλά έθεσε την εμπιστοσύνη του στον Παντοδύναμο και υπέκυψε ο ίδιος στη θέλησή του. Την τέταρτη μέρα ο γέρος είπε: «Τώρα φρόντισε την υπόθεση που σου ανέθεσε ο Θεός». Την ίδια στιγμή ο άνθρωπος που είχε πάρει αρχικά τη μορφή σπαχή και ύστερα γενίτσαρου, σηκώθηκε και έβγαλε από ντουλάπι τριανταοκτώ είδη όπλων, καθένα από τα οποία έβαλε ο ίδιος μπροστά από καθέναν από τους τριανταοκτώ άνδρες της συντροφιάς, τοποθετώντας μπροστά σε αυτόν μια λεκάνη γενίτσαρου με νερό μέσα της. Ο Γκιουλαμπί ανυπομονούσε να πιεί, αλλά ο οδηγός του είπε: «Έχε υπομονή, αυτή την ημέρα θα δούμε αν αυτή η θέση είναι εφικτή για σένα». Κάποια στιγμή αργότερα εμφανίστηκε στην αντίθετη πλευρά ένα αρσενικό παιδί και ένας της συντροφιάς, παίρνοντας το σπαθί του, έκοψε αμέσως το κεφάλι του. «Φίλε», είπε ο Γκιουλαμπί, «γιατί σκότωσες αυτό το αγόρι;» «Δεν σου είπα να μην είσαι περίεργος;» απάντησε ο σύντροφός του, ο γενίτσαρος. Ύστερα εμφανίστηκαν δύο άνδρες που καταδίωκαν ένα λιοντάρι, που έκοψε έναν από αυτούς σε κομμάτια και τον έφαγε, ενώ ο άλλος σώθηκε βρίσκοντας καταφύγιο πίσω από τον σεΐχη. Ο Γκιουλαμπί, ζητώντας εξήγηση, έλαβε την ίδια απάντηση. Στη συνέχεια ήρθε ένα αθώο μικρό παιδί που το κυνηγούσε ένας λύκος. Ένας από τους άνδρες, που καθόταν σε χαλάκι προσευχής (σετζάντε), πήρε το τόξο του και βέλος, χτύπησε το θηρίο και το σκότωσε, ύστερα από το οποίο το παιδί εξαφανίστηκε σε μια γωνία. Ύστερα εμφανίστηκαν τρεις άνδρες από την άλλη πλευρά, δύο από τους οποίους απαγχονίστηκαν με την άδεια του σεΐχη, ενώ ετοιμάζονταν να κρεμάσουν και τον τρίτο, όταν ο Γκιουλαμπί άρχισε να παρεμβαίνει στον σεΐχη για τη ζωή του. Ο γενίτσαρος, αρπάζοντας τον Γκιουλαμπί από τον γιακά, τον έβαλε να καθίσει στη θέση του και είπε: «Δεν σου είπα να έχεις υπομονή για σαράντα ημέρες;» Εκείνη τη στιγμή το νερό στη λεκάνη μπροστά στον γενίτσαρο άρχισε να βράζει και να βγάζει φυσσαλίδες και δύο μικρά πλοία εμφανίστηκαν σε αυτήν, ένα από τα οποία, με τη βοήθεια του γενίτσαρου, σώθηκε, αλλά το άλλο χάθηκε με όλο το πλήρωμα και τους επιβάτες του, εκτός από ένα μικρό αγόρι και ένα κορίτσι, που διέφυγαν στην άκρη της λεκάνης. Ο γενίτσαρος έσπρωξε το αθώο αγόρι μέσα στο νερό και πνίγηκε, αλλά τράβηξε το κορίτσι έξω από τη λεκάνη, με τον Γκιουλαμπί να φωνάζει: «Γιατί έπνιξες το αθώο αγόρι και γιατί χάθηκαν όλοι αυτοί οι μουσουλμάνοι σε εκείνο το πλοίο;» Ο σεΐχης, από τη θέση του ως πρόεδρος, είπε: «Ας δώσουμε ένα κομμάτι ψωμί σε αυτόν τον άνθρωπο. Και ελάτε, ας προσφέρουμε μια προσευχή γι’ αυτόν με την παρουσία αυτών των Σαράντα». Έτσι όλοι τον αντιμετώπισαν με ευγένεια και του έδωσαν ένα καρβέλι ψωμί, ένα ακτσέ [άσπρο], ένα κομμάτι χρυσό, ένα τσαμπί σταφύλι, ένα χουρμά και μια ελιά. Και προσευχήθηκαν γι’ αυτόν να συνεχίσει με καλή υγεία μέχρι το αίσιο τέλος του, να τιμηθεί μεταξύ των αγγέλων, να σωθεί από κακοτυχίες, ουράνιες και επίγειες και να πεθάνει ύστερα από μακρά και ευημερούσα ζωή, κάτω από τη σκιά και το λάβαρο του Προφήτη του Θεού. Όλη η συντροφιά, με τη λήξη της προσευχής, είπε «Αμήν!» Ύστερα ο γενίτσαρος και ο νέγρος θυροφύλακας, πιάνοντας τον Γκιουλαμπί από τον γιακά, είπαν, «Κλείσε τα μάτια σου!» Έκλεισε τα μάτια του και όταν τα ξανάνοιξε, βρέθηκε ξαφνικά σε μια από τις ταβέρνες στον Γαλατά, όπου πλήθος μεθυσμένων γενίτσαρων τον χαιρετούσαν λέγοντας, «Έλα, γέρο, πιες ένα μπουκάλι μαζί μας». Ο Γκιουλαμπί, που είχε νηστέψει τρεις ημέρες και νόμιζε ότι αυτοί οι γενίτσαροι ήσαν του ίδιου τύπου με εκείνον που ήταν οδηγός του, έδιωξε την πείνα του συμμετέχοντας στο φαγητό που είχε ετοιμαστεί στην ταβέρνα. Τελικά, όταν πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα, πήρε μια βάρκα για να επιστρέψει στο Ουν-καπάνι. Φτάνοντας σε στενό δρόμο, του επιτέθηκαν δύο μεθυσμένοι γενίτσαροι, που του έβγαλαν το τουρμπάνι και τον μανδύα από σαμούρι και είπαν ότι θα τον σκότωναν, αν δεν έπινε κι άλλο ένα ποτήρι κρασί. Θέλοντας και μη, υποχρεώθηκε να το πιεί. Έτσι επέστρεψε στο σπίτι του γυμνός και ποτέ πια δεν ξανάφησε το σπίτι του, εγκαταλείποντας τον κόσμο και παραδομένος σε πνευματική ζωή, στην οποία σύντομα έγινε σπουδαίος άνθρωπος. Κατοικούσε μέσα στο Ουν-Καπάνι, μεταξύ των χρυσοχόων, όντας πολύ γενναιόδωρος με εκείνους που πηγαινοέρχονταν, προς έκπληξη όλων των ανθρώπων. Έχοντας ακούσει την περιγραφή αυτών των ασυνήθιστων γεγονότων που συνέβησαν στον μακαρίτη Γκιουλαμπί Αγά (στον οποίο ο Θεός παραχώρησε το έλεος και τη χάρη του) στη θέση των Σαράντα, στην Αγιασόφια, από το στόμα του, θεώρησα σωστό να την εισάγω εδώ. Η απόδειξή της εναπόκειται σε εκείνον που την αφηγήθηκε. Μία από τις παραδόσεις του Προφήτη λέει: «Ψεύτης είναι εκείνος που φτιάχνει μια ιστορία από κάθε πράγμα που ακούει». Επιστρέφουμε τώρα στην περιγραφή μας των θέσεων στην Αγιασόφια.

Δωδέκατη. Η θέση του Ακ-Σεμσεντίν, κοντά στη Στήλη που Ιδρώνει, η οποία βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Νότιας Πύλης. Πρόκειται για τετράγωνο μαρμάρινο στύλο ύψους έντεκα πήχεων και εγκιβωτισμένο στο ύψος του ανθρώπου σε ορείχαλκο. Ιδρώνει μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι.

Δέκατη τρίτη. Η θέση της Νοτιο-Ανατολικής πύλης (Καάμπα καπουσί). Αυτή η πύλη είναι κατασκευασμένη από το ξύλο της Κιβωτού του Νώε. Όλοι οι έμποροι που ταξιδεύουν δια θαλάσσης, καθώς και οι ναυτικοί, συνηθίζουν να προσφέρουν εδώ προσευχή, συνοδευόμενη από δύο υποκλίσεις του σώματος και να αγγίζουν το ξύλο με τα χέρια τους λέγοντας μια φάτιχα (δηλαδή το πρώτο κεφάλαιο του Κορανίου) για την ανάπαυση της ψυχής του Νώε, πριν ανοίξουν πανιά.

Αρετές της χρυσής σφαίρας

Αν κάποιος έχει κακή μνήμη την οποία επιθυμεί να βελτιώσει, πρέπει να σταθεί κάτω από τη Χρυσή Σφαίρα που κρέμεται στη μέση του τρούλου και να πει την πρωινή προσευχή επτά φορές. Τρεις φορές να επαναλάβει τα λόγια Αλλάχ ουμμά για κασιφόλ μουσκιλάτ για αλιμουσίρ βαλ χαφιγιάτ (δηλαδή Θεέ μου που ανοίγεις όλα τα δύσκολα πράγματα και ξέρεις όλα τα μυστικά και κρυμμένα πράγματα) και κάθε φορά να τρώει επτά μαύρα σταφύλια και τότε, ό,τι κι αν ακούσει, θα παραμείνει σταθερό στη μνήμη του σαν χαραγμένο σε πέτρα. Πιο χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Χαμντί Τσελεμπή, γιος του Ακ-Σεμσεντίν, ο οποίος ζούσε στο χωριό Τουρμπαλί Γκοϊνούκ. Ήταν τόσο ηλίθιος και ξεχασιάρης, που αν κάποιος του έλεγε το σελάμ, ήταν υποχρεωμένος να γράψει τη λέξη σελάμ σε χαρτί και να τη διαβάσει, πριν εκείνος καταλάβει ότι έπρεπε να απαντήσει «Βε αλέικουμ ες-σαλάμ». Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να του κάνει καλό, κι έτσι τελικά ήταν εντελώς θήραμα της αμνησίας, μέχρι που πήγε, με τη συμβουλή του Ακ-Σεμσεντίν, στην Αγιασόφια, όπου, αφού είπε τις απαιτούμενες προσευχές και έφαγε τα σταφύλια, σύμφωνα με τις παραπάνω οδηγίες, κάτω από τη Χρυσή Σφαίρα, θεραπεύτηκε τόσο εντελώς από τη βλακεία του, που άρχισε αμέσως να συνθέτει το ποίημά του Γιουσούφ και Ζουλέικα, το οποίο τελείωσε σε επτά μήνες, ύστερα από το οποίο έγραψε την Κιγιάφετ-ναμέ (την Πραγματεία του για τη Φυσιογνωμία), η οποία είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο ως υπέροχο ποίημα για τη φύση των Υιών του Αδάμ.

Δέκατη τέταρτη. Η θέση του δροσερού παραθύρου, στη νοτιοανατολική πλευρά (κίμπλε) της Αγιασόφια, στην εσωτερική πλευρά της Αυτοκρατορικής Πύλης, είναι παράθυρο που ανοίγει προς βορρά, όπου αρωματικά αεράκια και κελαηδίσματα των αηδονιών από τον κήπο έξω αναζωογονούν την ψυχή. Εκεί είναι που ο Ακ-Σεμσεντίν, αμέσως μετά τις κατακτήσεις, έδωσε τις διαλέξεις του για τον σχολιασμό του Τζορέιρι επί του Κορανίου. Και αφού προσευχήθηκε να ευλογηθούν με επιτυχία όλοι οι μαθητές που συνέχιζαν εκεί τις σπουδές τους, εκείνο το μέρος είναι από τότε υπέροχο μέρος. Εδώ ήταν επίσης που ο εκπαιδευτής μας, ο σεΐχης των σεΐχηδων, ο Εβλία Εφέντης, εκείνος ο δάσκαλος της τέχνης της ανάγνωσης του Κορανίου, έκανε τις διαλέξεις του για αυτήν την επιστήμη σε μερικές χιλιάδες ακροατές.

Δέκατη πέμπτη. Η θέση του λίκνου του Κυρίου Ιησού, σε μια γωνία στην ανατολική πλευρά της επάνω στοάς, είναι κοιλότητα σαν λίκνο από κοκκινωπό μάρμαρο, όπου οι χριστιανές γυναίκες έβαζαν τα παιδιά τους όταν ήσαν άρρωστα, για να αναρρώσουν.

Δέκατη έκτη. Η θέση του Τόπου Πλυσίματος του Κυρίου Ιησού. Κοντά στο λίκνο που μόλις αναφέρθηκε πιο πάνω, υπάρχει άλλη τετράγωνη γούρνα από πέτρα, όπου ο προφήτης Ιησούς πλύθηκε αμέσως μετά τη γέννησή του από τη μήτρα της μητέρας του Μεριέμ. Ο Κονσταντίν ο Αρχαίος, που αναφέρθηκε πιο πάνω, λέγεται ότι έφερε τόσο το λίκνο όσο και την κολυμβήθρα από το Μπεϊτουλ-λάμ [Βηθλεέμ] στα νότια του Κούντσι Σερίφ [Ιερουσαλήμ], αλλά ο ταπεινός συγγραφέας αυτών των γραμμών είδε τη γούρνα πλυσίματος του Ιησού στο Μπεϊτουλ-λάμ. Είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο ότι εκείνα τα παιδιά που είναι κυρτά και άρρωστα, όταν πλένονται στη γούρνα στην Αγιασόφια γίνονται αμέσως ίσια και υγιή, σαν να αναβίωσαν από την ανάσα του Ιησού.

Δέκατη έβδομη. Η θέση της Πύλης των Επτά. Στην ανατολική πλευρά της επάνω στοάς υπάρχει μεγάλη πόρτα, οι πτυχώσεις της οποίας δεν είναι από ξύλο, αλλά από λευκό μάρμαρο στολισμένο με γλυπτά. Την επισκέπτονται και τη θαυμάζουν όλοι οι ταξιδιώτες και οι αρχιτέκτονες, καθώς δεν υπάρχει αντίστοιχή της πάνω στη γη. Είναι αγαπημένος τόπος λατρείας.

Το ελκυστικό θέαμα των λαμπερών λίθων

Στην ανατολική πλευρά της επάνω στοάς υπάρχουν πέντε ή έξι λείες επίπεδες πλάκες από διάφορες χρωματιστές πέτρες, οι οποίες αντανακλούν τις ακτίνες του ανατέλλοντος ήλιου με τόσο έντονο φως, που το μάτι του ανθρώπου δεν μπορεί να τις κοιτάξει σταθερά. Κοντολογής, υπάρχουν μερικές χιλιάδες ιεροί τόποι προσκυνήματος στην Αγιασόφια, η οποία είναι καμπέ για φακίρηδες, αλλά ο συγγραφέας αυτών των σελίδων έχει περιγράψει μόνο εκείνους που γνώριζε. Ολόκληρο αυτό το τζαμί είναι επίσης καλυμμένο με μόλυβδο, ο οποίος έχει παραμείνει αβλαβής για τόσες χιλιάδες χρόνια, επειδή είναι αναμιγμένος με μερικές χιλιάδες καντάρια χρυσού. Όλοι οι αρχιτέκτονες μένουν έκπληκτοι από τη στιβαρότητα των θεμελίων αυτού του τεράστιου κτιρίου, που καμία γλώσσα ή πέννα δεν είναι σε θέση να το περιγράψει επαρκώς. Έχουμε δει τα τζαμιά όλου του κόσμου, αλλά ποτέ κανένα σαν αυτό. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, αφού επισκεύασε αυτό το τζαμί, επισκεύασε επίσης το λεγόμενο Μικρή [Κιουτσούκ] Αγιασόφια, κοντά στο Κάντιργα Λιμάν (λιμάνι των κάτεργων/γαλερών), το οποίο ήταν προηγουμένως εκκλησία που χτίστηκε από την Ελίνα, μητέρα του Κοσταντίν.

Το τζαμί του ζιρέκ-μπαση

Αυτό είναι επίσης μεγάλο τζαμί, χτισμένο από τον Κοσταντίν προς όφελος της ψυχής του Κυρίου Γιαχιά (Άγιου Ιωάννη) και ονομαζόταν, την εποχή των νασάρα (χριστιανών) Μεναστίρ Σαντζοβανίγιε (Μοναστέρο Σαν Τζιοβάνι). Το ιερό σώμα εκείνου του Αγίου βρίσκεται τώρα στη Μάλτα, η οποία επομένως ονομάζεται Σαντζοβανίγιε (δηλαδή Μάλτα ντι Σαν Τζιοβάνι). Πάρθηκε από τους άπιστους της Μάλτας από μοναστήρι στο χωριό Μπέιτ Σαμπαστίγιε (Σεβαστή), κοντά στο Κούντσι Σερίφ [Ιερουσαλήμ]. Το κεφάλι του διατηρείται ακόμη σε χρυσό πιάτο σε σπήλαιο στη μέση του τζαμιού του Μπένι Ομαγιέ στη Σαμ (Δαμασκό). Οι Μαλτέζοι, έχοντας πάρει το σώμα του Αγίου Ιωάννη από το Μπέιτ Σαμπαστίγιε, το μετέφεραν στην Άκκα [Άκρα] και εκεί, κλείνοντάς το σε σεντούκι στολισμένο με κοσμήματα, το μετέφεραν στη χώρα τους, κάνοντας από τότε όλες τις κατακτήσεις τους στο όνομα του Αγίου Ιωάννη, του οποίου το όνομα και τη μορφή φέρουν τώρα, μαζί με τον σταυρό, στα λάβαρά τους. Καθώς ο Άγιος Ιωάννης ήταν σχεδόν συγγενής με τον Ιησού, από την πλευρά της μητέρας του της Παρθένου Μαρίας, η μητέρα του Κονσταντίν έχτισε αυτό το τζαμί ως μοναστήρι προς τιμήν του πνεύματός του. Ήταν περιφραγμένο με πολύ ισχυρό τείχος, είχε δική του στέρνα και κελιά για τρεις χιλιάδες μοναχούς. Μετά την κατάκτηση ο Μωάμεθ ο Πορθητής το μετέτρεψε σε τζαμί. Έχει σαρανταέξι τρούλους μεγάλους και μικρούς και πολλές όμορφες στήλες. Όλοι οι τρούλοι του είναι επιχρυσωμένοι και καθώς στέκεται πάνω σε λόφο, είναι πολύ θαυμαστό και εξαιρετικά εμφανές. Κοντολογής ο Μωάμεθ ο Πορθητής, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μετέτρεψε τουλάχιστον 6.670 μεγάλα μοναστήρια (ντέιρ) σε χώρους λατρείας για μουσουλμάνους. Στη συνέχεια άρχισε να χτίζει ένα υπέροχο τζαμί για λογαριασμό του. Ξεκίνησε χτίζοντας το Ιργάτ χαμάμι (λουτρό των εργατών) στην Καραμάν τσαρσισί (Καραμανική αγορά), ώστε οι εργάτες να μπορούν να κάνουν τις πλύσεις τους κάθε μέρα, πριν αρχίσουν να εργάζονται στο τζαμί. Αυτό ολοκληρώθηκε σε σαράντα ημέρες και εξακολουθεί να φέρει το ίδιο όνομα.

Περιγραφή του τζαμιού του Μωάμεθ του Πορθητή

Τα θεμέλια μπήκαν το έτος Εγείρας 867 (1463 μ.Χ.) και τελείωσε το 875 (1470 μ.Χ.). Η ημερομηνία έναρξής του εκφράζεται με τις αραβικές λέξεις Σεγιέντ-Αλλαχού ερκάνεχα. Βρίσκεται σε ύψωμα, στη μέση της Ισλαμπόλ, στη θέση μοναστηριού που έφερε το όνομα του βασιλιά Βεζεντούν (Βυζαντίου). Όταν αυτό το μοναστήρι καταστράφηκε ολοσχερώς από σεισμό, η θέση του καθορίστηκε από τον Πορθητή για το νέο τέμενος.

Μορφή αυτού του τζαμιού

Η ανάβαση σε αυτό γίνεται με σειρά από πέτρινα σκαλοπάτια δεξιά και αριστερά και το ύψος του από το έδαφος έως την οροφή είναι 87 οικοδομικοί πήχεις, ενώ τέσσερις πήχεις είναι το ύψος από το έδαφος της εξέδρας, πάνω στην οποία στέκεται. Διαθέτει μεγάλο τρούλο στο κέντρο και ημιτρούλους πάνω από τα μιχράμπ. Τα μιχράμπ, μινμπάρ και μαχφίλ για τους μουεζίνηδες και τον αυτοκράτορα, είναι από λευκό μάρμαρο και αρχαίας κατασκευής. Ο τρούλος έχει δύο σειρές στοών στολισμένες με λυχνίες. Στην αριστερή πλευρά του μιχράμπ στέκεται αρχαίο λάβαρο με μακριές λωρίδες, φτιαγμένο από τη ζακέτα του Αλή (τζουμπέ). Δεν κρέμεται τίποτε σε αυτό το τζαμί εκτός από λυχνίες, αλλά διαθέτει μεγάλα πνευματικά πλεονεκτήματα, ενώ προσευχές που προσφέρονται μέσα σε αυτό είναι βέβαιο ότι θα βρουν απόκριση, επειδή οι εργάτες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του ήσαν όλοι μουσουλμάνοι, ενώ μέχρι σήμερα ούτε Εβραίοι ούτε χριστιανοί επιτρέπεται να εισέλθουν από τις ευλογημένες πόρτες του. Η πνευματικότητά του διασφαλίστηκε από τους εργάτες, οι οποίοι δεν ξεκινούσαν ποτέ το έργο τους πριν εκτελέσουν τις πλύσεις τους, ενώ χτίστηκε από τα πλούτη που αποκτήθηκαν με την Κατάκτηση.

Κατά την έξοδο από τη νότια πύλη του (Καάμπα), φαίνεται στα δεξιά τετράγωνη λευκή μαρμάρινη στήλη, στην οποία είναι γραμμένη η ακόλουθη παραδοσιακή ρήση του Προφήτη, σε μπλε και χρυσό χρώμα και με μεγάλους Τζελί χαρακτήρες, από τον Ντεμιρτζή Κούλι: «Αλήθεια, η Κονσταντανίγιε θα κατακτηθεί! Πόσο εξαιρετικός διοικητής είναι εκείνος ο διοικητής! Πόσο εξαιρετικός στρατός είναι εκείνος ο στρατός!» Προσεγγίζεται στη νότια πλευρά επίσης με δύο πέτρινες σκάλες δεξιά και αριστερά. Και στις τέσσερις πλευρές της αυλής του (χαρέμ) υπάρχουν πέτρινοι πάγκοι (σοφά) και ποικιλόχρωμες κολώνες, τα γλυπτά στις οποίες εκπλήσσουν τον θεατή. Σε κολώνα που μοιάζει με βελόνα, μέσα από τη νότια πύλη της αυλής, υπάρχει μορφή που αναπαριστά μεβλεβή δερβίση, με το κάλυμμα κεφαλής και τη βεντάλια του (μιρβάχα). Στο κέντρο αυτής της αυλής υπάρχει μεγάλη λεκάνη, καλυμμένη από μολύβδινο θόλο, που στηρίζεται σε οκτώ κίονες. Γύρω από αυτή τη λεκάνη υπάρχουν καταπράσινα κυπαρίσσια που υψώνονται στον ουρανό σαν μιναρέδες και το καθένα εμφανίζεται σαν πράσινος άγγελος. Δεξιά και αριστερά από το τζαμί υπάρχουν ψηλοί μιναρέδες με έναν μόνο εξώστη. Τα μοναστήρια [τεκέ] γύρω από την αυλή καλύπτονται από μολύβδινους θόλους και το δάπεδο είναι στρωμένο με πολύχρωμο μάρμαρο. Στο εξωτερικό περίγραμμα των παραθύρων της αυλής είναι γραμμένη με λευκά μαρμάρινα γράμματα σε πράσινο φόντο η σούρα Φάτιχα (πρώτο κεφάλαιο του Κορανίου), με τους χαρακτήρες που εφευρέθηκαν από τον Γιακούτ Μοστασέμι, των οποίων δεν υπάρχει τίποτε αντίστοιχο σε ολόκληρη την Ισλαμπόλ. Ο αρχιτέκτονας, για να δείξει την ικανότητά του στην κατασκευή αυτής της λεκάνης στο κέντρο της αυλής, τοποθέτησε πάνω της μπρούτζινο κλουβί σαν δίχτυ, το οποίο είναι επίσης από μόνο του αριστούργημα. Το νερό που βγαίνει, μέρα και νύχτα, από τους σωλήνες αυτής της λεκάνης, προσφέρεται άφθονα για το σβήσιμο της δίψας των ευσεβών και για να τους δώσει τη δυνατότητα να εκτελούν τις πλύσεις τους. Ο μεγάλος τρούλος του τζαμιού φαίνεται επίσης να κρέμεται χωρίς υποστήριξη, όπως ο θόλος του ουρανού. Μπροστά από το μιχράμπ είναι το μνημείο του Μωάμεθ του Πορθητή και της οικογένειάς του, δίπλα στο οποίο, στις πλευρές του τζαμιού, υπάρχει μεγάλη αυλή που έχει οκτώ πύλες και υπέροχους κήπους και στις δύο πλευρές. Έξω από αυτήν υπάρχουν οι οκτώ διάσημες σχολές (σεμάνιγιε), γεμάτες με σπουδαστές, στις δύο πλευρές των οποίων βρίσκονται τα διαμερίσματά τους και στάβλοι. Υπάρχει επίσης τραπεζαρία (ντάρουζ-ζιγιάφετ), νοσοκομείο (ντάρους-σιφά), καραβανσεράι για επισκέπτες, αρχαίο λουτρό και πρωτοβάθμιο σχολείο για παιδιά. Όταν όλα αυτά τα κτίρια, συνωστισμένα, τα δει κανείς από ψηλά, μοιάζουν σαν πόλη γεμάτη θόλους καλυμμένους με μόλυβδο.

Προσφυγή του μιμάρ-μπαση (επικεφαλής οικοδόμου) στον Νόμο του Προφήτη εναντίον του Πορθητή

Ο Μωάμεθ όντας, όπως ο Τζεμ, πολύ παθιασμένος αυτοκράτορας, επέπληξε αυστηρά τον αρχιτέκτονα, επειδή δεν είχε χτίσει το τέμενός του στο ίδιο ύψος με την Αγιασόφια και επειδή είχε κοντύνει τους κίονες, που άξιζαν ο καθένας ολόκληρο τον φόρο υποτέλειας του Ρουμ (Μικράς Ασίας). Ο αρχιτέκτονας δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είχε κοντύνει δύο κίονες, τρεις πήχεις τον καθένα, σκόπιμα, για να δώσει στο κτίριό του περισσότερη στιβαρότητα και δύναμη απέναντι στους σεισμούς, τόσο συνηθισμένους στην Ισλαμπόλ και έτσι είχε κάνει το τζαμί χαμηλότερο από την Αγιασόφια. Ο αυτοκράτορας δεν ικανοποιήθηκε από αυτή τη δικαιολογία και διέταξε να κόψουν και τα δύο χέρια του αρχιτέκτονα, κάτι που επομένως έγινε. Την επόμενη μέρα ο αρχιτέκτονας εμφανίστηκε με την οικογένειά του ενώπιον του δικαστηρίου του καζή, το οποίο ονομαζόταν Ισλαμπόλ-Μολασί, για να υποβάλει την καταγγελία του εναντίον του αυτοκράτορα και να προσφύγει στην ποινή του νόμου. Ο δικαστής έστειλε αμέσως τον αξιωματούχο του (κεχαγιά) να καλέσει τον αυτοκράτορα για να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ο Πορθητής, όταν έλαβε αυτή την κλήση, είπε: «Πρέπει να τηρηθεί η εντολή του νόμου του Προφήτη!» και αμέσως φόρεσε τον μανδύα του και βάζοντας ένα ρόπαλο στη ζώνη του, μπήκε στο δικαστήριο. Αφού είπε το σελάμ αλέικ, ετοιμαζόταν να καθίσει στην υψηλότερη θέση, όταν ο καζή είπε: «Μην καθίσεις, ηγεμόνα, αλλά στάσου όρθιος, μαζί με τον αντίδικό σου, ο οποίος έχει προσφύγει στον νόμο». Ο μιμάρ-μπασης (επικεφαλής αρχιτέκτονας) υπέβαλε λοιπόν το παράπονό του: «Κύριέ μου (σουλτάνουμ)! Είμαι τέλειος αρχιτέκτονας και επιδέξιος μαθηματικός, αλλά αυτός ο άνθρωπος, επειδή έκανα το τζαμί του χαμηλό και κόντυνα δύο από τους κίονές του, μου έκοψε τα δύο χέρια, με κατέστρεψε και μου στέρησε τα μέσα για να ζήσω την οικογένειά μου. Είναι δική σου ευθύνη να προφέρεις την ποινή του ευγενούς νόμου». Ο δικαστής είπε τότε στον αυτοκράτορα: «Τι λες, ηγεμόνα; Έχεις βάλει να κόψουν τα χέρια αυτού του ανθρώπου, ενώ είναι αθώος;» Ο αυτοκράτορας απάντησε αμέσως: «Μα τον παράδεισο! Κύριέ μου (σουλτάνουμ), αυτός ο άνθρωπος χαμήλωσε το τζαμί μου. Και επειδή κόντυνε δύο κολώνες μου, καθεμία από τις οποίες άξιζε τον φόρο υποτέλειας του Μισρ (Αιγύπτου) και έτσι έκλεψε από το τζαμί μου όλη τη φήμη, κάνοντάς το τόσο χαμηλό, όντως του έκοψα τα χέρια. Δική σου δουλειά είναι να πεις την ποινή του ευγενούς νόμου». Ο καζής απάντησε αμέσως: «Ηγεμόνα (μπέγκουμ), η φήμη είναι ατυχία! Αν ένα τζαμί βρίσκεται σε πεδιάδα και είναι χαμηλό και ανοιχτό, η λατρεία σε αυτό δεν αποτρέπεται από αυτόν τον λόγο. Αν η πέτρα σου ήταν πολύτιμος λίθος, η αξία της θα ήταν μόνο εκείνη μιας πέτρας. Αλλά αυτού του ανθρώπου, ο οποίος εδώ και σαράντα χρόνια ζει από την επιδέξια δεξιοτεχνία του, του έκοψες παράνομα τα χέρια. Δεν μπορεί πια να κάνει τίποτε περισσότερο από το να κάθεται στο σπίτι μαζί με τη σύζυγό του. Η δική του συντήρηση, καθώς κι εκείνη της πολυάριθμης οικογένειάς του απαραίτητα, πέφτει, από τον νόμο, επάνω σου. Τι λες λοιπόν, ηγεμόνα (μπέγκουμ);» Ο σουλτάνος Μωάμεθ απάντησε: «Πρέπει να πεις την πρόταση του νόμου!» «Αυτή είναι η νόμιμη ποινή», απάντησε ο καζής, «ότι αν ο αρχιτέκτονας απαιτήσει την αυστηρή εφαρμογή του νόμου, πρέπει να κοπούν τα χέρια σου. Γιατί αν κάποιος κάνει μια παράνομη πράξη που ο ευγενής νόμος δεν επιτρέπει, αυτός ο νόμος θα ανταποδοθεί σύμφωνα με τις πράξεις του». Ο σουλτάνος προσφέρθηκε στη συνέχεια να του χορηγήσει σύνταξη από το δημόσιο ταμείο των μουσουλμάνων. «Οχι!» απάντησε ο μουλάς. «Δεν είναι νόμιμο να την πάρεις από το δημόσιο ταμείο. Το αδίκημα ήταν δικό σου. Η ποινή μου, επομένως, είναι ότι από το δικό σου ιδιωτικό πουγγί θα δίνεις σε αυτόν τον ακρωτηριασμένο άνδρα δέκα άσπρα (ακτσέ) την ημέρα». «Ας είναι είκοσι άσπρα την ημέρα», είπε ο Πορθητής, «αλλά ας θεωρηθεί νόμιμη η αποκοπή των χεριών του». Ο αρχιτέκτονας, με εγκάρδια ικανοποίηση, αναφώνησε: «Ας θεωρηθεί νόμιμη και σε αυτόν τον κόσμο και στον άλλο!» και έχοντας λάβει πιστοποιητικό για τη σύνταξή του, αποσύρθηκε. Ο σουλτάνος Μωάμεθ έλαβε επίσης πιστοποιητικό της πλήρους αθώωσής του. Ο καζής τότε ζήτησε συγγνώμη που τον αντιμετώπισε ως απλό αντίδικο, επικαλούμενος την άκαμπτη αμεροληψία του νόμου, που απαιτεί την απονομή δικαιοσύνης σε όλους χωρίς διάκριση και παρακαλώντας τον αυτοκράτορα να καθίσει στο ιερό χαλί (σετζαντέ). «Εφέντη», είπε ο σουλτάνος, κάπως εκνευρισμένος, βγάζοντας το ρόπαλο κάτω από τον μανδύα του, «Αν μου έδειχνες εύνοια λέγοντας στον εαυτό σου “Αυτός είναι ο σουλτάνος” και αν είχες αδικήσει τον αρχιτέκτονα, θα σε έσπαζα σε κομμάτια με αυτό το ρόπαλο!» «Κι αν εσύ, ηγεμόνα (μπέγκουμ)», είπε ο καζής, «είχες αρνηθεί να υπακούσεις στη νομική ποινή που επιβλήθηκε από μένα, θα έπεφτες θύμα της Θείας εκδίκησης. Γιατί θα σε έδινα να καταστραφείς από τον δράκο κάτω από αυτό το χαλί». Λέγοντας το οποίο, σήκωσε το χαλί του και ένας τεράστιος δράκος έβγαλε το κεφάλι του, ξερνώντας φωτιά από το στόμα του. «Μείνε ήσυχος», είπε ο καζής και άπλωσε πάλι το χαλί στο δάπεδο, οπότε ο σουλτάνος φίλησε τα ευγενή του χέρια, του ευχήθηκε καλή μέρα και επέστρεψε στο παλάτι του.

Στη συνέχεια ο Αμπντάλ Σινάν, όταν ήταν μιμάρ-μπασης, πρόσθεσε μερικά διακοσμητικά στοιχεία σε αυτό το τζαμί, ενώ, σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Αλή Κουστζή, ο διάσημος αστρονόμος, ανέγειρε σχολείο για την εκπαίδευση των μουσουλμανόπαιδων στο Κοράνι μέσα στον περίβολο (χαρέμ) αυτού του τζαμιού, κοντά στην Πύλη των Βαφέων (Μπογιατζηλέρ καπουσί) απέναντι από τον μεγάλο θόλο. Ο ίδιος αστρονόμος τοποθέτησε επίσης ηλιακό ρολόι, το οποίο δεν έχει το ταίρι του σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι χαραγμένο σε τετράγωνη μαρμάρινη πλάκα, σύμφωνα με εκείνο το κείμενο του Κορανίου: «Ξέρεις καθόλου πώς ο Κύριός σου επέκτεινε τη σκιά;»46

Ύστερα από αυτά τα γεγονότα, στη βασιλεία του Βαγιαζήτ Βελή, έγινε μεγάλος σεισμός στην Ισλαμπόλ για επτά ημέρες και έξι νύχτες. Το κάστρο του Γαλατά υπέστη ζημιές σε πολλά σημεία, αλλά επισκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Μουράτ, ο οποίος κατέγραψε την ημερομηνία των επισκευών σε επιγραφή χαραγμένη με χαρακτήρες Τζελί σε τετράγωνη μαρμάρινη πινακίδα. Οι επισκευές της πόλης ολοκληρώθηκαν σε εξήντα ημέρες. Είναι γραμμένο, ότι αυτός ήταν ο ισχυρότερος σεισμός από την εποχή του Γιάνκο Ιμπν Μαντιγιάν. Ο Βαγιαζήτ έκτισε στη συνέχεια γέφυρα δεκατεσσάρων τόξων πάνω από τον ποταμό Σακάριγια, στην πόλη Γκέιβε, στο σαντζάκι της Ιζμίτ (Νικομήδειας), άλλη δεκαεννέα τόξων πάνω από τον ποταμό Κιζίλ Ιρμάκ, στην πόλη Οσμαντζίκ και τρίτη δεκαεννέα τόξων πάνω από τον Γκεντούζ (Έρμο), στην επαρχία Σαρουχάν. Ύστερα από αυτό άρχισε να χτίζει το τζαμί που φέρει το όνομά του, κοντά στο παλαιό παλάτι στην Ισλαμπόλ. Τα θεμέλιά του τέθηκαν το έτος εγείρας 903 (1498 μ.Χ.) και τελείωσε το έτος 911 (1505-6). Είναι χτισμένο σχεδόν στο ίδιο στυλ με το τζαμί του πατέρα του, του Μωάμεθ Πορθητή, αλλά οι δύο μιναρέδες του είναι συνεχόμενοι όχι με αυτό, αλλά με τις δύο σειρές σπιτιών που χτίστηκαν σε κάθε πλευρά για τη στέγαση ξένων, τα οποία στη συνέχεια προστέθηκαν στο τζαμί.

Περιγραφή του τζαμιού του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’

Πρόκειται για τετράγωνο κτήριο που στηρίζει μεγάλο θόλο, ο οποίος πλαισιώνεται από ημιθόλους στη νοτιο-ανατολική (προς Καάμπα) και την απέναντι πλευρά. Δεξιά και αριστερά από το τζαμί υπάρχουν δύο μωβ στήλες πορφυρίτη, παρόμοιες με τις οποίες μπορούν να βρεθούν μόνο στο τζαμί του σουλτάνου Καλαούν στο Κάιρο. Από αυτές είναι αναρτημένη διπλή σειρά λυχνιών. Στη δεξιά πλευρά του τζαμιού έχει κατασκευαστεί υπερυψωμένος εξώστης για χρήση από τους σουλτάνους του οίκου του Οσμάν στη δημόσια λειτουργία τις Παρασκευές. Ο σουλτάνος Ιμπραήμ [βασ. 1640-1648] περιέκλεισε στη συνέχεια τρεις πλευρές του εξώστη με επίχρυσες σχάρες, έτσι ώστε να μοιάζει με όμορφο κλουβί, ή δικτυωτό, ή μάλλον με παλάτι των αθανάτων. Τα μιχράμπ, μινμπάρ και μαχφίλ, αν και από μάρμαρο, είναι απλά και αστόλιστα. Στο πρώτο υπάρχουν επιγραφές, γραμμένες με όμορφους χαρακτήρες. Το τζαμί έχει πέντε πύλες και η εξωτερική αυλή (χαρέμ) είναι διακοσμημένη με πέτρινα παγκάκια (σοφά) και σε κάθε πλευρά υπάρχει στεγασμένος διάδρομος, που στηρίζεται σε ποικιλόχρωμες στήλες. Στο κέντρο υπάρχει μεγάλη λεκάνη, όπου όλο το εκκλησίασμα ανανεώνει τις πλύσεις του. Ένας τρούλος, στηριζόμενος σε οκτώ λευκούς μαρμάρινους κίονες, τοποθετήθηκε πάνω από τη λεκάνη από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’ [βασ. 1623-1640], τον κατακτητή της Βαγδάτης. Σε διαφορετικές πλευρές του έχουν φυτευτεί τέσσερα ψηλά κυπαρίσσια. Όταν τέθηκαν τα θεμέλια αυτού του ευγενούς τζαμιού και ο μιμάρ-μπασης ρώτησε τον σουλτάνο πού έπρεπε να τοποθετήσει το μιχράμπ, του ζητήθηκε από τη Μεγαλειότητά του να πατήσει πάνω στο πόδι του. Όταν το έκανε, είχε αμέσως όραμα της ευγενούς Καάμπα και ήξερε επομένως πού να τοποθετήσει το μιχράμπ. Ο ίδιος λοιπόν έπεσε στα πόδια του σουλτάνου και άρχισε το έργο, αφού πρώτα ο σουλτάνος πρόσφερε προσευχή, συνοδευόμενη από δύο υποκλίσεις, για την ευτυχή ολοκλήρωσή του. Την πρώτη Παρασκευή μετά την ολοκλήρωσή του, όταν υπήρχε συγκέντρωση μερικών χιλιάδων, το εκκλησίασμα, γνωρίζοντας ότι ο σουλτάνος ποτέ στη ζωή του δεν είχε αμελήσει να προσφέρει την απογευματινή (ασρ) και τη βραδινή (ασά) προσευχή, επέμενε να αναλάβει ο ίδιος τα καθήκοντα του ιμάμη. Ο σουλτάνος, γνωρίζοντας ότι κανένας από τους παρόντες δεν ήταν τόσο καλά εξοικειωμένος με εκείνες τις λειτουργίες όπως ο ίδιος, συναίνεσε να τις εκτελέσει. Καθώς αυτό το τζαμί χτίστηκε εξ ολοκλήρου με νόμιμο χρήμα, έχει μεγάλα πνευματικά πλεονεκτήματα. Και ευρισκόμενο στο κέντρο των αγορών της Ισλαμπόλ, είναι γεμάτο κόσμο μέρα και νύχτα από χιλιάδες ευσεβείς μουσουλμάνους, που προσφέρουν εκεί τις προσευχές τους ασταμάτητα, έτσι ώστε να έχει συμβεί πολλές φορές, πριν μια ομάδα ολοκληρώσει την απογευματινή (ασρ) λειτουργία στο Αγιέτουλ Κουρσί (τον στίχο του θρόνου, Κοράνι, 256), άλλη που έρχεται, να εμποδίζει την πρώτη να τελειώσει. Οι σωλήνες της λεκάνης στην αυλή δεν κλείνονται ποτέ, αλλά χύνουν ρεύματα νερού μέρα και νύχτα, επειδή εκκλησίασμα δεν λείπει ποτέ. Αυτό το τζαμί φωτίζεται πάντοτε από λάμψεις φωτός. Και μπροστά από το παράθυρο του μιχράμπ υπάρχει κήπος, όπως εκείνος της Ιρέμ [Εδέμ], στολισμένος με διάφορους καρπούς και άνθη, όπου, κάτω από μνημείο από λευκό μάρμαρο, σκεπασμένο με μόλυβδο, κείτονται τα λείψανα του ιδρυτή του. Γύρω από την εσωτερική και εξωτερική αυλή αυτού του τζαμιού υπάρχουν καταστήματα όλων των ειδών, με δημόσια κουζίνα, τραπεζαρία και ξενώνα για τους ταξιδιώτες, σχολείο για τη διδασκαλία του Κορανίου σε φτωχούς και πλούσιους και σχολείο για μαθήματα επί της τέχνης της απαγγελίας του. Αυτή η αυλή έχει έξι πύλες. Και κοσμείται, εξωτερικά, με υψηλά δένδρα, τα περισσότερα από αυτά μουριές, κάτω από τις σκιές των οποίων μερικές χιλιάδες άνθρωποι βγάζουν τα προς το ζην πουλώντας διαφόρων ειδών πράγματα. Έξω από αυτή την αυλή υπάρχει μεγάλη κοιλάδα, που ονομάζεται μεϊντάν47 του σουλτάνου Βαγιαζήτ, στολισμένη στις τέσσερις πλευρές της με καταστήματα και από τη μία πλευρά από το μεγάλο σχολείο του ίδιου του σουλτάνου, που έχει εβδομήντα τρούλους. Προϊστάμενος (ναζίρ) του τζαμιού είναι ο σεϊχουλισλάμ (δηλαδή ο μουφτής). Δίνει επίσης τις δημόσιες διαλέξεις σε αυτό το σχολείο. Ο ίδιος κάνει τις διαλέξεις του μία φορά την εβδομάδα και οι μαθητές λαμβάνουν μηνιαίο επίδομα, εκτός από την αποζημίωση για κρέας και φως κεριών. Είναι πολύ καλά προικισμένο ίδρυμα. Αυτό το τζαμί έχει συνολικά 2.040 υπαλλήλους. Και κανένας δεν έχει καλύτερο μισθό από τον μουβακίτ ή ρυθμιστή της ώρας, γιατί όλοι οι ναύτες και οι ναυτικοί στην αυτοκρατορία του Ισλάμ εξαρτώνται, για τη ρύθμιση της ώρας, από τον μουβακίτ του σουλτάνου Βαγιαζήτ Χαν. Και καθώς το μιχράμπ αυτού του τζαμιού τοποθετήθηκε ως εκ θαύματος στην πραγματική θέση της Καάμπα, όλοι οι καπετάνιοι της θάλασσας ρυθμίζουν τις πυξίδες τους από αυτό. Και όλοι οι άπιστοι αστρονόμοι στο Φρενγκιστάν, όπως είναι παγκοσμίως γνωστό, διορθώνουν τα ρολόγια και τις πυξίδες τους από το τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Εκτός από αυτό το τζαμί, εκείνος ο αυτοκράτορας έχτισε εξήντα άλλους τόπους λατρείας στις χώρες που κατέκτησε. Το τζαμί και το μοναστήρι του Εμίρ Μποχάρι, καθώς και το τζαμί του Γαλατά-σεράι, χτίστηκαν από τον ίδιο. Είθε ο Θεός να ανταμείψει όλα τα ευσεβή έργα του! Οι κατακτήσεις του είναι οι εξής: Τα κάστρα της Μοτόν [Μεθώνης] και Κορόν [Κορώνης], Αρκαρίγια [Αρκαδία, Κυπαρισσία], Καλαμίτα [Καλαμάτα], Καλάβερτα [Καλάβρυτα], Χολομίτς [Χλεμούτσι], Τιρμπολιτσά (Τριπολιτσά), Μπαλιά-Μπάντρα (Παλαιαί Πάτραι, δηλαδή Πάτρα) και Αναβάρ (Ναυαρίνο), κατά το έτος 906 (1500-1). Όλα τα παραπάνω κάστρα βρίσκονται στις νότιες και δυτικές περιοχές της χερσονήσου (Μοριά). Επίσης κατέκτησε το κάστρο της Αϊνά-μπαχτι (Ναύπακτου ή Λεπάντο) το ε.Ε. 905 (1499-1500 μ.Χ.). Τα φρούρια Κιλί [Κελία] και Ακ-κερμάν [Μαυρόκαστρο] πάρθηκαν το 889 (1484 μ.Χ.). Τα κάστρα Βάρναλι, Αβλόνιγια και στο Αρναουτλούκ (Αλβανία) Ντουράτζ (Δυρράχιο), κατελήφθησαν και επιβλήθηκε φόρος υποτέλειας στην Καρά Μπογντάν (Μολδαβία), το έτος 918 (1512 μ.Χ.). Αφού κατέκτησε αυτά και πολλά άλλα κάστρα, νικήθηκε σε δεύτερη συμπλοκή με τον γιο του Σελήμ Α’ στο Τσορλού (Tζούρουλο ή Τζορλοῦ), όπου και εγκαταλείφθηκε από όλους τους υπηρέτες του, οι οποίοι ακολούθησαν τον Σελήμ στην Ισλαμπόλ και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Ο Βαγιαζήτ Χαν διατάχθηκε αμέσως να αποσυρθεί στο Ντιμότεκα (Δυμότειχο για Διδυμότειχο), αλλά έχοντας φτάσει στη Χαβούσα, μικρή πόλη σε απόσταση ταξιδιού μιας ημέρας από την Εντίρνε (Αδριανούπολη), πέθανε εκεί. Διάφορες αναφορές έχουν κυκλοφορήσει για την αιτία του θανάτου του. Μερικές λένε ότι πέθανε αναστενάζοντας και φωνάζοντας «Ω βασιλιά Τζεμ!» Άλλες, ότι έχοντας δηλητηριαστεί από τον γιο του, αναφώνησε, «Να είναι η ζωή σου μικρή, αλλά οι νίκες σου πολλές!» Το πτώμα του θάφτηκε μέσα στον περίβολο του τζαμιού του. Βασίλευσε τριαντατρία χρόνια και τον διαδέχθηκε ο γιος του Σελήμ Α’, ο οποίος ξεκίνησε τη νικηφόρα πορεία του με σημαντική νίκη επί του Σαχ Ισμαήλ, του βασιλιά του Ιράν, στις πεδιάδες του Τσελντίρ, κάτω από το κάστρο της Αχίτσκα, όπου 200.000 κιζιλ-μπάς (Πέρσες) έπεσαν από το σπαθί. Ο ίδιος ο σάχης διέφυγε με δυσκολία, συνοδευόμενος από επτά μόνο ιππείς, ενώ η βασίλισσά του, η Τατζλή Χάνουμ, πιάστηκε αιχμάλωτη μαζί με τριακόσιες θηλυκές αιχμαλώτους, οι οποίες ανατέθηκαν στη φροντίδα του ντεφτερντάρ Τατζίρ-Ζάντε Τζαφέρ Τσελεμπή και οδηγήθηκαν από αυτόν στο κατώφλι της Ευτυχίας (στην Υψηλή Πύλη). Σε αυτή την νικηφόρα εκστρατεία κατακτήθηκαν τα ακόλουθα κάστρα: Καρς, Αχίσκα, Αρνταχάν, Χασάν, Ερζ Ρουμ, Μπαϊμπούντ, Ιάνιτζα, Κεμάχ, Καρα-Χαμίντ, Ντιγιάρ-Μπεκρ και σαράντα άλλα κάστρα με τις εξαρτήσεις τους. Ο Σουλτάν Αλάουντ-νταουλάχ, της οικογένειας Ζουλ-καντρίγιε, άρχοντας του Μαράς, επίσης ηττήθηκε και σκοτώθηκε και το κεφάλι του, μαζί με εκείνα εβδομήντα άλλων μεγάλων αρχηγών (μπόι μπεγκ), στάλθηκαν στον Γαουρί, σουλτάνο της Αιγύπτου, εναντίον του οποίου άρχισε αμέσως εκστρατεία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο σουλτάνος Σελήμ κατέκτησε το Χαλέμπους-σουμπά (λαμπρό) με τα είκοσι, τη Σαμ (Δαμασκό) με τα σαρανταδύο κάστρα της και την Ταράμπουλου-Σαμ (Τρίπολη) με τα εβδομήντα κάστρα της, που καταλάμβαναν οι Ντουρούζι (Δρούζοι), την Μπέιτουλ-μοκάντας (Ιερουσαλήμ), τη Γάζα και τη Ράμλα με δεκαεπτά κάστρα. Σε εκείνη την παραδεισένια χώρα, τη Σαμ (Συρία), ανέλαβε τα χειμερινά του καταλύματα. Και το επόμενο έτος πολέμησε, στην πεδιάδα του Κακούν, τη μεγάλη μάχη στην οποία ο σουλτάνος Γκαουρί κατατροπώθηκε και σκοτώθηκε. Το ναυάγιο του στρατού των Χεράκι (Κιρκάσσιων) διέφυγε στο Μισρ (Κάιρο), με τον Σελήμ Χαν να τους καταδιώκει. Και ύστερα από συνεχή μάχη για έναν ολόκληρο μήνα, η επαρχία Μισρ (Αίγυπτος), με τις τριακόσιες πόλεις και τα επτά χιλιάδες χωριά της, παραδόθηκε στον κατακτητή το 922 (1516 μ.Χ.). Ο Χίρεχ Μπεγκ διορίστηκε κυβερνήτης του Μισρ (Κάιρο) και ο Κεμάλ Πασαζάντε Αχμέτ Εφέντης στρατιωτικός δικαστής. Αναλήφθηκε κατοχή της Μέκκας και της Μεδίνας και ο Σελήμ ανέλαβε τον τίτλο του Υπηρέτη των δύο ευγενών τζαμιών και εξύψωσε τις νίκες του στους ουρανούς. Κατά την επιστροφή του στην Ισλαμπόλ, έθεσε τα θεμέλια του τζαμιού που φέρει το όνομά του, αλλά δεν έζησε για να το τελειώσει. Τάφηκε στον θόλο, απέναντι από το μιχράμπ. Γεννήθηκε στην Ταραμπεφζούν (για Ταραμπουζούν, δηλαδή Τραπεζούντα), της οποίας ήταν κυβερνήτης όταν ήταν πρίγκιπας. Βασίλεψε εννέα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η χότμπα λεγόταν στο όνομά του σε χίλια τζαμιά. Τον διαδέχθηκε ο γιος του, ο αποφασισμένος υποστηρικτής της πίστης και θραύστης των κεφαλών των ανθρώπων που σκέφτονταν εξέγερση, ο δέκατος των σουλτάνων του οίκου του Οσμάν, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Χαν ελ Γαζή, που τελείωσε το τζαμί που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του.

Περιγραφή του τζαμιού του σουλτάνου Σελήμ Α’

Το ξεκίνησε ως μνημείο της επιφανούς μνήμης του πατέρα του, το έτος 927 (1521 μ.Χ.) και το τελείωσε το έτος 933 (1527 μ.Χ.). Είναι ψηλό τζαμί, στο εσωτερικό της Ισλαμπόλ, στην κορυφή ενός από τους λόφους που έχουν θέα στο κανάλι, αλλά δεν έχει ωραίες στήλες μέσα του όπως τα άλλα τζαμιά. Αποτελείται από έναν μόνο υπερυψωμένο τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις τοίχους, αλλά τέτοιον που προκαλεί τον θαυμασμό όλων των ειδικών στα μαθηματικά και επισημαίνεται ως απόδειξη της μεγάλης ικανότητας του παλιού αρχιτέκτονα Σινάν. Εξετάζοντάς το, όλοι οι μαθηματικοί εκπλήσσονται, γιατί ο τρούλος του διαπιστώνεται, κατά τη μέτρηση, ότι έχει άνοιγμα μεγαλύτερο από εκείνον της Αγιασόφια. Μάλιστα φαίνεται σαν να είναι γαλάζιος θόλος, όπως ο θόλος του ουρανού, αλλά δεν είναι τόσο ψηλός όσο εκείνος της Αγιασόφια, αφού έχει ύψος μόλις πενηνταοκτώ οικοδομικούς πήχεις. Η αιτία που δεν έχει γίνει πιο ψηλός είναι η ανύψωση του λόφου πάνω στον οποίο βρίσκεται. Στη δεξιά πλευρά του περιβόλου του (χαρέμ) υπάρχει βαθιά στέρνα, φτιαγμένη την εποχή των απίστων, ενώ στη βόρεια πλευρά βρίσκεται η ανάβαση που ονομάζεται Σαράντα Σκαλοπάτια, αν και υπάρχουν πενηντατέσσερα σκαλοπάτια. Η κατηφόρα σε κάθε πλευρά είναι πολύ απότομη και απόκρημνη. Επομένως ο αρχιτέκτονας Σινάν, με συνετή προνοητικότητα, για να αποφύγει κάθε κίνδυνο από σεισμούς, έδωσε πολύ μέτριο ύψος στο τζαμί. Η πλατφόρμα (μαχφίλ) για τους μουεζίνηδες είναι τοποθετημένη πάνω σε μαρμάρινες κολώνες, δίπλα στον τοίχο, στη δεξιά πλευρά. Το μινμπάρ και το μιχράμπ είναι από λευκό μάρμαρο, σε απλό ύφος. Στην αριστερή πλευρά του τζαμιού υπάρχει εξώστης που στηρίζεται σε στήλες, για χρήση από τον αυτοκράτορα. Κλείστηκε σαν κλουβί, με επίχρυσο πλέγμα, από τον σουλτάνο Ιμπραήμ. Γύρω από τον τρούλο υπάρχει εξώστης όπου ανάβουν λυχνίες τις ευλογημένες νύχτες. Το τζαμί είναι διακοσμημένο με χίλια περίπου τρόπαια αναρτημένα γύρω, αλλά στο εσωτερικό του δεν έχει κάτι άλλο που να διακρίνεται. Απέναντι από τα παράθυρα στην πλευρά του μιχράμπ, βρίσκεται ο τάφος του Σελήμ Χαν, σε υπέροχο κήπο, όπου ακούγονται οι γλυκές νότες των αηδονιών. Πρόκειται για εξάγωνο κτίριο, πάνω από το οποίο υπάρχει θόλος. Αυτό το τζαμί έχει τρεις πύλες, από τις οποίες εκείνη που κοιτάζει προς Καάμπα είναι πάντοτε ανοιχτή. Δεξιά και αριστερά του τζαμιού υπάρχουν ξενώνες για ταξιδιώτες και υπάρχουν επίσης, στη δεξιά και αριστερή πλευρά, δύο μιναρέδες, με έναν εξώστη ο καθένας, αλλά δεν είναι τόσο ψηλοί όσο άλλοι μιναρέδες. Η αυλή του τζαμιού (χαρέμ) είναι στρωμένη με λευκό μάρμαρο, έχει τρεις πύλες και πέτρινα παγκάκια (σοφά) παντού. Υπάρχει λεκάνη στο κέντρο της αυλής, η οποίο τροφοδοτεί συνεχώς τη μουσουλμανική συγκέντρωση με πόσιμο και τρεχούμενο νερό για τις πλύσεις τους. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ τοποθέτησε έναν μυτερό τρούλο πάνω της, στηριζόμενο σε οκτώ κίονες, ενώ υπάρχουν τέσσερα κυπαρίσσια στις διαφορετικές πλευρές του. Έξω από αυτή την αυλή υπάρχει μεγάλο περίβλημα (χαρέμ), φυτεμένο με δένδρα διαφόρων ειδών, στο οποίο μπαίνουν από τρεις πύλες. Στα νότια (Καάμπα) βρίσκεται η πύλη του μαυσωλείου (τουρμπέ). Στα δυτικά, εκείνη της αγοράς. Στα βόρεια, εκείνη των Σαράντα Σκαλοπατιών. Κάτω από την αγορά, κοιτάζοντας προς το Τσουκούρ Μποστάν, υπάρχει μεγάλο σχολείο για αγόρια, δημόσια τραπεζαρία (μεμάν-σεράι) και καταλύματα για ανθρώπους της μάθησης και μαθητές. Το λουτρό (χαμάμ) είναι τριακόσια βήματα πέρα από αυτό το περίβλημα. Αλλά δεν υπάρχουν άλλες σχολές ούτε νοσοκομεία.

Περιγραφή του πέμπτου αυτοκρατορικού τζαμιού, εκείνου του σουλτάνου Σουλεϊμάν

Ξεκίνησε το έτος 950 (1543 μ.Χ.), τελείωσε το έτος [ ] και είναι όμορφο πέρα από κάθε περιγραφή. Οι λόγιοι, που συνέθεσαν τις έμμετρες επιγραφές, που περιείχαν τη χρονολογία ανέγερσής του, ομολογούν ότι δεν είναι σε θέση να εκφράσουν δεόντως το εγκώμιό του, έργο το οποίο τώρα εγώ, ο άξιος περιφρόνησης Εβλία, προσπαθώ να εκτελέσω όσο μου επιτρέπει η ικανότητά μου. Αυτό το ασύγκριτο τζαμί χτίστηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν στο μισό του ακατοίκητου μισού της κορυφής του ψηλού λόφου, στον οποίο είχε ανεγερθεί, από τον Μωάμεθ Β’, το Παλιό Σεράι. Ο Σουλεϊμάν συγκέντρωσε όλες τις χιλιάδες των τέλειων ειδικών στην αρχιτεκτονική, την οικοδομική, τη λιθοξοΐα και την κοπή μαρμάρου, που υπήρχαν στις κτήσεις του οίκου του Οσμάν. Τρία ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν για την τοποθέτηση των θεμελίων. Οι εργάτες διείσδυσαν τόσο βαθιά μέσα στη γη, που τον ήχο των αξινών τους άκουγε ο ταύρος που σηκώνει τον κόσμο στο κάτω μέρος της γης. Σε άλλα τρία χρόνια τα θεμέλια έφτασαν στην επιφάνεια της γης, αλλά το επόμενο έτος η οικοδόμηση διακόπηκε και οι εργάτες ασχολούνταν με το πριόνισμα και την κοπή πετρών διαφόρων χρωμάτων, για το χτίσιμο πάνω από τα θεμέλια. Το επόμενο έτος το μιχράμπ στερεώθηκε με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνος στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Και οι τοίχοι, που έφθαναν στον θόλο του ουρανού, ολοκληρώθηκαν και σε εκείνα τα τέσσερα γερά θεμέλια τοποθέτησαν τον ψηλό τρούλο του. Αυτή η τεράστια δομή από γαλάζια πέτρα είναι πιο κυκλική από τον τρούλο της Αγιασόφια και είναι επτά βασιλικούς πήχεις ψηλότερη. Εκτός από τους τετράγωνους πεσσούς που τον στηρίζουν, υπάρχουν, στη δεξιά και αριστερή πλευρά, τέσσερις κίονες από πορφυρίτη, καθένας από τους οποίους αξίζει δέκα φορές το ποσό του φόρου υποτέλειας (χαράτζ) της Αιγύπτου (Μισρ). Αυτοί οι κίονες μεταφέρθηκαν από την πρωτεύουσα του Μισρ, κατά μήκος του Νείλου, στην Ισκαντερίγιε [Αλεξάνδρεια] και εκεί τους ανέβασε σε σχεδίες ο Καρίντζε καπουδάν, ο οποίος, σε εύθετο χρόνο τους αποβίβασε στο Ουν-καπάνι. Και αφού τους μετακίνησε από εκεί στην πλατεία που ονομάζεται Βέφα-μεϊντάν, κοντά στο Σουλεϊμανιέ, τις ανέβασε και τις παρέδωσε στον Σουλεϊμάν Χαν, εκφράζοντας την επιθυμία του να γίνουν δεκτοί ως φόρος τιμής από τον Καρίντζα (δηλαδή το Μυρμήγκι), ακριβώς όπως ως δώρο τις είχε πάρει ο Σολωμών από τη βασίλισσα των μυρμηγκιών. Ο αυτοκράτορας, για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, του ανέθεσε αμέσως τα σαντζάκια του Γιλανλί-τζεσιρεσί και του νησιού της Ρόδου. Ο Θεός γνωρίζει, ότι τέσσερις τέτοιες στήλες κόκκινου πορφυρίτη, ύψους η κάθε μία πενήντα πήχεων, δεν βρίσκονται πουθενά αλλού στον κόσμο. Στην πλευρά δίπλα στο μιχράμπ και σε εκείνη απέναντι από αυτήν, ο τρούλος συνδέεται μέσω δύο ημι-τρούλων, οι οποίοι όμως δεν στηρίζονται σε αυτές τις κολώνες, καθώς ο αρχιτέκτονας φοβόταν μην τις υπερφορτώσει. Ο Σινάν άνοιξε παράθυρα από κάθε πλευρά για να δώσει φως στο τζαμί. Εκείνα που βρίσκονται πάνω από το μιχράμπ και το μινμπάρ είναι γεμισμένα με χρωματιστά γυαλιά, η στιλπνότητα των χρωμάτων των οποίων στο εσωτερικό και η λαμπρότητα του φωτός που αντανακλάται από αυτά το μεσημέρι, θαμπώνουν τα μάτια των θεατών και τα γεμίζουν με έκπληξη. Κάθε παράθυρο είναι στολισμένο με μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μικρά κομμάτια γυαλιού, τα οποία αναπαριστούν είτε λουλούδια ή τα γράμματα που σχηματίζουν τα άριστα ονόματα (δηλαδή τα θεία χαρακτηριστικά) και γι’ αυτό φημίζονται από ταξιδιώτες σε όλο τον κόσμο. Αν και το μιχράμπ,το μινμπάρ και το μαχφίλ των μουεζίνηδων σχηματίζονται από σκέτο μόνο λευκό μάρμαρο, ωστόσο το τελευταίο είναι τόσο εξαιρετικής κατασκευής, που μοιάζει να είναι το μαχφίλ του Παραδείσου. Το μινμπάρ είναι επίσης φτιαγμένο από σκέτο μάρμαρο, αλλά από πάνω του υπάρχει κωνικό κουβούκλιο που μοιάζει με τιάρα, παρόμοιο με το οποίο δεν υπάρχει πουθενά. Και το μιχράμπ είναι σαν εκείνο της ίδιας της μεγαλειότητας του Σολωμώντος. Πάνω από αυτό είναι χαραγμένο με χρυσά γράμματα, σε γαλάζιο φόντο, σε γραφή του Καραχισάρι, αυτό το κείμενο του Κορανίου (3.32): «Όσες φορές ο Ζακαρίγια (Ζαχαρίας) επισκεπτόταν το κελί της (μιχράμπ)».48 Δεξιά και αριστερά του μιχράμπ υπάρχουν σπειροειδώς στριμμένες στήλες, που μοιάζουν με έργο μαγείας. Υπάρχουν επίσης κηροπήγια αναστήματος ανθρώπου, φτιαγμένα από καθαρό χαλκό και επιχρυσωμένα με καθαρό χρυσό, τα οποία συγκρατούν κεριά από κερί μέλισσας εμποτισμένο σε καμφορά, καθένα βάρους 20 κανταριών. Η ανάβαση σε καθένα από αυτά γίνεται από ξύλινη σκάλα δεκαπέντε σκαλοπατιών και ανάβονται κάθε νύχτα. Στην αριστερή γωνία του τζαμιού υπάρχει εξώστης (μαχφίλ) πάνω σε κολώνες, για ιδιωτική χρήση του σουλτάνου, που περιέχει επίσης ειδικό μιχράμπ. Πέρα από αυτόν τον εξώστη, υπάρχουν τέσσερις άλλοι, ένας σε καθέναν από τους μεγάλους πεσσούς, για τους αναγνώστες των μαθημάτων από το Κοράνι. Και στις δύο πλευρές του τζαμιού υπάρχουν πάγκοι (σοφά) που στηρίζονται σε χαμηλές στήλες, ενώ έξω από αυτό, παράλληλα με αυτούς τους πάγκους προς τα μέσα, εξώστες στηριγμένοι σε κολώνες, ένας από τους οποίους βλέπει στη θάλασσα και ο άλλος στην αγορά. Όταν το τζαμί είναι πολύ γεμάτο, πολλά άτομα κάνουν τις λατρείες τους σε αυτούς τους πάγκους. Υπάρχουν επίσης, γύρω από τον τρούλο, μέσα στο τζαμί, δύο σειρές εξωστών που στηρίζονται σε κολώνες, οι οποίοι, τις ευλογημένες νύχτες, φωτίζονται με λυχνίες. Υπάρχουν συνολικά 22.000 λυχνίες, ενώ υπάρχουν επίσης χιλιάδες άλλα στολίδια κρεμασμένα από την οροφή. Υπάρχουν παράθυρα και στις τέσσερις πλευρές του τζαμιού, από καθένα από τα οποία εισέρχεται δροσιστικό αεράκι και αναζωογονεί το εκκλησίασμα, έτσι ώστε να φαίνονται ότι απολαμβάνουν αιώνια ζωή στον Παράδεισο. Αυτό το τζαμί είναι επίσης, με το θέλημα του Θεού, συνεχώς αρωματισμένο από εξαιρετική οσμή, που δίνει άρωμα στον εγκέφαλο του ανθρώπου, αλλά δεν έχει καμία ομοιότητα με τη μυρωδιά των γήινων λουλουδιών. Μέσα στο τζαμί, δίπλα στη νότια πύλη (κίμπλε), υπάρχουν δύο πεσσοί, από καθέναν από τους οποίους πηγάζει κρήνη με καθαρό νερό, για να σβήνει τη δίψα του εκκλησιάσματος. Και στο πάνω μέρος του κτιρίου υπάρχουν ορισμένα κελιά με σκοπό τη φύλαξη θησαυρών, στα οποία οι μεγάλοι άνθρωποι της χώρας και μερικές χιλιάδες ταξιδιώτες φυλάνε τα χρήματά τους, σε ποσό που μόνο ο Μεγάλος Δημιουργός γνωρίζει!

Εγκώμιο της γραφής του Καραχισάρι

Δεν έχει υπάρξει ποτέ μέχρι σήμερα, ούτε ποτέ θα υπάρξει, κάποια [καλλιγραφική] γραφή που να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του Αχμέτ Καραχισάρι, στο εξωτερικό και το εσωτερικό αυτού του τεμένους. Στο κέντρο του θόλου υπάρχει αυτό το κείμενο του Κορανίου (24.35): «Ο Θεός είναι το φως του ουρανού και της γης. Η ομοιότητα του φωτός του είναι σαν θέση σε έναν τοίχο, όπου τοποθετείται λυχνία και η λυχνία κλείνεται σε γυάλινη θήκη».49 Ένα κείμενο που δίκαια ονομάζεται το κείμενο του φωτός, το οποίο έχει εδώ καταστεί πιο φωτεινό από το λαμπρό χέρι που το χάραξε. Η επιγραφή πάνω από τον ημι-θόλο, πάνω από το μιχράμπ, έχει ήδη δοθεί. Από την αντίθετη πλευρά, πάνω από τη νότια πύλη, υπάρχει αυτό το κείμενο (6.79): «Κατευθύνω το πρόσωπό μου προς αυτόν που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη. Είμαι ορθόδοξος».>50 Στα τέσσερα βάθρα είναι γραμμένο, «Αλλάχ, Μοχάμεντ, Άμπου Μπεκρ, Ομάρ, Οσμάν, Αλή, Χασάν και Χουσεΐν». Πάνω από το παράθυρο στα δεξιά του μινμπάρ: «Αληθώς, οι χώροι λατρείας ανήκουν στον Θεό. Μην επικαλείστε λοιπόν κανέναν μαζί με τον Θεό». Εκτός από αυτό, πάνω από τα επάνω παράθυρα είναι γραμμένα όλα τα άριστα ονόματα (του Θεού). Αυτά είναι σε γραφή Σικάφι, αλλά το μεγάλο κείμενο στον τρούλο είναι σε γραφή Γκουζάφι, στην οποία τα γράμματα λαμ [λ], ελίφ [α] και καφ [γ], έχουν το καθένα μέγεθος δέκα πήχεις, έτσι ώστε να μπορούν να διαβαστούν σαφώς από εκείνους που είναι κάτω. Αυτό το τζαμί έχει πέντε πόρτες. Μία στα δεξιά, του ιμάμη (ιμάμ καπουσί), μία στα αριστερά, του βεζίρη (βεζίρ καπουσί), μία κάτω από το αυτοκρατορικό θεωρείο και δύο πλαϊνές πόρτες. Πάνω από εκείνη στα αριστερά είναι γραμμένο (Κοράνι 13.24): «Ειρήνη σε σας, γιατί έχετε υπομείνει με υπομονή! Πόσο εξαιρετική ανταμοιβή είναι ο Παράδεισος!»51 Πάνω από την απέναντι πύλη αυτό το κείμενο: «Ειρήνη σε σας! Είστε δίκαιοι. Μπείτε και μείνετε σε αυτό για πάντα!» Κάτω από αυτήν την επιγραφή, στην αριστερή πλευρά, προστίθεται: «Αυτό γράφτηκε από τον φακίρη Καραχισάρι».

Περιγραφή της αυλής (χαρέμ)

Η αυλή (χαρέμ) αυτού του τζαμιού έχει τρεις πύλες, στις οποίες υπάρχει ανάβαση και κάθοδος με τρεις σκάλες. Είναι στρωμένη με λευκό μάρμαρο και είναι λεία και επίπεδη σαν χαλί. Αν και πολύ ευρύχωρη, το σώμα του τζαμιού είναι ακόμη μεγαλύτερο. Γύρω από τις τέσσερις πλευρές της υπάρχουν παγκάκια (σοφά) από πέτρα, πλάτους σαράντα ποδιών, πάνω στα οποία στηρίζονται στήλες από χρωματιστές πέτρες, που στηρίζουν αψίδες διαφόρων αποχρώσεων, τόσο διαφορετικές όσο εκείνες του ουράνιου τόξου. Τα παράθυρα αυτής της αυλής προστατεύονται από σιδερένια κικγκλιδώματα, οι ράβδοι των οποίων είναι τόσο χοντρές όσο το χέρι του ανθρώπου και τόσο έξοχα γυαλισμένες, που ακόμη και τώρα δεν φαίνεται ούτε άτομο σκουριάς πάνω τους, ενώ λάμπουν σαν ατσάλι του Ναχτσεβάν. Στο κέντρο αυτής της αυλής υπάρχει όμορφη κρήνη άξια θαυμασμού, αλλά δεν υπολογίζεται για πλύσεις, αφού σχεδιάστηκε μόνο για αναψυχή του εκκλησιάσματος. Η οροφή της είναι χαμηλός, πλατύς, μολυβένιος θόλος, αλλά το υπέροχο είναι ότι το νερό αναπηδάει από τη λεκάνη σαν να εκτοξεύεται από τόξο, προς το κέντρο του τρούλου και ύστερα στάζει προς τα κάτω από τις πλευρές του σαν άλλο σελσεμπίλ [σιντριβάνι]. Είναι πραγματικά υπέροχο θέαμα. Πάνω από τα παράθυρα, σε κάθε πλευρά αυτής της αυλής, υπάρχουν κείμενα από το Κοράνι γραμμένα με λευκά γράμματα πάνω σε μπλε πλακίδια. Η πόρτα απέναντι από την κίμπλα (δηλαδή η βόρεια πόρτα) είναι η μεγαλύτερη από όλες. Είναι από λευκό μάρμαρο και δεν υπάρχει αντίστοιχή της πάνω στη γη για την ομορφιά και την επιδεξιότητα με την οποία είναι σκαλισμένη και διακοσμημένη. Είναι όλη φτιαγμένη από καθαρό λευκό μάρμαρο και τα διαφορετικά τμήματα έχουν ενωθεί τόσο επιδέξια μεταξύ τους από τους κατασκευαστές, που είναι αδύνατο να αντιληφθούμε οποιαδήποτε σχισμή ανάμεσά τους. Πάνω από το περβάζι της πόρτας υπάρχουν γλυπτά λουλούδια και γιρλάντες περίτεχνης εργασίας, που συνδυάζονται μεταξύ τους με επιδεξιότητα που ανταγωνίζεται την τέχνη του Τζεμσίντ. Σε κάθε πλευρά αυτής της πύλης υπάρχουν κτίρια ύψους τεσσάρων ορόφων, που περιέχουν θαλάμους για τους ινουβακίτ (τελάληδες των ωρών), τους αχθοφόρους και τους νεωκόρους. Στην είσοδο αυτής της πύλης υπάρχει μεγάλο στρογγυλό κομμάτι κόκκινου πορφυρίτη, το οποίο είναι απαράμιλλο για το μέγεθός του και τη στιλπνότητα του γυαλίσματός του. Είναι τόσο μεγάλο, όσο ένα μωαμεθανικό σιμάτ (δηλαδή δίσκος δείπνου). Μέσα από την πύλη, στη δεξιά πλευρά της αυλής, υπάρχει τετράγωνη πλάκα από πορφυρίτη, πάνω στην οποία ήταν χαραγμένος ένας σταυρός, τα ίχνη του οποίου είναι ακόμη ορατά, αν και σβήστηκε από τους κτίστες. Οι άπιστοι πρόσφεραν ένα εκατομμύριο χρήματα για αυτό, αλλά μάταια. Τελικά μια βασιλική μπάλα εκτοξεύτηκε από γαλέρα των απίστων, που βρισκόταν μπροστά από τον Γαλατά, σκόπιμα προς αυτήν την πλάκα, η οποία χτυπήθηκε. Αλλά όντας στο έδαφος, δεν έπαθε καμία ζημιά. Έτσι οι άπιστοι, με όλη τους την μνησικακία και την ικανότητά τους στα πυροβόλα, δεν μπόρεσαν να σπάσουν αυτήν την πέτρα, που είχε γίνει κατώφλι του Σουλεϊμανιέ. Αλλά το σημάδι της μπάλας παραμένει και προκαλεί την έκπληξη όλων των θεατών.

Στα βάθρα των στηλών γύρω από τις τέσσερις πλευρές αυτής της αυλής (χαρέμ) υπάρχουν πλάκες από ορείχαλκο, πάνω στις οποίες είναι χαραγμένες οι ημερομηνίες αξέχαστων γεγονότων, όπως μεγάλες πυρκαγιές, σεισμοί, εξεγέρσεις και αναταραχές. Αυτό το τζαμί έχει τέσσερις μιναρέδες, οι εξώστες των οποίων είναι δέκα συνολικά, ως καταγραφή ότι ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Χαν ήταν ο δέκατος σουλτάνος του Οίκου του Οσμάν. Οι δύο μιναρέδες που γειτνιάζουν με το σώμα του τζαμιού έχουν ο καθένας τρεις εξώστες, στους οποίους υπάρχει ανάβαση από σκάλα με διακόσια σκαλοπάτια. Οι δύο μιναρέδες στις εσωτερικές γωνίες της αυλής είναι χαμηλότεροι και έχουν δύο μόνο εξώστες ο καθένας. Από τους δύο υψηλούς μιναρέδες που έχουν τρεις εξώστες, εκείνος στα αριστερά ονομάζεται Μιναρές του Πετραδιού για τον ακόλουθο λόγο: Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν, κατά την κατασκευή αυτού του τζαμιού, προκειμένου να επιτρέψει στις θεμελιώσεις να σταθεροποιηθούν, είχε σταματήσει τις εργασίες, όπως έχει ήδη σημειωθεί, για ένα ολόκληρο έτος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εργάτες απασχολούνταν σε άλλα ευσεβή έργα. Ο σάχης Ταμάς Χαν, ο βασιλιάς της Ατζέμ (Περσίας), όταν το άκουσε, έστειλε αμέσως μεγάλο πρέσβη στον Σουλεϊμάν, με ένα μουλάρι φορτωμένο με πολύτιμα πετράδια, από φιλία, όπως έλεγε, για τον σουλτάνο, ο οποίος, από έλλειψη χρημάτων, δεν είχε μπορέσει να ολοκληρώσει αυτό το ευσεβές έργο. Ο πρέσβης παρουσίασε την επιστολή του σάχη στον σουλτάνο, ενώ εκείνος περιβαλλόταν από τους αμέτρητους οικοδόμους και εργάτες που απασχολούνταν για το τζαμί. Και ο τελευταίος, έξω φρενών στο άκουσμα του περιεχομένου της επιστολής, μοίρασε αμέσως ενώπιον του πρέσβη τα πετράδια, που είχε φέρει εκείνος, σε όλους τους Εβραίους στην Ισλαμπόλ, λέγοντας: «Κάθε ραφιζί [απορριπτικός, δηλαδή σιίτης], κατά τη φοβερή ημέρα της καταστροφής θα μετατραπεί σε γάιδαρο, τον οποίο κάποιος Εβραίος θα οδηγήσει στην κόλαση! Σε αυτούς λοιπόν δίνω αυτόν τον θησαυρό, για να έχουν οίκτο για εσάς εκείνη την ημέρα και να είναι φειδωλοί στη χρήση των σπιρουνιών και των μαστιγίων τους». Στη συνέχεια, δίνοντας άλλο ένα μουλάρι φορτωμένο με πετράδια στον Σινάν, τον αρχιτέκτονα, είπε, ακόμη παρουσία του πρέσβη: «Αυτά τα πετράδια, τα οποία στάλθηκαν ως τόσο πολύτιμα, δεν έχουν καμμία αξία σε σύγκριση με τις πέτρες του τζαμιού μου. Πάρε τα και ανακατεψέ τα με τις υπόλοιπες πέτρες». Ο Σινάν, υπακούοντας στην εντολή του σουλτάνου, τα χρησιμοποίησε για την κατασκευή της εξάγωνης βάσης αυτού του μιναρέ, ο οποίος πήρε το όνομά του από τότε. Μερικές από τις πέτρες εξακολουθούν να αστράφτουν όταν πέφτουν πάνω τους οι ακτίνες του ήλιου, αλλά άλλες έχουν χάσει τη λάμψη τους από την έκθεση σε υπερβολική ζέστη, χιόνι και βροχή. Στο κέντρο της αψίδας, πάνω από την πύλη της κίμπλα, υπάρχει ένα τιρκουάζ (πιρούζε) της Νισαπούρ, μεγάλο σε περίμετρο όσο ένα φλιτζάνι. Στις δύο πλευρές αυτού του τζαμιού υπάρχουν σαράντα διαφορετικά σημεία, όπου μπορούν να ανανεωθούν οι πλύσεις.

Περιγραφή του αυτοκρατορικού μαυσωλείου

Σε απόσταση βολής τόξου από το μιχράμπ, μέσα σε υπέροχο κήπο, βρίσκεται ο τάφος του Σουλεϊμάν, ο ίδιος απαράμιλλο οικοδόμημα, που στέφεται από διπλό τρούλο, έτσι ώστε ο ένας να τοποθετείται πάνω από τον άλλο, ο μικρότερος κάτω και ο μεγαλύτερος πιο πάνω. Δεν υπάρχει, σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, κτίριο τόσο πλούσια στολισμένο με υπέροχα γλυπτά και σκαλίσματα σε μάρμαρο όσο αυτό!

Περιγραφή της εξωτερικής αυλής

Η εξωτερική αυλή του τζαμιού είναι μεγάλο αμμουδερό επίπεδο φυτεμένο με κυπαρίσσια, πλατάνια, ιτιές, φιλύρες και φλαμουριές, που περιβάλλει τις τρεις πλευρές του κτιρίου. Έχει δέκα πύλες: δύο στην πλευρά κίμπλα, δηλαδή εκείνη προς τη Μέκκα και εκείνη προς το Παλιό Σεράι. Στη νότια πλευρά, τις πύλες μεκτέμπ (πύλη σχολείου), τσαρσί (αγοράς), μεντρεσέ (σχολής) και χακίμ-μπαση (αρχίατρου). Στα δυτικά, οι πύλες ιμαρέτ (οίκου ελεημοσύνης), τάβ-χανε (νοσοκομείου) και αγά (αγά καπουσί). Στη βόρεια πλευρά υπάρχει πέτρινη σκάλα είκοσι σκαλοπατιών προς την πύλη του θόλου των χιλίων και ενός καρφιών, που ονομάζεται έτσι επειδή αυτός ο αριθμός καρφιών χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της. Υπάρχει επίσης η χαμάμ καπουσί (πύλη λουτρού) που βλέπει προς τα ανατολικά, απ΄ όπου υπάρχει κάθοδος είκοσι σκαλοπατιών προς το λουτρό. Από αυτή την πλευρά, η αυλή (χαρέμ) δεν περικλείεται από τοίχο, αλλά μόνο από χαμηλό στηθαίο, ώστε να μην εμποδίζεται η θέα της πόλης της Ισλαμπόλ. Εκεί το εκκλησίασμα παραμένει και απολαμβάνει πλήρη θέα του αυτοκρατορικού παλατιού, του Ουσκουντάρ (Σκουτάρι), του κάστρο του στενού (Μπογάζ Χισάρι), του Μπεσίκτας, του Τόπ-χανε, του Γαλατά, του Κασίμ-πασα, του Οκ-μεϊντάν και του λιμανιού (χάλιτς, Κεράτιου) και του στενού (μπογάζ, Βοσπόρου), που διασχίζονται από χίλια πλοία, φορτηγίδες και άλλα είδη σκαφών, θέαμα του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχο σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου! Η περίμετρος της εξωτερικής αυλής (χαρέμ) είναι χίλια βήματα. Υπάρχει επίσης μικρότερη αυλή που ονομάζεται Πεχλιβάν Ντεμίρ Μεϊντάνι (δηλαδή πλατεία σιδερένιων παλαιστών) μεταξύ αυτού του τζαμιού και των τειχών του Παλιού Σεράι. Είναι κοιλάδα όπου ασκούνται παλαιστές από όλα τα μοναστήρια [τεκέ], όταν τελειώσει η απογευματινή προσευχή (μπάντε-λασρ). Δεξιά και αριστερά αυτού του τζαμιού υπάρχουν τέσσερις μεγάλες σχολές για την εκπαίδευση των νομικών στα τέσσερα (ορθόδοξα) δόγματα, οι οποίες είναι τώρα γεμάτες με άνδρες της πιο περσπούδαστης γνώσης. Υπάρχει επίσης νταρ-ουλ-χαντίθ ή σχολείο για τη διδασκαλία του παραδοσιακού δικαίου, νταρ-ουλ-καρά ή σχολείο για τη διδασκαλία της απαγγελίας ή ψαλμωδίας του Κορανίου, σχολή για τη μελέτη της ιατρικής, σχολείο για παιδιά, νοσοκομείο, τραπεζαρία, σπίτι ελεημοσύνης, νοσοκομείο για ξένους (τάβ-χανε), καραβανσεράι για τους περαστικούς, αγορά για χρυσοχόους και βιοτεχνίες κουμπιών και μπότας, λουτρό με διαμερίσματα για μαθητές και χιλιάδες δωμάτια για τους υπαλλήλους τους. Έτσι μέσα στον περίβολο του τζαμιού υπάρχουν συνολικά όχι λιγότεροι από 1001 τρούλους. Βλέποντάς το από τον Γαλατά, το Σουλεϊμανιέ μοιάζει με τεράστια πεδιάδα καλυμμένη με μόλυβδο. Ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων που συνδέονται με το τζαμί είναι 3.000. Συντηρούνται από ασφαλή και φιλελεύθερα κληροδοτήματα, όπου όλα τα νησιά της Άσπρης Θάλασσας, όπως Ιστανκιόι (Κως), Σακίζ (Χίος), Ρόδος κλπ. του έχουν αποδοθεί από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν. Τα έσοδά του συλλέγονται από πεντακόσιους άνδρες υπό τη διεύθυνση του μουτεβελή (επίτροπου). Δεν υπάρχει κτίριο σε ολόκληρη την αυτοκρατορία του Ισλάμ ισχυρότερο και πιο σταθερο από αυτό το Σουλεϊμανιέ. Ούτε έχει δει κανείς τρούλο που να μπορεί να συγκριθεί με αυτόν. Είτε εξετάζεται η σταθερότητα της θεμελίωσής του ή η υπέροχη ομορφιά και τελειότητα των διαφόρων τμημάτων του, πρέπει να είναι, εσωτερικά και εξωτερικά, το ωραιότερο και πιο ανθεκτικό οικοδόμημα που είδε ποτέ ο κόσμος. Όταν τελείωσε, ο αρχιτέκτονας Σινάν είπε στον σουλτάνο: «Αυτοκράτορα, κατασκεύασα για σένα ένα τζαμί, που θα παραμείνει πάνω στο πρόσωπο της γης μέχρι την ημέρα της κρίσης. Και όταν έρθει ο Χαλάτζ Μανσούρ52 και αποκόψει το όρος Ντεμαβούντ53 από τη θεμελίωσή του, ο τρούλος αυτού του τζαμιού θα είναι σαν μπάλα του παιχνιδιού τσεβγκάν54 μπροστά στον στόχο (τσίλλε) του τόξου του Μανσούρ». Τέτοια ήσαν τα λόγια με τα οποία ο ίδιος εξυμνούσε τη δύναμη και την αντοχή του. Και πράγματι, καθώς στέκεται πάνω σε ψηλό λόφο που περιβάλλεται και ενισχύεται από κάτω από διάφορους τοίχους και παραπέτα, τα θεμέλιά του είναι ιδιαίτερα στέρεα. Πρώτον, υπάρχει το άνω τοίχωμα του Ταχτούλ-καλε. Στη συνέχεια, εκείνο του παλατιού του Σιγιαβούς Πασά. Ύστερα εκείνο του αγά των γενίτσαρων. Στη συνέχεια εκείνο της κιστέρνας στη μικρή αγορά. Έπειτα εκείνα του σχολείου του αγά, του θερμού λουτρού, της αποθήκης πυρομαχικών και του νοσοκομείου. Τα θεμέλια όλων αυτών των κτιρίων μπορούν να θεωρηθούν ως προτειχίσματα της θεμελίωσης αυτού του τζαμιού. Ο ταπεινός συγγραφέας αυτών των γραμμών είδε κάποτε ο ίδιος δέκα Φράγκους άπιστους ικανούς στη γεωμετρία και την αρχιτεκτονική, οι οποίοι, όταν ο θυροφύλακας άλλαξε τα παπούτσια τους με παντόφλες και τους έβαλε στο τζαμί με σκοπό να τους το δείξει, έβαζαν το δάχτυλό τους στα στόματά τους και δάγκωνε καθένας το δάχτυλό του από έκπληξη όταν έβλεπαν τους μιναρέδες. Αλλά όταν είδαν τον τρούλο, πέταξαν ψηλά τα καπέλα τους και φώναζαν Μαρία! Μαρία! και παρατηρώντας τις τέσσερις αψίδες που στηρίζουν τον τρούλο, στις οποίες αναγράφεται η χρονολογία έτος Εγείρας 944 (1537 μ.Χ.), δεν μπορούσαν να βρουν λόγια για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους και οι δέκα, βάζοντας ο καθένας το δάχτυλό του στο στόμα του, παρέμειναν μία ολόκληρη ώρα κοιτάζοντας με έκπληξη αυτές τις αψίδες. Στη συνέχεια, ερευνώντας το εξωτερικό, την αυλή, τους τέσσερις μιναρέδες, τις έξι πύλες, τις στήλες, τους εξώστες και τους τρούλους του, έβγαλαν και πάλι τα καπέλα τους και γύριζαν το τζαμί ξεσκούφωτοι και καθένας από τους δέκα δάγκωνε τα δάχτυλά του από έκπληξη, επειδή αυτός είναι ο τρόπος τους που μαρτυρά τη μεγαλύτερη κατάπληξη. Ρώτησα έναν διερμηνέα τους πώς τους άρεσε και ένας από αυτούς που ήταν σε θέση να δώσει απάντηση, είπε, ότι πουθενά δεν μπορούσε να βρεθεί ενωμένη τόση ομορφιά, εξωτερικά και εσωτερικά και ότι σε ολόκληρο το Φρενγκιστάν δεν υπήρχε ούτε ένα οικοδόμημα που να μπορούσε να συγκριθεί με αυτό. Στη συνέχεια ρώτησα τι νόμιζαν για αυτό το τζαμί σε σύγκριση με την Αγιασόφια. Απάντησαν ότι η Αγιασόφια ήταν ωραίο παλαιό κτίριο, μεγαλύτερο από αυτό και πολύ ισχυρό και σταθερό για την εποχή στην οποία ανεγέρθηκε, αλλά ότι δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να συναγωνιστεί την κομψότητα, την ομορφιά και την τελειότητα αυτού του τζαμιού, για το οποίο, άλλωστε, είχε ξοδευτεί πολύ μεγαλύτερο χρηματικό ποσό απ’ όσο για την Αγιασόφια. Μάλιστα, λέγεται, ότι κάθε δέκα μισκάλ πέτρας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτό το τζαμί κόστιζε ένα κομμάτι χρυσού (ένα δουκάτο). Το σύνολο του ποσού που δαπανήθηκε σε αυτό το κτίριο ανερχόταν σε 890.883 γιούκ (74.242.500 γρόσια).

Άλλο μνημείο του σουλτάνου Σουλεϊμάν στην Ισλαμπόλ είναι οι Σαράντα Κρήνες. Θέλοντας να φέρει στην πόλη πόσιμο νερό που είχε ανακαλυφθεί σε μεγάλη απόσταση, συμβουλεύτηκε τον διάσημο αρχιτέκτονα Σινάν, ο οποίος απάντησε ότι τόσο δύσκολη επιχείρηση θα απαιτούσε τεράστια χρηματικά ποσά. Ο Σουλεϊμάν υποσχέθηκε να διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια. Άρχισαν οι εργασίες και μέσα σε επτά χρόνια κατασκευάστηκαν 3.700 αψίδες, σχηματίζοντας έτσι υδραγωγείο και ενώνοντάς το με εκείνο του Γιάνκο Μαντιγιάν κοντά στην Αγορά Αλόγων. Με αυτόν τον τρόπο το πόσιμο νερό κυκλοφορούσε σε όλη την πόλη και οι ψυχές των διψασμένων χαίρονταν. Σε ορισμένα σημεία οι αψίδες υψώνονται σε δύο ή τρεις ορόφους.

Ο Σουλεϊμάν άρχισε επίσης τη γέφυρα του Τσεκμετζέ, η οποία ολοκληρώθηκε από τον Σελήμ Β’. Επίσης κατασκεύασε τα τζαμιά των Σεχζάντε, Τζεχανγκίρ και Χασεκή, τον νέο ναύσταθμο και τη σχολή του Σελήμ Α’, που ιδρύθηκε στα κιόσκ των Χαλτζιλέρ και αφιερώθηκε στη μνήμη του πατέρα του. Ένα τζαμί στο Ουσκουντάρ, που ονομάζεται Μεχρεμπάν από την επιφανή κόρη του και δύο χάνια. Στη Ρούμελη τα μνημεία της γενναιοδωρίας του είναι σχεδόν αμέτρητα. Μεταξύ αυτών μπορούν να απαριθμηθούν τα φρούρια των Σέγκντιν, Σίγκετ και Ούζι (Οτσάκοφ) στα σύνορα. Στην Εντίρνε (Αδριανούπολη) κατασκεύασε υδραγωγείο, γέφυρα και τζαμί με τραπεζαρία κοντά στη γέφυρα του Μουσταφά Πασά. Στην Ανατολία έχτισε στην Κόνια [Ικόνιο], κοντά στον τάφο του Τζελαλαντίν Ρουμί (ο Θεός να αγιάσει τη μυστική του κατάσταση), υπέροχο τζαμί με δύο μιναρέδες, σχολή, αίθουσα μουσικής για τους δερβίσηδες, τραπεζαρία για τους φτωχούς (ιμαρέτ), εστιατόριο και πολυάριθμα κελιά για τους φτωχούς δερβίσηδες. Στη Δαμασκό εκτεταμένο τζαμί και σχολή. Στο Καφ και την Ιζνίκ (Νίκαια) μετέτρεψε δύο εκκλησίες σε τζαμιά, σχέδιο το οποίο έθεσε σε εφαρμογή σε όλες τις πόλεις και παλάνκα [μόνιμα εδραιωμένα στρατόπεδα] που κατακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της μακράς και νικηφόρας βασιλείας του. Ο τρούλος του τζαμιού του ναού του Σολωμώντος κτίστηκε επίσης από αυτόν τον αυτοκράτορα, ενώ ο ίδιος στόλισε τον τρούλο της πέτρας της θυσίας (σάχρα-ι-σερίφ) με ταβάνια από σκαλιστό ξύλο και πέτρα, έτσι ώστε να ισούται με πινακοθήκη κινεζικής ζωγραφικής και να μοιάζει με παράδεισο. Μετά την κατάκτηση της Βαγδάτης, ανέγειρε πάνω από τον τάφο του μεγάλου ιμάμη Νοαμάν-μπεν-Τάμπετ κάστρο και τζαμί με τραπεζαρία και πάνω από τον τάφο του σεΐχη Αμπντουλκαντέρ Τζιλάνι ψηλό τρούλο, τζαμί, τραπεζαρία και άλλα κτίρια για ευσεβείς σκοπούς. Προς όφελος των ιερών πόλεων (Μέκκας και Μεδίνας) καθιέρωσε τη σούρα, δώρο 62.000 δουκάτων, η οποία μεταφέρεται κάθε χρόνο σε αυτά τα μέρη από τον σούρα-εμίνι, καθώς και την ετήσια διανομή ειδών ένδυσης. Επίσης επιισκεύασε το υδραγωγείο που χτίστηκε από τον Χαρούν αλ-Ρασίντ, προσθέτοντας σε αυτό τέσσερις κρήνες και οδηγώντας ένα ρεύμα στο όρος Αρεφάτ. Επιπλέον, έχτισε στη Μέκκα τέσσερις σχολές στο ίδιο στυλ με εκείνες της Ρούμελης και τις προίκισε με τον ίδιο τρόπο. Επίσης ξανάχτισε τον θόλο της Χαντιτζέ, της Μητέρας των Πιστών, με πολλά άλλα ευσεβή ιδρύματα που θα έχουμε την ευκαιρία να αναφέρουμε στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μας, αφού παρόν αντικείμενό μας είναι μόνο να περιγράψουμε εκείνα της Ισλαμπόλ. Όλα αυτά τα ευσεβή έργα πραγματοποιήθηκαν με τη βοήθεια των επάθλων που πάρθηκαν σε Μάλτα, Ρόδο, Μπόντιν, Κιζίλ-άλμα (Ρώμη), Βελιγράδι επί του Δούναβη, Βαγδάτη και άλλα μέρη, το συνολικό ποσό των οποίων υπολογίζεται ότι ήταν 896.383 φουλουρί (φιορίνια), τα οποία, σύμφωνα με την παρούσα αξία του χρήματος, θα ήσαν 53.782.009 άσπρα ή 74.666.666 παράδες ή 1.866.666 γρόσια. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν Χαν τέσσερα άσπρα ζύγιζαν ένα ντιρχάμ [δράμι] καθαρού ασημιού και εκατό δουκάτα ζύγιζαν 118 ντιρχάμ.

Περιγραφή του τζαμιού του πρίγκιπα Μωάμεθ

Σύμφωνα με τη γνώμη όλων των αρχιτεκτόνων και μαθηματικών, αυτό το τζαμί βρίσκεται στο κέντρο του τριγώνου της Ισλαμπόλ. Κατατάσσεται ως το έκτο αυτοκρατορικό τζαμί και χτίστηκε από τον Σουλεϊμάν Χαν για τον αγαπημένο του γιο Μωάμεθ, ο οποίος πέθανε στη Μαγνησία και θάφτηκε εδώ. Ο τρούλος του είναι κομψό κομμάτι τέχνης και αν και όχι τόσο μεγάλος όσο εκείνος του Σουλεϊμανιέ, υψώνει το κεφάλι του μεγαλοπρεπώς προς τον ουρανό. Στηρίζεται σε ορθογώνιους πυλώνες και τέσσερις ημι-τρούλους. Το μιχράμπ και το μινμπάρ είναι και τα δύο εξαιρετικής κατασκευής. Το μαχφίλ στηρίζεται σε οκτώ στήλες και στα αριστερά του βρίσκεται το μαχφίλ του σουλτάνου, επίσης στηριζόμενο σε στήλες. Αυτό το τζαμί δεν έχει μεγάλους κίονες, αλλά στολίζεται με διπλή σειρά λυχνιών που αθροίζονται σε οκτώ χιλιάδες. Φωτίζεται από παράθυρα σε κάθε πλευρά και έχει τρεις πύλες, πάνω από τη μία από τις οποίες, εκείνη απέναντι από το μιχράμπ, υπάρχει η εξής επιγραφή χρονολόγησης: «Τόπος προσευχής των ανθρώπων του Προφήτη, 955» (1548 μ.Χ.), έτος κατά το οποίο τέθηκαν τα θεμέλια. Είναι κι αυτό της αρχιτεκτονικής του Σινάν. Ξεκίνησε την 1η Ραμπίαλ-αβάλ 955 (10 Απριλίου 1548) και ολοκληρώθηκε τον μήνα Ρατζάμπ του 965 (Απρίλιο 1558). Κόστισε 15.000.000 άσπρα. Απέναντι από το μιχράμπ, σε πολύ ευχάριστο κήπο, κάτω από ψηλό τρούλο, βρίσκεται ο τάφος του πρίγκιπα Μωάμεθ και πιο κάτω άλλος, εκείνος του αδελφού του Τζεχανγκίρ, ο οποίος πέθανε στο Χαλέπι και θάφτηκε σε αυτό το μέρος. Η αυλή στολίζεται από πολυάριθμους κίονες ενώ στο κέντρο υπάρχει κρήνη, κάτω από τρούλο που στηρίζεται από οκτώ κίονες, η οποία χτίστηκε από τον Μουράτ Δ’. Οι δύο μιναρέδες, με τους διπλούς εξώστες τους, δεν έχουν το αντίστοιχό τους σε Ισλαμπόλ, Εντίρνε ή Μπούρσα, από την άποψη στολιδιών και γλυπτών. Η καλυμμένη με μόλυβδο στέγη είναι επίσης αξιοθαύμαστο έργο τέχνης. Σε τρεις πλευρές περιβάλλεται από μεγάλη έκταση φυτεμένη με δένδρα, κάτω από ένα από τα οποία, στην αριστερή πλευρά του τζαμιού, είναι θαμμένος ο σεΐχης, Αλή Ταμπί, που ήταν τυμπανιστής στην εκστρατεία του Εγιούπ εναντίον της Ισλαμπόλ. Γύρω από αυτή τη μεγάλη αυλή είναι ο μεντρεσές, η τραπεζαρία και το νοσοκομείο για ξένους (τάβ-χανε). Δεν έχει λουτρό ούτε κοινό νοσοκομείο.

Το τζαμί στο Φουντουκλί, αφιερωμένο στη μνήμη του πρίγκιπα Τζεχανγκίρ, χτίστηκε επίσης από τον Σουλεϊμάν. Αυτό όμως θα περιγραφεί στη σωστή του θέση.

Περιγραφή του τζαμιού της Βαλιδέ

Αυτό το τζαμί, το οποίο συνήθως ονομάζεται χασεκήεβρέτ (η ευνοουμένη των γυναικών) και βρίσκεται κοντά στο Εβρέτ-παζάρι, δεν είναι τόσο μεγάλο όσο άλλα τζαμιά και έχει έναν μόνο μιναρέ. Έχει κοινή κουζίνα, τραπεζαρία, νοσοκομείο, σχολή και σχολείο για παιδιά.

Περιγραφή του τζαμιού της Μερμά σουλτάνας

Είναι ψηλό τζαμί μέσα από την πύλη Αδριανούπολης και χτίστηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Χαν για την κόρη του Μερμά. Τα μιχράμπ, μινμπάρ και μαχφίλ του, είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένα, αλλά δεν υπάρχει βασιλικό μαχφίλ. Περιβάλλεται από τα διαμερίσματα της σχολής, λουτρό και αγορά. Δεν υπάρχει τραπεζαρία ούτε νοσοκομείο.

Κοντολογής, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Χαν, κατά τη διάρκεια βασιλείας σαρανταοκτώ ετών, εγκαθίδρυσε τάξη και δικαιοσύνη στην επικράτειά του. Βάδισε νικηφόρα μέσα από τις επτά περιοχές του πλανήτη, στόλισε όλες τις χώρες που νικήθηκαν από τα όπλα του και ήταν επιτυχημένος σε όλες του τις επιχειρήσεις. Επειδή είχε υπόψη του το ιερό κείμενο, «Λάβε συμβουλές στις υποθέσεις σου», συμβουλευόταν πάντοτε τους ουλεμάδες του.

Οι βεζίρηδες κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ήσαν:

Ο Πιρ Μοχάμεντ Πασάς, ο οποίος επιβεβαιώθηκε στο αξίωμά του κατά την άνοδο του σουλτάνου στον θρόνο.

Ο Ιμπραήμ Πασάς, ο οποίος εκπαιδεύτηκε στο αυτοκρατορικό χαρέμι, έκτισε το Επταπύργιο στο Κάιρο και κρέμασε τον Αχμέτ Πασά, τον επαναστάτη κυβερνήτη εκείνης της πόλης.

Ο Αγιάς Πασάς, ντόπιος της Αλβανίας που ανατράφηκε στο χαρέμι.

Ο Λουτφί Πασάς, που επίσης ανατράφηκε στο χαρέμι. Είχε παντρευτεί την αδελφή του σουλτάνου αλλά απολύθηκε από το αξίωμα, επειδή μίλησε εναντίον μιας γυναίκας που ήταν συγγενής της συζύγου του.

Ο Σουλεϊμάν Πασάς, λευκός ευνούχος, ο οποίος πήρε το Ντιβ-αμπάντ, το Αχμέτ-αμπάντ και πολλά άλλα φρούρια από τους Πορτογάλους και τα έδωσε στους Ράι της Ινδίας. Κατέκτησε επίσης το Άντεν, στην Υεμένη (Αραβία) και το Χαμπές (Αβυσσηνία), με τη βοήθεια του Οζ-ντεμίρ-μπεγκ.

Ο Ρουστέμ Πασάς, Χιροάντ (Κροάτης) στην καταγωγή και Αριστοτέλης στη σοφία.

Ο Αχμέτ Πασάς, συνετός, γενναίος και πετυχημένος υπουργός. Ξεκίνησε ως αρχιθαλαμηπόλος στο σεράι και σταδιακά προήχθη στο αξίωμα του αγά των γενίτσαρων, του κυβερνήτη της Ρούμελης και του μεγάλου βεζίρη. Κάποτε πραγματοποίησε νυχτερινή επίθεση εναντίον του Σαχ Ταμάς της Περσίας και κατέκτησε το Τεμισβάρ.

Ο Κάλεν Αλή Πασάς, ντόπιος του χωριού Πάρχα στο Χέρσεκ (Ερζεγοβίνη). Ήταν πρώτα αρχιθαλαμηπόλος, ύστερα αγάς των γενίτσαρων, κυβερνήτης της Αιγύπτου και μεγάλος βεζίρης. Ήταν πολύ παχύσαρκος άνθρωπος.

Ο Σόκολι Χοέτζ, Αλή Πασάς, ντόπιος του χωριού Σόκολ, που τώρα ονομάζεται Σαχίν, στη Βοσνία, που περάσει από διάφορα κατώτερα αξιώματα, ανέβηκε σε αυτό του βεζίρη, το οποίο κατείχε επί σαράντα χρόνια κάτω από τρεις μονάρχες.

Οι βεζίρηδες του κουμπέ (τρούλου) που δεν έφτασαν στον βαθμό του μεγάλου βεζίρη ήσαν: Μουσταφά Πασάς, ο Βόσνιος. Φερχάντ Πασάς, ο Αλβανός. Χαΐν Αχμέτ Πασάς, ανυπότακτος Αλβανός που απαγχονίστηκε στο Κάιρο. Γκοζλουτζέ Κασίμ Πασάς, ο οποίος κατέκτησε το Ανάμπολι (Ναύπλιο) στον Μοριά και έκτισε το τζαμί που έφερε το όνομά του απέναντι από την Ισλαμπόλ. Χατζή Μοχάμεντ Πασάς, που δηλητηριάστηκε στο Μπόντιν (Βούδα) από έναν Εβραίο, ο οποίος καυχιόταν ότι είχε δηλητηριάσει τουλάχιστον σαράντα μουσουλμάνους. Χόσρου Πασάς, ο αδελφός του Χοέτζ Λάλα Μουσταφά Πασά. Χάντεμ Ιμπραήμ Πασάς, άνθρωπος με γενναία και γενναιόδωρη διάθεση, ο οποίος έχτισε το τζαμί που φέρει το όνομά του μέσα από την πύλη Σηλυμβρίας. Χάντεμ Χεϊντέρ Πασάς, που ήταν επικεφαλής των λευκών ευνούχων στο χαρέμι, αλλά απολύθηκε με την υποψία ότι είχε βοηθήσει στη δολοφονία του πρίγκιπα Μουσταφά. Ήταν εύγλωττος και μορφωμένος άνθρωπος και πέθανε κυβερνήτης του Χέρσεκ (Ερζεγοβίνης). Μπαλάκ Μουσταφά Πασάς, Βόσνιος, όπου μπαλάκ στην αλβανική γλώσσα σημαίνει «γέρος». Ήταν κυβερνήτης της Αιγύπτου και καπουδάν πασάς του στόλου και θάφτηκε στο Εγιούπ. Νταμάντ Φερχάντ Πασάς, κουνιάδος του πρίγκιπα Μωάμεθ και εξαιρετικός καλλιγράφος. Αντίγραφο του Κορανίου της δικής του γραφικής τέχνης μπορεί να δει κανείς ακόμη και τώρα στο μαυσωλείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Μουσταφά Πασάς, ο οποίος καταγόταν από τον Χαλέντ, τον γιο του Ουαλίντ και μικρότερος αδελφός του Σέμσι Πασά. Εκπαιδεύτηκε στο αυτοκρατορικό χαρέμι, έγινε τσακιρτζή-μπασης, ήταν διοικητής στην εκστρατεία εναντίον της Μάλτας όταν ήταν κυβερνήτης της Ρούμελης, πέθανε στο προσκύνημα στη Μέκκα και θάφτηκε από τον πατέρα μου.

Μπεηλερμπέηδες κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν

Μπαχράμ Πασάς. Νταβούντ Πασάς, ο οποίος πέθανε κυβερνήτης της Αιγύπτου. Οβέις Πασάς, κυβερνήτης της Σαμ (Δαμασκού). Ντουκάκιν Ζάντε Γαζή Μοχάμεντ Πασάς, κυβερνήτης της Αιγύπτου. Οβέις Πασάς, κυβερνήτης της Υεμένης (Αραβίας), ήπιε το κύπελλο του μαρτυρίου από το χέρι του Πεχλεβάν Χασάν, του ληστή. Οζντεμίρ Πασάς, συγγενής του Γκόρι, του τελευταίου σουλτάνου της Αιγύπτου, Κιρκάσσιος από γέννηση και κατακτητής της Χαμπούς (Αβυσσηνίας). Γαζή Ομέρ Πασάς, ο οποίος έκτισε τζαμί και ιμαρέτ στο Βελιγράδι. Γαζή Κασίμ Πασάς, ο οποίος, όταν ο Σουλεϊμάν ήρε την πολιορκία του Πετς (Βιέννης), ηγήθηκε της ομάδας που πραγματοποίησε εξόρμηση στη Γερμανία και επέστρεψε μέσω Βένεντικ (Βενετίας) στο Έσεκ με μόλις τριακόσιους άνδρες, ενώ οι υπόλοιποι είχαν πέσει μάρτυρες στην εκστρατεία. Επισκέφθηκα πολλούς από τους τάφους τους σε διάφορα μέρη στη Γερμανία. Γκοζλουτζέ Ρουστέμ Πασάς, αγάς των γενίτσαρων και στη συνέχεια κυβερνήτης του Μπόντιν (Βούδας). Σουλεϊμάν Πασάς, εκπαιδευμένος στο χαρέμι, πέθανε στο Αστούλι (Στουλβάισενμπουργκ) του οποίου ήταν κυβερνήτης και θάφτηκε μπροστά στην πύλη του. Οσμάν Πασάς, Κιρκάσσιος, εκπαιδεύτηκε στο σεράι, ο οποίος ανταμείφθηκε με τη θέση του κυβερνήτη Ρούμελης για μια νυχτερινή επίθεση επί του περσικού στρατοπέδου στο Ναχτσεβάν. Γαζή Χασάν Πασάς, που ήταν στην Αραβία και την Αβυσσηνία, απ’ όπου πήγε στο Τεμισβάρ, του οποίου έγινε κυβερνήτης. Σολάκ Φερχάντ Πασάς, κυβερνήτης της Βαγδάτης, όπου πέθανε. Μπαλτατζή Μοχάμεντ Πασάς, Βόσνιος, ο οποίος απολύθηκε από τη θέση του κυβερνήτη της Βαγδάτης και πέθανε στην Ισλαμπόλ. Χάρεμ Πασάς, Βόσνιος. Πιρ Πασάς, της οικογένειας των Ραμεζάν. Κομπάντ Πασάς, ετεροθαλής αδελφός των προηγούμενων. Μούσα Πασάς, της οικογένειας των Ισφεντιγιάρ, που ήταν κυβερνήτης του Ερζερούμ και πέθανε στον πόλεμο εναντίον των Γεωργιανών απίστων. Χαντέμ Αλή Πασάς, ο οποίος πέθανε ενώ ήταν κυβερνήτης του Καΐρου. Αρσλάν Πασάς, γιος του Σόκολι Μοχάμεντ Πασά. Έχτισε την πυριτιδαποθήκη στο Μπόντιν (Βούδα) και εκτελέστηκε με την υποψία ότι είχε παρατήσει την Τάτα και την Πάπα στους απίστους. Αγιάς Πασάς, αδελφός του μεγάλου βεζίρη Σινάν Πασά. Αποκεφαλίστηκε. Μπεχράμ Πασάς, κυβερνήτης της Βαγδάτης. Τζεναμπλί Αχμέτ Πασάς, ο οποίος ήταν είκοσι χρόνια κυβερνήτης της Ανατολίας και έφτιαξε μουλεβί (μοναστήρι) και λουτρό στην Άγκυρα. Ολαμά Πασάς, ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Πέρσες, μεταξύ των οποίων έγινε χαν, αλλά αργότερα τους εγκατέλειψε και επιστρέφοντας στη Ρούμελη πήρε το σαντζάκι της Λίποβα, όπου σκοτώθηκε έχοντας υποστεί πολιορκία σαράντα ημερών. Γιόρκσα Πασάς, που εκπαιδεύτηκε στο χαρέμι. Σέμσι Πασάς, της οικογένειας του Κουζίλ Αχμετλή και αδελφός του βεζίρη Μουσταφά Πασά. Ήταν ο έμπιστος υπουργός τριών σουλτάνων. Χατζή Αχμέτ Πασάς, της ίδιας οικογένειας. Νταμάντ Χασάν Πασάς, κουνιάδος του σουλτάνου. Στάλθηκε ως πρέσβης στην Περσία λόγω της φυγής του πρίγκιπα Βαγιαζήτ και επειδή μαρτύρησε στη Σίβας. Έχω επισκεφθεί τον τάφο του. Ισκεντέρ Πασάς, πρώτα μποσταντζή-μπασης και στη συνέχεια κυβερνήτης της Ανατολίας. Τσερκές Ισκεντέρ Πασάς, για δεκαπέντε χρόνια κυβερνήτης του Ντιαρμπέκρ, όπου πέθανε. Τεμερούντ Αλή Πασάς, ντόπιος της Βοσνίας. Καρά Μουσταφά Πασάς, πάρθηκε από τον θάλαμο των υπηρετών. Χιζρ Πασάς, άνθρωπος με αξιοπρεπές ήθος, που εκπαιδεύτηκε στο χαρέμι. Καρά Μουράτ Πασάς. Σούφι Αλή Πασάς, που πέθανε στο Κάιρο, του οποίου ήταν κυβερνήτης. Γκουλαμπί Πασάς, άνθρωπος που αγαπούσε την απομόνωση και συνομιλούσε πολύ με τον πατέρα μου. Ήταν αυτός που αφηγήθηκε το ανέκδοτο για τον εαυτό του, που ήδη αναφέρθηκε στην περιγραφή του τζαμιού της Αγιασόφια. Ήταν πραγματικά άγιος άνθρωπος. Μοχάμεντ Χαν Πασάς, ο οποίος ήταν της οικογένειας των Ζουλκάντρ και πέρασε με τον Σαχ Ισμαήλ, αλλά επιστρέφοντας στους Οθωμανούς, έγινε κυβερνήτης της Ρούμελης και της Ανατολίας και διακρίθηκε με τον τίτλο του Τζενάμπ (Εξοχότητας).

Καπουδάν πασάδες κατά τη βασιλεία του Σουλεϊμάν

Ο Σινάν Πασάς, από το χαρέμι, μεγάλος τύραννος.

Ο Χαϊρεντίν Πασάς (Μπαρμπαρόσσα), γεννημένος στο Μεντελί (Μυτιλήνη), που έγινε καπουδάν το έτος 940 (1533 μ.Χ.). Πέθανε το έτος Εγείρας 970 (1502 μ.Χ.) και θάφτηκε στο Μπεσίκτας.

Ο Σαλέχ Πασάς από το Καζ Νταγ (όρος Ίδη). Ήταν πασάς του Αλγεριού και όπως και ο προκάτοχός του, πολύ δραστήριος ναύαρχος.

Ο Γιαχία Πασάς, αρχιναύαρχος. Πέθανε ως πασάς του Αλγεριού.

Ο Τουργούτ Πασάς, ο οποίος μαρτύρησε στην πολιορκία της Μάλτας.

Ο Μοχάμεντ Πασάς, ο οποίος ήταν πασάς της Αιγύπτου και όπως και ο Χαϊρεντίν, επέκτεινε τις καταστροφές του ακόμη και στα νησιά Ινγκλετέρα (Αγγλία).

Ντεφτερντάρ και νισαντζή κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν

Ντεφτερντάρ Ισκεντέρ Τσελεμπή. Χαϊντέρ Τσελεμπή, της Καλλίπολης. Λούφτι μπεγκ, του χαρεμιού. Αμπουλφαζί Εφέντης. Αμπντί Τσελεμπή, γιος του Τζεβιζάντε. Μουσταφά Τσελεμπή, ο οποίος, αν και ταλαιπωρημένος από παράλυση, συνέχισε να συμμετέχει στο ντιβάν, επειδή ήταν εξαιρετικός καλλιγράφος. Μοχάμεντ Τσελεμπή, που ονομαζόταν επίσης Εγρί Αμπντί Ζάντε. Ιμπραήμ Τσελεμπή, ο οποίος ήταν ο αρχηγός των ντεφτερντάρ. Χασάν Τσελεμπή. Μουράτ Τσελεμπή, Τζεμαλί Ζάντε Μουσταφά Τσελεμπή, ο οποίος στην πεζογραφία και τις ποιητικές του συνθέσεις χρησιμοποιούσε το όνομα Νισάνι. Είναι ο συγγραφέας ιστορικού έργου με τίτλο «Ταμπακατούλ-Μαμαλέκ» και στατιστικού που ονομάζεται «Κανούν-ναμε». Ραμαζάν Ζάντε Μοχάμεντ Τσελεμπή, ο οποίος ήταν νισαντζή και συγγραφέας μικρού ιστορικού έργου.

Μπεγκ της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν

Κοτσέκ Μπαλή Μπεγκ, γιος του μεγάλου βεζίρη, Γιαχία. Χόσρου Μπεγκ, που καταγόταν από την κόρη του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Έχτισε στο Σεράι, τζαμί, χάνι, λουτρό, ιμαρέτ, μεντρεσέ και σχολείο και πέτυχε μερικές χιλιάδες νίκες. Καρά Οτμάν Σαχ Μπεγκ, γιος του Καρά Μουσταφά Μπεγκ από την αδελφή του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Έχτισε στα Τίρχαλα [Τρίκαλα] υπέροχο τζαμί με μεντρεσέ και ιμαρέτ.55 Αλή Μπεγκ Ιμπν Μάλκοτς Μπεγκ, ο οποίος έγινε διάσημος στην Κροατία. Νούμπεχαρ Ζάντε, ο οποίος ήταν μαθητής του Τζελάλ Ζάντε και στη συνέχεια έγινε ντεφτερντάρ. Τσερκές Κασίμ Μπεγκ, ο οποίος ήταν κυβερνήτης του Καφφά στην Κριμαία, αλλά στη συνέχεια πήγε σε αποστολή στο Αζντερχάν (Αστραχάν) μέσω της ερήμου. Χατζή Μπεγκ, ο οποίος, ως κυβερνήτης της Ναμπλούς, συγκράτησε τους Άραβες. Κούρντ Μπεγκ Τζαν-μπουλάντ Μπεγκ, από επιφανή κουρδική οικογένεια. Χουσεΐν μπεγκ, ο οποίος διακρίθηκε με τον τίτλο Τζενάμπ (Εξοχότητα).

Μερικοί από τους επιφανείς αγίους ανθρώπους της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν

Χαϊρεντίν Εφέντης, χότζας της αυτού μεγαλειότητας. Σεϊντί Τσελεμπή, της Κασταμούνι. Σεΐχης Μοχάμεντ Τζιβί-Ζάντε. Μουλάς Σεΐχ Μοχάμεντ Μπεν Κοτμπουντίν. Μουλάς Μοχάμεντ Μπεν Αχμέτ Μπεν Αντίλ-Πασάς, μεγάλος ιστορικός και καλός Πέρσης ποιητής. Μουλάς Αμπντούλ-φατάχ Εμπν Αχμέτ Αντίλ Πασάς, ντόπιος της Μπέρντα στην Περσία και φιλικός και έξυπνος άνθρωπος. Σεΐχης Μοχάμεντ, από την Τύνιδα, εξαιρετικός αναγνώστης του Κορανίου, το σύνολο του οποίου γνώριζε απ’ έξω. Ζεχιρουντίν, που καταγόταν από την Ταμπρίζ και απαγχονίστηκε στο Κάιρο με τον προδότη Αχμέτ Πασά. Μουλάς Μοχάμεντ, μαθητής του Κεμάλ Πασαζάντε. Μεβλένα Γιακούμπ, κοινώς αποκαλούμενος Ατζέ Χαλίφε, καθηγητής στη Μαγνησία, όπου πέθανε το έτος Εγείρας 969 (1562 μ.Χ.). Αλαουντίν Τζεμάλι, σεϊχουλισλάμ (δηλαδή μεγάλος μουφτής), αξίωμα το οποίο κατείχε επίσης υπό τον σουλτάνο Σελήμ Α’. Σεϊχουλισλάμ Κεμάλ Πασαζάντε Αχμέτ, ο οποίος ήταν καζιασκέρης της Αιγύπτου υπό τον Σελήμ Α’ και είναι διάσημος για το λογοτεχνικό του έργο. Σεϊχουλισλάμ Αμπουασάντ Εφέντης, ο οποίος έγραψε χίλιες σχεδόν πραγματείες και του οποίου ο Σχολιασμός για το Κοράνι εκτιμάται ιδιαίτερα. Ένας τόμος θα μπορούσε να γραφτεί για εγκωμιασμό του. Μεβλένα Μοχουντίν Αραμπ-ζάντε, ο οποίος πνίγηκε στο πέρασμά του στην Αίγυπτο. Μεβλένα Αλή, ο οποίος έγραψε το Χουμαγιούν-ναμε (τουρκική μετάφραση των μύθων του Πιλπάι). Θάφτηκε στη Μπούρσα.

Το Κανούν-ναμε ή Στατιστικός Κώδικας της Αυτοκρατορίας, που καταρτίστηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν

Ενότητα Ι

Επαρχίες, σαντζάκια, ζιαμέτ και τιμάρ, που βρίσκονται στην περιοχή της Ρούμελης [Ευρώπης]:

Επαρχία

σαντζάκια

ζιαμέτ

τιμάρ

Ρούμελη

24

1.227

12.377

[12.378]

Μπόντιν

17

278

2.391

Όζι (Οτσάκοφ)

6

188

1.186

Βοσνία

7

150

1.792

Τέμεσβαρ

6

190

[59]

1.090

Αρχιπέλαγος

15

73

1.884

[8.804]

Έγκρα [Έγκερ]

9

1.081

[108]

4.000

Κάνιτζε [Κάνισα]

7

77

2.007

[3.007]

Καφφάς1

9

Μοριάς1

5

Βάραντιν1

5

Άρντιλ (Τρανσυλβανία)2

Εφλάκ (Βλαχία)2

Μπογντάν (Μολδαβία)2

Κριμαία3

Ρόδος 1

5

Kούμπρους (Κύπρος) 1

7

Γκιρίντ (Κρήτη)1

13

Σύνολο [κατά το χειρόγραφο]

167

56

3.306

38

37.379

38

Σύνολο [άθροισμα]

135

3.264

26.727

Επαρχίες, σαντζάκια, ζιαμέτ και τιμάρ, που βρίσκονται στην περιοχή της Ανατολίας:

Επαρχία

σαντζάκια

ζιαμέτ

τιμάρ

Ανατολία

14

399

[294]

5.589

Καραμάν

7

68

2.211

Σίβας

7

108

3.699

[2.699]

Μαράς

4

29

215

Σαμ (Δαμασκός),

2

[7]

138

[128]

1.865

[1.868]

Τράμπαλους (Τρίπολη)

4

[6]

63

571

Σαΐντα (Σιδών)

4

94

995

[985]

Χαλέμπ (Χαλέπι)

5

99

833

Άδανα

5

43

1.659

[1.059]

Ρούχα

2

[4]

4

[37]

6.026

Ντιαρμπέκρ

12

926

[52]

926

Ερζερούμ

9

133

[123]

5.159

Τραπεζούς

2

56

398

Γκουρτζιστάν (Γεωργία)4

Καρς

6

1

[100]

1.363

[1.263]

Τσιλντίρ

13

49

689

Βαν

24

46

2.695

Μοσούλη

3

66

1.004

Σεχερζούλ

21

15

[85]

806

Βαγδάτη5

Μπάσρα5

Λάχσα [Αλ Χάσα]5

Υεμένη6

Χαμπές (Αβυσσηνία)7

Μισρ (Αίγυπτος) 5

Τζεζαΐρ (Αλγέρι) 5

Τράμπαλους (Τρίπολη) 5

Σύνολο [κατά το χειρόγραφο]

151

57

1.571

39

41.286

39

Σύνολο [άθροισμα]

144

2.337

36.703

1 Δεν έχει ζιαμέτ ούτε τιμάρ

2 Πληρώνει ετήσιο φόρο υποτέλειας 3.000 πουγγιά

3 Δεν έχει ζιαμέτ ούτε τιμάρ, αλλά κυβερνάται από χαν

4 Δεν έχει σαντζάκια, ζιαμέτ ή τιμάρ

5 Κατέχεται με ετήσια μίσθωση

6 Κυβερνάται από ιμάμη

7 Υπάγεται σε υποτελή σουλτάνο

Όλα τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χωρίζονται σε τρία μέρη: Τα χας χουμαγιούν ή εδάφη του στέμματος. Τα εδάφη που δόθηκαν σε βεζίρηδες και μπεηλερμπέηδες. Και τα εδάφη που χωρίζονται σε ζιαμέτ και τιμάρ.

Ενότητα ΙΙ

Τα χας ή εισοδήματα των μπεηλερμπέηδων

Ρούμελη, 1.100.000 άσπρα. Ανατολία, 1.000.000. Καραμάν, 60.671. Σαμ (Δαμασκός), 1.000.000. Σίβας, 900.000. Ερζερούμ, 1,214,600. Ντιαρμπέκρ, 1.200.600. Βαν, 1.132.200. Μπούντιν (Βούδα), 880.000. Νησιά του Αρχιπελάγους, 885.000. Χαλέμπ (Χαλέπι), 817.760. Μαράς, 628.450. Βοσνία, 650.000. Τεμισβάρ, 806.790. Καρς, 827.170. Τσιλντίρ, 925.000. Ταραμπαφζούν (Τραπεζούς), 734.850. Ρίκα [Ράκκα], 681.056. Μοσούλη, 682.000. Σεχερζούλ, 1.100.000. Τράμπαλους Σαμ (Τρίπολη στη Συρία), 786.000. Όζι (Οτζάκοφ), 988.000. Κριμ (Κριμαία), 12.000.000. Καφφάς, τα έσοδα αυτής της επαρχίας προέρχονται από το τελωνείο. Ο πασάς λαμβάνει 679.000 άσπρα. Έγκρα (Έρλα), 800.080. Κάνισα, 746.060. Μοριάς, 656.000. Βαγδάτη, 1.200.200. Μπάσρα [Βασόρα], 1.000.000. Λάχσα [Αλ Χάσα], 888.000. Χαμπές (Αβυσσηνία), 1.000.080. Αίγυπτος, 487 πουγγιά Αιγύπτου. Τα έσοδα Τύνιδας, Αλγερίου, Τρίπολης [Λιβύης], Κύπρου και Ρόδου, που ανήκουν στους καπουδάν πασάδες, ανέρχονται σε 1.200.700 άσπρα. Ο Χάνδακας απέδιδε 11.990 άσπρα. Αυτό το νησί έκτοτε έχει κατακτηθεί πλήρως, αλλά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του είχε ανατεθεί αυτό το μικρό ποσό. Σύμφωνα με τους συνταγματικούς νόμους του Σουλεϊμάν, η διαβάθμιση των εσόδων των κυβερνητών ακολουθούσε τη χρονολογική σειρά της κατάκτησης. Έτσι οι πασάδες των επαρχιών που είχαν κατακτηθεί πιο πριν είχαν μεγαλύτερα έσοδα από εκείνες που κατακτήθηκαν σε μεταγενέστερη περίοδο. Και οι γέροι βεζίρηδες εκείνη την εποχή έπαιρναν ένα επιπλέον σαντζάκι, με το όνομα αρπαλίκ (χρήμα σε είδος). Έτσι το σαντζάκι της Άντνα [Άδανα] δόθηκε στον γέρο Μαχμούτ Πασά με εισόδημα 110.000 άσπρα. Σύμφωνα με τον Κανούν [Κανόνα του Σουλεϊμάν], ο σουλτάνος της Αιγύπτου έχει το προνόμιο να φοράει δύο λοφία, ενώ ο βεζίρης της Αβυσσηνίας επιτρεπόταν να έχει δύο βασιλικές σκηνές. Το προβάδισμα των βεζίρηδων σε δημόσιες γιορτές, συνεδριάσεις ντιβάν κλπ. είναι ως εξής: βεζίρης Αιγύπτου, Βαγδάτης, Αβυσσηνίας, Βούδας, Ανατολίας, Μεράιςκαι καπουδάν-Πασάς, αν η σκηνή είναι στην Ανατολία. Αλλά αν είναι στη Ρούμελη (Ευρώπη) έχει ως εξής: βεζίρης Βούδας, Αιγύπτου, Αβυσσηνίας, Βαγδάτης, Ρούμελης και στη συνέχεια οι άλλοι κυβερνήτες σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά κατάκτησης. Για κάθε 500 άσπρα εισοδήματος πρέπει να παρέχεται ένας ένοπλος για το πεδίο της μάχης.

Ενότητα ΙII

Ονόματα των σαντζακίων κάθε επαρχίας

Η Ρούμελη έχει δύο ντεφτερντάρ, έναν του κρατικού ταμείου (μάλ) και έναν των φεουδαρχικών κατοχών (τιμάρ), έναν κεχαγιά των τσαούσηδων, έναν επιθεωρητή των ντεφτέρ (καταλόγων), έναν κεχαγιά των ντεφτέρ, έναν αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχη της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής), έναν τσερί-μπαση (αντισυνταγματάρχη), ένα βόινοκ-αγά και επτά γιουρούκ-μπεγκ. Τα εικοσιτέσσερα σαντζάκια είναι: 1. Σόφια, έδρα του πασά. 2. Κιούστεντιλ. 3. Σκουτάρι [Σκόδρα]. 4. Τίρχαλα [Τρίκαλα]. 5. Ούχρι [Οχρίδα]. 6. Αβλόνια [Αυλώνα]. 7. Ντελβίνα [Δελβίνο]. 8. Γιάνια [Γιάννενα]. 9. Ελμπασάν. 10. Τσίρμεν [Ορμένιο]. 11. Σελάνικ [Θεσσαλονίκη]. 12. Ουσκούμπ [Σκόπια]. 13. Ντουκάγκιν [Κόσοβο]. 14. Βίντιν [Βιδίνι]. 15. Αλατζελί Χισάρ [Κρούσεβατς]. 16. Πέρζεριν [Πρίζρεν]. 17. Βούτσιτριν [βόρειο Κόσοβο]. 18. Σιλίστρα. 19. Νικόπολη. 20. Κίρκ-Κιλίσε [Σαράντα Εκκλησίες]. 21. Μπέντερ. 22. Ακ-κερμάν [Ασπρόκαστρο]. 23. Όζι (Οτσάκοφ). 24. Κιλμπουρούν [εκβολές Δνείπερου].

Σαντζάκια της επαρχίας Ανατολίας

Υπάρχει ένας κεχαγιάς, ένας εμίν (επιθεωρητής) και μουχασιμτζή (ελεγκτής των ντεφτέρ ή καταλόγων), ένας εμίν και κεχαγιάς των τσαούσηδων, ένας συνταγματάρχης και διοικητής της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής, τέσσερις μπεγκ που ονομάζονται μουσελίμ και έντεκα γιαγιά μπεγκ. 1. Κιουτάχεια. 2. Σαρουχάν. 3. Αϊντίν. 4. Κασταμούνι. 5. Μπόλου. 6. Μεντέσε. 7. Άγκυρα. 8. Καραχισάρ. 9. Τεκέ. 10. Χαμίντ-σουλτάν. 11. Όγκι-καρασού.

Σαντζάκια της επαρχίας του Καραμάν

Αυτή η επαρχία έχει έναν ντεφτερντάρ του κρατικού ταμείου και των φέουδων, έναν εμίν του ντεφτέρ και των τσαούσηδων, έναν κεχαγιά του ντεφτέρ και των τσαούσηδων, έναν αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχη) και τσερί-μπαση (λοχαγό). 1. Κόνια [Ικόνιο], έδρα του πασά. 2. Καϊσερίε (Καισάρεια). 3. Νίγκντε [Νίγδη]. 4. Γενί-Σεχέρι [Γενίσεχιρ]. 5. Κιρ-σεχέρι [Κίρσεχιρ] 6. Ακ-σεράι.

Σαντζάκια της Σίβας

Το ντεφτέρ (ταμείο) έχει έναν κεχαγιά και εμίν, οι τσαούσηδες έχουν το ίδιο. Υπάρχει επίσης διοικητής και ντεφτερντάρ των φέουδων. 1. Σίβας [Σεβάστεια], έδρα του πασά. 2. Ντεβερμπεγί [Ντιβριγί, Τεφρική]. 3. Τσόρουμ. 4. Κεσκίν. 5. Μπουζούκ [Μποζόκ, Γιοζγκάτ]. 6. Αμάσεια. 7. Τοκάτ. 8. Ζίλα. 9. Τζανίκ. 10. Άραμπγκιρ.

Σαντζάκια της Μπόσνα

Οι αξιωματούχοι είναι: ο ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, ο κεχαγιάς και ο εμίν των καταλόγων, ο κεχαγιάς και ο εμίν των τσαούσηδων, ο αλάι-μπεγκ και ο τσερί-μπασης. 1. Σεράι [Σεράγεβο], έδρα του πασά. 2. Χέρσεκ [Ερζεγοβίνη]. 3. Κιλίς. 4. Ζβόρνικ. 5. Ποζέγα. 6. Ζουχίνα. 7. Κίρκα. 8. Ραχόβιτσα. 9. Μπαουλούκα.

Επαρχία του καπουδάν πασά

Οι αξιωματούχοι είναι: ο κεχαγιάς και ο εμίν των ντεφτέρ και τσαούσηδων, ο αλάι-μπεγκ και ο τσερί-μπασης, οι αγάδες των Αράβων και οι ντάις των γιούζ-μπασι. 1. Καλλίπολη, έδρα του πασά. 2. Άγριμπουζ (Εύριπος, Νεγκροπόντε). 3. Κάρλελι (Ακαρνανία). 4. Αϊναμπάχτ (Ναύπακτος ή Λεπάντο). 5. Ρόδος. 6. Μυτιλήνη. 7. Κοτζαέλι. 8. Μπιγκά [Πηγαί]. 9. Ιζμίτ (Νικομήδεια). 10. Ιζμίρ (Σμύρνη).

Σαντζάκια του Μοριά

Εδώ δεν υπάρχει ούτε κεχαγιάς ούτε εμίν του ντεφτέρ. Τα σαντζάκια είναι: 1. Μισίστρα [Μυστράς]. 2. Μάνια. 3. Κορώνα. 4. Αγιαμάβρα [Λευκάδα]. 5. Ανάπολι [Ναύπλιο]. Τα σαντζάκια Σακίζ (Χίος), Νάκσα (Νάξος) και Μαχντία (στην Αφρική), προστέθηκαν πρόσφατα στην κυβέρνηση του καπουδάν πασά.

Σαντζάκια του Μπούντιν (Βούδα)

Ο αριθμός των αξιωματούχων που συνδέονται με κάθε επαρχία σε αυτήν την περιοχή είναι πλήρης, επειδή έχει πάντοτε μεγάλο ντιβάν [συμβούλιο]. Αυτοί είναι: 1. Ο ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου. 2. Ο ντεφτερντάρ των τιμάρ ή φέουδων. 3. Ο κεχαγιάς ή αναπληρωτής του ντεφτέρ. 4. Ο κεχαγιάς των τσαούσηδων. 5. Ο εμίν ή επιθεωρητής του ντεφτέρ. 6. Ο εμίν των τσαούσηδων. 7. Ο αλάι-μπεγκ ή συνταγματάρχης. 8. Ο τσερί-μπασης ή αντισυνταγματάρχης της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. 9. Ο πασάς που κατοικεί στη Βούδα. Τα σαντζάκια είναι: 1. Βούδα. 2. Σέγκεντ. 3. Σόνλοκ [Σόλνοκ]. 4. Χατβάν. 5. Σετσάν [Σετσάντζ]. 6. Γκέρματ [Γκυάρματ]. 7. Φίλεκ [Φιλιάκοβο]. 8. Έρλα [Έγκερ].

Σαντζάκια της επαρχίας Κάνιζα

Αυτή η επαρχία διαχωρίστηκε από την ηγεμονία της Βούδας και δεν υπάρχει ντεφτερντάρ ούτε του κεντρικού ταμείου ούτε της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. Τα σαντζάκια είναι: 1. Σίγκετβαρ. 2. Κοπάν. 3. Βάλιοβα, 4. Σοκολόφτζα.

Σαντζάκια του Ουϊβάρ (Νοϊχάουζελ)

Αυτή η επαρχία κατακτήθηκε μόλις την εποχή του Μωάμεθ Δ’ από τον Κιοπρουλού Ζάντε Αχμέτ Πασά. Είναι καλά καλλιεργημένη περιοχή. Τα σαντζάκια είναι: 1. Λίτοβα. 2. Νόβιγκραντ. 3. Χούλιχ. 4. Μπογιάκ. 5. Σασβάρ.

Επαρχία Τεμισβάρ

Εδώ δημιουργήθηκαν τα συνήθη αξιώματα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μωάμεθ Δ’, την εποχή της δεύτερης κατάκτησής της από τον Κιοπρουλού Αχμέτ Πασά. Το φρούριο της Γιάνοβα ήταν τότε η έδρα του πασά. Τα σαντζάκια είναι: 1. Λίποβα. 2. Κιανάντ. 3. Τζιούλεϊ. 4. Μόντε. 5. Λούγκος. 6. Φάτσιας Άραντ. 7. Φυνφκίρχεν (Πέντε Εκκλησίες), το βακφ (ή ευσεβές κληροδότημα) του Σόκολι Μοχάμεντ Πασά.

Επαρχία Βάρασντιν

Αυτή η επαρχία κατακτήθηκε από τον Κοζί Αλή Πασά την εποχή του Μωάμεθ Δ’. Σαντζάκια: 1. Σλάντα. 2. Ντεμπρέτσεν. 3. Χάλμας. 4. Σέους Γκιόργκι. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι όλοι άπιστοι. Ο φόρος υποτέλειας συλλέγεται από Ούγγρους αρχηγούς που τον προωθούν στην Ισλαμπόλ.

Τρανσυλβανία

Αυτή η ηγεμονία κατακτήθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’ από τα όπλα του γενναίου Σεΐντι Αχμέτ Πασά. Και ο Μιχαήλ Απάστυ έγινε αντιβασιλέας με την προϋπόθεση ότι θα πλήρωνε ετήσιο φόρο χιλίων πουγγιών, καθώς και ορισμένα δώρα. Ο πληθυσμός αποτελείται από γηγενείς Τρανσυλβανούς, από Σίκλεφ και από Σάξονες. Οι τελευταίοι είναι πάντοτε δυσαρεστημένοι απέναντι στην κυβέρνηση των Οθωμανών.

Βλαχία και Μολδαβία

Αυτές είναι επίσης άπιστες ηγεμονίες, που διοικούνται από ηγεμόνες που διορίζονται από την οθωμανική κυβέρνηση και πληρώνουν ετήσιο φόρο 2.000 πουγγιών. Θεωρούνται ότι ανήκουν στην επαρχία της Σιλίστριας.

Οτσάκοφ ή Σιλιστρία

Εδώ δεν υπάρχουν δημόσιοι αξιωματούχοι όπως στις άλλες επαρχίες, αφού έχουν αποσπαστεί από την κυβέρνηση της Ρούμελης. Τα σαντζάκια της είναι: 1. Νικόπολη. 2. Τσέρμεν. 3. Βίζα. 4. Κιρκ Κιλίσε (ή Σαράντα Εκκλησίες). 5. Μπέντερ. 6. Ακ-κερμάν. 7. Οτσάκοφ. 8. Κιλμπουρούν. 9. Ντουγούν. 10. Σιλίστρια, η οποία είναι η έδρα του πασά.

Κριμ (Κριμαία)

Αυτή η επικράτεια διοικείται από έναν χαν, ο οποίος έχει το προνόμιο να κόβει νομίσματα και να διαβάζεται η χότμπα στα τζαμιά, με το όνομά του αναφερόμενο αμέσως μετά από εκείνο του Οθωμανού αυτοκράτορα, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διορίζει και να αλλάζει τους χαν. Η έδρα του χαν είναι στο Μπαχτσε-σεράι και εκείνη του σουλτάν στο Ακ-μεστζίντ. Οι κατώτεροι αξιωματούχοι ονομάζονται Σιρίν-μπεγκ και Μασούρ-μπεγκ. Οι πρώτοι επιλέγονται από την οικογένεια Ναχτσεβάν και οι δεύτεροι από τη Μανίκ.

Επαρχία Καφφά

Τα σαντζάκια της τα κυβερνούν βοεβόδες, που διορίζονται άμεσα από τον Οθωμανό σουλτάνο και όχι από τους χαν. Αυτά τα σαντζάκια είναι: 1. Μπαλακλάβα. 2. Κίρετζ. 3. Ταμάν. 4. Τσερκές-σαγα. 5. Μπαλισίρα. 6. Αζόφ. Εκτός από τον ντεφτερντάρ, δεν υπάρχουν δημόσιοι αξιωματούχοι.

Επαρχία Κύπρου

Υπάρχουν εδώ ένας ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου και των φέουδων, ένας κεχαγιάς και εμίν του ντεφτέρ και των τσαούσηδων, ένας αλάι-μπεγκ και ένας τσερί-μπασης. Τα σαντζάκια είναι: 1. Ιτσιλί. 2. Ταρσός. 3. Αλάγια. 4. Σις ή Χας. Τα ακόλουθα έχουν σαλιάνε ή ετήσιο επίδομα από το ταμείο: Κερίνα [Κηρύνεια], Πάφος, Φαμαγκούστα [Αμμόχωστος] και Νικοσία [Λευκωσία]. Είναι μεγάλο νησί και περιέχει 30.000 μουσουλμάνους πολεμιστές και 150.000 άπιστους.

Επαρχία Χάνδακα (Κρήτης)

Τα Χανιά κατακτήθηκαν στη βασιλεία του σουλτάνου Ιμπραήμ από τον Γιουσούφ Πασά. Και εικοσιέξι χρόνια αργότερα καταλήφθηκε ο Χάνδακας από τον Κιοπρουλού Ζάντε τον δεύτερο, ύστερα από παρατεταμένη πολιορκία τριών ετών. Τα σαντζάκια είναι: 1. Χανιά. 2. Ρετίμο. 3. Σελίνα. Αυτό το νησί, όντας τόσο εκτεταμένο, έχει συμπλήρωμα δημοσίων αξιωματούχων και διατηρεί δύναμη 40.000 ανδρών.

Επαρχία Δαμασκού

Μερικά από τα σαντζάκια αυτής της επαρχίας είναι χας (δηλαδή αποφέρουν εισόδημα γης) και άλλα σαλιάνε (δηλαδή έχουν ετήσιο επίδομα από την κυβέρνηση). Του πρώτου είδους είναι: 1. Ιερουσαλήμ. 2. Γάζα. 3. Καράκ. 4. Σαφέτ. 5. Ναμπίς. 6. Ατζελούν. 7. Λέτζιν. 8. Μπόκοα. Του δεύτερου: Ταντμόρ, Σαΐντα και Μπαϊρούτ.

Επαρχία Τράμπαλους (Τρίπολης)

Τα σαντζάκια της είναι: 1. Τράμπαλους (Τρίπολη), έδρα του πασά. 2. Ζαμπόν. 3. Χομς. 4. Σαλαμιέ. 5. Τζεμπέλα. 6. Λατάκια. 7. Χουσναμπάντ. Έχει επίσης σαράντα μπεγκ των Δρούζων στα βουνά που ανήκουν σε αυτήν.

Επαρχία Άντνα (Αδάνων)

Έχοντας διαχωριστεί από την κυβέρνηση του Χαλεπιού, δεν έχει αξιωματούχους του ντιβάν. Τα σαντζάκια είναι: 1. Σις. 2. Ταρσός. 3. Καρατάς. 4. Σελφέκε [Σιλέφκε, Σελεύκεια]. Έχει επίσης επτά μπόι-μπεγκ. Όντας ορεινή περιοχή, είναι πολύ ταραχώδης.

Επαρχία Χαλέμπ (Χαλεπιού)

Δύο από τα σαντζάκια της, που λαμβάνουν μισθό, δεν έχουν ούτε ζιαμέτ ούτε τιμάρ. Τα σαντζάκια είναι: 1. Ακράντ Κιλίς. 2. Μπιρετζίκ [Βίρθα]. 3. Μάουρα. 4. Αζίρ. 5. Μπαλίς. 6. Αντάκια (Αντιόχεια). Εκείνα που λαμβάνουν το επίδομα είναι το Μασιάφ και το σαντζάκι των Τουρκομάνων, που είναι πολύ πολυάριθμοι σε αυτήν την επαρχία.

Επαρχία Ντιάρμπεκερ

Σε αυτήν την επαρχία υπάρχουν δεκαεννέα σαντζάκια και πέντε χακούμετ (ή κληρονομικές κυβερνήσεις). Έντεκα από τα δεκαεννέα σαντζάκια είναι ίδια όπως τα άλλα στις οθωμανικές επαρχίες, αλλά τα υπόλοιπα οκτώ, την εποχή της κατάκτησης, παραχωρήθηκαν στον Κούρδο μπεγκ με το προνόμιο της οικογενειακής κληρονομιάς για πάντα. Όπως και τα άλλα σαντζάκια, χωρίζονται σε ζιαμέτ και τιμάρ, οι κάτοχοι των οποίων είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν στο πεδίο της μάχης, αλλά αν δεν το κάνουν, το ζιαμέτ ή τιμάρ μπορεί να μεταβιβαστεί σε γιο ή συγγενή, αλλά όχι σε ξένο. Τα χακούμετ δεν έχουν ούτε ζιαμέτ ούτε τιμάρ. Οι κυβερνήτες τους ασκούν πλήρη εξουσία και εισπράττουν όχι μόνο το εισόδημα της γης, αλλά και όλους τους άλλους φόρους οι οποίοι στα σαντζάκια καταβάλλονται στον κάτοχο του ζιαμέτ ή τιμάρ, όπως τους φόρους για βοσκοτόπια, γάμους, άλογα, αμπέλια και περιβόλια. Τα οθωμανικά σαντζάκια είναι: 1. Χαρπούτ. 2. Εργάνι. 3. Σίβερεκ. 4. Νίσιμπιν. 5. Χασανκέιφ. 6. Μιαφαρκίν. 7. Ακτσέκαλε. 8. Χαπούρ. 9. Σιντζάρ. Τα κουρδικά είναι: 1. Σιγμάν. 2. Κουλάμπ. 3. Μεχράσι. 4. Ατάκ. 5. Μπέρτεκ. 6. Τσαπακτσούρ. 7. Τσέρμεκ. 8. Τερτζίλ. Οι ανεξάρτητες κυβερνήσεις: 1. Τζεζίρε. 2. Ακίλ. 3. Κέντζ. 4. Παλβά. 5. Χεζού. Αυτές είναι εκτεταμένες επαρχίες και οι κυβερνήτες τους έχουν τον τίτλο του τζανάμπ (εξοχότητα). Οι αξιωματούχοι του ντιβάν του Ντιάρμπεκερ είναι: ο ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου με ρουζ-ναμτζή (γραφέα ημερολογίου), ο ντεφτερντάρ των φεουδαρχικών δυνάμεων, ένας επιθεωρητής (εμίν) και ένας υποδιοικητής (κεχαγιά) του ντεφτέρ και ένας άλλος για τους τσαούσηδες, ένας γραμματέας (κατίμπ), ένας συνταγματάρχης και ένας αντισυνταγματάρχης της πολιτοφυλακής.

Επαρχία Καρς

Πριν από την κατάκτηση αυτή η περιοχή ανήκε στο Ερζερούμ, αλλά στη συνέχεια έγινε ξεχωριστή επαρχία και εντάχθηκε σε αυτήν το σαντζάκι του Γιασίν. Έχει συνταγματάρχη και αντισυνταγματάρχη, αλλά όχι αξιωματούχους του ντεφτέρ. Τα σαντζάκια της είναι: 1. Μικρό Αρνταχάν. 2. Χουτζουτζάν. 3. Ζαρσάντ. 4. Κεχράν. 5. Καγιζμάν. 6. Καρς, έδρα του πασά.

Επαρχία Τζιλντέρ [Τσιλντίρ] ή Αχίτσκε

Από τους δημόσιους αξιωματούχους του ντιβάν υπάρχει εδώ μόνο ντεφτερντάρ του ταμείου, ενώ από τους στρατιωτικούς υπάρχει ένας συνταγματάρχης και ένας αντισυνταγματάρχης της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. Τα σαντζάκια είναι: 1. Ουλτί [Όλτου]. 2. Χαρμπούς. 3. Αρντίντς [Αρντανούτς]. 4. Χάτζρεκ. 5. Μεγάλο Αρνταχάν. 6. Ποστχού. 7. Μαχτζίλ. 8. Ιτζάρε-πένμπεκ. Εκτός από αυτά, υπάρχουν τέσσερα κληρονομικά σαντζάκια: 1. Πούρτεκρεκ. 2. Λαβάνε. 3. Νοσούφ Αβάν. 4. Σουσάντ. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μωάμεθ Χαν, το κάστρο του Κοτάτις καταλήφθηκε από τον Καρά Μορτέζα και προστέθηκε σε αυτήν την επαρχία.

Επαρχία Γκουρτζιστάν ή Γεωργίας

Τα σαντζάκια είναι: 1. Ατσικμπάς. 2. Σουσάντ. 3. Νταντιάν. 4. Γκουρίλ. Οι μπεγκ του Μεγκρελιστάν (Μινγκρελίας) είναι όλοι άπιστοι, αλλά ο Μουράτ Δ’ τους υπέταξε και τοποθετώντας τον Σεφέρ Πασά ως κυβερνήτη τους, έκανε το κάστρο της Αχίτσκα έδρα της κυβέρνησης. Μέχρι σήμερα στέλνουν τα ετήσια δώρα.

Επαρχία Ταραμπαφζούν (Τραπεζούντας)

1. Γκουμούσχανε. 2. Τζάνχα. 3. Βίζα. 4. Γκούνια [Γωνία]. 5. Βατούμ. Αν και αυτή η επαρχία είναι μικρή, έχει ντεφτερντάρ των τιμάρ, κεχαγιά του ντεφτέρ, αλάι-μπεγκ και τσερί-μπαση.

Επαρχία Ρίκα

Τα σαντζάκια της Ρίκα και Ροχά είναι: 1. Τζεμάσα. 2. Χαρπούτ. 3. Ντέιρ Ράχμπα. 4. Μπενί Ρέμπια. 5. Σαρούτζ. 6. Χαράν. 7. Ρίκα. 8. Ροχά ή Ούρφα, που είναι η έδρα του πασά. Δεν έχει αξιωματούχους.

Επαρχία Βαγδάτης

Επτά από τα δεκαοκτώ σαντζάκια αυτής της επαρχίας χωρίζονται, όπως και σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας, σε ζιαμέτ και τιμάρ. Είναι: 1. Χίλλα. 2. Ζενγκαμπάντ. 3. Τζαβαζάρ. 4. Ρουμάχια. 5. Τζανγκούλα. 6. Καρα-ντάγ. 7. [ ]. Τα άλλα έντεκα σαντζάκια, που ονομάζονται Ιράκ, δεν έχουν ούτε ζιαμέτ ούτε τιμάρ. Είναι: 1. Τερτένγκ. 2. Σαμβάτ. 3. Μπιάτ. 4. Ντερνέχ. 5. Ντεχ-μπαλάντ. 6. Έβσετ. 7. Κέρνε-ντεχ. 8. Ντεμίρ-καπι. 9. Καράνιε. 10. Κιλάν. 11. Αλ-σαχ. Αυτά δεν έχουν ζιαμέτ ή τιμάρ και βρίσκονται εξ ολοκλήρου στην εξουσία των κατόχων τους.

Επαρχία Μπάσρα (Βασόρας)

Ήταν παλαιότερα κληρονομική κυβέρνηση (μουλκιάτ), αλλά υποβιβάστηκε σε συνηθισμένη επαρχία (εγιαλέτ) όταν κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Μωάμεθ Δ’. Έχει ντεφτερντάρ και κεχαγιά των τσαούσηδων, αλλά ούτε αλάι-μπεγκ ούτε τσερί-μπαση, γιατί δεν υπάρχουν ζιαμέτ ή τιμάρ. Τα εδάφη μισθώνονται όλα από τον κυβερνήτη.

Επαρχία Λάχσα

Όντας κληρονομική κυβέρνηση, δεν έχει ούτε ζιαμέτ ούτε τιμάρ, αλλά ο κυβερνήτης στέλνει μηνιαίο δώρο στον κυβερνήτη της Βαγδάτης. Παλαιότερα οι διοικητές της ήσαν εγκατεστημένοι ως μπεηλερμπέηδες, αλλά τώρα διατηρούν την εξουσία τους χωρίς αυτοκρατορική νομική προστασία.

Επαρχία Υεμένης

Και αυτή, από την εποχή του Μωάμεθ Χαν Δ’, έχει καταληφθεί παράνομα από τους ιμάμηδες.

Επαρχία Αβυσσηνίας

Αυτή η επαρχία είναι επίσης χωρίς ζιαμέτ ή τιμάρ. Μία φορά στα τρία χρόνια στέλνεται ένας αξιωματικός από την Υψηλή Πύλη, για να τη διεκδικήσει ως κυβερνητική επαρχία (μουλκ). Δεν υπάρχουν ιδιωτικές μισθώσεις (ιλτιζάμ).

Επαρχία Μέκκας

Η Μέκκα χωρίζεται μεταξύ του σερίφ και του πασά της Τζέντα. Δεν υπάρχουν έσοδα, εκτός από εκείνα που προέρχονται από τα υδραγωγεία.

Επαρχία Αιγύπτου

Εδώ δεν υπάρχουν ούτε ζιαμέτ ούτε τιμάρ. Τα χωριά της είναι καταχωρημένα είτε ως ανήκοντα στο στέμμα (μιρ μαλ) ή σε ευσεβή ιδρύματα (βακφ), είτε στο Κάσιφ, είτε ως μισθωμένα από τους κατοίκους των πόλεων (ιλτιζάμ-μπελεντί). Υπάρχει ένας ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, ένας φύλακας αποθηκών (ρουζναμεχτζή), επτά υπάλληλοι των μισθώσεων (μοκατατζή), ένας ελεγκτής (μοκαμπελετζή) από την πλευρά του πασά, σαράντα μπεγκ και επτά διοικητές των επτά στρατιωτικών σωμάτων. Τα σαντζάκια που κατέχει ο μπεγκ είναι τα ακόλουθα: 1. Άνω Αίγυπτος. 2. Τζίζρα. 3. Ιμπρίμ. 4. Αχβαχάτ (η Όαση). 5. Μανφελούτ. 6. Σαρακίε (το ανατολικό τμήμα του Δέλτα). 7. Γαραμπίε (το δυτικό τμήμα). 8. Μανούφιε. 9. Μανσούριε. 10. Καλούμπιε. 11. Μπαχάιρ. 12. Νταμιάτ (Νταμιέτα). Όλα αυτά διοικούνται από μπεγκ. Ο πρώτος στη σειρά από τους μπεγκ της Αιγύπτου είναι ο εμίρ-ουλ-χατζ ή αρχηγός του καραβανιού προς Μέκκα, ο οποίος από τους Άραβες ονομάζεται σουλτάν-αλ-μπαρ ή άρχοντας της ηπείρου. Ο κεχαγιάς ή αναπληρωτής του έχει το προνόμιο να φοράει λοφίο.

Καθώς δεν έχω ταξιδέψει στα βασίλεια του Αλγεριού, της Τύνιδας και της Τρίπολης [της Λιβύης], δεν δίνω καμία περιγραφή τους, αλλά είναι γνωστό ότι πρόκειται για εκτεταμένες περιοχές.

Επαρχία Μοσούλης

Αυτή δεν έχει αξιωματικούς του ντιβάν, αλλά έναν συνταγματάρχη και έναν αντισυνταγματάρχη. Τα σαντζάκια της είναι: 1. Μπατζβανλί. 2. Τεκρίτ. 3. Εσκί Μοσούλ (Νινευή). 4. Χαρού.

Επαρχία Βαν

Οι αξιωματούχοι είναι ο ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου και των τιμάρ, ο επιθεωρητής και ο αναπληρωτής των καταλόγων και των τσαούσηδων, ένας υπάλληλος των τσαούσηδων, ένας συνταγματάρχης και αντισυνταγματάρχης. Τα σαντζάκια της είναι: 1. Ανταλτζεβάζ. 2. Αρτζίς. 3. Μούς. 4. Μπαργκερί. 5. Καρκάρ. 6. Κεσάνι. 7. Ζιρίκι. 8. Ασαμπάρντ. 9. Αγάκις. 10. Ακράντ. 11. Μπενί-κουτούρ. 12. Καλέ Βαγιαζήτ. 13. Μπουρντού. 14. Χαλάτ. Στις κυβερνήσεις Τιφλίδας, Χακαρί, Μαχμουντί και Πενιανίς υπάρχουν ζιαμέτ και τιμάρ. Ο φόρος υποτέλειας που εισπράττεται από αυτά κατάσχεται για την πληρωμή της φρουράς του Βαν. Όλες οι άλλες αμοιβές και δασμοί εισπράττονται από τους χαν, που κατέχουν αυτές τις κυβερνήσεις με κληρονομική κατοχή.

Επαρχία Ερζερούμ

Αυτή έχει δώδεκα σαντζάκια. Οι αξιωματούχοι της είναι: ένας ντεφτερντάρ του ταμείου, ένας επιθεωρητής και αναπληρωτής του για τους καταλόγους και τους τσαούσηδες και ένας υπάλληλος των τσαούσηδων. Τα σαντζάκια είναι: 1. Καραχισάρ. 2. Κεϊφί. 3. Πάσιν. 4. Ισπίρ. 5. Χουνούς. 6. Μαλαζγκίρτ. 7. Τεκμάν. 8. Κουζουτζάν. 9. Τορτούμ. 10. Λετζενγκέρντ. 11. Μάμαρ. 12. Ερζερούμ, έδρα του πασά.

Επαρχία Σεχερζούλ

Αυτή η επαρχία διαθέτει τον πλήρη αριθμό αξιωματούχων του ντιβάν. Τα σαντζάκια της είναι: 1. Σαρουτζέκ. 2. Έρμπιλ. 3. Κέσναν. 4. Σέχερ-μπαζάρ. 5. Τζένγκουλε. 6. Τζεμπέλ-χαμρίν. 7. Χαζάρ-μαρντούντ. 8. Αλχουράν. 9. Μέρκαρε. 10. Χαζίρ. 11. Ρούντιν. 12. Τιλτάρι. 13. Σέμπε. 14. Ζεντζίρ. 15. Ατζούμπ. 16. Αμπρουμάζ. 17. Πακ. 18. Πέρτελι. 19. Μπίλκας. 20. Αούσνι. 21. Καλά-Γαζή. 22. Σεχερζούλ, που είναι η έδρα του πασά. Υπάρχουν μερικές φυλές σε αυτήν την επαρχία, τις οποίες δεν κυβερνούν μπεγκ με τύμπανο και λάβαρο. Περισσότεροι από εκατό αρχηγοί τέτοιων φυλών, που κατέχουν τα εδάφη τους ως ζιαμέτ, αλλά με κληρονομικό δικαίωμα, συνοδεύουν τον πασά, όταν απαιτείται, στο πεδίο της μάχης.

Ενότητα IV

Η κατάταξη των σαντζακμπέηδων

Σύμφωνα με τους συνταγματικούς νόμους του σουλτάνου Σουλεϊμάν, οι σαντζακμπέηδες κατατάσσονται σύμφωνα με την αμοιβή τους, εκτός από την περίπτωση που υπάρχει ανάμεσά τους παυθείς μεγάλος βεζίρης, ο οποίος τότε υπερισχύει όλων. Η αμοιβή ενός σαντζακμπέη είναι αρχικά 200.000 άσπρα (ασημένια νομίσματα, ακτσέ), η οποία αυξάνεται αναλογικά με την περίοδο της υπηρεσίας του, μέχρι να γίνει μπεηλερμπέης ή μιρ μιράν. Αν όμως ένας από τους αγάδες ή τους στρατηγούς του στρατιωτικού σώματος στην Ισλαμπόλ γίνει σαντζακμπέης, το μερίδιό του από το πρώτο αξίωμα είναι πάνω από 200.000 άσπρα. Έτσι, ο αγάς των γενίτσαρων, όταν διορίζεται σαντζακμπέης, λαμβάνει αμέσως 500.000 άσπρα. Ο νισαντζή-μπασης (άρχοντας σφραγιδοφύλακας), ο εμίρ αλέμ (σημαιοφόρος της αυτοκρατορίας), ο αρχιθαλαμηπόλος και ο μεγάλος άρχοντας των αλόγων, λαμβάνουν αύξηση 100.000 άσπρα. Ο τσασνιγκίρ-μπασης (ελεγκτής της κουζίνας), ο μουταφαρέκ-μπασης (επικεφαλής των αγγελιοφόρων), ο υπαρχηγός των αλόγων, ο αγάς των σπαχήδων και των σιλιχτάρ, των σαγ-ουλουφετζάν και των σολ-γουρεμπά (δύο σωμάτων ιππικού), όλοι γίνονται σαντζακμπέηδες με μισθό 300.000 άσπρα. Ο σεγκμπάν-μπασης (στρατηγός των γενίτσαρων), ο κεχαγιάς (αναπληρωτής) του ντεφτέρ, οι ντεφτερντάρ των τιμάρ και οι γιαγιά-μπεγκ και όλοι των οποίων τα ζιαμέτ ανέρχονται σε περισσότερα από 500.000 άσπρα, λαμβάνουν επιπλέον 100.000 άσπρα, ως σαντζακμπέηδες. Οι μπεγκ που διακρίνονται για καλή συμπεριφορά ανταμείβονται με κενά τιμάρ. Κάθε σαντζακμπέης παρέχει για κάθε 5.000 άσπρα των εσόδων του έναν ένοπλο άνδρα. Καθώς το μικρότερο εισόδημα ενός σαντζακμπέη είναι 200.000 άσπρα, αυτός φέρνει στο πεδίο 40 οπλισμένους άνδρες. Αν έχει 500.000 άσπρα, διαθέτει 100 άνδρες και ούτω καθεξής.

Ενότητα V

Χας ή εισόδημα των σαντζακμπέηδων, των κεχαγιάδων του ντεφτέρ και των ντεφτερντάρ των τιμάρ

Ρούμελη

Χας του σαντζακμπέη του Μοριά 5.776 άσπρα. Σκουτάρι [Σκόδρα], 59.200. Αυλώνα, 39.000. Σιλίστρια, 89.660. Νικόπολη, 40.000. Οχρί [Αχρίδα], 35.299. Γιάνινα, 20.260. Τέρχαλα [Τρίκαλα], 50.885. Κουστεντίλ 42.400. Ελμπασάν, 1.963. Τσέρμεν [Ορμένιο], 4.000. Βίζα [Βιζύη], 34.465. Ντελβίνα [Δελβίνο], 7.132. Σελάνικ [Θεσσαλονίκη], 80.832. Σκοπί, 40.000. Ντουκαγκίν, 27.500. Βίντιν 3.000. Αλάτζε-χισάρ, 20.399. Βελτζετερίν, 50.000. Περζερίν, 28.146. Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 1.426. Των ντεφτερντάρ, 2.000. Του μπεγκ των γιουρούκ (περιπλανώμενων φυλών) της Βίζα, 2.000. Του γιουρούκ-μπεγκ της Ραιδεστού, 60.000. Του γιουρούκ-μπεγκ του Γιάνμπολι, 3.470. Του γιουρούκ-μπεγκ του Οκτσέμπολι, 3.494. Του γιουρούκ-μπεγκ του Κότζα, 4.000. Του γιουρούκ-μπεγκ της Σελάνικ, 41.397. Του γιουρούκ-μπεγκ του Ναλντουκίν, 3.500. Του καπουδάν της Καβάλας, 4.314. Του μπεγκ των Βόινοκ, 5.052.

Βοσνία

Χας του μπεγκ του Κιλίς, 42.500. Χέρσεκ [Ερζεγοβίνη], 10.515. Ζβόρνικ, 35.793. Ποσέγκα, 66.230. Ζαχίνα, 70.000. Κάρακ, 30.000. Ραχόβιτσα, 70.000.

Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 40.000. Του ντεφτερντάρ, 5.530.

Αρχιπέλαγος

Χας του μπεγκ του Νεγκροπόντ, 40.000. Κάρλιελι (Ακαρνανία), 3.000. Εϊναμπάχτ (Ναύπακτος), 30.000. Ρόδος, 77.004. Μυτιλήνη, 40.000. Κοτζαεϊλί, 6.526. Μπιγά, 13.088. Σίγλα, 30.000. Μιζίστρα [Μυστράς], 19.000.

Ζιαμέτ του κεχαγιά, 8.300. Του ντεφτερντάρ, 22.077.

Επαρχία Βούδας

Χας της Σεμέντρια, 40.260. Μπέτσεβι (Φινφ-Κίρχεν ή Πέντε-Εκκλησίες), 40.000. Ουστούν Μπελγκράντε (Στουλ-Βάισενμπουργκ), 26.000. Έστεργκομ (Γκραν), 10.000. Σεγκντίν, 40.000. Σίρεμ, 25.675. Έσεκ, 20.000. Σαμτόρνα, 40.000. Κοπάν και Φίλεκ, 20.000. Νικχισάρ, 34.000. Νόβιγκραντ, 33.940. Σονλί, 40.000. Μίχατζ, 92.000. Σίγκετ, 4.230. Σεγκσάρ, 34.000. Μιτζάν, 40.260.

Χας του ντεφτερντάρ, 5.520. Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 3.240. Του κεχαγιά των τιμάρ, 8.940.

Επαρχία Τεμισβάρ

Λίποβα, 10.000. Κιανάντ, 20.792. Γκιούλα, 28.945. Μαντάβα, 60.080. Γιάνοβα, 2.420. Ίσμπες, 1.945. Ζιαμέτ του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, 60.000. Του κεχαγιά, 4.880. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 60.000.

Επαρχία Ανατολίας

Χας του μπεγκ του Σαρουχάν, 40.000. Αϊντίν, 34.600. Καραχισάρ Αφιούν, 40.299. Άγκυρα, 64.300. Μπούρσα, 18.089. Μπόλου, 20.122. Κασταμούνι, 50.000. Μουντέσε, 40.800. Τεκέ, 28.000. Χαμίντ, 24.000. Τζανκρί, 48.081. Καρασί, 3.000. Σουλτάνογκι, 5.000.

Ζιαμέτ του κεχαγιά, 10.912. Του ντεφτερντάρ, 4.590.

Επαρχία Καραμάν

Χας του μπεγκ της Καϊσαρίε (Καισάρεια), 5.000. Μπέγκσεχιρ, 90.000. Ακσεράι, 35.000. Άκσεχιρ, 1.000. Κίρσεχιρ, 7.540.

Χας του ντεφτερντάρ, 5.000. Του κεχαγιά, 5.000.

Επαρχία Κούμπρους (Κύπρου)

Χας του Ιτσεϊλί, 27.000. Αλάιε, 50.000. Ταρσός, 45.200. Σις, 60.299.

Χας του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, 20.000. Του ντεφτερντάρ των ζιαμέτ, 70.000. Του κεχαγιά, 42.000.

Επαρχία Τρίπολης (στη Συρία)

Χας της Χομς, 20.290. Τζεμπελιέ, 34.180. Σαλαμιέ, 9.000. Χαμά, 94.030.

Χας του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, 13.000. Του κεχαγιά, 64.800. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 40.000.

Επαρχία Χαλέμπ (Χαλεπιού)

Χας του μπεγκ των Άντνα [Αδάνων], 95.000. Κιλίς 2.827. Μπιρετζίκ, 5.220, Μάκρα, 30.000, Αζίζ, 20.000. Μπαλίς, 20.000.

Χας του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, 27.820. Του κεχαγιά, 6.930. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 1.140.

Επαρχία Ζουλκαντρίγιε ή Μαράς

Μαλάτεια, 50.000. Εϊντάμπ, 5.130. Mαράς, 25.300.

Επαρχία Σίβας

Χας του μπεγκ της Αμάσειας, 30.000. Τσόρουμ, 30,000. Μπουζούκ, 300.275. Ντιβεργκί, 50.300. Τζανίκ, 7,024. Άραμπγκιρ, 21.000.

Ζιαμέτ του κεχαγιά, 80.200. Του ντεφτερντάρ, 2.550.

Επαρχία Ερζερούμ

Χας του μπεγκ του Καραχισάρ Σαρκί, 3.000. Κεϊφί, 3.000. Μπάσιν, 94.000. Ισπίρ, 30.000. Χουνούς, 80.440. Μαλαζγκίρτ, 50.000. Τουρκμάν, 4.929. Οκουτζάν, 20.702. Τορτούμ, 97.000. Λετζενγκίρτ, 40.000. Μαμερβάν, 3.000.

Χας του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, 42.900. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 20.200.

Επαρχία Καρς

Χας του Αρνταχάν Κιουτσούκ, 9.030. Χουτζού-τζαν, 2.500. Ρουσάντ, 40.000. Καζμαγάν, 2.000. Κετσεράν, 2.000.

Επαρχία Τσιλντέρ ή Αχίτσκα

Χας του Ουλτί [Όλτου], 2.017. Πέρτεκ, 2.190. Ερντενούχ [Αρντανούτς], 70.000. Αρνταχάν Μπουζούργκ, 2.000. Σουσάντ, 56.000. Λιβάνα (Αρτβίν, δύο κληρονομικά σαντζάκια), 65.000. Χαρμπούς, 2.500. Σάρεκ, 65.000. Πουστούχ, 6.500. Μαντζίλ, 3.229. Πενμπέκ, 40.000.

Επαρχία Τραπεζούντας

Ζιαμέτ του κεχαγιά του Βατούμ, 3.000 άσπρα. Ζιαμέτ του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 42.290.

Επαρχία Ντιάρμπεκερ

Χας του Χαρπούτ, 9.999. Αργάνι, 20.515. Σούρεκ, 3.043. Ατάκ, 47.200. Νεσιμπίν, 30.000. Τερτζίλ, 45.200. Τζερμίκ, 3.140. Χουσν-κεΐφ, 2.955. Ακίλ, 9.675. Τσαπάκ-τζουντ, 7.000. Τζεμίσγεζεκ, 4.223. Σαμσάντ, 9.057. Σαΐρ, 3.772. Ακτσάκαλε, 20.000. Σιντζάρ, 1.517. Μουφαρακίν, 20.000. Λιζάν και Μπουζμπάν, 6.000. Χάκεντζ, 7,.834.

Χας του ντεφτερντάρ, 40.395. Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 10.924. χας του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 8.000.

Επαρχία Ράκκα

Χας του Τζεμάσε, 5.122. Νταΐρ Ράχμπα, 8.000. Καπούρ, 10.000. Ασί Ράμπια, 40.000. Σαρούτζ 20.000. Άνα, 82.215.

Επαρχία Βαγδάτης

Χας του Ζανγκαμπάντ, 70.000. Χέλλεχ, 51.000. Τζαβάζερ, 20.000. Ρούμαχιε, 45.000. Τζενγκούλε, 20.000. Καρά (κληρονομική κυβέρνηση), 4,287. Ντέρτενγκ, 20.000. Σαμβάτ, 55.000. Ντέρνε, 6.931. Ντεμπάλα, 60.000. Βάσετ, 20.000. Κέρεντ, 29.260. Ταπούρ, 20.000. Καράνιε, 20.000. Κιλάν, 20.000. Αλ Σαγ, 200.000. Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 10.000. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 80.000.

Επαρχία Βαν

Χας του Αντελτζαβάν, 50.346. Αρτζίς, 30.000. Μους, 1.000. Μπαργκερί, 20.000. Καρκάρ, 20.000. Κεσάν, 25.000. Ισπαγίρντ, 20.000. Αγάκις, 50.000. ακράντ, 90.000. Βαντί Μπενί Κουτούρ, 70.000. Καλέ Βαγιαζήτ, 1.044. Μπαρντού, 20.000. Βάβτζικ, 95.000.

Ζιαμέτ του κεχαγιά του ντεφτέρ, 60.999. Του ντεφτερντάρ των τιμάρ, 3.870.

Επαρχία Μοσούλης

Χας του Μπατζουβανλί, 15.000. Τεκρίτ, 7.284. Χαρούν, 20.000. Μπάν, 30.000.

Ενότητα VI

Δήλωση του αριθμού σπαθιών ή ανδρών που φέρνουν στο πεδίο οι κάτοχοι τιμάρ και ζιαμέτ

Επαρχία Ρούμελης

Ο αριθμός των σπαθιών ή ενόπλων ανδρών της επαρχίας είναι 9.274, από τους οποίους 914 είναι ζιαμέτ και οι υπόλοιποι τιμάρ, με και χωρίς τέζκερε (ανάθεση). Οι ζαΐμηδες, ή κάτοχοι των ζιαμέτ, για κάθε 5.000 άσπρα των εισοδημάτων τους παρέχουν έναν ένοπλο άνδρα. Οι τιμάρι, ή κάτοχοι των τιμάρ, για 10.000 έως 20.000 βρίσκουν τρεις άνδρες. Έτσι, η πολιτοφυλακή της Ρούμελης αποτελείται από ζαΐμηδες, τιμάρ και τζεμπελή ή φρουρούς, που ανέρχονται συνολικά σε 20.200 άνδρες. Ο σαντζάκ-μπεγκ, ο κεχαγιάς του ντεφτέρ και ο ντεφτερντάρ των τιμάρ, για κάθε 5.000 άσπρα των εισοδημάτων τους παρέχουν έναν άνδρα. Καθώς ο αριθμός των ανδρών που βρίσκονται από αυτούς είναι 2.500, τα στρατεύματα της Ρούμελης ανέρχονται σε 33.000 άνδρες και συμπεριλαμβανομένων των υπηρετών, σε 40.000 άνδρες.

Ενότητα VΙΙ

Αριθμός ζιαμέτ και τιμάρ σε καθένα από τα σαντζάκια της Ρούμελης

Η Σόφια, η έδρα του πασά, έχει 7.821 ζιαμέτ και τιμάρ. Κούστεντιλ 48 ζιαμέτ, 1.018 τιμάρ. Τέρκαλε 32 ζιαμέτ, 530 τιμάρ. Γιάνινα 62 ζιαμέτ, 34 τιμάρ. Ουσκούμπ [Σκόπια] 57 ζιαμέτ, 340 τιμάρ. Οχρί [Αχρίδα] 20 ζιαμέτ, 529 τιμάρ. Αυλωνία [Αυλών] 38 ζιαμέτ, 489 τιμάρ. Μορέα [Μοριάς] 200 ζιαμέτ. Εσκεντερίε 75 ζιαμέτ, 422 τιμάρ. Νικόπολις 20 ζιαμέτ, 244 τιμάρ. Τσέρμεν 20 ζιαμέτ, 130 τιμάρ. Ελμπασάν 18 ζιαμέτ, 138 τιμάρ. Βίζα 30 ζιαμέτ, 79 τιμάρ. Ντελβίνα 34 ζιαμέτ, 1.155 τιμάρ. Σαλάνικ (Θεσσαλονίκη) 36 ζιαμέτ, 762 τιμάρ. Κιρκ-κιλισά [Σαράντα Εκκλησίες] 18 τιμάρ. Ντουκάγκιν 10 ζιαμέτ, 52 τιμάρ. Βίντιν 12 ζιαμέτ, 25 τιμάρ. Αλατζαχισάρ 27 ζιαμέτ, 509 τιμάρ. Βέτζτεριν 10 ζιαμέτ, 17 τιμάρ. Πέρζεριν 17 ζιαμέτ, 225 τιμάρ. Ακτσέμπολου, οτζάκ των Γιουρούκ ή περιπλανώμενων φυλών, 188. Των Γιουρούκ του Τεκιρντάγ ή Ροντοστό [Ραιδεστός], 324. Των Γιουρούκ του Σαλάνικ, 128. Του Κοτζάκ, 400. Του Ναλντουκίν, 314. Των Μουσελμάν της Ρούμελης, 400. Των Μουσελμάν του Κουζίλτζε, 300. Των Μουσελμάν του Τσέρμεν, 301. Των Τσινγκάνε (Γύφτων ή Βοημών), 198. Της Βίζα, 178. Συνολικά 1.019 κληρονομικά οτζάκ ή οικογένειες. Στα μητρώα της κυβέρνησης, τριάντα άτομα από αυτούς τους Γιουρούκ ή Μουσελμάν ονομάζονται οτζάκ ή οικογένεια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, αυτοί οι Γιουρούκ και Μουσελμάν αποτελούν τα ιπτάμενα στρατεύματα (ισκεντζή) και με τη σειρά τους εικοσιπέντε από αυτούς εκτελούν τα καθήκοντα των γιαμάκ, ή υπηρετών, στους άλλους πέντε. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι γιαμάκ είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν 55 άσπρα ανά κεφάλι έναντι όλων των φόρων του ντιβάν, αλλά σε καιρό ειρήνης απαλλάσσονται από όλους τους φόρους. Οι ισκεντζή ή ιπτάμενοι στρατιώτες (ακροβάτες) δεν πληρώνουν φόρους γης όταν πηγαίνουν στον πόλεμο. Αλλά αν γίνουν σπαχήδες ή φεουδαρχικοί ένοικοι, δεν απαλλάσσονται από τους φόρους των Γιουρούκ. Στους Μουσελμάν παραχωρείται τμήμα γης, το οποίο καταχωρείται ως τιμάρ και για το οποίο δεν πληρώνουν φόρο δεκάτης. Τα καθήκοντά τους είναι να τραβούν τα πυροβόλα σε καιρό πολέμου, να καθαρίζουν τους δρόμους και να μεταφέρουν τις απαραίτητες προμήθειες για τον στρατό.

Ενότητα VIII

Αριθμός ζιαμέτ και τιμάρ στην Ανατολία

Υπάρχουν 7.313 σπαθιά, από τα οποία τα 195 είναι ζιαμέτ και τα άλλα τιμάρ. Παρέχουν 9.700 τζεμπελή ή ένοπλους άνδρες και άλλους. Ανέρχονται συνολικά σε 17.000 άνδρες. Το ετήσιο εισόδημά τους ανέρχεται σε 37.317.730 άσπρα. Τα ζιαμέτ και τιμάρ είναι τα εξής: Κιουτάχεια 79 ζιαμέτ, 939 τιμάρ. Σαρουχάν 41 ζιαμέτ, 674 τιμάρ. Αϊντίν 19 ζιαμέτ, 572 τιμάρ. Καραχισάρ 15 ζιαμέτ, 616 τιμάρ. Άγκυρα 10 ζιαμέτ, 257 τιμάρ. Μπούρσα 30 ζιαμέτ, 1.005 τιμάρ. Μπόλου 14 ζιαμέτ, 551 τιμάρ. Κασταμούνι 24 ζιαμέτ, 587 τιμάρ. Μεντεσέ 52 ζιαμέτ, 381 τιμάρ. Τεκέ 7 ζιαμέτ, 392 τιμάρ. Χαμίντ 9 ζιαμέτ, 585 τιμάρ. Καρασού 7 ζιαμέτ 381 τιμάρ. Σουλτάνογλου 7 ζιαμέτ, 182 τιμάρ. Στην Ανατολία υπάρχουν επίσης μουσελμάν (ελεύθεροι άνθρωποι) και πιαντέ ή γιαγιά (σκαπανείς), οι οποίοι, σε αριθμό 900 ανδρών, πηγαίνουν στον πόλεμο. Αυτοί μαζί με τους Γιαμάκ ανέρχονται σε 26.500 άνδρες. Τα καθήκοντά τους είναι να τραβούν τα κανόνια, να καθαρίζουν τους δρόμους και να μεταφέρουν εφόδια. Έχουν εδάφη (τσιφτλίκ) όπως οι Γιουρούκ της Ρούμελης, τα οποία είναι καταχωρημένα ως τιμάρ. Αυτό ήταν το καθεστώς κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν, αλλά τώρα είναι όλοι εγγεγραμμένοι ως ραγιάδες και οι κάτοχοι αυτών των τιμάρ είναι υποχρεωμένοι να συνοδεύουν τον καπουδάν πασά όταν βγαίνει στη θάλασσα. Παλαιότερα υπήρχαν σε αυτήν την επαρχία 1.280 εθελοντές Άραβες, οι οποίοι, για κάθε δέκα άνδρες παρείχαν έναν ένοπλο, έστελναν δηλαδή 128 άνδρες στο πεδίο. Τώρα έχουν διαλυθεί.

Επαρχία του καπουδάν πασά ή των νησιών του Αρχιπελάγους

Αυτή παλαιότερα παρείχε 1.618 σπαθιά, αλλά ο Τζαφέρ Πασάς, ο οποίος ήταν προηγουμένως μποσταντζή-μπασης, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μουράτ Δ’ αύξησε τον αριθμό τους σε 9.900. Από αυτούς, οι 100 ήσαν ζιαμέτ και οι υπόλοιποι τιμάρ. Προσθέτοντας σε αυτούς τους τζεμπελή, ολόκληρος ο αριθμός ήταν 12.067 άνδρες. Οι Άραβες, οι εθελοντές του ναυστάθμου και οι άνδρες εξήντα γαλερών σχημάτιζαν επίσης σώμα 10.000 ανδρών. Τα ετήσια έσοδα των ζιαμέτ και τιμάρ τους ανέρχονταν σε 1.800.000 άσπρα. Τα παρακάτω είναι τα ζιαμέτ και τιμάρ: Νεγκροπόντ [Χαλκίδα] 12 ζιαμέτ, 188 τιμάρ. Εϊναμπάχτ [Λεπάντο, Ναύπακτος] 13 ζιαμέτ, 287 τιμάρ. Μυτιλήνη 83 τιμάρ. Κοτζαέλι 25 ζιαμέτ, 187 τιμάρ. Σίγλα 32 ζιαμέτ, 225 τιμάρ. Κάρλιελι 11 ζιαμέτ, 19 τιμάρ. Καλλίπολη 14 ζιαμέτ, 132 τιμάρ. Ρόδος 5 ζιαμέτ, 785 τιμάρ. Μπιγά 6 ζιαμέτ, 136 τιμάρ. Μισίστρα [Μυστράς] 10 ζιαμέτ, 91 τιμάρ.

Επαρχία Καραμάν

Αυτή η επαρχία παρέχει 1.020 άνδρες, 110 από τους οποίους είναι ζιαμέτ, οι υπόλοιποι τιμάρ. Με τους τζεμπελή ανέρχονται σε 4.600 άνδρες. Τα ετήσια έσοδά τους είναι 1.500.000 άσπρα. Η Κόνια [Ικόνιο] έχει 13 ζιαμέτ, 515 τιμάρ. Η Καϊσαρία (Καισάρεια) 12 ζιαμέτ, 200 τιμάρ. Η Νίγκντε [Νίγδη] 13 ζιαμέτ, 255 τιμάρ. Το Μπέγκσεχρι [Μπέισεχιρ] 12 ζιαμέτ, 244 τιμάρ. Το Άκσεχρι [Άκσεχιρ] 9 ζιαμέτ, 22 τιμάρ. Το Κίρκσεχρι [Κίρσεχιρ] 4 ζιαμέτ, 13 τιμάρ. Το Ακσεράι 12 ζιαμέτ, 228 τιμάρ.

Επαρχία Ρουμ ή Σίβας

Αυτή έχει 3.130 σπαθιά ή άνδρες, από τα οποία τα 109 είναι ζιαμέτ και τα υπόλοιπα τιμάρ. Οι μπεγκ, ζαΐμηδες και τιμαριώτες με τους τζεμπελή τους ανέρχονται σε 9.000 άνδρες. Το ετήσιο εισόδημά τους ανέρχεται σε 3.087.327 άσπρα. Η Σίβας [Σεβάστεια] έχει 48 ζιαμέτ, 928 τιμάρ.

Επαρχία Μαράς

2.169 σπαθιά, εκ των οποίων τα 29 είναι ζιαμέτ και τα υπόλοιπα τιμάρ. Οι μπεγκ, ζαΐμηδες τιμαριώτες και τζεμπελή ανέρχονται σε 55.000 άνδρες. Το ετήσιο εισόδημά τους ανέρχεται σε 9.423.017 άσπρα.Το Μαράς έχει 3 ζιαμέτ, 1.120 τιμάρ. Καρς 2 ζιαμέτ, 656 τιμάρ. Εϊντάμπ 2 ζιαμέτ, 656 τιμάρ. Μαλάτεια 8 ζιαμέτ, 276 τιμάρ.

Επαρχία Χαλέμπ (Χαλεπιού)

933 ξίφη, από τα οποία τα 104 είναι ζιαμέτ, τα υπόλοιπα τιμάρ. Ο αριθμός όλων των στρατευμάτων, μαζί με τους τζεμπελή, είναι 2.500 άνδρες. Χαλέμπ 18 ζιαμέτ, 1.295 τιμάρ. Άντνα 11 ζιαμέτ, 190 τιμάρ. Κιλίς 17 ζιαμέτ, 295 τιμάρ. Μάκρα 9 ζιαμέτ, 890 τιμάρ. Αζίζ 2 ζιαμέτ, 190 τιμάρ. Μπαλίς 6 ζιαμέτ, 57 τιμάρ.

Επαρχία Σαμ (Δαμασκού)

996 σπαθιά, από τα οποία τα 28 είναι ζιαμέτ και τα υπόλοιπα τιμάρ. Έχει με τους τζεμπελή 1.600 άνδρες. Κουντς-Σερίφ (Ιερουσαλήμ) 9 ζιαμέτ, 16 τιμάρ. Ατζελούν 4 ζιαμέτ, 21 τιμάρ. Λατζούν 9 ζιαμέτ, 26 τιμάρ. Σαφέντ 5 ζιαμέτ, 133 τιμάρ. Γάζα 7 ζιαμέτ, 108 τιμάρ. Ναμπλούς 7 ζιαμέτ, 124 τιμάρ.

Επαρχία Κύπρου

1.667 ξίφη, από τα οποία τα 40 είναι ζιαμέτ και τα υπόλοιπα τιμάρ. Οι μπεγκ, ζαΐμηδες, τιμαριώτες και τζεμπελή ανέρχονται σε 4.500 άνδρες. Κύπρος 9 ζιαμέτ, 38 τιμάρ. Αλάιε 9 ζιαμέτ, 152 τιμάρ. Ταρσός 13 ζιαμέτ, 418 τιμάρ. Σις 2 ζιαμέτ, 52 τιμάρ. Ιτς-εϊλί 16 ζιαμέτ, 602 τιμάρ.

Επαρχία Τρίπολης (στη Συρία)

614 σπαθιά, με τους τζεμπελή, 1.400 άνδρες. Τρίπολη 12 ζιαμέτ, 875 τιμάρ. Χομς 9 ζιαμέτ, 91 τιμάρ. Τζεμπελίς 9 ζιαμέτ, 91 τιμάρ. Σαλαμίε 54 ζιαμέτ, 52 τιμάρ. Χάμα 27 ζιαμέτ, 171 τιμάρ.

Επαρχία Ράκκα

654 σπαθιά, με τους τζεμπελή τους, 1.400 άνδρες. Ράκκα 3 ζιαμέτ, 132 τιμάρ. Ρόχα 9 ζιαμέτ, 291 τιμάρ. Μπιρετζίκ 15 ζιαμέτ, 109 τιμάρ. Ανά 6 ζιαμέτ, 129 τιμάρ.

Επαρχία Τραπεζούντας

454 σπαθιά, με τους τζεμπελή τους, 8.150 άνδρες. Τραπεζούς 43 ζιαμέτ, 226 τιμάρ. Βατούμ 5 ζιαμέτ, 72 τιμάρ.

Επαρχία Ντιαρμπέκρ

730 σπαθιά, με τους τζεμπελή τους, 1.800 άνδρες. Κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ Δ’ αυτή η επαρχία παρείχε 9.000 άνδρες. Το Άμεντ [Άμιδα, Ντριγιάρμπακιρ] έχει 9 ζιαμέτ, 1.129 τιμάρ. Χαρπούτ 7 ζιαμέτ, 123 τιμάρ. Αργάνε [Εργάνι] 9 ζιαμέτ, 123 τιμάρ. Σίβρεκ 4 ζιαμέτ, 123 τιμάρ. Νεσιμπέν [Νουσαϊμπίν, Νίσιβις] 15 ζιαμέτ και τιμάρ. Μπιρετζίκ 4 ζιαμέτ, 123 τιμάρ. Τσερμίκ 6 ζιαμέτ, 13 τιμάρ. Χασανκεΐφ 45 ζιαμέτ και τιμάρ. Τσαμπακτσούρ 5 ζιαμέτ, 30 τιμάρ. Τζεμέσγκετζεκ 2 ζιαμέτ, 7 τιμάρ. Σιντζάρ 6 ζιαμέτ, 21 τιμάρ.

Επαρχία Ερζερούμ

5.279 σπαθιά, με τους τζεμπελή 8.000 άνδρες. Ερζερούμ 5 ζιαμέτ, 2.215 τιμάρ. Τορτούμ 5 ζιαμέτ, 49 τιμάρ. Μπαμερβάν 4 ζιαμέτ, 92 τιμάρ. Κεϊφί 8 ζιαμέτ, 229 τιμάρ. Μαλαζγκίρ 9 ζιαμέτ, 281 τιμάρ Χανίς [Χουνούς] 2 ζιαμέτ, 425 τιμάρ. Τεκμάν 1 ζιαμέτ, 253 τιμάρ. Καραχισάρ 4 ζιαμέτ, 94 τιμάρ.

Επαρχία Τσιλντίρ

656 ξίφη, μαζί με τους τζεμπελή, 8.000 άνδρες. Ουλτί [Όλτου] 3 ζιαμέτ, 132 τιμάρ. Αρνταχάν 8 ζιαμέτ, 45 τιμάρ. Εζερμπούτζ 4 ζιαμέτ, 49 τιμάρ. Χατζρέκ 2 ζιαμέτ, 12 τιμάρ. Χαρνούς 13 ζιαμέτ, 35 τιμάρ. Πούστου 1 ζιαμέτ, 18 τιμάρ. Μπένεκ 8 ζιαμέτ, 54 τιμάρ. Μπάσιν 9 ζιαμέτ, 14 τιμάρ. Αλούρι 9 ζιαμέτ, 10 τιμάρ. Ούστζε 8 ζιαμέτ, 17 τιμάρ. Τσακλίκ 33 τιμάρ. Τζέτλα 13 ζιαμέτ, 14 τιμάρ. Ισπίρ 1 ζιαμέτ, 4 τιμάρ. Πετέκ 3 ζιαμέτ, 98 τιμάρ.

Επαρχία Βαν

Τακτικοί και τζεμπελή 1.300 άνδρες. Η Βαν έχει 48 ζιαμέτ, 45 τιμάρ. Σεβεργκίρ 47 ζιαμέτ, 33 τιμάρ. Τζουμπανλού 2 ζιαμέτ, 20 τιμάρ. Βεντάλε 7 ζιαμέτ, 21 τιμάρ. Καλέ Βαγιαζήτ 4 ζιαμέτ, 125 τιμάρ. Αρτζίς 14 ζιαμέτ, 86 τιμάρ. Αντουτζελβάζ 9 ζιαμέτ, 101 τιμάρ. Κουρλαντέκ 7 ζιαμέτ, 67 τιμάρ.

Κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν η φεουδαρχική δύναμη της Ρούμελης ανερχόταν σε 91.000 άνδρες. Είχε εγκαθιδρύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε τόσο σταθερή βάση, που όταν έκανε πόλεμο στην Ευρώπη, δεν χρειαζόταν τα στρατεύματα της Ασίας, ενώ όταν έμπαινε στο πεδίο στην Ασία, δεν είχε καμία ανάγκη τις δυνάμεις της Ευρώπης. Οι νικηφόροι πόλεμοί του στη Γερμανία και την Περσία, διεξάγονταν μόνο με τα τακτικά του στρατεύματα. Όλος ο στρατός του, έχοντας καταμετρηθεί, ανερχόταν σε 500.000 άνδρες. Σε αυτούς υπήρχαν 40.000 γενίτσαροι και 20.000 ιππείς ή σπαχήδες, οι οποίοι μαζί με τους υπηρέτες τους ανέρχονταν σε 40.000 άνδρες. Μετά την κατάκτηση της Γιάνοβα, ο Μωάμεθ Δ’ αύξησε τον στρατό κατά 3.000 άνδρες και μετά την κατάκτηση του Ουϊβάρ κατά 8.000 άνδρες. Η Κερίντ [Κρήτη] επίσης, έχοντας κατακτηθεί και χωριστεί σε ζιαμέτ και τιμάρ, έδινε 100.000 ραγιάδες και 20.000 στρατιώτες.

Το έτος 1060 (1649 μ.Χ.) κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’, όταν ο ευγενής κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς ήταν μεγάλος βεζίρης, εκδόθηκε βασιλικό φιρμάνι για επιθεώρηση ολόκληρου του Οθωμανικού στρατού. Καταχωρήθηκε κάθε ψυχή στα επτά κλίματα που έπαιρνε πληρωμή και το αποτέλεσμα ήταν 566.000 υπηρετούντες άνδρες, η ετήσια αμοιβή των οποίων ανερχόταν σε 43.700 πουγγιά και μαζί με την αμοιβή των στρατευμάτων στην Αίγυπτο σε 90.040 πουγγιά (45.020.000 γρόσια). Έτσι ο στρατός ξεπερνούσε κατά πολύ εκείνον της εποχής του Σουλεϊμάν.

Ενότητα X

Η τάξη του ντιβάν

Πριν από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν δεν υπήρχε τακτικό ντιβάν. Εκείνος συγκαλούσε μεγάλο ντιβάν τέσσερις ημέρες κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, αποτελούμενο από τους επτά βεζίρηδες του τρούλου, τους δύο δικαστές του στρατού, τον αγά των γενίτσαρων και των έξι σωμάτων ιππικού. Ο τσαβουσλή-μπασης (τελετάρχης της αυλής) και ο καπουτζηλάρ κεχαγιάσι (αρχιθαλαμηπόλος) ήσαν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται σε τέτοιες ημέρες, με τα ασημένια μπαστούνια του αξιώματός τους. Ο μεγάλος βεζίρης εκδίκαζε όλες τις δικαστικές αγωγές και ο καπουδάν πασάς, καθισμένος έξω από τον τρούλο, αποφάσιζε για όλα τα θέματα που σχετίζονταν με τον στόλο. Τις Τετάρτες ο επικεφαλής των ευνούχων αποφάσιζε για υποθέσεις που σχετίζονταν με τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ήταν εκείνος που καθιέρωσε την τακτική ενδυμασία του ντιβάν. Οι βεζίρηδες και ο καπουδάν πασάς φορούσαν το τουρμπάνι που λεγόταν σελίμι και το ίδιο έκανε και ο αγάς των γενίτσαρων, με την προϋπόθεση ότι ήταν βεζίρης. Ο τσαβουσλή-μπασης (τελετάρχης), ο καπουτζηλάρ κεχαγιάσι (αρχιθαλαμηπόλος), ο μιραλέμ (σημαιοφόρος του κράτους), ο τσακιρτζή-μπασης (επιτηρητής του νοικοκυριού), ο μιραχόρ (ιπποτρόφος), ο τσασνιγκίρ-μπασης (ελεγκτής της κουζίνας) και ο μουτεφερίκ-μπασης (επικεφαλής των αγγελιοφόρων) φορούσαν τη μουτζαβέρα ή ψηλό στρογγυλό τουρμπάνι και χαλάτ από ατλάζι ή σατέν που ονομαζόταν ουστ. Οι στρατηγοί των γενίτσαρων και των σπαχήδων, οι τσαούσηδες του ντιβάν και οι εβδομήντα προϊστάμενοι των γραφείων του κεντρικού ταμείου, στέκονταν όλοι στις θέσεις τους ντυμένοι με τη μουτζαβέρα τους και το ουστ, έτοιμοι να αρχίσουν εργασία. Σε αυτές τις ημέρες οι γενίτσαροι σερβίρονταν από τον αγά με 3.000 πιάτα ζωμό σιταριού και αν δεν τα άγγιζαν, ο αυτοκράτορας ήξερε αμέσως ότι ήσαν δυσαρεστημένοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις πήγαινε στο Ανταλέτ Κιοσκί (περίπτερο της ισότητας), όπου αποφάσιζε προσωπικά για μερικά από τα πιο σημαντικά ζητήματά τους. Το βράδυ κάθονταν όλοι μαζί σε πολυτελές δείπνο, το οποίο σέρβιραν οι ζουλφλί-μπαλτατζή στους βεζίρηδες και οι σκηνοποιοί στην υπόλοιπη συντροφιά. Μετά το δείπνο οι επτά βεζίρηδες, ο καπουδάν πασάς και ο αγάς των γενίτσαρων, μαζί με τους δύο μεγάλους δικαστές, εισάγονταν από την πύλη του Χαρέμ ενώπιον του αυτοκράτορα. Στη συνέχεια επέστρεφαν στο ντιβάν, όπου ο τσαβουσλή-μπασης, παίρνοντας τη σφραγίδα του μεγάλου βεζίρη, σφράγιζε τον θησαυρό και στη συνέχεια την επέστρεφε στον βεζίρη.

Οι κατακτήσεις και οι νίκες του Σουλεϊμάν

Η πρώτη κατάκτησή του ήταν η ήττα του Κιρκάσσιου κυβερνήτη της Συρίας Τζαν Γιαζντί Γαζάλι Χαν, του οποίου το ανυπότακτο κεφάλι έκοψε από το σώμα του ο Φερχάντ Πασάς και το έστειλε στην Υψηλή Πύλη το 927 (1520 μ.Χ.). Η κατάκτηση της Υεμένης και ο θάνατος του επαναστάτη Ισκεντέρ το 927 (1520). Η καθυπόταξη των Βελιγραδίου και Τεκούρλαν, Σλάνκαμεν και Κόπανικ την ίδια χρονιά. Η κατάκτηση της Ρόδου το 928 (1521). Των φρουρίων Ισκαραντίν, Χέλκα, Εϊλιγί, του νησιού Ιντζιρλί, του φρουρίου Ταχταλού, της Ιστανκιόι (Κως), του Μποντρούμ (Αλικαρνασσός), το ίδιο έτος. Η νίκη του Μόχατς, ακολουθούμενη από την πτώση των Βάραντιν, Οϊλούκ, Κιοπρούκ, Εϊλούκ, Ντιμούρτζε, Ίρεκ, Γκαρκόφτζα, Λούκαν, Σούταν, Λάκβαρ, Βαρντούντ, Ράτσε, Έσσεκ, Βούδας και Πέστης, το έτος 932 (1525). Η πολιορκία του Κιζίλ Έλμα (το Κόκκινο Μήλο ή η πρωτεύουσα της Γερμανίας) και τον επόμενο χρόνο η απελευθέρωση του Γιάνους (Ιωάννη Ζαπόλια) από τον Γεχίγια Πασά Ζάντε. Η κατάκτηση των Σοκολόφτζα, Καπούλιε, Σίλα, Μπαλβάρ, Λοτοφτζί, Τους, Ζακάν, Κάνιζα, Καπόρνικ, Μπαλάσκα, Κοπάνιτζα, Σαρβάρ, Νιμετόγκουρ, Κέμεντβαρ, Έγκερσεκ, Μόστερ και Μοστί το 939 (1532). Η κατάκτηση των ανατολικών επαρχιών του Ιράκ, Καζβίν, Καράκαν, Βαγδάτης, Ερεβάν, Σουλτάνιε, Ταμπρίζ και Χαμαντάν, το 941 (1534). Βαν, Αντελτζουβάζ, Αρτζίς, Αχλάτ, Μπάρκερι, Αμίκ, Χουσάμπ, Σουλτάν, Σαμπαντάν, Τζερέμ-Μπιμπκάρ, Ρούσινι, Ζέλα και Τενούρ το 941 (1534). Ταμπρίζ το ίδιο έτος. Εκστρατεία στη Γεωργία και στην Απουλία, με την κατάκτηση του Κιλίς στη Βοσνία το έτος 943 (1536). Η κατάκτηση των Ουϊβάριν, Ναντίν, Σιν, Καντίν, Οπόρτζα και η εκστρατεία εναντίον της Κορφούζ (Κέρκυρα) τον ίδιο χρόνο. Η κατάκτηση της Ποσέγκα και η ήττα του Σορκουτζί Ιωάννη κοντά στο Έσεκ το 944 (1537). Η εκστρατεία στη Μολδαβία, η κατάκτηση του Γιάσι [Ιασίου], της Μπάσρα [Βασόρας] και της Βοσνίας το 945 (1538). Η επικουρία της Νούρε στο Χέρσεκ [Ερζεγοβίνη], η κατάκτηση της Υεμένης και του Άντεν, η ναυτική εκστρατεία εναντίον της Ινδίας και του Ντιού. Και η κατάκτηση της Αβυσσηνίας το ίδιο έτος από τον Ευνούχο Σουλεϊμάν Πασά. Η Βούδα, που είχε προηγουμένως πολιορκηθεί δύο φορές, τώρα υποτάχθηκε και ο Γαζή Σουλεϊμάν Πασάς έγινε κυβερνήτης και ο Χαϊραντίν Εφέντης πρώτος δικαστής. Η κατάκτηση των Στουλβάισενμπουργκ, Λίποβα, Γκραν, Τάτα, Πάπα, Βέσπεριμ, Πολάτα και Τσάργκα το 950 (1543).

Ο θάνατος του πρίγκιπα Μωάμεθ συνέβη το ίδιο έτος. Η κατάληψη του Βισεγκράντε κοντά στο Γκραν, των Χουτβάν, Σαμτόρνα, Βαλίφα στη Βοσνία και του κάστρου του Τσιρίγο το 951 (1544). Το 954 (1547) ο Αλκάς Μίρζα, ο κυβερνήτης του Σιρβάν και αδελφός του Σαχ Ταμάς, κατέφυγε στην αυλή του Σουλεϊμάν. Και κατά το επόμενο έτος οι πόλεις Κομ, Κασάν και Ισφαχάν αλώθηκαν από την εκστρατεία του αυτοκράτορα. Η κατάκτηση των Πετσέβι (Πέντε Εκκλησίες) Πετσκέρεκ, Αράτ, Τζενάντ (Τσιανάντ), Τεμισβάρ. Η μάχη του Χάντεμ Αλή Πασά στις πεδιάδες του Σέγκεντιν. Η Τεμισβάρ κατακτήθηκε το 959 (1551) από τον δεύτερο βεζίρη Αχμέτ Πασά. Η κατάκτηση της Σόλνουκ και η πολιορκία της Έρλα που άρθηκε κατά το ίδιο έτος. Η εκστρατεία εναντίον του Ναχτσεβάν. Ο θάνατος του πρίγκιπα Τζεχανγκίρ ενώ βρισκόταν σε χειμερινά καταλύματα στο Χαλέμπ (Χαλέπι) το 900 (1552). Η κατάκτηση της Σεχερζούλ και ου Ζάλιμ, με τα κάστρα που ανήκουν σε αυτό. Η κατάκτηση των Καπούσβαρ, Φαρούμπενε και της Κριμαίας. Η νίκη του Μαλκούτς Μπεγκ στο Κιλίς στη Βοσνία το 901 (1553). Ο ανταγωνισμός μεταξύ των πριγκίπων Σελήμ και Βαγιαζήτ στις πεδιάδες της Κόνια, στον οποίο ο Βαγιαζήτ ηττήθηκε και κατέφυγε στον σάχη της Περσίας, που τον εγκατέλειψε, ύστερα από το οποίο θανατώθηκε μαζί με τα παιδιά του στη Σίβας το 900 (1558). Η εκστρατεία εναντίον του Σίγκετ, κατά την πολιορκία του οποίου ο Περτέβ Πασάς κατέκτησε, στην πλευρά της Τρανσυλβανίας, τα κάστρα των Γκιούλα, Γιάνοβα και Ντιλάγκος. Δέκα ημέρες πριν από αυτές τις νίκες ο αυτοκράτορας Σουλεϊμάν αποχαιρέτησε το παροδικό του βασίλειο και απομακρυνθεί στις κτήσεις του που δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Αυτό το γεγονός συνέβη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σίγκετ, αλλά ο βεζίρης Ασίφ απέκρυψε την ασθένεια και τον θάνατό του τόσο καλά για εβδομήντα ημέρες, που ακόμη και οι υπηρέτες του χας οντά δεν το γνώριζαν. Από αυτή την άποψη, λέγεται ότι ο Σουλεϊμάν κατέκτησε τις πόλεις Σίγκετ, Γκιούλα και Κόμαρ μετά τον θάνατό του. Έτσι πέθανε ο Σουλεϊμάν ύστερα από βασιλεία σαρανταοκτώ ετών, έχοντας κερδίσει την υψηλότερη δόξα. Οι κατακτήσεις του επεκτείνονταν σε όλα τα επτά κλίματα και διαβαζόταν γι’ αυτόν η χότμπα σε 2.060 διαφορετικά τζαμιά. Η πρώτη του νίκη ήταν στην Συρία επί του Κιρκάσσίου χαν Γιαζντί Γαζάλι και η τελευταία του στο Σίγκετ. Πέθανε επτά ημέρες πριν από την κατάληψη του φρουρίου. Ο θάνατός του, που συνέβη στις εννιά η ώρα την Τετάρτη 22 του Σέφερ και κρατήθηκε κρυφός μέχρι την άφιξη του γιου του Σελήμ από τη Μαγνησία. Το σώμα του μεταφέρθηκε στην Ισλαμπόλ και θάφτηκε μπροστά στο μιχράμπ του τεμένους που φέρει το όνομά του.

Η βασιλεία του σουλτάνου Σελήμ Β’

Ο σουλτάνος Σελήμ, ο γιος του σουλτάνου Σουλεϊμάν Χαν, γεννήθηκε το 931 και ανέβηκε στον θρόνο το 974 (1566). Ήταν αξιαγάπητος μονάρχης, που απολάμβανε πολύ τη συνομιλία με ποιητές και μορφωμένους ανθρώπους και εντρυφούσε στην ευχαρίστηση και την ευθυμία. Οι βεζίρηδές του ήσαν οι μεγάλοι βεζίρηδες Σόκολι Μοχάμεντ Πασάς, Αχμέτ Πασάς (ο κατακτητής της Τεμισβάρ), Πιαλή Πασάς (ο καπουδάν πασάς), Ζάλ Μαχμούτ Πασάς, Λάλε Μουσταφά Πασάς και Τουτούνσεζ Χουσεΐν Πασάς. Αυτοί ήσαν βεζίρηδες προικισμένοι με τη σοφία του Αριστοτέλη.

Οι μιρμιράν ή μπεηλερμπέηδες, που κοσμούσαν τη βασιλεία του ήσαν οι Καπουδάν Αλή Πασάς, Σούφι Αλή Πασάς, Γιετούρ Χουσεΐν Πασάς, Μαχμούντ Πασάς, Μοχάμεντ Πασάς, γιος του Λάλε Μουσταφά Πασά, Αμπντούρ-ραχμάν Πασάς, Νταβούντ Πασάς, Ρους Χασάν Πασάς, Μουράτ Πασάς, Χάντεμ Τζαφέρ Πασάς, Ντερβίς Αλή Πασάς, Άραμπ Αχμέτ Πασάς.

Ντεφτερντάρ και νισαντζή

Μουράτ Τσελεμπή, Ντερβίς Τσελεμπή, γιος του ζωγράφου Μπαμπά, Λάλα-Ζάντε, Μοχάμεντ Τσελεμπή, Μεμί Τσελεμπή, Αμπντούλ-Γαφούρ Τσελεμπή, Μοχαρέμ Τσελεμπή, Φιρούζ-μπεγκ ο νισαντζή (άρχοντας της ιδιωτικής σφραγίδας), ανιψιός του αείμνηστου Νισαντζή Τζελάλ-Ζάντε Μπεγκ.

Οι πιο διακεκριμένοι από τους ουλεμάδες κατά τη βασιλεία του ήσαν οι: Γεχία Εφέντης από το Μπεσίκτας, Μεβλενά Μοχάμεντ Μπεν Αμπντ-ουλ-Ουαχάμπ, Μεβλενά Μουσαλιχουντίν, Μεβλενά Τζαφέρ Εφέντης. Μεβλενά Άτα-Αλλάχ Εφέντης, Μεβλενά Μοχάμεντ Τσελεμπή, Αχμέτ Τσελεμπή, Αμπντούλ-Κερίμ Μπεν Μοχάμεντ, γιος του σεΐχουλισλάμ (μεγάλου μουφτή) Αμπού-Σαούντ.

Γιατροί

Μεβλενά Χακίμ Σινάν, Χακίμ Οτμάν Εφέντης, Μεβλενά Χακίμ Ισά, Χακίμ Ισάκ, Χακίμ Μπντερουντίν Μοχάμεντ Μπεν Μοχάμεντ Κασούνι, Ταμπίμπ Αχμέτ Τσελεμπή.

Μεσάιεχ ή μορφωμένοι άνδρες

Σεΐχης Άλα-αντ-ντιν (ο Θεός να αγιάσει τη μυστική του κατάσταση!) που ήταν από το Ακσεράι στην Καραμανία και διάσημος για την την επάρκειά του στην Ιλμ Τζεφέρ ή καβαλιστική τέχνη, σεΐχης Αμπντούλ Κερίμ, σεΐχης Αρίφ μπίλα Μαχμούτ Τσελεμπή, σεΐχης Αμπού Σαΐντ, σεΐχης Χακίμ Τσελεμπή, σεΐχης Γιακούμπ Κερμάνι, σεΐχης Μπαλή Εφέντης, σεΐχης Ραμαζάν Εφέντης, επονομαζόμενος Μπεχεστί και σεΐχης Μοχάμεντ Μπεργκεβί, που πέθανε το 981 (1573).

Κατακτήσεις κλπ. στη βασιλεία του σουλτάνου Σελήμ Β’

Η φυλή των Αχάν της Μπάσρα, έχοντας εξεγερθεί, υποτάχθηκε το 975 (1567). Η εκστρατεία στο Αζντερχάν (Αστραχάν) το 977 (1569). Η κατάκτηση του Νταστ Κιπτσάκ το 976 (1568). Η κατάκτηση της Υεμένης και του Άντεν, για δεύτερη φορά, από τον Σινάν το 977. Άφιξη των Μαυριτανών το 978 (1570), που εξορίστηκαν από την Ισπανία. Κατάκτηση της Κύπρου με όλα τα φρούριά της από τον Λάλα Καρά Μουσταφά Πασά, την ίδια χρονιά. Της Τύνιδας και της αφρικανικής ακτής από τον Κίλιτζ Αλή Πασά το 977 (1509). Ήττα του μεγάλου αυτοκρατορικού στόλου στο Λεπάντο το 979 (1571). Φυγή του χαν των Τατάρων στη Μόσχα. Ανακαίνιση της Μέκκας την ίδια χρονιά. Ανάκτηση της Βοσνίας από τους απίστους το 982 (1574).

Ο σουλτάνος Σελήμ πέθανε στις 18 του Σαμπάν 982. Άφησε πολλά μνημεία του μεγαλείου του, αλλά κανένα από αυτά δεν μπορεί να συγκριθεί με το τζαμί που ανέγειρε στην Αδριανούπολη. Μάλιστα δεν υπάρχει ίσο με αυτό ούτε στην Ισλαμπόλ.

Τον διαδέχθηκε ο γιος του σουλτάνος Μουράτ Γ’, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 982 (1574). Γιοι του ήσαν οι πρίγκιπες Μουσταφά, Οσμάν, Βαγιαζήτ, Σελήμ, Τζεχανγκίρ, Αμπντουλάχ, Αμπντούρ-ραχμάν, Χασάν, Αχμέτ, Γιακούμπ, Αλεμσάχ, Γιουσούφ, Χουσεΐν, Κορκούτ, Αλή, Ισάκ, Ομάρ, Αλαντίν Νταβούντ Χαν. Είχε επίσης εικοσιτέσσερις όμορφες κόρες, συνολικά εκατόν εικοσιεπτά παιδιά, που φονεύθηκαν μετά τον θάνατό του και θάφτηκαν δίπλα του στην Αγιά Σοφιά. Ο Θεός να τους ελεήσει όλους! Ο σουλτάνος Μουράτ [Γ’] έφτιαξε το 992 (1584) το κιόσκ που ονομάζεται Σινάν Πασά Κιόσκ.

Κατακτήσεις κλπ. στη βασιλεία του Μουράτ Γ’

Η μεγάλη μάχη του Λάλα Καρά Μουσταφά Πασά στην πεδιάδα του Τσιλντέρ, το 983 (1575), ακολουθούμενη από την πτώση των φρουρίων Τσιλντέρ, Τόμεκ, Χαρτίν, Νταχίλ, Τιφλίς, Σέμπκι, Ντεμίρ Καπί ή Ντερμπέντ και την καθυπόταξη της πεδιάδας του Σιρβάν, η οποία δόθηκε στον Οζντεμίρ Ζάντε Οσμάν Πασά. Όλες αυτές οι κατακτήσεις επιτεύχθηκαν το 991 (1583). Η πρώτη βασιλική εκστρατεία ήταν το 990. Η ήττα του Ιμάμ Κουλί Χαν το 991. Την ίδια χρονιά η κυβέρνηση της Μαγνησίας δόθηκε στον πρίγκιπα Μαχμούτ Χαν και τον επόμενο χρόνο ο Μοχάμεντ Γκεράι, χαν της Κριμαίας, καθαιρέθηκε και θανατώθηκε. Το 992 το κάστρο της Ταμπρίζ ξαναχτίστηκε, καταλήφθηκε το φρούριο της Γάντζα και έγινε η εκστρατεία εναντίον της Βαγδάτης υπό τον Τζεγάλε Ζάντε. Η κατάκτηση των Ντεσπούλ, Ναχαβούντ και Γκουχαρντάν, το 995 (1586). Η μεγάλη μάχη του Χάντεμ Τζαφέρ Πασά στην περιοχή της Ταμπρίζ, το 997 (1586). Ειρήνη που συνήφθη με τον Σαχ (της Περσίας), ο οποίος έστειλε έναν από τους γιους του ως όμηρο, το 1000 (1591). Κατάληψη της Μπίκα και κατασκευή νέου φρούριου πάνω στον Σαύο τον ίδιο χρόνο. Επίσης η ήττα του μεγάλου στρατού στη Βοσνία και η κατάκτηση του Μπέσπεριν και της Πόλατα. Ήττα του μουσουλμανικού στρατού κοντά στο Ιστουλίνι (Στουλβάισενμπουργκ). Κατάκτηση της Τάτα και του Σβετ-Μάρτιν (Αγίου Μαρτίνου). Έναρξη της πολιορκίας του Ράαμπ (το οποίο υποτάχθηκε λίγο αργότερα από τον Σινάν Πασά) το 1003 (1594), όταν ο σουλτάνος Μοχάμεντ Χαν Γ’ ανέβηκε στον θρόνο (την Παρασκευή, στις 16 του Τζεμάζι-ουλ-αχίρ). Το 1002 ο σουλτάνος Μουράτ Χαν παραιτήθηκε από τα ηνία της κυβέρνησης και προσχώρησε στη θεία επιείκεια. Ο Θεός να τον ελεήσει!

Ο σουλτάνος Μωάμεθ Χαν Γ’, γιος του σουλτάνου Μουράτ Χαν, γεννήθηκε στη Μαγνησία το 976. Τα κυριότερα γεγονότα και κατακτήσεις της βασιλείας του είναι τα ακόλουθα: Το 1004 (1595) ο χαν των Τατάρων έφτασε στη Βλαχία και υπέταξε τους ραγιάδες. Την ίδια χρονιά ο Τζαφέρ Πασάς απελευθέρωσε την Τεμισβάρ από τους απίστους. Τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε η Έγκρα (Έρλα) και ο στρατός των απίστων κατατροπώθηκε στην πεδιάδα του Σάτους κοντά στην Έρλα. Το 1006 οι άπιστοι ανέκτησαν το Γιάνουκ (Ράαμπ). Το Βάραντ πολιορκήθηκε από τον Σατουρτζή Χασάν Πασά το 1007 (1698). Ο Γεμιστζή Πασάς καθαιρέθηκε και σκοτώθηκε και ο Τζεγάλε Ζάντε πέθανε αφού νικήθηκε από τους Πέρσες το 1011 (1602). Τον επόμενο χρόνο οι Πέρσες κατέλαβαν τη Γκάντζα και το Σιρβάν και ο Μωάμεθ πέθανε στις 18 του Ρατζάμπ. Έχτισε μαυσωλείο για τον εαυτό του στην Ισλαμπόλ και άφησε πολλά μνημεία σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στη Μέκκα και τη Μεδίνα. Η αποστολή δύο φορτίων πλοίου ετησίως με σιτάρι από Αίγυπτο προς Μέκκα και Μεδίνα ξεκίνησε με αυτόν.

Ο σουλτάνος Αχμέτ Χαν Α’ γεννήθηκε στη Μαγνησία το 998 (1589). Ήταν όμορφο παιδί τεσσάρων ετών, όταν ανέβηκε στον θρόνο στις 18 του Ρατζάμπ 1012 (1603). Εγώ, ο ταπεινός συγγραφέας αυτών των σελίδων, ο Εβλία ο γιος του δερβίση Μοχάμεντ, γεννήθηκα κατά τη βασιλεία αυτού του σουλτάνου στις 10 του Μοχαρέμ 1020 (1611). Έξι χρόνια μετά τη γέννησή μου ξεκίνησε η οικοδόμηση του νέου τζαμιού (του Αχμέτ) και την ίδια χρονιά ο σουλτάνος ανέλαβε την εκστρατεία στην Αδριανούπολη: Δόξα τω Θεώ που ήρθα στον κόσμο κατά τη διάρκεια της βασιλείας ενός τόσο επιφανούς μονάρχη.

Γιοι του σουλτάνου Αχμέτ

Οσμάν. Μωάμεθ, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Οσμάν κατά την εκστρατεία στο Χότιν. Όμως ο Οσμάν απέτυχε και επίσης σκοτώθηκε. Έτσι επαληθεύτηκε το ιερό κείμενο, «όπως δίνεις, έτσι θα λάβεις». Μουράτ, στη συνέχεια ο τέταρτος σουλτάνος αυτού του ονόματος. Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν. Αυτοι οι δύο στραγγαλίστηκαν ενώ ο σουλτάνος Mουράτ Δ’ συμμετείχε στην εκστρατεία στο Ερεβάν. Ο Ιμπραήμ ήταν ο νεότερος γιος του σουλτάνου Αχμέτ. Ο Θεός να επεκτείνει το έλεός του σε όλους τους!

Μεγάλοι βεζίρηδες του σουλτάνου Αχμέτ

Ο Γιαβούζ Αλή Πασάς προήχθη από κυβερνήτης της Αιγύπτου στον βαθμό του μεγάλου βεζίρη. Μοχάμεντ Πασάς, που ονομαζόταν επίσης Σαχίν Ογλού. Ντερβίς Πασάς. Γαζή Χατζή Πασάς, που εξόντωσε τους αντάρτες στην Ανατολία. Νασούχ Πασάς. Ο Νταμάντ Μοχάμεντ Πασάς ήταν δύο φορές μεγάλος βεζίρης, όπως και ο Χαλίλ Πασάς.

Βεζίρηδες του κουμπέ (τρούλου)

Καϊμακάμ Κασίμ Πασάς. Χάντεμ Αχμέτ Πασάς. Xαφίζ Σαρικτζή Μουσταφά Πασάς. Σούφι Σινάν Πασάς. Χεζρ Πασάς. Γκούρτζι Χάντεμ Μοχάμεντ Πασάς, που έγινε μεγάλος βεζίρης την εποχή του σουλτάνου Μουσταφά. Εκμεκτζή Ζάντε Αχμέτ Πασάς. Κουρντ Πασάς. Γκούζελτζε Μαχμούτ Πασάς. Τζεγάλεχ Ζάντε Σινάν Πασάς. Τζεγάλεχ Ζάντε Μαχμούτ Πασάς, γιος του Σινάν Πασά.

Διάσημοι άγιοι άνθρωποι

Ο μουλάς Μουσταφά Εφέντης ήταν σεϊχουλισλάμ, όταν ο σουλτάνος ανέβηκε στον θρόνο. Ο μουλάς Σαναλλάχ Εφέντης. Ο μουλάς Μοχάμεντ Εφέντης, γιος του Σαντουντίν Εφέντη, γνωστού με το όνομα Τσελεμπή Μουφτί. Ο μουλάς σεϊχουλισλάμ Ασάντ Εφέντης. Ο μουλάς Μουσταφά Εφέντης, παιδαγωγός του σουλτάνου. Ο μουλάς Καφ Ζάντε Εφέντης. Ο μουλάς Γεχιά Εφέντης. Ο μουλάς Νταμάντ Εφέντης. Ο μουλάς Κεμάλ Εφέντης, περισσότερο γνωστός με το όνομα Τας Κιοπρού Ζάντε. Ο μουλάς Κεχαγιά Μουσταφά Εφέντης. Ο μουλάς Μποστάν Ζάντε Μοχάμεντ Εφέντης. Ο μουλάς Χουσεΐν Εφέντης. Ο μουλάς Γανί Ζάντε Μοχάμεντ Εφέντης.

Μασάιεχ ή μορφωμένοι άνδρες

Μαχμούτ του Ουσκουντάρ (Σκουτάρι). Αμπντουλματζίντ της Σίβας. Ομάρ, καλύτερα γνωστός με το όνομα Ταρτζουμάν Σαΐχ (διερμηνέας). Σαΐχ Εμίρ Ιστιπί. Ιμπραήμ, αλλιώς Τζερά Πασάς, μαθητής του τελευταίου αναφερόμενου. Μούσαλεχ ουντ-ντίν Ναχσμπεντί, ιμαμης ή εφημέριος του σουλτάνου.

Κατακτήσεις κλπ. της βασιλείας του σουλτάνου Αχμέτ

Ο μεγάλος βεζίρης πεθαίνει στο Βελιγράδι και ο Μποτσκάι εμφανίζεται στην Ουγγαρία το έτος 1012 (1604). Κατάκτηση του Έστεργκομ (Γκραν). Οι Μποτσκάι και Σερχούς Ιμπραήμ Πασάς επεκτείνουν τις καταστροφές τους μέχρι τα ίδια τα τείχη της Βιέννης. Συμπλοκή μεταξύ των ανταρτών στην Ανατολία και του Νασούχ Πασά. Εκτελείται ο καϊμακάμης Μουσταφά Πασάς. Ο μεγάλος βεζίρης Σούφι Σινάν Πασάς καθαιρείται το 1014 (1605). Ο Νασούχ Πασάς διορίζεται να διεξάγει την εκστρατεία εναντίον του Χαλεπιού. Ο Κότζα Μοχάμεντ Πασάς διορίζεται να ηγηθεί της εκστρατείας εναντίον των Περσών και στη συνέχεια γίνεται μεγάλος βεζίρης. Οι Μουράτ Πασάς, Ντερβίς Πασάς, Μποσταντζή Φερχάντ Πασάς και Τζελαλή Μουράτ Πασάς, γίνονται όλοι εναλλάξ βεζίρηδες. Εκτέλεση του Ντερβίς Πασά το 1015 (1606). Ο Καπουτζή Μουράτ Πασάς διορίζεται διοικητής των δυνάμεων που στάλθηκαν στο Χαλέμπ εναντίον του Τζανπουλάντ Ζάντε. Η περιοχή γύρω από τη Μπούρσα καταστρέφεται από τον επαναστάτη Καλεντέρογλου. Κατάληψη του Χαλέμπ από τον Μουράτ Πασά. Ήττα του Καλεντέρογλου και εμφάνιση του επαναστάτη Μουμτζή, 1016 (1607). Ο Γιουσούφ Πασάς σκοτώνεται στο Ουσκουντάρ (Σκουτάρι) από τους επαναστάτες. Άλωση της Ταμπρίζ και εβδομήντα άλλων περσικών πόλεων από τον μεγάλο βεζίρη το 1019 (1610). Θάνατος του Μουράτ Πασά στο Τσουλένκ, κοντά στο Ντιαρμπέκρ. Ο Νασούχ Πασάς γίνεται αρχιστράτηγος το 1021 (1612). Ο Μπέτλεν εγκαθίσταται ως βασιλιάς της Τρανσυλβανίας, χώρα της οποίας αναλαμβάνεται η κατοχή και συλλαμβάνονται 200.000 αιχμάλωτοι καθώς και τεράστια ποσότητα λαφύρων. Την ίδια χρονιά ο επιφανής αυτοκράτορας ξεκίνησε ταξίδι στην Αδριανούπολη. Οι Κοζάκοι της Μαύρης Θάλασσας λεηλατούν και καίνε τη Σινώπη και ο Νασούχ Πασάς, για τον οποίο υπήρχαν υποψίες, θανατώνεται, 1023 (1614). Ο Μαχμούτ Πασάς, ο διάδοχός του, επιστρέφει χωρίς επιτυχία από την πολιορκία του Ερεβάν, το 1024 (1616). Το 1026 (1616) ο Χαλίλ Πασάς γίνεται μεγάλος βεζίρης και ο επιφανής σουλτάνος Αχμέτ πεθαίνει τον μήνα Ζιλκαντέ. Κατά τη διάρκεια της αίσιας βασιλείας του η Ισλαμπόλ απολάμβανε τη μεγαλύτερη ηρεμία. Ένα από τα μεγαλύτερα μνημεία του είναι το τζαμί που έκτισε στον Ατ-μεϊντάν (Ιππόδρομο), το οποίο πρόκειται τώρα να περιγράψουμε και έτσι να συνεχίσουμε την περιγραφή των αυτοκρατορικών τζαμιών με τα οποία ξεκινήσαμε. Βρίσκεται σε υπερυψωμένο σημείο, με την πλευρά της κίμπλα [Καάμπα] κοντά στην πύλη Τσατελντί και προσφέρει θέα στη θάλασσα. Ο σουλτάνος Αχμέτ αγόρασε πέντε παλάτια βεζίρηδων που βρίσκονταν σε αυτό το σημείο, τα κατεδάφισε και μαζί με τον ευλογημένο Μαχμούτ Εφέντη από το Σκουτάρι και τον δάσκαλό μας Εβλία Εφέντη, έθεσαν τα θεμέλια αυτού του τζαμιού. Ο ίδιος ο σουλτάνος πήρε ποσότητα χώματος και την έριξε πάνω στο θεμέλιο. Ο Εβλία Εφέντης εκτέλεσε τις λειτουργίες του ιμάμη στην τελετή θεμελίωσης. Ο Μαχμούτ Εφέντης εκείνες του καζή (δικαστή). Ο Καλεντέρ Πασάς εκείνες του μοταμίντ (συμβούλου). Και ο Κεμάν-κες Αλή Πασάς εκείνες του ναζίρ (επιθεωρητή). Σε τρία χρόνια άρχισαν τον τρούλο.

Περιγραφή του τζαμιού του σουλτάνου Αχμέτ [Σουλτάναχμετ]

Ο τρούλος έχει ύψος εβδομήντα πόδια και στηρίζεται σε τέσσερις τεράστιους πυλώνες και τέσσερις ημι-τρούλους. Δεν έχει μέσα μεγάλες στήλες όπως εκείνες της Αγιασόφια και του Σουλεϊμανιέ. Κατά μήκος των τριών πλευρών του υπάρχει εξώστης (ταμπάκα) για το εκκλησίασμα, στηριζόμενος σε μικρές στήλες και πάνω από αυτόν δεύτερος εξώστης, από τον οποίο είναι αναρτημένη τριπλή σειρά λυχνιών που φτάνει μέχρι τη μέση του πρώτου εξώστη. Το μαχφίλ των μουεζίνηδων στηρίζεται σε μικρούς πυλώνες όπως το μαχφίλ του αυτοκράτορα. Το μινμπάρ ή άμβωνας είναι από πολύχρωμο μάρμαρο και σκαλισμένο με τον πιο καλόγουστο τρόπο. Στην κορυφή του υπάρχει υπέροχο στέμμα και χρυσό λάβαρο αναρτημένο πάνω από αυτό. Η πέννα αποτυγχάνει να περιγράψει την ομορφιά του μιχράμπ, στις δύο πλευρές του οποίου υπάρχουν κηροπήγια που περιέχουν αναμμένα κεριά, καθένα από τα οποία ζυγίζει είκοσι καντάρια. Στην αριστερή πλευρά του μιχράμπ, ανάμεσα σε δύο παράθυρα, υπάρχει υπέροχη θέα ενός εξαιρετικά τετράγωνου βράχου, ο οποίος είναι σίγουρα ένα από τα θαύματα της δημιουργίας. Όλα τα παράθυρα είναι στολισμένα με ζωγραφισμένο γυαλί, ενώ πίσω από τους δύο πυλώνες, όπως στο Σουλεϊμανιέ, υπάρχουν κρήνες συνεχώς ρέοντος νερού, όπου οι πιστοί μπορούν να κάνουν τις πλύσεις τους ή να σβήσουν τη δίψα τους. Το τζαμί έχει πέντε πύλες. Στη δεξιά γωνία βρίσκεται η πύλη του Χατίμπ (ή αναγνώστη της χότμπα). Στην αριστερή γωνία, κάτω από το μιχράμπ του σουλτάνου, βρίσκεται η πύλη του Ιμάμη. Δύο ψηλές πύλες ανοίγουν στις δύο πλευρές του κτιρίου. Η ανάβαση σε αυτές τις τέσσερις πύλες γίνεται από σειρά μαρμάρινων σκαλοπατιών. Η πέμπτη και μεγαλύτερη πύλη είναι εκείνη της κίμπλα, που βλέπει προς το μιχράμπ. Κανένα τζαμί δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για τόσο πολύτιμα κρεμαστά στολίδια όπως αυτά εδώ, τα οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς σε κοσμήματα, αποτιμώνται σε εκατό θησαυρούς της Αιγύπτου. Επειδή ο σουλτάνος Αχμέτ ήταν ηγεμόνας με πολύ μεγάλη γενναιοδωρία και το καλύτερο γούστο, χρησιμοποίησε όλα τα κοσμήματά του και τα δώρα που έπαιρνε από ξένους κυρίαρχους, για τον στολισμό του τζαμιού. Τα πιο ασυνήθιστα στολίδια είναι τα έξι σμαραγδένια καντήλια που είναι κρεμασμένα στο μιχράμπ του αυτοκράτορα και τα οποία έστειλε ως δώρο ο Τζαφέρ Πασάς, κυβερνήτης της Αβυσσηνίας. Οι θήκες, καθεμιά από τις οποίες ζυγίζει οκτώ οκάδες, είναι αναρτημένες με χρυσές αλυσίδες και καταλήγουν σε χρυσά πόδια με πράσινο σμάλτο. Οι έμπειροι και μορφωμένοι έχουν υπολογίσει ότι η αξία καθενός από αυτά τα μανουάλια ισούται με ενός έτους φόρο υποτέλειας της Ρούμελης. Κοντολογής, πρόκειται για υπέροχο και ακριβό τζαμί και η περιγραφή του μπερδεύει την ευγλωττία κάθε γλώσσας. Εκατό περίπου αντίγραφα του Κορανίου που βρίσκονται κοντά στο μιχράμπ, σε επιχρυσωμένα γραφεία ένθετα με μαργαριτάρια, είναι δώρα από σουλτάνους και βεζίρηδες. Η βιβλιοθήκη αποτελείται από 9.000 τόμους επισημασμένους με την τούγρα [υπογραφή] του σουλτάνου, η φροντίδα των οποίων έχει ανατεθεί στον μουτεβελή (επιμελητή) του τζαμιού. Εξωτερικά, απέναντι από το μιχράμπ, υπάρχει πολύ ευχάριστος κήπος, όπου οι γλυκές νότες χιλίων αηδονιών ανασταίνουν νεκρούς και η ευωδιαστή μυρωδιά των λουλουδιών και των καρπών του χαροποιεί τις αισθήσεις των πιστών που συγκεντρώνονται για προσευχή. Το μέγεθος του τζαμιού είναι ίδιο με εκείνο των πριγκίπων του Σουλεϊμάν. Η αυλή είναι τετράγωνο πλακόστρωτο με μάρμαρο και έχει πέτρινα παγκάκια που τρέχουν κατά μήκος των τεσσάρων πλευρών. Τα παράθυρα φυλάσσονται με ορειχάλκινα κιγκλιδώματα. Στο κέντρο του τετράγωνου υπάρχει κρήνη με το πιο καθαρό νερό, για χρήση από τους πιστούς. Ωστόσο χρησιμοποιείται μόνο για πόση. Η αυλή έχει τρεις πύλες. Η πύλη κίμπλα, που βλέπει προς την κύρια είσοδο και το μιχράμπ του τζαμιού, είναι αριστούργημα τέχνης, από μασίφ ορείχαλκο, ύψος δώδεκα ποδιών και καταπλήσσει όλους όσοι τη βλέπουν. Πάνω στις πλάκες από ορείχαλκο που σχηματίζουν αυτή την πύλη είναι λαξευμένα πορτοκάλια και αραβουργήματα, αναμιγμένα με λουλούδια από καθαρό ασήμι και πολύτιμους λίθους και στολισμένα με δαχτυλίδια, κλειδαριές και ράβδους από ασήμι. Είναι πράγματι πολύ υπέροχη πύλη. Κάποιοι λένε ότι την έφεραν από το Έστεργκομ (Γκραν), όπου κοσμούσε τη ρωμαϊκή εκκλησία, αλλά αυτό είναι λάθος, γιατί η περίφημη πύλη στο Έστεργκομ απομακρύνθηκε όταν οι άπιστοι ξαναπήραν εκείνη την πόλη και τώρα κοσμεί, ως κύρια πύλη, την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Βιέννη. Η πύλη αυτού του τζαμιού κατασκευάστηκε υπό την εποπτεία του πατέρα μου, του δερβίση Μοχάμεντ, την εποχή που ήταν αρχηγός των χρυσοχόων. Οι δύο επιγραφές στον ορείχαλκο χαράχτηκαν από το δικό του χέρι. Στο εξωτερικό των παραθύρων της αυλής υπάρχουν αρκετές καλυμμένες βεράντες που στηρίζονται σε μικρούς κίονες, στις οποίες πολλοί πιστοί κάνουν τις αφιερώσεις τους, όταν η μέσα συγκέντρωση είναι πολύ μεγάλη και βρίσκουν καταφύγιο οι ινδουιστές φακίρηδες. Οι έξι ψηλοί μιναρέδες αυτού του τζαμιού χωρίζονται σε δεκαέξι ορόφους, επειδή είναι το δέκατο έκτο βασιλικό τζαμί της Ισλαμπόλ και ο ιδρυτής του, ο σουλτάνος Αχμέτ, ήταν ο δέκατος έκτος των Οθωμανών αυτοκρατόρων.58 Δύο μιναρέδες υψώνονται δεξιά και αριστερά του μιχράμπ, δύο άλλοι στη βόρεια και νότια πύλη της αυλής, καθένας με τρεις ορόφους, που αθροίζονται σε δώδεκα ορόφους. Οι στέγες και οι επιχρυσωμένες ημισέληνοι, ύψους είκοσι πήχεων, θαμπώνουν το μάτι με τη λαμπρότητα τους. Οι δύο μιναρέδες στις γωνίες της αυλής είναι χαμηλότεροι και έχουν δύο μόνο ορόφους. Οι στέγες τους είναι καλυμμένες με μόλυβδο. Τις ιερές νύχτες αυτοί οι έξι μιναρέδες φωτίζονται με 12.000 λυχνίες, έτσι ώστε να μοιάζουν με ισάριθμα πύρινα κυπαρίσσια. Όλοι οι τρούλοι είναι καλυμμένοι με μόλυβδο. Αυτό το τζαμί είναι πλούσιο, έχοντας επτακόσιους πενήντα συνοδούς προσαρτημένους σε αυτό. Ο φόρος υποτέλειας του Γαλατά και πολλά άλλα ευσεβή κληροδοτήματα (βακφ) αποτελούν τα έσοδά του. Το εξωτερικό της αυλής είναι μεγάλο αμμώδες επίπεδο φυτεμένο με δένδρα και περιβάλλεται από τείχος που έχει οκτώ πύλες. Στα βόρεια βρίσκεται η πύλη της σχολής και κοντά της βρίσκεται το μαυσωλείο του σουλτάνου Αχμέτ. Τρεις πύλες ανοίγουν προς το Ατ-μεϊντάν (Ιππόδρομο). Όλες αυτές οι πύλες είναι σιδερένιες, σαν εκείνες φρουρίου. Στα νοτιοανατολικά του Ατ-μεϊντάν βρίσκονται τα ευσεβή ιδρύματα που ανήκουν στο τζαμί, η κουζίνα για τους φτωχούς (ιμαρέτ), η τραπεζαρία (νταρ-ουζ-ζιαφάτ), το νοσοκομείο (τιμάρ-χανε) και η κρήνη (σεμπίλ-χανε).

Ο σουλτάνος Αχμέτ Α’ [βασ. 1603-1617] πέθανε πριν ολοκληρωθεί η εξωτερική αυλή, το μαυσωλείο και η σχολή. Αυτά τελείωσαν από τον αδελφό του και διάδοχο σουλτάνο Μουσταφά Α’ [βασ. 1617], ο οποίος όμως, όντας πολύ μικρόνους, σύντομα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο υπέρ του ανιψιού του, του Οσμάν Χαν Α’ [βασ. 1617-1622], του μεγαλύτερου γιου του σουλτάνου Αχμέτ. Αυτός ανέβηκε στον θρόνο το έτος 1027 (1617). Την ίδια χρονιά ο Μοχάμεντ Γκεράι Χαν της Κριμαίας πραγματοποίησε την απόδρασή του από το Επταπύργιο και διέφυγε στο Παραβάντι, όπου όμως συνελήφθη και πάλι. Ο μουσουλμανικός στρατός βάδισε στο Ερεβάν και συνήφθη ειρήνη με τους Πέρσες. Το 1028 (1618) ο Σούφι Μοχάμεντ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης και τον επόμενο χρόνο τον διαδέχθηκε ο καπουδάν Αλή Πασάς. Το έτος 1030 ο Βόσπορος πάγωσε, ο Οσμάν σκότωσε τον αδελφό του και ο Χουσεΐν Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης.

Η αυτοκρατορική εκστρατεία εναντίον του Χότιν

Ο σουλτάνος Οσμάν το 1030 (1620) απέτυχε στην προσπάθειά του να υποτάξει το φρούριο Χότιν, επέστρεψε στην Ισλαμπόλ και τον επόμενο χρόνο διέταξε να υψωθούν τα λάβαρα στο Ουσκουντάρ, ως ένδειξη της πορείας του προς τις νότιες επαρχίες της αυτοκρατορίας, προς τη Συρία και προς την Αίγυπτο. Αυτό προκάλεσε επανάσταση μεταξύ των στρατιωτών και ο αυτοκράτορας, μη βρίσκοντας καμία υποστήριξη ούτε στο σεράι (παλάτι) ούτε στους στρατώνες των γενίτσαρων, σπρώχτηκε σε κάρρο από τον παλαιστή Μπουνγιάν και στραγγαλίστηκε μέσα από τα τείχη του Επταπύργιου. Ο τζεμπετζή-μπασης έκοψε το αυτί του και το μετέφερε με την είδηση της δολοφονίας του στον Νταβούντ Πασά. Το σώμα του θάφτηκε στο Ατ-μεϊντάν, στο μαυσωλείο του σουλτάνου Αχμέτ Χαν. Η μοίρα έκοψε το νήμα της ζωής του, πριν προλάβει να αφήσει κανένα μνημείο της βασιλείας του.

Ο σουλτάνος Μουσταφά [Α’] ανέβαινε τώρα στον θρόνο για δεύτερη φορά [βασ. 1622-623] και ξεκινούσε τη βασιλεία του εκτελώντας όλους όσοι είχαν συμμετάσχει στη δολοφονία του σουλτάνου Οσμάν. Ο Χοάτζα Ομάρ Εφέντης, αρχηγός των ανταρτών, ο κιζλάραγας Σουλεϊμάν Αγάς, ο βεζίρης Ντιλάβερ Πασάς, ο καϊμακάμης Αχμέτ Πασάς, ο ντεφτερντάρ Μπάκι Πασάς, ο σεγκμπάν-μπασης Νασούχ Αγάς και ο στρατηγός των γενίτσαρων Αλή Αγάς, κόπηκαν σε κομμάτια. Ο Νταβούντ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης, επειδή ήταν γιος της αδελφής του σουλτάνου Μουσταφά. Στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον Μουράτ Δ’. Την ίδια νύχτα, οι λευκοί ευνούχοι έκοψαν επίσης τον αγά τους σε κομμάτια, πέταξαν το σώμα έξω και στη συνέχεια το κρέμασαν από τα πόδια πάνω στη στήλη των φιδιών στο Ατ-μεϊντάν.

Οι πιο διακεκριμένοι άγιοι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Οσμάν [Α’] ήσαν: Ο σεϊχουλισλάμ Ασάντ Εφέντης. O νακίμπ-αλ-ασράφ ή επικεφαλής των εμίρηδων Γομπάρι Εφέντης. Ο Ζεκερία Ζάντε Γιαχία Εφέντης. Και ο Αρζί Ζάντε Χαλέτι Εφέντης.

Οι Μεσάιεχ, ή λόγιοι άνθρωποι, ήσαν ο Ομάρ Εφέντης, ο Σίβασι Εφέντης και ο Ντερβίς Εφέντης.

Ο Νταβούντ Πασάς ονομάστηκε μεγάλος βεζίρης, αλλά απομακρύνθηκε αμέσως, επειδή την ημέρα ακριβώς του διορισμού του οι αντάρτες λεηλάτησαν μερικές χιλιάδες αξιοσέβαστα σπίτια. Ο Λεφκελί Μουσταφά Πασάς παρέλαβε τις σφραγίδες και τις κράτησε δύο μήνες και δεκαοκτώ ημέρες. Στη συνέχεια διορίστηκε στην κυβέρνηση της Κασταμούνι και της Νικομήδειας. Είχε ήπια διάθεση και δεν μπορούσε να ελέγξει το επαναστατικό πνεύμα της εποχής. Το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη παραχωρήθηκε μετά στον Καρά Χουσεΐν Πασά. Αυτός ο βεζίρης συγκάλεσε ντιβάν όλων των μουλάδων στο τζαμί του Μωάμεθ Β’, αλλά δολοφονήθηκαν όλοι τους από τον επαναστατημένο λαό και τα σώματά τους ρίχτηκαν στα πηγάδια στην αυλή του τζαμιού. Η εξέγερση αυξανόταν κάθε μέρα και όλοι αγνοούσαν τους νόμους. Ο Αμπχάζα Πασάς σήκωσε επίσης το λάβαρο της εξέγερσης στο Ερζερούμ και ο βεζίρης Μαχμούτ Πασάς στάλθηκε εναντίον του. Οι Πέρσες κατέλαβαν τη Βαγδάτη και τη Μοσούλη και ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς επέστρεψε χωρίς να καταφέρει να πάρει τη Βαγδάτη από τους Πέρσες. Η αραβική φυλή των Τάι λεηλάτησε το περσικό στρατόπεδο. Πάρθηκαν από τον Καρά Χουσεΐν Πασά οι σφραγίδες του αξιώματος. Μεταβιβάστηκαν στον Κεμάν-κες Αλή Πασά το 1032 (1622). ‘Υστερα από βασιλεία ενός έτους και τεσσάρων μηνών, ο σουλτάνος Μουσταφά Α’ εκθρονίστηκε ξανά και τον διαδέχθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ [βασ. 1623-1640]. Ήταν ψηλός και σωματώδης, με στρογγυλό πρόσωπο, μαύρη γενειάδα, ανοιχτά φρύδια και γκρίζα μάτια. Είχε μεγάλους ώμους και λεπτή μέση, δυνατά μπράτσα και χέρι σαν το πόδι λιονταριού. Κανένας μονάρχης των Οθωμανών δεν υπήρξε ποτέ τόσο ισχυρός στην καθυπόταξη ανταρτών, στη διατήρηση στρατευμάτων και στην απονομή δικαιοσύνης. Γνωρίζοντας ότι ο βεζίρης Κεμάν-κες Αλή Πασάς ευνούσε κρυφά τους αντάρτες, τον σκότωσε χωρίς έλεος. Αυτός ο βεζίρης ήταν ντόπιος του Χαμίντ και έφυγε από το βασιλικό χαρέμι όταν διορίστηκε κυβερνήτης Βαγδάτης και Ντιαρμπέκρ, απ’ όπου επέστρεψε ως διάδοχος του Καρά Χουσεΐν, του μεγάλου βεζίρη. Έπεσε θύμα της δικής του φιλαργυρίας και τον διαδέχθηκε ο Τσερκές Μοχάμεντ Πασάς, ο οποίος πέθανε στην Τοκάτ το 1034 (1624). Ύστερα από αυτόν ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης. Ο Γεωργιανός μπεγκ Μάουρο σκότωσε τον Πέρση χαν Καρτσεγάι και υπέταξε τη Γεωργία. Ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς πολιόρκησε τη Βαγδάτη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, το 1035 (1625). Ο Χαλίλ Πασάς παρέλαβε τις σφραγίδες του αξιώματος για δεύτερη φορά και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής εναντίον του Αμπχάζα. Ο Ντισλένκ Χουσεΐν, ο οποίος είχε πορευτεί εναντίον του Καρς για να το σώσει από τους απίστους, έπεσε μάρτυρας και ολόκληρος ο στρατός του κατατροπώθηκε. Ο Χοσράου Πασάς έγινε στη συνέχεια μεγάλος βεζίρης και πήρε το Ερζερούμ από τον επαναστάτη Αμπχάζα και την Αχίσκα από τους Πέρσες. Έφερε τον Αμπχάζα ενώπιον του σουλτάνου Μουράτ το 1038 (1628) και έλαβε τη βασιλική χάρη για αυτόν. Στη συνέχεια βάδισε στο Σεχερζούλ, έχτισε το κάστρο του Ερκέκ Χαμίντ στα σύνορα του Σεχερζούλ, υπέταξε το Μεχρεμπάν, λεηλάτησε τις περσικές επαρχίες και είκοσι κάστρα κοντά στο Μπαερτζάν και κατέστρεψε τα προάστια του Χαμαντάν και του Ντεργκεζίν το έτος 1039 (1629). Το επόμενο έτος, ο Χοσράου Πασάς κατάφερε να ανοίξει τα χαρακώματα μπροστά από τη Βαγδάτη, αλλά επειδή ήταν τα μέσα του χειμώνα, υποχρεώθηκε να άρει την πολιορκία και να υποχωρήσει στη Χέλλα και τη Μοσούλη. Στη συνέχεια καθαιρέθηκε και το αξίωμά του δόθηκε για δεύτερη φορά στον Χαφίζ Αχμέτ Πασά, ενώ ο ίδιος εκτελέστηκε στην Τοκάτ. Ο Ρατζάμπ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης και ο ντεφτερντάρ Μουσταφά Πασάς κρεμάστηκε με το κεφάλι του προς τα κάτω στο Ατ-μεϊντάν. Ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς μαχαιρώθηκε ενώπιον του σουλτάνου και κόπηκε σε κομμάτια. Ο αγάς των γενίτσαρων Χασάν Χαλίφε και ο Μούσα Τσελεμπή, ο ευνοούμενος του αυτοκράτορα, θανατώθηκαν και οι δύο. Ο Γιασί Μοχάμεντ Πασάς έγινε βεζίρης το 1041 (1631). Ο σουλτάνος Μουράτ είδε όνειρο, στο οποίο έλαβε σπαθί από το χέρι του Ομάρ, με το οποίο σκότωσε τον σεϊχουλισλάμ Χουσεΐν και έπειτα με ένα Μπισμιλλάχ (στο όνομα του Θεού) έπεσε πάνω στους επαναστάτες και τους σκότωσε όλους. Το 1044 ο σουλτάνος Μουράτ βάδισε στο Ερεβάν και πήρε την Ταμπρίζ και την πόλη του Ερεβάν σε επτά ημέρες. Άφησε τον Μουρτεζά Πασά με φρουρά 40.000 ανδρών και γύρισε στην Ισλαμπόλ. Η είσοδός του γιορτάστηκε το 1045 (1634) με εορτασμούς επτά ημερών. Όμως ο άχαρος Σαχ (της Περσίας) επέστρεψε και πολιόρκησε το Ερεβάν, το οποίο, έχοντας μείνει χωρίς επαρκή δύναμη, ύστερα από πολιορκία επτά μηνών έπεσε στα χέρια των απίστων, οι οποίοι πέρασαν ολόκληρη τη φρουρά από το σπαθί. Ο σουλτάνος Μουράτ, όταν έλαβε τα μελαγχολικά νέα, πήρε τις σφραγίδες από τον Μοχάμεντ Πασά και τον διόρισε κυβερνήτη της Σιλίστριας. Οι σφραγίδες μεταβιβάστηκαν στον Μπαϊράμ Πασά, ο οποίος όμως πέθανε αμέσως μετά και τον διαδέχθηκε ο Ταγιάρ Πασάς. Σε αυτόν εμπιστεύτηκε όλα τα απαραίτητα για την εκστρατεία εναντίον της Βαγδάτης, την οποία ανέλαβε ο αυτοκράτορας αυτοπροσώπως. Ο Ταγιάρ Πασάς σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, η οποία διήρκεσε σαράντα ημέρες. Τον διαδέχθηκε ο καπουδάν Καρά Μουσταφά Πασάς. Ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς, πρώην σιλαχτάρ ή ξιφοφόρος του σουλτάνου, διορίστηκε στη διοίκηση του Ντιαρμπέκρ και ο Κιουτσούκ Χασάν Πασάς σε εκείνη της Βαγδάτης, με φρουρά 40.000 ανδρών. Με απόφαση του Θεού, όταν μετά την πτώση της Βαγδάτης είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός κιζιλ-μπάς (κοκκινοκέφαλων ή Περσών) και ετοιμάζονταν να επιτεθούν σε μία από τις πύλες, εξερράγη μεγάλη πυριτιδαποθήκη και έτσι πάρθηκε πλήρης εκδίκηση για το αίμα των πραγματικά πιστών που είχαν πέσει στο Ερεβάν. Ο μεγάλος βεζίρης Καρά Μουσταφά Πασάς και ο κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς στάλθηκαν στο Ντέρνε και στο Ντέρτενγκ για να συνάψουν τη συνθήκη με τους Πέρσες και να καθορίσουν τις μεθοριακές γραμμές. Ο σουλτάνος Μουράτ Χαν πήγε μετά στο Ντιαρμπέκρ, όπου σε μια μέρα σκότωσε την κόρη του Κιμάτζι Μαάνογλου και τον Σαΐχ της Ρούμιε. Κατόπιν επέστρεψε στην Πύλη της Ευτυχίας (Ισλαμπόλ) και με την ευκαιρία αφιερώθηκαν επτά ημέρες σε γενικό εορτασμό. Την ίδια περίπου εποχή ο σουλτάνος Μουράτ, έχοντας μετανοήσει για τη ροπή του στην οινοποσία, ως εξιλέωση αποφάσισε εκστρατεία εναντίον των απίστων της Μάλτας και πρόσταξε να ναυπηγηθούν πεντακόσιες γαλέρες, δύο μεγάλες μαόνες και μία ναυαρχίδα (μπαστίρντα). Την ίδια χρονιά ο μεγάλος βεζίρης Μουσταφά Πασάς επέστρεψε στην Ισλαμπόλ και ο αυτοκράτορας, ξεχνώντας τους δικούς του όρκους μετάνοιας, έπεσε ξανά στο ελάττωμα της μέθης, η βασιλική του κράση αποδυναμώθηκε πλήρως και πέθανε αφού υπήρξε κύριος του χαλιού (δηλαδή περιορισμένος στο κρεβάτι) για δεκατέσσερις ημέρες. Ο Θεός να τον ελεήσει! Τάφηκε στο μαυσωλείο του επιφανούς παππού του, του σουλτάνου Αχμέτ, στο Ατ-μεϊντάν. Αρκετές χρονολογημένες επιγραφές του θανάτου του έχουν χαραχτεί από τον Τζούρι, στους τοίχους των εσωτερικών διαμερισμάτων στο Σεράι. Είχε τριανταδύο παιδιά, από τα οποία μόνο το ένα, η σουλτάνα Εσμαλιάν Κία, παρέμενε ζωντανή κατά τον θάνατό του. Πέθανε και αυτή μετά τον γάμο της με τον Μελέκ Αχμέτ Πασά και θάφτηκε στην Αγιασόφια, μεταξύ σουλτάνου Ιμπραήμ και σουλτάνου Μουσταφά. Η βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ ήταν εξαιρετικά ταραχώδης και καθώς ο ίδιος εμπλεκόταν συνεχώς σε πολεμικές προετοιμασίες σε κάθε περιοχή, δεν είχε την ευκαιρία να ανεγείρει για τον εαυτό του κανένα σημαντικό μνημείο στην Ισλαμπόλ. Το μόνο δημόσιο έργο που εκτελέστηκε κατά τη βασιλεία του ήταν η επισκευή των τειχών της Ισλαμπόλ, η οποία ανελήφθη με τις ρητές εντολές του κατά την απουσία του στην πολιορκία του Ερεβάν από τον καϊμακάμη Μπαϊράμ Πασά. Επισκεύασε τα κάστρα Μοσούλης, Σεχερζούλ, Τσενγκί-αχμετ, Τενέδου και Βοσπόρου και στην Ισλαμπόλ το Γκιούλ-τζαμί (τζαμί του ρόδου).

Περιγραφή του Γκιούλ Τζαμί

Αυτό είναι πολύ αρχαίο τζαμί και ήταν γνωστό στους χρόνους των Χαρούν αλ Ρασίντ, Ομάρ Μπεν Αμπντουλαζίζ, Μοσλεμά, σουλτάνου Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ και σουλτάνου Μωάμεθ Πορθητή. Στη βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ Χαν [Δ’] μεγάλος σεισμός το συγκλόνισε τόσο, που τα θεμέλιά του καταστράφηκαν ολοσχερώς και ο αυτοκράτορας ανέλαβε αμέσως να το επισκευάσει. Αρκετές χιλιάδες εργάτες εργάστηκαν σε αυτό και σε επτά χρόνια ολοκληρώθηκε. Αρκετοί μικροί τρούλοι προστέθηκαν στον κύριο. Πήρε λοιπόν την εμφάνιση τριαντάφυλλου και από αυτήν το όνομά του. Επίσης πλύθηκε με εκατό μέτρα ροδόνερου. Το μιχράμπ και το μινμπάρ είναι εξαιρετικά απλά. Δεν υπάρχουν στήλες από γρανίτη σε αυτό όπως στα άλλα τζαμιά. Λόγω της μεγάλης αρχαιότητας αυτού του τζαμιού, προσφέρονται μέσα σε αυτό προσευχές σε περιόδους ανομβρίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Και στις δύο πλευρές της πύλης της κίμπλα (βλέποντας το μιχράμπ) υπάρχουν πάγκοι. Δεν υπάρχει αυλή. Το τζαμί έχει ένα μόνο μιναρέ αλλά ενός ορόφου. Επειδή το αρχικό κτίριο είχε καταστραφεί από σεισμό, φοβούνταν να ανεγείρουν ψηλό κτίριο σε αυτό το σημείο.

Εκτός από το παραπάνω τζαμί, ο Μουράτ έχτισε δύο νέα κάστρα στον Βόσπορο, κοντά στην είσοδο στη Μαύρη Θάλασσα, με ναύσταθμο και τζαμί ανάλογο με το μέγεθός τους. Στο Καντιλί-μπαχτσέ έχτισε μεγάλο κιόσκ, άλλο στον Ισταυρό και ένα στους κήπους του Ουσκουντάρ (Σκουτάρι), το οποίο ονομάστηκε Κιόσκ του Ερεβάν.

Χρονολογική έκθεση των κυριότερων γεγονότων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Δ’

Ο σουλτάνος Μουσταφά Χαν ανέβηκε στον θρόνο με την εκθρόνιση του αδελφού του, του άτυχου Οσμάν, ο οποίος αν και θεωρούνταν μικρόνους, ήταν μάλλον έξυπνος ηγεμόνας, αλλά δυστυχώς δεν είχε αρκετή δύναμη για να σβήσει τη φωτιά της ανταρσίας που είχε ανάψει στην εποχή του, ούτε για να υποτάξει το επαναστατικό πνεύμα των στρατευμάτων του. Οι γενίτσαροι, με την υποκίνηση ενός από τους αγάδες τους, του Καρά Mαζάκ, έδωσαν τις σφραγίδες στον Νταβούντ Πασά, στη συνέχεια στον Καρά Χουσεΐν Πασά και στη συνέχεια στον Λεφκελί Μουσταφά Πασά. Ο τελευταίος έχοντας επίσης αποτύχει να καταστείλει τις ταραχές, καθαιρέθηκε ύστερα από εβδομηνταοκτώ ημέρες στην εξουσία. Και οι επαναστάτες στη συνέχεια μετέφεραν τις σφραγίδες στον Γκούρτζι Μοχάμεντ Πασά. Αλλά καθώς εντοπίστηκε να κάνει ακατάλληλη χρήση του δημόσιου χρήματος, οι σφραγίδες επέστρεψαν στον Καρά Χουσεΐν Πασά. Αυτό το άτομο ήταν μεγάλος τύραννος και όταν διέταξε σε βασιλικό ντιβάν, παρουσία των δύο μεγάλων δικαστών, να δοθούν διακόσιοι ραβδισμοί στις φτέρνες σε ένα μουλά, ολόκληρο το σώμα των ουλεμάδων, μαζί με τον σεϊχουλισλάμ, συγκεντρώθηκε στο τζαμί του σουλτάνου Μωάμεθ Β’. Ο μουφτής όμως διέφυγε, προσποιούμενος ότι πήγαινε να διαμαρτυρηθεί στον μεγάλο βεζίρη, ο οποίος στο μεταξύ, έχοντας μάθει για αυτή τη συγκέντρωση, διέταξε τους δικούς του υπηρέτες, εκείνους του κεντρικού ταμείου και μερικους στρατιώτες, να επιτεθούν στους συγκεντρωμένους ουλεμάδες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλές εκατοντάδες ουλεμάδες σκοτώθηκαν και τα πηγάδια στην αυλή του τζαμιού του σουλτάνου Μωάμεθ γέμισαν νεκρά σώματα. Όταν αυτές οι υποθέσεις έγιναν γνωστές στις επαρχίες, ο Αμπχάζα Πασάς επαναστάτησε στο Ερζερούμ και ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς στο Ντιαρμπέκρ. Καθώς είχε φημολογηθεί ότι, για να εκδικηθεί το αθώο αίμα του σουλτάνου Οσμάν, ο Αμπχάζα είχε σκοτώσει όλους τους γενίτσαρους στο Ερζερούμ, ο Τζεγάλε Ζάντε διορίστηκε διοικητής εναντίον του Αμπχάζα και ο Καρά Μαζάκ αγάς των γενίτσαρων, αλλά δεν προχώρησαν μακρύτερα από τη Μπούρσα, φοβούμενοι ότι δεν είχαν επαρκή δύναμη για να αντιμετωπίσουν τον επαναστάτη. Οι Πέρσες, εκμεταλλευόμενοι αυτές τις ευνοϊκές ευκαιρίες, εισέβαλαν με 30.000 άνδρες και με τη βοήθεια του Τσοπούρ Μπεκίρ Ζάντε κατέλαβαν τη Βαγδάτη και τη Μοσούλη, το έτος 1033 (1623). Ο Κεμάν-κές Αλή Πασάς προήχθη στο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Ήταν ένας από τους κατώτερους αξιωματικούς των γενίτσαρων και είχε ανέβει προς τιμήν μιας συμμαχίας με μία από τις κόρες του σουλτάνου Αχμέτ. Οι γενίτσαροι και οι σπαχήδες τώρα ενώθηκαν και ο Κεμάν-κές έγινε το εργαλείο των αιματηρών σχεδίων τους. Όμως οι κυριότεροι κάτοικοι της πόλης, οι ουλεμάδες και οι άνθρωποι του σεράι, φοβούνταν να εμφανιστούν είτε στα τζαμιά είτε στα λουτρά. Τελικά οι αρχηγοί των στρατευμάτων άρχισαν να σκέπτονται την αλλαγή του αυτοκράτορά τους. Αλλά καθώς το δημόσιο ταμείο είχε εξαντληθεί από τρεις γενικές δωρεές προς τα στρατεύματα από την εποχή της βασιλείας του σουλτάνου Αχμέτ, ορκίστηκαν μεταξύ τους να απαλλαγούν από τη συνήθη γενναιοδωρία και ανέβασαν στον θρόνο τον σουλτάνο Μουράτ, στις 14 του Ζιλκάτε 1032. Νέα όψη δινόταν τώρα στην πρωτεύουσα, καθώς γέροι και νέοι χαίρονταν για το ευοίωνο γεγονός. Την επόμενη μέρα ο σουλτάνος Μουράτ επισκέφτηκε το τζαμί του Εγιούπ, όπου τον έζωσαν με δύο ξίφη, όπου το ένα ήταν του σουλτάνου Σελήμ και το άλλο του ευλογημένου Προφήτη (πάνω στον οποίο να είναι η ειρήνη του Θεού!). Κανένας μονάρχης δεν ζώστηκε ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Κατά την επιστροφή του μπήκε από την πύλη Αδριανούπολης και περνώντας χαιρετούσε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί σε πλήθη δεξιά και αριστερά του και τον υποδέχονταν με δυνατές επευφημίες. Στη συνέχεια προχώρησε στο σεράι, στο εσωτερικό διαμέρισμα του οποίου χαιρέτησε τον χίρκα-σερίφ ή μανδύα του Προφήτη και έβαλε στο κεφάλι του το τουρμπάνι του Γιουσούφ ή Ιωσήφ (ειρήνη σε αυτόν!), που είχαν φέρει στην Ισλαμπόλ από τον θησαυρό του Αιγύπτιου σουλτάνου Γκούρι. Στη συνέχεια πρόσφερε προσευχή δύο υποκλίσεων, στις οποίες προσευχόταν να γίνει αποδεκτός από τον Θεό και τους ανθρώπους και να του δοθεί η δυνατότητα να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη θρησκεία και στο κράτος. Αν και νέος (μόλις τεσσάρων ετών), ήταν αξιοσημείωτος για τη σύνεση και την ευφυΐα του. Ο χας-οντά-μπασι (άρχοντας του εσωτερικού θαλάμου), ο χαζίνε-ντάρ-μπασι (επικεφαλής ταμίας), ο χαζίνε κατίμπι (γραμματέας του ταμείου) και ο χαζίνε κεχαγιάσι (αναπληρωτής του ταμία) πλησίαζαν τώρα παρουσία του και τον καλούσαν, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, να επισκεφθεί το θησαυροφυλάκιο. Ο δερβίσης Μοχάμεντ Ζελελί, ο πατέρας του ταπεινού συγγραφέα, που τύχαινε να είναι παρών εκείνη τη στιγμή, μπήκε μαζί τους στο θησαυροφυλάκιο. Δεν υπήρχαν χρυσά σκεύη για να φανούν και εκτός ποσότητα  από παλιοπράγματα, βρέθηκαν μόνο έξι πουγγιά με χρήματα (30.000 γρόσια), τσάντα με κοράλλια και σεντούκι από πορσελάνη. Μόλις το είδε αυτό, ο σουλτάνος Μουράτ γέμισε το άδειο θησαυροφυλάκιο με τα δάκρυά του και αφού έκανε δύο προσκυνήσεις σε προσευχή, είπε «Ινσαλλάχ, σε παρακαλώ Θεέ! Θα γεμίσω αυτό το θησαυροφυλάκιο με την περιουσία εκείνων που το έχουν χαλάσει και θα ιδρύσω πενήντα επιπλέον θησαυροφυλάκια». Κατάφερε όμως την ίδια μέρα να μαζέψει 3.040 πουγγιά για τη συνήθη γενναιοδωρία, τα οποία μοιράστηκαν μεταξύ των στρατευμάτων παρά τον όρκο τους να μην τα δεχτούν. Το ίδιο βράδυ ο σουλτάνος Μουράτ είχε όνειρο, στο οποίο είδε τον Ομάρ, ο οποίος ζωνόταν γύρω του σπαθί, το έλυσε, το έβαλε στο χέρι του και είπε: «Μη φοβάσαι Μουράτ!» Όταν ξύπνησε από τον ύπνο του, έδιωξε τον θείο του σουλτάνο Μουσταφά στο Εσκί Σεράι, λέγοντάς του ταυτόχρονα να προσευχηθεί για την ευημερία του (Μουράτ). Ο σουλτάνος Μουράτ έκανε πολλές εκδρομές σε όλη την πόλη μεταμφιεσμένος, συνοδευόμενος από τον Μελέκ Αχμέτ Αγά, τον ξιφοφόρο του και τον Βουτζούντ τον μποσταντζή-μπαση, στις οποίες εκτελέστηκαν πολλά ταραχώδη πρόσωπα και ληστές και τα κεφάλια τους κολλήθηκαν σε στύλους. Ο Μουράτ ήταν ο πιο αιμοσταγής από τους Οθωμανούς σουλτάνους. Απαγόρευσε όλα τα καταστήματα που πωλούσαν καφέ, κρασί και μπούζα και κάθε μέρα εκατοντάδες άνδρες εκτελούνταν για παραβίαση αυτής της εντολής.

Στην Ανατολία ο Αμπχάζα Πασάς μείωνε τη δύναμη των δυσαρεστημένων γενίτσαρων και σπαχήδων με πολλές εκτελέσεις. Οι υπόλοιποι αντάρτες, θέλοντας να εγγραφούν στα στρατεύματα στάλθηκαν στις επαρχίες, όπου σταδιακά εξαφανίστηκαν. Άλλοι εκτελέστηκαν, άλλοι έγιναν μαθητές, αχθοφόροι ή δερβίσηδες και άλλοι μετανάστευσαν. Το έτος 1033 (1623) ο σεϊχουλισλάμ Γεχιγιά Εφέντης υποβαθμίστηκε με την υποκίνηση του μεγάλου βεζίρη Κεμάν Κες Αλή Πασά και ορίστηκε να τον διαδεχθεί ο Αχμέτ Εφέντης. Οι βεζίρηδες Χαλίλ και Γκούρτζι Μοχάμεντ φυλακίστηκαν τον ίδιο χρόνο, αλλά απελευθερώθηκαν όταν πείστηκε ο σουλτάνος ότι δεν είχαν σχέση με την εξέγερση του Αμπχάζα Πασά. Αλλά ο Κεμάν Κες, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν το μέσο για να ανέβει ο σουλτάνος στον θρόνο, παραμελούσε τον σεβασμό που όφειλε στον κυρίαρχό του και είχε πολλές διαφωνίες μαζί του. Φυλακίστηκε λοιπόν σε μέρος του παλατιού που ονομαζόταν Σιρτσέ-σεράι και στη συνέχεια θανατώθηκε. Ο Τσερκές Μοχάμεντ Πασάς ονομάστηκε στρατιωτικός διοικητής εναντίον του Αμπχάζα Πασά και βάδιζε προς τη Βαν. Ήταν πολύ πιστός και αξιαγάπητος άνθρωπος και δεν τον έφτανε κανένας βεζίρης. Την ίδια χρονιά συγκρούστηκε σε μάχη με τον Αμπχάζα Πασά κοντά στη Καισάρεια και τον ανάγκασε να υποχωρήσει στο Ερζερούμ, όπου ανέλαβε διαμονή. Ο Τσερκές Μοχάμεντ πέθανε το 1034 και θάφτηκε στο Μαρντίν. Ο διάδοχός του, ο Χαφίζ Αχμέτ Πασάς, διόρισε τον Χοσράου Πασά αγά των γενίτσαρων. Την ίδια χρονιά ο Καρτσαγάι Χαν εξολοθρεύτηκε από τον ηγεμόνα της Γεωργίας και οδηγήθηκε ενώπιον του Χαφίζ Αχμέτ Πασά, τότε στο Ντιαρμπέκρ, απ’ όπου στάλθηκε, με όλα τα τύμπανα και τα λάβαρα που είχαν παρθεί, στον σουλτάνο Μουράτ. Στον Μάουρο, τον ηγεμόνα της Γεωργίας, απονεμήθηκε τιμητικός χιτώνας.

Καθώς η πολιορκία της Βαγδάτης είχε ξεκινήσει, τα μουσουλμανικά στρατεύματα είχαν την πόλη μπροστά τους και πίσω το στρατόπεδο του πρίγκιπα Ισά, του γιου του Πέρση σάχη. Ο τελευταίος βρήκε τρόπο να ρίξει μέσα στο κάστρο 20.000 στρατιώτες από το Μαζαντεράν και έκανε νυχτερινή επίθεση στους μουσουλμάνους. Ο οθωμανικός στρατός, που βρισκόταν έτσι ανάμεσα σε δύο πυρά, που υπέφερε από πολύ μεγάλη έλλειψη προμηθειών και ήταν περιτριγυρισμένος από ερήμους, βρέθηκε στην ευχάριστη θέση να εκμεταλλευτεί μια ευκαιρία να υποχωρήσει με ασφάλεια στο Ντιαρμπέκρ. Ο σουλτάνος δυσαρεστήθηκε πολύ με αυτή την κίνηση, απέλυσε τον Χαφίζ Πασά και έδωσε τις σφραγίδες για δεύτερη φορά στον Χαλίλ Πασά. Ενώ τα στρατεύματα βρίσκονταν σε χειμερινά καταλύματα στην Τοκάτ, έφτασαν πληροφορίες ότι η Αχίσκα είχε πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Χαλίλ Πασάς έστειλε αμέσως τον Ντισλέν Χουσεΐν Πασά με 10.000 επίλεκτους άνδρες και έγραψε ταυτόχρονα με ρητές εντολές του αυτοκράτορα στον Αμπχάζα Πασά, κατευθύνοντάς τον να βαδίσει με τον Χουσεΐν Πασά σε επικουρία της Αχίσκα. Όμως ο Αμπχάζα, φοβούμενος ότι όλα αυτά ήσαν συνωμοσία και υποθέτοντας ότι ο Χουσεΐν στελνόταν εναντίον του, τον προσκάλεσε σε γιορτή στο κάστρο, όπου τον δολοφόνησε και επιτέθηκε στα στρατεύματά του, πολλοί από τους οποίους ήπιαν το ποτήρι του μαρτυρίου και οι υπόλοιποι διέφυγαν γυμνοί και με τη μεγαλύτερη αγωνία στην Τοκάτ. Όταν έφτασε η είδηση στην Ισλαμπόλ και ήταν εμφανής η εξέγερση του Αμπχάζα, εκδόθηκε αυτοκρατορική εντολή προς όλους τους βεζίρηδες και πασάδες να πολιορκήσουν τον Αμπχάζα Πασά στο Ερζερούμ, υπό τη διεύθυνση του μεγάλου βεζίρη Χαλίλ Πασά. Καθώς όμως δεν είχαν πολύ πυροβολικό, ο οθωμανικός στρατός υπέστη μεγάλη ταλαιπωρία από τις συχνές επιθέσεις του Αμπχάζα από την πόλη και πολλές χιλιάδες γενίτσαροι έπεσαν. Σε αυτήν την κατάσταση, τρομερή χιονοθύελλα έθαψε τις σκηνές και καθώς προέκυψε γενική δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών, η πολιορκία άρθηκε και αυτοί υποχώρησαν, καταδιωκόμενοι από τους άνδρες του Αμπχάζα. Στο Χαμπς και στο Μαμαχατούν τους πρόλαβε ο εχθρός, ο οποίος έκοψε τα χέρια και τα πόδια πολλών χιλιάδων Οθωμανών και τα πέταξε σε πηγάδι, το οποίο μέχρι σήμερα ονομάζεται πηγάδι χεριών και ποδιών (τσαχ νταστ ου πά). Αυτό το πηγάδι βρίσκεται κοντά στον τάφο του Μαμαχατούν. Ο σουλτάνος Μουράτ δυσαρεστήθηκε πολύ με αυτήν την είδηση και το 1038 (1628) μεταβίβασε τις σφραγίδες του αξιώματος στον Χοσράου Πασά τον Βόσνιο. Ο Αμπχάζα Πασάς (όχι ο επαναστάτης, αλλά ο σαλιχτάρ ή ξιφοφόρος του σουλτάνου) ονομάστηκε αγάς των γενίτσαρων και στάλθηκε εναντίον του Αμπχάζα του επαναστάτη, για να απαιτήσει την εκκένωση της Αχίσκα. Σταμάτησε μπροστά στο Ερζερούμ για να αποτρέπει οποιαδήποτε επικοινωνία και να φυλάει τα χαρακώματα, φοβούμενος μήπως ο Αμπχάζα, όταν πιεζόταν σκληρά, εκδήλωνε διάθεση να παραδώσει το φρούριο στους Πέρσες. Σαράντα χιλιάδες γενναίοι πολεμιστές χρησιμοποιήθηκαν για να του επιτεθούν, με επτά πυροβολαρχίες βαρέων κανονιών. Πολλοί από τη φρουρά άρχιζαν τώρα να έρχονται στο οθωμανικό στρατόπεδο, όπου τους υποδέχονταν με μεγάλη ευγένεια. Αυτό το είδος μεταχείρισης είχε τόσο καλό αποτέλεσμα, που ολόκληρη η φρουρά παραδόθηκε και ζήτησε την ισχυρή προστασία των Οθωμανών. Οι ουλεμάδες και όλοι οι κάτοικοι βγήκαν τώρα έξω από την πόλη και ικέτευαν τον Χοσράου Πασά να τους ληπηθεί, σύμφωνα με το ρητό, «Η συγχώρεση είναι το πιο εκλεκτό λουλούδι της νίκης». Στις 9 του Μοχαρρέμ ο νικηφόρος στρατός μπήκε στην πόλη και πριν μπει ο χειμώνας επισκεύασαν όλα τα τείχη. Ο Καναάν Πασάς αφέθηκε να την κατέχει με φρουρά 50.000 ανδρών. Με τη βοήθεια του Μάουρο Χαν το φρούριο της Αχίσκα υποτάχθηκε επίσης και η κυβέρνηση του Τσιλντέρ δόθηκε στον Σεφέρ Πασά.

Όταν τα νέα για αυτές τις υπέροχες νίκες έφτασαν στο αυτί του αυτοκράτορα, δόθηκαν εντολές να φέρουν τον επαναστάτη Αμπχάζα Πασά ενώπιον των αυτοκρατορικών αναβολέων. Ήταν ημέρα μεγάλου ντιβάν, όταν πολλές χιλιάδες συγκεντρώθηκαν ενώπιον του σεβαστού αυτοκράτορά τους. Ο αυτοκράτορας είπε: «Ω άπιστε! Γιατί τόσα χρόνια καταπίεζες σκληρά τους πιστούς και με το πείσμα και την εξέγερσή σου προκάλεσες την καταστροφή τόσων χιλιάδων γενναίων ανδρών;» Ο Αμπχάζα Πασάς φίλησε το έδαφος τρεις φορές και είπε:59 «Αυτοκράτορά μου! Για χάρη του αγίου προφήτη και για τις ψυχές των επιφανών προγόνων σου, σε παρακαλώ να μου δείξεις εύνοια και να με συγχωρήσεις καθώς απλώνω μπροστά σου τη θλίψη της καρδιάς μου». Όταν ο αυτοκράτορας ικανοποίησε ευγενικά αυτό το αίτημα, ο Αμπχάζα προχώρησε ως εξής: «Αυτοκράτορά μου! Την εποχή που ο γενναίος αδελφός σου, ο λαμπρής μνήμης Οσμάν, παρακινούμενος από ζήλο για την αληθινή πίστη ανέλαβε την εκστρατεία του Χότιν, για να εκδικηθεί εχθρούς, είδε ότι οι γενίτσαροι, αν και λίγοι σε αριθμό, ήσαν καλά αμειβόμενοι. Θέλησε να τους επιθεωρήσει, αλλά δεν συναίνεσαν. Στη συνέχεια, όταν με χίλιες δυσκολίες ο αυτοκράτορας άνοιξε τα χαρακώματα, οι γενίτσαροι έκαναν ξεκαθαρο σαν τη μέρα ότι ήσαν οι εχθροί της πίστης, αφού συνεχώς σχετίζονταν με τους απίστους, στους οποίους έστελναν τρόφιμα και έπαιρναν κρασί σε αντάλλαγμα. Ο κυβερνήτης της Βούδας, ο Καρά Κας Πασάς, σκοτώθηκε και ο στρατός του διαλύθηκε, χωρίς εκείνοι να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Μήνυσαν κιόλας στον Τάταρο χαν, ο οποίος ερχόταν σε βοήθεια του αυτοκρατορικού στρατού, ζητώντας του να χαλαρώσει την πορεία του αντί να την επιταχύνει. Μερικοί βεζίρηδες συνέλαβαν διάφορους κατασκόπους που πληρώνονταν από τους γενίτσαρους, τους έφεραν ενώπιον του αδελφού σου Οσμάν και τους σκότωσαν μπροστά στα μάτια του. Με αυτόν τον τρόπο η πολιορκία ενός φρουρίου τόσο μικρού όπως το Χότιν εγκαταλείφθηκε με τη φυγή τους. Επτά χιλιάδες πουγγιά και πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Οθωμανοί υπήκοοι χάθηκαν, μαζί με τη δόξα του σουλτάνου, εναντίον του οποίου επαναστάτησαν κατά την επιστροφή του στην Ισλαμπόλ. Όταν ο σουλτάνος Οσμάν πήγε στο τζαμί τους, το Όρτα-τζαμί, δέχτηκε επίθεση με την πιο υβριστική γλώσσα. Και όταν κρατήθηκε από ένα από τα παράθυρα στην αριστερή πλευρά του μιχράμπ, ενώ έκανε έντονη έκκληση για βοήθεια από τον λαό του Μωάμεθ, ένας άθλιο κάθαρμα, χειρότερος από άπιστο και με το περιβόητο όνομα Πεχλεβάν, τον προσέβαλε έτσι: «Οσμάν Τσελεμπή! Είσαι καλό παιδί. Έλα μαζί μας στο καφενείο του Γιουσούφ Σαχ ή στον στρατώνα μας». Όταν ο Οσμάν Χαν δεν δέχτηκε αυτήν την αυθάδη πρόσκληση, ο αναιδής σύντροφος χτύπησε το χέρι με το οποίο ο αυτοκράτορας κρατούσε το παράθυρο, χτύπημα που το έσπασε. Από το τζαμί τον μετέφεραν με κάρρο στο Επταπύργιο, όπου τον αντιμετώπισαν βάρβαρα και τελικά τον θανάτωσε πολύ σκληρά ο Πεχλεβάν. Ενώ το ιερό του σώμα ήταν εκτεθειμένο πάνω σε παλιό χαλάκι, ο τζεμπετζή-μπασης Καφούρ Αγάς του έκοψε το δεξί αυτί και ένας γενίτσαρος ένα του δάχτυλο, για χάρη του δακτυλιδιού που υπήρχε πάνω του. Ο πρώτος έφερε το αυτί και το δάχτυλο στον Νταβούντ Πασά, ο οποίος επιβράβευσε τον κομιστή τέτοιων ευπρόσδεκτων ειδήσεων με ένα πουγγί χρημάτων. Ο τζεμπετζή-μπασης είπε στον Νταβούντ Πασά: «Κύριέ μου, ας είναι το όνομά σου αιώνιο στον κόσμο και η οικογένεια των Νταούντ να βρίσκεται πάντοτε στην εξουσία». Για αυτήν την ευχή ανταμείφθηκε με τη θέση του αγά των γενίτσαρων και ουσιαστικά έβαλε σχέδιο να ανεβάσει τον γιο του, τον Σουλεϊμάν Μπεγκ, στον θρόνο των Οθωμανών. Και υποσχέθηκε στους γενίτσαρους ότι, αντί για το μπλε ύφασμα της Θεσσαλονίκης, θα φορούν λεπτό πορφυρό ύφασμα. Αυτή η ιστορία, που κυκλοφόρησε σε όλη την πόλη, προκάλεσε αγανάκτηση και μεγάλη θλίψη στις καρδιές όλων των πραγματικών πιστών και νομιμοφρόνων υπηκόων. Ένας όχλος ατζέμογλαν και γενίτσαρων συγκεντρώθηκε στο τζαμί του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ και εκεί σκότωσαν πολλές χιλιάδες μορφωμένους και άξιους ιερωμένους και έριξαν τα σώματά τους στα πηγάδια. Επίσης τα σπίτια πολλών έντιμων ανθρώπων λεηλατήθηκαν εντελώς. Ακούγοντας αυτά τα τρομακτικά γεγονότα, προσπάθησα να ανακουφίσω τη θλίψη της καρδιάς μου, την οποία προκαλούσε το μαρτύριο ενός μονάρχη όπως ο σουλτάνος Οσμάν. Τότε ήταν, που ένας ζήλος να δείξω ότι άξιζα το ψωμί και το αλάτι του, κατέλαβε τον δικό σου λάλα (δάσκαλο), τον Αμπχάζα και αποφάσισα αμέσως να εκδικηθώ το αθώο αίμα του σουλτάνου Οσμάν. Έχοντας τότε διοριστεί κυβερνήτης του Ερζερούμ από τον θείο σου, τον σουλτάνο Μουσταφά, έκανα τις καθημερινές μου προσευχές στο τζαμί του μακαρίτη Λαλέλι Πασά. Άκουγα τους επαναστάτες γενίτσαρους να λένε, “Αμπχάζα Λαλέλι, πηγαίνεις στην κιλίσια (εκκλησία) της κοντινότερης σχέσης σου Λαλέλι”. Έτσι τόλμησαν να ονομάσουν εκείνο το ευγενές τζαμί: εκκλησία! Όταν περνούσα από την πόλη, φώναζαν “ουστ! ουστ!”, σαν να μιλούσαν σε σκύλους που γάβγιζαν, αλλά προοριζόταν για μένα. Έκανα όμως ότι δεν το καταλάβαινα και συνέχιζα να τους κάνω πολλές χάρες. Ακόμη, αυτοκράτορά μου, με έβριζαν με χιλιάδες τρόπους. Έφερναν κεμπάπ (ψητό κρέας) και κρασί στο ντιβάν και έλεγαν: “Αμπχάζα, ήρθαμε στο θέατρό σου για να γλεντήσουμε, να χορέψουμε και να τραγουδήσουμε με τη μουσική σου”. Υπέφερα ακόμη και αυτή τη βεβήλωση του αυτοκρατορικού ντιβάν και τους πρόσφερα αναψυκτικά. Άρχισαν τότε να λεηλατούν τα σπίτια και τα καταστήματα των πλουσίων και έχω, αυτοκράτορά μου, τις νομικές βεβαιώσεις των καταστροφών που διέπραξαν με αυτόν τον τρόπο». Εδώ ο Αμπχάζα παρέδωσε στον σουλτάνο τα νόμιμα έγγραφα. «Αυτοκράτορά μου», συνέχισε, «αυτή η στασιαστική κατάσταση των γενίτσαρων δεν διέφυγε της προσοχής του Πέρση σάχη, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, πολιόρκησε το φρούριο της Αχίσκα. Αποφάσισα αμέσως να τη βοηθήσω. Αλλά ούτε ένας γενίτσαρος δεν έβγαινε από την ταβέρνα του κρασιού ή το καπηλειό της μπούζα. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Πέρσες κατέλαβαν αυτό το ευγενές φρούριο, το οποίο είχε καταληφθεί τόσο ένδοξα από τον σουλτάνο Σελήμ. Οι μπεηλερμπέηδές μου, που αηδίαζαν όπως εγώ με την ολέθρια συμπεριφορά των γενίτσαρων, ενώθηκαν μαζί μου με επίσημο όρκο να εκδικηθούν το αίμα του σουλτάνου Οσμάν και ορκίστηκε ο καθένας να υποτάξει τους γενίτσαρους που είχε από κάτω του. Σε καθορισμένη ημέρα εκπλήρωσα τον όρκο μου, κατέλαβα το εσωτερικό φρούριο του Ερζερούμ, υπέταξα τους γενίτσαρους και έγινα κύριός τους. Στο μεταξύ οι μπεγκ και βεζίρηδες, που είχαν αναλάβει την ίδια υποχρέωση, με εγκατέλειψαν. Από εκείνη την ώρα οι υποθέσεις μου γίνονται καθημερινά χειρότερες. Αυτή, αυτοκράτορά μου, είναι η αληθινή περιγραφή της συμπεριφοράς μου. Ό, τι κι αν έχω κάνει, ήταν από καθαρό ζήλο, για το καλύτερο συμφέρον της Υψηλής Πύλης. Ο υπηρέτης σου Αμπχάζα, ένας φτωχός σκλάβος που αγοράστηκε για εβδομήντα γρόσια, δεν φιλοδοξεί να αποκτήσει κυριαρχία στον κόσμο μέσω εξέγερσης».

Έτσι ο Αμπχάζα, χωρίς φόβο, εξήγησε με τόλμη όλες τις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του, παρουσία του αυτοκράτορα και πολλών χιλιάδων θεατών. Στη συνέχεια φίλησε το έδαφος, σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του, έσκυψε το κεφάλι του και σιώπησε. Ο αυτοκράτορας άκουσε τον λόγο του με τη μεγαλύτερη προσοχή και όταν του υπενθυμιζόταν το μελαγχολικό μαρτύριο του σουλτάνου Οσμάν, έριχνε δάκρυα αίματος και αναστέναζε τόσο βαθιά, που όλοι όσοι ήσαν παρόντες, έχαναν τις αισθήσεις τους. Ο σουλτάνος προχώρησε να τον ρωτήσει: «Αλλά μετά τη μάχη με τον Λάλα Τσερκές Μοχάμεντ Πασά στην Καισάρεια, όταν όχι μόνο σε συγχώρησα, αλλά σου έδωσα την κυβέρνηση του Ερζερούμ, γιατί σκότωσες τόσο πολλούς άνδρες που στάλθηκαν με τον Ντισλέν Χουσεΐν Πασά; Γιατί έκανες πόλεμο εναντίον του λάλα μου, του Χαλίλ Πασά; Και γιατί δεν εγκατέλειψες το κάστρο και δεν ήρθες να τρίψεις το μέτωπό σου στον αναβολέα μου;» Ο Αμπχάζα απάντησε: «Σουλτάνε μου! Κανένας από τους στρατηγούς που στάλθηκαν εναντίον μου, δεν ήξερε πώς να κρατήσει τα στρατεύματά του σε σωστή πειθαρχία. Λεηλατούσαν όπου κι αν πήγαιναν, όπως οι διαβόητοι αντάρτες, Γιαζιζτζή Καλεντέρογλου και Σαΐντ Άραμπ. Συνωστίζονταν κάθε μέρα γύρω από τη σκηνή του στρατηγού τους με κάποιες νέες αξιώσεις. Ήσαν σύνολο στασιαστών, στο οποίο φοβόμουν να εμπιστευτώ τον εαυτό μου. Και αντί να αφοσιωθώ σε ένα επαναστατικό πλήθος, που δεν γνώριζε νόμο, θεώρησα πολύ πιο ασφαλές να τους αντιταχθώ ως ανοιχτούς εχθρούς. Όταν, όμως, άκουσα ότι ο Λάλα Χοσράου Πασάς ερχόταν από την Τοκάτ με αυτοκρατορική εντολή και οι κατάσκοποί μου μαρτυρούσαν ομόφωνα τη δικαιοσύνη του και την αποφασιστική αντίθεσή του στους κακούς, ήξερα ότι ήταν τέλειος άνθρωπος και καταπτοήθηκα από τη δύναμη και την αξιοπρέπειά του. Ήρθε στο Ερζερούμ σαν λύκος ενάντια σε πρόβατο, άνοιξε τα χαρακώματα και επιτέθηκε στο φρούριο με επτά πυροβολαρχίες. Νύχτα και μέρα είχα τα μάτια μου καρφωμένα στα χαρακώματα, αλλά δεν είδα ποτέ έναν άνδρα να τα αφήσει για να πάει να λεηλατήσει τα χωριά, ενώ το στρατόπεδο εφοδιαζόταν άφθονα από τους αγρότες στα γύρω χωριά. Δεν είδα κανένα από τα χωριά να καίγεται, αλλά κάθε βράδυ η φάτιχα (το πρώτο κεφάλαιο του Κορανίου) διαβαζόταν σε κάθε σκηνή και οι προσευχές προσφέρονταν στις πέντε καθορισμένες ώρες. Προηγούμενοι διοικητές δεν διατηρούσαν ποτέ καμία πειθαρχία στο στρατόπεδό τους. Τα γειτονικά χωριά καταστρέφονταν από φωτιά. Και όταν ύστερα από τρεις μήνες εισέβαλαν στα χαρακώματα, έριχναν μερικές βολές και επέστρεφαν να οχλαγωγήσουν στις σκηνές τους, από τις οποίες ακουγόταν, νύχτα και μέρα, ο ήχος των μουσικών οργάνων και οι κραυγές Αρμενίων γυναικών και αγοριών. Παρατηρώντας αυτήν την κατάσταση, έκανα πολλές νυχτερινές εξορμήσεις, από τις οποίες γενικά επέστρεφα με πολλές λεηλασίες και μεγάλο αριθμό κεφαλιών γενίτσαρων, με τα οποία στόλιζα τους πύργους του κάστρου. Όταν ήρθε ο χειμώνας, εγκατέλειψαν τον διοικητή τους και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Όταν, όμως, είδα τον δίκαιο και ακέραιο χαρακτήρα του Χοσράου Πασά, είπα: «Ιδού ένας διοικητής που δικαίως αξίζει το όνομα!» και έσπευσα στο στρατόπεδό του να προσφέρω την υπακοή μου. Δόξα τω Θεώ, δεν έκανα λάθος στην καλή μου γνώμη για εκείνον, γιατί ύστερα από τόσον καιρό παραμονής μέσα σε στρατό πολυάριθμο σαν τα κύματα της θάλασσας, οδηγήθηκα με ασφάλεια ενώπιον του αυτοκράτορά μου, του οποίου τις εντολές περιμένω τώρα. Ιδού τι με ώθησε να κάνω ο ζήλος μου για τη δόξα σου! Το ξίφος κρέμεται στον λαιμό μου. Έχω έρθει από τον Ερζερούμ ως αφοσιωμένο θύμα σου!» Λέγοντας αυτό, γονάτισε με το πρόσωπο στραμμένο προς την κίμπλα και άρχισε να απαγγέλλει την ομολογία της πίστης.60 Όταν όλη η αυλή, οι βεζίρηδες, οι ουλεμάδες, ο μουφτής Γιαχία και ο μεγάλος βεζίρης Χοσράου Πασάς, αντιλήφθηκαν ότι ο αυτοκράτορας ήταν ευχαριστημένος με την ταπεινή υποταγή του Αμπχάζα και ότι ο θυμός του είχε υποχωρήσει, ρίχτηκαν στα πόδια του θρόνου, ικετεύοντας συγχώρηση για τον Αμπχάζα. Αυτή η παρέμβαση είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγχώρησε τον Αμπχάζα, αλλά τον διόρισε κυβερνήτη της Βοσνίας. Οι βεζίρηδες, εμίρηδες και ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού που είχαν αναλάβει την εκστρατεία εναντίον του Αμπχάζα, ανταμείφθηκαν με τιμητικούς μανδύες. Ο Αμπχάζα σύντομα μετατέθηκε από την κυβέρνηση της Βοσνίας σε εκείνη της Σιλίστρα. Ύστερα από ανεπιτυχή εκστρατεία εναντίον του Καμιένικ, ανακλήθηκε στην Ισλαμπόλ, όπου σύντομα έγινε ο πιο έμπιστος σύμβουλος του σουλτάνου. Μια μέρα, όταν οι γενίτσαροι ήσαν δυσαρεστημένοι με τον σουλτάνο και δεν έτρωγαν τη σούπα τους, ο Αμπχάζα είπε: «Δώσε μου την άδεια, αυτοκράτορά μου και εγώ θα τους κάνω να φάνε όχι μόνο τη σούπα τους, αλλά ακόμη και τα πιάτα». Όταν το έδωσε ο σουλτάνος Μουράτ την άδεια, εμφανίστηκε στο ντιβάν, οπότε ακούστηκε μουρμούρα από τις τάξεις των γενίτσαρων, οι οποίοι άρχισαν να τρώνε τη σούπα τους με τέτοια απληστία, σαν να είχαν καταπιεί τα ίδια τα πιάτα. Τόσο μεγάλο ήταν το δέος που προκαλούσε στους γενίτσαρους η εμφάνισή του και το όνομά του. Όταν προτάθηκε εκστρατεία εναντίον του Ερζερούμ, διαδόθηκε αναφορά μεταξύ των γενίτσαρων, ότι κρατούσαν τον Αμπχάζα μόνο για να τους καταστρέψει. «Αν ο αυτοκράτορας θέλει να κατακτήσει το Ερζερούμ», έλεγαν, «ας το κάνει με τον Αμπχάζα». Αυτό το ανταρτικό πνεύμα των γενίτσαρων ανάγκασε τελικά τον σουλτάνο να υποταχθεί σε αυτούς και να εγκαταλείψει τον Αμπχάζα, τον οποίο έντυσαν ένα πρωί με λευκό πουκάμισο και τον παρέδωσαν στον μποσταντζή-μπαση, από τον οποίο θανατώθηκε. Το σώμα του ενταφιάστηκε δημόσια κοντά στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ, όχι μακριά από την αγορά των μελανοποιών, στην περιοχή του Μουράτ Πασά. Έτσι έλαβε σύμφωνα με τις πράξεις του. Ο Θεός να τον ελεήσει!

Ένα περίεργο ανέκδοτο

Το έτος 1056 (1646), όταν ο Σουλεϊμάν Πασάς ήταν κυβερνήτης του Ερζερούμ και εγώ, ο ταπεινός Εβλία, ήμουν μαζί του, έκανε και πάλι την εμφάνισή του ο Αμπχάζα Πασάς κατά την επιστροφή του από την Περσία. Ο Σουλεϊμάν Πασάς του έδωσε αμέσως επίδομα και ανέφερε την υπόθεση στην Υψηλή Πύλη. Ο Αμπχάζα άρχισε να βρίσκει τους παλιούς γνωστούς του και σύντομα έγινε ο επικεφαλής μιας ομάδας, στην οποία έλεγε όλες τις αξιοσημείωτες περιπέτειές του. Σύμφωνα με την περιγραφή του ο σουλτάνος Μουράτ, όντας υποχρεωμένος να υποχωρήσει στους γενίτσαρους, οι οποίοι αρνούνταν να βαδίσουν στο Ερζερούμ όσο ο Αμπχάζα βρισκόταν στο στρατόπεδο, πήρε έναν άλλον άνδρα, τον οποίο έντυσε με λευκό πουκάμισο και έβαλε να τον εκτελέσει ο οτζάκ μποσταντζή-μπασης αντί για τον Αμπχάζα. Ο ίδιος ο Αμπχάζα μεταφέρθηκε με γαλέρα στην Καλλίπολη, απ’ όπου απέπλευσε με αλγερινικό πολεμικό πλοίο. Λίγο αργότερα πήρε τη διοίκηση αυτού του πλοίου και για επτά χρόνια ήταν τρομερός πειρατής στο Αρχιπέλαγος. Ακριβώς την ημέρα που πέθανε ο σουλτάνος Μουράτ, ηττήθηκε στο ακρωτήριο της Τεμένης από δανέζικο πλοίο και παρέμεινε για επτά χρόνια αιχμάλωτος μεταξύ των Δανών. Στη συνέχεια πουλήθηκε στους Πορτογάλους, με τους οποίους επί τρία χρόνια έπλεε στον Ινδικό ωκεανό και άγγιξε τις ακτές της Αβυσσηνίας, όπου έχασε το πλοίο του. Στη συνέχεια πήγε στην Ινδία, την Κίνα, τη χώρα των Καλμούκ, το Χορασάν, το Μπαλχ, τη Μπουχάρα, το Ισφαχάν και το Ερζερούμ, στον κυβερνήτη της οποίας πόλης αφηγήθηκε το σύνολο των περιπετειών του, με τρόπο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξή μου. Όταν έφτασε η έκθεση του Σουλεϊμάν Πασά στον αυτοκράτορα σουλτάνο Ιμπραήμ, εκείνος ρώτησε τον οτζάκ μποσταντζή-μπαση (τον αρχιδήμιο) αν θυμόταν να είχε εκτελέσει τον Αμπχάζα την εποχή του σουλτάνου Μουράτ. Ο δήμιος απάντησε ότι είχε εκτελέσει άτομο με λευκό πουκάμισο, το όνομα του οποίου λεγόταν ότι ήταν Αμπχάζα, ότι οι συνήθεις πλύσεις μετά τον θάνατό του έγιναν από τον ιμάμη του αυτοκρατορικού κήπου και ότι η σορός ενταφιάστηκε στο μνημείο του Μουράτ Πασά. Καθώς είχαν προκληθεί χίλιες περίεργες αναφορές από αυτήν την ιστορία, ένας καπουτζή-μπασης στάλθηκε αμέσως με χάτι-σερίφ (αυτοκρατορικό ένταλμα) και φτάνοντας στο Ερζερούμ, άρπαξε τον Αμπχάζα στην πύλη του μουσικού θαλάμου του κάτω ντιβάν, αφαίρεσε το κεφάλι από το σώμα του και το μετέφερε στην Ισλαμπόλ. Ο Σουλεϊμάν Πασάς απομακρύνθηκε από το Ερζερούμ και η θέση του κυβερνήτη δόθηκε στον Μοχάμεντ Πασά, τον γιο του Μουσταφά Πασά, ο οποίος απαγχονίστηκε. Ο Ντερζή Μουσταφά Αγάς ήρθε στη θέση του ως μουσαλίμ και με διόρισε επιθεωρητή του κάρβουνου σε καραβάνι που προχωρούσε προς Ερεβάν, μέρος για το οποίο ξεκίνησα. Αντίο.

Όταν υποτάχθηκε ο Αμπχάζα Πασάς το έτος 1038 (1628), ο μεγάλος βεζίρης Χοσράου Πασάς βάδισε με τεράστιο στρατό για να λεηλατήσει τις επαρχίες της Περσίας και δεν σκεφτόταν καθόλου τη Βαγδάτη. Ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν και είχε ακόμη αποφασίσει να επιτεθεί στο Ισφαχάν, έλαβε την εξής αυτοκρατορική εντολή: «Αν φέρεις τον ίδιο τον σάχη αλυσοδεμένο στον αυτοκρατορικό μου αναβολέα, δεν θα είμαι ικανοποιημένος. Αν θεωρείς ότι το κεφάλι σου είναι απαραίτητο σε σένα, να κατακτήσεις τη Βαγδάτη, την αρχαία έδρα του χαλιφάτου και να ελευθερώσεις από τα χέρια των καταχθόνιων Περσών τους τάφους του Νοαμάν Μπεν Τάμπετ, του μεγάλου ιμάμη και ιδρυτή του δόγματός μας και του Σαΐχ Αμπντούλ Καντίρ Τζιλάνι». Λόγω αυτής της αυτοκρατορικής εντολής, τα χαρακώματα της Βαγδάτης άνοιξαν στις 17 Σεπτεμβρίου 1040 (1630) και η πολιορκία συνεχίστηκε για σαράντα ημέρες. Όμως, καθώς είχε μπει ο χειμώνας, ο οθωμανικός στρατός υποχρεώθηκε να άρει την πολιορκία και να αποσυρθεί στην Έλλα, τη Μοσούλη και το Μαρντίν. Στις αρχές της άνοιξης, ενώ ο Χοσράου Πασάς βρισκόταν στην πορεία του προς Ερεβάν, έλαβε αυτοκρατορικό φιρμάνι που τον ανακαλούσε στην Ισλαμπόλ και ο Μουρτεζά Πασάς διοριζόταν κυβερνήτης του Ντιαρμπέκρ. Ο Χοσράου Πασάς αρρώστησε φτάνοντας στην Τοκάτ και δολοφονήθηκε τον μήνα Σαμπάν του 1041 (1631) από τον Μουρτεζά Πασά, ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι. Στις 18 του Ρατζάμπ τον ίδιο χρόνο, ο Χαφίζ Πασάς διορίστηκε ξανά μεγάλος βεζίρης. Τον ίδιο μήνα οι γενίτσαροι στασίασαν στην Ισλαμπόλ και επιτέθηκαν στον μεγάλο βεζίρη Χαφίζ Πασά μέσα από την αυτοκρατορική πύλη, κοντά στο νοσοκομείο. Υποχώρησε στο νοσοκομείο, την πύλη του οποίου έκλεισε και στη συνέχεια κατέφυγε στον αυτοκρατορικό κήπο, πήρε το τουρμπάνι και τον τελετουργικό χιτώνα του μποσταντζή-μπαση και εμφανίστηκε ενώπιον του σουλτάνου, στον οποίο δήλωσε ότι κάποιοι παληάνθρωποι του είχαν επιτεθεί, αλλά ότι παροτρύνοντας το άλογό του εναντίον τους, τους είχε διασκορπίσει όλους. Όμως την επόμενη μέρα η εξέγερση πήρε πιο σοβαρή όψη. Οι γενίτσαροι ξεκίνησαν παίρνοντας τον Χαφίζ Πασά μπροστά από τον αυτοκράτορα και για να εκδικηθούν τον θάνατο του Χοσράου Πασά, τον μαχαίρωσαν στο μάγουλο με στιλέτο και στη συνέχεια τον έκοψαν σε χίλια κομμάτια. Τον μήνα Ρατζάμπ του 1040 (1630) ο Ρατζάμπ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης και ο Χουσεΐν Εφέντης, σεϊχουλισλάμ ή μουφτής. Ο Ρατζάμπ Πασάς ήταν Βόσνιος στην καταγωγή, είχε γίνει μποσταντζή-μπασης με τον βαθμό του βεζίρη και στη συνέχεια καπουδάν πασάς. Κατέλαβε τρία μεγάλα αγγλικά πλοία στη Μεσόγειο και επιτέθηκε σε τριακόσια σκάφη Κοζάκων στη Μαύρη Θάλασσα και ανατρέποντας τους σταυρούς, έφερε όλα τα σκάφη στην Ισλαμπόλ. Όταν ο Χαλίλ Πασάς, ο μεγάλος βεζίρης, διορίστηκε διοικητής της αποστολής εναντίον του Αμπχάζα, ο Ρατζάμπ ήταν καϊμακάμης της Ισλαμπόλ και ο Χασάν Πασάς εκτελούσε τα καθήκοντα του καπουδάν πασά. Έχτισε κάστρο κοντά στις εκβολές του ποταμού Ούζι (Δνείπερου) και πρόσθεσε τετράγωνο φρούριο στο κάστρο του Οτσάκοφ. Ήταν επίσης καϊμακάμης κατά τη διάρκεια του βεζιράτου του Χοσράου Πασά και υπήρξε η αιτία της δολοφονίας του Χαφίζ Πασά από τους γενίτσαρους. Ο Μούσα Τσελεμπή, ένας από τους ευνοούμενους του σουλτάνου, δέχτηκε επίσης επίθεση από τους αντάρτες με δική του παρακίνηση. Σκοτώθηκε και το σώμα του πετάχτηκε έξω, στο Ατ-μεϊντάν, το έτος 1041 (1631). Ο Χασάν Τσελεμπή, ο αγάς των γενίτσαρων, αφού βρέθηκε κρυμμένος σε γωνία, θανατώθηκε από τον αυτοκρατορικό δήμιο. Στην αρχή του Ραμαζάν οι επαναστάτες ανακάλυψαν τον τόπο όπου κρυβόταν ο ντεφτερντάρ Μποράκ Μουσταφά Πασάς, τον σκότωσαν και τον κρέμασαν σε δένδρο στον Ατ-μεϊντάν. Καθώς ήταν προφανές ότι ο Ρατζάμπ Πασάς ήταν προδότης, έχοντας πάρει το μέρος των επαναστατών που σκότωσαν τον Μούσα Τσελεμπή, απαγχονίστηκε λοιπόν κατά την είσοδό του στο ντιβάν. Εκείνη την ημέρα εγώ, ο φτωχός Εβλία, ήμουν παρών με τον πατέρα μου. Το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη δόθηκε στον Ταμπάνι Γιασί Μοχάμεντ Πασά, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από την Αίγυπτο. Ήταν Αλβανός από καταγωγή και υπηρέτης του Μουσταφά Αγά, του αρχιευνούχου του σουλτάνου Οσμάν. Έφυγε από το αυτοκρατορικό χαρέμι για να πάει ως κυβερνήτης της Αιγύπτου, απ’ όπου ανακλήθηκε για να πάρει τις σφραγίδες και τελικά σκοτώθηκε ενώ ήταν μεγάλος βεζίρης, επειδή δεν είχε σπεύσει σε επικουρία του Ερεβάν και είχε βρεθεί να ενδιαφέρεται για τις αναταραχές της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Τάφηκε κοντά στο μνημείο του Εγιούπ. Ο Μπαϊράμ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης στη θέση του. Είχε μεγαλώσει ως γενίτσαρος στην Ισλαμπόλ. Κατά τη διάρκεια του βεζιράτου του Ταμπάνι Γιασί Μοχάμεντ Πασά, ο σουλτάνος Μουράτ, ακολουθώντας το έθιμο των προγόνων του, πήγε στην Αδριανούπολη για να ερευνήσει την κατάσταση των επαρχιών και να λάβει την ανανεωμένη συνθήκη ειρήνης με τον αυτοκράτορα της Γερμανίας. Όταν ο Ταμπάνι Γιασί Μοχάμεντ Πασάς έλαβε τον διορισμό του ως διοικητή στην εκστρατεία στο Ερεβάν, ο Μπαϊράμ Πασάς ήταν καϊμακάμης. Με αυτή την ευκαιρία ο ίδιος ο σουλτάνος πήγε στο Ουσκουντάρ (Σκουτάρι) και άρχισε να βασιλεύει με τη σοφία του Σολωμώντος. Ο πατέρας μου, ηλικιωμένος και έμπειρος άνδρας, που ήταν παρών στην πολιορκία του Σίγκετ, έλαβε αυτοκρατορική εντολή να ενταχθεί στον στρατό και εγώ, ο ταπεινός Εβλία, τον συνόδευσα. Εκτός από τον πατέρα μου, υπήρχαν αρκετοί άλλοι γέροι, που είχαν δει τις νίκες του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως ο Γκιουλαμπί Αγάς, ο οποίος ζούσε στο Ουν-καπάνι (αγορά αλευριού) και η ιστορία του οποίου έχει αναφερθεί πιο πάνω, στην περιγραφή του τζαμιού της Αγίας Σοφίας, ο Αμπντί Εφέντης, ο επιθεωρητής της κουζίνας, που ζούσε στο σπίτι του Μπρίντζι Ζάντε στο Ζιρέκ Μπας, ο Κοζού Αλή Αγάς και ο Ισά Αγάς. Ηλικιωμένοι και αξιοσέβαστοι άνδρες όπως αυτοί μεταφέρονταν σε αμαξίδια και τους συμβουλεύονταν κατά τη διάρκεια της πορείας για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Ο στρατός βάδισε από την Κόνια [Ικόνιο] στην Καϊσέρια (Καισάρεια) και στη συνέχεια στη Σίβας [Σεβάστεια], όπου γιορτάστηκε το Κουρμπάν Μπαϊράμ (η γιορτή της θυσίας). Εδώ ο Μουσταφά Πασάς, ο ευνοούμενος του αυτοκράτορα, προήχθη στον βαθμό του δεύτερου βεζίρη και κλήθηκε στο ντιβάν. Ύστερα ο στρατός συνέχισε την πορεία του προς το Ερζερούμ. Εκτός από τα κανόνια που παρείχε ο στρατιωτικός διοικητής, υπήρχαν σαράντα μεγάλα κανόνια που τα τραβούσαν 2.000 ζευγάρια βουβάλια. Ο στρατός εισήλθε στο κάστρο του Καζμαγάν και σταμάτησε κάτω από τα τείχη του Ερεβάν το έτος 1044 (1634). Τα χαρακώματα ανοίχτηκαν την ίδια μέρα σε επτά πλευρές. Στήθηκαν οι πυροβολαρχίες εναντίον του τόπου που ονομάζεται Μαχάνατ Μπαϊρί και για επτά ημέρες δεν δόθηκε στιγμή ανάπαυσης ούτε στο στρατόπεδο ούτε στο φρούριο. Αυτό ήταν πολύ επιτυχημένο και γέμισε τις καρδιές του στρατού των πιστών με χαρά. Με την εύνοια του Θεού, η νίκη ήταν σίγουρη. Ο χαν του Ερεβάν Εμίργκιουνε Ογλού, παραδόθηκε με συνθηκολόγηση και διορίστηκε βεζίρης δύο ουρών στην κυβέρνηση του Χαλέμπ (Χαλεπιού). Τα ρήγματα στα τείχη επιδιορθώθηκαν και ο Μουρτεζά Πασάς αφεθηκε να φρουρεί με 40.000 άνδρες. Ο Χοατζά Καναάν διορίστηκε διοικητής εναντίον της Αχίσκα, η οποία κατελήφθη τον ίδιο μήνα. Και ο σουλτάνος έφυγε από το Ερεβάν για να λεηλατήσει τις περσικές επαρχίες. Την έκτη ημέρα εισήλθε στην όμορφη πόλη Ταμπρίζ, όπου οι Τάταροι του Οθωμανικού στρατού προκάλεσαν φοβερό χάος, κάνοντας τους κατοίκους σκλάβους και ισοπεδώνοντας τα σπίτια, έτσι ώστε να μην μείνει ούτε πέτρα πάνω σε άλλη. Οι χαμηλότεροι υπηρέτες του οθωμανικού στρατού, όπως οι μουλαράδες, οι καμηλιέρηδες, οι ιπποκόμοι, οι σκηνοφόροι, οι πυρσοφόροι και οι νερουλάδες, έγιναν πλούσιοι σαν τον Αφρασιάμπ με τους δημόσιους και ιδιωτικούς θησαυρούς. Ο σουλτάνος Μουράτ επισκέφτηκε τους όμορφους κήπους και τα κιόσκια της Ταμπρίζ, ιδιαίτερα τον ονομαστό κήπο Χιαμπάνι. Με δικές του εντολές ο στρατός μπήκε σε αυτόν τον κήπο και γκρέμισε στη στιγμή όλα τα σπίτια και τα κιόσκια του, χωρίς να αφήσει ούτε άτομο πάνω στη σελίδα της ύπαρξης. Έκοψαν επίσης όλα τα δένδρα, σαν να ήσαν οπλισμένοι με τον πέλεκυ του Φερχάντ ή το τσεκούρι μάχης του Μόσλεμ. Η όμορφη κοιλάδα μετατράπηκε σε έρημο, στην οποία δεν φαινόταν το παραμικρό ίχνος καλλιέργειας, σαν να είχε παραμείνει άγονη ερημιά από την κάθοδο του Αδάμ στη γη.

Από την Ταμπρίζ ο σουλτάνος επέστρεψε και ερήμωσε τις περιοχές στα δεξιά και αριστερά του Αζερμπαϊτζάν, όπως οι Χόι, Μανάντ, Τέσου, Μπαρούντ, Ντουμπόλι, Ρουμιέμ ενώ ύστερα από λίγες ημέρες έφτασαν σώοι και αβλαβείς στο κάστρο του Κοτούρ. Αυτό το κάστρο, από τα ισχυρότερα που ανήκαν στις Πέρσες, αν και δέχτηκε σφοδρή επίθεση, δεν παραδόθηκε και καθώς πλησίαζε ο χειμώνας το εγκατέλειψαν. Έτσι ο στρατός εισήλθε στη χώρα των Μαχμουντί Κούρδων, όπου είχε μικρή χιονόπτωση. Στη συνέχεια πέρασαν από τα Αμίκ, Μπαργκερί, Άρτζις, Ανταλτζουβάτζ, Αχλάτ, Χάνταχτ και τελικά Βαν. Όλα αυτά τα φρούρια βρίσκονται στις άκρες της λίμνης Βαν. Από εκεί ο στρατός πορεύτηκε προς Τιφλίδα, Κεφεντέρ, Χουζού, Μιαφαρκίν, Ντιαρμπέκρ, Μαλάτεια, Σίβας, Τοκάτ, Αμάσεια, Οσμαντζίκ, Τόσια, Μπόλου και την έκτη ημέρα έφτασαν στην Ιζμίτ (Νικομήδεια). Στις 19 του Ρατζάμπ 1045 (1635) ο επιφανής αυτοκράτορας έκανε την είσοδό του στην Ισλαμπόλ με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια που καμία γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει ούτε πέννα να εικονογραφήσει. Ο πληθυσμός που ξεχύθηκε από την πόλη για να συναντήσει τον αυτοκράτορα ήταν δυσαρεστημένος με τον καϊμακάμη Μπαϊράμ Πασά, αλλά, ευχαριστημένοι από τη θέα του αυτοκράτορά τους, εμψυχώθηκαν από νέο πνεύμα. Τα παράθυρα και οι στέγες των σπιτιών προς κάθε κατεύθυνση ήσαν γεμάτα με κόσμο ο οποίος αναφωνούσε: «Η ευλογία του Θεού πάνω σου, πορθητή! Καλώς ήλθες, Μουράτ! Ας είναι οι νίκες σου καλότυχες!» Κοντολογής, ανέκτησαν το πνεύμα τους και η χαρά φαινόταν σε κάθε πρόσωπο. Ο σουλτάνος φορούσε ατσάλινη πανοπλία και είχε τριπλό λοφίο στο τουρμπάνι του, κολλημένο λοξά από τη μία πλευρά, με τον περσικό τρόπο. Ίππευε ένα άτι Νογάι, ακολουθούμενο από επτά άλογα της αραβικής ράτσας, ντυμένα με κεντήματα στολισμένα με πετράδια. Ο Εμίρ-γκιουνε, ο χαν του Ερεβάν, ο Γιουσούφ Χαν και άλλοι Πέρσες χαν περπατούσαν με τα πόδια μπροστά του, ενώ οι μπάντες με κύμβαλα, φλάουτα, τύμπανα και φλογέρες έπαιζαν τις μελωδίες του Αφρασιάμπ. Ο αυτοκράτορας κοίταζε με αξιοπρέπεια και προς τις δύο πλευρές του, σαν λιοντάρι που είχε πιάσει το θήραμά του και χαιρετούσε τους ανθρώπους καθώς προχωρούσε, ακολουθούμενος από τρεις χιλιάδες υπηρέτες ντυμένους με πανοπλίες. Ο κόσμος φώναζε «δοξασμένος ο Θεός!» καθώς περνούσε και έπεφταν με το πρόσωπο στο έδαφος. Οι έμποροι είχαν στήσει και στις δύο πλευρές του δρόμου περίπτερα από σατέν, ύφασμα από χρυσό, βελούδο, εκλεκτά λινά και άλλα πλούσια είδη, τα οποία στη συνέχεια διανεμήθηκαν στους σολάκ, πέικ και άλλους υπηρέτες του σουλτάνου. Ο γέρος σολάκ-μπασης μου είπε ότι μόνο οι δικοί του φρουροί είχαν μεταφέρει στο σπίτι μεταξωτές σκηνές που άξιζαν 7.000 γρόσια. Κατά τη διάρκεια αυτής της θριαμβευτικής πορείας προς το Σεράι, όλα τα πλοία στο Σεράι-μπουρνού, στο Κίζ-καλε (πύργο Λέανδρου) και στο Τόπ-χανε, έριχναν χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς, έτσι ώστε η θάλασσα να μοιάζει σαν να φλέγεται. Οι τελάληδες ανακοίνωσαν ότι επτά ημέρες και νύχτες επρόκειτο να αφιερωθούν σε γιορτή και χαρά. Κατά τη διάρκεια αυτης της γιορτής έφεραν στον σουλτάνο τέτοια ποσότητα πλούσιων δώρων, που γέμισε με αυτά όχι μόνο το θησαυροφυλάκιο, αλλά και το κιόσκ-χανε (σπίτι στον κήπο). Την επόμενη μέρα που ήταν Παρασκευή, ο σουλτάνος επισκέφτηκε το τζαμί του Εγιούπ και χάρηκε πολύ που είδε τα νέα κτίρια καθώς περνούσε κατά μήκος του λιμανιού και κατά την επιστροφή του μέσω της πύλης Αδριανούπολης. Ευχαριστημένος από τις βελτιώσεις που είδε, συγχώρησε τον Καϊμακάμ Πασά για τη δυσαρέσκεια που είχε προκαλέσει στους ανθρώπους και του απένειμε τιμητικό μανδύα. Κατά την άφιξή του στο τζαμί του Πορθητή έκανε προσευχή δύο υποκλίσεων και όντας ευχαριστημένος από τον τρόπο με τον οποίο φωτιζόταν το τζαμί, απένειμε δεύτερο τιμητικό μανδύα στον καϊμακάμη. Στη συνέχεια επισκέφτηκε τον τάφο του Πορθητή, το τζαμί των πριγκίπων και το μνημείο τους, το τζαμί και το μαυσωλείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ και το τζαμί και το μαυσωλείο του δικού του πατέρα. Παρατηρώντας την καλή κατάσταση στην οποία διατηρούνταν αυτά τα τζαμιά, εξέφρασε την ικανοποίησή του και επέστρεψε στο παλάτι. Αυτόν τον μήνα ελήφθησαν πολύ δυσμενείς αναφορές από τον μεγάλο βεζίρη Ταμπάνι Γιασί Μοχάμεντ Πασά. Ο Σάχης είχε πάρει το Ερεβάν και λόγω της δριμύτητας του χειμώνα ήταν αδύνατο να του σταλεί κάποια επικουρία. Δόθηκαν λοιπόν αμέσως οι σφραγίδες στον Μπαϊράμ Πασά και αποφασίστηκε εκστρατεία στη Βαγδάτη. Ολοκληρώθηκαν όλες οι απαραίτητες ρυθμίσεις και εκδόθηκαν τα αυτοκρατορικά φιρμάνια για να καλέσουν στρατεύματα από κάθε περιοχή στον αριθμό των 100.000 ανδρών, να είναι έτοιμα μέχρι την άνοιξη για την αυτοκρατορική εκστρατεία. Οι καπουτζή-μπασι, χασεκή και μουσαχίμπ στάλθηκαν προς κάθε κατεύθυνση με αυτοκρατορικές διαταγές και άρχισε να συγκεντρώνεται στρατός πολυάριθμος, σαν τα κύματα του ωκεανού.

Περιγραφή της εισόδου του ταπεινού Εβλία στο αυτοκρατορικό χαρέμι του σουλτάνου Μουράτ και κάποια ευχάριστη συνομιλία που απόλαυσε με τον αυτοκράτορα το 1045 (1635)

Φέτος ολοκλήρωσα, υπό την καθοδήγηση του δασκάλου μου, του Εβλία Εφέντη, τη μελέτη του Κορανίου, σύμφωνα με τις επτά διαφορετικές αναγνώσεις του Σατεμπί και ξεκίνησα μάθημα σύμφωνα με τις δέκα αναγνώσεις. Με τη συμβουλή του πατέρα μου, του δερβίση Μοχάμεντ Αγά, την ιερή νύχτα του Καντρ, όταν αρκετές χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στο τζαμί της Αγιασόφια, πήρα τη θέση μου στην έδρα των μουεζίνηδων και μετά την προσευχή Τεραβί, άρχισα να επαναλαμβάνω από μνήμης ολόκληρο το Κοράνι. Όταν τελείωσα τη σούρα Εναάμ, ο Γκουζμπεγκτζή Μοχάμεντ Αγάς και ο σαλιχτάρ Μελέκ Αχμέτ, ανέβηκαν στην έδρα και βάζοντας στο κεφάλι μου, παρουσία χιλιάδων, τουρμπάνι κατεργασμένο με χρυσάφι, με ενημέρωσαν ότι ο αυτοκράτορας ήθελε να με δει. Στη συνέχεια με πήραν από το χέρι και με οδήγησαν στο μαχφίλ του αυτοκράτορα. Βλέποντας την αξιοπρεπή φυσιογνωμία του σουλτάνου Μουράτ, έσκυψα και φίλησα το έδαφος. Ο αυτοκράτορας με δέχτηκε πολύ ευγενικά και ύστερα από τους χαιρετισμούς, με ρώτησε σε πόσες ώρες θα μπορούσα να επαναλάβω ολόκληρο το Κοράνι. Είπα ότι, αν ευχαριστεί τον Θεό, αν προχωρήσω με γρήγορο ρυθμό, μπορώ να το επαναλάβω σε επτά ώρες, αλλά αν το κάνω μέτρια, χωρίς μεγάλη διακύμανση της φωνής, μπορώ να το ολοκληρώσω σε οκτώ ώρες. Ο σουλτάνος είπε τότε: «Σε παρακαλώ Θεέ! Μπορεί να γίνει δεκτός στον αριθμό των στενών συνεργατών μου στο δωμάτιο του μακαρίτη Μούσα». Στη συνέχεια μου έδωσε δύο ή τρεις χούφτες χρυσό, που συνολικά ανερχόταν σε 623 κομμάτια. Αν και τότε ήμουν μόλις ένας νέος εικοσιπέντε ετών, ήμουν αρκετά καλά μορφωμένος και οι τρόποι μου ήσαν εξευγενισμένοι, έχοντας συνηθίσει να συναναστρέφομαι με βεζίρηδες και μουφτήδες, παρουσία των οποίων είχα επαναλάβει επανειλημμένα τα Ασάρ και τα Νατ του ιερού τόμου. Ο Μουράτ έφυγε από το τζαμί με τον συνηθισμένο τρόπο, με πυρσούς και φανάρια. Ανέβηκα σε άλογο και μπήκα στο αυτοκρατορικό σεράι από την πύλη του κυπαρισσιού. Ύστερα ο αυτοκράτορας επισκέφτηκε τον χας-οντά και συστήνοντάς με στον αρχηγό, τον κατεύθυνε να μου φορέσει το καφτάνι, στον θάλαμο του κιλαρτζή-μπαση. Στη συνέχεια αποσύρθηκε στο εσωτερικό χαρέμι. Το επόμενο πρωί με παρέδωσε στον κιλαρτζή-μπαση Σαφίντ Αγά και μου δόθηκε δωμάτιο στα διαμερίσματα του Κιλάρ. Ο τουρσιτζή-μπασης ορίστηκε παιδαγωγός μου (λάλα). Δάσκαλοί μου ήσαν: της γραφής, ο γκογκού-μπασης. Της μουσικής, ο δερβίσης Ομάρ. Της γραμματικής, ο Γκετζί Μοχάμεντ Εφέντης. Και της ανάγνωσης του Κορανίου, ο παλιός μου κύριος, ο Εβλία Εφέντης. Ο ιμάμης Χόρους ήταν ο σύντροφός μου στην απαγγελία του Κορανίου και οι Τάγιε Ζάντε Χαντάν, Φερόχογλου Ασάφ Μπεγκ, Μοάνογλου, Γκετζετζή Σουλεϊμάν και Άμπερ Μουσταφά ήσαν οι συμμαθητές μου μουεζίνηδες. Μεγάλο μέρος του χρόνου μου το περνούσα στο μέσκ-χανε ή γυμναστήριο, κοντά στο ιδιωτικό λουτρό, εξασκούμενος στη μουσική. Μια μέρα μου φόρεσαν κεντημένο φόρεμα, έβαλαν κεχριμπαρένια τούφα τεχνητών μαλλιών στο κεφάλι μου και αφού μου ευχήθηκαν χίλιες ευλογίες, μου είπαν ότι είχα το στέμμα της ευτυχίας στο κεφάλι μου. Μερικές φορές επίσης μου έβαζαν γούνινο καπελάκι σαν εκείνο που φορούσαν οι σύντροφοί μου. Ο σαλιχντάρ Μελέκ Αχμέτ Πασάς δεν με έχανε ποτέ από τα μάτια μου και καθώς ήμασταν συγγενείς από την πλευρά της μητέρας μου, μου έκανε πολλά δώρα. Αυτός, ο Ρουζναχμετζή Ιμπραήμ Εφέντης και ο καλλιγράφος Χασάν Πασάς, ήσαν τα μέσα με τα οποία μπόρεσα να μπω στο Σεράι. Την ημέρα που ντύθηκα όπως περιγράφτηκε πιο πάνω, με το υπέροχο τουρμπάνι, ήρθαν δύο μουγγοί και με πολλές περίεργες κινήσεις με οδήγησαν στον χας οντά (εσωτερικό θάλαμο), στον Μελέκ Αχμέτ Αγά και τον προκάτοχό του Μουσταφά. Αυτοί με ενθάρρυναν πολύ και μου δίδαξαν αρκετές εκφράσεις και εθιμοτυπίες, τις οποίες έπρεπε να τηρώ παρουσία του αυτοκράτορα. Βρισκόμουν τώρα στον χας οντά και είχα την ευκαιρία να τον εξετάσω. Είναι μεγάλο δωμάτιο με τρούλο. Σε κάθε γωνία υπάρχουν υπερυψωμένα καθίσματα ή θρόνοι, πολυάριθμα παράθυρα και μπαλκόνια, κρήνες και λεκάνες νερού, ενώ το δάπεδο είναι στρωμένο με πέτρα διαφόρων χρωμάτων, σαν κινεζική συλλογή εικόνων. Έκανε τώρα την εμφάνισή του ο αυτοκράτορας, σαν ανατέλλων ήλιος, από την πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό χαρέμι. Χαιρέτησε τους σαράντα υπηρέτες του εσωτερικού θαλάμου και όλους τους μουσαχίμπ (συνεργάτες), οι οποίοι ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό με προσευχές για την ευημερία του. Όταν ο αυτοκράτορας κάθισε με μεγάλη αξιοπρέπεια σε έναν από τους θρόνους, φίλησα το πάτωμα μπροστά του και έτρεμα παντού. Όμως την επόμενη στιγμή τον επαίνεσα με μερικούς στίχους, που ευτυχώς μου ήρθαν στο μυαλό. Στη συνέχεια μου ζήτησε να διαβάσω κάτι. Είπα: «Είμαι μυημένος σε εβδομηνταδύο επιστήμες. Θέλει η μεγαλειότητά σας να ακούσει κάτι σε περσικά, αραβικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά, συριακά, ελληνικά ή τουρκικά; Κάτι από τις διαφορετικές μελωδίες μουσικής ή ποίηση σε διάφορα μέτρα;» Ο αυτοκράτορας είπε: «Τι καυχησιάρης είναι αυτός! Μήπως είναι ρεβάνι (αδέξιος) και όλα αυτά είναι απλώς ανοησίες ή είναι σε θέση να κάνει όλα αυτά που λέει;» Απάντησα: «Αν ευχαριστεί τη μεγαλειότητά σας να μου δώσει την άδεια να μιλήσω ελεύθερα ως ναντίμ (οικείος σύντροφος), νομίζω ότι θα μπορέσω να σας διασκεδάσω». Ο αυτοκράτορας ρώτησε ποια είναι η δουλειά ενός ναντίμ. «Ναντίμ», είπα εγώ, «είναι ένας κύριος που μιλά με ευχάριστο τρόπο. Αλλά αν του επιτρέπεται να πίνει με τον αυτοκράτορα, ονομάζεται ναντίμ ναμπ, ή σύντροφος στο ποτήρι. Το ναντίμ προέρχεται από το μοναντάματ και με μετάθεση γραμμάτων έχουμε μουντάμ, το οποίο στα αραβικά σημαίνει καθαρό κρασί. Αν ένας τέτοιος ναντίμ επιτρέπεται να απολαμβάνει τη συντροφιά του αυτοκράτορα, ονομάζεται μουσαχίμπ (στενός σύντροφος)». «Μπράβο!» είπε ο σουλτάνος, «καταλαβαίνει τη δουλειά του και δεν είναι ρεβάνι». «Πράγματι Ρεβάνι!» απάντησα εγώ, κοιτάζοντας ταυτόχρονα προς τον Γιουσούφ Πασά, τον πρόσφατα χαν του Ρεβάν (Ερεβάν). Ο αυτοκράτορας χτύπησε τα γόνατά του με το χέρι του και ξέσπασε σε τέτοιο γέλιο, που το πρόσωπό του έγινε πολύ κόκκινο. Απευθυνόμενος στη συνέχεια στον Εμίργκιουνε, τον αγαπημένο του μουσικό, είπε: «Τι πιστεύεις για αυτό το διαβολόπαιδο;» Ο Γιουσούφ Πασάς είπε: «Σημειώστε αυτόν τον νεαρό, πολύ σύντομα θα καταπλήξει όλο το Ιράν και το Τουράν, γιατί τα μάτια του χορεύουν συνεχώς». «Ναι», είπα, «τα μάτια των τούρκικων αγοριών χορεύουν για να διεγείρουν την ευθυμία σε ξένους». Υπονοούσα τον Εμίργκιουνε, ο οποίος, όταν είχε καλή διάθεση, συχνά χόρευε και έπαιζε. Ο αυτοκράτορας γέλασε και είπε: «Το αγόρι έχει έτοιμες απαντήσεις» και γεμάτος καλό χιούμορ, διέταξε να φέρουν λίγο τσακίρ. Τσακίρ στη μεταφορική του γλώσσα σήμαινε κρασί. Ήπιε ένα ποτήρι και είπε: «Εβλία, τώρα είσαι μυημένος στα μυστικά μου. Φρόντισε να μην τα αποκαλύψεις». Απάντησα με τους παρακάτω στίχους:

«Βαθιά στο στήθος σου να είναι ο γλυκός μυστικός λόφος της αγάπης.
Απαγόρευσε στην ψυχή σου να νιώσει την παρουσία του εκεί.
Και όταν ο θάνατος αιωρείται πάνω από το βλέφαρό σου που σκοτεινιάζει,
Ακόμα και αυτή τη γνώση, μην την μοιράζεσαι με κανέναν άλλο!»

Επίσης ανέφερα το ρητό, «Αυτός που παραμένει σιωπηλός, αποφεύγει πολλές κακοτυχίες» και πρόσθεσα: «Αυτοκράτορά μου, αυτός που γίνεται δεκτός στα μυστικά σας, πρέπει να είναι αποθήκη απορρήτου». «Εβλία», είπε ο σουλτάνος, «έχοντας μιλήσει τόσο πολύ για επιστήμη, ας ακούσουμε τώρα μερικές από τις μουσικές σου παραστάσεις». Απαρίθμησα όλες τις διαφορετικές μελωδίες και έχοντας κάνει πολλές νύξεις για την όρεξη του Εμίργκιουνε για κρασί, ο σουλτάνος ήταν τόσο ευχαριστημένος με την ετοιμότητά μου, που είπε: «Τώρα, Εβλία, δεν θα σου ζητήσω άλλο να αφηγηθείς, ούτε θα σε ρωτήσω τον λόγο για αυτό που λες. Σε διορίζω μουζαχίμπ». Και τότε με διέταξε να φορέσω γούνινο χιτώνα. Βλέποντας ότι ήταν πολύ μακρύς για μένα, είπε: «Στείλε τον στον πατέρα σου, να με θυμάται στις προσευχές του». Και έδωσε εντολή να δοθεί άλλος σε μένα. Ύστερα με τα ίδια του τα χέρια έβαλε στο κεφάλι μου καλπάκι από γούνα σαμουριού. Πριν από αυτό είχα μόνο ένα απλό τατάρικο καλπάκι. Στη συνέχεια μου ζήτησε να τραγουδήσω βαρσικί. Κάποτε μουσικός μου δάσκαλος ήταν ένας δερβίσης Ομάρ, μαθητής του διάσημου σεΐχη Γκιουλσανί, με τον οποίο γνωρίστηκε κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν και με τον οποίο πέρασε δεκαεπτά χρόνια στην Αίγυπτο, εκτελώντας κάθε είδους ταπεινές υπηρεσίες, όπως καμαριέρης, ιπποκόμος, μάγειρας κλπ. Μια μέρα ο Γκιουλσανί, αντιλαμβανόμενος την αξία που κρυβόταν κάτω από το ένδυμα αυτού του φτωχού δερβίση, τον συμβούλευσε να πάει στην Τουρκία, όπου τον ήθελε ο σουλτάνος Σουλεϊμάν. Όταν έφευγε, ο Γκιουλσανί του έδωσε το δικό του χαλί και πάνω σε αυτό το χαλί ο δερβίσης Ομάρ είχε την τιμή να συνεργαστεί με όλους τους σουλτάνους, από τον Σουλεϊμάν μέχρι τον Μουράτ. Φτάνοντας στην Τουρκία με εβδομήντα οπαδούς, ήταν παρών στην πολιορκία του Σίγκετ και στον θάνατο του Σουλεϊμάν. Από τότε απολάμβανε την εμπιστοσύνη και την προστασία όλων των σουλτάνων. Ήταν ικανός στην επιστήμη της μουσικής, στην οποία μου έκανε μαθήματα. Υπακούοντας στις διαταγές του σουλτάνου, πήρα μία νταγιάρα (ντέφι) και φίλησα το έδαφος μπροστά από τον σουλτάνο. Κοιτάζοντας τη νταγιάρα, παρατήρησε ότι ήταν διακοσμημένη με πετράδια και είπε: «Σου κάνω δώρο αυτή τη νταγιάρα, αλλά πρόσεχε μην περάσεις πέρα από αυτόν τον κύκλο». Αναπήδησα με ζωηρό τρόπο, φίλησα το πόδι του θρόνου, προσευχήθηκα για ευλογία στον δερβίση Ομάρ και είπα: «Αν ευαρεστεί τον Θεό, δεν πρόκειται ποτέ να αποκλειστώ από αυτόν τον κύκλο της οθωμανικής αυλής, γιατί γνωρίζω πολύ καλά τα όριά μου για να τα υπερβώ.

Είναι πολύ απαραίτητο για τον καθένα να γνωρίζει τα όριά του,
Είτε είναι φτωχός, είτε είναι πλούσιος.

Κατόπιν κάθισα στις φτέρνες μου ως συνήθως, έκανα σύντομη προσευχή για βοήθεια από τον Θεό και ύστερα από αρκετές συμφωνίες, αναφώνησα: «Ω εσύ σεΐχη Γκιουλσανί, δάσκαλε του δασκάλου μου δερβίση Ομάρ Ραουσανί, χαίρε!» Άρχισα τώρα να τραγουδάω και να χορεύω, περιστρεφόμενος με τον τρόπο των δερβίσηδων και συνοδεύοντας με τη νταγιάρα, το ακόλουθο ουαρσικί (μυστικιστικό τραγούδι) που συνέθεσε ο δερβίσης Ομάρ για τον εκλιπόντα Μούσα, στη θέση του οποίου είχα μόλις μπει. Με σιγανή και λυπητερή φωνή τραγούδησα:

Βγήκα να συναντήσω τον αγαπημένο μου Μούσα. Καθυστέρησε και δεν ήρθε.
Ίσως τον έχασα στον δρόμο. Καθυστέρησε και δεν ήρθε.

Ακούγοντας αυτό το λυπητερό τραγούδι, ο σουλτάνος πήρε το μαντήλι από την τσέπη του και όταν τον πλησίασα, γύρισε και είπε: «Το αγόρι ζωντάνεψε το πνεύμα του Μούσα Τσελεμπή! Τώρα πες μου την αλήθεια αμέσως. Ποιος σου είπε να τραγουδήσεις αυτό το τραγούδι, το οποίο έχω απαγορεύσει να τραγουδούν μπροστά μου και ποιος σου το έδωσε;» Απάντησα, «Αυτοκράτορά μου, πολλά τα έτη σου! Ο πατέρας μου είχε δύο σκλάβους, που έμαθαν το τραγούδι από τα γραπτά του Ιρμαγάν Μοχάμεντ Εφέντη, ο οποίος πέθανε στην τελευταία επιδημία και από εκείνους το έμαθα. Δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλο, ούτε κάποιος μου είπε να το τραγουδήσω μπροστά στον αυτοκράτορά μου». Ο σουλτάνος είπε, «Το αγόρι είναι πολύ έξυπνο. Παραθέτει το άλλοθι νεκρών, για να μη βάλει σε κίνδυνο τους ζωντανούς». Ύστερα είπε «Μακάρι να ζήσεις πολύ» και μου ζήτησε να συνεχίσω την παράστασή μου. Επομένως έβαλα το χέρι μου στη νταγιάρα και τραγούδησα:

«Το στόμα του αγαπημένου μου προδίδει το κρυμμένο μυστικό,
Όταν μιλάει, λέει μαγικά ξόρκια.
Αν φαινόταν θυμωμένος, ακόμη και ο Ρουστάμ θα καταβαλλόταν,
Γιατί τα φρύδια του μοιάζουν με το τόξο και οι βλεφαρίδες του με τα βέλη».

Ύστερα παρέμεινα σιωπηλός και αφού φίλησα το έδαφος μπροστά στον αυτοκράτορα, με επαίνεσε πολύ και μου έδωσε πολλά χρυσά νομίσματα. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας, απευθυνόμενος στον Εμίργκιουνε, είπε: «Τους πρώτους στίχους που τραγούδησε ο Εβλία τους συνέθεσα ο ίδιος, για τον θάνατο του αγαπημένου μου συντρόφου Μούσα, τον οποίο είχα στείλει με μήνυμα στον Ρατζάμπ Πασά, όταν δέχθηκε επίθεση από τους αντάρτες, οι οποίοι έριξαν το δολοφονημένο σώμα του στο Ατ-μεϊντάν. Ω! Εμίργκιουνε, ξέρεις εσύ τι αξιαγάπητος και έξυπνος νέος ήταν! Δεν έχω βρει μέχρι τώρα υπηρέτη σαν κι αυτόν. Και αυτό το αθώο αγόρι μαρτύρησε!» «Αυτοκράτορά μου», απάντησε ο Εμίργκιουνε, «δεν σχίσατε τις φλέβες εκείνων που έχυσαν το αθώο αίμα του;» «Ναι», είπε ο σουλτάνος, «γα να εκδικηθώ τη δολοφονία του αγαπημένου μου και τον βίαιο θάνατο του αδελφού μου Οσμάν, έκανα τα κεφάλια 307.000 ανταρτών να κυλίσουν στο χώμα». «Ο Θεός να ευοδώσει όλες τις επιχειρήσεις σου», απάντησε ο Εμίργκιουνε. «τα 307.000 κεφάλια δεν ανήκαν όντως σε άνδρες, αλλά σε ισάριθμους αντάρτες, που ξεφύτρωσαν από το έδαφος σαν μανιτάρια. Οι στρατιές σας όμως, εκδικούμενες το αίμα των συντρόφων τους, το έκαναν επαρκώς παίρνοντας το φρούριο του Ερεβάν από τα χέρια μου και κόβοντας τη ρίζα και κλαδί του περσικού στρατού». Ο σουλτάνος, ευχαριστημένος από αυτήν την απάντηση, ζήτησε κρασί και ήπιε ένα ποτήρι. Το βράδυ με διέταξε να διαβάσω ένα δέκατο του Κορανίου. Ξεκίνησα από εκεί που είχα μείνει την ιερή νύχτα του Καντρ στην Αγιασόφια, δηλαδή στη σούρα Ααράφ και διάβασα διακόσιους τέσσερις στίχους, χωρισμένους σε δύο μακάμ, εικοσιτέσσερα σάμπα και σαρανταοκτώ ταρκίμπ. Στη συνέχεια επανέλαβα τα ονόματα των σουλτάνων Αχμέτ, Οσμάν και όλων των επιφανών προγόνων τους, στους οποίους μεταβίβασα οποιαδήποτε αξία μπορούσα να είχα από αυτή την ανάγνωση του Κορανίου και ολοκλήρωσα με τη φάτιχα (το πρώτο κεφάλαιο του Κορανίου). Ύστερα ο σουλτάνος μου δώρισε μια ζώνη ψαροκόκκαλο στολισμένη με πετράδια, την οποία είχε στο χέρι του και ρώτησε τον Εμίργκιουνε αν διαβάζουν το Κοράνι τόσο καλά στην Περσία. Ο Εμίργκιουνε απάντησε ότι οι Πέρσες λίγο φρόντιζαν να συμμορφώνονται οι ενέργειές τους με το Κοράνι και πολύ λιγότερο με το να το διαβάζουν σωστά. «Μόνο στην ευσέβεια της δικής σου μεγαλείοτητας χρωστάμε μια τέτοια ανάγνωση, που μας θυμίζει τις συνελεύσεις του Χουσεΐν Μπικάρα». Εκείνη τη στιγμή οι μουεζίνηδες άρχισαν να καλούν σε προσευχή από το κεφαλόσκαλο που κοιτάζει προς την αυλή του παλατιού. Ο αυτοκράτορας με διέταξε να τους βοηθήσω. Πέταξα σαν παγώνι στην κορυφή της σκάλας και άρχισα να αναφωνώ, Χάι αλά-ας-σαλάχ! δηλαδή «Ω! Σε καλά έργα!» Πριν από την έναρξη των προσευχών, με πρόσεξε ο καλός μου κύριος Εβλία Εφέντης, ο αυτοκρατορικός ιμάμης, ο οποίος, συναντώντας τον αυτοκράτορα στο προσευχητήριο, έξω από το αυτοκρατορικό τζαμί, κοντά στον χας-οντά, του απευθύνθηκε ως εξής: «Ευγενικέ μου αυτοκράτορα, αυτό το αγόρι, η αγάπη της καρδιάς μου, δεν έχει παρακολουθήσει τις διαλέξεις μου από την ιερή νύχτα του Καντρ, όταν τον πήρες στο χαρέμι. Έχει ήδη μάθει απέξω ολόκληρο το Κοράνι, σύμφωνα με τις επτά αναγνώσεις. Είναι καλά εξοικειωμένο με την πραγματεία Σαταμπίε για το θέμα αυτό και είχε αρχίσει τη μελέτη των δέκα διαφορετικών αναγνώσεων. Επίτρεψέ του, λοιπόν, να τελειοποιηθεί σε αυτές τις μελέτες, ύστερα από το οποίο μπορεί να επιστρέψει στην υπηρεσία της μεγαλειότητάς σου». Ο αυτοκράτορας, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη του αυτά τα αιτήματα, είπε: «Εφέντη! Πιστεύεις άραγε ότι το παλάτι μας είναι ταβέρνα ή κρησφύγετο ληστών; Τρεις χιλιάδες υπηρέτες υπάρχουν εδώ, αφοσιωμένοι νύχτα και μέρα στη μελέτη των επιστημών, εκτός από την παρακολούθηση των επτά γενικών διαλέξεων και των δύο που κάνει η σεβασμιότητά σου δύο φορές την εβδομάδα. Μπορεί να παρακολουθεί τις διαλέξεις σου όπως και πριν, αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω στη διάθεσή σου, γιατί είναι ζωηρός και έξυπνος νέος και πρέπει να παραμένει μαζί μου, σαν γιος μου. Ο πατέρας του, ο αρχηγός των χρυσοχόων, είναι πατέρας μου, αλλά μπορεί να έρχεται όσο συχνά θέλει, να βλέπει τον γιο του». Ο Εβλία Εφέντης, βλέποντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα να αποκτήσει αυτό που ήθελε, είπε: «Λοιπόν, ευγενικέ κυρίαρχέ μου, επίτρεψέ του τουλάχιστον τα βιβλία που είναι απαραίτητα για την εκπαίδευσή του». Ο σουλτάνος ζήτησε αμέσως πένα και μελάνι, κάλεσε τον ταμία να είναι παρών και με το ίδιο του το χέρι έγραψε την εξής αυτοκρατορική εντολή: «Εσύ, ο επικεφαλής του ταμείου, θα εφοδιάσεις αμέσως τον Εβλία με τα ακόλουθα έργα:61 το Κάφια, τον σχολιασμό του Τζάμι, του Ταφσίρ Καζί, του Μισμπάχ, του Ντιμπάτσεχ, του Σαχίχ Μόσλεμ, του Μποχάρι, του Μουλτέκα-αλ-Αμπχάρ, του Καντούρι, του Γκιουλιστάν και Μποστάν, του Νισάμπ-σαμπιγιάν και του Λογκάτ Αχτάρι». Ο κεχαγιάς ή αναπληρωτής ταμίας μου έφερε αμέσως αυτά τα πολύτιμα έργα που είχαν γραφτεί για τη χρήση ανωτάτων αρχόντων και ο σουλτάνος μου δώρισε ένα αντίγραφο του Κορανίου, γραμμένο με το χέρι του Γιακούτ Mουστασάμι, το οποίο διάβαζε συνήθως ο ίδιος. Επίσης ένα ασημένιο μελανοδοχείο στολισμένο με πετράδια και έναν πίνακα γραφής στολισμένον με μαργαριτάρια. Ταυτόχρονα έδωσε οδηγίες στον κιλαρτζή-μπαση σχετικά με τη διαμονή μου. Έτσι, τρεις φορές την εβδομάδα διάβαζα το Κοράνι με τον Εβλία Εφέντη, ενώ έπαιρνα επίσης μαθήματα στα αραβικά, τα περσικά και το γράψιμο. Με αυτόν τον τρόπο σπάνια μπορούσα να προσέρχομαι στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, αλλά όποτε ερχόμουν ενώπιον του, ήταν πάντοτε ευχαριστημένος και μου συμπεριφερόταν τόσο ευγενικά, που δεν παρέλειπα ποτέ να εκφράζω τα ευφυολογήματα και τους αστεϊσμούς μου. Ποτέ δεν έμπαινα στον πειρασμό να επαναλάβω κάποια από τα πνευματώδη λόγια μου, παρά μόνο με ρητή εντολή του σουλτάνου. Ο Καραχισάρι, ο μεγάλος καλλιγράφος, ο δάσκαλός μου στη γραφή, καθώς και πολλοί άλλοι μάρτυρες ζουν ακόμη, οι οποίοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι, μυημένος όπως ήμουν τότε σε κάθε κλάδο της επιστήμης, απολάμβανα της μεγαλύτερης εύνοιας του σουλτάνου, που του άρεσε το αστείο ή το γέλιο καθώς και κάθε απλός δερβίσης.62 Είχα συχνά την τιμή να συνομιλώ με οικειότητα με αυτόν τον σπουδαίο μονάρχη και αν επρόκειτο να αφηγηθώ όλη τη συζήτηση που έγινε μεταξύ μας, θα γέμιζα έναν τόμο. Κοντολογής, ο σουλτάνος Μουράτ ήταν άνθρωπος που είχε τη φύση δερβίση, αλλά ήταν γενναίος και έξυπνος. Τα δάχτυλά του ήταν χονδρά αλλά με καλές αναλογίες, ενώ ούτε ο πιο δυνατός παλαιστής δεν μπορούσε να ανοίξει την κλειστή γροθιά του. Ντυνόταν γενικά με μπλε μετάξι και του άρεσε να ιππεύει πολύ γρήγορα. Ούτε η οθωμανική ούτε καμία άλλη δυναστεία μουσουλμάνων ηγεμόνων έβγαλε ποτέ ηγεμόνα τόσο αθλητικό, τόσο καλοφτιαγμένο, τόσο δεσποτικό, τόσο φοβούμενο από τους εχθρούς του, ή τόσο αξιοπρεπή όσο ο σουλτάνος Μουράτ. Αν και τόσο σκληρός και αιμοδιψής, συνομιλούσε με τους πλούσιους και τους φτωχούς χωρίς κανέναν διαμεσολαβητή, τριγυρνούσε μεταμφιεσμένος νυχθημερόν για να ενημερώνεται για την κατάσταση των φτωχών και για να διαπιστώνει την τιμή των τροφίμων, ενώ για αυτόν τον σκοπό πήγαινε συχνά στα μαγειρεία και δειπνούσε ινκόγκνιτο. Ωστόσο κανένας μονάρχης δεν ήταν ένοχος για τόσες βίαιες πράξεις. Στην πορεία προς τη Βαγδάτη, όταν έφυγε από την Καισάρεια, ένα αγριοκάτσικο εμφανίστηκε στα βουνά του Ντέβελι Καραχισάρ. Ο αυτοκράτορας το κυνήγησε αμέσως, το χτύπησε με το δόρυ του, το ακολούθησε ανάμεσα στους βράχους και μοίρασε το θήραμά του στους βεζίρηδές του. Όλος ο στρατός έμεινε έκπληκτος, όταν τον είδε να αφιππεύει και να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό κυνηγώντας το θήραμά του. Σε άλλη περίπτωση τον είδα να αρπάζει τους σαλιχτάρ του, τον Μελέκ Αχμέτ και τον Μούσα Αγά, εξαιρετικά στιβαρούς άνδρες και τους δύο, να τους πιάνει από τις ζώνες τους, να τους σηκώνει πάνω από το κεφάλι του και να τους πετά τον ένα προς τα δεξιά και τον άλλο προς τα αριστερά. Οι Αχμέτ Πασάς, Χασάν Πασάς ο καλλιγράφος, Ντελή Χουσεΐν Πασάς και ο πεχλιβάνης Ντισλένκ Σουλεϊμάν ήσαν όλοι αθλητικοί άνδρες που λάτρευαν το παιχνίδι και την πάλη. Ο σουλτάνος συχνά γδυνόταν και πάλευε με αυτούς τους άνδρες, σε σημείο του σεράι που ονομάζεται τσεμέν-σοφά. Ήμουν εγώ εκείνος που σε τέτοιες περιπτώσεις διάβαζα τη συνήθη προσευχή των παλαιστών. Είναι η εξής: «Αλλάχ! Αλλάχ! Για χάρη του Κυρίου όλων των πλασμάτων Μοχάμεντ Μουσταφά, για χάρη του Μοχάμεντ Μπουχάρα, του Σαρή Σαλτίκ, για χάρη του σεΐχη μας Μωάμεθ, που κρατά τα ενδύματα και τα άκρα, ας αρχίσει μια πάλη χέρι με χέρι, πλάτη με πλάτη και στήθος με στήθος! Και για την αγάπη του Αλή, του Λιονταριού του Θεού, χορήγησε βοήθεια, Κύριε!» Ύστερα από αυτήν την προσευχή ο σουλτάνος άρχιζε να παλεύει είτε με τον Μελέκ Αχμέτ είτε με τον Ντελή Χουσεΐν. Αγωνίζονταν σύμφωνα με τους κανόνες της πάλης, κρατώντας ο ένας τον άλλον και περιπλεκόμενοι σαν φίδια. Αλλά όταν ο αυτοκράτορας θύμωνε, γονάτιζε στο ένα γόνατο και προσπαθώντας να κυριαρχήσει επί του αντιπάλου του από κάτω, εκείνος ήταν δύσκολο να του αντισταθεί. Κατάφερνε γενικά να ρίξει τον αντίπαλό του στο έδαφος. Όλοι οι πρώτοι ήρωες του Ισλαμισμού, όπως οι Μαντί Καρμπ, Οκαΐλ Μπεν Άμπου Τάλεμπ, Σοχαΐλ Ρουμί, Σαΐντ, Χάλεντ Μπεν Ουαλίντ, Ασάντ Μπεν Μοκντάντ, Χαντάντ, Ομάρ, Αλή, Χάμζα και Μαλέκ, πάλευαν παρουσία του Προφήτη, που ήταν ο ίδιος μεγάλος παλαιστής και σε διαφορετικές στιγμές νίκησε τους εχθρούς του, τον καταραμένο Αμπουλαχάμπ και τον Αμπουτζαχάλ. Έτσι η πάλη έγινε μία από τις αγαπημένες ασκήσεις των μουσουλμάνων και ο Πιρ Μαχμούτ έγινε ο προστάτης άγιος της τέχνης, που κατέληξε να αποτελείται από σαράντα αγωνίσματα, εβδομήντα γύρους και εκατόν σαράντα κόλπα, που ένας καλός παλαιστής πρέπει να είναι πλήρως εξοικειωμένος με όλα αυτά. Απαγορεύεται στους παλαιστές να συμμετέχουν σε καρακός, μπογμά και τζέριντ, επειδή η πάλη είναι άσκηση με τα πόδια και όχι αγώνας με εχθρό. Αν στη μάχη ένας εχθρός πιάσει έναν άλλον για να παλέψει, μπορεί να εκμεταλλευτεί το καρακός, το μπογμά ή το τζέριντ. Μπορεί ακόμη και να κόψει το κεφάλι του αντιπάλου του. Ο Μουράτ, όταν ήταν δυνατός νεαρός, δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος πριν ρίξει τον ανταγωνιστή του στο έδαφος. Μια μέρα βγήκε καλυμμένος με εφίδρωση από το χαμάμ (λουτρό) στον χας-οντά, χαιρέτησε τους παρευρισκόμενους και είπε: «Τώρα έκανα λουτρό». «Στην υγεία σας», ήταν η γενική απάντηση. Είπα: «Αυτοκράτορά μου, είσαι τώρα καθαρός και άνετος, επομένως μη λαδωθείς για πάλη σήμερα, ιδιαίτερα αφού έχεις ήδη ασκηθεί με άλλους και η δύναμή σου πρέπει να έχει μειωθεί σημαντικά». «Δεν μου έχει μείνει δύναμη;» ρώτησε. «Ας δούμε», οπότε με άρπαξε σαν αετός από τη ζώνη μου, με σήκωσε πάνω από το κεφάλι του και με στριφογύρισε όπως κάνουν με τα παιδιά. Αναφώνησα: «Μη με αφήσεις να πέσω, αυτοκράτορά μου, κράτα με!» Είπε: «Εσύ κρατήσου» και συνέχισε να με περιστρέφει, μέχρι που φώναξα: «Για όνομα του Θεού, αυτοκράτορά μου, σταμάτα, γιατί ζαλίστηκα πολύ». Άρχισε τότε να γελάει, με άφησε και μου έδωσε σαρανταοκτώ κομάτια χρυσάφι για τη διασκέδαση που του είχα προσφέρει. Μερικές φορές έπαιρνε τους δύο ξιφοφόρους του, τον Μελέκ Αχμέτ και τον Μούσα, που ήσαν και οι δύο εύσωμοι άνδρες και σηκώνοντάς τους στα χέρια του, έκανε τον κύκλο του τσεμέν-σοφά αρκετές φορές. Ήταν άνθρωπος που έτρωγε πολύ, μάλιστα ήταν ήρωας που ξεπερνούσε τους Σαμ, Ζαλ, Ναριμάν, Αφρασιάμπ και Ρουστάμ. Μια μέρα τρύπησε με ένα τζέριντ την ασπίδα ενός Αλβανού, η οποία αποτελούνταν από επτά στρώματα από το ξύλο της ρίζας της συκιάς και την έστειλε στο Κάιρο, όπου είναι κρεμασμένη στο ντιβάν του σουλτάνου Γκούρι. Ο Χασάν ο καλλιγράφος έγραψε την τούγρα του σουλτάνου σε χρυσό και πορφυρό χρώμα σε κινέζικο χαρτί σε τετράγωνο πέντε πήχεων. Διατηρείται και αυτή στο ντιβάν του Γκούρι. Όταν ήμουν εκεί, χάραξα από κάτω της τα ονόματα των τεσσάρων συνεργατών του Προφήτη (Αμπουμπέκρ, Ομάρ, Οσμάν και Αλή), επίσης με τη μορφή τούγρας (υπογραφής), εκλιπαρώντας την ευλογία του Θεού πάνω τους.

Σε άλλη περίπτωση ο Μουράτ, παρουσία του Γερμανού και του Ολλανδού πρεσβευτή, τρύπησε μερικές ασπίδες αποτελούμενες από δέκα δέρματα καμήλας η καθεμιά, τις οποίες είχαν φέρει μαζί τους ως δώρα. Επέστρεψε αυτές τις ασπίδες και το δόρυ με το οποίο τις είχε τρυπήσει, ως δώρα στον αυτοκράτορα της Γερμανίας. Τις είδα αναρτημένες στην αψίδα της εσωτερικής πύλης στη Βιέννη. Δέκα άλλες ασπίδες, που στάλθηκαν ως δώρα από τον αυτοκράτορα της Γερμανίας, τις τρύπησε με τον ίδιο τρόπο και τις έστειλε στον Μούσα Πασά όταν ήταν κυβερνήτης της Βούδας, όπου τις είδα να κρέμονται. Όταν βρισκόταν στο Χαλέπι, πέταξε ένα τζέριντ από το κάστρο, το οποίο, περνώντας πάνω από την τάφρο και σημαντικό διάστημα πιο πέρα, έπεσε στην αγορά των κατασκευαστών αναβολέων, όπου μια στήλη με επιγραφή χρονολόγησης σηματοδοτεί το σημείο όπου έπεσε.

Μια μέρα, ενώ γυμναζόταν στο παλιό παλάτι, είδε ένα κοράκι στην ημισέληνο του αριστερού μιναρέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Ίππευσε αμέσως μέχρι το Ατ-μεϊντάν και ρίχνοντας το τζέριντ του στο ύψος του τζαμιού, χτύπησε το κοράκι, που έπεσε νεκρό στα πόδια του. Το Ατ-μεϊντάν του παλιού παλατιού απέχει ένα μίλι από τον μιναρέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Αν το τζέριντ δεν είχε χτυπήσει το κοράκι, αλλά είχε ακολουθήσει την πορεία του, σίγουρα θα είχε πέσει στην αγορά πουλερικών. Στο σημείο όπου έπεσε το κοράκι στέκεται τώρα άσπρη μαρμάρινη στήλη ύψους ανθρώπου, με επιγραφή χρονολόγησης του Τζούρι γραμμένη με χρυσά γράμματα. Παρόμοιο μνημείο της εξαιρετικής απόστασης στην οποία ρίχτηκε ένα τζέριντ στέκεται στον κήπο του Μπέϋκοζ, επίσης χαραγμένο με επιγραφή χρονολόγησης του Τζούρι.

Ο σουλτάνος Μουράτ διδάχθηκε την επιστήμη της τοξοβολίας από τους Πεχλεβάν Χατζή Σουλεϊμάν και Σαρή Σολάκ. Υπάρχει ακόμη στο Οκ-μεϊντάν, κοντά στον τεκέ των τοξοτών, η μαρμάρινη στήλη που δείχνει το σημείο όπου έπεσε ένα βέλος που ρίχτηκε από τον σουλτάνο Μουράτ. Αυτή η βολή ξεπερνούσε εκείνες όλων των προηγούμενων πεχλιβάνηδων με εξαίρεση τον Τουζκοπαράν και άφηνε πολύ πίσω τα σημάδια των Καραλάντα, Βαγιαζήτ Χαν, Χατάτ Σεΐχ, Ντεμιρντιλισί και Μεσερλή Ντουντάρ. Στους κήπους της Τοκάτ ο σουλτάνος Μουράτ έκοψε κάποτε έναν γάιδαρο στα δύο με χτύπημα του σπαθιού του. Στο παιχνίδι του μεγάλου ρόπαλου με το βαρύ μεταλλικό κεφάλι (γκουρζ) μπορούσε να διαχειριστεί με τη μεγαλύτερη ευκολία ρόπαλο βάρους διακοσίων οκάδων και να εκτελέσει όλα τα κόλπα της τέχνης. Και έτσι διακρινόταν και στις ασκήσεις πάλης και πυγμαχίας. Ο δάσκαλός μας σε αυτές τις ασκήσεις, ο δερβίσης Ομάρ, ακούγοντας αρκετές αργκό εκφράσεις της τέχνης, όπως, «Κόψε! Χτύπα! Κράτα!» που χρησιμοποιούσε ο σουλτάνος Μουράτ, αναφωνούσε, «Κοίτα αυτόν τον άρχοντα-χασάπη!» αναφερόμενος στη σκληρή του διάθεση, η οποία δεν ικανοποιούνταν ποτέ χωρίς να χυθεί αίμα. Ο σουλτάνος ευχαριστήθηκε με το αστείο και χαμογέλασε με αυτό. Ήταν επίσης ειδικός στο παιχνίδι ματράκ, στο οποίο χτυπούν μπάλες με μπαστούνια και το οποίο έχει όχι λιγότερο από εκατόν εξήντα μπαντ ή κόλπα. Χτυπούσε τη μπάλα με τέτοια δύναμη, που εκείνη χτυπούσε το κεφάλι του συμπαίκτη του. Δάσκαλός του σε αυτό το παιχνίδι ήταν ο Τοσλάκ Καπουδάν, ο ταχυδακτυλουργός της γαλέρας του ναυάρχου, που ήταν έμπειρος ναυτικός (λεβέντ) και το όνομα του οποίου καταγράφεται στην ελεγεία που συνέθεσε ο Τζούρι Τσελεμπή Σεΐχ σε δώδεκα γλώσσες. Αυτός ο Τοσλάκ Καπουδάν, αν και θεωρούνταν από τους πιο επιδέξιους σε αυτό το παιχνίδι, δεν ήταν ισάξιος με τον σουλτάνο Μουράτ.

Τέλος, ο αυτοκράτορας ήταν καλός ποιητής, ισάξιος με τον Ναφαΐ και τον Τζούρι και το ντιβάν του ή συλλογή ωδών αποτελείται από τριακόσια φύλλα. Αλλά λείπουν οι ωδές που τελειώνουν στα γράμματα Τα και Άιν. Αυτές έπρεπε να τις προμηθεύσει ο Ουαχαμπί Οσμάν Τσελεμπή, αλλά πέθανε πριν προλάβει να τις ολοκληρώσει.

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα ρύθμιζε τις συνελεύσεις του ως εξής: Το απόγευμα της Παρασκευής συγκέντρωνε όλους τους ιερούς άνδρες, τους σεΐχηδες και τους αναγνώστες του Κορανίου και συζητούσε μαζί τους μέχρι το πρωί για επιστημονικά θέματα. Το βράδυ του Σαββάτου ήταν αφιερωμένο στους τραγουδιστές, που τραγουδούσαν το ιλαχί, το νατ και άλλες πνευματικές μελωδίες. Το βράδυ της Κυριακής ήταν δεσμευμένο στους ποιητές και αφηγητές μυθιστορημάτων, όπως οι Ναφάι, Τζούρι, Ναντίμι, Αρζί, Ναταρί, Μπεγιανί, Ιζετί κλπ. Το βράδυ της Δευτέρας είχε τα αγόρια-χορευτές, Σαρή Τσελεμπή, Τσακμάκ Τσελεμπή και Σεμερτζή-Ζάντε. Και τους Αιγύπτιους μουσικούς Νταμπάγ Ογλού, Παρπούρ Κούλι, Οσμάν Κούλι, Ναζλή Κούλι, Αχμέτ Κούλι και Σεχέρ Ογλάνι. Αυτή η συγκέντρωση κρατούσε μέχρι να ξημερώσει και έμοιαζε με τη μουσική γιορτή του Χουσεΐν Μπικάρα. Το βράδυ της Τρίτης δεχόταν τους ηλικιωμένους έμπειρους άνδρες ηλικίας άνω των εβδομήντα ετών, με τους οποίους συνομιλούσε με τον πιο οικείο τρόπο. Τις Τετάρτες παραχωρούσε ακροάσεις στους ευσεβείς αγίους και τις Πέμπτες στους δερβίσηδες. Τα πρωινά ασχολούνταν με τις υποθέσεις των μουσουλμάνων. Πρόσεχε με τέτοιον τρόπο τα οθωμανικά κράτη, που ούτε πουλί δεν μπορούσε να πετάξει από πάνω τους χωρίς να το γνωρίζει. Αλλά για την περιγραφή όλων των εξαιρετικών του ιδιοτήτων θα χρειαζόμασταν κι άλλον ένα τόμο.

Δόξα στον Αλλάχ, που ο πατέρας μου ήταν αρχηγός των χρυσοχόων από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν μέχρι εκείνη του σουλτάνου Ιμπραήμ και τιμήθηκα με τη συντροφιά τόσο ένδοξου μονάρχη, όπως ο σουλτάνος Μουράτ Δ’. Πριν αναλάβει η μεγαλειότητά του την εκστρατεία στη Βαγδάτη, έφυγα από το αυτοκρατορικό χαρέμι και διορίστηκα σπαχής, με επίδομα σαράντα άσπρα την ημέρα.

Κατάλογος των καπουδάν πασάδων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Δ’

Ο πρώτος ήταν ο Ρατζάμπ Πασάς, ο οποίος, όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως, κατέλαβε τριακόσια σκάφη Κοζάκων στη Μαύρη Θάλασσα και τα έφερε στην Ισλαμπόλ. Ο διάδοχός του Χαλίλ Πασάς, γεννημένος Αλβανός, κατέλαβε κοντά στους βράχους της Φλούρα [Βλόρε, Αυλώνα;] στη Μεσόγειο ένα διάσημο πλοίο των απίστων, το οποίο ονομαζόταν Καρα-τζέχενεμ (μαύρη κόλαση) και το οποίο είχε μεγάλο μύλο μέσα του και κήπο στο τέταρτο-κατάστρωμα.

Χασάν Πασάς, γιος γενίτσαρου από την Ταχτάλτζε [Τσατάλτζα], κοντά στην Ισλαμπόλ. Το έτος 1035 (1625) έκτισε δύο κάστρα στον Δνείπερο. Στη συνέχεια υποβαθμίστηκε και πέθανε ξαφνικά στο Γενίσεχιρ το 1041 (1631).

Βεζίρης Τζανπουλάντ Ζάντε Μουσταφά Πασάς. Παντρεύτηκε τη Φατίμα, αδελφή του σουλτάνου Μουράτ και έγινε καπουδάν πασάς το 1041. Το όνομά του σκόρπιζε τρόμο σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, ακόμη και στα στενά του Γιβραλτάρ. Έχτισε κάστρο στην Αθήνα και πριν ακόμη τελειώσει αυτό, διορίστηκε κυβερνήτης της Ρούμελης. Με αυτήν την ιδιότητά του πήρε εντολή να αναλάβει την εκστρατεία εναντίον του Ερεβάν και συγκέντρωσε τόσο πολλούς στρατιώτες, που τα προάστια της Ισλαμπόλ γέμισαν με αυτούς και χρειάστηκαν τρεις μήνες για να διασχίσουν τον Βόσπορο και να φτάσουν στο Σκουτάρι, με βάρκες χωρίς καρίνα.

Ο Τζαφέρ Πασάς παραιτήθηκε από το αξίωμα του μποσταντζή-μπαση για εκείνο του καπουδάν πασά το 1043 (1633). Σκόρπιζε τον τρόμο μεταξύ των απίστων. Την ίδια χρονιά, στη Γιορτή των Θυμάτων, συνάντησε τρία αγγλικά πολεμικά πλοία στη Μεσόγειο, μεταξύ των κάστρων Κεσέντιρε [Κασσάνδρας] και Κόλοζ [Βόλου]. Οι Άγγλοι, που ήσαν πυρολάτρες όπως λέει το ιερό κείμενο, «Κάηκαν και οι άνδρες πνίγηκαν», έβαλαν φωτιά σε δύο από τα σκάφη. Το τρίτο, με διακόσια κανόνια, πάρθηκε πριν προλάβουν να το πυρπολήσουν και οδηγήθηκε με τεράστια λεία στον σουλτάνο Μουράτ.

Μετά τον Τζαφέρ Πασά, έγινε καπουδάν πασάς ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς και με αυτή την ιδιότητα μπήκε στο πεδίο εναντίον του Ερεβάν. Στη συνέχεια διορίστηκε κυβερνήτης της Αιγύπτου.

Διάδοχός του ήταν ο Καρά Μουσταφά Πασάς, γεννημένος Αλβανός και εκπαιδευμένος ως γενίτσαρος. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Βαγδάτης ήταν ο αναπληρωτής του Πιαλή στο Τερς-χανε [ταρσανά, ναυπηγείο] και ταξίδεψε στη Μαύρη Θάλασσα με διακόσια πλοία του αυτοκρατορικού στόλου. Σε αυτήν την εκστρατεία αντιμετώπισε διακόσια σκάφη Κοζάκων, από τα οποία συνέλαβε εβδομήντα, μαζί με τον αρχηγό (χέτμαν). Τα υπόλοιπα διέφυγαν τη νύχτα και κρύφτηκαν στα καλάμια και τα έλη του ποταμού Κουμπάν. Ο Πιαλή Πασάς τα καταδίωξε και έκλεισε την είσοδο του ποταμού, αλλά οι άπιστοι έβγαλαν τα σκάφη τους στη στεριά, ενώ ο Πιαλή περίμενε μάταια την εμφάνισή τους. Τελικά ενημερώθηκε για το σχέδιο των απίστων από τον Χατζή Καναάν Πασά, κυβερνήτη του Οτσάκοφ και από τον χαν των Τάταρων, οπότε σήκωσε άγκυρα, πήγε γύρω από το νησί Ταμάν και έκλεισε το κανάλι από το οποίο σκόπευαν οι Κοζάκοι να αποδράσουν. Όντας τώρα περικυκλωμένοι στη στεριά από τον Χατζή Πασά και τον Τατάρο χαν, οι Κοζάκοι έκαναν στρατόπεδο με τα σκάφη τους στις εκβολές του ποταμού και αμύνονταν για επτά ημέρες και νύχτες. Αυτή η μάχη είναι ακόμη και τώρα αξέχαστη με το όνομα Ανταχούν. Τελικά κανένα από τα σκάφη τους δεν διέφυγε, αλλά οδηγήθηκαν όλα θριαμβευτικά στην Ισλαμπόλ, με τους σταυρούς των σημαιών τους στραμμένους προς τα κάτω και όλο τον στόλο αγκυροβολημένο απέναντι από τον ναύσταθμο. Η είδηση αυτής της νίκης έδωσε νέο κουράγιο στα στρατεύματα που συμμετείχαν στην πολιορκία της Βαγδάτης.

Οι άλλοι καπουδάν πασάδες ήσαν ο σαλιχτάρ Μουσταφά Πασάς και ο Σιαβούς Πασάς. Ο τελευταίος ήταν γεννημένος Αμπχάζιος και επειδή ήταν άνθρωπος πολύ αυστηρής τιμής, δεν άρεσε στον κόσμο του ναυστάθμου και συνεπώς, απολύθηκε από το αξίωμα.

Οι μουφτήδες και ουλεμάδες κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ

Ο Γεχιγιά, γιος του Ζεκερία, ήταν σεϊχουλισλάμ όταν ο σουλτάνος Μουράτ ανέβηκε στον θρόνο. Το έτος 1034 τον διαδέχθηκε ο Χατζή Ζάντε Ισάντ Εφέντης και το 1041 ο Χουσεΐν Εφέντης, ο οποίος σκοτώθηκε στην εξέγερση και ρίχτηκε στη θάλασσα. Ο Γεχιγιά έγινε τότε σεϊχουλισλάμ για τρίτη φορά. Ήμουν τότε ο πρώτος μουεζίνης στο τζαμί του ευνούχου Μοχάμεντ Αγά, όταν με διόρισε δικό του αναγνώστη του Ναάτ και με την ιδιότητα αυτή τον συναντούσα κάθε Παρασκευή.

Οι αρχιδικαστές της Ισλαμπόλ

O κεχαγιάς Μουσταφά Εφέντης. Ο Μποστάν-Ζάντε Εφέντης και ο αδελφός του, Αζμί Ζάντε Εφέντης. Ο Σάλεχ Εφέντης. Ο Τσεσμί Μαχμούτ Εφέντης. Ο Χασάν Εφέντης. Και ο Τσεσμί Εφέντης, για τρίτη φορά.

Αρχιδικαστές της Ρούμελης

Αμπντούλ-γανί Μοχάμεντ Εφέντης. Σερίφ Μοχάμεντ Εφέντης. Καρά Τσελεμπή Ζάντε Εφέντης. Χουσεΐν Εφέντης το έτος 1037. Αζμί Ζάντε Μουσταφά Εφέντης 1038. Χασάν Εφέντης 1039. Μποσταντζή Ζάντε Γεχιγιά Εφέντης 1039. Άμπου Σαΐντ Εφέντης 1039. Χουσεΐν Εφέντης, για τρίτη φορά αρχιδικαστής της Ρούμελης. Τσεσμί Εφέντης. Χουσεΐν Εφέντης, για τέταρτη φορά αρχιδικαστής της Ρούμελης. Καρά Τσελεμπή Ζάντε Μοχάμεντ Εφέντης, για τρίτη φορά 1042. Αμπντουλάχ Εφέντης 1042.

Αρχιδικαστές της Ανατολίας

Αζμί-Ζάντε Εφέντης 1032. Σερίφ Μοχάμεντ Εφέντης, για δεύτερη φορά και ο γιός του, Τσελεμπή Ζάντε Αμπντουλάχ, 1037. Άμπου Σαΐντ Εφέντης, 1039. Άμπου Σαΐντ Ζάντε Εφέντης, 1040. Τσεσμί Μοχάμεντ Εφέντης, 1041. Αχμέτ Εφέντης Ζάντε. Νουχ Εφέντης.

Ντεφτερντάρ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ

Τσεσμί Μοχάμεντ Εφέντης, 1032. Σαλέχ Εφέντης. Χεντάγιετ-Αλλάχ Εφέντης, 1033. Οσάκι Ζάντε Εφέντης, 1035. Άμπου Ισάντ Εφέντης, 1035. Οτλοκτζή Χασάν Εφέντης, 1035. Άμπου Σαΐντ Ζάντε Εφέντης, 1036. Άμπου Σαΐντ Εφέντης. Νουχ Εφέντης, 1039. Ρατζάμπ Εφέντης, 1040. Μούσα Εφέντης, 1041. Τζεβί-Ζάντε Εφέντης 1042. Μαχντούμ Χουσεΐν Εφέντης 1043. Αζίζ Εφέντης Καρά Τσελεμπή Ζάντε 1043.

Αγάδες των γενίτσαρων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ

Τσεσλετζή Αλή Αγάς. Καρά Μουσταφά Αγάς. Μπαϊράμ Αγάς. Χοσράου Αγάς. Μοχάμεντ κεχαγιάς Αγάς. Αλή Αγάς. Χαλίλ Αγάς. Σουλεϊμάν Αγάς. Χασάν Αγάς. Χασάν Χαλίφε Αγάς. Μουσταφά Αγάς. Κιοσέ Μοχάμεντ Αγάς. Μοχάμεντ Αγάς.

Η εκστρατεία του σουλτάνου Μουράτ εναντίον της Μάλτας

Όταν ο σουλτάνος Μουράτ επέστρεψε από τη Βαγδάτη έχοντας στεφθεί με νίκη, υποχρεώθηκε να αναλάβει εκστρατεία προσωπικά εναντίον της Μάλτας, νησιού στη Μεσόγειο. Οι αιτίες που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση είναι οι εξής. Υπήρχαν καταγγελίες των μουσουλμάνων από κάθε κατεύθυνση για τις καταστροφές που διέπρατταν ο χριστιανοί της Μάλτας σε κάθε λιμάνι της Μεσογείου, ιδιαίτερα στις ακτές της Αφρικής. Το εμπόριο κάθε είδους είχε σταματήσει και οι προσκυνητές προς τις άγιες πόλεις παρενοχλούνταν στο πέρασμά τους. Αλλά πάνω απ’ όλα, οι Μαλτέζοι είχαν γίνει πολύ ενοχλητικοί στο Αρχιπέλαγος. Αυτοί είχαν υποταχθεί την εποχή του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ και την εποχή αυτής της εξέγερσης ανέρχονταν σε 50.000 άνδρες. Είχαν εκατό περίπου σκάφη, με τα οποία λεηλατούσαν τα νησιά, παρεμπόδιζαν τα πλοία των εμπόρων και των προσκυνητών και έπαιρναν κάθε χρόνο χιλιάδες αιχμαλώτους. Από την εποχή που ο καπουδάν πασάς Πουλάντ-Ζάντε είχε καθαρίσει τις ακτές της Σικελίας, της Κορσικής και της Σαρδηνίας, κανένας αυτοκρατορικός στόλος δεν είχε εμφανιστεί σε εκείνα τα μέρη. Οι άπιστοι σήκωναν κεφάλι, το θράσος τους δεν είχε όρια και λεηλατούσαν τις ακτές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτές οι καταγγελίες εκτέθηκαν εκτενώς ενώπιον του σουλτάνου σε έκθεση του Καρά Μουσταφά Πασά. Έγινε αμέσως συμβούλιο αποτελούμενο από τον μεγάλο βεζίρη Καρά Μουσταφά Πασά, τον καπουδάν Σιαβούς Πασά, τον κεχαγιά του ναυστάθμου Πιαλελή και εβδομήντα μπεγκ της θάλασσας (καπετάνιων των πολεμικών πλοίων) και τους πιο έμπειρους αξιωματικούς του ναυστάθμου, το αποτέλεσμα του οποίου ήταν ότι ξεκινούσε αμέσως, με ρητή εντολή του αυτοκράτορα, η κατασκευή μιάς μπαστάρντα (ναυαρχίδας) και είκοσι γαλερών, μήκους ογδόντα πήχεων η καθεμιά. Δύο χιλιάδες πουγγιά (ένα εκατομμύριο γρόσια) διατέθηκαν στο καπουδάν πασά, στον κεχαγιά και στον επιθεωρητή του ναυστάθμου. Πέντε αποβάθρες κοντά στον ναύσταθμο κατεδαφίστηκαν και τρεις νέες κατασκευάστηκαν στη θέση τους, καθεμία μεγάλη όσο ένα καραβανσεράι. Και σε αυτές μια μπαστάρντα για τον αυτοκράτορα και δύο πράσινες μάονες [μεγάλες γαλέρες] κατασκευάστηκαν σε διάστημα τριών μηνών. Οι μαόνες είχαν εβδομήντα πάγκους και εκατόν σαράντα κουπιά, καθένα από τα οποία κινούσαν οκτώ άνδρες. Στην πρύμνη και την πλώρη καθεμιάς υπήρχε μεγάλο κανόνι, που ζύγιζε από σαράντα έως πενήντα οκάδες, εκτός από εκατοντάδες κανόνια σε κάθε πλευρά. Μάλιστα ήσταν τέτοια σκάφη, που ακόμη και ο Νώε θα θεωρούσε ότι ήταν ασφαλής μέσα σε αυτά. Κοντολογής, με την επιστροφή της άνοιξης, διακόσια πολεμικά πλοία, αποτελούμενα από μπαστάρντες, γαλέρες και άλλα, ήσαν έτοιμα για τη θάλασσα, με κανόνια, άνδρες και προμήθειες τριπλάσιες από την απαιτούμενη ποσότητα. Οι γαλέρες όλων των νησιών του αρχιπελάγους, της Αιγύπτου και του Μοριά, ανέρχονταν σε πεντακόσιες, τις οποίες ακολουθούσε ίδιος αριθμός πλοίων μεταφοράς. Είχαν επίσης μερικά τεράστια σκάφη που ονομάζονταν καρουβάν, επειδή πραγματοποιούσαν ταξίδι στην Αίγυπτο μόνο μία φορά τον χρόνο, γιατί χρειάζονταν έξι μήνες για να φορτωθούν και έξι μήνες για να ξεφορτωθούν. Καθένα από αυτά μετέφερε χίλιους πεντακόσιους άνδρες υπηρεσίας και δύο χιλιάδες στρατιώτες. Πέρα από αυτά, υπήρχαν πεντακόσια μικρότερα σκάφη κάθε περιγραφής, δηλαδή μπάρτζα (φορτηγίδες), καλιούν (γκάλιον, γαλέρες), περκ, πόρτον, σίρκα και καραμουρσάλ, που εκμισθώθηκαν από την κυβέρνηση. Κοντολογής, ολόκληρος ο στόλος αποτελούνταν από 11.700 σκάφη, τα οποία, έχοντας ετοιμαστεί για απόπλου, ήσαν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Ισλαμπόλ.

Περιγραφή του θανάτου του σουλτάνου Μουράτ

Τα τόγ (ουρές) και τα σεράπερντε (σκηνές) είχαν ήδη στηθεί στο Νταβούντ Πασά, ως προκαταρκτικά νέας εκστρατείας, όταν ο αυτοκράτορας, εξασθενημένος από ασθένεια, το εύρισκε ανέφικτο να ξεκινήσει. Σύμφωνα με το αραβικό κείμενο: «Όλοι θα χαθούν», ενώ σύμφωνα με τον περσικό στίχο, «Αν κάποιος μπορούσε να μείνει για πάντα στη γη, ο Μωάμεθ θα ήταν αυτός. Αν η ομορφιά μπορούσε να εξασφαλίσει αθανασία, ο Γιουσούφ (Ιωσήφ) δεν θα είχε πεθάνει». Κανένας δεν εξαιρείται από το πεπρωμένο. Και ο σουλτάνος Μουράτ, υπακούοντας στο κάλεσμα, «Επίστρεψε στον Κύριό σου», αποχαιρέτησε αυτόν τον φθαρτό κόσμο και άρχισε το ταξίδι του προς το αιώνιο βασίλειο. Ολόκληρο το μωαμεθανικό έθνος έπεσε στη βαθύτερη δυστυχία και θρήνησε την απώλειά του. Άλογα ντυμένα στα μαύρα αφέθηκαν ελεύθερα στο Ατ-μεϊντάν, όπου η μεγαλειότητά του θάφτηκε κοντά στον σουλτάνο Αχμέτ.

Ο νέος αυτοκράτορας, ο σουλτάνος Ιμπραήμ [βασ. 1640-1648], έδωσε τις σφραγίδες στον Καρά Μουσταφά Πασά. Ο Καρά Χασάν Πασάς έγινε ντεφτερντάρ. Ο Αμπντούρ-ραχίμ Εφέντης, σεϊχουλισλάμ. Και για να μην είναι άχρηστος ο στόλος που είχε ετοιμαστεί από τον σουλτάνο Μουράτ εναντίον της Μάλτας, στάλθηκε στη Μεσόγειο, όπου χάθηκε μια μαόνα, τίποτα σημαντικό δεν επιτεύχθηκε και το σύνολο του στόλου με τα στρατεύματά του επέστρεψε στην Ισλαμπόλ μετά τη φθινοπωρινή ισημερία. Μια από τις μαόνες αγκυροβόλησε έξω από τον ναύσταθμο και βάφτηκε μαύρη, για να αντιπροσωπεύει το πένθος για τον θάνατο του σουλτάνου Μουράτ, γεγονός που έδωσε στους Μαλτέζους απίστους την ευκαιρία να επαναλάβουν τις εχθροπραξίες τους. «Ο άνθρωπος προτείνει, αλλά ο Θεός διαθέτει». Είχα ακούσει τότε από τα χείλη που έβγαζαν μαργαριτάρια, του άξιου κυρίου μου Καρά Μουσταφά, ότι αν ο Θεός είχε λυπηθεί τον Μουράτ για ακόμη έξι μήνες, το σύνολο των απίστων θα είχε υποβληθεί στον κεφαλικό φόρο. Οι Ραγουσαίοι βγήκαν μπροστά ως διαμεσολαβητές για τους άπιστους της Μάλτας και της Ισπανίας, συμφωνώντας από την πλευρά των πρώτων να εγκαταλείψουν το νησί της Μάλτας και από την πλευρά των δεύτερων, το Κόκκινο Μήλο (Κιζίλ Ελμά, Ρώμη). Όμως η μοίρα είχε αλλιώς αποφασίσει.

Ο Ιμπραήμ, ο μικρότερος από τους επτά γιους του σουλτάνου Αχμέτ, ανέβηκε στον θρόνο το έτος 1049 (1639). Ήταν τότε εικοσιπέντε ετών, αλλά όχι πολύ έξυπνος.

Βεζίρηδες του σουλτάνου Ιμπραήμ

Ο Καρά Μουσταφά Πασάς ήταν βεζίρης όταν ο Ιμπραήμ ανέβηκε στον θρόνο και επανεπιβεβαιώθηκε στο αξίωμά του. Φοβούμενος ότι θα πέσει θύμα των επαναστατών, διέφυγε από τον κήπο του σεράι στο δικό του παλάτι και άλλαξε ρούχα, αλλά τον πυροβόλησε ένας μποσταντζή απέναντι από το παλάτι του Μούσα Πασά. Τάφηκε στο δικό του μαυσωλείο στο Παρμάκ-καπί. Τον ακολούθησε ο Τζουβάν Καπουτζή-μπασι, που πέθανε στην πολιορκία του Χάνδακα. Ο Σαλέχ Πασάς, Βόσνιος από γέννηση, από το χωριό Λούμπιν της Ερζεγοβίνης, θανατώθηκε από τις μηχανορραφίες του Τεζκερετζή Αχμέτ Πασά. Ο Αχμέτ Πασάς τον διαδέχθηκε, αλλά και αυτός εκφοβίστηκε από τους αντάρτες, ανακαλύφθηκε από τον Μοχάμεντ Πασά, στραγγαλίστηκε, το σώμα του ρίχτηκε στον Ατ-μεϊντάν και κόπηκε αμέσως σε κομμάτια από τους επαναστάτες. Την ίδια μέρα ο Πεζαβένκ και ο μοσαχίμπ του αυτοκράτορα, ο Χατζή Τζέντζι, έγιναν επίσης κομμάτια με την άδεια των ουλεμάδων.

Ο βεζίρης που επαναστάτησε εναντίον του σουλτάνου Ιμπραήμ

Ο Βάρβαρ Αλή Πασάς, ο κυβερνήτης της Σίβας, αφού αρνήθηκε να δώσει στον Μαβρούλ για τον σουλτάνο Ιμπραήμ την κόρη του, σύζυγο του Ιμπσίρ Πασά, με την αιτιολογία ότι τέτοιο αίτημα ήταν αντίθετο με τον νόμο, απολύθηκε από το αξίωμά του. Ύστερα από αυτό τέθηκε επικεφαλής ομάδας στρατιωτικών, για να υποστηρίξει την υπόθεσή του ενάντια στην εντολή που είχε εκδοθεί για τον θάνατό του. Ο Κιοπρουλού Μοχάμεντ Πασάς ανέλαβε το πεδίο εναντίον του, αλλά αυτός νίκησε τον Κιοπρουλού και κατά την άφιξή του στο Τσερκές δέχτηκε επίθεση και θανατώθηκε από τον Ιμπσίρ Πασά, για λογαριασμό του οποίου είχε επαναστατήσει.

Ο Ιμπραήμ έχτισε πολλά κιόσκια στο Νέο Σεράι, στα οποία συντέθηκαν πολλά χρονογράμματα.63

Κατακτήσεις, κλπ. κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Ιμπραήμ

Ο Νασούχ Πασαζάντε ηττήθηκε στις πεδιάδες του Ουσκουντάρ από τον Καρά Μουσταφά Πασά. Οι Κοζάκοι έγιναν κύριοι του Αζόφ, καθώς ο χαν των Τάταρων είχε καθυστερήσει να του προσφέρει την απαραίτητη επικουρία, ως συνέπεια των οποίων επτακόσια σκάφη στάλθηκαν να πολιορκήσουν το Αζόφ. Η πολιορκία συνεχίστηκε δύο μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι μουσουλμάνοι μετέτρεψαν τα τείχη του φρουρίου σε σκόνη. Αλλά οι άπιστοι άντεξαν, από υποθαλάσσια χαρακώματα, για έναν ακόμη μήνα, όταν, λόγω της προσέγγισης του χειμώνα, ο γενναίος στρατός της Βλαχίας υποχρεώθηκε να επιστρέψει χωρίς νίκη. Τον επόμενο χρόνο ο Τζουβάν Καπουτζή-μπασι εξόπλισε τριακόσια πλοία και γεμίζοντάς τα με μουσουλμάνους πολεμιστές, ανανέωσε την πολιορκία του Αζόφ. Οι Κοζάκοι, πολύ θορυβημένοι, εγκατέλειψαν το κάστρο χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να το υπερασπιστούν, από το οποίο βγήκε και η γνωστή παροιμία, «Ο Χουσεΐν Πασάς έδωσε μάχη, αλλά ο Μοχάμεντ Πασάς κατέκτησε χωρίς μάχη». Ο Μοχάμεντ Πασάς κράτησε ολόκληρο τον στρατό της Μολδαβίας, της Βλαχίας, της Κιρκασσίας και τα οθωμανικά στρατεύματα προκειμένου να ανοικοδομήσει το φρούριο, πράγμα που πραγματοποίησε σε διάστημα επτά μηνών. Εγώ, ο ταπεινός Εβλία, το είδα στην τέταρτη εκστρατεία, όταν παρέμεινα στην Κριμαία και ο χαν των Τατάρων ξεχειμώνιαζε με τον στρατό του στο Αζόφ. Ο μεγάλος βεζίρης επέστρεψε ταυτόχρονα με τον αυτοκρατορικό στόλο στην Υψηλή Πύλη.

Η δεύτερη κατάκτηση του σουλτάνου Ιμπραήμ είναι εκείνη της Βλαχίας και της Μολδαβίας από τον χαν των Τατάρων. Ο βοεβόδας Μάτι, ηγεμόνας της Βλαχίας, και ο Λίπουλ, ηγεμόνας της Μολδαβίας, αφού βασίλευσαν είκοσι χρόνια και απέκτησαν τα πλούτη του Καρίνι (Κροίσου), διατηρούσαν θανάσιμη έχθρα ο ένας για τον άλλο. Ο Λίπουλ έδωσε μια από τις κόρες του σε γάμο με τον χέτμαν των Κοζάκων, τον πρίγκιπα Χμελέντσκι, ο οποίος τον βοήθησε με 20.000 Κοζάκους, ενώ ο βοεβόδας Μάτι συγκέντρωσε στρατό 100.000 ανδρών στο Βουκουρέστι. Οι περιγραφές αυτής της φιλονικίας έφτασαν στην Ισλαμπόλ και τα στρατεύματα της Ρούμελης και του χαν των Τατάρων πήραν εντολή να αποτρέψουν τη σύγκρουσή τους σε μάχη. Ωστόσο οι στρατοί των δύο απίστων συναντήθηκαν στο Φόκσανι, στα σύνορα Μολδαβίας και Βλαχίας. Ο Λίπουλ ηττήθηκε και πάνω από 70.000 άνδρες σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές. Ο οθωμανικός στρατός και τα ταταρικά στρατεύματα εκμεταλλεύτηκαν αυτή την ευκαιρία για να κάνουν πολλές εισβολές στις χώρες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, απ’ όπου πήραν περισσότερους από 100.000 αιχμαλώτους, καθώς και πολλές χιλιάδες γελάδια.

Επίσης λεηλάτησαν την ύπαιθρο, μετέτρεψαν τις πόλεις σε ερείπια και μετέφεραν τον βοεβόδα Λίπουλ στην Ισλαμπόλ, όπου φυλακίστηκε στο Επταπύργιο. Ο βοεβόδας της Βλαχίας συγχωρήθηκε για το ποσό των δύο χιλιάδων πουγγιών (ένα εκατομμύριο γρόσια) και επανεπιβεβαιώθηκε στην ηγεμονία του. Δόξα στον Θεό που ήμουν στον ταταρικό στρατό τη στιγμή αυτής της υπέροχης νίκης. Και αφού συμμετείχα άφθονα στη λεηλασία, επέστρεψα στην Κριμαία.

Η τρίτη κατάκτηση είναι εκείνη των Χανίων στο νησί του Χάνδακα, από τον σαλιχτάρ Γιουσούφ Πασά. Αυτή η λαμπρή νίκη πρέπει να αποδοθεί στην ευσέβεια του σουλτάνου Αχμέτ Χαν, ο οποίος προσευχήθηκε να αποκτήσει αυτό το νησί από τους Ενετούς, με σκοπό την ιδιοποίηση των εσόδων του για την προικοδότηση δύο τζαμιών. Όμως άλλη αιτία της κατάκτησης ήταν ότι μια μεγάλη καραβέλα, που μετέφερε 3.000 προσκυνητές, με τον μακαρίτη αρχηγό των ευνούχων Σουνμπούλ Αγά, στην Αίγυπτο, δέχτηκε επίθεση έξω από το Ντεγιρμενλίκ [Θήρα] από έξι μαλτέζικα σκάφη. Ύστερα από σφοδρή μάχη δύο ημερών, κατά την οποία ο Σουνμπούλ Αγάς και ο κύριος της καραβέλας σκοτώθηκαν, οι Μαλτέζοι την κυρίευσαν και τη μετέφεραν στα Χανιά στον Χάνδακα [Κρήτη], όπου και αγκυροβόλησαν, αν και αυτό ήταν αντίθετο προς τη συνθήκη που είχε συνάψει ο Χαϊρεντίν Πασάς, σύμφωνα με την οποία οι άπιστοι δεν επιτρεπόταν να φιλοξενούν στο λιμάνι τους πλοία που είχαν καταλάβει οι εχθροί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως οι Ενετοί ευνόησαν τους Μαλτέζους και μάλιστα επέτρεψαν να πωληθούν στα Χανιά όλα τα άλογα και η περιουσία του νεκρού αρχηγού των ευνούχων. Ο σουλτάνος Ιμπραήμ, δυσαρεστησεμένος με αυτή τη διαδικασία, προσποιήθηκε εκστρατεία εναντίον της Μάλτας και όρισε τον σαλιχτάρ Γιουσούφ Πασά διοικητή των επτακοσίων πλοίων. Αυτά πρώτα έπλευσαν μέχρι το Ναυαρίνο, όπου πήραν νερό, άφησαν πίσω τους είκοσι από τα πιο αργά ιστιοφόρα, γέμισαν τα άλλα με στρατεύματα και απέπλευσαν κατευθείαν για το κάστρο του Σαν Τόντορο στον Χάνδακα, το οποίο αμέσως παραδόθηκε. Στη συνέχεια πολιόρκησαν τα Χανιά, που ήταν η έκτη κατάκτηση και θα περιγραφεί σύντομα. Δόξα τω θεώ! Ήμουν παρών σε αυτήν την έκτη κατάκτηση, καθώς βρισκόμουν στη φρεγάτα του Ντούρακ-μπεγκ, ο οποίος λεηλάτησε τα νησιά Τσιρίγο και Τσιριγότο. Ο Γιουσούφ Πασάς, ο πορθητής των Χανίων, αφού επέστρεψε στην Ισλαμπόλ, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του σκοτώθηκε με παρότρυνση του Τζίντζι Χοάτζε.

Η τέταρτη νίκη ήταν εκείνη επί του Βάρβαρ από τον Ιμπσίρ Πασά τον προδότη. Ο Βάρβαρ Αλή προτίμησε να χάσει τη θέση του παρά να εγκαταλείψει την κόρη του, τη γυναίκα του Ιμπσίρ Πασά, στον σουλτάνο Ιμπραήμ. Ο διαβόητος προδότης Ιμπσίρ ενώθηκε με τον πεθερό του στην Τοκάτ και τον έπεισε ότι θα τον συνόδευε στην Ισλαμπόλ, για να ζητήσει εκεί επανόρθωση για την προσβολή που είχε γίνει στην οικογένειά τους. Τον αποκοίμισε λοιπόν έτσι και φτάνοντας σε μέρος που ονομάζεται Τσερκές, του επιτέθηκε ξαφνικά, έστειλε το κεφάλι του στην Ισλαμπόλ και ως ανταμοιβή, πήρε τη θέση του κυβερνήτη της Σίβας.

Ήττα του Τεκελή Μουσταφά Πασά

Όταν οι Ενετοί ρήμαξαν την πατρίδα του Γιουσούφ Πασά, του κατακτητή των Χανίων, που ήταν γεννημένος Κροάτης και πήραν με το μέρος των δικών τους συμφερόντων τους Ούσκοκ, τους κατοίκους αυτών των περιοχών, ο Τεκελή Πασάς διορίστηκε διοικητής και πολιόρκησε το κάστρο του Σεμπένικο στην Αδριατική θάλασσα για σαράντα ημέρες. Την τεσσαρακοστή ημέρα διώχτηκαν από τα χαρακώματα από φοβερή καταιγίδα, ύστερα από την οποία συγκεντρώθηκαν στον κάμπο του Βανούλ κοντά στο Σεμπένικο. Το επόμενο πρωί βρέθηκαν περιτριγυρισμένοι από πολλές χιλιάδες λάβαρα που έφεραν τον σταυρό και ακολούθησε αιματηρή συμπλοκή, στην οποία σκοτώθηκαν 22.000 μουσουλμάνοι, 18.000 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και όλο το στρατόπεδο έπεσε στα χέρια των απίστων. Εγώ, ο ταπεινός Εβλία, ήμουν παρών σε αυτή την ατυχή μάχη, ευρισκόμενος σε ένα από τα συντάγματα των γενίτσαρων και για να σωθώ, διέφυγα με άλογο προς τα βουνά του Γουλαμούτζ, όπου άφησα το άλογό μου, μπήκα σε πυκνό δάσος και έμεινα κρυμμένος επτά ημέρες και νύχτες, ζώντας με ρίζες και βότανα. Οι άπιστοι στη συνέχεια προχώρησαν στην Κιλίσα, όπου έστησαν τις οθωμανικές σκηνές και ο στρατιωτικός διοικητής φόρεσε ακόμη και το τουρμπάνι του Τεκελή Μουσταφά Πασά. Η φρουρά, εξαπατημένη από αυτό το στρατήγημα, βγήκε χωρίς φόβο να συναντήσει το ντιβάν, ενώ οι άπιστοι όρμησαν μέσα και έτσι έγιναν κυρίαρχοι αυτού του οχυρού. Ατυχίες όπως εκείνες που ακολούθησαν την ήττα στο Σεμπένικο δεν συνέβησαν ποτέ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πλοία με προσκυνητές κατελήφθησαν από τους Ενετούς, όπως και ο αυτοκρατορικός στόλος κατά την ετήσια περιπολία του στον Μεσόγειο και οδηγήθηκε ολόκληρος στη Βενετία.

Χαρακτήρας του σουλτάνου Ιμπραήμ

Όταν θανατώθηκε ο Καρά Μουσταφά Πασάς, ο γενναίος και σοφός βεζίρης, ο σουλτάνος έπεσε στα χέρια όλων των ευνοούμενων και συνεργατών του χαρεμιού, των νάνων, των μουγγών, των ευνούχων, των γυναικών, ιδιαίτερα του Τζίντζι Χατζή και του βεζίρη Αχμέτ Χαζάρ-παρα Πασά, ο οποίος τον διέφθειρε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να λαμβάνει δωροδοκίες από τους δικούς του βεζίρηδες. Επιδαψίλευε τους θησαυρούς του της Αιγύπτου στις ευνοούμενές του γυναίκες, την Πολίε, την Σέκερ Πάρα, την Τελί και την Σατζμπαγλή Χασεκή και σπαταλούσε τα εισοδήματά του σε γιορτές περιτομής, στο χτίσιμο κιόσκ επενδεδυμένων με γούνα σαμουριού και σε δώρα στον ευνοούμενό του Τζίντζι Χατζή, ο οποίος τελικά, μαζί με τον βεζίρη Αχμέτ, έπεσε στη δυσμένεια του κοινού. Ήταν τόσο δυνατή η κραυγή για εκδίκηση, που ο βεζίρης αναγκάστηκε να καλέσει σε βοήθειά του τα οθωμανικά στρατεύματα που είχαν υπηρετήσει στον Χάνδακα υπό τη διοίκηση του Ντελή Χουσεΐν Πασά. Ο Τζίντζι Χατζή, ο ευνοούμενος, βρισκόταν συνεχώς γύρω από τον σουλτάνο, τον βεζίρη ή τη βαλιδέ και όποτε η τελευταία έβγαινε με την άμαξα ή την καρέκλα-αμαξίδιο, τη συνόδευε πάντοτε. Όταν κάποιος έδινε καλές συμβουλές, τον περιγελούσε καταπρόσωπα και με την κολακευτική ομιλία του διατηρούσε τον σουχάμπ σε κατάσταση συνεχούς λήθαργου. Με λίγα λόγια, δεν γνώριζε τίποτε για τις κρατικές υποθέσεις. Αρχικά ονομαζόταν Σαΐχ-Ζάντε και παρακολουθούσε μαζί μου τη σχολή του Χαμίντ Εφέντη. Διάβαζα τότε το Κάφιγιε με τον σχολιασμό του Τζάμι, κάτω από τον άξιο δάσκαλό μου Αχφάς Εφέντη, όταν αυτό το αγόρι το πήραν από τη γραμματική του και το οδήγησαν ενώπιον του σουλτάνου, του οποίου την εύνοια κέρδισε διαβάζοντας πολλά παραμύθια και αποκοιμίζοντάς τον στον ύπνο της αμεριμνησίας. Στη συνέχεια έλαβε το όνομα Τζίντζι Χατζή. Καθώς τον γνώριζα καλά, ήξερα ότι δεν του άρεσαν οι μυστικιστικές επιστήμες και ότι η άνοδος του λαμπρού του αστεριού θα έτεινε μόνο στη δική του ατυχία και σε εκείνη της αυτοκρατορίας.

Έφτασε τελικά ο Μουράτ Αγάς από τον Χάνδακα σε βοήθεια του σουλτάνου, αλλά εκείνος, αφού του ζήτησε δώρο χίλια πουγγιά, εβδομήντα γούνες από σαμούρι και δύο σκλάβες, τον έβαλε επικεφαλής των σπαχήδων και των γενίτσαρων, οι οποίοι εμφανίστηκαν στο Ατ-μεϊντάν σε ανοιχτή εξέγερση. Ο σουλτάνος Ιμπραήμ περιορίστηκε σε μέρος του παλατιού που ονομάζεται Σιρτσέ-σεράι και ο γιος του Μωάμεθ Δ’ ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Οι ιερωμένοι και βεζίρηδες υπέβαλαν την υπακοή τους σε αυτόν. Ο δερβίσης Μοχάμεντ διορίστηκε μεγάλος βεζίρης και ο Μουράτ, αγάς των γενίτσαρων. Την επομένη ο Αχμέτ Πασάς, ο εκλιπών βεζίρης, ο οποίος είχε κρυφτεί, ανακαλύφθηκε και έγινε κομμάτια από τον λαό, όπως επίσης και ο Γιάνι Σίρε και ο Τζίντζι και τα σώματά τους πετάχτηκαν έξω, στο Ατ-μεϊντάν. Οι υπόλοιποι ευνοούμενοι είτε σκοτώθηκαν είτε εξορίστηκαν. Από τις ευνοούμενες γυναίκες, η Σέκερ Πάρα εξορίστηκε στο Ιμπρίμ και οι υπόλοιπες περιορίστηκαν στο παλιό σεράι ή μοιράστηκαν ανάμεσα στους βεζίρηδες. Το πρωί της 25ης Ρατζάμπ, ο σουλτάνος Μωάμεθ [Δ’] προχώρησε επίσημα στο τζαμί του Εγιούπ, για να του απονεμηθεί το σπαθί. Κατά την επιστροφή του, επισκέφθηκε τον τάφο του προγόνου του Μωάμεθ Β’ και στη συνέχεια πήρε τη θέση του στον χας-οντά. Στο μεταξύ κυκλοφόρησε φήμη στην πόλη ότι ο σουλτάνος Ιμπραήμ είχε δραπετεύσει από τον εγκλεισμό του και ότι υποστηριζόταν από ομάδα μποσταντζή. Ως συνέπεια αυτής της φήμης, πολλές χιλιάδες ξεσηκώθηκαν και προχώρησαν οπλισμένοι προς το Ατ-μεϊντάν, όπου έλαβαν φετβά ή ένταλμα για την εκτέλεση του Ιμπραήμ Αμπντούρ-ραχμάν Εφέντη. Ο μεγάλος βεζίρης, ο Μουράτ, ο Εμίρ-Πασάς και μερικοί από τους πρώτους αξιωματούχους της κυβέρνησης επίσης συγκεντρώθηκαν στο Σιρτσέ Σεράι. Ο βεζίρης, με πολλά χτυπήματα, υποχρέωσε τον Καρά Αλή, τον δήμιο, να μπει στο Σιρτσέ σεράι και να κάνει τη δουλειά του. Ο Ιμπραήμ ρώτησε: «Άρχοντα Αλή, γιατί ήρθες;» Εκείνος απάντησε: «Αυτοκράτορά μου, για να κάνω την κηδεία σου». Σε αυτό, ο Ιμπραήμ απάντησε, «Θα δούμε». Ο Αλή τότε έπεσε πάνω του και ενώ πάλευαν, μπήκε ένας από τους βοηθούς του Αλή και τελικά ο Ιμπραήμ στραγγαλίστηκε με καλτσοδέτα. Αυτό συνέβη το 1058 (1648). Ο Καρά Αλή έλαβε ανταμοιβή πεντακοσίων δουκάτων και του ζητήθηκε να μην μείνει άλλο στην Ισλαμπόλ, αλλά να προχωρήσει σε προσκύνημα στη Μέκκα. Το πτώμα του αυτοκράτορα πλύθηκε μπροστά στον χας-οντά και οι τελευταίες προσευχές διαβάστηκαν κάτω από τα κυπαρίσσια, μπροστά στο ντιβάν-χανε, παρουσία όλων των βεζίρηδων και του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ, με τον σεϊχουλισλάμ να ενεργεί ως ιμάμης. Οι βεζίρηδες φορούσαν μαύρα πέπλα, ενώ άλογα καλυμμένα με μαύρο οδηγήθηκαν μπροστά στο φέρετρο, το οποίο εναποτέθηκε στο μαυσωλείο του σουλτάνου Μουσταφά Α’, θείου του σουλτάνου Ιμπραήμ.

Βασιλεία του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’, την οποία ο Θεός να διαιωνίσει!

Αυτός ο αυτοκράτορας ανέβηκε στον θρόνο το Σάββατο 18 του Ρατζάμπ 1058 (1648), όντας τότε επτά ετών. Ούτε φαλούς [δεκάρα] δεν βρέθηκε στο θησαυροφυλάκιο και ήταν προφανώς απαραίτητο να συγκεντρωθούν κάποια χρήματα εκτελώντας εκείνους που τα είχαν σκορπίσει την εποχή του σουλτάνου Μουράτ, για να προσφερεθεί η συνηθιζόμενη γενναιοδωρία στα στρατεύματα. Από την περιουσία του Τζίντζι πάρθηκαν 3.000 πουγγιά. Από εκείνη του εκλιπόντος βεζίρη, 5.000 και από εκείνη της Σέκερ Πάρα, 1.000. Έτσι την Τρίτη, 5η του Σαμπάν, 3.700 πουγγιά μοιράστηκαν ως δώρα και 7.000 πουγγιά ως καθυστερούμενες πληρωμές. Τρεις χιλιάδες γενίτσαροι που είχαν προγραφεί και διαταχθεί να βαδίσουν στη Βαγδάτη, καθώς και ίδιος αριθμός σπαχήδων που προοριζόταν για τον Χάνδακα, αν και δεν είχαν καμία αξίωση σε αυτή τη γενναιοδωρία, έλαβαν 1.000 πουγγιά. Έτσι ολόκληρος ο στρατός ήταν πολύ ικανοποιημένος. Στις 11 του Σαμπάν η γενναιοδωρία μοιράστηκε στους υπηρέτες του Σεράι. Οι μάγειρες και οι ζαχαροπλάστες, που δεν πήραν τίποτε, επαναστάτησαν, λόγος για τον οποίο ατιμάστηκε ο κιλαρτζή-μπασης.

Προσωπική περιγραφή του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’

Αν και ήταν πολύ αδύναμος όταν ανέβηκε στον θρόνο, απέκτησε δύναμη όταν, σε ηλικία είκοσι ετών, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Είχε φαρδιούς ώμους, γερά άκρα, ψηλό ανάστημα, όπως ο πατέρας του Ιμπραήμ, δυνατή γροθιά, όπως ο θείος του Μουράτ, ανοιχτό μέτωπο, γκρίζα μάτια, κατακόκκινη όψη και ευχάριστη φωνή, ενώ η κορμοστασιά του ήταν ηγεμονική, κοντολογής, αυτή ενός αυτοκράτορα. Οι αστρολόγοι είχαν προβλέψει στον σουλτάνο Ιμπραήμ ότι θα είχε γιο που θα τον έλεγαν Γιουσούφ (Ιωσήφ), που θα είχε την ομορφιά ενός Ιωσήφ, που θα υπέτασσε τα έθνη από την ανατολή μέχρι τη δύση και θα κατέπνιγε όλες τις εξωτερικές και εσωτερικές αναταραχές. Όταν η μητέρα του κόντευε να γεννήσει, ο Ιμπραήμ ορκίστηκε, ότι αν ήταν αρσενικό παιδί, θα του έδινε το όνομα του ατόμου που θα του έφερνε πρώτο τα καλά νέα. Με απόφαση του Θεού, έλαβε την είδηση από τον Γιουσούφ, τον ιμάμη του παλατιού, ο οποίος ταυτόχρονα διάβασε την ομολογία της πίστης πάνω από τον νεαρό πρίγκιπα, αποκαλώντας τον Γιουσούφ, όνομα το οποίο είχε μόνο για επτά ώρες, καθώς οι ευνοούμενοι και οι γυναίκες του παλατιού πρότειναν ότι το Γιουσούφ ήταν όνομα σκλάβου και ότι το όνομα Μωάμεθ θα ακουγόταν πολύ καλύτερα. Αντίστοιχα, ονομάστηκε Μωάμεθ, αν και στην πραγματικότητα έγινε όμορφος σαν Γιουσούφ, έχοντας μικρή γενειάδα, μεγάλα μουστάκια και όντας πολύ αφοσιωμένος στα αθλήματα πεδίου.

Ιστορία των βεζίρηδων

Ο μεβλεβή Χοάτζε Ντερβίς Μοχάμεντ Πασάς αποσύρθηκε από το αξίωμα του ντεφτερντάρ με τον βαθμό του πασά με τρεις ουρές και κατοικούσε σε μοναστήρι μεβλεβήδων. Διορίστηκε μεγάλος βεζίρης όταν ανέβηκε στον θρόνο ο σουλτάνος Μωάμεθ Δ’, αλλά έχοντας προχωρήσει σε τεράστια δήμευση περιουσιών προκειμένου να συγκεντρώσει κεφάλαια για την πληρωμή των στρατευμάτων, υποχρεώθηκε να αποσυρθεί στα Μάλγαρα, όπου τον στραγγάλισαν. Ηταν δίκαιος και πολύτιμος υπηρέτης του κράτους. Διάδοχός του ήταν ο Καρά Μουράτ Πασάς, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία και ανατράφηκε ως γενίτσαρος. Όπως και ο προκάτοχός του, απολύθηκε από το αξίωμα επειδή είχε ξοδέψει πάρα πολλά χρήματα για την οργάνωση του αυτοκρατορικού ναυτικού και στρατού. Τον διαδέχθηκε ο κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς, ο οποίος γεννήθηκε στην Ισλαμπόλ, αλλά σε ηλικία τριών ετών στάλθηκε στη χώρα της Αμπχαζίας, όπου εκπαιδεύτηκε μέχρι τα δεκαπέντε του. Τότε, μαζί με τη μητέρα μου, στάλθηκαν ως δώρο στον σουλτάνο Αχμέτ. Παραδόθηκε στους υπηρέτες του χαρεμιού, ενώ η μητέρα μου δόθηκε στον πατέρα μου και λίγο μετά από αυτή την ένωση, γεννήθηκε ο ταπεινός συγγραφέας [του παρόντος]. Ο πατέρας του Μελέκ Αχμέτ ήταν ο κεχαγιάς των καπουτζή του Οζντεμίρογλου Οσμάν Πασά και έχοντας παραστεί στις μάχες του Σιρβάν, του Γκάντζε και του Ντερμπέντ, πέθανε σε ηλικία εκατόν σαράντα ετών. Στη συνέχεια, ο Μελέκ έγινε ξιφοφόρος και έμπιστος συνοδός του σουλτάνου Μουράτ Δ’ και την ημέρα της κατάκτησης της Βαγδάτης παρέλαβε την κυβέρνηση του Ντιαρμπέκρ. Στη συνέχεια απόλαυσε όλα τα υψηλά αξιώματα στο κράτος. Και έχοντας κρατήσει τις θέσεις του κυβερνήτη του Καΐρου και του Μπούντιν και γίνει παλιός και έμπειρος πολιτικός, προβιβάστηκε τελικά στον βαθμό του μεγάλου βεζίρη. Έστειλε 3.000 σπαχήδες να βοηθήσουν τον Ντελή Χουσεΐν Πασά στον Χάνδακα. Έστειλε επίσης ένα τογ (ουρά) στον Μπικλί Μουσταφά Πασά. Με αυτή τη βοήθεια, ο Ντελή Χουσεΐν μπόρεσε να πάρει τα κάστρα του Σέλινα [Σελίνου] και του Ρέτιμο [Ρεθύμνου]. Το επόμενο έτος ο Χασάμογλου Αλή Πασάς έγινε καπουδάν πασάς και έπλευσε στη Μεσόγειο με στόλο 300 σκαφών, ίδιο με τον περίφημο στόλο του Κιλί Αλή Πασά. Ύστερα από εμπλοκή με τους απίστους, κατά την οποία οι τελευταίοι ηττήθηκαν, ο στόλος αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Καρά Χοτζελέρ Όταν οι στρατιώτες βγήκαν απρόσεκτα στην ακτή, οι άπιστοι τους επιτέθηκαν και έβαλαν φωτιά σε σαράντα γαλέρες και έντεκα γαλιόνια. Όταν τα νέα αυτής της συμφοράς έφτασαν στον βεζίρη, προσφέρθηκε να παραδώσει τις σφραγίδες, αλλά ο αυτοκράτορας δεν δέχτηκε την παραίτησή του και έτσι παρέμεινε στο αξίωμα με μισθό 700 πουγγιών.

Η αιτία της πτώσης του

Όταν στασίασε η φρουρά στο Αζόφ έχοντας μείνει απλήρωτη και δολοφόνησε μερικούς από τους αξιωματικούς της, τριακόσια πουγγιά χρημάτων μετατράπηκαν σε δουκάτα και στάλθηκαν με αγγελιοφόρους ιππείς, αφού ήταν αδύνατη η προώθησή τους δια θαλάσσης τη χειμερινή περίοδο. Αυτά τα τριακόσια πουγγιά είχαν αποσπαστεί από τους εμπόρους της Ισλαμπόλ, στους οποίους ο ντεφτερντάρ Εμίρ Πασάς, ο Κάντα κεχαγιάς και ο επιθεωρητής των τελωνείων Χασάν Τσελεμπή, μοίρασαν λινά, κόκκινο και μπλέ δέρμα Μαρόκου και φάρμακα, την κατασχεθείσα περιουσία πολλών μουσουλμάνων. Ένα πρωί όλες οι συντεχνίες της Ισλαμπόλ συγκεντρώθηκαν ένοπλες στο Ατ-μεϊντάν και με κραυγές «Αλλάχ! Αλλάχ!» προχώρησαν προς το βασιλικό σεράι, για να κάνουν τις καταγγελίες τους εναντίον των τριών προαναφερθέντων αξιωματούχων. Ο σουλτάνος έστειλε τρεις φορές να φωνάξουν τον Μελέκ Αχμέτ, ο οποίος, φοβούμενος τη βία του όχλου, αρνιόταν να πάει. Τελικά ο καπουτζηλάρ κεχαγιάσι (αρχιθαλαμηπόλος) και ο χας οντάμπασης (επικεφαλής των υπηρετών), ήρθαν και επέμειναν ότι ή έπρεπε να παρουσιαστεί ή να παραδώσει τις σφραγίδες. Με την τελευταία πρόταση συμμορφώθηκε αμέσως και διορίστηκε στη συνέχεια κυβερνήτης της Σιλίστριας, αν και συνέχιζε να κατοικεί για κάποιο διάστημα σε σπίτι που ονομαζόταν Τοπτζιλάρ Σεράι στην περιοχή της Ισλαμπόλ.

Ο μεγάλος βεζίρης που τον διαδέχθηκε ήταν ο Σιαβούς Πασάς, Αμπχάζιος από γέννηση. Ήταν πρώτα τσοκαντάρ στον σουλτάνο Μουράτ Δ’, στη συνέχεια καπουδάν πασάς και πέρασε από όλα τα αξιώματα στην Αίγυπτο. Ο κιζλάραγας Ντιβ Σουλεϊμάν Αγάς, αφού στραγγάλισε τη μητέρα του σουλτάνου Μουράτ, την Κιοσέμ σουλτάνα, με τα δικά της μαλλιά και σκότωσε τον αγά των γενίτσαρων, τον υποδιοικητή τους και τον γραμματέα τους, καυχιόταν μια μέρα για τα κατορθώματά του, όταν ξαφνικά έδωσε στον Σιαβούς χτύπημα στο πρόσωπο και παίρνοντας τις σφραγίδες από αυτόν, τις έδωσε στον Γκούρτζι Μοχάμεντ Πασά. Ο Γκούρτζι είχε προηγουμένως αποκτήσει κάποια φήμη ως τεμπετζή-μπασης (αρχηγός του οπλοστασίου) στον πόλεμο του Χότιν. Κατάφερε να συγκεντρώσει μεγάλο στόλο και έστειλε 2.000 γενίτσαρους και 3.000 σπαχήδες στον Χάνδακα, αλλά απολύθηκε από το αξίωμα με το πρόσχημα ότι ήταν ηλίθιος. Ο διάδοχός του Ταρχουντζή Αχμέτ Πασάς είχε υπάρξει κεχαγιάς στους βεζίρηδες Μούσα και Χαζάρ-πάρε Αχμέτ Πασά. Στη συνέχεια έγινε μεγάλος βεζίρης της Αιγύπτου και του τρούλου. Και παρόλο που συγκέντρωσε τα μέσα για την υποστήριξη του ναυτικού και του στρατού και διατηρούσε και τα δύο σε άριστη κατάσταση, θανατώθηκε με την κατηγορία ότι ήταν προδότης.

Ο καπουδάν Μπικλί Ντερβίς Μοχάμεντ Πασάς ήταν δούλος του Μουσταφά, του κιζλάραγα του σουλτάνου Οσμάν και ντόπιος της Κιρκασσίας. Ήταν άνθρωπος που είχε μεγάλη ικανότητα και μεγάλο ενδιαφέρον για τις υποθέσεις του κράτους. Όμως με απόφαση του Θεού, δέχτηκε επίθεση από παραλυτικό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο τον περιόρισε για έξι μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τις υποθέσεις του αξιώματός του διεξήγαγε ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς ως καϊμακάμης ή αναπληρωτής. Η νόσος του αποδείχθηκε μοιραία και οι σφραγίδες στάλθηκαν για δεύτερη φορά στον Μελέκ Αχμέτ Πασά, αλλά ύστερα από διαβούλευση με όλους τους ουλεμάδες, η οποία κράτησε επτά ώρες, με πρόταση του ίδιου του Μελέκ Αχμέτ, αποφασίστηκε ότι οι σφραγίδες έπρεπε να σταλούν στον Ιμπσίρ Πασά, συγγενή του διάσημου επαναστάτη Αμπχάζα Πασά, τότε κυβερνήτη του Χαλεπιού, ο οποίος έχει ήδη σημειωθεί για τον ύπουλο τρόπο με τον οποίο σκότωσε τον πεθερό του, τον Βάρβαρ Πασά. Αυτός δέχτηκε το αξίωμα, αλλά μη θέλοντας να έλθει στην Ισλαμπόλ, δικαιολογήθηκε προβάλλοντας την αναγκαιότητα της καταστολής κάποιων αναταραχών στην περσική μεθόριο, προς την οποία βάδιζε με 100.000 άνδρες. Ύστερα από επανειλημμένες προσκλήσεις και αφού του δώρισαν ως σύζυγο την Αϊσά σουλτάνα, τη χήρα του Βόινοκ Αχμέτ Πασά, έφτασε τελικά, ύστερα από πορεία επτά μηνών, στο Σκουτάρι, αλλά δεν έμπαινε στην Ισλαμπόλ. Τότε ο κιζλάραγας και ο σεϊχουλισλάμ, τον επισκέφτηκαν στο παλάτι του στο Σκουτάρι και δωρίζοντάς του ένα παλτό από σαμούρι και ένα στιλέτο στολισμένο με κοσμήματα, τον προσκάλεσαν στο όνομα του αυτοκράτορα να επισκεφθεί την Ισλαμπόλ, προτείνοντας παράλληλα να αφήσει αρκετούς πασάδες και ουλεμάδες ως ομήρους στο στρατόπεδό του. Σε αυτό συνήνεσε και είχε ακρόαση με τον αυτοκράτορα, αλλά την επόμενη μέρα ήθελε να επιστρέψει και με μεγάλη δυσκολία τον έπεισαν να προχωρήσει σε δημόσια είσοδο στην Ισλαμπόλ, επικεφαλής του στρατού του, 80.000 ανδρών. Το πρώτο του μέτρο ήταν να επιμείνει στην ανάγκη της αποστολής του καϊμακάμη Αχμέτ Πασά στη Βαν, στην περσική μεθόριο, λόγω των ταραχών σε εκείνη την περιοχή. Ο αυτοκράτορας διαμαρτυρήθηκε ότι δεν ήταν η κατάλληλη επαρχία για έναν τόσο παλιό και άξιο βεζίρη, αλλά ο Ιμπσίρ απάντησε ότι ήταν πολύ καλή επαρχία με εικοσιεπτά σαντζάκια και ετήσιο εισόδημα 100.000 γρόσια. Συντάχθηκε κατά συνέπεια αμέσως το δίπλωμα του πασά και στάλθηκε στον Μελέκ Αχμέτ με θαλαμηπόλο και δέκα τσαούσηδες, ο οποίος πίεζαν για την άμεση αναχώρησή του. Ο Μελέκ Αχμέτ, όταν διαπίστωσε το αντικείμενο της επίσκεψής τους, έβαλε το φιρμάνι, χωρίς να το φιλήσει, στο κεφάλι του και δώρισε τρία πουγγιά και ένα πανωφόρι από σαμούρι στον αρχιθαλαμηπόλο και πενήντα γρόσια σε καθέναν από τους τσαούσηδες. Παρέμεινε όμως πέντε ακόμη μέρες, κάνοντας τις απαραίτητες ρυθμίσεις για το ταξίδι του. Την πέμπτη ημέρα ο Ιμπσίρ κατήγγειλε στον αυτοκράτορα την καθυστέρηση του Μελέκ και προέτρεψε τον αυτοκράτορα να τον θανατώσει για την ανυπακοή του. Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας έστειλε έναν αρχιθαλαμηπόλο να καλέσει τον Μελέκ και όταν εμφανίστηκε, ρωτήθηκε γιατί καθυστερούσε τη μετάβασή του σε μια τόσο επιθυμητή επαρχία όπως η Βαν, η οποία, σύμφωνα με την περιγραφή του Ιμπσίρ, είχε εισόδημα 100.000 γρόσια. Ο Μελέκ δήλωσε θαραλλέα ότι αυτό που είχε αναφέρει ο Ιμπσίρ ήταν ψέμα. Ότι ο Ιμπσίρ δεν είχε καμία δυνατότητα να γνωρίζει, αφού ποτέ δεν είχε γίνει δεκτός στο κάστρο από τη φρουρά που είχε στασιάσει και ότι το εισόδημα μόλις ανερχόταν σε 7.000 γρόσια. Ο αυτοκράτορας ζήτησε αμέσως πένα και μελάνι και με το δικό του χέρι έγραψε χατισερίφ, με το οποίο απονεμόταν στον Μελέτ Αχμέτ η αρμοδιότητα του διορισμού όλων των κυβερνητών από το Σκουτάρι μέχρι την Αίγυπτο και τη Βαγδάτη, καθώς και ο τίτλος του γενικού κυβερνήτη. Πέρα από αυτό, του δόθηκαν πεντακόσια πουγγιά χρυσού, εκατό αρμαθιές μουλάρια, άλα τόσα καμήλες, αυτοκρατορική σκηνή και δύο πανωφόρια από σαμούρι, ενώ ο αυτοκράτορας προσφωνώντας τον είπε: «Πήγαινε τώρα, Λάλα μου [δάσκαλε]» και αν ευχαριστεί τον Θεό, προτείνω κάποια μέρα να επισκεφθώ εκείνη τη χώρα». Τότε ο Ιμπσίρ έγινε χλωμός, όπως ο θάνατος, ενώ ο Μελέκ, αφού πρόσφερε προσευχές για την ευημερία της μεγαλειότητάς του, βγήκε και συνοδευόμενος από τον μποσταντζή-μπαση, πέρασε ο ίδιος και η συνοδεία του απέναντι στο Σκουτάρι με εκατόν πενήντα σκάφη. Έμεινε εδώ μία βδομάδα στο παλάτι της Κία σουλτάνας, κάνοντας προετοιμασίες για το ταξίδι του. Ύστερα από πορεία 117 ημερών μπήκε στη Βαν. Και την ίδια μέρα ένας αγγελιοφόρος, που ονομαζόταν Τεκιρίμ (κεραυνός), έχοντας ταξιδέψει με την ταχύτητα της αστραπής, έφτασε φέρνοντας την είδηση της δολοφονίας του Ιμπσίρ στην Ισλαμπόλ.

Ο Μουράτ Πασάς έγινε μεγάλος βεζίρης για δεύτερη φορά. Όμως τα στρατεύματα δεν ήσαν ικανοποιημένα από αυτόν και απολύθηκε από το αξίωμα. Και πεθαίνοντας λίγο μετά στο παλάτι του Αρναούτ Πασά, θάφτηκε στον τάφο που ο τελευταίος είχε χτίσει για τον εαυτό του. Αναφέρεται ως γνωστή ιστορία ότι, όταν ο Μουράτ Πασάς άκουσε ότι ο Αρναούτ Πασάς έφτιαχνε τάφο για τον εαυτό του, είπε: «Σε παρακαλώ Θεέ μου! Δεν θα έχει την ικανοποίηση να ταφεί εκεί, αλλά θα θάψω μαύρο γουρούνι μέσα του». Το γεγονός ήταν ότι ο ίδιος θάφτηκε σε αυτόν.

Ο Σιλιχτάρ Σουλεϊμάν Πασάς διορίστηκε κυβερνήτης της Ρούμελης έχοντας υπάρξει για αρκετό καιρό ξιφοφόρος του αυτοκράτορα. Γεννήθηκε στη Μαλάτεια, εκπαιδεύτηκε στο αυτοκρατορικό χαρέμι και ήταν αξιαγάπητος και άξιος βεζίρης. Απολύθηκε με κάποια μικρή αφορμή και τον διαδέχθηκε ο Ζουρνάζεν Μουσταφά Πασάς, που γεννήθηκε Αλβανός και εκπαιδεύτηκε στο αυτοκρατορικό χαρέμι. Ήταν ντεφτερντάρ κατά τη διάρκεια του βεζιράτου του Μελέκ Αχμέτ Πασά, αλλά υποβαθμίστηκε λόγω της μεγάλης φιλαργυρίας του και κατέλαβε αρκετά κατώτερα αξιώματα. Του ανέθεσαν τις σφραγίδες απλώς για να τον βασανίσουν, γιατί έπρεπε να τις επιστρέψει μία ώρα μετά την παραλαβή τους. Έτσι είχε τη χαρά να απολαύσει αχνή μόνο σκιά του αξιώματος του μεγάλου βεζίρη. Οι σφραγίδες στη συνέχεια στάλθηκαν από τον χασεκή [ευνοούμενο], τον σπαχή Μοχάμεντ, στον Ντελή Χουσεΐν, ο οποίος συμμετείχε τότε στην πολιορκία του Χάνδακα. Αλλά τον χασεκή, που είχε καθυστερήσει από αντίθετους ανέμους στο πέρασμα του από το Μενκεσέ [ακρωτήριο Μαλέας ή Σαντ’ Άντζελο] στον Χάνδακα, ξεπέρασε άλλος αγγελιοφόρος, ο οποίος έφερε πίσω τις σφραγίδες. Ύστερα στάλθηκαν στον Σιαβουσλού, τον κυβερνήτη του Ούζι (Οτσάκοφ) που έγινε μεγάλος βεζίρης για δεύτερη φορά. Τότε ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς, έχοντας ανακληθεί από την κυβέρνηση του Βαν, καθυστέρησε στο Ερζερούμ, λόγο του χειμώνα, την επιστροφή του στην Ισλαμπόλ. Εδώ έλαβε την είδηση του θανάτου του βεζίρη Σιαβούς και του Ντεφτερντάρ Ζάντε, ο οποίος στραγγαλίστηκε με την ψεύτικη κατηγορία ότι είχε σχέση με τον θάνατο του Σιαβούς. Ο Μποϊνί Εγρί Μοχάμεντ Πασάς ονομάστηκε στη συνέχεια μεγάλος βεζίρης και σε περίπτωση απουσίας του τα καθήκοντά του ασκούσε ο Χαϊντέρ Αγάς -Ζάντε ως καϊμακάμης. Όμως ο Μποϊνί Εγρί έστειλε αμέσως μήνυμα στον Μελέκ Αχμέτ, καλώντας τον να επιστρέψει στην Ισλαμπόλ, ενώ ο Χαϊντέρ Αγάς-Ζάντε διορίστηκε διοικητής του Οτσάκοφ. Την ίδια ημέρα που ο Μελέκ Αχμέτ πήρε τη θέση του ανάμεσα στους βεζίρηδες του τρούλου, δολοφονήθηκε ο Χαϊντέρ, που είχε ξεκινήσει για τη Σηλυβρία από τη Σιλίστρια και η επαρχία του ανατέθηκε στον Μελέκ Αχμέτ Πασά. Καθώς ο Μποϊνί Εγρί Πασάς έχασε το αξίωμά του λόγω της φιλαργυρίας του, διορίστηκε διάδοχός του ο Κιοπρουλού Βαλή Μοχάμεντ Πασάς. Αυτός ο άνθρωπος, που του είχε παραχωρηθεί απόλυτη εξουσία και που φιλοδοξούσε να φέρει δόξα στην οθωμανική εξουσία, σκότωσε στην Ανατολία 400.000 αντάρτες, δεκαεπτά βεζίρηδες, σαράντα μπεηλερμπέηδες, εβδομήντα σαντζακμπέηδες, τρεις μουλάδες και έναν μαγρεμπινό σεΐχη. Αντιστοιχούσε τις δαπάνες της αυτοκρατορίας με τα έσοδά του, τα οποία αύξανε σημαντικά από διάφορες κατακτήσεις. Οι αστρολόγοι και οι καβαλιστές ονομάζουν Σαχίμπ Χαρούτζ τον Κιοπρουλού, δηλαδή Ξοδευτή. Είναι θαμμένος στο μαυσωλείο, κοντά στην αγορά πουλερικών (Ταούκ-μπαζάρ). Είχε γεννηθεί Αλβανός, αλλά ήταν πολύ ένθερμος και δραστήριος στην υπόθεση της αληθινής πίστης. Εκπαιδεύτηκε στο αυτοκρατορικό χαρέμι και όταν Χοσράου Πασάς έφυγε από εκεί με τον βαθμό του αγά των γενίτσαρων, ο Κιοπρουλού προήχθη στο αξίωμα του χαζινεντάρ. Ύστερρα από αυτόν, ονομάστηκε μεγάλος βεζίρης ο γιος του, ο Φαζίλ Αχμέτ Πασάς. Δεν είχε αιμοσταγή διάθεση όπως ο πατέρας του, αλλά φάνηκε ενάρετος, ευθύς, συνετός και έντιμος κυβερνήτης. Είχε γεννηθεί στο χωριό Κιοπρού στην επαρχία Σίβας και αφιερώθηκε αρχικά στη μελέτη του νόμου, αλλά στη συνέχεια διορίστηκε κυβερνήτης του Ερζερούμ, ύστερα καϊμακάμης και τέλος μεγάλος βεζίρης. Ήταν η πρώτη περίπτωση γιου που κατείχε τις σφραγίδες διαδεχόμενος τον πατέρα. Από τα κάστρα που υπέταξε, μπορούν να αναφερθούν εκείνα του Κάμενικ και του Χάνδακα. Πέθανε μεταξύ Αδριανούπολης και Ροντοστό [Ραιδεστού], στο τσιφτλίκ (κτήμα) του Καρά Μποβίρ και θάφτηκε δίπλα στον πατέρα του.

Διάδοχός του ήταν ο Καρά Μουσταφά Πασάς, ο οποίος επίσης εκπαιδεύτηκε στο χαρέμι των Κιοπρουλού και σε διάφορες περιόδους κατείχε τα αξιώματα του αρχηγού των αλόγων, κυβερνήτη της Σιλίστρας, καπουδάν πασά, καϊμακάμη και τέλος, μεγάλου βεζίρη. Ήταν γιος σπαχή του Μερζιφόν και ήταν εξαιρετικός και συνετός υπουργός.

Βεζίρηδες των επαρχιών στην εποχή του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης με την οποία ο σουλτάνος Μωάμεθ ανέβηκε στον θρόνο, όταν οι γενίτσαροι ηττήθηκαν από τους σπαχήδες και πολλά νεκρά σώματα ρίχτηκαν στη θάλασσα, όταν ο Χαϊντέρ-Αγα-Ζάντε, μη μπορώντας να φτάσει στο Σεράι-μπουρνού, έχασε μεγάλο αριθμό από τις γαλέρες του, εκείνη την ίδια μέρα ο Μουρτεζά Πασάς διορίστηκε κυβερνήτης της Δαμασκού. Ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς μετατέθηκε από το Ντιάρμπεκερ στη Βαγδάτη. Ο Ζιλελί-Τσαβούς-Ζάντε Μοχάμεντ Πασάς έγινε κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ. Ο Εμίρ Πασάς, κυβερνήτης της Αιγύπτου. Ο Νογάι Ογλού, κυβερνήτης του Χαλέμπ (Χαλεπιού). Ο Χαμαλή Αρναούντ Μοχάμεντ, πασάς της Τρίπολης. Και ο Αφρασιάμπ Ογλού, της Μπάσρα.

Πρίγκιπας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’

Ο πρίγκιπας Μουσταφά γεννήθηκε το έτος 1071 (1660 μ.Χ.).

Μνημεία του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’

Έχτισε τζαμί στο Κάιρο, στο σημείο που ονομάζεται Ιμπραήμ Πασά Καντάμ-αλτί. Πάνω από την πύλη υπάρχει επιγραφή χρονολόγησης του Ζέκι Τσελεμπή, σε γραφή Ταλίκ. Έχτισε επίσης τα κιόσκ των Τζαμλίτζε, Καρά Αγάτς, Ακ-μπικάρ και Αντάλετ, τα οποία ξαναχτίστηκαν μετά τη φωτιά στο αυτοκρατορικό παλάτι, όλα το έτος 1071 (1660).

Νίκες και κατακτήσεις, στις οποίες ο σουλτάνος Μωάμεθ Δ’ ήταν παρών

Η πρώτη ήταν η εκτέλεση των επαναστατών στο Ατ-μεϊντάν. Τον ίδιο μήνα ο επαναστάτης Χαϊντέρογλου ηττήθηκε στην Ανατολία και οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Ισλαμπόλ από τον αγά των Τουρκομάνων, τον Καρά Αμπχάζα. Ο βεζίρης Χατζή Μεβλεβή, βλέποντας ότι το κόκκαλο του μηρού του είχε σπάσει από βλήμα μουσκέτου και ότι δεν υπήρχαν ελπίδες για την ανάρρωσή του, διέταξε να εκτελεστεί αμέσως. Κρεμάστηκε λοιπόν στην πύλη που ονομάζεται Παρμάκ-καπί, όπου το σώμα του παρέμεινε τρεις ημέρες και στη συνέχεια ρίχτηκε στη θάλασσα. Την ίδια χρονιά, ο Εμίρ Πασάς νίκησε 20.000 εξεγερμένους Άραβες έξω από το Αλγέρι, ενώ οι Γκούρτζι Ιμπνί και Κατερτζήογλου ηττήθηκαν από τον βεζίρη Καρά Μουσταφά Πασά. Ο πρώτος από αυτούς, επικεφαλής 80.000 ανδρών, είχε ρημάξει την Ανατολία μέχρι το Σκουτάρι και είχε πάρει θέση στα υψώματα απέναντι από την Ισλαμπόλ που ονομάζονται Μπολγουρλού Τζαμλίτζε. Ζητούσε εβδομήντα κεφάλια και την κυβέρνηση του Χαλέμπ (Χαλεπιού). Ο Ντεφτερντάρ-Ζάντε Μοχάμεντ Πασάς οδήγησε τα στρατεύματά του εναντίον του και έγινε μάχη στο Ζιλτζαμλίτζε, με τον Μουράτ Πασά να φτάνει αυτοπροσώπως στη βοήθεια των αυτοκρατορικών στρατευμάτων. Οι αντάρτες εξολοθρεύτηκαν εντελώς.

Ήττα των Δρούζων στη Συρία από τον Μουρτεζά Πασά

Οι Γιουβαστζή Μοχάμεντ Αγάς και Ναλμπάντ Αλή Αγάς, οι διοικητές του Σαφέτ, χρωστούσαν χίλια πουγγιά που έπρεπε να πληρώσουν οι Δρούζοι. Αλλά καθώς η πληρωμή καθυστερούσε, ο Μουρτεζά Πασάς ανέλαβε το πεδίο εναντίον τους με εβδομήντα λάβαρα. Μεγάλη μάχη έλαβε χώρα στη Νακούρα, όπου οι Δρούζοι ηττήθηκαν. Και αντί για χίλια πουγγιά, τώρα ήσαν υποχρεωμένοι να πληρώσουν τρεις χιλιάδες. Εγώ, ο ταπεινός συγγραφέας, είχα κάνει εκείνη τη χρονιά (1059) το προσκύνημα στη Μέκκα μέσω Αιγύπτου και κατά την επιστροφή μου στη Συρία ήμουν παρών σε αυτή τη μάχη, την οποία απαθανάτισα με επιγραφή χρονολόγησης.

Κατάκτηση του Σελίνου και του Ρεθύμνου στον Χάνδακα (Κρήτη)

Την ίδια χρονιά ο Ντασνίκ και ο Χαϊνάφι, δύο επαναστάτες που είχαν προσβληθεί από τον Μελέκ Αχμέτ Πασά επειδή δεν είχαν λάβει τον διορισμό των αγάδων των Τουρκομάνων, συγκέντρωσαν αριθμό στρατιωτών στο Σκουτάρι, ρήμαξαν την Ανατολία, λεηλάτησαν ένα καραβάνι και έστησαν το στρατόπεδό τους μεταξύ Λέφκε και Σουγκούτ. Ο Μελέκ Πασάς, με τα στρατεύματα και άλλων πασάδων, τους επιτέθηκε σε αυτό το μέρος, υπέταξε τη δύναμή τους και κυνήγησε το μεγαλύτερο μέρος τους στα βουνά. Ο Ντασνίκ Εμέρζα και ο Χαϊνάφι Χαλίφε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και καθ’ οδόν προς Ισλαμπόλ, τους συνάντησε στο Τζίζρε (ή Κιοπρού) ο μποσταντζή-μπασης, ο οποίος μετέφερε αυτοκρατορικό φιρμάνι για την εκτέλεσή τους. Κατά συνέπεια τους αποκεφάλισαν και τα κεφάλια τους τα πέταξαν μπροστά στην αυτοκρατορική πύλη. Με θεϊκή άδεια ένα κύμα φωτός χυνόταν εκείνη τη νύχτα στο κεφάλι του Χαϊνάφι Χαλίφε, το οποίο είδαν αρκετές εκατοντάδες άτομα. Δεκαεπτά ημέρες ύστερα από αυτό ξέσπασε εξέγερση, με την οποία ο Αχμέτ Πασάς υποχρεώθηκε να παραδώσει τις σφραγίδες και να αποσυρθεί στη θέση του κυβερνήτη του Ούζι (Οτσάκοφ).

Ήττα του στόλου των Απίστων από τον καπουδάν Τσαβούς Ζάντε

Αυτός ο καπουδάν έφερε στην Ισλαμπόλ τρεις γαλέρες και ένα γαλιόνι, τα οποία είχε πάρει από τον στόλο των ποταπών απίστων.

Επίθεση του χαν Μοχάμεντ Γκεράι επί των Κοζάκων στο Οτσάκοφ

Το αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας από αυτόν τον γενναίο Τατάρο ήταν η σύλληψη 150.000 αιχμαλώτων. Την ίδια χρονιά, ο Καλγά Σουλτάν εισέβαλε στη Μολδαβία, διεισδύοντας μέχρι το Ιάσι, το Φόκσανι και το Χότιν και συλλαμβάνοντας 150.000 αιχμαλώτους και 100.000 κεφάλια βοοειδών διαφόρων ειδών. Οι Κοζάκοι ηττήθηκαν επίσης κοντά στη Βάρνα από τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, ο οποίος, επιτιθέμενος στα σκάφη τους που είχαν απομείνει στην ακτή, συνέλαβε είκοσι από αυτούς, αλλά οι υπόλοιποι διέφυγαν. Από τους άνδρες που βρίσκονταν στην ακτή, επτακόσιοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και χίλιοι σκοτώθηκαν. Αυτό συνέβη το έτος 1064 (1650). Το κάστρο Γκούνιε [Γωνία], στις εκβολές του ποταμού Τσορούχ στη Μαύρη Θάλασσα, ελευθερώθηκε από τον Κεταντζή-Ζάντε Μοχάμεντ Πασά το έτος 1065. Την ίδια χρονιά ο χαν του Μπιτλίς Αμπντάλ Χαν υποτάχθηκε από τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, ο οποίος επίσης, το επόμενο έτος, απελευθέρωσε το κάστρο του Οτσάκοφ από τους Κοζάκους. Το κάστρο της Τενέδου το ελευθέρωσε από τους Ενετούς ο Κιοπρουλού Μοχάμεντ Πασάς.

Ήττα του Ράκοζυ

Ο Ράκοζυ, ο οποίος είχε ονομαστεί βασιλιάς της Πολωνίας από τον μεγάλο βεζίρη Μπογιούνι Εγρί, αλλά δεν αναγνωρίστηκε ως τέτοιος από τον διάδοχό του Κιοπρουλού, συγκέντρωσε 200.000 άνδρες, προκειμένου να υποστηρίξει την αξίωσή του εναντίον των Πολωνών, οι οποίοι έστειλαν απεσταλμένο για να ζητήσουν τη βοήθεια των οθωμανικών όπλων. Ως συνέπεια αυτού του αιτήματος, ο Τάταρος χαν Μελέκ Μοχάμεντ Γκεράι και ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς, κυβερνήτης του Οτσάκοφ, μπήκαν στο πεδίο εναντίον του Ράκοζυ, ο οποίος ηττήθηκε και διέφυγε με τριακόσιους ιππείς στα βουνά των Σέκλερ στην Τρανσλβανία. Στην εμπλοκή σκοτώθηκαν 40.000 άπιστοι, ενώ δεκαεπτά ηγεμόνες, με τον υπουργό του Ράκοζυ, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ύστερα από το οποίο οι στρατοί του Τατάρου χαν και του Μελέκ Αχμέτ Πασά, βάδισαν νικηφόρα στο Ακ-κερμάν. Εγώ, ο ταπεινός Εβλία, που συνέταξα επιγραφή χρονολόγησης για αυτήν την περίσταση, έλαβα δεκαεπτά αιχμαλώτους, είκοσι άλογα, δέκα πανωφόρια από σαμούρι, ένα ζευγάρι ασημένιους αναβολείς και άλλα ασημένια αντικείμενα, ως το μερίδιό μου στη λεία. Οι Ούγγροι βλέποντας την ήττα του Ράκοζυ, συγκέντρωσαν τεράστιο στρατό αποτελούμενο από διάφορα έθνη, με τον οποίους επιτέθηκαν σε Τεμισβάρ, Λίππα, Τσανάντ, Τζούλια και Φέκσατ. Όταν τα παράπονα από αυτά τα μέρη έφτασαν στην Πύλη, ο κυβερνήτης της Βούδας Καναάν Πασάς έλαβε εντολές να βαδίσει εναντίον του εισβολέα εχθρού. Στις όχθες του Μάρος, μεταξύ Λίππα και Άραντ, ο πασάς αντιμετώπισε 80.000 του εχθρικού στρατού και εξολοθρεύτηκε, αλλά έσωσε τον εαυτό του και μερικές χιλιάδες ιππείς του με φυγή στο Σλάνκαμεν. Σε αυτή την ήττα ο οθωμανικός στρατός έχασε τουλάχιστον 11.000 άνδρες. Κατά συνέπεια ο Καναάν Πασάς απομακρύνθηκε από τη Βούδα και η θέση του κυβερνήτη δόθηκε στον Σεϊντί Αχμέτ Πασά της Βοσνίας, ενώ η θέση του κυβερνήτη της Βοσνίας ανατέθηκε στον Μελέκ Αχμέτ Πασά. Την ίδια χρονιά ο Σεϊντί Αχμέτ Πασάς, με 12.000 γενναίους ιππείς, εισήλθε στην επαρχία της Τρανσυλβανίας από τη Ντεμίρ-καπι (τη Σιδηρά Πύλη), έδωσε μάχη με τον στρατό του απεχθούς Ράκοζυ, ο οποίος υπερασπιζόταν το κάστρο του Κολιόβαρ και τους νίκησε, με τη βοήθεια του Χουσεΐν Πασά, του αδελφού του κυβερνήτη της Τεμισβάρ Σιαβούς Πασά. Τα λευκά σώματα των απίστων ήσαν σκορπισμένα πάνω στο λευκό χιόνι, ενώ οι άμαξες, τα κανόνια και οι σκηνές στάλθηκαν στην Ισλαμπόλ, όπου, όμως, δεν ψηφίστηκαν ευχαριστίες στον Σεϊντί Πασά για τη νίκη, ούτε καν ειπώθηκε με την ευκαιρία ένα «πολύ καλά», αν και ήταν νίκη όχι λιγότερο λαμπρή από εκείνη της Έρλα από τον Μωάμεθ Γ’. Γιατί ο Σεϊντί Πασάς δεν είχε περισσότερους από 11.000 άνδρες εναντίον 160.000 απίστων, τώρα κατοίκων της κόλασης.

Ο μοχθηρός Ράκοζυ διέφυγε στο κάστρο του Κολιόβαρ, όπου άρχισε να συγκεντρώνει νέο στρατό.

Ο αυτοκράτορας έχοντας ακούσει για τις λεηλασίες που διαπράχθηκαν από τους άπιστους στη Βοσνία, διόρισε τον Μελέκ Αχμέτ διοικητή στρατιάς εναντίον της Ζάρας. Ο πασάς συγκέντρωσε τα στρατεύματά του κάτω από τα τείχη αυτού του φρουρίου, αλλά μη μπορώντας να το υποτάξει, λεηλάτησε τη γειτονική περιοχή, επιτέθηκε στο κάστρο του Ρίντζισι, το οποίο κατέλαβε ύστερα από έφοδο επτά ωρών και πήρε τους κατοίκους αιχμαλώτους.

Την ίδια χρονιά ο Ράκοζυ, έχοντας αρνηθεί να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας που χρωστούσε η Τρανσυλβανία και έχοντας στρατοπεδεύσει με 200.000 άνδρες κάτω από το Κολιοβάρ, δέχθηκε επίθεση για δεύτερη φορά από τον Σεϊντί Πασά, με 40.000 επίλεκτους στρατιώτες της Βούδας, Έρλα, Τεμισβάρ και Κάνισα. Ο Ράκοζυ ηττήθηκε, τραυματίστηκε και υποχρεώθηκε να διαφύγει στην Καλόβα, όπου εξέπνευσε φωνάζοντας: «Δέξου με, Ιησού!» Ο Ιησούς όμως δεν τον δέχτηκε, αλλά τον άρπαξε ο άγγελος Αζραήλ. Ο Σεϊντί Πασάς έφερε τεράστια λεία, με αρκετές χιλιάδες κεφάλια στην Ισλαμπόλ, αλλά ακόμη και με αυτό το σημαντικό κατόρθωμα δεν μπορούσε να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα.

Τα φρούρια Λίππα, Τζένο και Λούγκος κατακτήθηκαν από τον Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά, ο οποίος επισκεύασε και τις οχυρώσεις του Άραντ και του Τζένο και βρισκόταν την παραμονή της ανάληψης εκστρατείας εναντίον των οχυρών της Τρανσυλβανίας, όταν έλαβε επαναλαμβανόμενες αυτοκρατορικές εντολές, που υποδήλωναν ότι δεν ήταν επιθυμία του αυτοκράτορα να συνεχίζει πια τον πόλεμο σε αυτή τη χώρα και ότι αν ο πασάς έφερνε ακόμη και τον βασιλιά της Τρανσυλβανίας ή τον αυτοκράτορα της Γερμανίας αιχμαλώτους στην Ισλαμπόλ, δεν θα συναντούσε την επιδοκιμασία της αυτού μεγαλειότητας, αλλά ήταν επιθυμητό να προχωρήσει με κάθε δυνατή ταχύτητα στην Πύλη, γιατί ο Καρά Χουσεΐν Πασάς στην Ανατολία, ο Σαρή Καναάν Πασάς, ο Σαγιούρτ Μοχάμεντ Πασάς και σαράντα απείθαρχοι μπεγκ βάδιζαν εναντίον της Μπούρσα. Ο Κιοπρουλού, με τη λήψη αυτού του χατισερίφ, αναφώνησε: «Μπράβο, Καρά Χουσεΐν, που ήρθες αυτή τη στιγμή σε βοήθεια του Ούγγρου άπιστου. Ας είναι το αποτέλεσμα ευνοϊκό!» Οι προετοιμασίες για την αναχώρηση ξεκίνησαν αμέσως και διακηρύχθηκε ότι όλοι όσοι έδιναν αξία στο ψωμί και την τιμή τους, έπρεπε να πάνε στην Ισλαμπόλ, προκειμένου να συμμετάσχει στον θρησκευτικό πόλεμο (γάζα). Οι Σινάν Πασάς και Σεϊντί Πασάς αφέθηκαν να προστατεύσουν το κάστρο του Τζένο, ενώ ο Κιοπρουλού βάδισε με τη μεγαλύτερη δυνατή σπουδή προς την Ισλαμπόλ, στην περιοχή της οποίας, στο Κεάτ-Χανε, στρατοπέδευσε. Οι στρατιώτες πληρώνονταν καθημερινά, ενώ διαγράφηκαν από τους καταλόγους τα ονόματα 3.000 σπαχήδων και 7.000 γενίτσαρων, οι οποίοι απουσίαζαν από την επιθεώρηση. Ο αυτοκράτορας των επτά κλιμάτων μετέφερε στη συνέχεια το στρατόπεδό του στο Σκουτάρι. Φετβάδες των μουφτήδων των τεσσάρων ορθοδόξων δογμάτων κυκλοφόρησαν σε όλη την Ανατολία και φιρμάνια στάλθηκαν στον Καρά Μουρτεζά Πασά, κυβερνήτη του Ντιαρμπέκρ, στον Γκούρτζι Μουσταφά Πασά, κυβερνήτη του Ερζερούμ και τον Τούτσακ Αλή Πασά, κυβερνήτη του Χαλέμπ (Χαλεπιού), οι οποίοι καλούνταν όλοι να βαδίσουν εναντίον του Αμπχάζα Καρά Χασάν Πασά. Ο τελευταίος την ίδια χρονιά νίκησε τον Μουρτεζά Πασά, κυβερνήτη του Ντιαρμπέκρ, στο πεδίο του Ουλγούν και τον υποχρέωσε να τραπεί σε φυγή στο Χαλέπι. Στη συνέχεια μάζεψε τους σεκμπάν και σαντζέχ του και προκαλούσε τέτοιον τρόμο στους τέσσερις βεζίρηδες, οι οποίοι, άλλωστε, ήσαν πολύ απελπισμένοι από την έλλειψη προμηθειών, που έστειλαν αγγελιοφόρους στην Ισλαμπόλ για να λάβουν συγγνώμη για τους αντάρτες, οι οποίοι, την ίδια στιγμή, είχαν αναλάβει την κατοχή του Χαλεπιού.

Τον ίδιο χρόνο ο Μελέκ Αχμέτ Πασάς της Βοσνίας έστειλε 7.000 κεφάλια στην Πύλη και ανακοίνωσε την καθυπόταξη των φρουρίων Κάμιν, Κιράντ και Ρίντζα. Ο Αλή Πασάς, που ήταν κυβερνήτης των Δαρδανελλίων, απομακρύνθηκε και στάλθηκε εναντίον του κάστρου του Άραντ, το οποίο παραδόθηκε.

Καθώς η εξέγερση του Μέχνε Μπεγκ στη Βλαχία ήταν εμφανής, στάλθηκαν εναντίον του ο Φαζλή Πασάς, ο Τζαν Αρσλάν Πασάς και αρκετοί μπεγκ. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Γκούρτζεβο και ο οθωμανικός στρατός ηττήθηκε. Την ίδια στιγμή ο ηγεμόνας της Μολδαβίας, Μουρούνσιζ Κοσταντίν (ο χωρίς μύτη Κωνσταντίνος) έστησε το λάβαρο της εξέγερσης στο Ιάσι, άρχισε να κόβει νέα ζολότα (νομίσματα) και κατέλαβε τη Μολδαβία. Ο Τάταρος χαν της Κριμαίας και οι Τάταροι του Μπούτζακ, πήραν εντολή να κινηθούν εναντίον του, ενώ ο νεαρός Στέφανος, γιος του Λίπουλ, του εκλιπόντος ηγεμόνα της Μολδαβίας, αιχμάλωτος στο Επταπύργιο, ονομάστηκε ηγεμόνας. Με την ευκαιρία αυτή, ο Κεμάνκες Αχμέτ Αγάς διορίστηκε ισκέμλα-αγά (αγάς του καθίσματος) και ο Σιλαχσούρ Αχμέτ Αγάς, σαντζάκ-αγά (αγάς του λάβαρου). Ο στρατός έφτασε στο Ιάσι μια πολύ κρύα ημέρα του χειμώνα και ακολούθησε μάχη, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η φυγή του Μουρούνσιζ Κοσταντίν, η απώλεια 10.000 ανδρών από την πλευρά των απίστων και η εδραίωση του ηγεμόνα Στεφάνου. Οι διαφέυγοντες Μολδαβοί καταδιώχθηκαν από τους Τάταρους μέχρι τη Βλαχία και ολόκληρη η χώρα καταστρεφόταν από φωτιά. Ο Φαζλή Πασάς και ο Τζαν Αρσλάν Πασάς, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή ήσαν αποκλεισμένοι στο φρούριο του Γκούρτζεβο, βρίσκονταν σε μεγάλη αγωνία και είχαν ήδη αποφασίσει να πνιγούν, όταν οι άπιστοι, φοβούμενοι τους Τάταρους, άφησαν τα χαρακώματα και διέφυγαν στο Βουκουρέστι. Οι Οθωμανοί τους καταδίωξαν και συνέλαβαν μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων και τεράστια λεία. Οι Τάταροι επίσης, συνέχισαν να καταδιώκουν τους άπιστους μέχρι τα βουνά της Πράσοβα (Κρονστάνδης) στην Ιρσοβα (Όρσοβα) και συνέλαβαν αιχμαλώτους 20.000 Βλάχους και 67.000 Μολδαβούς. Έτσι, δόξα τω Θεώ! σε είκοσι μέρες υποτάχθηκαν η Βλαχία και η Μολδαβία και εγώ, ο ταπεινός συγγραφέας, ο οποίος ήμουν παρών, έλαβε ως μερίδιό μου την αξία είκοσι αιχμαλώτων. Ο νεαρός Στέφανος μου δώρισε ένα πουγγί με χρυσάφι, έξι σέλες αλόγων και ένα μανδύα. Και ο Γαζά-Ζάντε, ο αγάς του Σαντζάκ, μου έδωσε ένα πουγγί, ένα άλογο και ένα ωραίο αγόρι. Την τεσσαρακοστή δεύτερη μέρα μπήκαμε στην Αδριανούπολη. Υμνώ τον Θεό που ήμουν σε αυτή τη λαμπρή εκστρατεία! Στη συνέχεια προχώρησα για να συναντήσω τον κύριό μου, τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, τον οποίο βρήκα στη Χαλούνα. Αν όμως περιέγραφα τις βοσνιακές νίκες, ο κατάλογός μου θα εκτεινόταν σε ακατάλληλο μήκος. Για να είμαι σύντομος, ο κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς απομακρύνθηκε από τη θέση του κυβερνήτη της Βοσνίας και τη Δευτέρα, στις 12 του Ραμπιάλ-αβάλ 1071 (1660) προήχθη σε κυβερνήτη της Ρούμελης. Η επαρχία της Βοσνίας δόθηκε στον Αλή Πασά, τον κατακτητή του Άραντ, ο οποίος, κατά το έτος 1072 (1601) διορίστηκε επίσης διοικητής του στρατού εναντίον του Κέμενι, στην Τρανσυλβανία. Εβδομήντα σαντζάκια, είκοσι οντάδες γενίτσαρων και πυροβολητών και τέσσερα μπουλούκ, συνολικά 87.000 άνδρες, συγκεντρώθηκαν στις πεδιάδες της Τεμισβάρ και έχοντας διοικητή, μετά τον θάνατο του Αλή Πασά, τον Σεϊντί Πασά, μπήκαν στην Τρανσυλβανία από το Ντεμίρ-καπι και στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα του Χάτζακ. Την εικοστή ημέρα ενώθηκε μαζί τους ο Σαχ Πουλάντ Αγάς, με 40.000 Τάταρους, οι οποίοι είχαν σταλεί για να αναστατώσουν τον Κέμενι, είχαν λάβει χρήσιμες πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού και είχαν συλλάβει πολλές χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο βεζίρης της Βούδας Ισμαήλ Πασάς είχε τη διοίκηση της εμπροσθοφυλακής και η Τρανσυλβανία λεηλατήθηκε για οκτώ μήνες, μέχρι τον ποταμό Τάις, τον οποίο ο Χουσεΐν Πασάς, ο αδελφός του Σιαβουσλού Πασά, διατάχθηκε να περάσει. Προέλασε με τα επίλεκτα στρατεύματά του μέχρι την Κάσα και το Χασβάρ και πρότεινε τον γιο του Ζουλούμι ως βασιλιά της Τρανσυλβανίας. Οι άνθρωποι όμως δήλωναν ότι δεν θα είχαν άλλον βασιλιά εκτός από τον Κέμενι, με τον οποίο ήσαν ικανοποιημένοι, κι έτσι ο Χουσεΐν, αφού αντιμετώπισε χίλια προβλήματα, ξαναπέρασε τον Τάις. Ο Ισμαήλ Πασάς, έχοντας διοριστεί διοικητής εναντίον των Ζέκλερ, επέστρεψε στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο με 17.000 αιχμαλώτους. Στη συνέχεια μετακίνησε το στρατόπεδό του στο Όντβαρχελ, όπου ανακήρυξε βασιλιά τον άπιστο Μιχαήλ Απάστι και μάζεψε 2.000 πουγγιά (ένα εκατομμύριο γρόσια), που ήσαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του φορου υποτέλειας που οφειλόταν για τρία χρόνια. Αυτό το έτος (1071), κατά τη διάρκεια της παραμονής μας κοντά στο κάστρο του Σαζματζάρ, στο Σίμπιν, λάβαμε νέα του θανάτου του Κιοπρουλού Μοχάμεντ και της προώθησης του γιου του στο βεζιράτο. Μεγάλη μάχη, επίσης σε μέρα βαρυχειμωνιάς, δόθηκε στο Φόργκρας. Ο στρατός επέστρεψε μέσω Ντεμίρ Καπί με 40.000 κάρρα και 100.000 αιχμαλώτους και στάλθηκε σε χειμερινά καταλύματα. Ο κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς ανέλαβε χειμερινά καταλύματα στο Βελιγράδι, απ’ όπου, με ρητή εντολή του αυτοκράτορα, πήγε στην Ισλαμπόλ, για να παρευρίσκεται στον γάμο της Φατιμά, κόρης του σουλτάνου Αχμέτ. Ο κύριός μου ήταν βεζίρης του τρούλου για τρεις μήνες όταν πέθανε και θάφτηκε στο νεκροταφείο του Εγιούπ, στα πόδια του μακαρίτη κυρίου του, του Κετσί Μοχάμεντ Εφέντη. Έτσι, ο ατυχής Εβλία έμεινα χωρίς αφεντικό. Αλλά ο Θεός είναι ελεήμων!

Τα παρακάτω κάστρα κατακτήθηκαν επίσης: Ουϊβάρ, Λίτρα, Νόβιγκραντ, Λόβα, Σικιάν, Κερμάν, Ντέρεγκιλ, Χολάουκ και Μπογιάκ και συνελήφθησαν πολλές χιλιάδες αιχμάλωτοι. Όμως σαρανταεπτά ημέρες νωρίτερα κερδήθηκε η περίφημη νίκη του Γκραν, η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί με τις νίκες του Έρλαου και του Μόχατς. Ακολούθησε η πτώση των κάστρων Κισκουϊβάρ, Κεμενβάρ, Έγκερβαντ, Έγκερζεκ, Μπαλάσκα, Βασούν και σαράντα άλλων, τα οποία πυρπολήθηκαν όλα. Όλα αυτά ανήκαν στον Ζερίν Ογλού (Ζρίνι). Πριν κατακτηθεί το Κισκουϊβάρ, χρειάστηκε να ελευθερωθούν από τα χέρια των απίστων τα κάστρα Έσεκ, Λίποβα, Σίκλος, Μπεκς, Καπουσβάρ, Κόπεν, Νάντας, Μπερεντίσιντζ, Σίγκετ και Κάνισα, τα οποία πολιορκούνταν όλα από τους Γερμανούς εκλέκτορες. Όταν, όμως, άκουσαν για την άφιξη του μεγάλου βεζίρη, ήραν την πολιορκία της Κάνισα και διέφυγαν στο νέο κάστρο (Κισκουϊβάρ), το οποίο επίσης κατακτήθηκε στη συνέχεια. Η Κροατία καταστράφηκε, τριανταέξι κάστρα πυρπολήθηκαν και οι κάτοικοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Ενθουσιασμένος από τέτοια επιτυχία, ο μουσουλμανικός στρατός προχώρησε προς τον ποταμό Ράαμπ, όπου, μετά την κατάκτηση του Κισκουίβαρ, ηττήθηκε από την κακή διαχείριση του μεγάλου βεζίρη Ισμαήλ Πασά και του Γκούρτζι Μοχάμεντ Πασά. Πολλές χιλιάδες μουσουλμάνοι πνίγηκαν στον Ράαμπ. Οι σπαχήδες εξαπατήθηκαν από ανάδρομη κίνηση των γενίτσαρων και αυτοί, βλέποντας την υποχώρηση των σπαχήδων, τράπηκαν επίσης σε φυγή, με αποτέλεσμα να σπάσει η γέφυρα και να πνιγεί τεράστιος αριθμός ανδρών. Ο βεζίρης υπερασπίστηκε γενναία τον εαυτό του για ακόμη εικοσιτέσσερις ώρες, αλλά τελικά υποχώρησε στο Στουλβάισενμπουργκ, απ’ όπου έστειλε προτάσεις για ειρήνη. Στη συνέχεια ανέλαβε διαμονή στα χειμερινά του καταλύματα στο Βελιγράδι και αφού στάλθηκε απεσταλμένος από τον Γερμανό αυτοκράτορα, ο Καρά Μοχάμεντ Πασάς στάλθηκε ως πρέσβης στη Βιέννη και ο ταπεινός συγγραφέας έλαβε εντολές να τον συνοδεύσει στην πρεσβεία. Όταν συνήφθη ειρήνη στη Βιέννη, ταξίδεψα, με νομική προστασία του αυτοκράτορα, μέσω Γερμανίας στη Δουνκέρκη, στη συνέχεια στη Δανία, την Ολλανδία (όπου είδα το Άμστερνταμ), τη Σουηδία και την Κρακοβία, στην Πολωνία, κάνοντας σε τρεισήμισι χρόνια την περιοδεία των χωρών των επτά απίστων βασιλέων (των επτά εκλεκτόρων). Το έτος 1668, τη νύχτα της ανάληψης του Προφήτη, βρέθηκα στην οθωμανική μεθόριο, στο κάστρο Τογάν-κετσίντ στον Δνείστερο. Κατευθυνόμενος από τους οδηγούς μου, που ήσαν Κοζάκοι, είδα φώτα στον μιναρέ και για πρώτη φορά, ύστερα από τόσον καιρό απουσίας, άκουσα τον ήχο της μωαμεθανικής κλήσης σε προσευχή. Καθώς οι πύλες του κάστρου είναι κλειστές μετά το ηλιοβασίλεμα, πέρασα τη νύχτα σε ένα από τα σπίτια για μπούζα [καπηλειά] έξω και το πρωί διέσχισα τον ποταμό προς Σάχιν Γκερμάν, απ’ όπου σε τρεις ημέρες έφτασα στην Κριμαία και συνέχισα το ταξίδι μου μέσω Νταγεστάν προς Ρωσία. Εδώ, δόξα τω Θεώ, ολοκλήρωσα τα ταξίδια μου στα επτά κλίματα. Στη συνέχεια ταξίδεψα εβδομήντα ημέρες με τον Ρώσο απεσταλμένο και αφού ενώθηκα με τον Ακ Μοχάμεντ Πασά και τον αναπληρωτή του, επέστρεψα στην Κριμαία. Εδώ έλαβα δώρα από τον Τάταρο χαν, τον Τσομπάν Γκεράι Ογλού και ταξιδεύοντας με τον Ακ Μοχάμεντ Πασά, ο οποίος είχε στερηθεί τη θέση του κυβερνήτη, έφτασα στην Ισλαμπόλ σε ογδόντα ημέρες. Από εκεί προχώρησα στην Αδριανούπολη και στη συνέχεια στον Χάνδακα, ο οποίος παραδόθηκε στον Κιοπρουλού Ζάντε Φαζίλ Αχμέτ Πασά το 1080 (1609), ύστερα από αγώνα τριών ετών. Ακολούθησε η κατάκτηση της Μάνης και το χτίσιμο του κάστρου της Ζαρέντα το 1081 (1670). Την ίδια χρονιά υποτάχθηκε το Κάμιενικ στην Πολωνία, ένα από τα ισχυρότερα φρούρια των απίστων και ανεγέρθηκαν τζαμιά σε αυτό. Για αυτό και για πολλά άλλα μέρη, ο βασιλιάς της Πολωνίας πλήρωνε φόρο υποτέλειας στην Πύλη. Ο νικηφόρος σουλτάνος προχώρησε στη συνέχεια στη δεύτερη πρωτεύουσά του, την Αδριανούπολη και έστησε τα χειμερινά του καταλύματα στο Χατζή Ογλού Πασάνι, ενώ ο μεγάλος βεζίρης παρέμενε στο Μπαμπαντάγ. Στη συνέχεια ο σουλτάνος μετακινήθηκε στο Ιάσι, ενώ ο βεζίρης παρέμεινε εκεί όπου βρισκόταν.

Όλα τα φρούρια και τα κάστρα που κατακτήθηκαν ήσαν στολισμένα με τζαμιά, όπου η θεία λατρεία γινόταν σύμφωνα με την αληθινή πίστη και στο όνομα του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’, τη βασιλεία του οποίου μακάρι ο Θεός να διαιωνίσει.

Εδώ ολοκληρώνω την ιστορική μου περιγραφή των σουλτάνων και των βεζίρηδων και μουφτήδων τους, από τον Μωάμεθ Β’ μέχρι τον Μουράτ Δ’, οι οποίοι είναι όλοι θαμμένοι στην Ισλαμπόλ.

Έχοντας ξεφύγει λίγο, δίνοντας περιγραφή των στατιστικών και των κύριων ιστορικών γεγονότων, θα συνεχίσω τώρα την περιγραφή μου για τα αυτοκρατορικά τζαμιά της Ισλαμπόλ.

Περιγραφή του τζαμιού της βαλιδέ

Αυτό το κτίριο κατασκευάστηκε, με τεράστια δαπάνη, από τη βαλιδέ σουλτάνα, τη μητέρα του Μωάμεθ Β’. Αλλά με τον θάνατό της παρέμεινε ημιτελές και έπεσε σε φθορά. Ονομάστηκε τότε ζουλμίε (το σκοτάδι), αλλά, όταν η βαλιδέ ταξίδευε στη χώρα, μετά το κάψιμο της Ισλαμπόλ, τα θεμέλια καθαρίστηκαν από τα σκουπίδια και ο σουλτάνος, αφιερώνοντας 5.000 πουγγιά από το θησαυροφυλάκιό του, διέταξε να ολοκληρωθεί το κτίριο. Τότε ονομάστηκε αντλίε (το δίκαιο). Είναι τώρα το δέκατο των αυτοκρατορικών τζαμιών της Ισλαμπόλ και βρίσκεται μεταξύ της Πύλης Σαχίντ (πύλης των μαρτύρων) και της Μπαλούκ Μπαζάρ (ψαραγοράς), στη συνοικία των Εβραίων, των οποίων τα σπίτια, όταν κάηκαν με θεϊκή άδεια, οι ίδιοι εξορίστηκαν από το σημείο και το έδαφος που καταλάμβαναν τα σπίτια τους προστέθηκε στην αυλή και την αγορά του τζαμιού, το οποίο ολοκληρώθηκε σε δέκα χρόνια και ονομάστηκε σωστά αντλίε αντί για ζουλμίε. Το βόρειο μέρος του κτιρίου κοιτάζει προς τα τείχη της πόλης και στα νότια βρίσκεται η μεγάλη αυλή (χαρέμ). Ο θόλος, από τη βάση του μέχρι την κορυφή, έχει ύψος όχι λιγότερο από εβδομήντα γιάρδες. Το σύνολο είναι χτισμένο σε υπερυψωμένο επίπεδο, στο οποίο ανεβαίνουν από τις τέσσερις πλευρές με σκαλοπάτια. Το τζαμί είναι χτισμένο στο ίδιο στυλ με το τζαμί των Πριγκίπων και με εκείνο του σουλτάνου Αχμέτ Α’ στο Ατ-μεϊντάν. Τέσσερις μικροί ημιτρούλοι υποστηρίζουν τον κεντρικό, ο οποίος υποστηρίζεται επίσης από τέσσερις μεγάλες στήλες. Το μαχφίλ των μουεζίνηδων ανυψώνεται από μικρές στήλες, ενώ το μαχφίλ του αυτοκράτορα βρίσκεται στα αριστερά, φτιαγμένο από την πιο εξαίρετη εργασία σε μάρμαρο. Μία από τις στήλες του αφορούσε τον θάνατο του Γιουσούφ Πασά, του κατακτητή της Αιγύπτου. Κάποιοι σπιούνοι τον κατηγόρησαν ότι είχε στην κατοχή του κολώνα από καθαρό χρυσό, η οποία, όμως, ύστερα από εξέταση, διαπιστώθηκε ότι ήταν απλώς από κίτρινη πέτρα. Όμως αυτή η ανακάλυψη έγινε όταν ήταν πολύ αργά και αυτή η πολύτιμη στήλη, που λάμπει λαμπρότερα από τον χρυσό, τοποθετήθηκε κάτω από το μαχφίλ του αυτοκράτορα. Το κτίριο φωτίζεται καλά από μεγάλο αριθμό παραθύρων και τη νύχτα από λυχνίες. Το μιχράμπ (εσοχή) και το μινμπάρ (άμβωνας) είναι από έξοχη πολύχρωμη πέτρα. Οι πύλες είναι πέντε: δύο πλευρικές πύλες, μία για τον ιμάμη, μία για τον χατίμπ και η πέμπτη βλέπει προς το μιχράμπ. Τα πλούσια αντικείμενα και στολίδια που είναι κρεμασμένα στο τζαμί είναι ασυναγώνιστα, όχι μόνο από όλα τα τζαμιά της Ισλαμπόλ αλλά σε όλη την επικράτεια του Ισλάμ. Οι πόρτες και τα παραθυρόφυλλα είναι όλα στολισμένα με μαργαριτάρια, ενώ τα περσικά και τα αιγπυτιακά χαλιά, με τα οποία είναι καλυμμένο το δάπεδο, δίνουν στο τζαμί την εμφάνιση κινεζικής πινακοθήκης. Πουθενά αλλού δεν υπάρχει τόσο μεγάλος αριθμός όμορφων επιγραφών. Πάνω από κάθε παράθυρο υπάρχουν στίχοι ιερών λέξεων, γραμμένοι από τον Τεκνετζή-Ζάντε Μουσταφά Τσελεμπή και σχεδιασμένοι από το χέρι του Καραχισάρι. Σεΐχηδες αυτού του τόπου ήσαν οι διάσημοι ιεροκήρυκες Γιάνι και Ισπίρι Εφέντες. Την εποχή του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’ ήταν καταφύγιο των πιο διάσημων δάσκαλων, καθηγητών και αναγνωστών του Κορανίου. Η μεγάλη πύλη είναι διακοσμημένη με όμορφο χρονογράφο με χρυσά γράμματα, που εκφράζει τη χρονολογία 1074. Η μεγάλη αυλή, που βρίσκεται μπροστά από την κύρια πύλη, είναι στρωμένη με μάρμαρο και περιβάλλεται από πέτρινους πάγκους. Οι θόλοι είναι καλυμμένοι με μόλυβδο και τα παράθυρα από γυαλί. Στο κέντρο της αυλής βρίσκονται μια κρήνη και λεκάνη. Το χαρέμ ή αυλή έχει δύο πλευρικές πύλες και μία μεγάλη πύλη, η οποία ανοίγει σε δεύτερη ή εξωτερική αυλή, φυτευμένη με διάφορα είδη δένδρων. Στην πλευρά της κίμπλα υπάρχει μαυσωλείο, που προορίζεται για τη βαλιδέ σουλτάνα, ο Θεός να της δίνει μακροζωία! Στον κήπο, μπροστά από το χαρέμ, στο προπύργιο που ονομάζεται Κομλικλί Καλέ, ο σουλτάνος Μωάμεθ έχτισε ένα κιόσκ που μοιάζει με εκείνα στον Παράδεισο. Στη νότια και δυτική πλευρά της μεγάλης αυλής είναι χτισμένα χίλια περίπου καταστήματα από πέτρα (η αιγυπτιακή αγορά).

Αυτή η μεγάλη αυλή έχει τέσσερις πύλες και δύο ψηλούς μιναρέδες, οι κορυφές των οποίων, καλυμμένες με χαλκό, θαμπώνουν τα μάτια των θεατών με τη φωτεινότητά τους. Είναι και οι δύο τριόροφοι.

Περιγραφή του τζαμιού του Αμπούλ-βαφά

Το ενδέκατο αυτοκρατορικό τζαμί είναι εκείνο του σεΐχη Αμπουλ-βάφα, χτισμένο από τον σουλτάνο Μωάμεθ, σε μικρή κλίμακα, αλλά εξέχον λόγω της ηλικίας και της ιερότητάς του. Έχει έναν μιναρέ, αυλή, σχολείο και λουτρό.

Περιγραφή του Τζαμιού του Εμίρ Νατζάρι

Αυτό, όπως και το προηγούμενο, είναι μικρό τζαμί, χτισμένο από τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή. Διαθέτει μιναρέ και ιμαρέτ (τραπεζαρία).

Το τζαμί Φατιχιέ

Αυτό το τζαμί ήταν παλαιότερα μεγάλο μοναστήρι και μετατράπηκε σε τζαμί από τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή, ο οποίος έχτισε επίσης το Όρτα τζαμί, ή τζαμί των γενίτσαρων, στη μέση του στρατώνα τους. Καταστράφηκε από φωτιά, αλλά ξαναχτίστηκε από τον Σουλεϊμάν κεχαγιά.

Τα παραπάνω είναι τα αυτοκρατορικά τζαμιά εντός των τειχών της Ισλαμπόλ. Τα πιο αξιοσημείωτα από εκείνα στα προάστια είναι τα ακόλουθα: Το τζαμί του Εγιούπ. Το τζαμί του Τζεχανγκίρ στο Τόπ-χανε. Το τζαμί του Μωάμεθ Β’ στο κάστρο της Ρούμελης. Το τζαμί του Μουράτ Δ’ στο πάνω κάστρο της Ρούμελης που ονομάζεται Καβάκ, κοντά στο Μπουγιούκντερε. Το τζαμί του ίδιου σουλτάνου στο απέναντι κάστρο, Καβάκ Αναντολού ή Ματζάρ. Το τζαμί του Πορθητή στην απολαυστική κοιλάδα του Κοκ-σού (του Αρέτα). Το τζαμί της σουλτάνας Μερμά, κόρης του σουλτάνου Σουλεϊμάν, στο λιμάνι του Ουσκουντάρ. Και ένα δεύτερο τζαμί στο Σκουτάρι της βαλιδέ του σουλτάνου Μουράτ Δ’, της Κιοσέμ σουλτάνας.

Αυτά είναι τα αυτοκρατορικά τζαμιά στα προάστια της Ισλαμπόλ. Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμη στα χωριά στις ακτές του Βοσπόρου, τα οποία, αν ευαρεστεί τον Θεό, θα περιγραφούν στη σωστή τους θέση.

<-Τμήματα 11-14 Τμήματα 16-30->
error: Content is protected !!
Scroll to Top