| <-Τμήμα 79 | 1. Προύσα-> |
80. Όλες οι συντεχνίες και τα επαγγέλματα που υπάρχουν στη δικαιοδοσία των τεσσάρων μουλάδων της Ισλαμπόλ, με τον αριθμό των καταστημάτων τους, των ανδρών τους, των σεΐχηδων και των πιρ τους
Κατανέμονται σε πενηνταεπτά ενότητες και αποτελούνται συνολικά από χίλιες και μία συντεχνίες. Οι πρώτοι είναι οι τσαούσηδες (ταξιθέτες) καθήκον των οποίων είναι να συλλέγουν και να συγκεντρώνουν τους υπόλοιπους και ονομάζονται αλάι τσαούσηδες, δηλαδή ταξιθέτες των πομπών και των δημόσιων εισόδων. Προστάτης τους είναι ο Μαλέκ-ουστούρ, ο οποίος, επειδή σκότωσε έναν δράκο στην Κίνα αποκαλείται χυδαία εσντέρ (δράκος), αλλά πήρε το όνομά του επειδή έχασε το ένα του μάτι σε μάχη. Είναι ο ενδέκατος πιρ, που ζώστηκε παρουσία του Αλή και ήταν επικεφαλής όλων των στρατιωτικών διοικητών. Όντας πολύ γενναίος, στόλιζε στη μάχη το κεφάλι του με σύρμα και το άλογό του με κουδουνάκια και παίρνοντας ένα ρόπαλο στο χέρι του, ηγούνταν έτσι των γενναίων ανδρών στις μάχες της Συρίας. Ο τάφος του βρίσκεται στην Κούφα. Όταν εγώ, ο φτωχός Εβλία το έτος 1076 (1665), ήμουν στην υπηρεσία του Μοχάμεντ Γκεράι, του χαν της Κριμαίας, εκείνος σκέφτηκε να φτιάξει ένα μνημείο στο Εσκιγιούρτ, όπου βρίσκονται οι τάφοι όλων των χαν της Κριμαίας. Όταν σκαβόταν η γη για τα θεμέλια, βρέθηκε ένα κομμάτι τετράγωνου μαρμάρου με επιγραφή στη γλώσσα των Τσαγκατάι, που δήλωνε ότι ήταν ο τάφος του Μαλέκ-ουστούρ, του συντρόφου του Προφήτη, που σκοτώθηκε από το βέλος του Σάλσαλ το έτος 300. Σύμφωνα με τον υπολογισμό των μορφωμένων ιερωμένων που ήσαν παρόντες, είχαν περάσει 770 χρόνια από τον θάνατό του. Ο Μοχάμεντ Γκεράι, έχοντας βρει αυτόν τον τάφο, εγκατέλειψε την ιδέα να φτιάξει έναν για τον εαυτό του, αλλά έστησε τρούλο πάνω από αυτόν με επιγραφή με μεγάλα γράμματα (τζελί) και ίδρυσε μοναστήρι με τουρμπε-ντάρ ή φύλακα του μνημείου διορισμένον σε αυτό. Το είδα στο Μπαχτσέ-Σεράι. Οι τσαούσηδες στολίζουν τα άλογά τους προς τιμήν του προστάτη τους με τρίχες από θαλάσσια άλογα και διάφορα αστραφτερά στολίδια, ντύνονται με λαμπρά υλικά, φέρουν στο χέρι τους τσάκαν, στη μέση τους σπαθί και στο κεφάλι τους επτά φτερά σαν εκείνα του Σιμούργκ και φωνάζοντας με φωνή σαν του Μοντικάρμπ και του Μαλέκ-ουστούρ βάζουν σε κίνηση τις φάλαγγες του στρατού.
(2) Ο προστάτης των σούμπασι (αξιωματικών της αστυνομίας) είναι ο Ινς Μπεν Μάλεκ, στον οποίο ο Προφήτης είχε αναθέσει τη φροντίδα της διατήρησης της καθαριότητας στην πόλη της Μεδίνας. Είναι θαμμένος στο Μποκάι, κοντά στη Μεδίνα. Ο Πέρσης Σελμάν έζωσε τα λαγόνια του παρουσία του Αλή και όλοι οι σούμπασι ή αξιωματικοί της αστυνομίας θεωρούν ότι κατάγονται από αυτόν. Ύστερα έρχονται,
(3) Οι υπηρέτες (χουνταμάν-ι γκιλμάν), οι οποίοι, ντυμένοι με πλούσια χρυσοκέντητα, ιππεύουν αραβικά άλογα. Προστάτης τους ήταν στην παλαιότερη εποχή ο Γιουσούφ, αλλά στην εποχή του Προφήτη προστάτης τους έγινε, μαζί με τον Ινς Μπεν Μάλεκ, ο κουρέας Σελμάν, ο Πέρσης. Ο τάφος του πρώτου, που υπηρετούσε στο χαρέμι του Προφήτη, βρίσκεται στη Μεδίνα και του Σελμάν στο εξωτερικό μέρος του σπιτιού, όπως λέει η παράδοση: «Όσοι ανήκουν στην οικογένειά μας γνωρίζουν την επιστήμη των αρχαίων και της σύγχρονης εποχής. Ο Παράδεισος λαχταρά τον Σελμάν κάθε μέρα και κάθε νύχτα πέντε φορές». Πέθανε τριακόσια τριάντα χρονών. Ο τάφος του βρίσκεται στην Κούφα. Ο μεγάλος ιμάμης Αμπού Χανίφε τον είδε και έμαθε από αυτόν όλες τις τελετές της πλύσης και της αφοσίωσης με τον ίδιο τρόπο, όπως τις έκανε ο Προφήτης.
(4) Οι ατζέμογλαν ή αγόρια από τα οποία σχηματίζονται οι γενίτσαροι. Μετά την κατάκτηση της Μέκκας το δέκατο έτος της Εγείρας, ο Αμπού Σοφιάν Μπεν Σαχρ Μπεν Χαρμπ, ο Χαλίμ Μπεν Τζεράμ Μπεντίλ Μπεν Ουέρτα, ο Ακάρμα Μπεν Αμπού Τζεχέλ, ο Αμπντουλάχ Μπεν Σαΐντ Μπεν Έμπι Σουρχ και ο Έμπι Καχάφα, ο πατέρας του Αμπουμπέκρ, ήρθαν όλοι να ασπαστούν το Ισλάμ παρουσία του Προφήτη και επειδή οι συγγενείς τους δεν είχαν γίνει μουσουλμάνοι, παρακαλούσαν να δημευτεί η περιουσία τους και τα παιδιά τους να συλληφθούν αιχμάλωτα. Ο Προφήτης τους έδωσε αυτή την άδεια και τους έκανε δώρο τα παιδιά που είχαν αιχμαλωτιστεί, αναθέτοντάς τους τη φροντίδα της εκπαίδευσής τους. Από αυτούς χρονολογείται η πρώτη θέσπιση των ατζέμογλαν. Την ίδια χρονιά ο Προφήτης έστειλε τον Χαλέντ, τον γιο του Βελίντ, με στρατό στη Συρία και αυτός ήταν που κέρδισε την πρώτη νίκη εναντίον των Ελλήνων. Πήρε 40.000 αιχμαλώτους, τους οποίους οδήγησε στη Μεδίνα και τους οποίους ο Προφήτης έκανε δώρο στους νικητές. Αυτή είναι η δεύτερη προέλευση των ατζέμογλαν. Ο σουλτάνος Ορχάν, έχοντας συλλάβει εκατό περίπου αιχμαλώτους, τους έκανε δώρο στον Άγιο Χατζή Μπεκτάς, ο οποίος τους εκπαίδευσε και τους δώρισε ξανά στον Ορχάν όταν πήγαινε στον πόλεμο, με τις λέξεις γενί τσερτ ντουρ, δηλαδή, «Είναι νέα πολιτοφυλακή» και αφού τους μοίρασε σε διαφορετικές τάξεις που διακρίνονταν από διαφορετικά χρώματα, τους αποκαλούσε δικούς του ατζέμογλαν ή ανεκπαίδευτα αγόρια (αρχάριους). Έτσι ο Χατζή Μπεκτάς έγινε ο προστάτης των γενί-τσερί (νέας πολιτοφυλακής) και των ατζέμογλαν (αρχάριων). Ο Χατζή Μπεκτάς, γεννημένος στο Χορασάν, κηδεύτηκε στην πόλη Κιρ. Χιλιάδες από αυτούς τους αρχάριους ακολουθούν τις αλάι ή δημόσιες πομπές, αμέσως μετά τους σούμπασι, με ιδιαίτερο φανταχτερό φόρεμα με λοξές κουκούλες, με φτυάρια και σκούπες, για να καθαρίζουν τους δρόμους. Ακολουθούν,
(5) Οι αραγιτζιγιάν ή ερευνητές κοπριάς, που είναι προσκολλημένοι στον τσοπλίκ-σούμπαση ή αξιωματικό για τον καθαρισμό της πόλης. Καθήκον τους είναι να μαζεύουν όλη την κοπριά, τη λάσπη και το χώμα από τους δρόμους της Ισλαμπόλ σε καλάθια και να τη μεταφέρουν στις γούρνες κοπριάς κατά μήκος της ακτής της θάλασσας. Εδώ αντικείμενο της αναζήτησης είναι να βρεθούν δεκάρες, καρφιά ή οτιδήποτε τέτοιου είδους. Μερικές φορές βρίσκουν πολύτιμα πετράδια χαμένα από διαδήματα, ζώνες κλπ. Πληρώνουν κάθε χρόνο στον ταχέρ-σούμπαση ή αστυνομικό διοικητή για την καθαριότητα το ποσό των 60.000 άσπρων, για να τους επιτραπεί να ψάξουν στους λόφους κοπριάς της Ισλαμπόλ. Προστάτης τους είναι ο Ουεράντ ο κουρέας, ο οποίος μαζί με τον Ζουλνούν τον Αιγύπτιο ήρθαν στον Προφήτη και ασπάστηκαν το Ισλάμ παρουσία του. Ζώστηκε από τον Σελμάν και έγινε ο προστάτης όλων των εργατών καθαριστών. Είναι θαμμένος στο Αμπάς, σε κήπο. Αυτοί οι άνδρες, 500 σε αριθμό, φορούν μεγάλες μαύρες μπότες, καφτάνια από κόκκινο ή μαύρο δέρμα, μυτερά σκουφάκια, ενώ στους ώμους έχουν φτυάρια και τσάπες, στην πλάτη ξύλινες σκάφες και στα χέρια τους σκούπες. Περνούν με μεγάλο θόρυβο και οχλοβοή κουβαλώντας τα καλάθια τους.
(6) Οι νεκροθάφτες (γκούρ καζάν). Αναγνωρίζουν ως προστάτη τους τον Κάιν, τον γιο του Αδάμ, που δολοφόνησε τον αδελφό του Άβελ για χάρη ενός κοριτσιού. Μη ξέροντας πώς να κρύψει το σώμα, είδε ένα κοράκι να ξεσκάβει με το ράμφος του μια καρύδα, μιμούμενος το οποίο έσκαψε έναν τάφο για να θάψει το πτώμα του Άβελ. Είναι θαμμένος στο όρος Αραφάτ, στο μέρος όπου βρισκόταν η κουζίνα του Αδάμ. Η πέτρα με την οποία σκότωσε τον αδελφό του υπάρχει στην ίδια σπηλιά. Είναι ένα κοκκινωπό είδος πέτρας. Ο Κάιν παρέμεινε προστάτης όλων εκείνων που χύνουν αίμα και σκάβουν τάφους, καθώς και των ζηλόφθονων. Οι νεκροθάφτες είναι 2.008, περνούν με φτυάρια και τσάπες και είναι υποχρεωμένοι να θάψουν τους μάρτυρες στο πεδίο της μάχης.
(7) Οι υπονομοποιοί (λαγουμτζιγιάν), 5.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Νακάμπ από την Υεμένη, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Είναι θαμμένος στο Γιελεμλέμ, το μέρος όπου οι προσκυνητές της Μέκκας παίρνουν το ιχράμ ή ένδυμα προσκυνήματος. Βαδίζουν ένοπλοι και κουβαλούν μεγάλα βαρέλια μελιού στολισμένα με κλαδιά στους ώμους τους, με φτυάρια και τσάπες στα χέρια, ενώ έχουν καλάθια και σκάφες στις οποίες μαζεύουν το χώμα, το οποίο αφαιρούν για να καθαρίσουν τους δρόμους. Στο στρατόπεδο είναι υποχρεωμένοι να σκάβουν τα αποχωρητήρια και στις πολιορκίες να σκάβουν υπόγειες σήραγγες και να ανατινάζουν τα τείχη με πυρίτιδα. Είναι ως επί το πλείστον Αρμένιοι από την Καισάρεια, σύνολο ανδρών με άσχημη μυρωδιά, αλλά απαραίτητοι στις πολιορκίες. Τα αρμενικά τους ονόματα είναι Σερκίς, Βαρτάν, Ντερντέρ, Ασβαντούρ και Μοχάν.
(8) Οι σκαπανείς (σαλαχοράν), 9.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Μοντικάρμπ, τον οποίο έζωσε ο Αλή. Σκοτώθηκε στον δρόμο των προσκυνητών της Συρίας, σε απόσταση τεσσάρων σταθμών ταξιδιού από τη Μεδίνα και είναι θαμμένος στον ίδιο χώρο. Οι σκαπανείς καθαρίζουν τους δρόμους για τον στρατό μέσα από άλση και δάση, μπαζώνουν έλη και κάνουν τους δρόμους βατούς για το βαρύ πυροβολικό. Κουβαλούν φτυάρια, τσάπες, τσεκούρια και αξίνες, όπως ο Φερχάντ. Είναι από τα πιο απαραίτητα τμήματα του στρατού.
(9) Οι εξορύκτες με τσεκούρια και οι λιθοξόοι (μπελνταράνι τεμπερνταράν), 1.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Κασέμ, ο γιος του Νοσάιρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Αλή. Όλοι οι εξορύκτες εντοπίζουν την καταγωγή τους σε αυτόν. Όλοι οι λιθοξόοι είναι οπλισμένοι. Κουβαλούν μαζί τους τα εργαλεία εξόρυξης, φτυάρια, τσάπες, αξίνες και τσεκούρια και περνούν φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι». Δουλειά τους είναι να ισοπεδώνουν έδαφος που θα σταματούσε την πορεία του στρατού και να ανατινάζουν τείχη. Καθώς ανήκουν στον στρατό, οι χριστιανοί που υπάρχουν ανάμεσά τους υπάγονται όλοι στον ταχέρ-σούμπαση ή αστυνομικό αξιωματικό για την καθαριότητα. Τα εννέα σώματα που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα θεωρείται ότι αποτελούν μέρος του πεζικού του στρατοπέδου. Περνούν όλοι οπλισμένοι, αλλά είναι υποχρεωμένοι να ετοιμάζουν τους δρόμους σε όλη τη διαδρομή από την Ισλαμπόλ. Οι αγάδες τους (στρατηγοί), οι γιόζ-μπασι (λοχαγοί), ο αρχηγός των υπονομοποιών (λαγουμτζή-μπασης) και ο ταχέρ-σούμπασης βαδίζουν μαζί και ακολουθούνται από τους υπηρέτες τους και την οκταμελή μουσική, περνώντας με χίλια παιχνίδια κάτω από το Αλάι-κιόσκ, απ’ όπου ο σουλτάνος βλέπει τις δημόσιες πομπές. Είναι απόλυτα αναγκαίο αυτά τα εννέα στρατεύματα να παρελαύνουν πρώτα απ’ όλα, γιατί είναι καθήκον τους να φτιάχνουν τους δρόμους, πάνω στους οποίους θα ακολουθήσουν οι υπόλοιποι.
Η δεύτερη ενότητα
Επικεφαλής αυτού του τμήματος είναι ο ασάσ-μπασης (πρόκριτος), ο οποίος θεσπίστηκε από τον Μωάμεθ Β’. Πηγαίνει στον πόλεμο επικεφαλής ενός συντάγματος γενίτσαρων, 5.000 ατόμων, που αποτελούν το 70ό σώμα.
(10) Αυτοί είναι οι ασάς που κουβαλούν ραβδιά στα χέρια τους και φορούν ουσκούφ (σκουφάκια) στο κεφάλι τους. Καθήκον τους είναι να κρατούν μακριά το πλήθος και στις δύο πλευρές του δρόμου και να εκτελούν τους ενόχους του στρατού.
(11) Οι άνδρες του σούμπαση της πόλης (σεχρ-σουμπασισί) ή υποδιοικητή της αστυνομίας. Δεν έχουν ιδιαίτερο προστάτη μεταξύ των συντρόφων του Προφήτη, καθώς δεν υπήρχαν τότε. Η προέλευσή τους χρονολογείται από τον Μοχάμεντ Εκράντ, τον Αιγύπτιο σουλτάνο, στην εποχή του οποίου λεηλατήθηκε το σπίτι του ιμάμη Σαφί και χάθηκαν όλα τα βιβλία του, γραμμένα για τα τέσσερα δόγματα. Τελικά ένας από τους οπαδούς του Σαφί έκανε πρόταση στον σουλτάνο να βρει αυτά τα χαμένα βιβλία. Ένας από τους αγίους ανθρώπους εκείνης της εποχής, που αποφάσιζε τα πάντα σε αντίθεση με το νόημα των τεσσάρων νομικών δογμάτων και ονομαζόταν Χαμισί, λεηλατήθηκε και σε αυτήν την περίπτωση βρέθηκαν τα βιβλία του Σαφί, με την άδεια του οποίου θεσπίστηκε ένας σούμπασης ή αξιωματικός της αστυνομίας και από τότε ο Σαφί θεωρείται προστάτης τους. Πρώτος σούμπασης ήταν κάποιος Αλή, που είναι επίσης θαμμένος κοντά στον Σαφί. Εξακόσια άτομα, με ραβδιά στα χέρια, είναι ανελέητη ομάδα ανθρώπων. Συλλαμβάνουν, εκτελούν, χτυπούν και απαγχονίζουν. Προσποιούνται ότι ο Ομάρ Αγιάρ είναι ο προστάτης τους, κάτι που απέχει πολύ από την αλήθεια.
(12) Οι δήμιοι (τζελάντ). Προστάτης τους είναι ο Ιώβ από τη Μπάσρα, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Προφήτη. Ήταν ο πρώτος ο οποίος, σύμφωνα με το κείμενο του Κορανίου, έκοψε το κεφάλι ενός δολοφόνου και έτσι έγινε ο προστάτης των δήμιων. Το καθήκον του ήταν να προετοιμάζει όσους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, να τους παρηγορεί με προτροπές, να κατευθύνει τα πρόσωπά τους προς την κίμπλα, να σταθεροποιεί με το δεξί του χέρι το κεφάλι του ανθρώπου που επρόκειτο να σκοτωθεί και ύστερα να παίρνει το σπαθί. και στα δύο χέρια και να χωρίζει το κεφάλι από το σώμα, να διαβάζει μια φάτιχα και να νουθετεί όλους τους παρευρισκόμενους, για να λάβουν προειδοποίηση από τον φταίχτη. Αυτός ο προστάτης των δημίων πέθανε σε ηλικία εκατόν εβδομήντα ετών. Ο ίδιος έφερε το πτώμα του Μουαβίγια στη Δαμασκό, όπου το έθαψε, κοντά στην Πύλη του Πασά, έχτισε τρούλο πάνω του και θάφτηκε ο ίδιος εκεί. Ένας γιος του ευγενικού μου κυρίου, του Μελέκ Αχμέτ Πασά, είναι επίσης θαμμένος εκεί και οι ένοχοι εκτελούνται ακόμη και τώρα μπροστά στον τάφο του. Είναι τόπος γενικού προσκυνήματος. Οι δήμιοι είναι οι άνθρωποι στους οποίους εφαρμόζεται ο στίχος: «Αν δεν υπήρχε η εντολή του σουλτάνου, ο δήμιος δεν θα διέπραττε σκληρότητα». Το μεγαλύτερο υπόδειγμα απαγχονιστών ήταν ο δήμιος του σουλτάνου Μουράτ Δ’ [βασ. 1623-1640], ο Καρά Αλή, που ήταν ζωσμένος με πύρινο σπαθί και φορούσε στη ζώνη του όλα τα όργανα βασανισμού και του επαγγέλματός του, καρφιά, τρυπητές, σπίρτα, ξυράφια για τσουρούφλισμα, χαλύβδινες πλάκες, διάφορες σκόνες για τύφλωση, ρόπαλα για σπάσιμο χεριών και ποδιών, τσεκούρια και κουτάλια και τον ακολουθούσαν οι υπηρέτες του που κουβαλούσαν τα υπόλοιπα εβδομηνταεπτά όργανα βασανιστηρίων. Ύστερα άλλοι υπηρέτες με επίχρυσα, καλά σκαλισμένα, καλά λαδωμένα και καλά αρωματισμένα παλούκια, με σχοινιά και αλυσίδες στη μέση τους και γυμνά ξίφη στα χέρια τους. Περνούν με μεγάλη ορμή, αλλά κανένα φως δεν λάμπει στα πρόσωπά τους, γιατί είναι σκοτεινό σύνολο ανθρώπων.
Η συντεχνία των κλεφτών (χιρσίζ) και ληστών (καρα-χιρσίζ) θα μπορούσε να μείνει εδώ στη μνήμη ως πολύ πολυάριθμη, που έχει το νου της στα πουγγιά μας και προσποιείται ότι ο Αμρού Αγιάρ είναι ο αρχηγός τους. Αλλά ας είναι μακριά μας. Το ίδιο λέμε και για την συντεχνία των μαστροπών και των φαληρημένων, που είναι αναρίθμητοι. Δεν εμφανίζονται σε δημόσιες πομπές και δεν είναι γνωστοί μεμονωμένα, αλλά οι κλέφτες αποτίουν φόρο τιμής στους δύο αξιωματικούς της αστυνομίας (τον σούμπαση και τον ασσάς-μπαση) και κερδίζουν τα προς το ζην ανακατευόμενοι με τα πλήθη της Ισλαμπόλ και εξαπατώντας τους ξένους.
Η συμμορία ναυτολόγησης του ναυστάθμου δεν έχει ιδιαίτερο προστάτη και είναι άπιστο σύνολο ανθρώπων, που το κυβερνά ο κεχαγιάς του ναυστάθμου. Όταν ο στόλος βρίσκεται στην Ισλαμπόλ, δελεάζουν φτωχούς φουκαράδες να πάνε μαζί τους σε καπηλειά κρασιού και μπύρας (μπούζα), βάζοντας εκατό-διακόσια γρόσια στις τσέπες τους. Όταν μεθύσουν, τους αλυσοδένουν στις γαλέρες, με το πρόσχημα ότι ξόδεψαν αυτοκρατορικά χρήματα και τους αφήνουν ελεύθερους μόνο στο τέλος της εκστρατείας, με αμοιβή χίλια άσπρα. Μερικές φορές τους ξεγελούν για δεύτερη φορά με υπόσχεση για δύο χιλιάδες άσπρα. Είναι υπέροχο σύνολο απατεώνων, που βάζουν ήσυχους ανθρώπους σε μπελάδες και τους χώνουν έτσι στις γαλέρες.
Η ομάδα των αγοριών ανέρχεται σε 5.000. Είναι περιπλανώμενη φυλή, που τριγυρίζουν στο Μπαμπουλίκ, το Φιντίκ, το Κουμκαρού, το Σάνπολο, το Μεϊνταντζίκ, τα Ταταύλα και άλλα άσχημα μέρη. Όταν αποδειχθεί η φαυλότητά τους, τους περνούν στα μητρώα του σούμπαση. Υπάρχουν πολλές άλλες ομάδες σουλατσαδόρων και αδρανών ανθρώπων, όπως οι επτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά δεν είναι γνωστές σε κανέναν εκτός από τον σούμπαση. Μεγάλος αριθμός τέτοιων τύπων περνούν στις δημόσιες πομπές με την ακολουθία του σούμπαση, αλλά δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί σε ποια από τις προαναφερθείσες τάξεις ανήκουν. Αποτελούν μεγάλο πλήθος.
(13) Οι Άραβες ιπποκόμοι (σάις), είναι αδύνατο να απαριθμηθούν. Προστάτης τους είναι ο Κανμπούρ Αλή. Ο Πέρσης Σελμάν έδεσε γύρω του τη ζώνη και όλοι οι ιπποκόμοι θεωρούν ότι κατάγονται από αυτόν. Σκοτώθηκε από τον τύραννο Χετζάζ. Περνούν στην πομπή τραγουδώντας αραβικές μελωδίες και χτυπώντας τα χέρια τους. Οι επικεφαλής ιπποκόμοι των βεζίρηδων περνούν με αυτό το πλήθος έφιπποι ως αρχηγοί τους. Τους ακολουθούν
(14) Οι μεκαρί, αλλιώς κιρατζή, ιππείς, που τους νοικιάζουν σε εμπόρους, στρατιώτες και άλλους ταξιδιώτες. Είναι 3.000 και περνούν με τα άλογα και τις σέλες τους, στολισμένοι με κάθε λογής λουλούδια και στολίδια. Προστάτης τους είναι επίσης ο Κανμπούρ Αλή (καμπούρης Αλή) και σε καιρό πολέμου είναι πολύ περιζήτητοι.
(15) Οι φύλακες (πασμπάν) που είναι 12.000 ή όπως λένε μερικοί 40.000, αλλά αυτό είναι υπερβολή, γιατί οι φύλακες του παλιού και του νέου μπεζεστάν δεν είναι περισσότεροι από τριακόσιοι και όλοι πληρώνονται και είναι καταγεγραμμένοι στα μητρώα. Φυλάνε μόνο στο μπεζεστάν, ενώ οι υπόλοιποι περπατούν κάθε βράδυ στους δρόμους της Ισλαμπόλ. Βρίσκονται κάτω από την επιθεώρηση του σούμπαση. Στις δημόσιες πομπές ανάβουν στο καταμεσήμερο μεγάλα φανάρια, κεριά και πυρσούς, κρατούν ράβδους με σιδερένιες αιχμές στα χέρια τους, είναι οπλισμένοι με ξίφη, τόξα και θώρακες και φορούν στα κεφάλια τους υπέροχο είδος καπέλου, φτιαγμένου από δέρμα λύκου. Περνούν χτυπώντας τα ραβδιά τους στο έδαφος, φωνάζοντας σαν να πιάνουν κλέφτες: «Πιάσε τον!», «Μην τον αφήσεις να ξεφύγει!», «Εκεί πηγαίνει!» και πιάνοντας χάριν αστειότητας τους κοντινότερους θεατές, τους τρομάζουν για πλάκα. Το πλήθος των θεατών ανοίγει λοιπόν και από τις δύο πλευρές, όταν πλησιάζουν, για να δώσουν ελεύθερο πέρασμα στα παιχνίδια τους. Προστάτης τους είναι ο τρελός Χουρούμ, ο οποίος ζώστηκε παρουσία του Σελμάν του Πέρση. Είναι θαμμένος στη Λάχσα, στον Περσικό κόλπο. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καταστήματα ή στρατώνες, αλλά αναλαμβάνουν την εμπροσθοφυλακή του οθωμανικού στρατού, για να ανοίγουν τον δρόμο και να εξασφαλίζουν την ασφάλεια, γιατί θα ήταν λάθος να δημιουργηθεί οθωμανικό στρατόπεδο, εκεί όπου δεν υπάρχει τάξη ή στρατιωτικός διοικητής. Οι διοικητές είναι η ψυχή του κόσμου. Η παράδοση λέει: «Αν δεν υπήρχε σουλτάνος, ο κόσμος θα βρισκόταν σε σύγχυση και οι άνθρωποι θα στρέφονταν ο ένας εναντίον του άλλου». Αυτοί οι φύλακες λοιπόν, έχουν το καθήκον να οδηγούν τον στρατό και να φροντίζουν για την ασφάλεια του στρατοπέδου. Αυτές οι προαναφερθείσες ομάδες προχωρούν, το ένα πλήθος μετά το άλλο, κάτω από τους ασάς-μπαση (τον προϊστάμενο), σούμπαση (υποδιοικητή της αστυνομίας), λαγουμτζή-μπαση (αρχηγό των υπονομοποιών) και άτ-μπαση (αρχηγό των ιπποκόμων και των σταυλιτών). Έτσι περνούν όλοι μαζί κάτω από το Αλάι-κιόσκ, απ’ όπου ο σουλτάνος παρακολουθεί τις πομπές.
Η τρίτη ενότητα
Αρχηγός αυτού του τμήματος είναι ο μουλάς ή δικαστής του στρατοπέδου, διορισμένος με πεντακόσια άσπρα. Δικαστής την εποχή του Προφήτη ήταν ο Αμπντάλα Ενομαΐρι. Ο Πέρσης Σελμάν έζωσε την οσφύ του παρουσία του Αλή και του έδωσε την άδεια. Ήταν ο επιθεωρητής του Προφήτη, ο οποίος κρατούσε το δέκατο της λείας και εκτελούσε τα καθήκοντα του δικαστή και ήταν μαθητής του Αλή. Οι δικαστές του Ισλάμ έλκουν την καταγωγή τους από αυτόν. Ύστερα από αυτόν ήρθε ο μεγάλος ιμάμης (Αμπού Χανίφε), τον οποίο οι μουσουλμάνοι δικαστές θεωρούν τώρα ως προστάτη τους, αλλά κάνουν μεγάλο λάθος, γιατί αυτός ο μεγάλος ιμάμης πέθανε στη φυλακή επειδή δεν είχε αποδεχτεί τη θέση του δικαστή. Το έλεος του Θεού πάνω του!
(16) Η εταιρεία των σημαιοφόρων (αλεμντάρ, σαντζακντάρ). Εκατό συντεχνίες έχουν ένα λάβαρο, το καλύτερο από τα οποία είναι εκείνο του δικαστή του στρατοπέδου. Προστάτης των σημαιοφόρων είναι ο Μπερίντε Ισλεμλί, ο οποίος κρατούσε το λάβαρο του Προφήτη. Ο Πέρσης Σελμάν έζωσε την οσφύ του παρουσία του Αλή. Ο τάφος του είναι στη Μέρβι. Έπεσε μάρτυρας το εξηκοστό έτος της Εγείρας. Στη βασιλεία του Μουαβίγια έχασε το αξίωμά του και σημαιοφόρος έγινε ο Εγιούπ, ο οποίος έπεσε μάρτυρας μπροστά στα τείχη της Ισλαμπόλ, όπου και είναι θαμμένος.
(17) Η εταιρεία των αγγελιοφόρων (σάι), που αριθμεί 400. Προορισμός τους είναι να μεταφέρουν τις επιστολές των Οθωμανών νικητών στη χώρα τους. Ο αρχηγός τους είναι ο Αμρού Μπεν Ομία Ντομαϊρί, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν παρουσία του Αλή. Ο τάφος του βρίσκεται στη Χομς. Ήταν ο αγγελιοφόρος του Προφήτη. Αυτοί οι αγγελιοφόροι κρατούν στο χέρι τους πελεκηφόρο δόρυ, στο κεφάλι δόξα από χρυσό σύρμα και στη μέση κύπελλο και σφεντόνα. Περνούν πεζοί.
(18) Οι εκτελεστές εντολών (μοχζίρ) είναι 200. Ο τάφος του αρχηγού τους βρίσκεται στο Αμπάς. Κρατούν ραβδί στο χέρι τους και βαδίζουν σε σειρές μπροστά από τον καζιασκέρη.
(19) Οι ιμάμηδες, βεζίρηδες, μπεηλερμπέηδες και άλλοι μεγάλοι αξιωματικοί ανέρχονται σε 300 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο μεγάλος ιμάμης, ο οποίος είναι θαμμένος στη Βαγδάτη, αλλά ο πρώτος προστάτης ήταν ο ίδιος ο Προφήτης, ο οποίος ηγείται των πνευμάτων των Προφητών.
(20) Οι χατίμπ (που λένε την προσευχή της Παρασκευής, το χουτμπέ), είναι 400. Προστάτης τους είναι ο Χαλίφης Οσμάν, του οποίου τη ζώνη έδεσε ο ίδιος ο Προφήτης και που μερικές φορές διάβαζε παρουσία του την προσευχή της Παρασκευής, το χουτμπέ. Είναι θαμμένος στη Μποκάρα, κοντά στη Μεδίνα.
(21) Οι δικαστές και μουλάδες είναι 500. Ο προστάτης τους αναφέρθηκε πιο πάνω. Για να αυξηθεί το κύρος του στρατοπέδου, ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται εκτός θέσης το ακολουθούν και μερικές φορές παίρνουν σύνταξη με αυτόν τον τρόπο.
(22) Οι σεΐχηδες είναι 300. Πηγαίνουν στον πόλεμο χωρίς ανταμοιβή και χωρίς μίσος, μόνο για να πολεμήσουν στους δρόμους του Θεού. Προστάτης τους είναι ο Χασάν Μπασρί, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν και στον οποίο ανατρέχουν οι σεΐχηδες όλων των θρησκευτικών ταγμάτων. Πέθανε σε ηλικία εκατόν εβδομήντα ετών και θάφτηκε στη Μπουχάρα.
(23) Οι ιεροκήρυκες (βάις) είναι 400. Είναι και αυτοί στην ακολουθία του καζιασκέρη. Τον προστάτη τους Καμέλ Μπεν Ντιάρι διεύθυνε ο Σελμάν, ο οποίος έζωσε την οσφύ του. Μερικοί σεΐχηδες, οι οποίοι ανάγουν σε αυτόν την καταγωγή τους, ονομάζονται κεμίλι. Σκοτώθηκε από τον Χετζάζ και θάφτηκε στην Κούφα.
(24) Οι μοφεσιρίν ή σχολιαστές του Κορανίου, που ακολουθούν επίσης τον καζιασκέρη στο πεδίο. Προστάτης τους είναι ο Αμπντάλα Μπεν Αμπάς, ο πρώτος σχολιαστής του Κορανίου την εποχή του Προφήτη. Είναι θαμμένος στη Μέκκα στη θέση Έμπτα, κοντά στον Μανσούρ Ντεβανίκι.
(25) Οι διανομείς της παράδοσης (μοχαντιθίν) που είναι 600, πηγαίνουν επίσης στον πόλεμο με τους καζιασκέρηδες. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Χορέιρε, ο οποίος είναι θαμμένος στη Γκίζα στην Αίγυπτο. Στη γιορτή του Μεβλούτ (της γέννησης του Προφήτη) πολλές χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονται στον τάφο του. Είναι προσκύνημα και μεγάλων και μικρών και επειδή περιμάζευε πολλές αδέσποτες γάτες, υπάρχει εδώ μεγάλος αριθμός από αυτές.
(26) Οι μουεζίνηδες ή κήρυκες της προσευχής από τον μιναρέ. 700 μουεζίνηδες των βεζίρηδων και των εμίρηδων προχωρούν έφιπποι στην ακολουθία των καζιασκέρηδων. Προστάτης τους είναι ο Μπελάλ ο Αιθίοπας, του οποίου τη μέση έζωσε ο Αλή παρουσία του Προφήτη. Ήταν αυτός στον οποίο ο Προφήτης είπε τα εξής λόγια: Για Μπελάλ γκανί αλ-γαζάλ, «Ω Μπελάλ, τραγούδα ένα ωραίο τραγούδι». Ο τάφος του βρίσκεται στη Δαμασκό, μέσα από την Πύλη των Προβάτων, κάτω από τρούλο κλεισμένο με σιδερένια κιγκλιδώματα. Είναι επίσης ο προστάτης μου ως μουεζίνη. Ο Θεός να τον ευλογεί!
(27) Οι σούφι (μύστες) που διακηρύσσουν την ενότητα του Θεού κάτω από το λάβαρο του καζιασκέρη. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Ντερντάι Αμέρι, ο πρώτος των μυστών για τον οποίο ο Προφήτης είπε ότι την ημέρα της κρίσης θα είναι ο πρώτος στον οποίο οι άγγελοι θα δώσουν τα χέρια στον Παράδεισο.
(28) Οι μουτεβελή ή διαχειριστές των τζαμιών, καθώς βρίσκονται υπό την εποπτεία των καζιασκέρηδων, πηγαίνουν επίσης μαζί τους στο πεδίο. Προστάτης τους είναι ο Σοφιάν Τουρί, του οποίου ο τάφος βρίσκεται κοντά στη Μέκκα. Η μητέρα του Μωάμεθ Δ’ μετέτρεψε το σπίτι του σε νοσοκομείο. Υπάρχει επίσης πηγάδι γλυκού νερού, όπου, πριν χτιστεί το νοσοκομείο, πήγαιναν οι άρρωστοι για να γιατρευτούν πίνοντας από το πηγάδι.
(29) Οι αχθοφόροι της δικαιοσύνης (μπεβαμπάν σεριάτ), αριθμούν 800 άνδρες που μπαίνουν στο πεδίο μαζί με τους καζιασκέρηδες. Προστάτης τους είναι ο Έμπου Σεϊμπέ, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν. Ο Προφήτης παρέδωσε τα κλειδιά της Μέκκας στην οικογένειά του, η οποία τα κρατάει ακόμη και τώρα. Είναι θαμμένος στο πάνω μέρος της Μέκκας, κοντά στον Αμπουμπέκρ.
(30) Οι φύλακες του μητρώου των δικαστηρίων της δικαιοσύνης (μοκαγιντίν μέχκεμε), 2.000 στον αριθμό, που αναγνωρίζουν για προστάτη τους τον Οκαΐλ, τον αδελφό του Αλή, ο οποίος σκοτώθηκε στην Κούφα και είναι θαμμένος στη Βαγδάτη.
(31) Οι άνδρες των τζαμιών, που υποδέχονται τον σουλτάνο με επευφημίες. Ο αριθμός τους ανέρχεται σε 3.000. Προστάτης τους είναι o σεΐχης Μανσούρ Μπεν Μοάντ, ο οποίος είναι θαμμένος στο Νετζέβ. Περνούν στην πομπή με την ακολουθία του καζιασκέρη επευφημώντας τον σουλτάνο.
(32) Οι ψάλτες των ύμνων σε έπαινο του Προφήτη (ναατ-χάν) είναι 4.000. Προστάτης τους είναι o σεΐχης Μοχάμεντ Μπουσαϊρί, ο συγγραφέας του Αλ-μπορντά (του ποιήματος εγκωμίου για τον Μωάμεθ). Είναι θαμμένος στο Κάιρο κοντά στον σεΐχη Άκμπα Τζοχεϊνί.
(33) Οι χαφίζ ή άνθρωποι που ξέρουν το Κοράνι απέξω. Ο αριθμός τους στην Ισλαμπόλ ανέρχεται σε 6.000 άνδρες, καθώς και 3.000 γυναίκες. Προστάτης τους είναι ο Μόσλεμ, ο γιος του Οκαΐλ. Την εποχή του Προφήτη ζούσαν τουλάχιστον 10.000 άτομα, που ήξεραν το Κοράνι απέξω. Ένα από αυτά ήταν η κόρη του Ομάρ Χάφσα, από την οποία όλοι όσοι το ξέρουν από τότε απέξω ονομάζονται χαφίζ. Ο πατέρας της συγκέντρωνε το Κοράνι και καθώς το διάβαζε μαζί του, αυτό το μάθημα ονομάζεται της Χάφσα, η οποία είναι επίσης προστάτης όλων των θηλυκών χαφίζ ή γυναικών που το μαθαίνουν απέξω. Αυτοί οι χαφίζ είναι έφιπποι στις δημόσιες πομπές πάνω σε άλογα ιπποδρομιών (κοχεϊλάν) και περνούν απαγγέλλοντας την πρώτη σούρα του.
(34) Οι γραμματείς (γιαζιτζιάν) είναι από 400 έως 500, απασχολούνται στην πύλη του μεγάλου βεζίρη και στην αγορά του στρατοπέδου γράφοντας επιστολές και αιτήσεις. Πολύ απαραίτητο σύνολο ανθρώπων. Προστάτης τους είναι ο Κασέμ Μπεν Αμπντάλα από την Κούφα, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν ο Πέρσης. Είναι θαμμένος στην Τζέντα κοντά στον τάφο της Εύας.
(35) Οι βιβλιοπώλες (σαχάφ). Καθώς είναι ως επί το πλείστον υπηρέτες των ουλεμάδων, στολίζουν την ακολουθία τους με ένα σωρό βιβλία που μεταφέρονται σε αμαξίδια. Προστάτης τους είναι ο Αμπντάλα Γετίμι, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν. Είναι θαμμένος μεταξύ Δαμασκού και Βασόρας.
(36) Οι ποιητές, 80 στον αριθμό, ακολουθούν τον καζιασκέρη απαγγέλοντας ποιήματα. Προστάτης τους είναι ο Χασάν Μπεν Ταμπέτ, ο ποιητής του Προφήτη, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν και θάφτηκε στη Μεδίνα. Δεν έχω επισκεφτεί τον τάφο του.
(37) Οι ρήτορες (μεντά) ή αφηγητές των καφενείων είναι 80 στον αριθμό. Στα χέρια τους κρατάνε τσακάν και έχουν τα εγχειρίδιά τους κολλημένα στις ζώνες τους. Περνούν σε αμαξίδια λέγοντας εύγλωττες ιστορίες. Προστάτης τους είναι ο Σοχαΐμπ Ρουμί, ο οποίος ήταν ο μεντά ή αφηγητής του Προφήτη, στον οποίο διάβαζε τις ιστορίες του Αντάρ.99 Ο Προφήτης του είπε: «Αν διηγηθείς τις νίκες του θείου μου Χάμζα, θα παρακινήσεις με αυτές τον λαό μου σε πόλεμο». Αυτό ήταν το κίνητρο για τη σύνθεση των πολεμικών ιστοριών που ονομάζονται Χάμζ-ναμε. Ξεκίνησε πρώτος, αλλά την πιο διάσημη από όλες συνέθεσε το έτος 261 της Εγείρας ο Αμπούλ-Μεαλή σε εξήντα τόμους, οι οποίοι, όπως υποδιαιρέθηκαν από τους μεντά του Ρουμ (Τουρκίας), αποτελούν συλλογή 366 τόμων Χάμζ-ναμε. Ο Σοχαΐμπ περιέγραφε τις μάχες του Όχοντ, του Μπεντρ και του Χονάιν, προς μεγάλη χαρά [του Προφήτη], που έλεγε για τον Σοχαΐμπ ότι θα ήταν ο πρώτος που θα του έδινε να πιει από τη λεκάνη του στον παράδεισο την ημέρα της κρίσης. Πέθανε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών και είναι θαμμένος στην ανατολική πλευρά της Σίβας, σε μεγάλο οικοδόμημα που βρίσκεται πάνω σε βράχο. Ζώστηκε από τον Αλή παρουσία του Προφήτη. Όλοι οι μεντά αποδίδουν την καταγωγή τους σε αυτόν.
(38) Οι τραγουδιστές (χουανέντε-γκουάν) είναι 300. Προστάτης τους είναι ο Χάμζ Μπεν Γετίμα, ο οποίος τραγούδησε παρουσία του Προφήτη και από τον οποίο όλοι οι τραγουδιστές έχουν την καταγωγή τους. Είναι θαμμένος στο Ταΐφ. Οι τραγουδιστές τραγουδούν θεϊκούς ύμνους για να υποκινήσουν τους μουσουλμάνους σε πόλεμο. Τραγουδούν, «Θεέ, που οδηγείς το αληθινό μονοπάτι, κάνε τον δρόμο μας εύκολο» και έτσι τραγουδώντας περνάνε κάτω από το Αλάι-κιόσκ.
(39) Οι αστρονόμοι (μουνετζιμάν) είναι 70 στον αριθμό. Προστάτης τους είναι ο Ιμάμ Αλή, ο οποίος σχολίασε το εδάφιο του Κορανίου, «και προορίσαμε σταθμούς στη Σελήνη» και έκανε αυτή την επιστήμη δημοφιλή για την αληθινή τήρηση των πέντε ωρών της προσευχής. Ο τάφος του βρίσκεται στην Κούφα, όπου σκοτώθηκε από τον καταραμένο Ιμπν Μελιτζέμ όταν προσευχόταν. Οι αστρονόμοι στολίζουν αμαξίδια με τους αστρολάβους, τις πυξίδες, τους χρονογράφους και τις εφημερίδες τους και περνούν με τον αρχι-αστρονόμο, ο οποίος είναι ντυμένος με το τουρμπάνι (ουρφ) και αμπά με επένδυση σκίουρου και προχωρά έφιππος.
(40) Οι μάντεις (ρεμάλ), 300 σε αριθμό. Ντύνονται κι αυτοί σαν ιερωμένοι και περνούν με την ακολουθία του καζιασκέρη πάνω σε αμαξίδια, πάνω στα οποία απλώνονται με μεγαλοπρέπεια τα τραπέζια τους όπου λένε την τύχη και τα βιβλία μαντείας. Λένε περνώντας στο πλήθος που κοιτάζει: «Είμαστε έτοιμοι να σας πούμε την καλή και την κακή σας τύχη και να προωθήσουμε τα σχέδιά σας». Προστάτης τους είναι ο Ιμάμ Αλή, του οποίου η μαντεία είναι διάσημη με το όνομα Ρεμλ Αλή. Είναι αρχαία επιστήμη και χρονολογείται από τον Δανιήλ, ο οποίος την έμαθε από τον Γαβριήλ.
(41) Οι νακίμπ ή δεύτερες αρχές θρησκευτικών ταγμάτων, είναι 300. Προστάτης τους είναι ο Τζαμπέρ Μπεν Ανσάρι, ο οποίος είναι θαμμένος στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας στη θέση που ονομάζεται κήποι της Ράμλα, όπου υπάρχει τζαμί και μοναστήρι. Έλαβε τη ζώνη παρουσία του Προφήτη από τον Αλή και όλοι οι νακίμπ κατάγονται από αυτόν.
(42) Οι ηγούμενοι (σεΐχηδες) ή πρώτες αρχές των θρησκευτικών ταγμάτων είναι 900. Προστάτης τους είναι ο Εμπού Ομπέιντ Τζεζερί, τον οποίο έζωσε ο Αλή παρουσία του Προφήτη. Είναι θαμμένος κάτω από μικρό τρούλο στον δρόμο Σοαΐμπ-εν-ναμ προς την Καάμπα. Είναι ο πιρ όλων των θρησκευτικών ταγμάτων, γιατί δόθηκε ως αρχηγός από τον Προφήτη στους Ανσάρ, που ήσαν από τους πιο διακεκριμένους συντρόφους του Προφήτη.
(43) Οι σεΐχηδες ή επικεφαλής των διαφορετικών συντεχνιών χειροτεχνών είναι 105. Ο προστάτης τους Σελμάν ο Πέρσης ζώστηκε από τον Αλή παρουσία του Προφήτη.
(44) Οι τσαούσηδες (ταξιθέτες) είναι 415. Προστάτης τους είναι ο Ομάρ Μπεν Χαντάμ, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν τον Πέρση. Θάφτηκε στην Υεμένη κοντά στο Βέις-ουλ-καρνί. Είναι ο προστάτης των τσαούσηδων που είναι αποσπασμένοι στις συντεχνίες και τις εταιρείες χειροτεχνών, αλλά επικεφαλής των τσαούσηδων των βεζίρηδων και των μπεηλερμπέηδων είναι ο Μαλέκ Εσντούρ που είναι θαμμένος στην Κριμαία.
(45) Οι καθαριστές (φερασάν) και όλοι οι δερβίσηδες, που ο αριθμός τους είναι άπειρος, αλλά 3.000 συνοδεύουν την πομπή στην ακολουθία του μουλά του στρατοπέδου. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Νοσαΐρι, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στη Βασόρα. Στα χέρια τους κουβαλάνε σκούπες και από το λαιμό τους κρέμονται σφουγγάρια του νησιού Σενμπέγι (Σύμη, κοντά στη Ρόδο).
(46) Οι αγγελιοφόροι του θανάτου και πλύντες των πτωμάτων. Τους προστατεύει ο Αμρού Αγιάρ, τον οποίο έζωσε ο Αλή και ο οποίος είναι θαμμένος στη Χομς. Η δουλειά τους στο οθωμανικό στρατόπεδο είναι να πλένουν τους μάρτυρες που πέφτουν στη μάχη και να τους θάβουν.
Εκτός από αυτούς, όλοι οι ιμάμηδες και οι μουεζίνηδες των βεζίρηδων και οι μεγάλοι άνδρες, που μπαίνουν στο πεδίο πλήρως οπλισμένοι, ιππεύοντας αραβικά άλογα, περνούν τραγουδώντας ιλάχι ή ύμνους θεϊκής αγάπης, όπως, «Θεέ, που οδηγείς στον σωστό δρόμο, κάνε τον δρόμο μας εύκολο». Οι ιμάμηδες, οι κατίμπ και οι μουεζίνηδες των αυτοκρατορικών και βεζιρικών τζαμιών στην Ισλαμπόλ, που παραμένουν ήσυχα στο σπίτι, βοηθούν τους ιμάμηδες και τους μουεζίνηδες, τους χαφίς και τους φιράς, που πηγαίνουν στον πόλεμο, δίνοντάς τους μισθό ενός μήνα. Οι ιμάμηδες του αυτοκράτορα λαμβάνουν μία μερίδα (πάι). Οι ιμάμηδες του βεζίρη άλλη μία (από την τακτική αμοιβή τους). Τα υπόλοιπα χρήματα που συγκεντρώνονται χωρίζονται σε ίσα μέρη. Ο αριθμός των φακίρηδων, που εκτός από αυτούς που αναφέρθηκαν πηγαίνουν στον πόλεμο, είναι γνωστός μόνο στον Θεό.
(47) Οι μαθητές σχολείων, που συνοδεύουν την πομπή και των οποίων ο αριθμός είναι επίσης γνωστός μόνο στον Θεό. Οι δάσκαλοί τους είναι 1.993 στα πρωτοβάθμια σχολεία και βρίσκονται υπό την άμεση προστασία του Προφήτη, του οποίου δάσκαλος και προστάτης ήταν ο ίδιος ο Γαβριήλ, απεσταλμένος από τον Κύριο. Ο Προφήτης ήταν ο ίδιος δάσκαλος των Χασάν και Χουσεΐν, που είναι οι προστάτες των μαθητών. Αυτά τα αγόρια μεγάλα και μικρά φτιάχνουν χάρτινα καπελάκια και παίζουν με ντέφια που κρατούν στα χέρια τους. Με αυτόν τον τρόπο συνοδεύουν τη δημόσια πομπή, χορεύοντας και χοροπηδώντας με χίλιους τρόπους. Μερικοί τραγουδούν ούνσορ ες-σουλτάν, «Να είσαι νικητής, ω Σουλτάνε», μερικοί επαναλαμβάνουν τα ονόματα και τις ιδιότητες του Θεού, με επικεφαλής τους δασκάλους τους. Άλλοι ντυμένοι με νυχτοσκούφια, με διάφορα συρμάτινα στολίδια, τραγουδούν το Αλλάχ ούνσορ ες-σουλτάν, «Θεέ δώσε τη νίκη στον σουλτάνο», χτυπώντας παλαμάκια για να κρατούν το μέτρο. Είναι σαν στρατός από τζίνι.
(48) Οι σεΐχηδες των ζητιάνων (ντιλεντζή) είναι 7.000. Βασιζόμενοι στο κείμενο του Κορανίου «Η ελεημοσύνη είναι για τους φτωχούς (φακίρηδες) και τους άθλιους (μεσκίν)», περνούν ως μεγάλο πλήθος από παράξενες μορφές με μάλλινα ρούχα και τουρμπάνια από φύλλα φοίνικα, φωνάζοντας, Για φετά, «Ω, εσύ που ανοίγεις τις θύρες της καλοσύνης». Άλλοι τυφλοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι παράλυτοι, άλλοι επιληπτικοί, άλλοι έχοντας χάσει χέρι ή πόδι, άλλοι γυμνοί και ξυπόλητοι και άλλοι καβάλα σε γαϊδούρια. Όταν τοποθετούν τον σεΐχη τους στο κέντρο και όταν, μετά την προσευχή του, φωνάζουν όλοι μαζί «Αλλάχ, Αλλάχ, Αμήν», ο ήχος αυτής της κραυγής των επτά χιλιάδων γλωσσών σκίζει τον ουρανό. Αυτή η προσευχή εκτελείται για την υγεία του αυτοκράτορα αμέσως κάτω από το Αλάι-κιόσκ, όπου λαμβάνουν ελεημοσύνη. Βρίσκονται υπό την αιγίδα του σεΐχη Χάφι, του οποίου την οσφύ έζωσε ο Σελμάν ο Πέρσης, ο οποίος έλαβε ελεημοσύνη από τους μουσουλμάνους νικητές που επέστρεφαν, λέγοντας Σεϊέν λιλλάχ, «Κάτι, για όνομα του Θεού». Είναι θαμμένος στη Μεδίνα.
(49) Οι σεΐχηδες των πεδίων (της μάχης), σεΐχ-ουλ-αρσάτ, είναι δεκαπέντε. Διακρίνονται ιδιαίτερα από τα τεράστια τουρμπάνια, που μοιάζουν με θόλους χαμάμ, τα οποία, καθώς δεν μπορούν να αντέξουν μόνοι τους το βάρος, στηρίζονται από πέντε ή δέκα άτομα. Μερικοί από αυτούς είναι πεζοί, άλλοι σε γαϊδούρια και άλλοι σε χαμηλά άλογα, με ψηλότερα να κουβαλούν το βάρος των τουρμπανιών τους.
(50) Οι σόχτας ή ταλίμπ, δηλαδή φοιτητές των σχολών. Υπάρχει άπειρος αριθμός από αυτούς, από τους οποίους επιλέγονται 12.000 για να εμφανιστούν στις δημόσιες πομπές, ντυμένοι με διάφορα χρώματα και στολισμένοι με πολλών ειδών καπέλα, κρατώντας στα χέρια τους τα βιβλία τους, όπως Κουντουρί, Μουλτέκα-ουλ-εμπχάρ, Κουσάφ και Καζί-χαν. Είναι οπλισμένοι με ξίφη, σπαθιά και τόξα και βέλη, με μερικούς να εκφωνούν στίχους ή να απαγγέλουν μαθήματα. Στο Αλάι-κιόσκ σχολιάζουν το εδάφιο: «Στρατευτείτε στην αληθινή μάχη του Θεού». Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ ήταν τόσο πολύ ευχαριστημένος με αυτή την προσπάθεια των μαθητών, που τους έκανε δώρο τρία πουγγιά δουκάτα. Προστάτης τους είναι ο Αμρού Ντερντάι Αμερί, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν ο Πέρσης.
(51) Οι απόγονοι των Αββασιδών, δηλαδή η οικογένεια του Προφήτη, τα παιδιά του (εμίρηδες, σεΐντ και σερίφ) ανέρχονται σε 17.000. Όταν αυτά τα παιδιά του Προφήτη κάνουν την εμφάνισή τους στην πομπή, όλοι οι θεατές χαίρονται, φωνάζοντας αλαχούμ σαλ αλά Μοχαμέντιν, «Ο Θεός να είναι ευμενής στον Μωάμεθ». Το πέρασμά τους είναι σαν ουράνιο φως που λάμπει και όλοι περνούν με μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Οι άμεσοι προστάτες τους είναι οι ιμάμηδες Χασάν και Χουσεΐν, με τη μητέρα τους Φατίμα και τον παππού τους Μωάμεθ. Ο Χασάν θάφτηκε στη Μεδίνα, όπου πέθανε από δηλητήριο. Ο Χουσεΐν σκοτώθηκε στην Κούφα στον πόλεμο με τον Γεζίντ και το σώμα του είναι θαμμένο σε διάσημο μνημείο κοντά στη Βαγδάτη. Το κεφάλι του στάλθηκε από τον Γεζίντ από τη Δαμασκό στο Κάιρο, όπου βρίσκεται κάτω από ψηλό τρούλο που ονομάζεται Μεσχέντ Ιμάμ Χουσεΐν κοντά στο χάνι του Χαλίλ. Καθώς το τζαμί σε αυτό το μέρος είναι ίδιου μεγέθους, η ετήσια τέντα της Καάμπα στερεώνεται στις κολώνες και κατασκευάζεται εδώ, απ’ όπου μεταφέρεται στην Καάμπα. Αυτό το τζαμί επισκέπτονται πολύ, μέρα και νύχτα, όλοι οι κάτοικοι του Καΐρου. Την ακολουθία των εμίρηδων, σεΐντ ή σερίφ, κλείνει ο επικεφαλής τους, ο νακίμπ-ουλ-εσράφ, ο οποίος με το πράσινο τουρμπάνι του και ντυμένος με αμπά με επένδυση σκίουρου, ιππεύει αραβικό άλογο. Ο διορισμός του αποδίδει πεντακόσια άσπρα, όσα εκείνα ενός μουλά. Στα δεξιά του είναι ο αρχι-αστρονόμος, επίσης μουλάς πεντακοσίων άσπρων, με τους τσοκαντάρ του βεζίρη και τους εκτελεστές των εντολών του, τον αρχηγό τους μουζίρ-μπαση και πίσω τους υπηρέτες τους, κομψά ντυμένους, με την οκταμελή μουσική τους. Εδώ τελειώνει ο ακολουθία των καζιασκέρηδων ή η τρίτη ενότητα.
Η τέταρτη ενότητα
Επικεφαλής της είναι ο αρχίατρος, ο χεκίμ-μπασης, ο οποίος είναι δερβίσης, με θέση μουλά 500 άσπρων. Φοράει το τουρμπάνι των ουλεμάδων (ουρφ), με τον αμπά επενδυμένο με γούνα σκίουρου και τον ακολουθούν οι εκτελεστές των εντολών του (μουζίρ), οι αχθοφόροι του αυτοκρατορικού παλατιού, οι τσοκαντάρ του βεζίρη και εκατό υπηρέτες (ιτσογλάν). Η πόλη Τεκιρντάγ (Ροντοστό) δίνεται στον αρχίατρο (χεκίμ-μπαση) ως εισόδημα. Προστάτης των γιατρών είναι ο Ζουλνούν ο Αιγύπτιος. Ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Μόκακας, αγαπώντας πολύ τον Προφήτη, του έστειλε διάφορους πρεσβευτές με το μήνυμα: «Ω Μωάμεθ, οι Έλληνες θα πάρουν την Αίγυπτο από τα χέρια μου, κάνε μου τη χάρη να στείλεις μουσουλμανικό στρατό με αρχηγό ικανό να με υπερασπιστεί». Ο πρεσβευτής που μετέφερε αυτό το μήνυμα, με δώρο ένα σχισμένο ξίφος, ένα μουλάρι και τέσσερις σκλάβες, ήταν ο Ζουλνούν ο Κόπτης. Ο Προφήτης έδωσε το σπαθί (ζουλ-φακάρ) και το μουλάρι (νταλντάλ) στον Αλή, μια από τις κόρες στον Αμπουμπέκρ, μια στον Ζομπέιρ και μια στον ποιητή Χασάν, που είχε από αυτήν τον ποιητή Αμπντούρ-ραχμάν Μπεν Χασάν. Την αδελφή αυτής της υπηρέτριας, τη Μαρία την Κόπτισσα, ο Προφήτης την κράτησε για τον εαυτό του, από την οποία γεννήθηκε ο Ιμπραήμ, ο γιος του Προφήτη. Ο Ζουλνούν ο Κόπτης, έχοντας δει την τελειότητα και τις ιδιότητες του Προφήτη, έγινε μουσουλμάνος και όταν ρωτήθηκε από τον Προφήτη ποια ήταν η τέχνη του, απάντησε: «Είμαι συγγραφέας και ποιητής, γιατρός και χειρουργός». Ο Προφήτης έδωσε τις εντολές του στον Αλή, που έζωσε την οσφύ του και του επέτρεψε να φιλήσει το χέρι του Προφήτη. Έτσι έγινε αρχηγός και επικεφαλής όλων των γιατρών και χειρουργών. Συνόδευσε τον Άμρου, τον γιο του Ας, στην εκστρατεία του στην Αίγυπτο και σκοτώθηκε από βέλος στο Φοστάτ, το αρχαίο Κάιρο. Είναι θαμμένος στο πλευρό του σεΐχη Άκμπα Τζοχαϊνί, κοντά στον Ιμάμ Σαφί, κάτω από ψηλό τρούλο.
(52) Οι γιατροί (χουκεμά), 1.000 σε αριθμό, έχουν συνολικά 700 καταστήματα. Στις δημόσιες λιτανείες στολίζουν τα αμαξίδια τους με όλα τα όργανα των μαγαζιών τους, με κλύσματα, σιρόπια, χάπια κλπ., παίρνουν τον σφυγμό άρρωστων ανθρώπων και τους δίνουν φάρμακα. Ο Προφήτης είπε: «Η επιστήμη είναι διπλή: η επιστήμη των σωμάτων και η επιστήμη των θρησκειών». Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, δεν επιτρέπεται η διαμονή σε μια πόλη ή σε ένα στρατόπεδο, που δεν διαθέτει έξυπνους γιατρούς και χειρουργούς. Αυτή η επιστήμη είναι πολύ παλιά και στην αρχαιότερη εποχή την προστάτευαν ο γιατρός Λόκμαν, ο Πυθαγόρας ο Μονοθεϊστής και ο θεϊκός Πλάτων, ο Ιπποκράτης, ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης και ο Γαληνός, που χώρισε μια τρίχα σε σαράντα μέρη και ύψωσε μια σκάλα για να ανέβει η επιστήμη στον ουρανό. Μη βρίσκοντας όμως κανένα φάρμακο κατά του θανάτου, αναγκάστηκαν να φύγουν από αυτόν τον κόσμο.
(53) Οι γιατροί οφθαλμικών παθήσεων (κεχαλάν) είναι 80, εγκατεστημένοι σε 40 καταστήματα. Ο παλαιότερος προστάτης τους ήταν μια Εβραία της εποχής του Μωυσή, που έλαβε εντολή από τον Θεό να απευθυνθεί σε αυτήν για ανακούφιση των πονεμένων ματιών του. Η γυναίκα πήρε σκόνη από κάτω από το δεξί μάτι του Μωυσή και την έβαλε στο μάτι του, με αποτέλεσμα να θεραπευθεί. Άσκησε το επάγγελμα της οφθαλμίατρου για διακόσια χρόνια. Ο προστάτης των οφθαλμολόγων στην εποχή του Προφήτη, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν, είναι θαμμένος στο Ισφαχάν και η σκόνη του τάφου του θεωρείται ιδιαίτερα κατάλληλη κατά των πονεμένων ματιών. Έτσι η πέτρα κολ του Ισφαχάν είναι ακόμη διάσημη μεταξύ των ποιητών. Αυτοί οι οφθαλμίατροι επιδεικνύουν πάνω σε αμαξίδια όλες τις αλοιφές, τα κολλύρια και τα όργανά τους, δίνοντας φάρμακα σε ανθρώπους με οφθαλμικές παθήσεις.
(54) Οι έμποροι κολλύριου (τουτγιατζιγιάν) είναι 100. Εκθέτουν σε διαφορετικά κουτιά διάφορα κολλύρια, όπως το κολλύριο των λουλουδιών, το κολλύριο του Προφήτη κλπ.
(55) Οι πλάστες φαρμακευτικών ματζουνιών (ματζουντζιγιάν). Πραγματικός προστάτης τους είναι ο Ομπέιντ Ατάρ (ο καλλιεργητής), τον οποίο έζωσε ο Σελμάν, ο Πέρσης. Σκοτώθηκε μαζί με τον Χάμζ και θάφτηκε στους πρόποδες του όρους Όχοντ. Στολίζουν τα αμαξίδια τους με τα κουτιά και τα κύπελλα των ματζουνιών τους, με ασημένια κουτάλια, ενώ οι βοηθοί τους αλέθουν σε μπρούτζινα γουδιά κάθε λογής μπαχαρικά. Ωραίοι νέοι κουβαλούν ασημένια κύπελλα με μοσχοβολιστά σερμπέτια και ματζούνια, τα οποία προσφέρουν στους θεατές και τα πετούν με χίλια παράξενα παιχνίδια.
(56) Οι χειρουργοί (τζεραχάν) είναι 700 με 400 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Ομπέιντ, ο χασάπης, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στη Λάχσα. Παρελαύνουν σε δημόσιες πομπές με αμαξίδια γεμάτα όργανα για να βγάζουν δόντια, πριόνια, νυστέρια και άλλα χειρουργικά όργανα. Περνούν με αστεία, σαν να επιδένουν πληγωμένα κεφάλια, σπασμένα χέρια ή πόδια.
(57) Οι φαρμακοποιοί ή πωλητές φαρμάκων και σερμπέτ (μεσρουμπάτ-ι ντέβα) έχουν 500 καταστήματα και είναι 600 σε αριθμό. Προστάτης τους είναι ο γιατρός Αλή Μπεν Σοφιάν Τουρί, που είναι θαμμένος στην Υεμένη. Τα καταστήματά τους βρίσκονται στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ, κοντά στο Χότζα Πασά, στη συνοικία Μεϊνταντζίκ και στον Γαλατά. Δουλειά τους είναι να βγάζουν σερμπέτια και φάρμακα από ινδικά μπαχαρικά και φρούτα. Διατηρούν αυτά τα φάρμακα σε μπουκάλια, με τα οποία στολίζουν τα καταστήματά τους. Καθώς τέτοια φάρμακα είναι πολύ περιζήτητα στο στρατόπεδο για τραυματισμένους πολεμιστές, συνοδεύουν τη δημόσια πομπή όλοι ντυμένοι με πανοπλίες.
(58) Οι έμποροι ροδόνερου (γκιουλαμπτζιγιάν) είναι 70 με 41 καταστήματα. Γυναίκες της Αδριανούπολης πουλάνε ροδόνερο σε μεγάλα χάλκινα αγγεία μπροστά από το παλιό μπεζεστάν. Άλλες πουλάνε νερό από λιβάνι, κεχριμπάρι, γιασεμί και πολλά άλλα αρωματικά νερά αυτού του είδους. Προστάτης τους είναι ο Ατρουντίν, ο Ινδός, ο οποίος είναι θαμμένος στην Ινδία, στην πόλη Ντιβ. Στον Προφήτη άρεσαν εξαιρετικά όλα τα είδη μυρωδιών και αρωμάτων και ο Ατρουντίν (η ουσία της θρησκείας), επομένως του δώριζε πάντοτε τέτοια. Έλαβε τη ζώνη από τον Αλή και έγινε από αυτόν πιρ ή προστάτης. Περνούν στη δημόσια πομπή ρίχνοντας από τις δύο πλευρές στους θεατές ροδόνερο και λιβανόνερο σε μεγάλες ποσότητες.
(59) Οι αρωματοποιοί ή έμποροι αιθέριων ελαίων (ντεχάν) είναι 115 με 80 καταστήματα. Ο προστάτης τους, Αμπντούς-σαμέντ Ζιάτ, από τη Μπάσρα, ζώστηκε από τον Σελμάν. Είναι θαμμένος στην Καρβάρνα, κοντά στη Βαγδάτη, όπου ο τάφος του είναι τόπος γενικού προσκυνήματος. Εξιδρώνει συνεχώς ένα είδος λιπαρής γης, η οποία, αν εφαρμοστεί στο λουτρό στα σώματα λεπρών ατόμων, θεραπεύει την ασθένειά τους με εντολή του Θεού. Οι αρωματοποιοί εξάγουν τα αιθέρια έλαια από αμύγδαλα, κυπαρισσόμηλα, φιστίκια, φουντούκια και άλλους παρόμοιους καρπούς. Με τα μπουκάλια γεμάτα με τέτοια λάδια και αποστάγματα στολίζουν τα καταστήματά τους και τα αμαξίδια τους στις δημόσιες πομπές και περνώντας αρωματίζουν το πλήθος με αποστάγματα από τριαντάφυλλα, γιασεμί, βασιλικό, υάκινθους κ.λπ. Περνούν στην ακολουθία του αρχίατρου ή χεκίμ-μπαση, τον οποίο ακολουθούν ο κοχάλ-μπασης (ο επικεφαλής των οφθαλμίατρων), ο τζεράχ-μπασης (ο επικεφαλής των χειρουργών) και οι αναπληρωτές ή βοηθοί (κάλφα) του αρχίατρου, που κρατούν ραβδιά στα χέρια τους.
(60) Οι φύλακες στα νοσοκομεία για τρελούς (τιμάρ-χανετζιγιάν). Προστάτης τους είναι ο Ντιβάνε Χουρούμ, ο οποίος ήταν ευνοούμενος του Σελμάν και στενός φίλος του Χάμζα. Δεν γνωρίζω τον τόπο όπου είναι θαμμένος. Διακόσιοι φύλακες των φρενοκομείων (τιμάρ-χανε) της Ισλαμπόλ,100 στις δημόσιες πομπές, οδηγούν από διακόσιους έως τριακόσιους τρελούς με χρυσές και ασημένιες αλυσίδες. Μερικοί από τους φύλακες κουβαλούν στα χέρια τους μπουκάλια, από τα οποία δίνουν φάρμακα στους τρελούς, ενώ άλλοι χτυπούν ή γρονθοκοπούν τους ανόητους, για να τους διατηρούν σε τάξη. Μερικοί από αυτούς είναι γυμνοί, άλλοι κλαίνε, άλλοι γελούν, άλλοι βρίζουν και επιτίθενται στους φύλακές τους, κάτι που τρέπει τους θεατές σε φυγή. Αν περιέγραφα όλους τους παροξυσμούς των τρελών και των ανόητων σε μια τέτοια μέρα δημόσιας πομπής, θα γέμιζα βιβλίο.
(61) Οι συνοδοί των κοινών νοσοκομείων (χουντάμι μουριστάν). Στα πέντε μεγάλα νοσοκομεία της Ισλαμπόλ απασχολούνται 700 υπηρέτες. Ο προστάτης τους έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του δεν μου είναι γνωστός. Περνούν χορηγώντας φάρμακα στους άρρωστους, οι οποίοι μεταφέρονται σε αμαξίδια. Ανάμεσα στους άρρωστους, περπατούν οι βοηθοί (κάλφα) των επικεφαλής των γιατρών και των χειρουργών, πλήρως οπλισμένοι με την οκταμελή μουσική τους.
Η πέμπτη ενότητα
Εδώ βαδίζει μπροστά ο τσιφτσί-μπασης ή επικεφαλής των καλλιεργητών και αγροτών.
(62) Οι καλλιεργητές και οι αγρότες δεν έχουν φυσικά καταστήματα, αλλά μέσα στα όρια των τεσσάρων μουλάδων της Ισλαμπόλ, 26.000 έχουν περιγραφεί ότι καλλιεργούνται από 57.000 αγρότες. Ο πρώτος τους προστάτης και πρώτος καλλιεργητής του εδάφους ήταν ο Αδάμ και ο προστάτης τους από τον Προφήτη είναι ο Ρέγιαθ Μπεν Ομάρ Αλ-χαράθ. Τον έζωσε ο Αλή και ο τάφος του βρίσκεται στο Χαράν. Ο αγάς τους, που διορίζεται με εντολή του μποσταντζή-μπαση, είναι ο τερεκετζή-μπασης. Οι αγρότες περνούν με χοντροκομμένα σανδάλια στα πόδια, χοντρούς μανδύες (άμπα) και καλύματα κεφαλής πλαισιωμένα από σύρμα σε διάφορες μορφές. Οδηγούν ταύρους, βόδια και βουβάλια με επίχρυσα κέρατα και μεταξωτά υφάσματα σέλας και σκεπάσματα, ζευγμένα μαζί και κρατούν στα χέρια τους τα εργαλεία της γεωργίας. Οδηγούν τα βουβάλια σαν να οργώνουν και να σπέρνουν και λένε: «Ο σπόρος έρχεται από μένα, η ευλογία από Σένα! Δώσε τη, Θεέ, δώσε τη». Από τις σακούλες που κρέμονται στον λαιμό τους, πετούν στους ανθρώπους χούφτες καλαμπόκι και σιτάρι, λέγοντας: «Δεν είναι το χέρι μου, αλλά είναι το χέρι του πατέρα μας Αδάμ. Ω Θεέ, ευλόγησέ το όπως ευλόγησες τον Αβραάμ!».
(63) Οι κηπουροί (μπαγμπάν).101 Στην περιφέρεια της δικαιοδοσίας των τεσσάρων μουλάδων της Ισλαμπόλ βρίσκονται 4.395 κήποι, καθένας από τους οποίους μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο του Ερέμ Ζατ-ουλ-αμάντ. Οι κηπουροί είναι συνολικά 43.900 άνδρες, γιατί μερικοί κήποι έχουν περισσότερους από έναν κηπουρούς συνδεδεμένους με αυτούς. Κάτω από τη διοίκηση του τερεκετζή-μπαση σχηματίζουν στράτευμα 40.000 ανδρών, οι οποίοι περνούν με τσάπες, φτυάρια, πριόνια και όλα τα εργαλεία κηπουρικής. Επιδεικνύουν τις μηχανές ποτίσματος που τις τραβούν βόδια και περνούν φωνάζοντας, Όλια, Ντίλια, Αλλάχ, Αλλάχ! «Δείξε ευμένεια, Κύριε, δώσε ευδαιμονία, Κύριε, δώσε δύναμη». Τα φανταχτερά καλύμματα κεφαλής τους είναι στολισμένα με λουλούδια, ενώ πετούν λουλούδια στους θεατές και από τις δύο πλευρές. Είναι πολυάριθμο στράτευμα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Ζέιντ, ο Ινδός, που συνήθως αποκαλείται Μπαμπά Ρέτεν. Ήταν ο κηπουρός του Προφήτη και τον έζωσε ο Σελμάν Πακ.
(64) Οι μπολιαστές (ασλαματζιγιάν εστζάρ) είναι 500. Παίρνουν κλαδιά από τα καλύτερα οπωροφόρα δένδρα και εμβολιάζοντάς τα σε άλλα δένδρα παράγουν τους πιο νόστιμους καρπούς. Έτσι ένα αμπέλι μπολιασμένο σε εικοσιέξι διαφορετικούς χρόνους παράγει εικοσιέξι διαφορετικά είδη σταφυλιών και μια μπολιασμένη μουριά φαίνεται να παράγει επτά έως οκτώ διαφορετικά είδη μούρων. Προστάτης τους είναι ο ίδιος με τους κηπουρούς, ο Μπαμπά Ρέτεν. Έχουν στο κεφάλι τους πιάτα με φρούτα, τα οποία μοιράζουν στους θεατές και στα χέρια τους κλαδιά, καθώς και μαχαίρια, πριόνια και άλλα εργαλεία για εμβολιασμό.
(65) Οι πωλητές λαχανικών (σεμπζεβατζή), 500 άνδρες και καταστήματα. Πουλάνε στα καταστήματά τους κάθε λογής λαχανικά και περνώντας πετούν στους θεατές φρέσκα αγγούρια, καρότα, μαϊντανό κ.λπ. Προστάτης τους είναι, όπως και των προηγούμενων, ο Μπαμπά Ρέτεν.
Αυτές οι τέσσερις προαναφερθείσες εταιρείες αγροτών, κηπουρών, εμβολιαστών και πωλητών λαχανικών περνούν με απίστευτο θόρυβο. Καθώς είναι παραγωγοί, περνούν στη δημόσια πομπή αμέσως μετά τους ιερωμένους και τους γιατρούς. Το ψωμί, που είναι η κολώνα της πίστης και της στήριξης της ζωής, είναι προϊόν των δικών τους κόπων. Ο τερεκετζή-μπασης, ο επικεφαλής τους, συνοδεύεται από πεντακόσιους μποσταντζή με μυτερά καπέλα και τυφεκιοφόρους που ακολουθούνται από την οκταμελή μουσική.
Η έκτη ενότητα
Εδώ επικεφαλής είναι ο αρχηγός των φουρναραίων.
(66) Οι φουρναραίοι (εκμεκτζιγιάν), αυτές οι κολώνες της πίστης, αναγνωρίζουν ως πρώτο τους προστάτη τον Αδάμ σύμφωνα με τον στίχο του Κορανίου: «Αυτό είναι το δένδρο και θα είσαι από τους άδικους».102 Αυτό ήταν το δένδρο του καλαμποκιού, από το οποίο ο Κύριος απαγόρευσε στον Αδάμ να φάει, αλλά αφού παραβίασε τη Θεία εντολή, εξορίστηκε στη γη, όπου ο Γαβριήλ του έφερε ξανά το σιτάρι, το οποίο έβρασε και έφτιαξε μια σούπα σιταριού (πληγούρι). Από εκεί προερχόταν η μορφή της πρόσκλησης που συνηθίζεται ακόμη και τώρα, «Ελάτε να φάμε μαζί τη σούπα του Πατέρα» (ας μπαμπά, όχι μοχαλεμπί ή παμπόντε, που είναι τεχνικές ονομασίες διαφορετικών ειδών πιάτων.) Ο Γαβριήλ δίδαξε τότε στον Αδάμ να αλέθει το σιτάρι για να το κάνει αλεύρι και να το ψήνει σε ψωμί, το οποίο να τρώει όσο ήταν ακόμη ζεστό. Αυτή είναι η περίσταση από την οποία ο Αδάμ έγινε ο προστάτης των φουρναραίων, αλλά στην εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Ομάρ Μπεν Ομράν Μπερμπερί, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν Πακ παρουσία του Αλή. Είναι ο δεύτερος και πρόσφατος προστάτης των φουρναραίων. Πέθανε σε ηλικία ογδονταεπτά ετών και θάφτηκε κοντά στη Μεδίνα στο Μποκάι. Επισκέφτηκα τον τάφο του πέντε φορές. Οι φουρναραίοι έχοντας μεγάλο αριθμό βοηθών (γιαμάκ) αποτελούν σημαντικό στρατό. Έχουν 999 καταστήματα. Εμφανίζονται στη δημόσια πομπή πάνω σε κάρρα και αναπαριστούν την εργασία τους, με κάποιους από αυτούς να ζυμώνουν, κάποιους να ψήνουν και να ρίχνουν μικρά καρβέλια ψωμί ανάμεσα στο πλήθος. Φτιάχνουν επίσης για αυτήν την περίσταση τεράστια καρβέλια, στο μέγεθος του τρούλου ενός λουτρού, καλυμμένα με σουσάμι και μάραθο. Αυτά τα ψωμιά μεταφέρονται με αμαξίδια και κάρρα, με το καθένα να ζυγίζει πενήντα καντάρια, ή πάνω σε σχεδίες φτιαγμένες από κοντάρια (καζάκ) που τις σέρνουν εβδομήντα έως ογδόντα ζευγάρια βόδια. Κανένας φούρνος δεν μπορεί να χωρέσει καρβέλια τόσο μεγάλου μεγέθους. Τα ψήνουν λοιπόν σε λάκκους που φτιάχνονται για αυτόν τον σκοπό, όπου το καρβέλι καλύπτεται από πάνω με στάχτες και από τις τέσσερις πλευρές ψήνεται αργά στη φωτιά. Αξίζει τον κόπο να το δει κανείς. Εκτός από αυτά ψήνουν μερικά μικρά είδη ψωμιού και κέικ που ονομάζονται ραμαζάν πίντε, σουμούν και λαβασά, τα οποία πετούν στον κόσμο παρουσία του αυτοκράτορα. Θα ήταν πολύ δύσκολο να κουβαλήσουν όλο αυτό το φορτίο ψωμιού μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του μουλά της Ισλαμπόλ, όπου όμως κουβαλούν μερικά μεγάλα ψωμιά και ύστερα τα αφήνουν στους ανθρώπους. Το τέλος του αλάι ή δημόσιας πομπής είναι στο σπίτι του μουλά. Από εκεί κάθε σώμα σκορπίζεται και πηγαίνει σπίτι του.
(67) Οι φουρναραίοι των γενίτσαρων (εκμεκτζιγιάν γενιτσεριγιάν), 300 άνδρες, που απασχολούνται στα αρτοποιεία των γενίτσαρων. Είναι όλοι ατζέμογλαν (νεοσύλλεκτοι). Δεν ψήνουν για κανέναν άλλον παρά μόνο για τους γενίτσαρους, εκτός αν είναι για τους φτωχούς, στους οποίους μοιράζουν μαύρα καρβέλια ψωμιού που ονομάζονται φοντούλα. Το αρτοποιείο είναι μεγάλο οικοδόμημα ανάμεσα στους παλιούς στρατώνες των γενίτσαρων και εκείνους των ατζέμογλαν ή νεοσύλλεκτων. Τα άτομα που συνδέονται με αυτό είναι ένας συνταγματάρχης (τσόρ-μπασης), ένας υπάλληλος για το ψωμί (φοντούλα-κατιμπί), επτά επιδιορθωτές (μερεματζή), επτά επιθεωρητές (μοτεμέντ), ένας αρχιφούρναρης (εκμεκτζή-μπασης), ο κεχαγιάς του και ένας λοχαγός (μπολούκ-μπασης). Αυτοί οι αρτοποιοί περνούν επίσης, όπως οι προηγούμενοι, πάνω σε κάρρα, αναπαριστώντες τις εργασίες της τέχνης τους. Μεγάλα ψωμιά μεταφέρονται από αχθοφόρους και μικρά μοιράζονται στους θεατές και από τις δύο πλευρές. Οι ατζέμογλαν, με τα μυτερά τους καπέλα, βαδίζουν και στις δύο πλευρές των αλόγων του αρχιφούρναρη, του υπαλλήλου ψωμιού και του συνταγματάρχη, με μεγάλη μεγαλοπρέπεια.
(68) Οι αλατάδες (τουζτζουγιάν). Προστάτης τους είναι ο Αβραάμ. Όταν ο Αβραάμ τελείωσε το χτίσιμο της Καάμπα, έμεινε μικρή ποσότητα χώματος σε μια γούρνα και παρακάλεσε τον Θεό για ανταμοιβή για την υπηρεσία που είχε μόλις προσφέρει. Ο Κύριος του είπε: «Αν θέλεις να ευλογηθείς, Αβραάμ, να δώσεις τον γιο σου στα χέρια ενός δασκάλου, για να διδαχθεί κάτι, να ντύσεις τον γυμνό και να χορτάσεις τον πεινασμένο. Τότε θα λάβεις την ανταμοιβή σου». Ο Αβραάμ είπε «Κύριε! Πώς θα χορτάσω τον πεινασμένο;» Ο Κύριος απάντησε: «Πάρε το χώμα που μένει στη γούρνα και ρίξε ένα μέρος του στην ανατολή, ένα μέρος στη δύση, ένα μέρος στον βορρά και ένα μέρος στον νότο και πες: “Αυτό είναι το γεύμα μου. Πλάσματα του Θεού σπεύσατε!”» Αφού ο Αβραάμ έκανε ό,τι τον είχε διατάξει ο Κύριος, ο άνεμος σκόρπισε τη σκόνη σε όλη τη γη και όπου έπεφτε, άρχιζε να φυτρώνει αλάτι, το οποίο είναι από τότε το γεύμα του Αβραάμ και στο οποίο συμμετέχουν όλα τα πλάσματα. Υπέροχο μυστήριο! Την εποχή του Προφήτη προστάτης των αλατάδων ήταν ο Αμπού Μελάχ της Υεμένης, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στη Σαναά, την πρωτεύουσα της Υεμένης. Οι αλατάδες είναι βοηθοί (γιαμάκ) των φουρνάρηδων, γιατί ψωμί δεν γίνεται χωρίς αλάτι. Περνούν μαζί τους, όλοι οπλισμένοι, αναπαριστώντας την τέχνη του καθαρισμού αλατιού και το μοιράζουν λέγοντας τουζ εκμέκ χακί ιτσούν, «για χάρη του αλατιού και του ψωμιού».
(69) Οι φουρναραίοι τσουρεκιών (τσορεκτζιγιάν),103 200 καταστήματα και άλλοι τόσοι άνδρες. Ο προστάτης τους είναι θαμμένος στη Τζέντα, ζωσμένος από τον Σελμάν.
(70) Οι ζαχαροπλάστες (μπορεκτζιγιάν),104 200 καταστήματα και άνδρες. Ο τάφος του προστάτη τους βρίσκεται στην Κούφα.
(71) Οι φουρναραίοι του είδους του γλυκίσματος που ονομάζεται γκεβρέκ (γκεβρεκτζιγιάν), 200 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μοκαμπίλ με τη χρυσή ζώνη, την οποία έλαβε από τον Σελμάν. Ο τάφος του δεν είναι γνωστός. Έπεσε μάρτυρας στη μάχη του Σαφάιν.
(72) Οι φουρναραίοι του γλυκίσματος που ονομάζεται καχ (καχτζιγιάν), 500 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σοαΐμπ, από τη Χαράν (Αυρανίτις), ο οποίος είναι θαμμένος στη Ζοϊλά στην Αβησσυνία, ζωσμένος από τον Σελμάν.
(73) Οι φουρναραίοι του γλυκίσματος που ονομάζεται γουραμπιέ (γουραμπιετζιγιάν), 100 άνδρες με 500 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ομάρ Χαλβάγι, ο οποίος είναι θαμμένος στη Μπάσρα.
(74) Οι φουρναραίοι του ψωμιού που λέγεται σιμίτ (σιμιτζιγιάν), 300 άνδρες με 70 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Ρεγιάν, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν και πρόσφερε στους ιμάμηδες Χασάν και Χουσεΐν κομμάτια αυτού του είδους ψωμιού (σιμίτ), ως δώρα, όντας αποσπασμένος στην υπηρεσία αυτών των ηγεμόνων. Τον τάφο του επισκέπτονται στην πόλη Κίνα, στην Αίγυπτο, όπου είναι θαμμένος κοντά στον Αμπντούρ-ραχήμ.
(75) Οι φουρναραίοι του καταΐφ (καταγιφτζιγιάν), είδους εξαιρετικών ζυμαρικών από αμύγδαλα με ζάχαρη, 100 άνδρες με 50 καταστήματα. Ο προστάτης τους Ρασίντ, γιος του Χαλβάι Ομέρ, θαμμένος στην Ιερουσαλήμ, έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν Πακ.
(76) Οι φουρναραίοι του είδους του ζυμαρικού που ονομάζεται σεχρίγιε [φιδές] (σεχριγιετζιγιάν), 100 άνδρες με 50 καταστήματα. Ο προστάτης τους, ο Αλή της Αλεξάνδρειας, ζώστηκε από τον Σελμάν. Ο τάφος του δεν είναι γνωστός.
(77) Οι φουρναραίοι των τηγανητών που ονομάζονται λοκμά [λουκουμάδες] (λοκματζιγιάν), 50 άνδρες με 20 καταστήματα. Ο προστάτης τους Ακάσα, φίλησε τη σφραγίδα του Προφήτη (τη μαύρη μαλλιαρή κρεατοελιά, που είχε ο Προφήτης ανάμεσα στους ώμους) και έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μαράς, όπου τον επισκέφτηκα.
(78) Οι φουρναραίοι των γλυκών κέικ που ονομάζονται γκιόζλεμε (γκιοζλεμετζιγιάν), 105 άνδρες με 60 καταστήματα. Ο προστάτης τους Αμπούν-νεντά είναι θαμμένος σε απόσταση μιας ημέρας από τη Δαμασκό, στο κάστρο του Σας. Οι δώδεκα προαναφερθείσες συντεχνίες, όλες οπλισμένες και πάνω σε άλογα, περνούν με υπέροχο στυλ και μεγαλοπρέπεια, με τους σεΐχηδες, τους νακίμπ και τους κεχαγιάδες τους. Μεταφέρουν φούρνους πάνω σε κάρρα και στολίζουν το κατάστημά τους με κάθε είδος ψωμιού, γλυκίσματος και κέικ. Οι χορεκτζή φορτώνουν ένα κάρρο, στο οποίο είναι ζευγμένο ένα ζευγάρι μεγάλα βουβάλια, με εκατό περίπου τσουρέκια φτιαγμένα από αμύγδαλα με αυγά, ενώ πολλές ακόμη εκατοντάδες κουβαλούν στις πλάτες τους αχθοφόροι, που περνούν σκύβοντας κάτω από το βάρος τους. Το ίδιο κάνουν και οι μπορεκτζή, με μεγάλες πιατέλες με πίτες (μπορέκ) πάνω στο κεφάλι τους, όπως και οι γουραμπιετζή, καχτζή και κιουρεκτζή. Οι σιμιτζή ψήνουν σιμίτ [κουλούρια] σε μέγεθος τροχών κάρρων, τα οποία κουβαλούν αχθοφόροι. Τα μικρά σιμίτ στολίζουν τα καταστήματά τους και μοιράζονται στους θεατές. Το ίδιο κάνουν και οι καταϊφτζή, οι οποίοι στήνουν πάνω σε άλογα (σεΐς-χανε) καταστήματα στολισμένα με καταΐφ διαφόρων χρωμάτων. Οι λοκματζή ακολουθούν το παράδειγμά τους, κουβαλώντας σε πιάτα από πορσελάνη (μαρταμπανί) τις τηγανίτες τους (κράπφεν στα γερμανικά) γεμάτες με μέλι. Στα καταστήματα των λοκματζή και γκιοζλεμετζή διορίζεται ως επιθεωρητής ένας Εβραίος, επειδή μόνο οι Εβραίοι τρώνε κέικ και τηγανίτες ψημένες σε λάδι, ενώ οι μουσουλμάνοι εκείνα που ψήνονται σε βούτυρο. Οι Εβραίοι δεν θα αγγίξουν τα τελευταία. Είναι είδος παράξενα κακών ανθρώπων. Οι σεχριετζή στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους συρματοκατασκευή και μυρωδάτα φύλλα, πάνω στα οποία τοποθετούν τα κέικ τους (σεχριέ).
(79) Οι νερουλάδες (σακαγιάν). Επτακόσιοι από αυτούς είναι προσαρτημένοι στην υπηρεσία των εκατόν εξηνταδύο συνταγμάτων των γενίτσαρων. Τα δερμάτινα ασκιά τους μεταφέρονται από γκρίζα αραβικά άλογα, των οποίων τις ουρές και τις χαίτες στολίζουν με διάφορα στολίδια προς τιμήν του Χασάν και του Χουσεΐν, των μαρτύρων της Κέρμπελα (που χάθηκαν από έλλειψη νερού) και κολλούν στα κεφάλια τους λευκά λοφία από φτερά. Οι ίδιοι φορούν μαύρες μπότες και δερμάτινα σακάκια και λευκά λοφία ερωδιών στα κεφάλια τους. Μοιράζουν νερό στους θεατές που συνωστίζονται και από τις δύο πλευρές, φωνάζοντας ότι είναι προς τιμή των μαρτύρων της Κέρμπελα. Οι νερουλάδες θεωρούνται γιαμάκ ή βοηθοί των φουρναραίων, όπως οι αλατάδες, γιατί δεν υπάρχει ψωμί χωρίς αλάτι και νερό. Προστάτης των νερουλάδων είναι ο Σελμάν από την Κούφα, τον οποίο έζωσε ο Πέρσης Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Ρέι. Πέθανε σε ηλικία εκατόν τριάντα ετών και όλοι έλκουν την καταγωγή τους από αυτόν. Ο αρχηγός τους είναι συνταγματάρχης των γενίτσαρων, στον οποίο απονέμεται στρατιωτικό φέουδο (γκεντίκ) και ο οποίος γίνεται κεχαγιά-γερι και μουχζίρ-αγάς.
(80) Οι νερουλάδες της πόλης (σακαγιάν-ι σεχρ), που δεν είναι στρατιωτική τάξη ανθρώπων σαν τους προηγούμενους. Απλώς μεταφέρουν το νερό από τις 9.999 κρήνες της πόλης στα μέρη όπου το χρειάζονται. Προστάτης τους είναι επίσης ο Σελμάν της Κούφα. Ο αρχηγός τους είναι ο επικεφαλής των αυτοκρατορικών νερουλάδων και ο τόπος συνάντησής τους είναι κοντά στην Αγιασόφια. Είναι συνολικά 1.400, στολίζουν επίσης τα άλογά τους με κλωνάρια και λουλούδια και περνούν μοιράζοντας νερό.
(81) Οι πεζοί νεροκουβαλητές (άρκα σακάσι), που κουβαλούν τα ασκιά τους στις πλάτες τους και όχι όπως οι προηγούμενοι πάνω σε άλογα. Είναι 8.000 άνδρες, που λατρεύουν ως προστάτη τους τον Αμπούλ-Κεβτέρ Σαντ-αλ-Κούρντι. Τον έζωσε ο Πέρσης Σελμάν και τον σκότωσαν οι άνδρες του Γεζίντ παρουσία του ιμάμη Χουσεΐν, όταν έδινε νερό στους μάρτυρες της Κέρμπελα, όπου είναι θαμμένος. Αναγνωρίζουν επίσης ως αρχηγό τους τον επικεφαλής των αυτοκρατορικών νερουλάδων. Είναι όλοι πεζοί, ντυμένοι με μαύρα δερμάτινα σακάκια, κουβαλώντας ασκιά στις πλάτες τους. Διάφορα στολίδια λουλουδιών από σύρμα είναι κολλημένα στα κεφάλια τους, ενώ στα χέρια τους κρατούν κύπελλα από κρύσταλλο και πορσελάνη, το εσωτερικό των οποίων λάμπει με όνυχα, ίασπη και τυρκουάζ, ή χρυσά τάσια, με τα οποία δίνουν στους μουσουλμάνους να πιούν σε ανάμνηση των μαρτύρων της Κέρμπελα και εύχονται υγεία και ευημερία σε εκείνουν στους οποίους προσφέρουν το νερό, λέγοντας να το πιουν στην υγεία του Χασάν και του Χουσεΐν. Μερικοί απαγγέλλουν στίχους που έχουν συντεθεί για τον ίδιο σκοπό. Μερικοί παραθέτουν το εδάφιο του Κορανίου, «Ο Kύριός τους τους έδωσε το πιο αγνό ποτό» ή «Σας δώσαμε το Κεβτέρ» (την πηγή του Παραδείσου) ή «Το νερό ζωντανεύει τα πάντα».105 Έτσι μιλώντας, σβήνουν τη δίψα των μουσουλμάνων νικητών την ημέρα της μάχης. Μερικοί ρίχνουν νερό για να κατακαθήσει η σκόνη των δρόμων, ενώ το ρίχνουν και στους θεατές στις δημόσιες πομπές, ακολουθούμενοι με μεγάλη μεγαλοπρέπεια από τους αρχηγούς τους, τον συνταγματάρχη σακά-μπαση και τον επικεφαλής των αυτοκρατορικών νερουλάδων, που ιππεύουν τα άλογά τους δίπλα-δίπλα.
(82) Οι αλογομυλωνάδες (ντεγιρμεντζιγιάν). Υπάρχουν 985 αλογόμυλοι, στους οποίους εργάζονται 9.800 άνδρες. Δεν είχαν ιδιαίτερο προστάτη στην εποχή του Προφήτη, όταν χρησιμοποιούνταν μόνο ανεμόμυλοι. Οι νερόμυλοι είναι μεταγενέστερης εφεύρεσης. Ο πρώτος φτιάχτηκε στην Αίγυπτο την εποχή του χαλίφη Χακέμ-μπι-εμριλλάχ. Είναι βοηθοί των μυλωνάδων. Κατασκευάζουν μύλους πάνω σε κάρρα, που τίθενται σε κίνηση από τους τροχούς των κάρρων και αλέθουν αλεύρι καθώς προχωρούν. Κάνουν εύθυμα κόλπα με τους θεατές, στους οποίους ρίχνουν αλεύρι και λένε «ο Θεός να σου ασπρίσει το πρόσωπο» (δηλαδή «ο Θεός να σου δώσει κάθε είδους ευημερία»). Εκτός από τους προαναφερθέντες αλογόμυλους, υπάρχουν μόνο τέσσερις νερόμυλοι στην Ισλαμπόλ, οι οποίοι, τοποθετημένοι στις δύο πλευρές της οδού Νετζάτι, αλέθουν μόνο τον χειμώνα, όταν το νερό, μεταφερόμενο στην πόλη με τον αγωγό των Σαράντα Κρηνών, αφθονεί σε τέτοιο βαθμό, που να κινεί, με το πλεόνασμά του, αυτούς τους μύλους, προς όφελος των ιδιοκτητών αυτών των σπιτιών, αλλά όχι καθενός ως δημόσιους μύλους. Η ύπαρξή τους δεν είναι γνωστή στο μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της Ισλαμπόλ, αλλά εγώ, ο φτωχός Εβλία, έχοντας μείνει σε αυτό το μέρος της πόλης, τους είδα χιλιάδες φορές στις περιπλανήσεις μου.
(83) Οι αλευρέμποροι (ουν ελεκτζιγιάν), που εφοδιάζουν τους μύλους με σιτηρά και τα αρτοποιεία με αλεύρι, είναι 3.000, ως επί το πλείστον Αιγύπτιοι χωρικοί, ντυμένοι με πανοπλίες, αλλά τα πρόσωπα, τα μάτια και τα φορέματά τους είναι όλα ασπρισμένα από το αλεύρι. Περνούν πάνω σε κάρρα κρατώντας στα χέρια τους σακιά με αλεύρι, φωνάζοντας Αλλάχ γιανσούρ ες-σουλτάν, «Είθε ο Θεός να δώσει τη νίκη στον σουλτάνο!» Προστάτης τους είναι ο Ραμαζάν, ο γιος του σεΐχη Σαντέλι. Ο τάφος του βρίσκεται στην Αραβία, στην πόλη Βαντ-ουλ-Κίρα.
(84) Οι καθαριστές των σιτηρών (μπουγντάι τσαλκαγιτζιγιάν), 3.000 άτομα, είναι Αιγύπτιοι χωρικοί, προσαρτημένοι όπως και οι προηγούμενοι σε μύλους και αρτοποιεία. Χωρίζουν με κόσκινο το σιτάρι, το κριθάρι, τις φακές, τα φασόλια και το ρύζι, αν ανακατευτούν. Μερικοί από αυτούς το χωρίζουν από τη σκόνη. Κοσκινίζοντας το σιτάρι το κάνουν με τόσο επιδέξιο τρόπο, που το σιτάρι πέφτοντας στο έδαφος σχηματίζει τις λέξεις, «Δεν υπάρχει Θεός εκτός από τον Αλλάχ. Ω Θεραπευτή όλων, Πανεπάρκιε κλπ».
(85) Οι κοσκινάδες (γκαλμπουρτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 200 καταστήματα. Φτιάχνουν κόσκινα από τρίχες αλόγου και είναι βοηθοί των φουρναραίων. Περνούν πάνω σε κάρρα φτιάχνοντας κόσκινα. Προστάτης τους είναι ο Σαντουντίν Ιμπν-εν-Νάσιρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν ο Πέρσης. Ο τάφος του βρίσκεται στο Καρά Άμιντ.
(86) Οι κατασκευαστές σακιών (ελεκτζιγιάν), 500 άνδρες με 239 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Πέρσης σεΐχης Φεντιάν, θαμμένος στο Σιράζ. Φτιάχνουν σακιά από τρίχες αλόγου και μεταξωτό νήμα και είναι πολύ απαραίτητη ομάδα στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο. Περνούν στην ακολουθία των φουρναραίων φωνάζοντας Ουτζούζ βεριρίμ, δηλαδή «Το πουλάω φτηνά».
(87) Οι αμυλοκολλάδες (νισασντατζιγιάν), 700 άνδρες με 300 καταστήματα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο προστάτης τους. Περνούν πάνω σε κάρρα φτιάχνοντας και πουλώντας κόλλα από άμυλο.
(88) Οι μάγειρες γκιουλάτς (γκιουλατζιγιάν). Προστάτης τους είναι ο Χαλβάι Ομάρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Ο τάφος του δεν μου είναι γνωστός. Περνούν πάνω σε άλογα κάρρων, φτιάχνοντας και πουλώντας γκιουλάτς (βοημικό γκούλας).
(89) Οι φουρναραίοι γαλέτας (πεκσιματζιγιάν), 1.000 άνδρες με 105 φούρνους. Είναι οι πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες σε καιρό πολέμου. Οι φούρνοι τους βρίσκονται στον Γαλατά, το Κουρουτσεσμέ και το Γενικόι. Περνούν ψήνοντας γαλέτες και μοιράζοντας σακούλες γεμάτες με αυτές στον κόσμο. Γαλέτες βάρους ενός ή δύο κανταριών κουβαλούν οι αχθοφόροι για να στολίσουν την πομπή. Όπως με τους φουρναραίους ψωμιού, προστάτης των φουρναραίων γαλετών είναι ο Αδάμ και την εποχή του Προφήτη ο Τζαμές Μουχζίρι, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Όλες οι συντεχνίες και οι εταιρείες έχουν προστάτες με εξαίρεση τους αλογομυλωνάδες, που δεν έχουν κανέναν, γιατί κανένας άγιος δεν μπορεί να προσφέρει την προστασία του στον βασανισμό ζώων με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει ήσυχη απόλαυση ψωμιού, το αλεύρι του οποίου έχει αλεσθεί από αλογόμυλους. Οι ανεμόμυλοι, αντίθετα, έχουν καθαγιαστεί από τη σούνα του Προφήτη. Η Μέκκα και η Μεδίνα ακόμη και τώρα είναι εφοδιασμένες μόνο με ανεμόμυλους, που απασχολούν μερικές χιλιάδες υπηρέτες του Θεού. Οι νερόμυλοι εφευρέθηκαν από Φράγκους ωρολογοποιούς και οι αλογόμυλοι χρονολογούνται μόνο, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την κατάκτηση της Βούδας, όπου ο σουλτάνος Σουλεϊμάν βρήκε έναν αλογόμυλο, τον οποίο έχουν από τότε μιμηθεί σε όλη την αυτοκρατορία.
Αφού περάσουν όλες αυτές οι ομάδες, τις ακολουθεί η υπόλοιπη ακολουθία του επικεφαλής των φουρναραίων. Αχθοφόροι κουβαλούν χίλια περίπου καρβέλια από το πιο εκλεκτό και άσπρο ψωμί, σε μέγεθος μυλόπετρας και τροχού μύλου. Κομμάτια είναι κολλημένα γύρω από κοντάρια, ενώ μεγάλα ξύλινα πιάτα με πίτες Ραμαζάν (ραμαζάν πιντελερί), μεταφέρονται καθένα από έξι αχθοφόρους, με την επιφάνειά τους καλυμμένη με αμύγδαλα, γλυκάνισο, σαφράν και παπαρουνόσπορο. Επιπλέον, πίτες σε μέγεθος κολώνας, καρυκευμένες με κάθε λογής μπαχαρικά και καλυμμένες με σουσάμι, τσορεκοτί κλπ., μεταφέρονται σε μεγάλα ξύλινα πιάτα, καθεμιά από δέκα ζευγάρια αχθοφόρους. Σε μεγάλους πάγκους, μεταφέρονται περισσότερα από πεντακόσια τεράστια σουμούν (είδος ψωμιού), στο μέγεθος θόλου λουτρού. Πάνω από εκατόν πενήντα φούρνοι περνούν πάνω σε κάρρα και πάνω σε όλους τους ψήνεται το καλύτερο ψωμί. Μερικοί από τους άνδρες ζυμώνουν, άλλοι ψήνουν και κάποιοι βγάζουν το ψωμί από τους φούρνους, φωνάζοντας «Δώσε το». Άλλοι κουβαλούν στους ώμους τους τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στο ψήσιμο, όπως φτυάρια, γάντζους, σφουγγάρια και πετσέτες για να τυλίγουν τις λαβές των οργάνων με τα οποία βγάζουν το ψωμί από τους φούρνους. Έτσι περνούν, κάνοντας διάφορα κόλπα και φωνάζοντας «Χάι!» και «Χούι!»
Μετά τους φουρναραίους περνάει το μαχμέλ-σερίφ ή ιερή καμήλα του καραβανιού των προσκυνητών, η οποία βρίσκεται υπό την επιθεώρηση του σούρε εμίνι (του δημόσιου αξιωματούχου που μεταφέρει στη Μέκκα το ετήσιο δώρο του σουλτάνου). Το κάλυμμα ή ρούχο αυτής της καμήλας αποτελείται από ένα κομμάτι από το μαύρο ύφασμα της Καάμπα, όλο δουλεμένο με χρυσό, στολισμένο με χρυσά κρόσσια και χρυσές φούντες στις τέσσερις γωνίες και στην κορυφή με επίχρυση ημισέληνο. Το χαλινάρι είναι εξ ολοκλήρου από λαμπερό χρυσό, το ίδιο και τα λουριά του κεφαλιού. Στις τέσσερις πλευρές του μαχμέλ (του φορτίου της καμήλας) κρέμονται τα ξίφη των τεσσάρων φίλων του Προφήτη, ενώ μέσα (στο αμαξίδιο) κάθεται ένα αθώο παιδί, που απαγγέλει τη σούρα της κατάκτησης. Το χαλινάρι της ιερής καμήλας το κρατούν οι ακάμ (αμαξηλάτες) και οι μεσαλετζή (λαμπαδηφόροι), των οποίων θα δώσουμε τώρα την απαραίτητη περιγραφή.
(90) Οι καμηλιέρηδες (σουτουρμπάν, σαρμπάνι ρεβάν). Προστάτης τους είναι ο Ουέις-ουλ-Κάρνι από την Υεμένη, θαμμένος εκεί στην πόλη Καρν. Χίλιοι από αυτούς τους καμηλιέρηδες, που συνοδεύουν το καραβάνι του προσκυνήματος, εμφανίζονται σε δημόσιες πομπές, φορώντας πανοπλίες και πλούσια ντυμένοι, παίζοντας τύμπανα και φλογέρες, καθώς περνούν το Αλάι-κιόσκ.
(91) Οι αμαξηλάτες αμαξιδίων (ακαμάν) είναι 1.005 και λατρεύουν ως προστάτη τους τον Σαντί, που ονομάζεται Ινδός αλλά που γεννήθηκε στη Δαμασκό. Πήρε το όνομα του Ινδού από τα διάφορα ταξίδια του στην Ινδία. Ο τάφος του βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, όπου είναι θαμμένος κοντά στον χαλίφη Μοκτεντέρ-μπίλλα. Ήταν ένας από τους συντρόφους του Προφήτη και τον έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Οι αμαξηλάτες μερικές φορές οι ίδιοι αγνοούν τον προστάτη τους, προσποιούμενοι ότι είναι ο Αμρού Αγιάρ, που ήταν ο αγγελιοφόρος (πέικ) του Προφήτη. Ντύνονται με πολύχρωμα υφάσματα, στολίζουν τα αμαξίδια των βεζίρηδων που μπαίνουν στο πεδίο με 17.000 αμαξίδια, ντύνουν τα μουλάρια τους με πολύτιμο ύφασμα και βαδίζουν, ντυμένοι με πανοπλίες, μαζί με το μαχμέλ ή ιερή καμήλα, φωνάζοντας Αλλάχ γιανσούρ ες σουλτάν, «Ο Θεός να κάνει τον σουλτάνο νικητή!» κρατώντας τον ρυθμό με τα χέρια τους και τραγουδώντας γνωστά τραγούδια (μεβάλ). Έτσι περνούν με «Χάι!» και «Χούι!» κάτω από το Αλάι-κιόσκ.
(92) Οι λαμπαδηφόροι (μεσαλτζιγιάν), 3.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Αμπντάλα Ιμπν Σεμάς του Άντεν, του οποίου ο τάφος είναι επισκέψιμος, ακριβώς πριν το μιχράμπ του τζαμιού του Ούνις Χασάν Πασά. Αυτοί οι λαμπαδηφόροι επίσης θεωρούν μερικές φορές τον Αμρού Αγιάρ ως προστάτη τους, επειδή ασχολία τους είναι και να περνούν χαλινάρια στις καμήλες. Όλοι οι λαμπαδηφόροι των βεζίρηδων, ντυμένοι με πανοπλίες, χτυπώντας ντέφια και καστανιέτες και φωνάζοντας Αλλάχ γιανσούρ ες-σουλτάν,106 «Ο Θεός να κάνει τον σουλτάνο νικητή!», τραντάζουν τον ουρανό και τη γη με τον θόρυβό τους. Στολίζουν τις δάδες τους με λουλούδια και μυρωδάτα βότανα, τυλίγουν τις άκρες τους με ατλάζι και ακολουθούν την ιερή καμήλα με επαναλαμβανόμενες κραυγές «Αλλάχ, Αλλάχ!», έτσι που οι θεατές, έκπληκτοι και ξαφνιασμένοι, να μη μπορούν να αποφύγουν να κλάψουν από συγκίνηση.
(93) Οι υπηρέτες (ρεχρεβάν, σατιράν), των οποίων προστάτης είναι ο Αμρού Μπεν Όμια Σαμίρι, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον Αλή παρουσία του Προφήτη. Όλοι οι σάτιρ αντλούν από αυτόν την καταγωγή τους. Είναι θαμμένος στη Χομς. Οι σάτιρ (υπηρέτες) είναι συνολικά 1.060 άνδρες. Εκτός από τους σαράντα σάτιρ που θέσπισε ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, υπάρχουν επίσης όλοι οι σάτιρ των διαφόρων βεζίρηδων και εμίρηδων, του αρχιθαλαμηπόλου και του αρχισημαιοφόρου (μιρ αλέμ), όλοι ντυμένοι στα χρυσά, με τσεκούρια στα χέρια τους. Έτσι παραταγμένοι, βαδίζουν με μεγαλοπρέπεια σαν παγώνια του Παραδείσου. Δεν υπάρχει ακολουθία πιο λαμπρή σε ολόκληρη την πομπή. Χείμαρρος φωτός φαίνεται να ρέει πάνω στο εξωτερικό τους, ενώ το εσωτερικό τους είναι επίσης πηγή ουράνιου φωτός. Μερικοί από αυτούς είναι τόσο ωραίοι νέοι, που όσοι τους βλέπουν χάνουν το μυαλό τους. Είναι ντυμένοι ακριβά με χρυσάφι και πλούσια αντικείμενα, με τις ζώνες τους πλούσια στολισμένες με κοσμήματα, με ήλιους στα κεφάλια τους και άλλα στολίδια από χρυσό σύρμα και στα άκρα τους ακριβά στολίδια και κρόσσια του είδους που ονομάζονται ντιντερέι και ντεχντεχί. Οι Πέρσες σάτιρ φορούσαν άλλο είδος. Στα χέρια τους κουβαλούν, με μεγάλη αξιοπρέπεια, δόρατα στολισμένα με πετράδια και τσεκούρια, κι έτσι καταπλήσσουν όλους τους θεατές. Τους ακολουθεί ο αρχιφούρναρης (εκμεκτζή-μπασης) και ο αρχηγός των αλατάδων (τουζτζή-μπασης), που περνούν με τους υπηρέτες και τα υπηρετόπουλά τους, πλούσια ντυμένους με χρυσό. Από τις δύο πλευρές βαδίζουν οι ματαρατζή (φιαλοφόροι) με κόκκινα ντολιμάν, με συρμάτινα τελάρα, κρατώντας στα χέρια τους τα ματάρα ή μπουκάλια νερού για εξαγνισμό, στολισμένα με κοσμήματα και οι τουφενκτζή ή τυφεκιοφόροι, με μουσκέτα πλούσια στολισμένα με μαργαριτάρια. Η ακολουθία του εκμεκτζή-μπαση μοιάζει με εκείνη ενός μπεηλερμπέη. Καθώς οι φουρναραίοι είναι η κολώνα της πίστης με την πολύ ουσιαστική τέχνη τους, απολαμβάνουν την τιμή να περνούν μπροστά από όλες τις άλλες συντεχνίες και περνούν με αυτόν τον πομπώδη τρόπο. Τον εκμεκτζή-μπαση ακολουθεί ο αρχισυνταγματάρχης των στρατιωτικών υδροφόρων, που φοράει το φτερωτό κούκα (κράνος), το χαρακτηριστικό κάλυμμα των συνταγματαρχών των γενίτσαρων και ο αρχηγός των υδροφόρων της πόλης (χουνκιάρ σακά-μπασης). Ακολουθούν ο αρχηγός των φουρναραίων γαλέτας (πεκσιματζή-μπασης), ο επιθεωρητής αλατιού (τουζ-εμίνι), ο επιθεωρητής γαλέτας (πεκσιμάτ-εμίνι), που περνούν δύο-δύο, περιτριγυρισμένοι από τους υπηρέτες και τα υπηρετόπουλά τους. Ύστερα έρχονται ο κεχαγιάς των φουρναραίων, ο ηγούμενός τους (σεΐχ), οι νακίμπ, τσαούσηδες και επικεφαλής (γιγκουίτ-μπαση), με τις πλήρεις ενδυμασίες τους. Οι υπηρέτες τους φέρουν στα χέρια τους λόγχες και ακόντια από καλάμια Βασόρας δεκαεπτά κόμπων. Τελευταίες έρχονται δώδεκα μεγάλες μπάντες τουρκικής μουσικής (μεχτέρ-χανε Αλή Οσμάν) και πάνω σε είκοσι ζευγάρια λευκές καμήλες, ογδόντα βασιλικά μεγάλα τύμπανα. Όταν περνούν, παίζοντας όλοι, ο θόρυβός τους βγάζει τα μυαλά των ανθρώπων από το στόμα τους. Τέτοια υπέροχη πομπή παραχωρείται στους φουρναραίους, επειδή από όλους τους βιοτέχνες είναι οι πιο απαραίτητοι στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο. Ύστερα από την πομπή των φουρναραίων ήθελαν να ακουλουθήσουν οι χειρουργοί, αλλά επειδή οι έμποροι και οι ναυτικοί αμφισβητούσαν το προβάδισμά τους, ο σουλτάνος Μουράτ έκανε αυτή τη διαφωνία αντικείμενο συζήτησης μεγάλης συνέλευσης όλων των ουλεμάδων, στην οποία αποφασίστηκε ότι θα ακολουθούσαν οι ναυτικοί αμέσως μετά τους φουρναραίους, γιατί το σιτάρι μεταφέρεται με πλοία στην Ισλαμπόλ και οι φουρναραίοι έχουν άμεση ανάγκη τους ναυτικούς, που αναγνωρίζουν τον Νώε για προστάτη τους. Πήραν αυτοκρατορικό διάταγμα, που τους παραχωρούσε το προνόμιο να κάνουν την είσοδό τους αμέσως μετά τους φουρναραίους. Ταυτόχρονα όλες οι άλλες συντεχνίες έλαβαν με τον ίδιο τρόπο τους συνταγματικούς τους κανόνες (κανούν), εγκεκριμένους με αυτοκρατορικό διάταγμα (χάτι-σερίφ).
Η έβδομη ενότητα
Οι ναυτικοί και οι βαρκάρηδες της Μαύρης Θάλασσας
(94) Οι ναυτικοί ή βαρκάρηδες (κεστιμπάν, γκεμιτζή) είναι 9.000 άνδρες και πλέουν με πολλές χιλιάδες σκάφη, που ονομάζονται τσάικα, καραμουρσάλ, ζερένμπα, σακολέβα κλπ. Είναι γενναίο στράτευμα ναυτών που προστατεύεται από τον Νώε. Αλλά ναυτικός διοικητής της Ερυθράς Θάλασσας, ο οποίος, την εποχή του Προφήτη, ασπάστηκε το Ισλάμ, ήταν ο Αμπούλ-μοχάν από το Ομάν. Ζώστηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ και βρήκε τον τάφο του στη θάλασσα του Ομάν. Αυτοί οι ναυτικοί και ναύτες, όλοι καλοντυμένοι, κάνουν την εμφάνισή τους με σκάφη τσάικα και καραμουρσάλ, γεμάτα με ένοπλους στρατιώτες, τα οποία τραβούν με μεγάλα παλαμάρια, καθώς και με εβδομήντα έως ογδόντα τσάικ παρμένα από τους Κοζάκους της Μαύρης Θάλασσας. Όταν φτάνουν μπροστά στο Αλάι-κιόσκ, αναπαριστούν μια ναυμαχία ανάμεσα στα δικά τους τσάικ και καραμουρσάλ και τα τσάικ των Κοζάκων. Καταλαμβάνουν τα σκάφη των Κοζάκων, αναποδογυρίζουν τους σταυρούς τους και συλλαμβάνουν τους άνδρες αιχμάλωτους, ενώ η μουσική των Απίστων παίζει πένθιμο σκοπό υποχώρησης με τις τρομπέτες και τα όργανά τους. Τα μουσουλμανικά τσάικ ρυμουλκούν στη συνέχεια εκείνα των Απίστων και πυροβολούν με τα μεγάλα μουσκέτα τους, φωνάζοντας εν χορώ Έγια Μόλα, Τίρα Μόλα (το τραγούδι των Ελλήνων ναυτικών κατά τη ρυμούλκηση) ή Νταϊμαλλάχ, Νταϊμαλλάχ. Στολίζουν τα πλοία τους με πολλές σημαίες, σημαιάκια και ταινίες και περνούν βάλλοντας με τα κανόνια των σκαφών τους.
(95) Οι καλαφάτες (καλαφατζιγιάν), 1.000 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο προστάτης τους, Σαάντ Μπεν Ομπέιντ, ζώστηκε από τον Σελμάν. Είναι οι βοηθοί (γιαμάκ) των ναυτικών. Καλαφατίζουν σκάφη, τα οποία σέρνουν όπως τα προηγούμενα πάνω σε σανίδες, λέγοντας ταρτάκα ταρτάκ ταρταράκ, τον θόρυβο που κάνουν τα ξυλόσφυρά τους, τα οποία κρατούν στα χέρια τους. Τα ρούχα τους είναι όλα αλειμμένα με πίσσα και άσφαλτο και το κάλυμμα του κεφαλιού τους είναι φτιαγμένο από κλωνάρια. Πάνω σε στύλους με σιδερένιους γάντζους κουβαλούν δέσμες βούρλων από τα βουνά στην περιοχή του Καγίτ-χανε. Περνούν καλαφατίζοντας τις βάρκες, τις φλογίζουν με τα αναμμένα βούρλα τους, τις λαδώνουν, ενώ με τα ξυλόσφυρά τους απειλούν κατά καιρούς τους θεατές, στους οποίους φωνάζουν «Φύγετε από τη μέση!», «Προσέξτε το παιχνίδι!» κλπ. Έτσι φωνάζοντας, περνούν πυροβολώντας με τα όπλα τους.
(96) Οι κατασκευαστές στουπιού (καλαφάτ ουστουμπουσού μπουκουτσουλέρ), 500 άνδρες με 100 καταστήματα. Ο προστάτης τους δεν είναι γνωστός σε μένα, αλλά πιθανότατα είναι ο Σαάντ Μπεν Ομπέιντ. Περνούν στρίβοντας στουπί με πίσσα, στις δημόσιες πομπές.
(97) Οι έμποροι στουπιού (ουστούμπου αλιτζιγιάν). Δεν έχουν καταστήματα, αλλά περπατούν στους δρόμους της Ισλαμπόλ με τσάντες στην πλάτη τους, φωνάζοντας για στουπί, κι αν βρουν υπηρέτριες σε μοναχικά μέρη, αγοράζουν το στουπί τους από αυτές. Είναι συνολικά 200 άνδρες, που περνούν μαζί με τους κατασκευαστές στουπιού, που το στρίβουν με πίσσα. Η κραυγή τους είναι Νούχ ελί ντιρ, «Αυτό είναι το χέρι του Νώε». Προστάτης τους είναι επίσης ο Σαάντ Μπεν Ομπέιντ.
(98) Οι μαραγκοί, ναυπηγοί (μαρανκοζάν). Δεν έχουν καταστήματα, αλλά βρίσκονται στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε και στο Κασίμ-πασα σε στοές (λόντζα) και είναι οι κανονικοί ναυπηγοί. Η δουλειά τους δεν είναι κατανοητή από τους κοινούς ξυλουργούς (νετζάρ). Αριθμούν 3.000 άνδρες. Μερικοί από αυτούς είναι μουσουλμάνοι, άλλοι Έλληνες και άλλοι Φράγκοι. Προστάτης τους είναι ο Νώε, ο οποίος πρώτος, για να σώσει το ανθρώπινο είδος από τον κατακλυσμό, έχτισε την κιβωτό, σύμφωνα με τις οδηγίες του Γαβριήλ, στο πρότυπο του στέρνου της χήνας. Έγραψε στο κατάρτι για χαφίζ, «Ω παντεπόπτη!» Στα κουπιά για σεριόζ-ζαφέρ, «Ω επιταχυντή της νίκης!» Στο κατάστρωμα για βασί, «Ω παμμέγιστε!» Στην πλώρη του πλοίου για καβτ, «Ω παντοδύναμε!» Στην πρύμνη για νταΐμ, «Ω αιώνιε!» Και στο πηδάλιο για μακσίτ-ουλ-μοστακίμ, «Ω εσύ που διανέμεις την κατεύθυνση με τον σωστό τρόπο!» Σε όσους μπήκαν στο πλοίο, διάβασε το εδάφιο του Κορανίου, «Στο όνομα του Θεού, που την βάζει κάτω από πανί και σε άγκυρα, γιατί ο Κύριος είναι Πανεύσπλαχνος, Πανάγαθος».107 Ο Νώε έχοντας κατασκευάσει την κιβωτό, κάλεσε μαζί, όπως αναφέρεται στο Κοράνι, τα παιδιά και τους συγγενείς του. Εβδομηνταεπτά άνδρες μπήκαν στην κιβωτό, μαζί με επτακόσια είδη ζώων. Έχοντας περάσει σαράντα μέρες στα νερά, σταμάτησε επιτέλους, όπως αναφέρει ο στίχος του Κορανίου, στο όρος Τζούντι (Αραράτ) κοντά στη Μοσούλη, την ημέρα της Ασούρα. Όλοι οι άνθρωποι του πλοίου, εκείνη την ημέρα, μαγειρεύοντας τις προμήθειες τους σε ένα τσουκάλι, έφτιαξαν ένα είδος συνονθυλεύματος που ονομαζόταν «ασούρα». Από όλα τα παιδιά του Νώε, μόνο ο Κανάν, ως άπιστος, δεν μπήκε στην κιβωτό, αλλά υποχώρησε στην Όαση της Αιγύπτου, όπου κείται τώρα σε σπήλαιο, το οποίο είναι τόπος προσκυνήματος, στον οποίο καταφεύγουν πολύ οι Κόπτες. Όλοι οι άνθρωποι που υπάρχουν τώρα προέρχονται από τους εβδομήντα που σώθηκαν στην κιβωτό και όλα τα ζώα από τα επτακόσια είδη που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Αυτός είναι ο λόγος που ο Νώε αποκαλείται δεύτερος Αδάμ. Οι ξυλουργοί, ναυπηγοί, θεωρούν τους εαυτούς τους ως πολλούς συντρόφους του Νώε, που ήταν ο πρώτος ναυπηγός. Αλλά το πρώτο πλοίο, την εποχή του Προφήτη, ναυπηγήθηκε στην Τζέντα από τον σεΐχη Αμέρ Νιουάτι, ο οποίος έκανε ταξίδια στην Υεμένη και το Άντεν και πάντοτε έφερνε κάποιο δώρο στον Προφήτη. Με την επίδραση των ευλογιών του, αυτός ο σεΐχης Νιουάτι έζησε μέχρι την εποχή του χαλίφη Αμπντούλ-μελίκ. Ο τάφος του βρίσκεται στη Τζέντα. Οι ναυπηγοί περνούν ντυμένοι με πανοπλίες, κρατώντας στα χέρια τους πριόνια και τσεκούρια, τρυπάνια και κανόνες, κλπ. και χτίζοντας ένα σκάφος, το οποίο κυλούν. «Φωνάζουν, «Ω προστάτη μας! Ω Νώε!» και παίζουν διάφορα κόλπα.
(99) Οι σχοινοποιοί (ουργκαντζιγιάν) έχουν την έδρα τους στην τάφρο του Γαλατά, πίσω από τον Ναύσταθμο και στο Οκ-μεϊντάν. Είναι 500 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο σεΐχης Αμπνταλλάχ Χαμπλί, που είναι θαμμένος στην Υεμένη. Φτιάχνουν στην τάφρο του Γαλατά κάθε είδους μεγάλα και μικρά παλαμάρια και σχοινιά, όπως τζανκουρταράν, γκούμενα, παλαμάρ, χουρμαλίφι (σχοινιά από χουρμά), ισπαρτσίνα, χαλάτ κλπ. Σε εποχή πολέμου ξηράς, στρίβουν σχοινιά για τα όπλα. Περνούν στρίβοντας σχοινιά, φωνάζοντας «Έγια Μόλα!»
(100) Οι έμποροι κάνναβης (κεντιρτζιγιάν). Δεν πουλάνε μόνο κάνναβη και βαμβάκι, αλλά και σχοινιά και είναι οι βοηθοί (γιαμάκ) των βαρκάρηδων. Αριθμούν 300 άνδρες. Περνούν πάνω σε κάρρα, πουλώντας σχοινιά και σπάγγους.
(101) Οι κατασκευαστές πανιών (γελκεντζιγιάν), 300 άνδρες με 90 καταστήματα. Φτιάχνουν κάθε λογής πανιά και ο παλαιότερος προστάτης τους είναι ο Σεθ, αλλά ποιος ήταν την εποχή του Προφήτη, δεν ξέρω. Περνούν πάνω σε κάρρα, ράβοντας πανιά.
(102) Οι κατασκευαστές πίσσας και ασφάλτου (ζιφτζιγιάν, κατραντζιγιάν). Ετοιμάζουν κάθε λογής πίσσα και άσφαλτο και κουβαλούν ασκούς γεμάτους με αυτήν, φωνάζοντας, «Κάντε δρόμο». Ρίχνουν πίσσα και άσφαλτο στα πρόσωπα και τα ρούχα των ανθρώπων και κάνουν χίλια εύθυμα κόλπα αυτού του είδους.
(103) Οι κατασκευαστές καταρτιών και κεραιών ιστών (σερεντζιγιάν) είναι 200 άνδρες. Πουλάνε στα καταστήματά τους στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε και στο Κασίμ-πασα, κατάρτια, κεραίες ιστών, στηρίγματα, σανίδες και κάθε είδους ξύλα απαραίτητα για την κατασκευή ενός πλοίου. Ντυμένοι με πανοπλίες, περνούν πεζοί, κυλώντας κάτω κατάρτια, κεραίες και κουπιά, φωνάζοντας «Χάι» και «Χουϊ», ενώ ο σερεντζή-μπασης, με τον κεχαγιά του, περνάει έφιππος με μεγάλη μεγαλοπρέπεια.
(104) Οι κατασκευαστές αντλιών (τουλουμπατζιγιάν) είναι 80 άνδρες με 7 καταστήματα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο προστάτης τους. Περνώντας με κάρρα, τρυπούν με τρυπάνια μεγάλα δένδρα, μετατρέποντάς τα σε τρόμπες. Αν ένα πλοίο έχει διαρροή, εγκαθιστούν αμέσως τις τρόμπες τους και αντλούν το νερό, με τρόπο που αξίζει να δει κανείς.
(105) Οι κατασκευαστές πυξίδων (πουσουλατζιγιάν) είναι 45 άνδρες με 10 καταστήματα. Ο παλιός προστάτης τους ήταν ο Γκουρία και εκείνος που ζούσε στην εποχή του Προφήτη ο Ιμπραήμ Μογρέμπι, ο αστρονόμος, που δεν είχε όμοιο στην επιστήμη των ουρανών. Ήταν μοβακίτ ή χρονομέτρης του Προφήτη και ζώστηκε παρουσία του από τον Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο τάφος του βρίσκεται στην αυλή του μεγάλου τζαμιού στο Γιενμπού, όπου τοποθετήθηκε, με τη δική του πυξίδα, κατευθείαν προς την κατεύθυνση της κίμπλα. Οι κατασκευαστές πυξίδων δοκιμάζουν τις πυξίδες τους στο μιχράμπ του τζαμιού του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’, γιατί στηρίζεται σε γερά θεμέλια πραγματικής κατεύθυνσης. Περνούν πάνω σε κάρρα, δοκιμάζοντας τις πυξίδες και τους μαγνήτες τους.
(106) Οι κατασκευαστές κλεψυδρών (ρολογιών άμμου, κουμσατζιγιάν) είναι 20 άνδρες με 15 καταστήματα. Είναι βοηθοί των ναυτικών, που χρειάζονται τη βοήθειά τους. Κάνουν πάνω στα κάρρα τους επίδειξη ρολογιών άμμου. Το πρώτο ρολόι άμμου εφευρέθηκε από τον Ιωσήφ, ο οποίος, όταν κλείστηκε (από τους αδελφούς του) στο πηγάδι, επινόησε αυτή τη συσκευή για να καθορίζει τις ώρες της προσευχής. Την εποχή του Προφήτη προστάτης αυτής της τέχνης ήταν ο Τάλα Μπεν Ομπέιντ, ο ρολογάς του Προφήτη. Περνούν με μεγάλη σεμνότητα.
(107) Οι χαρτογράφοι (χαρτατζιγιάν) είναι μόνο 15 με 8 καταστήματα. Είναι γνώστες όλων των ειδών των επιστημών και κατέχουν διαφορετικές γλώσσες, ιδιαίτερα τη λατινική, στην οποία διαβάζουν τα γεωγραφικά έργα, Άτλας μίνορ και Μαπεμόντε. Ζωγραφίζουν στα σχέδιά τους τις θάλασσες, τα ποτάμια και τα βουνά όλου του κόσμου και πωλούν τα έργα τους σε ναυτικούς και θαλασσοπόρους. Η επιστήμη των χαρτών είναι η ψυχή της ναυσιπλοΐας, γιατί σε αυτούς τους χάρτες ανιχνεύεται ο δρόμος για πλοία προς κάθε κατεύθυνση της πυξίδας και σημειώνεται αν οι τόποι καταφυγής είναι νησιά, λιμάνια, ρηχά, βράχοι, βαθιά νερά κλπ., σύμφωνα με τις οποίες κατευθύνσεις, οι θαλασσοπόροι αναλαμβάνουν τα ταξίδια τους στον ωκεανό. Προστάτης τους είναι ο Ακάρμα, γιος του Αμπούτζεχελ. Όταν η Μέκκα κατακτήθηκε το δέκατο έτος της Εγείρας, ο Σοφιάν και ο Ακάρμα έγιναν μουσουλμάνοι και ζώστηκαν από τον Σελμάν. Ο Ακάρμα έγινε προστάτης των ναυτικών, επειδή είχε διδαχθεί την τέχνη της ναυσιπλοΐας από τον πατέρα του, Αμπούτζεχελ και τον θείο του, Αμπούλεχεμπ και την οδήγησε, με πολλά ταξίδια, σε μεγάλη τελειότητα. Ο Αμπούλεχεμπ και ο Αμπούτζεχελ ήσαν δύο καταραμένοι υλιστές (ντεχριούν), που δεν διαφωτίστηκαν από την ακτίνα της κατεύθυνσης. Ο Αμπούλεχεμπ αναφέρεται στο Κοράνι, στο οποίο του προλέγεται ότι θα κατέβει στην κόλαση, κουβαλώντας ξύλα με ένα σχοινί γύρω από τον λαιμό του. Ο Αμπούτζεχελ σκοτώθηκε στη μάχη του Μπεντρ Χονάιν. Οι χαρτογράφοι περνούν πάνω σε κάρρα. Με τα καταστήματά τους στολισμένα με κάθε είδους χάρτες και διαγράμματα προσλαμβάνουν χαρακτήρα μεγάλης αξιοπρέπειας.
(108) Οι δύτες (νταλγκιτζάνι γαβασάν) δεν έχουν ιδιαίτερα καταστήματα, αλλά η κατοικία τους βρίσκεται σε στοές (λόντζα) στον Γαλατά και το Κασίμ-πασα. Είναι 300 περίπου άνδρες, ως επί το πλείστον Άραβες από το Μαγρέμπ, την Αλεξάνδρεια και τη Ροζέτα. Όλοι οι κάτοικοι του νησιού Σύμη (Σίνμπε), απέναντι από τη Ρόδο, είναι δύτες. Το νησί, έχοντας κατακτηθεί από τον Σουλεϊμάν, δόθηκε ως βάκφ στο τζαμί του Σουλεϊμάν στην Ισλαμπόλ. Οι κάτοικοι είναι 4.000 Έλληνες, που πληρώνουν χαράτσι και είναι όλοι έμπειροι δύτες, τους οποίους ανταγωνίζονται μόνο οι δύτες του Ορμούζ. Παίρνουν λάδι στο στόμα τους και βουτούν σε βάθος εβδομήντα οργιών. Φτάνοντας στον πυθμένα, φτύνουν το λάδι, οι σταγόνες του οποίου μετατρέπονται κάτω από το νερό σε πολλούς μεγεθυντικούς φακούς, με τους οποίους διακρίνουν από μακριά ακόμη και ένα φαρδίνι ή μια βελόνα στον πυθμένα. Τότε, σηκώνοντάς το, ανεβαίνουν ξανά το ύψος των εβδομήντα οργιών, με τεχνική όχι λιγότερο αξιοθαύμαστη από εκείνη της κατάδυσης σε τέτοιο βάθος. Ανεβάζουν από τον βυθό της θάλασσας σφουγγάρια και τα καλά των πλοίων. Ο προστάτης τους, ο σεΐχης Χάλεντ Ομάνι, ζούσε στις ακτές του Ορμούζ, όπου ψάρευε μαργαριτάρια και τα έστελνε κατά καιρούς ως δώρα στην οικογένεια του Προφήτη. Ζώστηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ και έγινε ο προστάτης των δυτών. Ο τάφος του βρίσκεται στο νησί της Αβησσυνίας Μουσόβα. Είχα την τύχη να τον επισκεφτώ επτά φορές. Το έλεος του Θεού πάνω του! Οι δύτες δεν είναι οπλισμένοι όπως οι άλλες συντεχνίες, αλλά έχουν μια ποδιά γύρω από την οσφύ τους, ενώ οι Άραβες δύτες προχωρούν ακόμη και χωρίς αυτήν. Στα αυτιά τους έχουν μαλλιά από γοργόνες (ντενίζ-μαλέκι).108 Κάποιοι κουβαλούν μεγάλα κοφτερά μαχαίρια, για να κόβουν, σε περίπτωση ανάγκης, τα σχοινιά των πλοίων και να αμύνονται απέναντι σε κροκόδειλους και καρχαρίες, στα βάθη της θάλασσας.
Η ιστορία ενός κροκόδειλου
Ο φίλος μου Ελ-χατζ Νασίρ, δύτης, μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία. «Έχοντας μια μέρα καταδυθεί, με εντολή του Μουσταρλή Μουσταφά Πασά, μπροστά στο Χαμπές-χοβασί για να πιάσω μαργαριτάρια, συνάντησα μερικούς κροκόδειλους οι οποίοι, κινούμενοι προς εμένα, δεν έδειχναν διατεθειμένοι να με συγχωρήσουν και ο μεγαλύτερος από αυτούς με κατάπιε. Δεν φοβήθηκα, ούτε έχασα την αυτοπεποίθησή μου, αλλά ευρισκόμενος σε σκοτεινό μέρος, όπου μπορούσα να αναπνεύσω, συνέχισα να αναπνέω, αν και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Τώρα φανταζόμουν ότι επρόκειτο να χωνευτώ και έστρεψα τις σκέψεις μου προς τον Δημιουργό μου, τον οποίο ικέτευσα για απελευθέρωση. Μέσα σε αυτή την αμηχανία άρχισα να πιέζω στην πλευρά του ψαριού το μαχαίρι που είχα στο χέρι και να το κάνω όσο καλύτερα μπορούσα. Σύντομα κατάλαβα ότι οι πνεύμονες και το συκώτι δεν λειτουργούσαν και λίγο αργότερα είδα ότι ολόκληρο το ψάρι άρχιζε να λιώνει. Παίρνοντας θάρρος, σύρθηκα μέχρι το στόμα και βγήκα με μεγάλη τόλμη, αλλά βρέθηκα, προς μεγάλη μου έκπληξη, σε άλλο σκοτεινό μέρος, που αμέσως κατάλαβα ότι ήταν η κοιλιά άλλου ψαριού, που είχε καταπιεί τον κροκόδειλο. Όπως θυμάμαι, έβλεπα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να βγω με ασφάλεια από το στόμα του, αλλά καταφεύγοντας στον Θεό, του έκοψα το πλευρό με το μαχαίρι μου και βγαίνοντας με αυτόν τον τρόπο ξανά στο νερό, ανέβηκα και έφτασα στην ακτή με ασφάλεια. Ξαπλωμένος εκεί στην παραλία, είδα το ίδιο ψάρι, από την κοιλιά του οποίου είχα δραπετεύσει, να πετάγεται στη θάλασσα και να βγάζει από τα ρουθούνια του δύο πίδακες, ύψους και μεγέθους μιναρέ και ύστερα να παίρνει την κατεύθυνση της Χάρκοβα και να βγαίνει εκεί στην ακτή, παρουσία του Μουσταφά Πασά. Την επόμενη μέρα πήρα τον δρόμο για να συναντήσω τον Μουσταφά Πασά, όταν τράβηξαν το ψάρι στην ακτή και είδα τη σχισμή από την οποία είχα διαφύγει, με τον υπόλοιπο κροκόδειλο που βρέθηκε στην κοιλιά. Αυτό βεβαιώθηκε με κανονικό πρωτόκολλο, υπογεγραμμένο από αυθεντικούς μάρτυρες». Εγώ ο ίδιος, ο φτωχός Εβλία, συνάντησα στη Χάρκοβα τους μάρτυρες, οι οποίοι μου επιβεβαίωσαν την αλήθεια της ιστορίας του Νασίρ. Ό,τι κι αν συνέβη, είναι απολύτως βέβαιο ότι στη θάλασσα υπάρχουν πολλοί κροκόδειλοι και πολλοί δύτες δεν είχαν τόσο τυχερή απόδραση. Ο Ιωνάς και αυτός ο Νασίρ μπορούν να αναφερθούν ως τα μόνα γνωστά παραδείγματα. Οι δύτες περνούν στις δημόσιες πομπές θεόγυμνοι, φωνάζοντας «Ω καταδύτη όλων, Ω χορηγέ όλων!»
(109) Οι διασώστες πλοίων (γκιούνμπασι) είναι 500 άνδρες, που δεν έχουν κανονικά καταστήματα, αλλά μένουν στον Γαλατά μαζί με τους καλαφάτες. Αν βυθιστεί ένα πλοίο, δουλειά τους είναι να φέρουν δύο πλοία δίπλα του και να το ανελκύσουν με τη βοήθεια δυτών και μηχανών. Είναι υπέροχο έργο. Προστάτης τους είναι ο Σαναλλάχ από την Κόρδοβα, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Είναι θαμμένος στην Ανδαλουσία. Περνούν οπλισμένοι με μεγάλα κοντάρια και πασσάλους, γυρνώντας τις ρόδες των μηχανών τους και φωνάζοντας, «Θεέ μου, κάνε το εύκολο!»
(110) Οι κερδοσκόποι στο σιτάρι και το κριθάρι (ναβλουντζιγιάν μπουγντάι βε σαΐρ) είναι 1.005 άνδρες, με 400 καταστήματα. Είναι η καταστροφή των πλοιοκτητών, γιατί αγοράζοντας σιτάρι όταν είναι φτηνό και κρατώντας το σε αποθήκες, το πωλούν την εποχή της σπανιότητας σε εξωφρενικές τιμές. Είναι κακή ομάδα τοκογλύφων, καταλύουν ως επί το πλείστον στην Αγορά Αλευριού και στο Μισρ-ισκελεσί [προβλήτα Αιγύπτου] και είναι βάναυσοι, αναίσθητοι Τούρκοι από την Καραμανία. Θα έπρεπε να βοηθούν αντί να καταστρέφουν τους πλοιοκτήτες. Περνούν μαζί τους στις δημόσιες πομπές, μετρώντας σιτάρι και κριθάρι και πετώντας το ανάμεσα στους θεατές, φωνάζοντας: «Την ευλογία σου, Κύριε!» «Ας κερδίσω από σένα, Θεέ μου!» Μπέρεκετ σέντεν για Μεβλά. Γάνιμετ σέντεν Γιαλλάχ!
(111) Οι έμποροι της Μαύρης Θάλασσας (μπαζιργάν Καραντενίζ). Έχουν τουλάχιστον 2.000 αποθήκες και δεν είναι λιγότεροι από 7.000 άτομα. Προστάτης τους είναι ο ίδιος ο Προφήτης, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και έμπορος και στρατιώτης του ονόματος του Θεού. Εμπορευόταν αγαθά της Χαντίτζα με τη Μπάσρα κοντά στη Δαμασκό και μοιραζόταν μαζί της τα κέρδη. Κάνουν επίδειξη των αγαθών και των εμπορευμάτων τους στις δημόσιες πομπές. Τους ακολουθούν οι ρέις ή καπετάνιοι, οι οποίοι περνούν οπλισμένοι πάνω σε αραβικά άλογα με την ενδυμασία των Αλγερινών. Μπροστά τους περπατούν οι μούτσοι και οι ναύτες, με τους λοστρόμους και τους κυρίους τους, κυλώντας πλοία, φωνάζοντας, «Έγια Μόλα», πυροβολώντας με όπλα και μουσκέτα, ανεμίζοντας σημαίες και σημαιάκια και σκίζοντας τον αέρα με τον θόρυβό τους. Πίσω τους έρχονται οκτώ μπάντες που παίζουν πλήρη μουσική. Οι συντεχνίες, που θεωρούνται ως βοηθοί (γιαμάκ) των ναυτικών είναι δεκαοκτώ.
Οι καπετάνιοι της Άσπρης Θάλασσας, όταν άκουσαν ότι μετά τους καπετάνιους της Μαύρης Θάλασσας, θα περνούσαν και οι χασάπηδες, συγκεντρώθηκαν και υπέβαλαν γενική αναφορά στον σουλτάνο Μουράτ Δ’, λέγοντας ότι είχαν ακούσει ότι οι χασάπηδες που έχυναν αίμα θα περνούσαν πριν από αυτούς, πράγμα που θα αποτελούσε την πλήρη καταστροφή τους και αιώνια ντροπή για αυτούς. «Οι αδελφοί μας», είπαν, «οι καπετάνιοι της Μαύρης Θάλασσας, που αναγνωρίζουν τον Νώε ως αρχαιότερό τους, μπορούν να βαδίσουν μπροστά από εμάς, σύμφωνα με την εντολή σας, αλλά εμείς, που κάνουμε την υπηρεσία της Μέκκας και της Μεδίνας, που πλουτίζουμε την πρωτεύουσα με τις προμήθειες της Αιγύπτου και μεταφέρουμε 70.000 προσκυνητές στον τόπο του προορισμού τους, γιατί να παραχωρήσουμε προτεραιότητα στους χασάπηδες;» Ο σουλτάνος Μουράτ, για να διορθώσει τη διαμάχη μεταξύ αυτών και των χασάπηδων, εξέδωσε τις εντολές του με τους παρακάτω όρους: «Πράγματι, εκτός από το ότι εφοδιάζουν την πρωτεύουσα με προμήθειες, έχουν πάρει και τον Νώε για προστάτη τους. Είναι αξιοσέβαστη τάξη ανθρώπων, που πολεμούν με τους τρόπους του Θεού εναντίον των απίστων και είναι καταρτισμένοι σε πολλές επιστήμες. Ας περάσουν κι αυτοί με μεγάλη επισημότητα και ύστερα ακολουθούν οι χασάπηδες». Με αυτή την έννοια εκδόθηκε το χάτι-σερίφ, που ρύθμιζε τη σειρά των καπετάνιων της Μεσογείου και των χασάπηδων.
Ως προς την κατάταξη και το προβάδισμα στις δημόσιες πομπές, διαφορετική αρχή ορίζεται για τις κοινές στρατιωτικές πομπές, από εκείνη των συντεχνιών όταν κινείται το αυτοκρατορικό στρατόπεδο. Η σειρά στην πρώτη περίπτωση ρυθμίζεται από τον κανόνα: «Αυτός είναι ο κανόνας των παλαιών, ότι οι δούλοι ακολουθούνται από τον κύριο». Αυτές τις πομπές, επομένως, τις ανοίγουν τα ελαφρά στρατεύματα, ύστερα από τα οποία έρχονται οι μπεγκ, οι βεζίρηδες και οι σερίφ και ύστερα ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Αλλά στην πορεία της μετακίνησης του στρατοπέδου συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί τότε βαδίζουν πρώτοι οι ουλεμάδες, οι μουλάδες, οι δικαστές του στρατοπέδου, οι γιατροί, οι αρτοποιοί, η ιερή καμήλα και οι ναυτικοί ως ανήκοντες στους αρτοποιούς, ακολουθούμενοι από τις κατώτερες συντεχνίες. Έτσι διαφωνούν πάντοτε για τη σειρά, η οποία καθορίζεται με διατάγματα του αυτοκράτορα.
Η Όγδοη Ενότητα
Οι καπετάνιοι της Άσπρης Θάλασσας, που εμφανίζονται με την πιο υπέροχη μεγαλοπρέπεια από όλες τις άλλες συντεχνίες και ιδιαίτερα από εκείνη των χασάπηδων, που είχαν ανταγωνιστεί μαζί τους για το προβάδισμα.
(112) Οι καπετάνιοι στις καραβέλες, τις γαλέρες και άλλα πλοία, έχοντας ρίξει από αυτά τριπλό χαιρετιστήριο κανονιοβολισμό στο ακρωτήριο του σεράι (Σεράι Μπουρνού), ξεχύνουν όλους τους άνδρες τους στην ακτή, όπου τοποθετούν πάνω σε εξέδρες μερικές εκατοντάδες μικρές βάρκες και τις τραβούν με παλαμάρια φωνάζοντας «Έγια Μόλα». Σε αυτές τις βάρκες φαίνονται οι ωραιότεροι μούτσοι, ντυμένοι στα χρυσά, να προσφέρουν υπηρεσία στους κυρίους τους, που τους φέρονται χωρίς τον κατάλληλο σεβασμό με το ποτό. Μουσική παίζεται από όλες τις πλευρές, τα κατάρτια και τα κουπιά είναι στολισμένα με μαργαριτάρια και πετράδια, τα πανιά είναι από πλούσια υλικά και κεντημένη μουσελίνα. Στην κορυφή των καταρτιών βρίσκονται καναδυό αγόρια που σφυρίζουν μελωδίες της Σιλίστριας και φωνάζουν αλά γουέρε (πάρε και δώσε). Υπάρχουν οκτώ χιλιάδες ταρ (ντάις) του Αλγεριού οπλισμένοι με μουσκέτα, φορώντας κόκκινα σκουφάκια και ασχολούμενοι με τις διάφορες λειτουργίες τους ως κατασκευαστές ιστίων, σχοινοποιοί, προμηθευτές κλπ., που φωνάζουν «Τίρα Μόλα», «Φόρτσα Πότζα», «Ντάνα Φούγκα» και διάφορα άλλα λόγια της αργκό των ναυτικών, τα οποία προφέρουν προς τιμή του Θεού. Έτσι προχωρούν προς το Αλάι-κιόσκ, φτάνοντας στο οποίο, συναντούν πέντε ή δέκα πλοία των Απίστων, με τα οποία εμπλέκονται σε ναυμαχία παρουσία του αυτοκράτορα. Οι άπιστοι ανακοινώνουν την πρόθεση να καταστρέψουν τα πλοία τους, αλλά οι μουσουλμάνοι φωνάζουν ότι θα τα καταλάβουν όλα. Έτσι αναπαρίσταται η επίδειξη ενός μεγάλου αγώνα, με τον βρυχηθμό των κανονιών και με τον καπνό να σκεπάζει τον ουρανό. Τελικά οι μουσουλμάνοι αναδεικνύονται νικητές, απλώνονται πάνω στα πλοία των Απίστων, αρπάζουν λάφυρα και κυνηγούν τα ωραία αγόρια των Φράγκων, παίρνοντάς τα από τους γέρους γενειοφόρους άπιστους, τους οποίους αλυσοδένουν, αναποδογυρίζουν τους σταυρούς των σημαιών τους, σέρνοντάς τους προς την πρύμνη των πλοίων, που ρυμουλκούν εκείνα που πάρθηκαν, κάτω από τη γενική μωαμεθανική κραυγή «Αλλάχ! Αλλάχ!» Η τουρκική μουσική των νικητών αναμειγνύεται με τους μελαγχολικούς ήχους των φράγκικων αυλών και οργάνων. Μερικές χιλιάδες Λεβνίντ σέρνονται κατά μήκος των πλοίων με τη συνηθισμένη κραυγή «Έγια Μόλα» και ακολουθούνται από όλους τους καπετάνιους, που δεν είναι λιγότεροι από τρεις χιλιάδες, με τους άνδρες των πλοίων τους, χιλίων γαλερών, εξακοσίων φορτηγίδων και δύο χιλιάδων τσάικ και καραμουρσάλ, να ανέρχονται σε είκοσι χιλιάδες. Ποτέ πριν από την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’ δεν είχε δει κανείς τόσο λαμπρή ένωση ναυτικών. Προστάτης αυτών των καπετάνιων της Άσπρης Θάλασσας είναι επίσης ο Νώε και στην εποχή του Προφήτη ο Αμπούλ-μοχάν Ομάνι. Οι 3.000 προαναφερθέντες καπετάνιοι είναι έφιπποι, προχωρούν δύο-δύο, ενώ οι μούτσοι τους βαδίζουν μπροστά τους παριστάνοντας τους σατίρ, με πρόσφατα κομμένα νομίσματα στα χέρια τους, μερικοί οπλισμένοι με μαυριτανικά μουσκέτα, άλλοι με πελεκηφόρα δόρατα. Μπροστά από τους καπετάνιους περνούν οι κεντημένες σημαίες των πλοίων και χρυσά φανάρια πλοίων, ενώ οι ίδιοι είναι ντυμένοι με γούνινα πανωφόρια από σαμούρι και άλλα πολύτιμα υλικά. Όταν, στο κλείσιμο ολόκληρου του συρμού, φτάνει η ακολουθία του Καραμανλή Αλή Μπέγκ, όλα τα μάτια θαμπώνουν από τη μεγαλοπρέπεια των ενδυμάτων και όπλων του, στολισμένων με πετράδια. Περνούν οι άνδρες και τα αγόρια του, οι πρώτοι με μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα, τα δεύτερα όλα ντυμένα στο χρυσάφι. Έπειτα έρχεται ο ίδιος ο Αλή καπουδάν, περιτριγυρισμένος από τους σατίρ, τους ματαρατζή και τους τουφενκτζή του (αγγελιοφόρους, φιαλοφόρους και τυφεκιοφόρους), με το μουγιεβέζε στο κεφάλι του και φορώντας γούνινο παλτό από σαμούρι. Ο Καραμανλή Αλή Πασάς είναι διοικητής όλων των καπετάνιων του Αρχιπελάγους. Λαμβάνει από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο ένα φανάρι, δύο ουρές, τύμπανο και λάβαρο και τη θέση του κυβερνήτη της Ρόδου. Ως κυβερνήτης της Ρόδου διοικεί τον στόλο επτακοσίων πλοίων γεμάτων προσκυνητές, τους οποίους μεταφέρει κάθε χρόνο στην Αίγυπτο. Την άνοιξη σηκώνει άγκυρα από το Μπεσίκτας την ημέρα του Χιζρ (24 Απριλίου) και ύστερα αποπλέει το ένα πλοίο μετά το άλλο σαν το πέταγμα των γερανών και χαιρετίζει το ακρωτήριο του σεράι με σαράντα έως πενήντα βολές που εκτοξεύονται από κάθε πλοίο καθώς περνάει, με όλους τους ναύτες να φωνάζουν: «Θεέ μου, κάνε το ταξίδι εύκολο!» Επιστρέφοντας από την Αίγυπτο, ο στόλος φέρνει ρύζι, φακές, κάνναβη, ζάχαρη, χέννα και διάφορα τρόφιμα και ποτά, καθώς και πολλές εκατοντάδες μαύρους σκλάβους από την Αβησσυνία, τους οποίους ο Καραμανλή Πασάς δωρίζει στον αυτοκράτορα. Η ακολουθία του στη δημόσια πομπή, καθώς και εκείνη του αρχηγού των φουρναραίων, είναι η πιο λαμπρή από όλες. Την ακολουθεί μεγάλος αριθμός υπέροχων αγοριών, οι υπηρέτες του και οκταμελής οθωμανική μπάντα. Είναι υπέροχη επίδειξη γενναίων ανδρών. Οι συντεχνίες των γιαμάκ ή βοηθών των καπετάνιων της Άσπρης Θάλασσας είναι οι εξής.
(113) Οι μαραγκοί, ναυπηγοί της Άσπρης Θάλασσας (μαρανκοζάνι Ακ-ντενίζ), των οποίων προστάτης ήταν ο Νώε από τα παλιά, αλλά στην εποχή του Προφήτη ο Αμέρ Νεβάτι. Τα καταστήματά τους είναι στον Γαλατά, στις στοές (λόντζα).
(114) Οι κατασκευαστές καϊκιών και βαρκών χωρίς καρίνα (περεμέ βε καγίκ μαρανκοζλαρί) είναι 700 άνδρες.
(115) Οι άνδρες στις μαούνες (είδος φορτηγίδων) (μαβουνατζιγιάν) είναι 700, που κυλούν μαούνες.
(116) Οι βαρκάρηδες (καϊκτζιγιάν) είναι 7.000 άνδρες, με 2.000 καΐκια, οι οποίοι επίσης κυλούν τα καΐκια τους στολισμένα με στολίδια.
(117) Οι άνδρες των βαρκών χωρίς καρίνα (περεμετζιγιάν). Υπάρχουν 4.613 τέτοιες βάρκες, που επανδρώνονται από 8.000 άνδρες. Στολίζουν τις βάρκες τους με λουλούδια.
(118) Οι άνδρες των σκαφών που λέγονται τσιρνίκ (τσιρνικτζιγιάν). Αν έπρεπε να περιγράψουμε τις μικρές λεπτομέρειες όλων των συντεχνιών που μόλις τώρα αναφέρθηκαν, ένα βιβλίο δεν θα αρκούσε. Οι άνδρες περνούν όλοι φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι».
Αφήγηση της διαμάχης των χασάπηδων και της εχθρότητας των εμπόρων διαφόρων ειδών
Αφού δόθηκε η εντολή του αυτοκράτορα ότι αμέσως μετά τους καπετάνιους της Άσπρης Θάλασσας θα ακολουθούσαν οι χασάπηδες, όλοι οι μεγάλοι Αιγύπτιοι έμποροι ρυζιού και κάνναβης, καφέ και ζάχαρης, συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να διαφωνούν με τους χασάπηδες. Τελικά πήγαν ενώπιον του αυτοκράτορα, όπου έκαναν την εξής ομιλία: «Ευγενέστατε αυτοκράτορα! Τα πλοία μας μεταφέρουν ρύζι, φακές, καφέ και ζάχαρη, από την Αίγυπτο στην Ισλαμπόλ. Οι καπετάνιοι δεν μπορούν χωρίς εμάς και εμείς δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτούς. Πώς μπορούν αυτοί οι αιματοκυλιστές χασάπηδες να παρεισφρήσουν ανάμεσα σε αυτούς και εμάς; Η αιματοχυσία των χασάπηδων έχει γίνει πολλές φορές αιτία της πανούκλας και για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, τα καταστήματά τους έχουν περιοριστεί σε συγκεκριμένο μέρος έξω από την πόλη. Αποτελούν σύνολο κακών ανθρώπων, που ασχολούνται με το αίμα, αλλά εμείς προσφέρουμε πάντοτε στην πρωτεύουσα προμήθειες σιτηρών και οσπρίων». Οι χασάπηδες ήσαν έτοιμοι να απαντήσουν και με το αίμα που συνήθιζαν να χύνουν να έχει ανέβει στα μάτια τους, είπαν: «Ελεήμονα Κύριε! Προστάτης μας είναι ο χασάπης Τζομέρντ και ασχολία και φροντίδα μας είναι το πρόβατο, ένα ζώο, το οποίο ήταν ανά πάσα στιγμή αντικείμενο της ιδιαίτερης ευσπλαχνίας του Θεού, έχοντας ξεχωριστεί ως τροφή για τον δούλο του, τον άνθρωπο. Η πρόταση που ορίζει ότι το κρέας και η σάρκα είναι τα δύο πρώτα από όλα τα αγαθά είναι γνωστή. Ένας φτωχός άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει με λίγη σάρκα πέντε ή έξι ημέρες. Είναι γνωστό ότι πλουτίζουμε την πρωτεύουσα με το νόμιμο κέρδος μας, ενώ αυτοί οι έμποροι αποτελούν ένα σύνολο τοκογλύφων, για τους οποίους ο Θεός μίλησε στο Κοράνι, λέγοντας: ”Ο Θεός κηρύσσει την πώληση νόμιμη, αλλά την τοκογλυφία απαγορευμένη”.109 Φέρνουν σιτηρά και άλλες προμήθειες από την Αίγυπτο, αλλά τα συσσωρεύουν στα αποθήκες τους για να προκαλέσουν τεχνητό λιμό και να αποκομίσουν παράνομο κέρδος. Οι Οθωμανοί δεν θέλουν το ρύζι τους της Αιγύπτου. Ρύζι έρχεται επίσης από τη Φιλιππούπολη και το Μπεγκμπαζάρι και άλλα μέρη. Ούτε οι κάτοικοι του Ρουμ έχουν ανάγκη από αιγυπτιακή κάνναβη, γιατί στο Ρουμ κάνναβη παράγεται στο Μοναστήρι, στην Κολουρούνια [;], στο Σιρφτζέ [Σέρβια], στα Τίρχαλε [Τρίκαλα] και στην Ανατολία σε πολλές χιλιάδες μέρη, ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα, όπου τα λινά και τα πουκάμισα είναι φθηνά και καλοδουλεμένα, ώστε το πουκάμισο ενός βεδουΐνου να μην κοστίζει πάνω από είκοσι ντιράμ. Τι θέλουμε λοιπόν την κάνναβή τους, η οποία άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές η αιτία πυρκαγιών στην Ισλαμπόλ; Όσον αφορά τις φακές, υπάρχει τεράστια ποσότητα από αυτές στο Ρουμ και την Ανατολία και όσον αφορά την αιγυπτιακή ζάχαρη, απαντάμε ότι ο Θεός στο Κοράνι δεν πλέκει το εγκώμιο της ζάχαρης αλλά του μελιού, την αγνότητα του οποίου επαινεί.110 Το μέλι της Αθήνας, της Βαλεντίας και της Μολδαβίας, είναι διάσημο, καθένα από τα οποία έχει εβδομήντα ιδιαίτερες ιδιότητες, ενώ αν η μεγαλειότητά σας επιθυμεί ζάχαρη, πολλές χιλιάδες καντάρια από αυτήν παράγονται στην Αλάγια, την Αντάλυα, τα Άδανα, τη Σελέφκε, την Ταρσούς, την Παγιάς, την Αντάκυα, το Χαλέπι, τη Σαΐντα, τη Δαμασκό, τη Βηρυτό και την Τρίπολη. Τι θέλουμε, λοιπόν, την αιγυπτιακή ζάχαρη; Και όσο για τον καφέ, είναι καινοτομία που περιορίζει τον ύπνο και τη γενετήσια δύναμη στον άνθρωπο. Τα καφενεία είναι εστίες σύγχυσης. Ο καφές έχει κηρυχθεί παράνομος από τον νόμο στις μεγάλες συλλογές φετβάδων, που ονομάζονται Μπεζάζιε και Τάρταρ-χάνιε, όπου κάθε πράγμα που καίγεται χαρακτηρίζεται παράνομη τροφή. Αυτό συμβαίνει και με το καμένο ψωμί. Το σερμπέτι, το γάλα, το τσάι, το μπαντιάν, το σαλέπι και η κρέμα αμυγδάλου είναι όλα πιο υγιεινά από τον καφέ. Αν και η χέννα είναι νόμιμη βαφή για τα νύχια των γυναικών και τα γένια των ανδρών, μπορείς να τρίψεις τη ρίζα του λαβαντάν (λαύδανου) σε γουδί, η οποία, αν μετατραπεί σε πάστα, βάφει τα νύχια και τα γένια στο καλύτερο ρουμπινί χρώμα, σκοτώνει τα παράσιτα στο σώμα και στα μαλλιά, τα οποία καθαρίζει από τη σκόνη. Δεν υπάρχει, επομένως, ανάγκη για χέννα». Αφού λοιδόρησαν έτσι οι χασάπηδες τα αγαθά και τα προϊόντα που προέρχονταν από την Αίγυπτο, οι Αιγύπτιοι έμποροι απάντησαν με τον εξής τρόπο: «Το ρύζι μας είναι εκλεκτό και λευκό, ιδιαίτερα εκείνο του Μαουζαλέχ, της Νταμιέτα, του Φερεσκούρ και του Μπερμιάλ, που αν μαγειρευτεί με βούτυρο, αποπνέει άρωμα σαν μόσχος. Έχει παραχθεί από θαύμα του Προφήτη, πριν από την εποχή του οποίου δεν ήταν γνωστό ούτε το ρύζι, ούτε το ροδόνερο, ούτε οι μπανάνες, ούτε τα τζίτζιφα. Όσο για τις φακές, είναι γνωστό από την παράδοση ότι θα φυτρώσουν στον παράδεισο. Εκείνες που ποτίζονται με το νερό του Νείλου έχουν περισσότερη γεύση και είναι μεγαλύτερου μεγέθους από τις φακές της Ρούμελης. Είναι αδύνατο να βρεθεί πουθενά χέννα καλύτερη από ό,τι στην Αίγυπτο. Η χρήση της καθαγιάζεται από τη Σούννα ή τις πράξεις του Προφήτη και δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό. Όσο για τη ζάχαρη και την κάνναβη, πιστεύουμε ότι το Ρουμ δεν τις χρειάζεται, επειδή η ζάχαρη που έρχεται από το Φρενγκιστάν είναι πιο εκλεπτυσμένη. Αλλά πείτε τώρα, χασάπηδες! Ποιο είναι το κέρδος στο αυτοκρατορικό ταμείο από τις συναλλαγές σας; Εμείς δίνουμε ετησίως στο τελωνείο, από τα φορτία του στόλου μας που προέρχονται από την Αίγυπτο, όχι λιγότερα από έντεκα χιλιάδες πουγγιά. Αν η μεγαλειότητά σας στρέψει την προσοχή της στις δίκαιες αξιώσεις μας, το προβάδισμα απέναντι στους χασάπηδες στις δημόσιες εισόδους πρέπει να αποφασιστεί προς όφελός μας». Όταν οι έμποροι τελείωσαν την ομιλία τους, ο μουφτής Γιαχιά Εφέντης και ο μουλάς Αχμέτ Εφέντης διάβασαν το απόσπασμα της παράδοσης: «Ο καλύτερος άνθρωπος είναι εκείνος που είναι χρήσιμος στην ανθρωπότητα». Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας έφτιαξε αυτοκρατορική διάταγμα, με το οποίο αποφασίστηκε το προβάδισμα των εμπόρων απέναντι στους χασάπηδες, προς μεγάλη χαρά των πρώτων, οι οποίοι, πηδώντας από χαρά, πέρασαν αμέσως μετά τους καπετάνιους της Άσπρης Θάλασσας.
Ενάτη Ενότητα
Ο αριθμός των αποθηκών των Αιγυπτίων εμπόρων και άλλων εμπόρων του Αρχιπελάγους την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’ ανερχόταν σε 6.000 και των εμπόρων συνολικά σε 10.000. Ο μεγάλος έμπορος Χατζή Κασίμ, ο οποίος, τη χρονιά της εκστρατείας κατά του Χότιν, έκλεισε επτά από τις αποθήκες του με μολυβένια μπουλόνια, λέγεται ότι άξιζε 50.000 πουγγιά. Υπάρχει μεγάλος αριθμός πλούσιων εμπόρων που έχουν εμπορικές εγκαταστάσεις στην Ινδία, την Αραβία, την Περσία, την Υεμένη και το Φρενγκιστάν. Περπατούν όλοι ντυμένοι με πανωφόρια από σαμούρι, ακολουθούμενοι από σαράντα έως πενήντα υπηρέτες. Στη δημόσια πομπή οι υπηρέτες τους στολίζουν τα καταστήματά τους με πετράδια και ραντίζουν τους θεατές με ροδόνερο από γκιουλαμπντάν (βάζα ροδόνερου). Καίνε επίσης μόσχο και αμπέρι σε μπουχουρντάν (θυμιατήρια) που είναι στολισμένα με πετράδια, ώστε να αρωματιστούν όλοι οι θεατές. Οι ίδιοι οι έμποροι ακολουθούν δύο-δύο με πανάκριβα φορέματα, σαν βεζίρηδες. Παλιός προστάτης τους ήταν ο Χαντ και μετά ο ίδιος ο Προφήτης, ο οποίος συνέχιζε για τη Χαντίτζα το εμπόριο προς τη Μπάσρα, κοντά στη Δαμασκό και μοίραζε το κέρδος του εμπορίου του μεταξύ της Χαντίτζα και της μητέρας του. Έχει αφήσει το ρητό: «Όποιος κερδίζει, είναι ευνοούμενος του Θεού».
(119) Οι έμποροι ρυζιού (μπαζεργκάνι πιριντζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 40 καταστήματα και φημίζονται για τον μεγάλο αριθμό των ωραίων αγοριών, των υπηρετών τους. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Σαφουάν, που έφερνε πάντοτε ρύζι από την Ινδία ως δώρο στον Προφήτη και πωλούσε το υπόλοιπο. Τον έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στην Ινδία, αλλά δεν τον επισκέφτηκα. Περνούν μετρώντας ρύζι, πετώντας το στους θεατές και φωνάζοντας Για γαντ, «Ω Πανεπάρκιε!»
(120) Οι έμποροι φακής (ατζεστζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 70 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χατέμ Αντάσι, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά στην Ούρφα, στην άκρη της τάφρου της Χαρράν. Περνούν, πετώντας φακές στους φτωχούς από τα κάρρα τους.
(121) Οι έμποροι χέννας (χινατζιγιάν) είναι 55 άνδρες με 15 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ιμάμ Ατάρ, από το Μπελμπέις. Ήταν μαθητής του Ινς Μπεν Μάλεκ. Ασχολούνται στα καταστήματά τους με τη δημιουργία πακέτων χέννας ή κένα, μερικά από τα οποία μοιράζουν στους θεατές.
(122) Οι έμποροι ψάθας (χασιρτζιγιάνι Μισίρ) είναι 45 άνδρες με 20 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Σολομών. Ο τάφος του δεύτερου προστάτη τους, ο οποίος έζησε την εποχή του Προφήτη και τον έζωσε ο Σελμάν Πακ, βρίσκεται στην Υεμένη. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη ψάθας και περνούν, όπως οι προηγούμενες συντεχνίες, όλοι ντυμένοι με πανοπλίες.
(123) Οι έμποροι λινών (κεταντζιγιάν) είναι 208 άνδρες με 105 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο γέρος Πέρσης βασιλιάς Χουσένγκ, ο οποίος φύτεψε πρώτος τον σπόρο του βαμβακιού και τον πότισε με τα ούρα του και από αυτή την ενέργεια παρήχθη η κάνναβη, η οποία έχει ακόμη και τώρα τη μυρωδιά των ούρων. Στην εποχή του Προφήτη, η Χαντίτζα ήταν προστάτης αυτής της εταιρείας, η οποία, έχοντας γίνει σύζυγος του Προφήτη, είχε ζωστεί από αυτόν και από τότε προστάτευε όλους τους φυτευτές κάνναβης και τους εμπόρους νήματος. Η κάνναβη που είναι γνωστή με το όνομα Χαντίτζα κετανλιγί φυτρώνει μόνη της στην κοιλάδα της Φατίμα, αλλά επειδή το προϊόν της αποκτάται με μεγάλη δυσκολία, οι κάτοικοι της Μέκκας έχουν ανάγκη από αιγυπτιακό λινό και στα καταστήματα των εμπόρων λινών ειδών της Μέκκας βρίσκεις κάθε είδος του.
(124) Οι έμποροι ζάχαρης και γλυκού (σεκερτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 70 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χουσεΐν Μπεν Νοσάιρ, ο τάφος του οποίου βρίσκεται στη Μπάσρα. Έτσι τα γλυκά της Βασόρας υπερτερούν εκείνων όλων των άλλων τόπων. Παρέλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν Πακ παρουσία του Αλή. Περνούν στην πομπή, στολίζοντας τα καταστήματά τους με κάθε λογής γλυκά.
(125) Οι έμποροι των σερμπετιών μόσχου (εσριμπέι μουμεσέκ) είναι 100 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χαλουαγί Ομάρ. Περνούν εκθέτοντας σε κοινή θέα σε βάζα πορσελάνης και κανάτες κάθε είδους σερμπέτι φτιαγμένο από ραβέντι, αμπέρι, τριαντάφυλλα, λεμόνια, ταμάρινδους κ.λπ. διαφορετικών χρωμάτων και αρωμάτων, τα οποία μοιράζουν στους θεατές.
(126) Οι έμποροι του καφέ (καχβετζιάν) είναι 300 άνδρες με 200 καταστήματα. Είναι σπουδαίοι και πλούσιοι έμποροι, τους οποίους προστατεύει Ο σεΐχης Σαντελί, τον οποίο έζωσε ο Βάις-ουλ-κάρνι με την άδεια του Προφήτη. Ο Σαντελί ήταν υπηρέτης του Βάις-ουλ-κάρνι στην Υεμένη, όπου και είναι θαμμένος. Ο Βάις-ουλ-κάρνι έδεσε τη ζώνη τουλάχιστον εβδομήντα ατόμων, τα οποία θα αναφερθούν όλα στη θέση τους. Αυτοί οι έμποροι περνούν μετρώντας τον καφέ τους και φωνάζοντας: «Αυτό το δίνω για χίλια και αυτό για εκατό γρόσια». Τους ακολουθούν ο σαχ μπεντέρ (πρόκριτος των εμπόρων) ο μπαζιργκάν-μπασης (επικεφαλής των εμπόρων) και ο διευθυντής της κίμπλα (εχλί κίμπλα), τρία άτομα που ανήκουν στη συντεχνία των εμπόρων, για τα οποία πρόκειται να μιλήσουμε χωριστά.
Ο σαχ μπεντέρ δεν έχει ιδιαίτερο κατάστημα, αλλά στεγάζεται στην Αίθουσα Μελιού. Πρότυπό του είναι ο Άμρου Ιμπν-ουλ-Ας, ο οποίος είναι θαμμένος στη νότια πλευρά του Καΐρου, κοντά στον ιμάμη Σαφί. Γνωρίζει όλες τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια και είναι πλούσιος πλούσιος, που έχει μεγάλη εξουσία πάνω σε όλους τους εμπόρους. Ο μπαζιργκάν-μπασης ή επικεφαλής των εμπόρων, αναγνωρίζει ως πρότυπό του τον Αμπούλ-χούρ της Υεμένης, ζωσμένο από τον Βάις-ουλ-κάρνι, που πέθανε, δηλητηριασμένος για τα πλούτη του, στη Μέκκα, όπου βρίσκεται θαμμένος. Ο διευθυντής της κίμπλα, που κατοικεί στο παλιό μπεζεστάν, είναι επίσης άνθρωπος με μεγάλη εξουσία επί των εμπόρων. Ζώστηκε από τον Σελμάν και είναι θαμμένος δεν ξέρω πού. Καθένας από αυτούς τους τρεις μεγάλους αξιωματούχους συνοδεύεται από ακολουθία τριακοσίων ενόπλων και μερικούς πλούσιους εμπόρους, που βαδίζουν μπροστά από τα άλογά τους. Ακολουθούν αγόρια πλούσια ντυμένα, πίσω από τα οποία έρχεται η οκταμελής τουρκική μουσική.
Η Δέκατη Ενότητα
(127) Οι χασάπηδες (κασαμπάν), από τους οποίους σε ολόκληρη τη δικαιοδοσία της Ισλαμπόλ υπάρχουν 1.700 με 999 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Κασάμπ Τζομερντάν, τον οποίο έζωσε ο Αλή παρουσία του Προφήτη και είναι θαμμένος στη Βαγδάτη. Είναι σχεδόν όλοι γενίτσαροι. Περνούν ντυμένοι με πανοπλίες πάνω σε κάρρα, εκθέτοντας σε κοινή θέα στα καταστήματά τους, στολισμένα με πλούσια είδη και λουλούδια, χοντρά πρόβατα της Καραμανίας, που ζυγίζουν από σαράντα έως πενήντα οκάδες και πρόβατα προερχόμενα από Μιχαλίτς, Οσμαντζίκ, Μπούρσα και Κίλια στη Μαύρη Θάλασσα. Χαράζουν πάνω στη λευκή τους σάρκα μορφές με σαφράν, χρυσώνουν τα κέρατά τους, τα κόβουν με τα μεγάλα τους μαχαίρια (σατούρ) και ζυγίζοντάς τα σε κίτρινες ζυγαριές, φωνάζουν: «Πάρε την οκά για ένα άσπρο. Πάρε την, ψυχή μου. Είναι εξαιρετικό ψητό». Λέγοντας έτσι, παρελαύνουν με τα μεγάλα μαχαίρια και τις πετσέτες τους, περνώντας πεζοί στην πομπή.
(128) Οι άνδρες των σάλ-χανε, των τόπων όπου σφάζονται τα ζώα (σαλχανετζιγιάν), είναι 1.000 σε 200 σφαγεία. Προστάτης τους είναι ο Αβραάμ, επειδή, όταν επρόκειτο να θυσιάσει τον γιο του Ισμαήλ [Ισαάκ], ο Θεός έστειλε ένα κριάρι, το οποίο σκότωσε στη θέση του Ισμαήλ. Σε ανάμνηση του οποίου ο Προφήτης καθιέρωσε τη γιορτή της θυσίας που ονομάζεται Ιντί-ασα (μικρό Μπαϊράμ). Ο Κασάμπ Τζομερντάν, που αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι ο προστάτης όσων πουλάνε πρόβατα ήδη σφαγμένα και ο Αβραάμ εκείνων που τα σφάζουν. Μερικοί κατονομάζουν, αντί για τον δεύτερο, τον Χαλίμ, γιο του Τζεζάρ, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο ίδιος σκοτώθηκε σαν πρόβατο, όταν κοιμόταν, από την άπιστη γυναίκα του και θάφτηκε στο Άντεν. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη φύλλων και περνούν καψαλίζοντας και γδέρνοντας πρόβατα. Φορούν στις ζώνες τους μεγάλα ασημένια χασαπομάχαιρα και έχουν στα χέρια τους μεγάλα σχοινιά, παρελαύνοντας με τις γδαρμένες προβιές των προβάτων.
(129) Οι χασάπηδες του βοείου κρέατος (κασαμπάνι-σιγίρ), είναι 200 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστατεύονται από τον Σοφιάν Τουρί, ζωσμένο από τον Αλή και θαμμένο στη Μέκκα. Περνούν πάνω σε κάρρα, απλώνοντας το κρέας από παχιά βόδια.
(130) Οι χασάπηδες των Εβραίων (κασαμπάνι-γεχουντάν) είναι 200 άνδρες με 55 καταστήματα και σφάζουν κρέας για τους καταραμένους Εβραίους, που δεν αγγίζουν κρέας που έχουν σφάξει χασάπηδες άλλου δόγματος. Δεν έχουν προστάτη, αλλά παρ’ όλα αυτά στολίζουν τα καταστήματά τους με τον πιο λαμπρό τρόπο από όλους τους άλλους χασάπηδες.
(131) Οι φύλακες των κοπαδιών προβάτων (μαντιρατζιγιάν). Υπάρχουν όχι λιγότερες από 2.000 μάντρα στην περιοχή της Ισλαμπόλ και του Λεβεντ-τσιφτλίκ, σε καθεμία από τις οποίες υπάρχουν εβδομήντα έως ογδόντα πρόβατα, με σαράντα έως πενήντα έξυπνα αγόρια της μάντρα που περνούν οπλισμένα.
(132) Οι εργάτες των αγροκτημάτων (τσιφτλικάνι αγιάνι ντεβλέτ). Οι μεγάλοι άνδρες της Ισλαμπόλ διαθέτουν στα περίχωρά της 1.060 αγροκτήματα (τσιφτλίκ), καθένα από τα οποία διαθέτει τουλάχιστον δέκα άνδρες απαραίτητους για την υπηρεσία.
(133) Οι φύλακες των τόπων ποτίσματος για τα ζώα (εγρεκτζιγιάν). Στην περιοχή της Ισλαμπόλ υπάρχουν 800 ποτίσματα (εγρέκ), όπου σταματούν ταύροι, πρόβατα και κατσίκια, σε καθένα από τα οποία βρίσκονται τουλάχιστον δέκα μικρά αγόρια ως υπηρέτες.
(134) Οι γαλατάδες (σαγιά τζελεμπάνι κογιούν). Γύρω από την Ισλαμπόλ υπάρχουν επτακόσια μέρη για άρμεγμα προβάτων, όπου απασχολούνται 5.000 νέοι.
(135) Οι άνδρες στις στάνες προβάτων (αγιλτζιγιάν). Στην Ισλαμπόλ υπάρχουν 2.000 αγίλ (στάνες προβάτων), που εγκαθίστανται έξι μήνες τον χρόνο στα βουνά και όπου εκτρέφονται πρόβατα. Μετά την ημέρα του Χιζρ (25 Απριλίου), με την τιμή των αρνιών καθορισμένη, αυτά τα αγίλ είναι πολλά μέρη απόλαυσης, όπου προμηθεύεται κανείς όλα τα είδη γαλακτοκομικών προϊόντων και τυριών. Στην υπηρεσία αυτών των 2.000 αγίλ βρίσκονται 4.000 ακμαίοι νέοι.
(136) Οι άνδρες των στάβλων βοδιών (τοκάτ τζελεμπάνι σιγίρ). Στην περιοχή της Ισλαμπόλ, από την πλευρά των υδραγωγείων μέχρι την Τοκούρα και τις μαύρες πέτρες (Καρατάς) και προς τα βουνά Ιστέρνιτζα, υπάρχουν χίλιοι στάβλοι βοδιών (τοκάτ), που είναι γεμάτοι με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες γελάδια κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, όταν πλησιάζει η ώρα να παστώσουν κρέας. Σε αυτούς τους στάβλους είναι αποσπασμένοι 5.000 οδηγοί, οι οποίοι περνούν επίσης οπλισμένοι στις δημόσιες πομπές. Αυτοί οι μαντρατζή, τσιφτλικτζή, σαγιατζή, αγιλτζή, τοκατζή και σουνττζή, είναι σκληρό και ανελέητο σύνολο ανθρώπων, που μερικές φορές, έξω από την Ισλαμπόλ, ληστεύουν και σκοτώνουν σκλάβους και σκλάβες. Μερικοί από αυτούς περνούν στη Μολδαβία και τη Βλαχία και στη χώρα των Κοζάκων τους άνδρες και τις γυναίκες που μπορούν να βρουν. Είναι καταραμένη φυλή Απίστων, που αναγνωρίζουν ως αρχηγό τους τον Μοντικούρμπ, στο μερίδιο του οποίου έπεφταν τα γελάδια που παίρνονταν από τον εχθρό σε όλες τις νίκες και που λέγεται ότι πρώτος ίδρυσε τα διάφορα είδη στάβλων και παραπηγμάτων που αναφέρονται με τα ονόματα μάντρα, αγίλ, τσιφτλίκ, σαγιά και τοκάτ, εφοδιασμένων με μικρά αγόρια. Ο Χάμζα, ο θείος του Προφήτη, έδεσε με την άδειά του τις ζώνες εβδομήντα ανδρών, ο πρώτος από τους οποίους ήταν ο Μοντικούρμπ, του οποίου ο τάφος δεν είναι γνωστός. Ήταν από τους πλουσιότερους συντρόφους του Προφήτη. Προστάτης των αγοριών όλων αυτών των εγκαταστάσεων εκτροφής και βοσκής βοοειδών είναι ο Νασρ Σετζά από τη Μπάσρα, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο τάφος του βρίσκεται στο Βαντί-ουλ-κέρα και τον επισκέπτονται προσκυνητές. Είναι θαμμένος εκεί, δίπλα στον μεγάλο δρόμο, κάτω από μικρό τρούλο.
(137) Οι βοσκοί (τσομπάν, ραϊγιάν) είναι 9.004 άνδρες. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Μωυσής και την εποχή του Προφήτη ο Αν Μπεν Σάντεκ, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ, που είναι θαμμένος στην Υεμένη.
(138) Οι γαλατάδες βουβαλιών (σουτζιγιάνι σεβρ), είναι 1.000 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σοφιάν Τουρί, που τον έζωσε ο Σελμάν και είναι θαμμένος στην άνω πόλη της Μέκκας. Αρμέγουν τις βουβάλες και περνούν φωνάζοντας: «Ποιος αγοράζει βουβαλίσιο γάλα;». Έχουν ωραία παχιά βοοειδή.
(139) Οι γαλατάδες πρόβειου γάλακτος (σουτζιγάνι γκάνεμ) είναι 800 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο Ιοθώρ είναι ο προστάτης τους και στην εποχή του Προφήτη ο Αμπντέρ Βεράντ Λεμπάνι, ζωσμένος από τον Χάμζ και θαμμένος στους πρόποδες του όρους Όχοντ. Περνούν αρμέγοντας αιγοπρόβατα.
(140) Οι τυροκόμοι (χαλουμιγιάν πεϊνιρτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 400 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αβραάμ, ο οποίος, όταν έμενε στο Χαλέπι, είχε μια λευκή αγελάδα, που ονομαζόταν Τουρές-σεχέμπ. Τότε έφτιαχνε κάθε λογής τυριά και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως βούτυρο, γιαούρτι, κρέμα γάλακτος και τυρί, με τα οποία κερνούσε τους καλεσμένους του. Από το όνομα αυτής της λευκής αγελάδας το Χαλέπι ονομάζεται μέχρι σήμερα Χαλέμπ-ες-σεχμπά. Χαλέμπ σημαίνει γάλα και σεχμπά λευκό, δηλαδή η πόλη όπου αρμεγόταν η λευκή αγελάδα. Το μέρος όπου ο Αβραάμ άρμεγε αυτή τη λευκή αγελάδα και μοίραζε το γάλα στους φτωχούς, φαίνεται μέσα στο τζαμί του εσωτερικού κάστρου, κάτω από το μινμπάρ. Είναι ένα πέτρινο σκεύος, το οποίο γέμιζε με γάλα και το οποίο γέμιζε πάντοτε μόνο του μέχρι το χείλος, με την ευλογία του Αβραάμ. Όταν ο Γκούρι ήταν σουλτάνος της Αιγύπτου και ο Κερτεμπάι κυβερνήτης του Χαλεπιού, μια πέτρα από αυτό το αγγείο γάλακτος υποχώρησε, το γάλα χυνόταν έξω από το εσωτερικό κάστρο, κάτω στην τάφρο και δεν σταμάτησε να χύνεται, μέχρι την κατάκτηση του κάστρου από τον σουλτάνο Σελήμ. Την εποχή του Προφήτη προστάτης των τυροκόμων ήταν ο Ζέιντ Καϊσαρί, ζωσμένος από τον Ινς Μπεν Μάλεκ.
(141) Οι έμποροι κρέμας (καϊμακτζιγιάν), 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Οι προστάτες τους, όπως και των προηγούμενων, είναι ο Αβραάμ και ο Ζέιντ Καϊσαρί. Απλώνουν πάνω στην κρέμα τους μυρωδάτα βότανα και περνούν μοιράζοντάς την στους θεατές.
(142) Οι έμποροι βουτύρου (τερεγιαγτζιγιάν), είναι 80 άνδρες. Δεν έχουν ιδιαίτερα καταστήματα, αλλά είναι ως επί το πλείστον Εβραίοι, που περνούν χωρίς όπλα με τα πιάτα τους.
(143) Οι έμποροι γιαουρτιού (κάρχανε-ι γιογουρτζούμπασι). Η εγκατάσταση του γιαουρτιού βρίσκεται κάτω από το τζαμί του σουλτάνου Αχμέτ, στον δρόμο προς την πύλη Τσατλαντί-καπί. Ανήκει στον αυτοκράτορα. Οι ιδιωτικές εγκαταστάσεις αυτού του είδους ανέρχονται σε εκατό. Το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκεται στο Εγιούπ, όπου την τρίτη ημέρα του Μπαϊράμ συγκεντρώνονται πολλές χιλιάδες άνθρωποι, για να φάνε καϊμάκ και γιαούρτι. Τέτοιο εξαιρετικό γιαούρτι μπορεί μόνο να βρεθεί αλλού στις Άλπεις του Μπινγκιόλ (τις χίλιες λίμνες). Ορισμένοι λένε ότι οφείλει τη γεύση του στην ευλογία του Εγιούπ. Υπάρχουν επίσης πολλά άλλα μέρη στην Ισλαμπόλ και στα προάστιά της, διάσημα για το καϊμάκ [κρέμα] και το γιαούρτι. Οι προστάτες τους είναι ο Αβραάμ και ο Ζέιντ Καϊσαρί.
(144) Οι έμποροι του τυριού που ονομάζονταν τελεμέ (τελεμέ πεϊνιρτζιγιάν). Δεν έχουν κανονικά καταστήματα και είναι ως επί το πλείστον Αλβανοί, που γεμίζουν άσπρες σακούλες με αυτό το είδος τυριού, τις οποίες κουβαλάνε στους ώμους τους φωνάζοντας «τελεμέ-πενίρ». Είναι τόσο φρέσκο και γλυκό τυρί, που αν το ανακατέψουν με μέλι και το βάλουν πάνω σε ψωμί, μπορεί κανείς να το τρώει, ένας Θεός ξέρει, μέχρι να πεθάνει. Όλες αυτές οι εταιρείες θεωρούνται γιαμάκ ή βοηθοί των χασάπηδων, επειδή η επιχείρησή τους προέρχεται από ζώα.
(145) Οι κηροποιοί στέατος [ζωικού λίπους] (μουμτζουγιάν ρεβγκάν), είναι 5.501 άνδρες, με πενήντα καταστήματα. Είναι γιαμάκ ή βοηθοί των κρεοπωλών, γιατί έχουν ανάγκη το λίπος των ζώων. Προστάτης τους είναι ο Ινς Μπεν Μάλεκ, ο οποίος είναι θαμμένος στην Κέρμπελα.
(146) Οι κηροποιοί [κηρήθρας] (μουμτζουγιάν άσελ). Υπάρχει μόνο ένα αυτοκρατορικό ίδρυμα, το οποίο βρίσκεται μέσα στο Οντούν-καπί (ξύλινη πύλη), που το κυβερνά ένας αγάς και επιθεωρητής, με 100 άνδρες, που φτιάχνουν όλα τα κεριά για τον σουλτάνο, τους βεζίρηδες και τους μεγάλους άνδρες της Ισλαμπόλ. Οι άνδρες των ιδιωτικών εγκαταστάσεων των κηροποιών περνούν πάνω σε κάρρα με στολισμένα κεριά στα χέρια, σε φαναράκια και σε κοντάρια. Ανάβουν επίσης πολλούς πυρσούς και κεριά στα κάρρα τους με τεχνητά φώτα, που φαίνονται μωβ, πράσινα, κίτρινα και άλλα χρώματα, προς μεγάλο τρόμο των θεατών. Μερικά κεριά, καθώς καίγονται, ανάβουν πυροτεχνήματα και ρουκέτες, που κάνουν μεγάλο θόρυβο.
(147) Οι έμποροι κεριών (τατζιρανί-σεμί-άσελ) είναι 100 άνδρες με 55 καταστήματα. Είναι όλοι μουσουλμάνοι. Στολίζουν τα αμαξίδιά τους με διάφορες επιδείξεις με κερί και συνοδεύουν με μεγάλη μεγαλοπρέπεια τους αρχηγούς τους, τον μουμτζή-μπαση (επικεφαλής των κηροποιών) και τον σεμί-χανε-ναζιρί (επιθεωρητή της εγκατάστασης κεριού), με τη σφραγίδα του οποίου πρέπει να σφραγίζονται όλα τα κεριά που κατασκευάζονται στο αυτοκρατορικό εργοστάσιο. Σε περίπτωση απάτης, αν γεμίζουν το εσωτερικό με λίπος ή πίσσα, τιμωρούνται αυστηρά.
(148) Οι χασάπηδες του Ατ-μεϊντάν (κασαμπάνι Ατμεϊντάνι), 80 άνδρες με 20 καταστήματα, είναι οι στρατιωτικοί κρεοπώλες, που απολαμβάνουν ένα είδος φέουδου (τομρούκ), το οποίο δίνει ο αγάς των γενίτσαρων. Εφοδιάζουν κάθε μέρα τους γενίτσαρους με χίλιες οκάδες πρόβειο κρέας, όπου η οκά είναι πάντοτε τρία άσπρα, όποια κι αν είναι η τιμή του κρέατος στην Ισλαμπόλ, γιατί η διαφορά βαρύνει το αυτοκρατορικό ταμείο. Αυτός είναι ο κανόνας του σουλτάνου Σουλεϊμάν.
(149) Οι μάγειρες του Ατ-μεϊντάν (σεγιρντίμ-ι ατ-μεϊντάν). Μεταξύ των εταιρειών που παίρνουν το κρέας τους από τους χασάπηδες του Ατ-μεϊντάν, υπάρχουν μερικές που ονομάζονται σεγκίρντουμ οτά ή εταιρείες [μαγείρων] που τρέχουν. Γίνεται από αυτούς η εξής παλιά συνταγματική επίδειξη. Το πρωί, όταν εβδομήντα έως ογδόντα φορτία αλόγων με παχιά πρόβατα ετοιμάζονται στα καταστήματα του Επταπυργίου, οι μάγειρες όλων των γενίτσαρων προχωρούν εκεί με μεγάλη μεγαλοπρέπεια, ντυμένοι με μαύρα δερμάτινα φορέματα (φερράτζε), με χρυσά σκουφάκια (ουσκούφ) στα κεφάλια τους και μαύρες μπότες (τζιζμέ) στα πόδια τους, συνοδευόμενοι από τους υπηρέτες τους, τους καρά κουλουκτζή (μαύρους φύλακες) και φορώντας στις ζώνες τους τέσσερα ή πέντε μαχαίρια και γιαταγάνια και άλλες τόσες οκάδες ασημένιες αλυσίδες. Με αυτή τη μεγαλοπρέπεια μεταφέρουν το κρέας από το Επταπύργιο στη μεγάλη πλατεία των γενίτσαρων που λέγεται Ατ-μεϊντάν, όπου στα πόδια της μεγάλης πύλης βάζουν τα άλογά τους σε τάξη και οι αρχιμάγειροι στοιχίζονται σε γραμμές. Ταυτόχρονα, οι κοινοί μάγειρες των εταιρειών που τρέχουν συγκεντρώνονται στο Ταλίμ-χανε ή γυμναστήριο του Ατ-μεϊντάν, ξυπόλητοι και ξεσκούφωτοι, περιμένοντας το σήμα, που δίνεται από έναν τσαούς, ο οποίος λέει μια προσευχή για τον αυτοκράτορα, για ολόκληρο το σώμα των γενίτσαρων και για τους ανωτέρους τους. Εκείνη τη στιγμή όλοι οι μάγειρες των εταιρειών που τρέχουν αρχίζουν ξυπόλητοι να τρέχουν, σαν κεραυνός, από το γυμναστήριο προς αυτή την ανοιχτή πλατεία. Όποιος φτάσει πρώτος και πιάσει πρώτος το καλύτερο σφάγιο, το παίρνει, ακόμη κι αν είναι απλώς νεοσύλλεκτος που μόλις πήρε όπλο. Όσοι φτάνουν μετά από αυτόν, παίρνουν το δεύτερο και το τρίτο καλύτερο και ούτω καθεξής. Στη συνέχεια, παίρνουν τα πανιά τους και μεταφέρουν ό,τι απέκτησαν στα καταστήματα, όπου ζυγίζεται, για να αναπληρώσουν το βάρος που ορίζει το διάταγμα, προσθέτοντας ή αφαιρώντας ό,τι είναι απαραίτητο. Οι μάγειρες που τρέχουν γίνονται τσαούσηδες κατ’ αρχαιότητα και με αυτόν τον τρόπο φτάνουν στις πρώτες κατηγορίες του τσαούς-μπαση και του γενίτσερι-αγά. Αυτοί οι χασάπηδες και οι μάγειρες που τρέχουν στο Ατ-μεϊντάν στολίζουν τα καταστήματά τους με πρόβειο κρέας και περνούν παίζοντας μουσική με τα όργανά τους, που ονομάζονται τσοκούρ.
(150) Οι εκδοροσφαγείς (καναρατζιγιάνι Γεντίκουλε) είναι 200 άνδρες, με 70 καταστήματα στο Επταπύργιο. Στα χέρια τους κρατάνε μεγάλες γιαταγάνια και στις ζώνες τους άλλα μαχαίρια και όργανα απαραίτητα για το γδάρσιμο των προβάτων. Χρωματίζουν χοντρά πρόβατα με σαφράν, στρίβουν στεφάνια γύρω από τα κέρατα και περνούν με μεγαλοπρέπεια.
(151) Οι εκδοροσφαγείς του Νέου Κήπου (καναρατζιγιάνι Μπαχτσέ καπισί), που απασχολούνται μόνο στην κουζίνα του αυτοκράτορα, περνούν όπως οι άλλοι με μεγαλοπρέπεια, με στολισμένα πρόβατα.
(152) Οι άνδρες του πυριτιδοποιείου του Ατ-μεϊντάν (μπαρούτ-χανε Ατμεϊντάνι). Αυτό είναι ένα πυριτιδοποιείο που έχει αποδοθεί στους γενίτσαρους. Πενήντα άνδρες εκθέτουν σε κάρρα την πυρίτιδά τους διαφόρων χρωμάτων. Η πυρίτιδα που εκρήγνυται χωρίς ήχο κατασκευάζεται από αυτούς. Οι στάχτες που χρησιμοποιούνται σε αυτήν είναι από ανθρώπινα οστά.
(153) Οι κηροποιοί του Ατ-μεϊντάν (μουμτζιγιάνι Ατμεϊντάνι) είναι 75 και έχουν αποδοθεί στο σώμα των γενίτσαρων. Δίνουν κάθε φορά στους γενίτσαρους τρία κεριά για έναν παρά. Η ζημιά τους από αυτή την τιμή αναπληρώνεται από το αυτοκρατορικό ταμείο, σύμφωνα με το σύνταγμα του σουλτάνου Σουλεϊμάν.
(154) Οι μαντρατζή των γενίτσαρων (μαντιρατζιγιάνι γενιτσεριγιάν). Η φροντίδα κάποιων μάντρα (περιοχών βοσκής) στα βουνά Ιστέρνιτζα έχει ανατεθεί σε ομάδα τυφεκιοφόρων (αβτζή). Έχουμε ήδη αναφέρει στην περιγραφή των περιπάτων της Ισλαμπόλ, ότι αυτοί οι τυφεκιοφόροι ανέρχονται σε 1.000 άνδρες. Αυτοί οι μαντρατζή φορούν πράσινα σκουφάκια και ντύνουν με πλούσια ρούχα εκατό περίπου ζεύγη βουβαλιών, από τη ράτσα εκείνων που έφερε ο σουλτάνος Σελήμ από την Αίγυπτο, τυλίγοντας γύρω από τα κέρατά τους χρυσά ή ασημένια φύλλα και οδηγώντας τα με χρυσές ή ασημένιες αλυσίδες, ακολουθούμενοι από εκατό περίπου μεγάλα σκυλιά (σαμσούν) σαν λιοντάρια, καθένα από τα οποία οδηγούν δύο άνδρες με αλυσίδες. Η ράτσα τους προέρχεται από το Κασταμούνι και είναι ντυμένα με σατέν (ατλάζ) ύφασμα. Αυτοί οι μαντρατζή και αβτζή είναι πλήρως οπλισμένοι, έτσι ώστε να μπορούν να συγκριθούν με βαδίζον οπλοστάσιο. Φέρουν όλα τα είδη όπλων, δηλαδή διάφορα είδη πελεκηφόρων δοράτων που ονομάζονται τσατάλ-χάρμπα, γκελμπερί-χάρμπα, σαπαγάν-χάρμπα, τσενγκέλ-χάρμπα και σις-χάρμπα, σπαθιά, λόγχες, βέλη και τόξα, βαλλίστρες, σφεντόνες, τσεκούρια, ρόπαλα, μπαστούνια και όπλα με φιτίλι, πυροβολώντας καθώς περνούν με μεγάλο θόρυβο, φωνάζοντας, «ιλάχι, χου», με τρόπο που ο ουρανός σκίζεται από τις κραυγές τους. Οι προαναφερθείσες ενώσεις εκδοροσφαγέων, μαντρατζή, τσιφτλικτζή, εκρεκτζή, σαγιατζή, αγιλτζή, τοκατζή και σουτζή, είναι όλες ντυμένες σαν βοσκοί και περνούν σέρνοντας πρόβατα, κατσίκες, βόδια, βουβάλια και μεγάλα κριάρια του Τζίρτζε στην Αίγυπτο, που έχουν πέντε ή έξι κέρατα και το μέγεθος μικρόσωμου αλόγου [πόνυ]. Οι βοσκοί περνούν πυροβολώντας με μουσκέτα, παίζοντας τα όργανά τους, που ονομάζονται μπορού και καβάλ, γελώντας και αστειευόμενοι και κρατώντας στα χέρια τους πελεκηφόρα δόρατα, πιστόλια, σφεντόνες και ραβδιά με σιδερένιες αιχμές. Οδηγούν με διπλές ή τριπλές αλυσίδες μεγάλα σκυλιά, μεγέθους γαϊδάρου και άγρια σαν λιοντάρια, από τις ακτές της Αφρικής, τα ονόματα των οποίων είναι Πάλο, Μάτσκο, Αλαμπάς, Σαλμπάς, Τουραμάν, Καραμάν, Κομράν, Σαρχάν, Αν, Ζέρκε, Βετζάν, Γιαρτάν, Βαρντίχα, Γκελίχα, Καραμπάς, Αλαμπαρίς και Μπόρε. Αυτά τα σκυλιά καλύπτονται με πλούσια υφάσματα, ασημένια περιλαίμια και δαχτυλίδια στον λαιμό και με κύκλο από σιδερένιες αιχμές γύρω από τον λαιμό. Μερικά από αυτά είναι ντυμένα όλα με πανοπλίες. Επιτίθενται όχι μόνο σε λύκους που μπαίνουν σε στάβλους και στάνες, αλλά επιτίθενται ακόμη και σε δράκους και ορμούν στη φωτιά. Οι βοσκοί φροντίζουν με μεγάλη προσοχή την καθαρότητα της ράτσας. Δίνουν ένα πρόβατο για ζευγάρωμα με τέτοιο σκυλί, ενώ για ένα σαμσούν ή ποιμενικό σκύλο της αληθινής ράτσας, δίνουν πεντακόσια πρόβατα. Αυτά τα σκυλιά κατάγονται από το σκυλί του βοσκού, που μπήκε στη σπηλιά παρέα με τους επτά κοιμώμενους. Κυνηγούν τον αετό στον αέρα, τον κροκόδειλο στα ποτάμια και είναι εξαιρετική ράτσα καλά εκπαιδευμένων σκύλων. Μερικά από αυτά, που ονομάζονται τεφτέκ-γκετσισί κιοπέκ, έχουν πουληθεί για πεντακόσια έως εξακόσια γρόσια. Οι βοσκοί βλέπουν αυτά τα σκυλιά ως συντρόφους και αδέλφια τους και δεν έχουν αντίρρηση να τρώνε μαζί τους από το ίδιο πιάτο. Κάνουν επίσης ό,τι τους λένε και αν τους ζητηθεί, θα τραβήξουν έναν άνθρωπο κάτω από το άλογό του, όσο εύσωμος κι αν είναι. Οι βοσκοί οδηγούν επίσης με διπλές αλυσίδες κριάρια με έξι ή δέκα κέρατα και μερικά όμορφα πρόβατα όλα καλυμμένα με πλούσια υφάσματα, ντυμένα με ζώνες στολισμένες με πετράδια και έχουν υπέροχα στιλέτα. Χρυσώνουν τα κέρατά τους και τα στολίζουν με μαργαριταρένιες φούντες ανάμεσα στα κέρατα και χρυσούς κρίκους στον λαιμό τους, σέρνοντάς τα με ασημένιες αλυσίδες.
(155) Οι φύλακες των λιονταριών (αρσλαντζιγιάν), είναι 100 άνδρες. Περνούν στην πομπή μαζί με τα ποιμενικά σκυλιά, αλλά ο αρχηγός, που ονομάζεται αρσλαντζί-μπαση κεχαγιάσι, σύμφωνα με την αυτοκρατορική εντολή, περνά με την ακολουθία του κιουρέκ-μπαση. Προστάτης τους είναι ο Αλή, που ονομάζεται λιοντάρι του Θεού, επειδή όλα τα λιοντάρια και τα άγρια ζώα έρχονταν να βάλουν τα κεφάλια τους απαλά μπροστά του και να μιλήσουν μαζί του στη γλώσσα της κατάστασής τους (ζουμπάνι χαλ). Ο τάφος του Αλή (Μεσχεντί Αλή) βρίσκεται σε απόσταση πέντε ημερών από τη Βαγδάτη. Αυτοί οι φύλακες των λιονταριών περνούν πλήρως οπλισμένοι, κρατώντας στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και παρασκευάσματα (ματζούν) από κρέας γαζέλας, καρυκευμένα με όπιο και άλλα μπαχαρικά, οδηγώντας κάθε λιοντάρι με τέσσερις σιδερένιες αλυσίδες επικαλυμμένες με χρυσό ή ασήμι. Αν κάποιο από αυτά τα λιοντάρια εξοργιστεί και ετοιμάζεται να επιτεθεί στους θεατές, ο φύλακας κρατά κάτω από τη μύτη του το κρέας της γαζέλας, που το κάνει ήρεμο και ήσυχο και με αυτόν τον τρόπο ελέγχεται.
(156) Οι αρκουδιάρηδες (αγιτζιγιάν) είναι γύφτοι που δεν έχουν προστάτη. Κατοικούν στη συνοικία που ονομάζεται Σαχ Μαχαλέ, στο προάστιο του Μπαλάτ. Εμφανίζονται σε δημόσιες πομπές, προσκολλημένοι και ανήκοντας στους κυνηγούς, στην ακολουθία τους. Είναι εβδομήντα περίπου άνδρες με περίεργα ονόματα, όπως Καραγιαγντί, Αβάρα, Ντουρατζάκ, Μπινμπέρεκετ, Μπαζίογλου, Σιβρίογλου και Χαϊβάνογλου, που οδηγούν αρκούδες με διπλές αλυσίδες, με ρόπαλα στα χέρια και παίζοντας ντέφια. Αν από καιρό σε καιρό σηκώνεται μια αρκούδα, φωνάζουν: «Ω Βασίλ! Δείξε τώρα την ικανότητά σου. Σε πήραν από το βουνό και σε μεγάλωσαν σαν άνθρωπο. Οι ρόδες γυρίζουν στον κήπο για να τον ποτίσουν. Γιατί να μη γυρίσεις κι εσύ χορεύοντας;» Λέγοντας τέτοια άσκοπα λόγια, περνούν κάνοντας τα κόλπα τους μπροστά από το Αλάι-κιόσκ. Ύστερα από αυτούς ακολουθούν οι κοινοί χασάπηδες, όλοι οπλισμένοι, γύρω από τα άλογα των αρχηγών τους, ο επικεφαλής των χασάπηδων (κασάπ-μπασης),111 ο συνταγματάρχης του Ατ-μεϊντάν (μαϊντάν τσορμπατζή), ο επιθεωρητής των σφαγείων (σάλκ-χανε-εμίνι), ο συνταγματάρχης των κυνηγών (αβτζηλάρ τσορμπατζή), ο επιθεωρητής του κηροποιείου (σεμά-χανε-εμίνι), ο επιθεωρητής των προβάτων (κογιούν-εμίνι) οι σεΐχηδές τους, νακίμπ και κεχαγιάδες με τα υπηρετόπουλα και τους υπηρέτες τους, καθένας με λαμπρότητα σαν πανσέληνος. Ο αυτοκράτορας ήταν τόσο ευχαριστημένος με την ακολουθία τους, που τους έδωσε δώρο πέντε πουγγιά. Την πομπή των χασάπηδων ακολουθεί εκείνη των μαγείρων, γιατί βασίζονται αμοιβαία οι μεν στους δε.
Η Ενδέκατη Ενότητα
(157) Οι μάγειρες (αστζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 90 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Κεϊκαούς, αλλά στην εποχή του Προφήτη ήταν o σεΐχης Σεΐφ-ουντ-ντίν Χοζάι, ο οποίος μαγείρεψε το κεφάλι και τα πόδια του ζώου με ξύδι και σκόρδο και όταν έφερε αυτό το πιάτο ενώπιον του Προφήτη, εκείνος ευλόγησε τον σεΐχη Χοζάι. Τον έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο Προφήτης, έχοντας μερικές φορές πονοκέφαλο, πήγαινε στο όρος Έμπι Κομπαΐς, όπου ο Χοζάι του έφερνε κεφάλια προβάτων, με τα οποία δειπνούσε. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλές χιλιάδες προσκυνητές τρώνε κεφάλια προβάτων στο όρος Έμπι Κομπαΐς και ξεφορτώνονται για πάντα τον πονοκέφαλο τρώγοντας αυτό το πιάτο. Το βουνό είναι τώρα γεμάτο κόκαλα από κεφάλια προβάτων. Οι μάγειρες είναι επίσης οπλισμένοι στις δημόσιες πομπές. Περνούν στολίζοντας τα καταστήματά τους με πορσελάνινα πιάτα και βάζα, με χρυσές κανάτες και λεκάνες, άλλοι μαγειρεύοντας κεφάλια, άλλοι καθαρίζοντας πόδια και άλλοι μοιράζοντας στους θεατές και από τις δύο πλευρές ό,τι μαγειρεύουν. Οι υπηρέτες κουβαλούν στους ώμους τους, πάνω σε σιδερένια δόρατα, κεφάλια ταύρων μαγειρεμένα με σαφράν, κεφάλια προβάτων, πόδια ταύρων και προβάτων, φωνάζοντας στους παρευρισκόμενους: «Πάρε το αγαπητέ μου, όλα λιπαρά, όλα ζεστά, όλα με ξύδι και σκόρδο». Δείχνοντάς τους τα μαγειρεμένα κεφάλια με αυτόν τον τρόπο, κάνουν χίλια κόλπα.
(158) Οι οδηγοί προβάτων (τζελέμπ-κεσάνι-γκάνεμ) είναι μεγάλοι και πλούσιοι έμποροι, που έχουν τις έδρες τους στη Μολδαβία, τη Βλαχία, την Καβάλα, τη Σελάνικ [Σαλονίκη], τα Τίρχαλα [Τρίκαλα], τον Μοριά, την Ανατολία και την Τουρκομανία και έχουν μερικές φορές πολλές κοπάδια εκατοντάδων χιλιάδων ζώων. Είναι συνολικά 2.000 άνδρες. Την εποχή που ο Αλή Εφέντης ήταν επιθεωρητής του τελωνείου, καταναλώθηκαν στην Ισλαμπόλ στη γιορτή των σφαγίων (ιντί-αζά) οκτώ εκατομμύρια πρόβατα, σύμφωνα με την επίσημη δήλωση που δόθηκε στον σουλτάνο Μουράτ Δ’. Ο ημερήσιος εφοδιασμός της Ισλαμπόλ είναι 27.000, πέρα από τα πεντακόσια που σφάζονται για τη χρήση του σεράι και διανέμονται στους μεγάλους και πέρα από εκείνα που μοιράζονται καθημερινά στους γενίτσαρους, τους μποσταντζή και τους ατζεμή, που κάθε μέρα ανέρχονται συνολικά σε οκτακόσια πρόβατα. Στην επίσημη δήλωση που δόθηκε στον σουλτάνο Μουράτ Δ’, ο συνολικός αριθμός προβάτων που σφάζονται καθημερινά για τη χρήση της Ισλαμπόλ υπολογίστηκε σε 38.000. Ο Θεός γνωρίζει τον αριθμό των προβάτων που σφάζονται σε άλλες χώρες. Γιατί αν και κάθε πρόβατο γεννά ένα μόνο τον χρόνο, όλα τα βουνά είναι καλυμμένα από αυτά. Στο μεταξύ είναι περίεργο ότι τα σκυλιά και τα γουρούνια γεννούν κάθε χρόνο πολλά μικρά, έτσι που θα πίστευε κανείς ότι ο κόσμος πρέπει να είναι γεμάτος με αυτά. Ωστόσο ο Θεός ευλογεί το πρόβατο, γιατί σηκώνεται νωρίς και αναπνέει τον άνεμο του θείου ελέους. Το γουρούνι αντίθετα, ανακατεύει τη γη με το ρύγχος του όλη τη νύχτα και κοιμάται τη μέρα. Ο σκύλος επίσης, γαβγίζει όλη τη νύχτα και το πρωί, με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια του, ξαπλώνει για να κοιμηθεί. Επομένως τα μικρά των γουρουνιών και των σκύλων δεν ζουν ποτέ πολλά χρόνια. Αυτό είναι θαυμάσιο αποτέλεσμα της σοφίας του Θεού. Αυτοί οι οδηγοί προβάτων περνούν στη δημόσια πομπή πλήρως οπλισμένοι, πάνω σε αραβικά άλογα.
(159) Οι έμποροι παστού βοείου κρέατος (τζελέμπ-κεσάνι-παστιρματζιγιάν) είναι 600 και όχι λιγότερο πλούσιοι έμποροι από τους προηγούμενους. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι Άπιστοι της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Οι θέσεις τους, που ονομάζονται σαγιά και εκρέκ, έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Την ημέρα περίπου του Κασίμ (Αγίου Δημητρίου) φέρνουν 300.000 βόδια για τον εφοδιασμό της Ισλαμπόλ, από τα οποία φτιάχνουν παστιρμά (παστό μοσχαρίσιο κρέας). Πουλάνε τα γελάδια τους έξω από το Επταπύργιο, όπου τα φυλάνε στην τάφρο. Ο φόρος (μπατζ) καταβάλλεται στον επιθεωρητή παστού βοείου κρέατος και για τις διαφωνίες αποφασίζει ο ναΐμπ του παστού βοείου κρέατος. Είναι μεγάλη αγορά βοείου κρέατος, διάρκειας σαράντα ημερών. Στην επίσημη δήλωση που δόθηκε στον Μουράτ Δ’, αναφέρεται ότι την εποχή που ο Αλή Αγάς ήταν επιθεωρητής του τελωνείου και ο Χουσεΐν ναΐμπ του παστού βοείου κρέατος, σφάχτηκαν 300.000 ταύροι. Ο προστάτης αυτών των οδηγών προβάτων και βοοειδών δεν είναι γνωστός. Τα κεφάλια και τα πόδια των ζώων μαγειρεύονται από τους μάγειρες. Αυτοί οι έμποροι που οδηγούν πρόβατα και βοοειδή περνούν με αραβικά άλογα, καλοντυμένοι και αποτελούν υπέροχα καθαρή ομάδα.
(160) Οι έμποροι αποξηραμένου παστού βοδινού (τατζιράνι παστιρματζιγιάν), 400 άνδρες με 100 καταστήματα. Τα καταστήματά τους είναι έξω από την Ξύλινη πύλη στον Γαλατά και στο Τόπ-χανε και παντού. Πουλάνε αποξηραμένο παστό μοσχαρίσιο κρέας, στολίζουν τα καταστήματά τους με παστά και φέτες από αυτά τα είδη κρέατος και φωνάζουν στους θεατές: «Πάρε παστουρμά».
(161) Οι έμποροι αλλαντικών (κιριστζιγιάν), 500 άνδρες με 80 εργαστήρια, ανήκουν κανονικά στους χασάπηδες, αλλά με την άδεια του επικεφαλής των χασάπηδων υπηρετούν ως βοηθοί στους μάγειρες. Τα εργαστήριά τους βρίσκονται στο Εγιούπ, στο Τόπ-χανε, στο Επταπύργιο και στο Σκουτάρι. Είναι χειροτεχνία με άσχημη μυρωδιά. Προστάτης τους είναι ο Ομάρ Μπεν Νοσάιρ Αλ-βετάρι, ζωσμένος από τον Σελμάν και θαμμένος στο Μαχάν.
(162) Οι κολλάδες (ντουτκαλτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 70 εργαστήρια. Προστάτης τους είναι ο Μοχάμεντ Άκμπαρ, γιος του Αμπουμπέκρ Σαντίκ, τον οποίο έζωσε ο Αλή παρουσία του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στον Κάιν, κοντά στα υδραγωγεία του Γκούρι και σε εκείνο το Ζέιν-ουλ-Αμπεντίν κάτω από ψηλό τρούλο.
Μια περίεργη ιστορία. Ο Οσμάν είχε δώσει την επαρχία της Αιγύπτου στον Μοχάμεντ Άκμπαρ, επειδή ήταν γιος του Αμπουμπέκρ, αλλά ο Μερουάν, ο υπάλληλος του Οσμάν, παρενέβη υπέρ κάποιου άλλου. Μη έχοντας πετύχει στο σχέδιό του, έβαλε στην επιστολή, την οποία έγραφε ο χαλίφης προς τους κατοίκους της Μέρσε, κάποιες λέξεις χωρίς διακριτικά σημεία, ώστε να μπορεί να διαβάζεται εξίσου ως φακμπουλούλ εμίρ ή ως φακταλούλ εμίρ, όπου το πρώτο σημαίνει «συνάντησε» και το δεύτερο «σκότωσε» τον εμίρη. Αφού διάβασε ο χαλίφης την επιστολή, ο υπάλληλος έβαλε τα διακριτικά σημεία για το δεύτερο νόημα και η επιστολή στάλθηκε. Πολύ ευτυχώς, ο Μοχάμεντ, έχοντας πάει με παρέα κυνηγιού, συνάντησε τον αγγελιοφόρο που έφερε αυτό το πλαστό γράμμα. Με την πρώτη ματιά το μάτι του έπεσε πάνω του και το έστειλε αμέσως πίσω στη Μεδίνα στους φίλους του πατέρα του, ρωτώντας για ποιον λόγο του άξιζε να σκοτωθεί. Ρώτησαν τον Οσμάν, ο οποίος αναγνώρισε τη σφραγίδα, αλλά αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε για την εντολή που δόθηκε. Στη συνέχεια, οι φίλοι του Αμπουμπέκρ ζήτησαν να τους παραδοθεί ο υπάλληλος, ο οποίος έπρεπε να ήταν ένοχος, κάτι που δεν επέτρεψε ο Οσμάν, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει πόλεμος σαράντα ημερών, έως ότου ο Οσμάν σκοτώθηκε στο τζαμί και το αίμα του χύθηκε πάνω στο Κοράνι. Αυτό το Κοράνι μπορεί να το δει κανείς ακόμη και τώρα στο τζαμί του εσωτερικού κάστρου της Χομς. Ο Μοχάμεντ Άκμπαρ, ο οποίος ήταν η άμεση αιτία του θανάτου του Οσμάν, σκοτώθηκε ο ίδιος από Αιγύπτιους αντάρτες, οι οποίοι τύλιξαν το κεφάλι του σε δέρμα καμήλας και τον χτύπησαν μέχρι θανάτου, το έλεος του Θεού και στους δύο! Αυτός ήταν ο Μοχάμεντ Άκμπαρ, ο προστάτης του τόξου και των κολλάδων. Οι τελευταίοι, όντας υποχρεωμένοι να παίρνουν από τους μάγειρες τα πόδια, από τα οποία φτιάχνουν κόλλα, θεωρούνται βοηθοί τους. Στολίζουν τα κάρρα τους με πλούσια υλικά και περνούν βράζοντας κόλλα.
(163) Οι έμποροι συκωτιού (τζιγκερτζιγιάνι κογιούν) είναι 300 άνδρες. Ο προστάτης τους είναι θαμμένος στο νησί Ντέλεκ της Αιθιοπίας, κοντά στον Μουχάμεντ, τον γιο του σεΐχη Σαντελί. Αυτοί οι έμποροι συκωτιών προβάτων είναι βοηθοί των μαγείρων, γιατί τα βράζουν για τους φτωχούς του στρατοπέδου. Είναι όλοι Αλβανοί από την Οχρί [Αχρίδα], τη Γκόριτζε [Κορυτσά] και τη Χόρπουστα.112 Κουβαλούν φρέσκα συκώτια κολλημένα σε κοντάρια και φωνάζουν: «Ποιος αγοράζει συκώτι προβάτου;» Τα αγόρια τρέχουν από πίσω τους, κοροϊδεύοντάς τους με το όνομα γυναικών της Αραβίας.
(164) Οι έμποροι χυλού (τζεβρενάνι Αρναμπουντάν). Εγκαθιστούν τα τενούρ τους (φορητές σόμπες) σε όλα τα μέρη όπου πωλείται μπούζα και πωλούν χυλό από κιμά συκωτιού, σπέρμα ψαριού κλπ. Είναι οι μάγειρες για τους ξένους και τους φτωχούς χαρούμενους Αλβανούς και ακάθαρτο σύνολο ανθρώπων. Τα αγόρια της πόλης τρέχουν πίσω τους και τους κοροϊδεύουν φωνάζοντας «αλάα, αλάα», επειδή εκείνοι στους περαστικούς λέγοντας, «Αα, κύριοι, μήπως θέλετε ένα πιάτο καλά βρασμένο, καλά φουσκωμένο, καλοφτιαγμένο;»
(165) Οι έμποροι πατσά κλπ. (ισκεμπετζιγιάν) είναι 800 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Νοσέρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Ο ίδιος ο Προφήτης μπήκε στο κατάστημά του στη Μέκκα για να φάει από το πιάτο που λέγεται ερισέ, το οποίο αναφέρεται στην παράδοση με τα λόγια του Προφήτη: «Το ερισέ είναι ο άρχοντας των πιάτων». Πολλές χιλιάδες προσκυνητές τρώνε ερισέ κάθε χρόνο σε αυτά τα καταστήματα σε ανάμνηση του Προφήτη. Είναι καθαρά καταστήματα. Οι μάγειρες του πατσά κλπ. στην Ισλαμπόλ είναι όλοι Έλληνες, που είναι απαλλαγμένοι από κάθε είδους δασμούς και τέλη. Κουβαλούν κάθε μέρα στους στρατώνες των ζαγαρτζή και σαμσουντζή εξήντα φορτία γαϊδουριών έντερα, τα οποία μοιράζονται στα σκυλιά ζαγάρ (λαγωνικά) και σαμσούν (ποιμενικά). Τη νύχτα μαζεύονται στα καταστήματά τους πολλοί μεθυσμένοι, οι οποίοι για να ξεφορτωθούν το κρασί τους, τρώνε όλη τη νύχτα σούπα πατσά, γιατί λέγεται ότι όταν τρώς πατσά, έχει κατά το πρωί αυτό το αποτέλεσμα. Στις δημόσιες πομπές αυτοί οι μάγειρες ντύνονται καθαρά, στολίζουν τα καταστήματα και τα κάρρα τους με πιάτα πορσελάνης, προσεγμένες πετσέτες, κανάτες και λεκάνες και βγάζουν με γάντζους από τα καζάνια κάθε είδους έντερα, τα οποία κόβουν με τα μαχαίρια τους, τα βάζουν σε φλιτζάνια, τα καρυκεύουν με πιπέρι και γαρύφαλλο και τα προσφέρουν στη συνηθισμένη τους γλώσσα, βρε (αντί για μπρε!) Μαχμούτ-πασα, «Πάρε για δύο άσπρα», τραγουδώντας ταυτόχρονα ελληνικά τραγούδια (κοτζάκια). Τους ακολουθεί συρμός από γαϊδούρια που κουβαλούν τα έντερα, τα οποία συνοδεύουν το τραγούδι τους γκαρίζοντας. Είναι κωμικό σύνολο ανθρώπων.
(166) Οι έμποροι ξυδιού (σιρκετζί-μπασι). Το αποστακτήριο ξυδιού, αυτοκρατορική εγκατάσταση, βρίσκεται μέσα στην Αγορά Αλευριού, στη συνοικία των Αράβων. Υπάρχουν εκατό περίπου μεγάλοι κάδοι και βαρέλια, που καθένα χωράει πέντε έως δέκα άνδρες. Υπάρχουν αγγλικά και γερμανικά βαρέλια και τεράστιοι ελληνικοί, μαγρεμπίνικοι και άλλοι κάδοι, όπου φυλάσσεται ξύδι τριάντα έως σαράντα ετών. Σε τεράστια μπουκάλια φυλάσσονται επίσης ξύδι τριαντάφυλλου, ξύδι κεχριμπαριού, ξύδι χουρμά, ξύδι κακάο, ξύδι μοσχάτου, μηλόξυδο και ξύδια πολλών άλλων φρούτων και χρωμάτων. Αυτό το αποστακτήριο ξυδιού χρονολογείται από την εποχή του Πορθητή. Ο αρχηγός των αποσταγματοποιών ξυδιού έχει χίλια ντόνουμ αμπέλια. Εκτός από αυτό το μεγάλο αποστακτήριο, στις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ υπάρχουν περισσότερα από ενενήντα μέρη όπου πωλείται ξύδι. Το ξύδι που φτιάχνεται στο Σκουτάρι και το Τόπ-χανε είναι διάσημο. Ο αριθμός των ανδρών είναι 150. Ο προστάτης τους έλαβε τη ζώνη από τον Ινς Μπεν Μάλεκ, αλλά δεν γνωρίζω πού βρίσκεται ο τάφος του. Το ξίδι εγκωμιάζεται στην παράδοση του Προφήτη. Λέγεται ότι αν δεν υπάρχει ξύδι σε ένα σπίτι, δεν υπάρχει ούτε ευλογία. Είναι αξιοθαύμαστο ότι ο χυμός του αμπελιού, ενώ είναι απαγορευμένο ως κρασί, είναι νόμιμος ως ξύδι. Οι ξυδέμποροι είναι βοηθοί των μαγείρων, γιατί ο πατσάς, τα κεφάλια και τα πόδια δεν μαγειρεύονται χωρίς ξύδι και σκόρδο. Ο αρχαιότερος προστάτης των εμπόρων ξυδιού είναι ο Τζεμσίντ, ο οποίος, αφού φύτεψε το αμπέλι με τη συμβουλή του Σατανά, έφτιαξε επίσης το πρώτο ξύδι. Ο Τζεμσίντ λέγεται ότι είναι θαμμένος στην Έφεσο (Αγιασολούκ). Στολίζουν τα καταστήματά τους με μεγάλα μπουκάλια και κυλούν βαρέλια φωνάζοντας: «Καλό, εξαιρετικό αγγλικό ξύδι». Έχουν παλιά βαρέλια εβδομήντα έως ογδόντα ετών όρθια, στα οποία δεν βάζουν ούτε σταφίδες ούτε τίποτε άλλο, αλλά μόνο ζεστό νερό, τα οποίο σε τρεις ημέρες γίνεται το καλύτερο ξύδι. Τέτοια βαρέλια κοστίζουν εκατό γρόσια. Με αυτόν τον τρόπο οι ξυδοποιοί καθώς και οι σερμπετοποιοί πωλούν κάθε σταγόνα νερού που τους χορηγεί ο παράδεισος.
(167) Οι παραγωγοί πίκλας από λαχανικά και φρούτα (τουρσουτζουγιάν) είναι 1.200 άνδρες με 70 καταστήματα. Η τέχνη αυτή θεωρείται ότι ανήκει στους ξυδοποιούς και τους μάγειρες, γιατί είναι απαραίτητοι ο ένας για τον άλλο. Η παροιμία λέει, Ελ-μούμεν χολουΐ ουελφάσεκ τουρσί, «Οι πιστοί είναι γλυκοί και οι κακοί ξινοί» και πάλι, Χαμπ ελ-χολουΐ μιν ελ-ιμάν, «Η αγάπη για τα γλυκά πηγάζει από την πίστη». Αυτά τα ξινά παρασκευάσματα αυξάνουν την όρεξη και δυναμώνουν το στομάχι. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδου ξινά γλυκά σε μεγάλα πιάτα πορσελάνης, όπως μαϊντανό, κουνουπίδι, κάπαρη, αγγούρι, μελιτζάνα, λάχανο, καρότο, σκόρδο κλπ. και περνούν μοιράζοντας τα παρασκευάσματά τους στους θεατές.
(168) Οι έμποροι ξερού σκόρδου (κουρού σαριμσακτζιγιάν) είναι 103 άνδρες με 70 καταστήματα. Έχουν πολλά καταστήματα στον Γαλατά και στο Τόπ-χανε. Θεωρούνται ως βοηθοί των μαγείρων και των εμπόρων εντέρων, γιατί τα κεφάλια, τα πόδια και ο πατσάς δεν μπορούν να μαγειρευτούν χωρίς σκόρδο, το οποίο, αν και μυρίζει άσχημα, αποτελεί ωστόσο ευλογία του Κυρίου. Σύμφωνα με τους γιατρούς, το σκόρδο είναι πιο απαραίτητο απ’ όλα τα πράγματα για όσους ταξιδεύουν στην έρημο, για να αποτρέπει τις κακές συνέπειες του σαμούμ [σιμούν]. Αναφέρεται ακόμη και στο Κοράνι. Έχω δει γραμμένο στην ιστορία, ότι όταν ο Σατανάς βγήκε από τον Παράδεισο στη γη, ξεπήδησαν σκόρδα από το σημείο όπου έβαλε το αριστερό του πόδι και κρεμμύδια από το μέρος όπου έβαλε το δεξί του. Αλλά και τα δύο είναι πράγματι πολύ ευχάριστη τροφή. Έτσι οι Κούρδοι Γεζίντι, που λατρεύουν τον Σατανά, στα περίχωρα των Μπινγκιόλ, Σιντζάρ, Χαλέτι και Τσεκουάνι, μαγειρεύουν πάντοτε το κρέας τους με κρεμμύδια και σκόρδα. Αλλά αν διέλυες παρουσία τους ένα κρεμμύδι [κόβοντάς το] με την ακαταστασία σου, θα σε σκότωναν.113 Ο προστάτης αυτών των εμπόρων σκόρδου δεν είναι γνωστός. Στολίζουν τα καταστήματά τους πάνω σε κάρρα και περνούν με τα πόδια φωνάζοντας «Καλό σκόρδο».114
(169) Οι έμποροι κρεμμυδιών (σογαντζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 70 καταστήματα. O προστάτης τους είναι εξίσου άγνωστος. Κουβαλούν στους ώμους τους πολλές χιλιάδες κρεμμύδια και περνούν φωνάζοντας: «Το αλάτι και το κρεμμύδι δίνουν νοστιμιά σε κάθε πιάτο». Έξω από την Ξύλινη πύλη και την Αγορά Αλευριού υπάρχουν σωροί από χιλιάδες κρεμμύδια, η θέα των οποίων είναι εκπληκτική. Τα κρεμμύδια είναι πράγματι εξαιρετικό δυναμωτικό συστατικό στη μαγειρική. Ύστερα από αυτούς περνούν τα στρατεύματα του αρχιμάγειρα και του επικεφαλής των εμπόρων ξυδιού, που περιβάλλουν τα άλογά τους, ακολουθούμενα από τους υπηρέτες τους πάνω σε αραβικά άλογα και από οκταμελή τουρκική μουσική.
Η δωδέκατη ενότητα
Οι Μάγειρες του Θείου Ελέους.
(170) Οι μάγειρες των φτωχών είναι 2.000 άνδρες, με 555 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης είναι ο Αδάμ, ο οποίος μαγείρεψε τη σούπα που λέγεται μπαμπα-τσόρμπασι, τη σούπα του πατέρα. Δεύτερος, ο Αβραάμ. Τρίτος, ο Προφήτης, που την ημέρα της κατάκτησης της Μέκκας μαγείρεψε ο ίδιος σούπα και το πιάτο ονομαζόταν χερισέ, σερβίροντας ταυτόχρονα όλους τους μουσουλμάνους. Τότε ο Τσούμτζεμ-ουντ-ντίν ονομάστηκε από τον Προφήτη αρχηγός όλων των μαγείρων. Ζώστηκε από τον Χάμζ και θάφτηκε έξω από το Μαράς, δίπλα στον Ακάσα. Σκοτώθηκαν και οι δύο κάτω από τα τείχη του Μαράς, την εποχή που υπό το χαλίφατο του Ομάρ, ο Έσβεντ, ο γιος του Μοκντάντ, διεξήγαγε πόλεμο με τα στρατεύματα του Έλληνα αυτοκράτορα Ηράκλειου. Είναι γενικό προσκύνημα, αλλά κυρίως για τους μάγειρες, που απολαμβάνουν εδώ τους ευχάριστους περίπατους. Καθώς το γεύμα είναι απολύτως απαραίτητο για τη ζωή, οι μάγειρες απέκτησαν πολύ τιμητική σειρά στις δημόσιες πομπές, ενώ και στο ίδιο το Κοράνι γράφει: «Θα φάνε δείπνο με την αγάπη του και θα σας δώσουμε να δειπνήσετε για όνομα του Θεού» και πάλι, «Φάε και πιες πρώτα». Επειδή οι μάγειρες είναι τόσο απαραίτητοι σε ένα στρατόπεδο, θα δώσουμε μια περιγραφή για αυτούς και για όλους τους βοηθούς τους. «Είθε ο Θεός να δίνει πάντοτε νερό και ψωμί σε ένα στρατόπεδο των μουσουλμάνων!» Οι πρόγονοί μας, οι παλιοί Τουρκομάνοι, έχουν πει, «Η ψυχή μπαίνει από τον λαιμό». Περνούν όλοι καλοντυμένοι, με φούρνους φτιαγμένους πάνω σε κάρρα και καταστήματα ωραία στρωμένα με πολύτιμα πιάτα πορσελάνης και πιάτα μαρταμπάνι,115 με κανάτες και λεκάνες, πετσέτες, μεγάλες βεντάλιες από φτερά παγωνιού που τις κινούν υπηρέτες, ενώ οι οι μάγειρες ετοιμάζουν πιάτα. Αν μπει στο κατάστημά τους κάποιος πεινασμένος επισκέπτης, αρχίζουν να φωνάζουν, «Κοίτα, ένας γλοιώδης επισκέπτης!» και μετά ονομάζουν τα πιάτα τους με ομοιοκαταληξία. Έτσι περνούν με τους σεΐχηδες, τους νακίμπ και τους κεχαγιάδες τους, ενώ ο αρχηγός των μαγείρων, ο αστζή-μπασης, βαδίζει τελευταίος.
(171) Οι κόφτες των βεζίρηδων (τσασνιγκιράνι βουζέρα). Σε κάθε κατάστημα μάγειρα υπάρχει ένας τουλάχιστον κόφτης, ο οποίος, αφού στρώσει το πιάτο μπροστά στον πελάτη λέγοντας μπισμιλλάχ, «στο όνομα του Θεού», τρώει δύο μπουκιές και ύστερα προτείνει στον καλεσμένο να φάει. Αυτό είναι έθιμο των μαγαζιών της Ισλαμπόλ, το οποίο δεν εφαρμόζεται πουθενά αλλού. Προστάτης τους είναι ο σεΐχης Μοχάμεντ Ταμάτι, ο οποίος ήταν ο αρχικόφτης του Προφήτη και ζώστηκε παρουσία του από τον Χάμζα. Ο τάφος του βρίσκεται νότια της πόλης Κιλίς, κάτω από λαμπρό τρούλο. Είναι προσκύνημα που επισκέπτονται τόσο ευγενείς όσο και λαϊκοί. Οι κόφτες αποτελούν στράτευμα 3.000 ανδρών. Όσοι είναι έφιπποι, φέρουν λόγχες και όσοι βαδίζουν, έχουν ποδιές και μουσκέτα.
(172) Οι μάγειρες πιλαφιού σαφράν (ζερντετζιγιάν) είναι 30 άνδρες με 15 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο συγγραφέας της αποκάλυψης, ο Μουαβίγια, ο οποίος την ημέρα που σκοτώθηκε ο Χάμζα, έστειλε στον Προφήτη ένα πιάτο με ρύζι σε χρώμα κρόκου (σαφράν) για να δείξει το πένθος του. Προσοχή όμως που δεν επαινέθηκε πολύ, αλλά μάλλον κατηγορήθηκε. Επομένως το ζερντέ δεν τρώγεται στην Περσία, όπου γενικά αντιπαθούν τον Μουαβίγια.
Οι κεμπαμπτζήδες (κεμπαμπτζή) και κιοφτετζήδες (κιοφτετζιγιάν) είναι 1.500 άνδρες με 400 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χαζράτ Ισμαήλ. Μνημονεύουν τη θυσία, που τους είναι πολύτιμη, από την άποψη της καθαρής ευγνωμοσύνης.
(173) Οι ψητοπώλες (μπιργιαντζιγιάν), 200 άνδρες με 155 καταστήματα, που πουλάνε ψητό κρέας στα καταστήματά τους.
(174) Οι γιαχνιστές (γιαχνιτζιγιάν), 255 άνδρες με 100 καταστήματα, που πουλάνε γιαχνί (κρέας στιφάδο). Και οι δύο αυτές ομάδες προστατεύονται από τον ευνοούμενο του Ινς Μπεν Μάλεκ, του οποίου το όνομα και τον τάφο αγνοώ.
(175) Οι ντολματζήδες (ντολματζιγιάν) είναι 150 άνδρες με 50 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σεχάμπ Ρίλμι, που ανατράφηκε από τον Σελμάν και θάφτηκε στην Καϊσαρίε [Καισάρεια], κοντά στον Αμρ-ουλ-Καϊς, τον ποιητή. Πουλάνε όλα τα είδη ντολμά (κολοκύθες μακριού σχήματος γεμάτες με κρέας ή κιμά απλά τυλιγμένο σε φύλλα), όπως καμπάκ-ντολμά, γιαπράκ-ντολμά, μουμπάρ-ντολμά, σογάν-ντολμά, λάχανα-ντολμά.
(176) Οι έμποροι μουστάρδας (χαρνταλτζιγιάν) δεν έχουν καταστήματα, αλλά περπατούν κουβαλώντας δοχεία, φωνάζοντας «Μουστάρδα!» Είναι Αλβανοί, 300 στον αριθμό. Γεμίζουν την πόλη με τις κραυγές τους, ιδιαίτερα τις νύχτες του Ραμαζάν. Προστάτης τους είναι ο Πλάτων (!) γιατί έχοντας φουσκώματα από αέρια του άρεσε η μουστάρδα, η οποία βοηθά στην πέψη.
(177) Οι παρασκευαστές κρέμας αμυγδάλου (παλουντετζιγιάν) είναι 55 άνδρες με 10 καταστήματα. Ο προστάτης τους ανατράφηκε από τον Σελμάν. Περνούν πουλώντας τις κρέμες τους και φωνάζοντας τα γλυκά τους κέικ (ραχάτ-λοκούμ ή ραχάτ-ουλ-χολκούμ), που λένε ότι οξύνουν την όραση.
(178) Οι μάγειρες γάλακτος (σουντλού-αστζιγιάν) είναι 30 άνδρες, με 15 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Ιοθώρ, ο οποίος μαγείρευε κεχρί σε γάλα. Την εποχή του Προφήτη ο Σοφιάν Τουρί μαγείρεψε ρυζόγαλο, το οποίο έφερε στον Προφήτη και τον έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Περνούν πουλώντας πιάτα μαγειρεμένα με γάλα και είναι προσεγμένο σύνολο ανθρώπων.
(179) Οι σαλατοποιοί (σαλατατζιγιάν) είναι 300 άνδρες, όλοι Έλληνες, με 200 καταστήματα. Ο προστάτης τους δεν μου είναι γνωστός. Στολίζουν τα καταστήματά τους και φωνάζουν «Σαλάτα καλά λαδωμένη».
(180) Οι έμποροι σπανακιού και λαχανικών (ισπανακτζιγιάν βε σεμπζετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 400 καταστήματα. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι αρχηγός τους ήταν ο Μπαμπά Ρέτεν, ο κηπουρός. Η μεγάλη τους εγκατάσταση είναι στη Σκάλα (τόπος αποβίβασης), όπου βρίσκεται το δημόσιο αποθετήριο λαχανικών. Αρχηγός της είναι ο τερεκτζή-μπασης, διοριζόμενος από το τμήμα του μποσταντζή-μπαση. Είναι ο αρχηγός των φουρνάρηδων και των μανάβηδων. Ένας υπάλληλος, εφοδιασμένος με αυτοκρατορικό δίπλωμα (ρους), είναι προσκολλημένος μαζί του, αλλά στη δημόσια πομπή βαδίζει με τον αρχηγό των αρτοποιών, ενώ ο αντικαταστάτης του (κεχαγιάς) βαδίζει με τους μανάβηδες. Στολίζουν τα καταστήματά τους με στεφάνια από μαϊντανό, σαλάτα, σέλινο, λάχανα, αγγούρια και μελιτζάνες, τα οποία πετούν στο πλήθος.
(181) Οι αλλαντοποιοί (σουτζουκτζουγιάν) είναι 30 άνδρες με 10 καταστήματα. Ο προστάτης τους δεν είναι γνωστός. Στολίζουν τα καταστήματά τους με καλοφτιαγμένα λουκάνικα από κρέας.
(182) Οι έμποροι του χοσάμπ, είδους σερμπέτ (χοσαμπτζιγιάν) είναι 700 άνδρες με 500 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματα και τα αμαξίδιά τους με μεγάλα βάζα, πιάτα και κύπελλα από πορσελάνη και μαρταμπάν και από μπρούτζο και άλλα μέταλλα, γεμάτα με τον χυμό των πιο εξαιρετικών φρούτων, όπως βερίκοκα της Μπουχάρας, δαμάσκηνα του Μαρντίν, αχλάδια του Αζερμπαϊτζάν, μούρα του Άραμπγκιρ, σταφύλια Σμύρνης, βύσσινα (aigriottes) Ροντοστό [Ραιδεστού], μήλα Κοτζαέλι, δαμάσκηνα Τεμεσβάρ και ροδάκινα Ισλαμπόλ. Από τέτοια φρούτα φτιάχνουν χοσάμπ, μαζί με κεχριμπάρι και μόσχο. «Ανάπαυση για την ψυχή και αίμα για το σώμα», είναι η κραυγή με την οποία υμνούν το ποτό τους. Φτάνοντας στο Αλάι-κιόσκ, στέλνουν χοσάμπ στον αυτοκράτορα με νεαρούς άνδρες με υπέροχες ποδιές, ο οποίος τους δίνει ένα πουγγί χρήματα. Αρχηγός τους είναι ο Οσμάν, ο οποίος στον γάμο του με τις δύο κόρες του Προφήτη επινόησε διάφορα είδη χοσάμπ. Έτσι αυτό το είδος ποτού δεν αρέσει καθόλου στην Περσία. Τις ευχές μου σε εσάς. Αν συνεχίσω να περιγράφω με αυτόν τον τρόπο όλες τις ιδιότητες και λεπτομέρειες των διαφόρων ομάδων, θα υποχρεωθώ να γράψω ιδιαίτερη εργασία για αυτές και το μέγεθος του τόμου θα με εμπόδιζε να δώσω περαιτέρω περιγραφή των ταξιδιών μου. Θεωρώ λοιπόν σκόπιμο να είμαι πιο σύντομος στο μέλλον.
(183) Οι έμποροι σερμπέτ (σερμπετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με πολλές χιλιάδες κύπελλα και γαβάθες από πορσελάνη και φαγεντιανή, τα οποία γεμίζουν με σερμπέτι φτιαγμένο από ραβέντι, τριαντάφυλλα, λεμόνια, λωτό, καρπούς ταμάρινδου και σταφύλια. Περνούν παρουσιάζοντας αυτά τα σερμπέτια στους θεατές. Το πιο διάσημο από όλα τα καταστήματα σερμπέτ είναι εκείνο του Βεδουίνου εμπόρου σερμπέτ απέναντι από το μνημείο του Τατζ Ζάντε, του ντεφτερντάρ του σουλτάνου Σελήμ, κοντά στην κρήνη του Μαχμούτ Πασά. Στην Αραβία, την Περσία και την Τουρκία, δεν υπάρχει έμπορος σερμπέτ που να συγκρίνεται μαζί του. Ο κόσμος συνωστίζεται στο κατάστημά του, όπου ετοιμάζει σερμπέτ για τους βεζίρηδες και τους πρώτους άνδρες της αυτοκρατορίας. Τα καλύτερα μαγαζιά για σερμπέτ είναι του Τεριάκις, του Φεσνές, του Ιμάμ, του Νταϊτζινλή-χατζή και του Καρανφιλί Γκιούλ, μπροστά στον τόπο αποβίβασης στο Σκουτάρι. Στο τμήμα της πόλης που ονομάζεται Ταχτούλ-καλε, το σερμπέτ του Μπουλμπούλ Ερμένι είναι το πιο αναζωογονητικό και στην Αγορά Αλευριού εκείνο του Αρναούτ Κασίμ, το οποίο το φθινόπωρο αναζωογονεί τους άνδρες σε τέτοιο βαθμό, που αρχίζουν να χορεύουν και να χάνουν τα κεφάλια και τα πόδια τους. Αν δει κανείς ένα άτομο να τρικλίζει στον δρόμο, λέγεται ότι έχει πιει από το σερμπέτ του Κασίμ. Περνούν εξυμνώντας το σερμπέτι τους με την κραυγή «Ανάπαυση για την ψυχή, τροφή για το πνεύμα, σερμπέτι της ψυχής».
(184) Οι πλανόδιοι πωλητές τζουλάπ και σερμπετιού (τζουλαμπτζιγιάν βε σερμπετζιγιάνι πιγιάντε) είναι 300 άνδρες.
(185) Οι παραγωγοί της ζεστής κρέμας αμυγδάλου (ισιτζάκ παλουντετζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 7 εργοστάσια. Ο προστάτης τους ζωστηκε από τον Σελμάν Πακ και θάφτηκε στο Σουέζ. Τα εργοστάσιά τους βρίσκονται στο τμήμα της πόλης που ονομάζεται Ταχτούλ-καλε, όπου βράζουν τον χειμώνα την αμυγδαλόκρεμα σε μεγάλα καζάνια.
(186) Οι πλανόδιοι πωλητές ζεστής κρέμας αμυγδάλου (παλουντετζιγιάνι καβαφάν) δεν έχουν καταστήματα. Προμηθεύονται στα προαναφερθέντα εργοστάσια πολλές χιλιάδες μικρά πιάτα (μποκράτζ) με κρέμα αμυγδάλου τοποθετημένα σε φωτιά, τα οποία κουβαλούν στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο έχουν στρογγυλό ξύλινο πιάτο με τρύπα στη μέση, πάνω στο οποίο υπάρχουν φλιτζάνια από πορσελάνη και φλιτζάνια Κιουτάχειας, φωνάζοντας, «Η παλουντέ μου, βράζει, βράζει!» Όποιος θέλει, παίρνει δύο φλιτζάνια από αυτήν, καλυμμένη με κανέλα ή τζίντζερ, για ένα άσπρο.
(187) Οι πλανόδιοι πωλητές ζεστών και καρυκευμένων σερμπέτ (ισί βε μπαχαρλί σερμπετζιγιάν). Βράζουν ο καθένας το σερμπέτι στo σπίτι του και μετά περπατούν στους δρόμους σαν τους πωλητές ζεστής αμυγδαλόκρεμας, κρατώντας με το ένα χέρι τα μικρά δοχεία (μπακράι) στη φωτιά και με το άλλο τα φλιτζάνια. Έτσι πωλούν ζεστό σερμπέτι τον χειμώνα.
(188) Οι παρασκευαστές αμυγδαλόπαστας (μπαντεμλί κιοφτερτζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 40 καταστήματα. Ο προστάτης τους ήταν ένας από τους μαθητές του Σελμάν Πακ, από τον οποίο έλαβε τη ζώνη. Είναι θαμμένος στη Μέκκα. Αυτοί οι παρασκευαστές πάστας βάζουν καρύδια και αμύγδαλα σε κορδόνι, το οποίο περνούν από ζελέ αμυγδάλου (παλουντέ) και φτιάχνουν ένα είδος πάστας τόσο νόστιμο, όσο εκείνο που φτιάχνεται στο Αϊντάμπ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους πάστες (κιοφτέρ) και περνούν ντυμένοι με πανοπλίες. Το κιοφτέρ του Νεγροπόντε και της Ισλαμπόλ βρίσκεται σε ακόμη μεγαλύτερη εκτίμηση από εκείνο του Αϊντάμπ και της Μαγνησίας.
(189) Οι έμποροι σαλεπιού (σαλεμπτζιγιάν) είναι 200 άνδρες, που δεν έχουν καταστήματα. Το σαλέπι ονομάζεται κοινώς «αυλάκι της αλεπούς» και φυτρώνει σε ψηλά βουνά και άλπεις, όπως στον Όλυμπο στη Μπούρσα, στο Μπινγκιόλ, στο Εγρί νταγ, στο Κιοκσέν Γιαγλά, στο Άρτζες (όρος Αργαίος), στο Τζούντι (Αραράτ), στο Κόπρες Γιαγλά στη Βοσνία, στο Τζεμέρνε Γιαγλά στην Ερζεγοβίνη, στο Ντίλε Γιαγλά κοντά στη Σαμάκοβα και στο Ντεσπότ Γιαγλά κοντά στη Φιλιππούπολη. Αναπτύσσεται σαν κρεμμύδι και όταν ξεραθεί γίνεται σκόνη με το τρίψιμο, μαγειρεύεται με ζάχαρη σαν ζελέ (παλουντέ) και πωλείται σε δοχεία που θερμαίνονται στη φωτιά. Φωνάζουν «Πάρτε σαλέπι καρυκευμένο με ροδόνερο, ξεκούραση για την ψυχή, υγεία για το σώμα!» Είναι δυναμωτικό και αναζωογονητικό ρόφημα και οξύνει την όραση. Οι εβδομήντα ιδιότητές του αναφέρονται λεπτομερώς στη διατριβή που έγραψε ο γιατρός Νταβίντ για αυτό.
(190) Οι έμποροι ζεστού γάλακτος (σουτζιγιάν σουχτεγιάν) δεν έχουν καταστήματα, αλλά κρατώντας τα δοχεία τους όπως οι προηγούμενοι πάνω στη φωτιά, φωνάζουν την αυγή στους δρόμους, «Καυτό και γλυκό γάλα».
(191) Οι πωλητές της κρέμας που ονομάζεται μαχλέμπ (μαχλεμπτζιγιάν) δεν έχουν καταστήματα, αλλά όπως οι προηγούμενοι πουλάνε μαχλέμπ [μαχλέπι] σε δοχεία που θερμαίνονται στη φωτιά. Το μοχαλέμπ είναι βότανο που φύεται στις ψηλότερες άλπεις και το οποίο, αλεσμένο και βρασμένο με ζάχαρη και αγνό γάλα, πωλείται ως κρέμα. Είναι δυναμωτικό καθαρτικό της χολής και του φλέγματος και είναι νόστιμο σερμπέτι. Ο προστάτης αυτών των εμπόρων ζεστού σερμπέτ, ζελέ (παλουντέ), κρέμας (μαχλέμπ), σαλεπιού (σαλέμπ) και τζουλάπ (γκουλάμπ) είναι ο Μοκαμπίλ, ζωσμένος από τον Χάμζα, του οποίου ήταν στενός φίλος. Όταν ο Χάμζα δεν πήγαινε στον πόλεμο, αυτός ο Μοκαμπίλ Ζερίν συντόμευε τις μεγάλες χειμωνιάτικες μέρες, μαγειρεύοντας για αυτόν ζεστό σερμπέτι, κρέμα, ζελέ, σαλέπι και τζουλάπ. Κόπηκε σε κομμάτια μαζί με τον Χάμζα στη μάχη του Όχοντ και θάφτηκε κοντά του έξω από τη Μεδίνα, προς βορρά.
(192) Οι σιροπάδες (αγντατζιγιάν) είναι 700 άνδρες, των οποίων ο προστάτης έλαβε τη ζώνη από τον Σελμάν Πακ και είναι θαμμένος στη Μέκκα. Βράζουν την ίγντα σε καζάνια, την ανακατεύουν με στρογγυλά γουδοχέρια και ύστερα τη διαλαλούν με το όνομα σταφύλια μελιού. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι Τούρκοι.
(193) Οι έμποροι του σιροπιού αγντά (αγντά τουτζαρί) είναι 313 άνδρες. Δεν έχουν εργοστάσιο, αλλά το παίρνουν από τους προηγούμενους σε βαρέλια, τα οποία κουβαλούν στους ώμους τους φωνάζοντας «αγντά». Είναι γνωστοί για την υπέροχη ποιότητα. Πουλώντας και τρώγοντας πάντοτε αγντά, δαμάζουν τα πιο άγρια ζώα του δάσους με τη γλυκιά τους γλώσσα. Βαδίζουν σε μοναχικούς δρόμους και τραγουδούν σε ρυθμό ζίργκουλε τραγούδια όπως αυτό: «Ω εσύ, που τα λόγια σου είναι γλυκά σαν αγντά, που το πρόσωπό σου μοιάζει με το φεγγάρι! Γλυκομάτα μου γλυκιά, ας φάμε γλυκιά αγντά! Ας πάμε στο Κήπο! Ας απολαύσουμε την ευχαρίστηση στο αμπέλι τρώγοντας τα σταφύλια!» Με τέτοια τραγούδια κλέβουν τις καρδιές των γυναικών και παίρνουν ό,τι έχουν αυτές από γλυκά πράγματα. Τόσο πονηροί είναι αυτοί οι Τούρκοι!
(194) Οι εκχυμωτές σταφυλιών (ντεγιρμεντζιγιάνι ουζούμ) είναι 300 άνδρες με 15 εργοστάσια και είναι εγκατεστημένοι κοντά στον τόπο εκφόρτωσης του καρπού, στο τζαμί του Αχή Τσελεμπή. Είναι πλούσιοι έμποροι και έχουν πολλά αποθετήρια (ορτάκ) στην Τένεδο, τη Σμύρνη κλπ. Καθώς οι ζαχαροπλάστες και οι έμποροι σερμπέτ τους έχουν όλοι ανάγκη, κατατάσσονται στην ακολουθία των μαγείρων. Προστάτης αυτών των εκχυμωτών σταφυλιών είναι ο Χαλουαγί Ομάρ, ο μαθητής του Ινς Μπεν Μάλεκ, που έχει ταφεί στη Μέκκα. Μεταφέρουν μεγάλους μύλους ή πατητήρια πάνω σε κάρρα και περνούν περιστρέφοντας τις βαριές πέτρες. Τα βαρέλια είναι στολισμένα με λουλούδια και απαγγέλουν τον στίχο του Κορανίου για να επαινέσουν το σταφύλι.
(195) Οι έμποροι χιονιού και πάγου (αζίμ καρτζή-μπασι) έχουν εγκατάσταση κοντά στη λαχαναγορά, όπου κατοικεί ο αρχηγός των αυτοκρατορικών παγοκομιστών χειμώνα-καλοκαίρι. Τριακόσιοι βαρκάρηδες υπό την διεύθυνσή του βρίσκονται πάντοτε σε εξορμήσεις στα βουνά Κατιρλί, Μουδανιά και Όλυμπο. Φορτώνουν χιόνι, πάγο και πόσιμο νερό από αυτά τα βουνά και τα μεταφέρουν στην αυτοκρατορική κουζίνα, στο ζαχαροπλαστείο, στο χαρέμι και στα σπίτια του μεγάλου βεζίρη και άλλων μεγάλων ανδρών. Οι αχθοφόροι που μεταφέρουν τον πάγο και το χιόνι από τα βουνά στη θάλασσα είναι οι μουλαράδες των Μουδανιών, οι γιουρούκ (περιπλανώμενες φυλές) της Μπούρσα και οι λιθοξόοι. Ο καρτζή-μπασης ή αρχηγός των ανθρώπων του πάγου, έχει την εποπτεία εννέα αποθηκών που έχουν ιδρυθεί στην περιοχή της Ισλαμπόλ. Τον χειμώνα, όταν χιονίζει, ο μεγάλος βεζίρης, ο αγάς των γενίτσαρων, ο μποσταντζή-μπασης, ο καπουδάν-πασάς, με πλήθος 200.000 ανδρών που κουβαλούν φτυάρια, συγκεντρώνονται στο Οκ-μεϊντάν και σωρεύοντας το χιόνι σε μεγάλες μάζες, το ρίχνουν στις αποθήκες χιονιού. Στη συνέχεια συλλέγουν το χιόνι των κοιλάδων Ντιοντάρ-ντερε, Μπουγιούκ-ντερε, Γανιζάντε-ντερε, Αϊνέ-ντερε, Τουζκοπαράν-ντερε, Τσομπάν-ντερε και Κανλί-ντερε, το οποίο πιέζουν ώστε να μετατραπεί σε πάγο. Τότε ο καπουδάν πασάς οργανώνει στο μοναστήρι του Οκ-μεϊντάν γιορτή για τον μεγάλο βεζίρη και τους άλλους υπουργούς του κράτους. Καθώς το Οκ-μεϊντάν βρίσκεται υπό την άμεση επιθεώρηση των τοξοτών, έρχονται επίσης από το σώμα των γενίτσαρων ο αρχηγός των ασκήσεων (ταλέμ χανετζή-μπασης), ο αρχηγός των τοξοτών (αγιετζή-μπασης) και άλλοι τοξότες για να συμμετάσχουν σε αυτήν την υπηρεσία. Το επόμενο πρωί όλος ο στρατός προχωράει στο Εγιούπ, όπου μαζεύουν το χιόνι στα χωράφια του Εντρίς και γεμίζουν τις αποθήκες χιονιού εκείνου του τόπου. Υπάρχουν επτά τέτοιοι χιονολάκκοι, το πάνω μέρος των οποίων είναι καλυμμένο. Ο χιονολάκκος (καρλίκ) του σουλτάνου, εκείνος του Μωάμεθ Β’, εκείνος του σεΐχη Εντρίς, εκείνος του Κουρουτζή. Κάνουν το ίδιο με τους χιονόλακκους στις κοιλάδες Μίχ-ντερε, Ουασίλ-ντερε, Σουτζή-ντερε και Νασίφ-πασά-ντερε. Εκατό περίπου καζάνια βράζουν, για να κεράσουν πλούσιο δείπνο τον μεγάλο βεζίρη και τα στρατεύματα, ενώ παρών είναι ο αρχηγός των ανθρώπων του πάγου, μαζί με τον γιογουρτζή-μπαση του Εγιούπ, τον σούμπαση του Εγιούπ και τον κεχαγιά των βοσκών. Το καλοκαίρι αυτοί οι λάκκοι αδειάζονται από τον καρτζή-μπαση, που παραδίδει το χιόνι και τον πάγο όταν ζητείται για την υπηρεσία του αυτοκράτορα και της βαλιδέ. Στη δημόσια πομπή αυτοί οι άνθρωποι του πάγου περνούν με τουρμπάνια διαφορετικών σχημάτων και μεγεθών, όλα φτιαγμένα από χιόνι. Ρίχνουν χιονόμπαλες ο ένας στον άλλο και στους θεατές, κάνοντας πολλά άλλα κόλπα. Σέρνουν επίσης σε κάρρα φορτία χιονιού σε μέγεθος τρούλου και κλείνουν την ακολουθία τους εβδομήντα έως ογδόντα σειρές μουλαριών φορτωμένων με το πιο αγνό χιόνι από το όρος Όλυμπος. Οι άνθρωποι του πάγου μισόγυμνοι, κρατούν στα χέρια τους ρόπαλα φτιαγμένα από πάγο. Μερικοί από αυτούς περνούν σύρμα μέσα από τα αυτιά τους και κάποιοι τρυπούν τα άκρα τους και περνούν μπαστούνια μέσα τους. Ο αριθμός των καλυμμένων λάκκων πάγου ανέρχεται σε εβδομήντα. Ύστερα από αυτόν την ακολουθία των ενώσεων που ανήκουν στους μάγειρες, περνάει ο ίδιος ο αρχηγός των μαγείρων, ο αστζί-μπασης, με τους τερεκτζή-μπαση και τον αρχηγό των ανθρώπων του πάγου (καρτζή-μπαση) περικυκλωμένους από τους υπηρέτες τους, όλους ντυμένους με πανοπλίες, ακολουθούμενος από τη μπάντα της οκταμελούς τουρκικής μουσικής και όλους τους γιαμάκ που έχουν επικεφαλής τους αρχηγούς τους.
Έγινε μεγάλος διαγωνισμός για το προβάδισμα ανάμεσα στους ψαρομάγειρες και τους ζαχαροπλάστες (χαλβατζή). Ο αυτοκράτορας αποφάσισε ότι οι δεύτεροι έπρεπε να προηγούνται, προς μεγάλη ενόχληση των ψαρομαγείρων, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον προστάτη τους Ιωνά και κατηγορούσαν τους χαλβατζήδες, οι οποίοι μέμφονταν τους ψαρομάγειρες λέγοντας ότι το ψάρι ήταν τροφή πολύ ανθυγιεινή, που ξεμωραίνει. Ως απόδειξη, ανέφεραν τι είχε συμβεί όταν ο διάσημος Γιαζιτζή-ζάντε Μοχάμεντ Εφέντης, ο συγγραφέας του Μοχαμεντιέ (τουρκικού ποιήματος για τη μωαμεθανική θρησκεία), έστειλε το έργο του το έτος 847 (1443) στο Μπαλχ και στη Μπουχάρα. Όταν είπαν στους δάσκαλους αυτών των δύο πολυμαθών πόλεων ότι ο συγγραφέας το είχε γράψει στην ακτή, κλεισμένος σε σπηλιά, αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε ποτέ να είχε φάει ψάρι, γιατί ένας άνθρωπος που τρώει πολλά ψάρια είναι σίγουρο ότι θα χάσει τη διάνοιά του και ποτέ δεν θα μπορούσε να συνθέσει τόσο πολύτιμο έργο. Οι μαθητές του συγγραφέα διαβεβαίωσαν το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος, ούτε ο πατέρας του ούτε ο παππούς του είχαν φάει ποτέ ψάρι. Σε αυτή τη μομφή οι χαλβατζή πρόσθεσαν τον έπαινο του χαλβά, βασισμένοι στα εγκώμια που περιέχονται στο Κοράνι για τα σταφύλια και το μέλι. Για τον χαλβά ήταν που ο Προφήτης (που αγαπούσε πολύ τα γλυκά) είπε, «Η αγάπη για τα γλυκά πηγάζει από την πίστη» και πάλι, «Ο πιστός είναι γλυκός, ο κακός ξινός». Έχοντας διατυπώσει τις αξιώσεις τους με αυτόν τον τρόπο ενώπιον του αυτοκράτορα, πήραν τις ψήφους όλης της συγκέντρωσης ότι τους ανήκε το προβάδισμα απέναντι στους ψαρομάγειρες και κατά συνέπεια απέκτησαν το αυτοκρατορικό δίπλωμα.
Η δέκατη τρίτη ενότητα
Οι χαλβατζήδες ή ζαχαροπλάστες. Ο χώρος εργασίας των αυτοκρατορικών ζαχαροπλαστών είναι στο Σεράι. Στην εμφάνιση είναι σαν τους άλλους υπηρέτες, με λευκά καπελάκια και ξυρισμένα μουστάκια. Προστάτης όλων των χαλβαδοφάγων είναι ο Προφήτης, που του άρεσαν εξαιρετικά τα γλυκά, αλλά προστάτης των χαλβατζήδων ή ζαχαροπλαστών είναι ο Χαλβατζή Ομάρ και επίσης ο Χουσεΐν, ο γιος του Νασάιρ, ο οποίος επινόησε διάφορα είδη χαλβά.
(196) Οι χαλβατζήδες της πόλης (χαλβατζιάν-μπιρούν) είναι 400 άνδρες, με 170 καταστήματα. Στήνουν τα καταστήματά τους πάνω σε αμαξίδια με κάθε είδους χαλβά, όπως λευκό χαλβά, χαλβά φεγγαριού, χαλβά χουρμά, χαλβά αμυγδάλου, κετάν χαλβά και χαλβά γαζιλάρ, που φέρνει το νερό στα στόματα των αγοριών της πόλης, τα οποία τον καταβροχθίζουν με τα μάτια τους. Περνούν μοιράζοντας γλυκίσματα σε όλες τις πλευρές.
(197) Οι χαλβατζήδες που γυρίζουν με τις πιατέλες στο κεφάλι τους (χαλβατζιγιάν ταμπλακαράν) είναι 500 άνδρες, χωρίς καταστήματα. Κουβαλούν στο κεφάλι τους κάθε είδους χαλβά και γλυκά από τριαντάφυλλα, σουσάμι, καρύδια και φιστίκια, διαλαλώντας τα με γλυκά δελεαστικά λόγια.
(198) Οι έμποροι των γλυκισμάτων που ονομάζονται ακίντε (ακιντετζιγιάν) είναι 200 άνδρες, με 70 καταστήματα. Ο προστάτης τους ζωστηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ και κείται θαμμένος στη Μπάσρα. Τα πιο διάσημα καταστήματα για ακίντε είναι εκείνο της Αγίας Σοφίας, εκείνο της Αγοράς Αλευριού, εκείνο του Ντεντέ-μπεγκ στο Κασίμ-πασα και του Σάφι-Τσελεμπή στο Σκουτάρι, τα γλυκά από τα οποία δεν θα χαλάσουν, ακόμη κι αν διατηρηθούν για πέντε χρόνια. Εκθέτουν πάνω σε αμαξίδια διάφορα είδη ζαχαροπλαστικής σε λεκάνες και αρωματίζουν το μυαλό του θεατή με άρωμα κεχριμπαριού.
(199) Οι ζαχαροπλάστες του Γαλατά (σεκερτζιγιάνι Γκαλατά). Εκθέτουν σε δημόσια θέα διάφορα γλυκά κουταλιού (μούλεμπε) όπως αμύγδαλα, φιστίκια, τζίντζερ, φουντούκια, φλούδα πορτοκαλιού, αλόη, καφέ κλπ. διατηρημένα σε ζάχαρη διαφόρων χρωμάτων σε εκλεκτά κρυστάλλινα μπουκάλια, κρεμώντας στα καταστήματά τους διάφορα είδη ταπήτων τοίχου, μεταξωτών, σατέν και χρυσοκέντητων. Οι άνθρωποι τους αποκαλούν συνήθως ισπετσεράν (Speziali, γερμανικά, Spicery-handler). Είναι ως επί το πλείστον Έλληνες από τη Χίο ή Φράγκοι, μεγάλοι δεξιοτέχνες στην τέχνη τους και επίσης πολύ έμπειροι στην ιατρική. Είναι πεντακόσιοι άνδρες, εγκατεστημένοι σε εξήντα καταστήματα. Παρουσιάζουν σε αυτή τη δημόσια έκθεση δένδρα από ζάχαρη, με καρπούς πάνω τους, αξιοθαύμαστη επίδειξη! Πίσω τους βαδίζουν οι αρχι-ζαχαροπλάστες του σεράι και της πόλης, με τον στρατό των ζαχαροπλαστών τους με μυτερά καπέλα και με την οκταμελή τουρκική μουσική τους.
Η δέκατη τέταρτη ενότητα
Ο επιθεωρητής των ψαριών, μπαλούκ-εμίνι.
(200) Οι ψαράδες (μπαλουκτζιάν) του Σεράι, 300 στον αριθμό, διοικούνται από τον επιθεωρητή της αυτοκρατορικής αλιείας, θέση που εκμισθώνεται κάθε χρόνο για επτά εκατομμύρια άσπρα. Η εγκατάστασή τους (κιάρ-χανε) βρίσκεται έξω από την Αγορά Αλευριού, στην παλιά ιχθυαγορά στην ακτή, όπου συγκεντρώνονται όλοι οι επιθεωρητές της αλιείας. Υπάρχει ένα κεχαγιάς συνδεδεμένος με αυτήν, ένας υπάλληλος και τσαούς, εφοδιασμένοι με αυτοκρατορικά διπλώματα, με εβδομήντα κουλτζή, μερικοί από τους οποίους τοποθετούνται πάνω από τους ψαράδες και άλλοι πάνω από εκείνους που παίρνουν στρείδια, κλπ. Προστάτης τους είναι ο Ιωνάς και στην εποχή του Προφήτη ο Νασρουλλάχ Σεμάντ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν ο Πέρσης. Ήταν τόσο διάσημος ψαράς, που αν έριχνε το δίχτυ του στην έρημο πάνω στην άμμο, ήταν σίγουρος ότι θα έπιανε ψάρια. Όταν εγώ, ο φτωχός Εβλία, ήρθα από τη Δαμασκό στο προσκύνημά μου στο μέρος που ονομάζεται Σμαραγδένιο Πηγάδι (Μπιρ-ζεμρούντ), οι προσκυνητές έφεραν τις ποδιές τους γεμάτες με μικρά και μεγάλα ψάρια που είχαν βρει στην άμμο και τα οποία έβρασαν και έφαγαν. Ήσαν τα υπολείμματα εκείνων των ψαριών που ο Προφήτης παρήγγειλε στον Νασρουλλάχ Σεμάντ να πιάσει εδώ, ρίχνοντας το δίχτυ του στην άμμο. Τα διάφορα είδη ψαράδων είναι:
(201) Οι ψαράδες που παρακολουθούν από ξύλινες εξέδρες (νταλιαντζιγιάν). Υπάρχουν 300 νταλιάν, 700 άνδρες. Το κύριο νταλιάν βρίσκεται στο Μπέυκοζ, για να πιάνουν τους ξιφίες (πέσου σπάντα), όπου ένας άνδρας προσέχει από ψηλό κατάρτι και αν δει τα ψάρια να έρχονται, ρίχνει μια πέτρα στο νερό για να τρομάξει τα ψάρια και να μπουν στο δίχτυ που έχει απλωθεί για αυτά. Στη συνέχεια τραβούν το δίχτυ, σκοτώνουν τα ψάρια με ρόπαλα και τα φέρνουν στην Ισλαμπόλ. Υπάρχουν τρία νταλιάν για να πιάνουν τον ξιφία, ενώ το τέταρτο είναι για να πιάνουν το καλκάν-μπαλίκ (ρόμβο) στη θέση που λέγεται Μαύρες Πέτρες και το πέμπτο στον Δέρκο, για να πιάνουν το ψάρι κιουρέκ-μπαλίκ. Τα άλλα νταλιάν είναι εγκατεστημένα και στις δύο πλευρές του καναλιού της Ισλαμπόλ για να πιάνουν το σκόμπρο [σκουμπρί], το μπαλαμούτ [παλαμήδα], το κέφαλ, το πατσούρ, το παλαρία, το λούφερ [γαλαζόψαρο] και πολλές χιλιάδες είδη ψαριών, τα ονόματα των οποίων είναι άγνωστα σε μένα. Δίνουν το ένα δέκατο στον μπαλούκ-εμίνι.
(202) Οι ψαράδες με τα μεγάλα δίχτυα (ιγριμπτζιγιάνι σαμαντάν) είναι 3.000 άνδρες, που δεν έχουν καταστήματα. Μερικές φορές το ιγρίμπ (μεγάλο δίχτυ) είναι τόσο βαρύ, που δύτες αναγκάζονται να πάνε κάτω από το νερό και να το κόψουν για να ελαφρύνει. Το ιγρίμπ έχει δύο φτερά, καθένα από τα οποία τραβούν διακόσιοι περίπου άνδρες. Είναι περίεργο σύνολο ανθρώπων.
(203) Οι ψαράδες, που ψαρεύουν με τα δίχτυα που λέγονται καρίτγια (καριτγιατζιγιάν). Έχουμε μετρήσει στο λιμάνι της Ισλαμπόλ, από το σεράι Μπουρνού μέχρι το Εγιούπ, εκατόν πενήντα δίχτυα που λέγονται καρίτγια. Δέκα ψαράδες, απόγονοι των Ελλήνων που άνοιξαν την πύλη Πετρίου στον Μωάμεθ Β’, είναι ακόμη και τώρα ελεύθεροι από κάθε είδους δασμό και δεν πληρώνουν φόρο δεκάτης στον επιθεωρητή αλιείας. Καρίτγια ονομάζεται η αλιευτική συσκευή, η οποία αποτελείται από κεραία ή κοντάρι που απλώνεται από ένα σπίτι στην ακτή, με τετράγωνο δίχτυ στερεωμένο στην άκρη της, με το οποίο πιάνονται τα ψάρια. Οι Έλληνες που κατοικούν στην ακτή του λιμανιού υπόκεινται όλοι στη δικαιοδοσία του μποσταντζή-μπαση, χωρίς την άδεια του οποίου δεν επιτρέπεται να στήσουν πάσσαλο στη θάλασσα. Του πληρώνουν για κάθε πάσσαλο ένα δουκάτο. Οι ψαράδες που είναι ελεύθεροι από δασμούς έχουν την υποχρέωση να κυνηγούν δελφίνια, τα οποία χρησιμεύουν ως φάρμακο για τον αυτοκράτορα. Γνωρίζουν τα μέρη όπου κρύβονται ανάμεσα στα Πριγκηπονήσια. Αν κάποιος άλλος τα κυνηγήσει, τιμωρείται.
(204) Οι ψαράδες με το κοινό δίχτυ αγ (αγτζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες.
(205) Οι ψαράδες με το δίχτυ που ονομάζεται σάτσμα (σατσματζιγιάν) είναι 300 άνδρες. Περπατούν στην ακροθαλασσιά μέρα-νύχτα και ρίχνουν το δίχτυ που κρατούν στα χέρια τους με υπέροχο τρόπο τη στιγμή που βλέπουν ψάρι.
(206) Οι ψαράδες με τη πετονιά (ντουζεντζιγιάν) είναι 600 μικρές βάρκες (τσιρνίκ), 1.000 άνδρες. Ρίχνουν τα αγκίστρια τους με μια κλωστή στο νερό και έτσι πιάνουν διάφορα νόστιμα ψάρια.
(207) Οι καμακωτές (σαπκαντζιγιάν). Γνωρίζουν τα στέκια των ψαριών και τα παρακολουθούν σε βάρκες με δόρατα και καμάκια, με τα οποία σκοτώνουν τα ψάρια που ονομάζονται παλαμήδες, αλακέρντε,116 λούρκι [λαβράκι], κολιός κλπ.
(208) Οι ψαράδες με τις γλάστρες (σαγιάντι τσομλεκτζή). Ρίχνουν στο Καγίτ-χανε και σε άλλα μέρη λιπαρές γλάστρες με κορδόνια στο νερό, όπου καταφεύγουν ψάρια του βυθού.
(209) Οι ψαράδες με τα καλάθια (σεπετζιγιάν σαγιάντι). Βαδίζουν δίπλα στη θάλασσα και σε μέρη που δεν υπάρχει ρεύμα και βάζουν στο νερό καλάθια δολωμένα με ψωμί. Τα ψάρια δεν μπορούν να ξεφύγουν, αν μπουν μια φορά. Σε αυτά τα καλάθια πιάνουν αστακούς, θαλάσσιες αράχνες, καβούρια κλπ. και διάφορα άλλα έντομα της θάλασσας, τα καλύτερα και πιο συμπαγή από τα οποία είναι οι αστακοί.
(210) Οι ιχθυοπώλες (μπαλουκτσιγιάνι σατιτζιγιάν) είναι 3.000 άνδρες. Δεν ασχολούνται με το ψάρεμα αλλά μόνο με την πώληση ψαριών. Τα καταστήματά τους είναι στο Μπαλατά, στο Φενέρ, το Τζουμπέ Αλή, την Αγορά Αλευριού, τη Νέα πύλη, το Πίρι Πασά, το Κασίμ-πασα, το Χας-κιόι, τον Γαλατά, το Τόπ-χανε, το Μπεσίκτας κλπ.
Οι ψαράδες στολίζουν τα καταστήματά τους πάνω σε αμαξίδια με πολλές χιλιάδες ψάρια, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν πολλά τέρατα της θάλασσας. Εκθέτουν δελφίνια με αλυσίδες, θαλάσσια άλογα, κάστορες, φάλαινες και άλλα είδη ψαριών μεγάλου μεγέθους, τα οποία πιάνουν μερικές ημέρες πριν από τη δημόσια πομπή και φορτώνουν με αυτά κάρρα που τα σέρνουν εβδομηνταοκτώ βουβάλια. Ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς τους ψαράδες είναι Έλληνες από την Καϊσαρίε, τη Νίγκντε και τη Μάνια [Μάνη;]. Περνούν φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι» προς μεγάλη έκπληξη των θεατών. Οι ελεύθεροι από δασμούς καρατιατζή συλλέγουν επίσης διάφορα έντομα της θάλασσας, ενώ πολλοί από αυτούς κρατούν στα χέρια τους πελεκηφόρα δόρατα, καμάκια, τσακάν και τεχνητά δένδρα.
(211) Οι ψαράδες στρειδιών (ιστριντιετζιγιάν) είναι 800 άνδρες με 300 καταστήματα. Ρίχνουν στη θάλασσα σιδερένιες τσουγκράνες, με τις οποίες βγάζουν στρείδια, κοχύλια, θαλάσσια κάστανα και διάφορα τέτοια εδέσματα, τα οποία πωλούν στους οινοπότες αδελφούς τους. Το είδος των στρειδιών που ονομάζονται λάκοζ είναι πολύ δυναμωτικά. Κάποιοι τα τρώνε ψητά στη φωτιά σε σιδερένια τηγάνια. Αν τρώγονται γρήγορα είναι σαν να καταπίνεις μια κίτρινη γλίτσα, αλλά δυναμώνουν εξαιρετικά και επομένως είναι υγιεινά για τους άνδρες που επιθυμούν να ευχαριστήσουν τις γυναίκες τους, με λίγα λόγια είναι λιχουδιά για ακόλαστους. Το πιλάβ, φτιαγμένο με οστρακοειδή και αγνό λάδι, που ονομάζεται μίντια-πιλάβ, είναι επίσης νόστιμο πιάτο. Αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να επαινεθούν το σκόμπρο [σκουμπρί], το νιλούφερ [γαλαζόψαρο] και το ρόμπο [ρόμβος, καλκάν], επειδή ο άνθρωπος που τα τρώει είναι ικανός να αναπαράγει το είδος του. Έπαινος αξίζει επίσης στο κέφαλ-μπαλίκ (κέφαλος), για το οποίο μπορεί να ειπωθεί, «τρώω το ψάρι μέχρι και το κεφάλι του». Εκτός από τους ψαράδες που αναφέρθηκαν υπάρχουν και πολλές εκατοντάδες άλλοι, αλλά αυτοί παρουσίασαν τη δυλειά τους στον σουλτάνο Μουράτ στη δημόσια πομπή και τους ακολουθούσαν οι ψαρόμαγειρες, ως βοηθοί τους.
(212) Οι ψαρομάγειρες (αστζιγιάνι-μπαλούκ-μπαζάρι) είναι 900 άνδρες, με 500 καταστήματα. Είναι όλοι άπιστοι Έλληνες, που μαγειρεύουν ψάρια με διάφορους τρόπους, άλλοι με ελαιόλαδο και άλλοι με λινέλαιο, που έρχεται από την Αίγυπτο και το Ροντοστό [Ραιδεστό]. Ωραία αγόρια είναι έτοιμα να εξυπηρετήσουν στα καταστήματά τους, με λευκά μαντήλια και προσεγμένες λεκάνες και δοχεία. Μαγειρεύουν μίντια-πιλάβ, στρείδια και σούπα κέφαλ [κέφαλου]. Αυτοί οι Έλληνες έχουν ορισμένες ημέρες στις οποίες νηστεύουν, όπως στις γιορτές του Αγίου Νικολάου, της Παναγίας, του Σαρή Σαλτίκ (;) Δημητρίου, του Γεωργίου, του Ηλία, του Συμεών και του Καρά Κόντζολος [;]. Αυτές τις ημέρες οι ψαρομάγειρες μαγειρεύουν πιάτα χωρίς βούτυρο, φασόλια, μπιζέλια, φακές, χυλό, αγγούρια, κρεμμύδια κλπ. Στη δημόσια πομπή περνούν τραγουδώντας τραγούδια και κάνοντας αστεία. Είναι κωμικό σύνολο ανθρώπων και έκαναν τον αυτοκράτορα να γελάει πολύ, ο οποίος είχε εύθυμο ταμπεραμέντο.
(213) Οι κατασκευαστές διχτυών (αγτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 80 καταστήματα. Ο προστάτης τους δεν μου είναι γνωστός. Περνούν κάνοντας διάφορα κόλπα στα καταστήματά τους, όπου απλώνουν δίχτυα και σχοινιά. Η παροιμία λέει: «Όποιος φτιάχνει το δίχτυ, δεν θα το επισκευάσει, όποιος το απλώσει, δεν θα το τελειώσει και όποιος φάει το ψάρι, δεν θα το νιώσει». Το τελευταίο γίνεται πραγματικότητα όταν τρώει κανείς ρόμπι (κοπάδια), που δεν είναι παρά πνεύματα σε σωματική μορφή. Ύστερα από αυτούς βαδίζει ο επιθεωρητής της αλιείας με τους υπηρέτες και τους ενόπλους του και την οκταμελή τουρκική μουσική. Έχουμε ήδη αναφέρει το πομπώδες πέρασμα του επιθεωρητή του κηροποιείου, του επιθεωρητή των σφαγείων, του επιθεωρητή της λαχαναγοράς και του επιθεωρητή των προβάτων. Οι άλλοι επιθεωρητές που ζήλευαν όλο και περισσότερο αυτή την τιμή, παρουσίασαν με ενδιάμεσο τον ευνοούμενο Σιλιχτάρ Μουσταφά Πασά μια αίτηση, με την οποία παρακαλούσαν για την άδεια να κάνουν, όπως οι συνάδελφοί τους, την εμφάνισή τους ενώπιον του αυτοκράτορα. Η αίτησή τους εγκρίθηκε και εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα, το οποίο ρύθμιζε την ακολουθία των εμίν ή επιθεωρητών με την ακόλουθη σειρά.
Η δέκατη πέμπτη ενότητα
Οι αυτοκρατορικοί επιθεωρητές (ουμενάι σουλτάν). Ο επιθεωρητής της Αγοράς Αλευριού (Ουνκαπάνι εμίνι) έχει ήδη αναφερθεί με τους φουρναραίους. Έχει μεγάλη ευθύνη και διορίζεται με αυτοκρατορικό δίπλωμα (ρούσι χουμαγιούν). Ένας υπάλληλος, ένας ζυγιστής, ένας κεχαγιάς, ένας αρχι-αχθοφόρος, επτά λοχαγοί και τσαούσηδες προσαρτώνται στην υπηρεσία του με το αυτοκρατορικό δίπλωμα. Οι αχθοφόροι απολαμβάνουν ένα είδος φέουδου (γκεντέκ) και είναι όλοι δυνατοί, ρωμαλέοι άνδρες. Αν κάποιος από αυτούς πεθάνει, τον αντικαθιστά ένας από τους αχθοφόρους του Τζανμπερντί. Είναι εγκρατείς στο φαγητό τους και κουβαλούν φορτία μέχρι βάρους χιλίων οκάδων. Στο Αϊντιντζίκ, το Μπαντίρμα, το Έρντεκ και το Μιχαλίτς, δέκα άνδρες σηκώνουν σάκους που ονομάζονται σιγκιλίμ, βάρους επτά έως οκτώ οθωμανικών κανταριών, τους οποίους βάζουν στη ράχη ενός μόνο αχθοφόρου, ο οποίος το μεταφέρει, αν και τον βοηθούν δύο άλλοι αχθοφόροι (ζίλε χαμάλ) στο πλευρό του.
Ο δεύτερος είναι ο επιθεωρητής του ταχμίς-χανέ (εμίνι ταχμίς), όπου αλέθεται ο καφές. Τριακόσιοι άνδρες απασχολούνται στο άλεσμα του καφέ για όλη την Ισλαμπόλ, το δέκατο των εσόδων του οποίου πηγαίνει στο δημόσιο ταμείο. Ένας μάγειρας των γενίτσαρων διορίζεται να εποπτεύει εδώ, για να αποτρέπει κάθε θόρυβο και ταραχή. Δουλεύουν πάντοτε εκατό γουδιά, ο θόρυβος των οποίων μοιάζει με βροντή. Για μια οκά αλεσμένου καφέ πληρώνονται τρία άσπρα στον μύλο και δύο στον επιθεωρητή. Σε αυτή την εγκατάσταση υπάρχουν τρεις φούρνοι για το ψήσιμο του καφέ. Ένας άλλο ταχμίς υπάρχει κοντά στο τζαμί της μητέρας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’.
Ο τρίτος είναι ο επιθεωρητής της ζύγισης του μεταξιού (εμίνι μιζάνι-χαρίρ). Κατοικεί στο Χότζα-χαν, κοντά στο Μοχάμεντ Πασά. Ο υπάλληλος του, ο κεχαγιάς και οι τσαούσηδες διορίζονται όλοι με αυτοκρατορικά διπλώματα. Όλο το μετάξι πρέπει να ζυγίζεται ενώπιόν του και εισπράτει το ένα δέκατο.
(214) Οι έμποροι του μεταξιού (ιπεκτζιγιάν) βρίσκονται υπό την άμεση επιθεώρησή του και είναι 2.000 άνδρες με 200 καταστήματα. Αν και το μετάξι είναι απαγορευμένο, αναγνωρίζουν τον Ιώβ ως προστάτη τους, γιατί τα σκουλήκια που έφαγαν τη σάρκα του έδωσαν το πρώτο μετάξι. Την εποχή του Προφήτη, προστάτης τους ήταν ο Σαφβάν της Υεμένης, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα μεταξωτά είδη.
Ο τέταρτος είναι ο επιθεωρητής της αποθήκης κεριών (εμίνι σεμά-χανε), για τον οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά με τους κηροποιούς.
Ο πέμπτος είναι ο επιθεωρητής του εργοστασίου χρυσοσυρμάτων (εμίνι σιρμακές-χανε). Υπάρχει ένας αγάς, ο κεχαγιάς, ο υπάλληλος και τσαούσηδες, όλοι διορισμένοι με αυτοκρατορικό δίπλωμα. Αυτό το μεγάλο οικοδόμημα βρίσκεται κοντά στην πύλη Παρμάκ, στο κάτω μέρος του Τεβεκελί Τσεσμέ.
(215) Η ένωση των συρματουργών χρυσού (σιρμακεσάν) αποτελείται από 400 άνδρες που απασχολούνται σε διαφορετικά επαγγέλματα αυτού του εργοστασίου. Προστάτης τους είναι ο Χαλέντ Μπεν Νασρ Μπεν Αμπντουλάχ. Ο πατέρας του Νασρ είναι ο προστάτης των χρυσοχόων. Ο Χαλέντ εφηύρε το χρυσό σύρμα και ζώστηκε από τον Σελμάν. Είναι θαμμένος στη Μέκκα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με σίρμα και κιλαμπουντάν, φτιαγμένα σε μορφή διχτυών.
(216) Οι έμποροι σίρμα και κιλαμπουντάν (σίρμα βε κιλαμπντάν σατιτζή) είναι 150 άνδρες με 80 καταστήματα.117 Ο προστάτης τους, ζωσμένος από τον Ινς Μπεν Μάλεκ, είναι θαμμένος στο Ρέι.
Ο έκτος είναι ο επιθεωρητής της αποθήκης βουτύρου (εμανέτι γιαγ-καπάνι), αγάς με 300 άνδρες. Ο επιθεωρητής, ο κεχαγιάς του και οι τσαούσηδές του διορίζονται όλοι με αυτοκρατορικά διπλώματα. Λαμβάνει το δέκατο από όλο το φρέσκο και λιωμένο βούτυρο και από κάθε είδους λάδια. Είναι μεγάλη θέση επιθεωρητή και εκχωρείται ετησίως για επτά εκατομμύρια άσπρα. Υπάρχουν ειδικοί επόπτες (ντιντεμπάν), μεσίτες (σιμσάρ) και εισπράκτορες των φόρων κουλτζί και ρεφτζί που συνδέονται με αυτό.
(217) Οι έμποροι βουτύρου (τουτζαράν-ι γιαγτζιγιάν), 1.000 στον αριθμό, είναι μεγάλοι έμποροι. Εκθέτουν στα καταστήματά τους, καθώς περνούν, κάθε είδους βούτυρο και λάδι. Αν δουν ωραία αγόρια, τους φωνάζουν: «Σταθείτε, νεαροί κύριοι, θα σας λαδώσω, σταθείτε να μη χάσω το βούτυρό μου».
(218) Οι έμποροι λαδιού (γιαγτζιγιάν-ι ζέιτ) είναι 1.085 άνδρες με 600 καταστήματα. Δεν ξέρω τον προστάτη τους. Παρουσιάζουν στη δημόσια επίδειξη μεγάλα μπουκάλια γεμάτα λάδι και τους ακολουθεί ο επιθεωρητής έφιππος, μαζί με τους υπηρέτες του, πάνω σε ωραία αραβικά άλογα.
Ο έβδομος, ο επιθεωρητής της αλιείας (μπαλίκ εμίνι), έχει ήδη αναφερθεί με τους ψαράδες και τους ιχθυοπώλες.
Ο όγδοος είναι ο επιθεωρητής του σκλαβοπάζαρου (εμανέτι εσίρχανε) με 400 άνδρες. Ένας αγάς, σεΐχης, κεχαγιάς, τσαούσηδες και ντελάληδες είναι διορισμένοι με αυτοκρατορικά διπλώματα σε αυτήν την επιθεώρηση, η οποία εκχωρείται κάθε χρόνο για εκατό πουγγιά. Το σκλαβοπάζαρο είναι ένα μεγάλο χάνι, στο Ταούκ-μπαζάρ, με τριακόσια δωμάτια στους επάνω και κάτω ορόφους. Στο κάτω μέρος της πύλης, που είναι κλειστή με σιδερένιες κλειδαριές, κατοικεί ο επιθεωρητής, ο οποίος παίρνει ένα δέκατο από όλους τους σκλάβους και των δύο φύλων που αγοράζονται και πωλούνται εδώ. Ο πρώτος προστάτης του δουλεμπορίου ήταν ο Χαμ Νεσίμ, Εβραίος έμπορος, που ελευθέρωσε τον Αιγύπτιο Γιουσούφ από το πηγάδι και στη συνέχεια τον πούλησε στον Αζίζ (υπουργό Οικονομικών) της Αιγύπτου. Το δουλεμπόριο κατάγεται επίσης από τον Χαμ Νεσίμ, τον Εβραίο. Την εποχή του Προφήτη, στη νίκη του Χονάιν, που κερδήθηκε τον μήνα Ραμαζάν, όταν σκοτώθηκε ο επικεφαλής των ειδωλολατρών, ο Αμπού-τζέχελ, μαζί με εβδομήντα οπαδούς του, τα αγαθά τους έγιναν λάφυρα και οι οικογένειές τους σκλάβοι, τους οποίους πούλησε ο Μποντέιλ Μπεν Ουάρκα, ένας από τους συντρόφους του Προφήτη. Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο Αμπάς, ο θείος του Χάμζ, έχοντας συλληφθεί αιχμάλωτος στη μάχη του Όχοντ, αγοράστηκε από τον Μποντέιλ Μπεν Ουάρκα, ο οποίος θεωρείται πλέον προστάτης του δουλεμπορίου. Σκοτώθηκε μαζί με τον Χάμζ στην ίδια μάχη του Όχοντ και θάφτηκε κοντά στο μνημείο του μάρτυρα.
(219) Οι δουλέμποροι (μπαζεργκάν-ι εσιρτζιγιάν) είναι 2.000 άνδρες. Χρησιμοποιούν τα δωμάτια του μεγάλου χανιού, όπου είναι εγκατεστημένο το σκλαβοπάζαρο. Αυτοί οι άνθρωποι ντύνουν με την ωραιότερη στολή, την ημέρα της δημόσιας πομπής, τους σκλάβους από την Κιρκασσία, τη Μινγκρελία, τη Δαδιανή κλπ. τους οποίους έχουν αγοράσει, ως νόμιμη λεία και τους περνούν για επιθεώρηση ενώπιον του αυτοκράτορα στο αυτοκρατορικό κιόσκ. Στη συνέχεια, ο αυτοκράτορας παίρνει εκατό λαμπρούς Γεωργιανούς, Αμπχάζιους και Κιρκάσιους για το αυτοκρατορικό Σεράι, ανταμείβοντας τους ιδιοκτήτες τους με υπέροχα δώρα. Την ακολουθία τους κλείνει ο επιθεωρητής των σκλάβων, μπροστά από τον οποίο βαδίζουν εκατοντάδες ωραία κορίτσια, ντυμένα με τα πιο ακριβά ρούχα. Ακολουθούν χίλια περίπου ωραία αγόρια, με μάτια και πρόσωπα λαμπερά, που περπατούν, αντί για σατίρ και υπηρετόπουλα, μπροστά και γύρω από τον επιθεωρητή.
Ο ένατος, ο επιθεωρητής του αλατιού (τουζ εμίνι), έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, μαζί με τους αλατεμπόρους. Το αποθετήριο αυτού του επιθεωρητή είναι ένας ψηλός τετράγωνος πύργος ανάμεσα στην πύλη των ψαριών και την πύλη της φυλακής, μπροστά στο Τζιντζιλάρ. Ο ναΐμπ και ο κεχαγιάς διορίζονται με αυτοκρατορικά φιρμάνια.
Ο δέκατος είναι ο επιθεωρητής της γαλέτας (πεκσουμάτ εμίνι), ο οποίος έχει αναφερθεί με όλους τους άνδρες του κάτω από τον αρχιφούρναρη. Τον υπολογίζουν πολύ σε εποχή πολέμου.
Ο ενδέκατος είναι ο επιθεωρητής του κρασιού (χαμρ εμίνι), στον οποίο θα γίνει αναφορά όταν θα μιλήσουμε για ακόλαστους και κακούς ανθρώπους, που πωλούν αυτό το απαγορευμένο είδος.
Ο δωδέκατος είναι ο επιθεωρητής του πυριτιδοποιείου (εμίνι μπαρούτ-χανε). Υπάρχουν πέντε εργοστάσια πυρίτιδας στην Ισλαμπόλ. Το πρώτο στην Αγορά Αλευριού, στο Τουφένγκ-χανε, δέκα γουδιά. Το δεύτερο στο Ατ-μεϊντάν, που ανήκει στους γενίτσαρους. Το τρίτο, κοντά στην Αγιασόφια, στους στρατώνες των οπλοποιών. Το τέταρτο, κοντά στην αγορά των ζαχαροπλαστών (ματζουντζή), τριάντα γουδιά που τα δουλεύουν άλογα. Το πέμπτο, μεγάλο κτίριο καλυμμένο με μόλυβδο, που αξίζει να το δεις, έχει ήδη περιγραφεί στους περιπάτους της Ισλαμπόλ. Εκτός από την πυρίτιδα που παρασκευάζεται σε αυτά τα πέντε εργοστάσια, γίνεται κάθε χρόνο εισαγωγή πυρίτιδας από την Αίγυπτο, η οποία φυλάσσεται στους μεγάλους τετράγωνους πύργους του τείχους της πόλης, από την πύλη Σηλυμβρίας [Σιλίβρι-καπί] μέχρι τη Νέα Πύλη [Γενί-καπί]. Καθένας από αυτούς τους πύργους φρουρείται από δέκα έως δεκαπέντε τζεμπετζή. Το κάπνισμα απαγορεύεται σε αυτόν τον δρόμο, γιατί όλες οι αποθήκες είναι γεμάτες πυρίτιδα. Όταν γίνεται η εισαγωγή πυρίτιδας από την Αίγυπτο και τη Θεσσαλονίκη στην Ισλαμπόλ, χίλια περίπου άλογα και φορτωμένα κάρρα τα αφήνουν κάτω στην ύπαιθρο, στον δρόμο, για προληπτικούς λόγους. Αυτή η προφύλαξη είναι απαραίτητη, γιατί την εποχή του σουλτάνου Μουσταφά Α’ ένας πύργος χτυπήθηκε από κεραυνό, τα τείχη ανατινάχτηκαν και μερικά θραύσματα έφτασαν σε απόσταση τεσσάρων ωρών στο Τσεκμετζέ και ακόμη πιο πέρα. Επομένως φροντίζουν να μη βάζουν την πυρίτιδα σε μία μόνο αποθήκη, αλλά να τη μοιράζουν στους διάφορους πύργους κατά μήκος των τειχών. Οι κατασκευαστές πυρίτιδας περνούν πάνω σε κάρρα αλέθοντας πυρίτιδα. Πίσω τους βαδίζουν ο επιθεωρητής των πυριτιδαποθηκών και οι δικοί του τσορμπατζή, τσαούσηδες και άνδρες, που κουβαλούν στους ώμους τους γουδιά που χωρούν δέκα οκάδες.
Ο δέκατος τρίτος είναι ο επιθεωρητής του νομισματοκοπείου (εμίνι ντάρμπ-χανε). Το μεγάλο νομισματοκοπείο, κοντά στο τέμενος του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ στην Ισλαμπόλ, ήταν την εποχή των Απίστων το σπίτι ενός ιερέα, που ήταν μεγάλος αλχημιστής και που έχτισε με την ικανότητά του μεγάλο μοναστήρι. Ο σουλτάνος Μωάμεθ κατέστρεψε το μοναστήρι και ίδρυσε το νομισματοκοπείο, αλλά τα ερείπια του μοναστηριού φαίνονται ακόμη και τώρα. Οι τέσσερις πλευρές του μοιάζουν με φρούριο. Η επιθεώρησή του μερικές φορές ανατίθεται σε έναν από τους βεζίρηδες του τρούλου, που κατοικεί εδώ. Όταν το νομισματοκοπείο βρίσκεται σε καλή κατάσταση, κόβονται εδώ καθημερινά δέκα καντάρια ασήμι και ένα χρυσό. Τα χρυσά νομίσματα ονομάζονται σεριφί. Η επιγραφή τους είναι, «Ο σουλτάνος των δύο μερών του πλανήτη, ο χακάν των δύο θαλασσών. ο σουλτάνος γιος σουλτάνου, ο σουλτάνος Μωάμεθ Χαν, γιος του Ιμπραήμ Χαν, ας εξυψωθεί η νίκη του. Κόπηκε στην Ισλαμπόλ το έτος 1058». Στο μικρό ασημένιο νόμισμα, «Σουλτάνος Μωάμεθ Χαν, γιος του Ιμπραήμ Χαν, ας εξυψωθεί η νίκη του. Κόπηκε στην Ισλαμπόλ το 1058». Την ώρα που ένας νέος αυτοκράτορας ανεβαίνει στον θρόνο, η επιθεώρηση ανατίθεται στους κατώτερους ντεφτερντάρ, οι οποίοι κουβαλούν στο νομισματοκοπείο κάθε μέρα δέκα καντάρια ασήμι και ένα χρυσό. Οι κεχαγιάς, μεσίτης, υπάλληλοι και νομισματοκόπτες διορίζονται όλοι από αυτοκρατορικές επιτροπές (ρούς). Στο νομισματοκοπείο απασχολούνται τουλάχιστον χίλιοι άνδρες, τριακόσιοι από τους οποίους είναι άπιστοι, αλλά ενάρετοι.
(220) Αυτοί που λιώνουν τον κασσίτερο [καλτζιγιάν] είναι εκατό Εβραίοι.
(221) Οι συρματουργοί (κεχλετζιγιάν), που ονομάζονται έτσι γιατί κόβουν το σύρμα σε μικρά κομμάτια. Οι άνδρες που απασχολούνται στο νομισματοκοπείο είναι ξυλουργοί, συρματουργοί, νομισματοκόπτες, ζυγιστές, χύτες, εναλλάκτες, φρουροί. Κοντολογής, από τους ιμάμηδες και τους μουεζίνηδες μέχρι τους αχθοφόρους, περισσότερα από εβδομήντα διαφορετικά είδη ανθρώπων. Αλλά όποιος τολμήσει να κόψει έστω κι ένα νόμισμα χωρίς την άδεια του επιθεωρητή, υπόκειται στις αρχές του αυτοκρατορικού διατάγματος, το οποίο βρίσκεται στα χέρια του επιθεωρητή και ως συνέπεια μιας τέτοιας παράβασης τους κόβουν το χέρι και το πετούν μπροστά στην πύλη του νομισματοκοπείου. Οι άνδρες που απασχολούνται πηγαινοέρχονται γυμνοί. Οι ζυγιστές ζυγίζουν τα πάντα και κρατούν ακριβή λογαριασμό. Είναι μεγάλο και υπέροχο εργοστάσιο και όσοι δεν το έχουν δει, δεν έχουν δει τίποτε στον κόσμο. Το νομισματοκοπείο είναι η δόξα και τιμή της οθωμανικής οικογένειας. Το πρώτο νόμισμα εκείνης της δυναστείας κόπηκε από τον Οσμάν Μπέγκ στην Μπούρσα, το δεύτερο νομισματοκοπείο ήταν στην Πέργαμο, το τρίτο στην Κιουτάχεια, τη Σμύρνη, τη Μαγνησία, την Τίρε, την Αμάσεια, την Κασταμούνι, την Τραπεζούντα και το Μαράς. Στη συνέχεια στο Ερζερούμ, Σίβας, Τζάντζα, Καραμάν, Τοκάτ, Βαν, Ναχσιβάν, Ρεβάν, Σιρβάν, Σαμάχι, Γκέντζι, Αρνταχάν, Αζερμπαϊτζάν (στην Ταμπρίζ) και Άμιντ ή Ντιαρμπέκρ, στη Βαγδάτη, Μπάσρα, Λάχσα, Υεμένη, Αβησσυνία, Αίγυπτο, Δαμασκό, Χαλέπι, Τύνιδα, Τρίπολη και Αλγέρι. Αυτά είναι τα νομισματοκοπεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ασία και την Αφρική.
Τα νομισματικά ιδρύματα στην Ευρώπη ή Ρούμελη
Όταν ο Σουλεϊμάν Πασάς, ο γιος του Ορχάν, κατέκτησε την πόλη Ίψαλα [Κύψελα] στη Ρούμελη μια Παρασκευή, κόπηκε εκεί νόμισμα στο όνομα του σουλτάνου Ορχάν, σε ανάμνηση αυτού του μεγάλου γεγονότος, αν και δεν υπήρχε κανονικό νομισματοκοπείο. Το έχω δει. Φέρει την επιγραφή, «Κατασκευάστηκε στο Ίψαλα Μπαζάρ». Ο Σουλεϊμάν Πασάς, προωθώντας τις επιδρομές του προς το Τεκιρντάγ [Ραιδεστό], την Ισλαμπόλ και τον Δέρκο, πήρε τεράστια λεία, αλλά δυστυχώς έσπασε τον λαιμό του στο Μπουλαΐρ, όταν το άλογό του έπεσε μαζί του, κυνηγώντας μια χήνα με γεράκι. Είναι θαμμένος στο τζαμί του Μπουλαΐρ. Η δεύτερη εγκατάσταση νομισμάτων ήταν στην Καλλίπολη. Η τρίτη στην Αδριανούπολη, που κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ Α’, ο οποίος έκοψε χρήματα εκεί. Η τέταρτη στο Ουσκούμπ [Σκόπια]. Η πέμπτη στη Νοβομπέρντο, κοντά στην Πριστίνα. Ο σουλτάνος Μουράτ, μετά τη μάχη της Κοσσυφοπέδιου, δολοφονήθηκε από έναν καταραμένο άπιστο, που ονομαζόταν Βαΐλος Κούμπλακι και θάφτηκε στη Μπούρσα στα παλιά θερμά πηγάδια. Η έκτη στη Θεσσαλονίκη και η έβδομη όχι μακριά από αυτήν, στο Σιντιρ-καπισί (;). Η όγδοη στη Βοσνία. Η ένατη στη Νόβα. Η δέκατη στο Ελβασάν. Η ενδέκατη στο Μισίστρα [Μυστρά]. Η δωδέκατη στη Σόφια. Η δέκατη τρίτη στο Βίντιν. Η δέκατη τέταρτη στο Βελιγράδι. Η δέκατη πέμπτη στη Βούδα. Η δέκατη έκτη στον Καφφά. Υπάρχουν επίσης νομισματοκοπεία σε άλλα μέρη, αλλά σε αυτά έχω δει πραγματικά να κόβονται χρήματα. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπάρχουν συνολικά εξήντα εγκαταστάσεις κοπής νομισμάτων. Παλαιότερα υπήρχαν ακόμη περισσότερες, οι οποίες καταργήθηκαν για να αποφευχθεί η νοθεία του νομίσματος. Έχω δει να κόβονται χρήματα στον μεγαλύτερο αριθμό από αυτές και έχω πάρει ο ίδιος τα νομίσματα. Δεν υπάρχει πια κανένα νομισματοκοπείο, όπου τα χρήματα κόβονται με περισσότερη καθαρότητα και τελειότητα απ’ ό,τι στην Ισλαμπόλ. Το επόμενο είναι στη Βαγδάτη. Οι άνδρες του νομισματοκοπείου στολίζουν τα καταστήματά τους στη δημόσια πομπή με χρυσά και ασημένια νομίσματα και οι νομισματοκοπείς περνούν κόβοντας χρήματα. Πίσω τους έρχονται:
(222) Οι ερευνητές ασημιού (γκουμούς αραγιτζιγιάν) είναι 300 άνδρες, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο εργοστάσιο του επικεφαλής των χρυσοχόων και των ανδρών σφραγίσματος. Γυρίζουν την Ισλαμπόλ συνοδευόμενοι από δέκα γενίτσαρους που κουβαλάνε ραβδιά στα χέρια. Ψάχνουν τα πουγγιά των ανθρώπων για να ανακαλύψουν κίβδηλα νομίσματα και όταν βρουν ένα ψεύτικο, ρωτούν από πού το πήραν και οδηγούν τον άνθρωπο που το έχει ενώπιον του δικαστή. Κόβουν τα χέρια των κιβδηλοποιών ή τους κρεμούν για το καλό του κόσμου. Αυτοί οι ερευνητές νομισμάτων ανακατεύονται στις δημόσιες πομπές με τον κόσμο και κοιτάζουν τα πουγγιά τους μπροστά από το κιόσκ του αυτοκράτορα. Ακολουθούν ο επιθεωρητής του νομισματοκοπείου, ο αρχηγός των νομισματοκοπτών και εκείνοι των ερευνητών ασημιού.
Ο δέκατος τέταρτος είναι ο επιθεωρητής των αποθηκών υφασμάτων (εμίνι τσούκα ανμπάρι). Έχει την επιθεώρηση των υφασμάτων και μια ομάδα γενίτσαρων βρίσκεται υπό τις διαταγές του. Το μπλε ύφασμα για τους 80.000 γενίτσαρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που έρχεται από τη Θεσσαλονίκη, εναποτίθεται στην αποθήκη, η οποία ανοίγει μια φορά τον χρόνο την άγια νύχτα (Καντρ). Τη νύχτα αυτή ο πρώτος αντιστράτηγος των γενίτσαρων (κολκιά-γκασι), παρουσία των αγάδων του σώματος, του επιθεωρητή της αποθήκης και του συνταγματάρχη της, υποδέχονται τους αξιωματικούς και των εξηνταδύο συνταγμάτων των γενίτσαρων με τους άνδρες τους, καθένας από τους οποίους παίρνει, σύμφωνα με το σύνταγμα του σουλτάνου Σουλεϊμάν, δέκα μέτρα μπλε ύφασμα, ένα κομμάτι για το τουρμπάνι και ένα κομμάτι βαμβάκι για το πουκάμισο. Αυτή η διανομή διαρκεί τρεις ημέρες και νύχτες. Αυτή η αποθήκη (ανμπάρ) είναι μεγάλο τετράγωνο κτίριο μέσα στον περίβολο του νομισματοκοπείου. Ο επιθεωρητής του υφάσματος και ο συνταγματάρχης με την ακολουθία τους περνούν μπροστά από το αυτοκρατορικό κιόσκ, κουβαλώντας ο καθένας ένα κομμάτι ύφασμα στον ώμο του.
Ο δέκατος πέμπτος είναι ο επιθεωρητής του σιταριού (μπουγνταΐ εμίνι). Υπάρχουν 300 δευτερεύοντες επόπτες (ναζίρ) και ένας υπάλληλος (κιατίμπ). Η αποθήκη είναι μεγάλο κτίριο στην ακτή. Μια άλλη υπάρχει στον Γαλατά, καλυμμένη με μόλυβδο. Χτίστηκε από τον Ομάρ Μπεν Αμπντούλ-Αζίζ. Ο Μουράτ Δ’ είχε σκοπό να τελειώσει το τζαμί, αλλά δεν μπορούσε να το καταφέρει. Το σιτάρι που έρχεται από το Κεσέντιρε [Κασσάνδρα], το Κόλοζ [Βόλο], το Μπέστεπε [Πεντάλοφο] και τη Δοβρουτσά, φυλάσσεται εδώ στην αποθήκη. Αυτοί οι άνδρες περνώντας ρίχνουν σιτάρι στους θεατές και βαδίζουν μπροστά από τα άλόγα του επιθεωρητή και του γραμματέα (κιατίμπ).
(223) Ο δέκατος έκτος είναι ο επιθεωρητής της αποθήκης κριθαριού (αρπά ανμπάρι εμίνι), αγάς με 600 άνδρες υπό τις διαταγές του. Αυτή η αποθήκη είναι είδος μικρού κάστρου στην ακτή, με σιδερένια πύλη που κοιτάζει προς βορρά. Τριακόσια πλοία γεμάτα κριθάρι ξεφορτώνονται εδώ κάθε χρόνο. Είναι εγκατάσταση που διατηρείται με μεγάλα έξοδα. Ο επιθεωρητής (εμίν), ο επόπτης (ναζίρ) και οι δώδεκα υπάλληλοι ή γραφείς έχουν την ιδιαίτερη αίθουσα του συμβουλίου τους, κρατούν τον λογαριασμό με τους λοχαγούς και την ημέρα της δημόσιας πομπής περνούν πετώντας κριθάρι στο πλήθος.
(224) Ο δέκατος έβδομος είναι ο επιθεωρητής του κελαριού (κιλάρ εμίνι) ή αποθήκης γλυκισμάτων και των συστατικών τους, αγάς με 1.000 άνδρες. Το αποθετήριο της υπηρεσίας με την οποία συνδέονται βρίσκεται έξω από την πύλη του Χασά-μπαχτσε, όπου φυλάσσονται όλα τα είδη γλυκισμάτων και τα συστατικά τους. Ο επιθεωρητής αυτού του κιλάρ έχει επίσης την επιθεώρηση της σιταποθήκης του σουλτάνου Βαγιαζήτ, που βρίσκεται έξω από την Ξύλινη πύλη, στο σημείο αποβίβασης από τη Ραιδεστό και της σιταποθήκης του σουλτάνου Σουλεϊμάν, που βρίσκεται έξω από την πύλη του Τζούμπε Αλή, κοντά στα τείχη του κάστρου, αλλά αυτές οι δύο αποθήκες βρίσκονται υπό τη διαχείριση συγκεκριμένων διαχειριστών, των μουτεβελή.
Ο δέκατος όγδοος είναι ο επιθεωρητής της αποθήκης ξυλείας (ντούν ανμπάρι εμίνι), την οποία διοικούν δύο αγάδες και μερικές φορές τρεις, γιατί για αυτήν την υπηρεσία φροντίζουν και ένας συνταγματάρχης των ατζέμογλαν ή νεοσύλλεκτων των γενίτσαρων και ο αγάς ή δικαστής της Ισλαμπόλ. Από εδώ παρέχονται στην αυτοκρατορική κουζίνα τα απαραίτητα ξύλα. Αυτή η αποθήκη (ανμπάρ), μέσα από την αυτοκρατορική πύλη, είναι μεγάλο κτίριο, που περιέχει το φορτίο πεντακοσίων πλοίων. Οι ατζέμογλαν που είναι διορισμένοι στην υπηρεσία αυτής της αποθήκης βάζουν τα καπελάκια τους με στραβό τρόπο και περνούν με δέσμες ξύλων στους ώμους τους, γύρω από τον επιθεωρητή της ξυλείας (οντούν-εμίνι), τον συνταγματάρχη της ξυλείας (οντούν-τσορμπατζή) και τον αγά ή δικαστή της Ισλαμπόλ. Μια άλλη αποθήκη ξυλείας υπάρχει έξω από την πύλη του Αλευριού, κοντά στο Τουφένκ-χανε (εργοστάσιο κατασκευής μουσκέτων). Οι γενίτσαροι δένουν τα ξύλα σε δεμάτια και οι τσαούσηδες τα μοιράζουν στις ομάδες.
(225) Ο δέκατος ένατος είναι ο επιθεωρητής της αποθήκης του σανού (οτλούκ ανμπάρι εμίνι), αγάς με 200 άνδρες. Υπάρχουν όχι λιγότερες από εβδομήντα αποθήκες σανού. Σε κάθε αυτοκρατορικό κήπο ο σανός σωρεύεται σε βουνά. Η μεγαλύτερη προμήθεια σανού υπάρχει στην αποθήκη μέσα από την πύλη του στάβλου και στην αποθήκη του Βέφα-μεϊντάν. Ο ναζίρ ή επόπτης είναι ο άρχοντας των αλόγων. Την ώρα που φτιάχνονται οι στοίβες σανού από 12.000 κάρρα που έρχονται από την Τσατάλτζα, τοποθετούνται λάβαρα στις κορυφές τους, στερεωμένα με σπάγγο και ο άρχοντας των αλόγων προσφέρει ψυχαγωγία στον αυτοκράτορα και του δωρίζει ένα άλογο στολισμένο, με σέλα με πετράδια. Σε αυτή την περίπτωση, είναι συνταγματικό έθιμο να παίρνει ο αυτοκράτορας δώδεκα από τους υπηρέτες του άρχοντα των αλόγων (εμίρ-αχόρ) στο αυτοκρατορικό χαρέμι. Στους γραφείς, τους αρχηγούς (τσερί-μπασι) του στρατεύματος, τον κεχαγιά του στάβλου και τον συνταγματάρχη που έχει τη φρούρηση των λιβαδιών της Τσατάλτζα παρατίθεται γεύμα και τους απονέμουν εβδομήντα τιμητικούς μανδύες, φορώντας τους οποίους περνούν στη δημόσια πομπή, ντύνοντας τα βόδια τους με σανό και περπατώντας δίπλα στα άλογα του επιθεωρητή και του συνταγματάρχη του σανού.
Ο εικοστός είναι ο επιθεωρητής του παστού βόειου κρέατος (παστιρμά εμίνι), αγάς με γραφέα και δικαστή, στον οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά κατά την περιγραφή του επικεφαλής των χασάπηδων.
Ο εικοστός πρώτος είναι ο επιθεωρητής του σέλχ-χανε ή σφαγείου (σέλχ-χανε εμίνι), που επίσης αναφέρθηκε πιο πάνω.
Ο εικοστός δεύτερος, ο επιθεωρητής των λαχανικών (σεμπζέ-χανε εμίνι βε τερεκετζί-μπασι), έχει περάσει επιθεώρηση με την ακολουθία του αρχηγού των φουρναραίων.
Ο εικοστός τρίτος, ο επιθεωρητής αρνιών και προβάτων (κογιούν εμίνι), έχει αναφερθεί όπως και ο προηγούμενος στην ακολουθία του αρχηγού των χασάπηδων, του κασάπ-μπαση.
(226) Ο εικοστός τέταρτος είναι ο επιθεωρητής της κουζίνας (μάτμπα εμίνι), αγάς με 200 άνδρες. Το πόστο του βρίσκεται σε καναπέ, κοντά στην αυτοκρατορική κουζίνα, της οποίας όλα τα έξοδα περνούν από τα χέρια του. Περνούν με λόγχες στα χέρια και ποδιές γύρω από τη μέση τους, ιππεύοντας αραβικά άλογα. Είναι μια μεγάλη επιθεώρηση, που ξεπερνά ακόμη και τη διάνοια του Αριστοτέλη. Είναι γενναίο στράτευμα, αλλά αποτελούν τα φυσικά ποντίκια του κιλάρ (κελαριού ή αποθήκης τροφίμων), επειδή παίρνουν συνεχώς από αυτό σταφίδες, σύκα και άλλα τρόφιμα.
(227) Ο εικοστός πέμπτος είναι ο επιθεωρητής των πουλερικών (ταβούκ εμίνι), αγάς με 200 άνδρες. Σε αυτόν τον επιθεωρητή δίνεται από το δημόσιο ταμείο αριθμός χωριών κοντά στο Ροντοστό [Ραιδεστό], τα Μάλακρα [Μάλγαρα] και τη Χιρέμπολι [Χαριούπολη], για εκτροφή πουλερικών. Προμηθεύει την αυτοκρατορική κουζίνα κάθε χρόνο με χίλια διακόσια κοτόπουλα.
(228) Ο εικοστός έκτος είναι ο επιθεωρητής της πόλης (σεχρ εμίνι). Δεν έχει το αξίωμα αγά αλλά μόνο κιατίμπ, ωστόσο είναι πολύ κερδοφόρα θέση επιθεωρητή. Από αυτόν αναλαμβάνονται όλα τα έξοδα για όσα πετούν στον αέρα, όσα πατούν τη γη, όσα κολυμπούν στο νερό. Οι λογαριασμοί του ανέρχονται κάθε χρόνο σε χίλια και μερικές φορές σε δύο και τρεις χιλιάδες πουγγιά. Όλα τα κτίρια και οι επισκευές στην πόλη της Ισλαμπόλ και στους αυτοκρατορικούς κήπους πληρώνονται από αυτόν. Περνά στη δημόσια πομπή με τριακόσια άτομα στην ακολουθία του.
(229) Ο εικοστός έβδομος είναι ο επιθεωρητής των τσαρντάκ ή ξύλινων παρατηρητήριων που στήνονται πάνω στα σπίτια (τσαρντάκ εμίνι). Περνά στη δημόσια πομπή συνοδευόμενος από 50 άνδρες. Υπάρχει επίσης ένας συνταγματάρχης των τσαρντάκ (τσαρντάκ τσόρμπατζη), του οποίου η ομάδα ονομάζεται ομάδα των βαρκάρηδων (καϊκτζηλάρ-οτασί). Το πόστο του είναι στον παλιό στρατώνα. Όταν ο αγάς των γενίτσαρων βγαίνει στο νερό για να ξεσκάσει, τον οδηγούν στο σκάφος ντυμένοι όλοι με λευκά πουκάμισα με κόκκινα σακάκια. Η πρύμνη του μεγάλου σκάφους του είναι καλυμμένη με πράσινο ύφασμα. Ο χώρος όπου φυλάσσεται είναι κοντά στον τόπο αποβίβασης της Αγοράς Αλευριού. Υπάρχει επίσης, ένας τσαρντάκ-ναΐμπι ή δικαστής αναπληρωτής των τσαρντάκ, που έχει ακολουθία ογδόντα επιτήδειων συντρόφων.
(230) Οι άνδρες του μοχτεσίμπ ή προεστού της πόλης, πολύ παλιάς υπευθυνότητας και αξιώματος. Είναι αγάς που διοικεί 300 άνδρες, οι οποίοι ονομάζονται κουλογλάνι, αγόρια-υπηρέτες, με τη λέξη να έχει σχεδόν τη σημασία των δημίων ή απαγχονιστών. Προστάτης τους είναι ο Μπελούλ. Ο θρύλος λέει ότι, έχοντας υπάρξει ηγεμόνας (χαλίφε), κατέβηκε από τον θρόνο και ανέλαβε την υπευθυνότητα του μοχτεσίμπ, πιστεύοντας ότι ήταν αργομισθία, αλλά όταν έκανε τον γύρο της πόλης και τον γύρο των καταστημάτων, σύντομα κατάλαβε πόσο δύσκολο είναι να παρακολουθεί τις συναλλαγές και τις πωλήσεις και στρέφοντας το πρόσωπό του προς τον Θεό, είπε: «Δόξα στον Θεό, γιατί εσύ, Θεέ, είσαι αυτός που κρατάει τους λογαριασμούς». Σύμφωνα με αυτή τη φράση «Ο Θεός είναι ο αληθινός μοχτεσίμπ ή προεστός», αλλά μια τέτοια υπευθυνότητα είναι απαραίτητη στη ζωή αυτού του κόσμου. Ο επιθεωρητής των τσαρντάκ, ο συνταγματάρχης των τσαρντάκ και ο ναΐμπ των τσαρντάκ συνοδεύουν τον μοχτεσίμπ αγά. Φέρνουν μπροστά του επίχρυσες ζυγαριές με ασημένιες αλυσίδες, για να βρεί το πραγματικό βάρος όλων των εμπορευμάτων. Εκατό περίπου άνδρες βαδίζουν στη δημόσια πομπή μπροστά του με αλυσίδες και δεσμά στον λαιμό τους, παριστάνοντας εκείνους των οποίων τα μέτρα και σταθμά βρέθηκαν ελλιποβαρή. Άλλοι φορούν ουρές αλεπούς, φτερά κόρακα, αηδιαστικά έντερα ή διάφορα τέτοια σημάδια στο κεφάλι, που δείχνουν την τιμωρία της εξαπάτησης στην πώληση. «Αυτή», φωνάζουν, «είναι η κατάσταση όσων εξαπατούν στις συναλλαγές τους». Πάνω σε κάρρα και αμαξίδια φτιάχνουν ένα είδος κιόσκ σε μορφή τσαρντάκ, καθένα από τα οποία αξίζει περισσότερο από χίλια γρόσια, μέσα στο οποίο αγόρια γελούν και κοροϊδεύουν και κάνουν χίλια κόλπα. Πίσω τους, με τα επίσημα φορέματά τους, βαδίζουν ο τσορμπατζή, ο ναΐμπ και ο μοχτεσίμπ όλοι ένοπλοι και αμέσως μπροστά από αυτούς άλλοι με όργανα τιμωρίας, αναπαριστώντας τον γύρο της πόλης που κάνει ο μοχτεσίμπ, για να τιμωρεί εκείνους που δεν ζυγίζουν. Φτάνοντας στο Αλάι-κιόσκ, δίνουν ένα γερό ξύλο σε μερικούς ανθρώπους, με το πρόσχημα ότι κλέβουν στο ζύγι.
Ο εικοστός όγδοος είναι ο επιθεωρητής της αγοράς αλόγων (ατμπαζάρι εμίνι), αγάς με 300 άνδρες. Παίρνει νόμιμο φόρο δεκάτης από όλα τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια που πωλούνται στην Ισλαμπόλ. Η θέση του επιθεωρητή εκχωρείται κάθε χρόνο για σαράντα πουγγιά. Οι ενώσεις ή συντεχνίες, που βρίσκονται κάτω από την επιθεώρηση αυτού του αγά, είναι οι ακόλουθες:
(231) Οι έμποροι αλόγων (τζανμπαζάνι-έσμπ) είναι 300 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Καμπούρ Αλή, τον οποίο έζωσε ο Αλή και χάθηκε μαζί με τους μάρτυρες της Κέρμπελα. Αυτοί οι έμποροι αλόγων είναι πλούσιοι έμποροι. Στους στάβλους καθενός από αυτούς βρίσκονται σαράντα έως πενήντα αραβικά άλογα. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι γύφτοι, αλλά υπάρχουν και άνθρωποι από όλες τις φυλές ανάμεσά τους.
(232) Οι τελάληδες των αλόγων σε δημόσιες πωλήσεις (ντελαλάνι-έσμπ) είναι 300 άνδρες. Έχουν το δικαίωμα να πωλούν άλογα, οπουδήποτε πωλούνται με δημόσια πώληση.
(233) Οι μεσάζοντες στις πωλήσεις αλόγων (μιγιαντζιγιάνι-έσμπ). Δεν έχουν καταστήματα και ενεργούν μόνο ως μεσολαβητές μεταξύ των μερών που πωλούν και αγοράζουν άλογα στην αγορά. Προστάτης τους είναι ο Νετζίμπ-ουντ-ντίν, γιος του Καμπούρ Αλή, τον οποίο έζωσε ο Αλή. Ο τάφος του βρίσκεται στο πεδίο των μαρτύρων της Κέρμπελα. Αυτό το στράτευμα περνά, οδηγώντας πολλές χιλιάδες άλογα με αλυσίδες για επίδειξη. Περνούν με μεγάλο θόρυβο και φωνάζοντας, μαζί με τον επιθεωρητή της αγοράς αλόγων, τον γραφέα και τους γενίτσαρους (γιασακτζή) που είναι αποσπασμένοι σε αυτούς.
(234) Ο εικοστός ένατος είναι ο επιθεωρητής των προμηθειών (νουζούλ εμίνι), αγάς με 700 άνδρες. Όλες οι προμήθειες που συγκεντρώθονται για το αυτοκρατορικό στρατόπεδο σε καιρό πολέμου σωρεύονται μπροστά στη σκηνή του. Οι άνδρες που ανήκουν σε αυτόν περνούν με ραβδιά στα χέρια, οδηγώντας κάρρα προμηθειών.
(235) Ο τριακοστός είναι ο επιθεωρητής του ναυστάθμου (τέρς-χανε εμίνι), αγάς με 300 άνδρες. Αυτή η θέση επιθεωρητή είναι μεγάλη υπευθυνότητα και ο δικός του κλάδος διοίκησης είναι ένας από εκείνους, που βρίσκονται πέρα από τις δυνατότητες ακόμη και των υψηλότερων πνευματικών ικανοτήτων. Κρατάει τον λογαριασμό των 20.000 πουγγιών που κοστίζει κάθε χρόνο ο αυτοκρατορικός στόλος. Η ακολουθία του στολίζει μικρές βάρκες και γαλέρες, τις οποίες κουβαλούν πάνω σε κοντάρια και περνούν με μεγάλη αλαζονεία.
(236) Ο τριακοστός πρώτος επιθεωρητής είναι ο πεντζίκ-χανε εμίνι ή επιθεωρητής του οίκου όπου πληρώνεται το νόμιμο πέμπτο (πεντζ) των αιχμαλώτων πολέμου. Έχει 200 άνδρες, οι οποίοι αναγνωρίζουν ως προστάτη τους τον Αμπντ-ουλάχ-εσ-σαχρί, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν και ήταν μαθητής του Αλή. Η κατοικία αυτού του επιθεωρητή είναι ένα μεγάλο τσαρντάκ μπροστά από το μεγάλο Τελωνείο. Καταγράφει όλους τους αρσενικούς και θηλυκούς αιχμαλώτους πολέμου και τους σκλάβους που φέρνουν από τη Γερμανία, τη Ρωσία, τη Γεωργία, την Αμπχαζία και την Κιρκασσία, εισπράττοντας ένα δουκάτο ανά κεφάλι και δίνοντας απόδειξη που ονομάζεται πεντζίκ-καγκιαντί, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη, αν οι ιδιοκτήτες επιθυμούν να τους πουλησουν. Γιατί αν ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να προσκομίσει την απόδειξη, υπογεγραμμένη και σφραγισμένη στην αληθινή μορφή, δεν μπορεί να πουλήσει τον δούλο, ο οποίος καταπίπτει υπέρ του κράτους. Οι διακόσιοι άνδρες που συνδέονται με την υπηρεσία του επιθεωρητή του πεντζίκ παρακολουθούν καλά όλες αυτές τις περιπτώσεις. Περνούν στη δημόσια πομπή, κάνοντας επίδειξη των αιχμαλώτων και των σκλάβων τους και στολίζοντας πάνω σε κάρρο το Τελωνείο τους, που μοιάζει με το παλάτι του Χαβαρνάκ.
(237) Ο τριακοστός δεύτερος είναι ο επιθεωρητής του χερσαίου τελωνείου (καραγκιουμρούκ εμίνι), αγάς με 300 άνδρες. Είναι μεγάλη θέση επιθεωρητή 600 πουγγιών τον χρόνο. Όλα τα εμπορεύματα που προέρχονται από τη Ρούμελη εδώ πληρώνουν τελωνείο. Το ίδιο το Τελωνείο βρίσκεται κοντά στην πύλη της Αδριανούπολης. Οι άνδρες του Τελωνείου περνούν στη δημόσια πομπή με κάρρα της Αδριανούπολης και του Σίρμιου, καυγαδίζοντας με άλλους άνδρες, που παριστάνουν τους εμπόρους που δεν θέλουν να πληρώσουν τους δασμούς.
(238) Ο τριακοστός τρίτος είναι ο επιθεωρητής του μεγάλου τελωνείου στο λιμάνι (μπουγιούκ γκιουμρούκ εμίνι). Είναι μεγάλος αγάς, με 500 άνδρες διορισμένους στην υπηρεσία του. Προστάτης τους ήταν την εποχή του Προφήτη ο Αμπντ-ες-σαχρί, ένας από τους συντρόφους του. Ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ και ως άνθρωπος μεγάλης εμπιστοσύνης ήταν ο εμίν ή επιθεωρητής του Προφήτη. Συνέλεγε τους φόρους δεκάτης από τους Οθωμανούς νικητές και από τους εμπόρους και μερικές φορές διεκπεραίωνε καθήκοντα δικαστή. Είχε μυηθεί στη μυστικιστική επιστήμη (ιλμί λέντεν) από τον Αλή. Με διάταγμα του Ομάρ θεσπίστηκε ότι για να ρυθμίζονται οι στρατοί των μουσουλμάνων, έπρεπε να αφαιρείται το δέκατο από όλα τα λάφυρα που αρπάζονταν από τους Απίστους, ύστερα από το οποίο εισήχθη και το δέκατο επί όλων των εμπορευμάτων, αλλά στην εποχή μας αυτού του είδους η επιβολή έχει ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης και έχει γίνει καταπιεστική. Το μεγάλο τελωνείο είναι μεγάλη εγκατάσταση στην ακτή, αποτελούμενη από διάφορα παραθαλάσσια κτίρια (γιαλί) και μεγάλη πέτρινη αποθήκη, όπου οι έμποροι της Υεμένης και της Ινδίας καταθέτουν τα εμπορεύματά τους για δέκα, δεκαπέντε ή περισσότερα χρόνια με απόλυτη ασφάλεια. Στον επιθεωρητή του μεγάλου τελωνείου είναι προσαρτημένοι σαράντα Εβραίοι, εκτός από τους γραφείς, ζυγιστές, χρηματομεσίτες (σένσαλ), τραπεζίτες, ερευνητές, σωματοφύλακες, φρουρούς, γενίτσαρους, βαρκάρηδες και τους ερευνητές δεμάτων με σιδερένια σουβλιά (σις) με τα οποία σκαλίζουν τα εμπορεύματα. Όταν οι αχθοφόροι σηκώνουν, με μηχανήματα, φορτία βαμβακιού ή χέννας, βάρους σαράντα ή πενήντα κανταριών, αυτό αρκεί για να σε κάνει να χάσεις τα μυαλά σου από έκπληξη, γιατί δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά δουλειά του Αχριμάν ή Σατανά (ο οποίος, σύμφωνα με τον ανατολίτικο μύθο, κατασκεύασε πρώτος παρόμοιες μηχανές για να σηκώσει τον σωρό από ξύλα, πάνω στον οποίο επρόκειτο να καεί ο Αβραάμ από τον Νεμρώδ).118 Οι αχθοφόροι που ονομάζονται ζιλεχόρ του Τελωνείου και εκείνοι της Αγοράς Αλευριού, είναι οι πιο διάσημοι στην Ισλαμπόλ. Οι αχθοφόροι, που ονομάζονται σιρίκ-χαμάλ, ή αχθοφόροι των στύλων, σηκώνουν μέσω αυτών απίστευτα φορτία. Όταν αυτοί οι τύποι πατούν το έδαφος με τις βαριές μπότες τους, που ονομάζονται μπαταλτζίζμε, η γη τρέμει. Βαδίζουν, διατηρώντας τακτικό βηματισμό κάτω από το φορτίο τους, φωνάζοντας μαζί, Γιά χαγί, «Ω ζωοδότη πάντων» και κουβαλώντας φορτία σαράντα έως πενήντα κανταριών. Προστάτης τους είναι ο Αλή, ο Προφήτης και επίσης ο Πέρσης Σελμάν. Περνούν στη δημόσια πομπή με αυτόν τον τρόπο, κουβαλώντας μεγάλα φορτία. Έπειτα έρχονται οι Εβραίοι χρηματομεσίτες (σένσαλ) του τελωνείου και οι επιθεωρητές, που αναμειγνυόμενοι με τους θεατές, ρωτούν μήπως υπάρχει λαθρεμπόριο. Έτσι περνούν αστειευόμενοι. Οι φρουροί περνούν κοιτάζοντας καλά έξω, οι υπάλληλοι γράφοντας πάνω στα άλογά τους και οι γενίτσαροι (γιασακτζή) φρουρώντας τους τραπεζίτες. Οι ζυγιστές (κανταρτζή) περνούν με κάρρα, πάνω στα οποία ζυγίζουν δέματα από διάφορα εμπορεύματα, καταγράφοντάς τα στον λογαριασμό διαφόρων εμπόρων. Περνούν οι βαρκάρηδες του Τελωνείου (κολ-καϊκτζή), κουβαλώντας μια βάρκα με γάντζο στην πλώρη (καντζαμπάς) με κοντάρια στους ώμους τους. Οι ρεφτζί ή εισπράκτορες του δασμού που ονομάζεται ρεφτ, αριθμούν πενήντα άτομα και περνούν με ραβδιά στα χέρια. Μετά την πομπή τους κινείται εκείνη του επιθεωρητή, ομάδα μετά την ομάδα και πλήθος μετά το πλήθος. Αγόρια με πρόσωπα σαν τον ήλιο ραντίζουν και από τις δύο πλευρές τους θεατές με ροδόνερο από γκιουλαμπντάρ (βάζα με ροδόνερο), ενώ άλλα τους αρωματίζουν με αλόη και κεχριμπάρι που καίγονται σε θυμιατήρια. Πίσω τους βαδίζει ο σιριχαμάλ, κουβαλώντας ένα κιόσκ φτιαγμένο σε απομίμηση του τελωνείου, με κρήνες που λειτουργούν. Πάνω σε υπέροχα μαξιλάρια, υφάσματα καναπέ κεντημένα με μαργαριτάρια και περσικά χαλιά, κάθονται αγόρια ωραία σαν τα ουρί του Παραδείσου, που σερβίρουν γλυκίσματα, καφέ με κεχριμπάρι, τσάι, σαλέπι και μαχλέπι, στον επιθεωρητή του τελωνείου Κότζα Αλή. Έτσι η ακολουθία προχωράει προς το Αλάι-κιόσκ, όπου σαράντα έως πενήντα μουσικοί αρχίζουν να παίζουν και δέκα ζευγάρια αγοριών-χορευτών, με πρόσωπα σαν το φεγγάρι και μάτια σαν εκείνα των ελαφιών, δείχνουν την ικανότητά τους στον χορό παρουσία του αυτοκράτορα. Εκτελούν τον χορό τόσο αξιοθαύμαστα, που ο τροχός του ουρανού σταματάει την περιστροφή του και που η Ζόρεχ119 βάζει το δάκτυλό της στο στόμα της γεμάτη έκπληξη για αυτές τις μουσικές παραστάσεις, που ξεπερνούν εκείνες του Χουσεΐν Μπικάρα. Ο επιθεωρητής του τελωνείου και ο επιθεωρητής του ναυστάθμου, που κάθονταν και οι δύο στο προαναφερθέν όμορφο κιόσκ, το αφήνουν και φιλούν το έδαφος μπροστά στον σουλτάνο. Ο σουλτάνος Μουράτ τους είπε: «Ζηλεύω πολύ όλα όσα απολαμβάνουν αυτοί οι τύποι. Ο πρόγονός μου, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν, έλεγε “Αχ! αν μπορούσα να είμαι μόνο για σαράντα μέρες αγάς των γενίτσαρων!” Αν ήταν μάρτυρας της λαμπρότητας και της πολυτέλειας της βασιλείας μου, θα έλεγε, “Αχ! αν μπορούσα να είμαι μόνο για τρεις ημέρες επιθεωρητής του τελωνείου”». Ύστερα διέταξε να απονείμουν αμέσως στον επιθεωρητή Αλή Αγά ένα πανωφόρι από σαμούρι. Έτσι κλείνει η ακολουθία των επιθεωρητών. Τις ευχές μου σε εσάς.
Η δέκατη έκτη ενότητα
(239) Οι παντοπώλες (μπακάλ). Προστάτης τους είναι ο Αζί Ιμπν-εν-νεμπάς, που ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ και ήταν ο πρώτος από όλους τους μπακάλ. Ο τάφος του βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, κοντά στον Αμπντούλ-τζερά. Πέθανε εκατόν είκοσι ετών και ήταν ευνοούμενος του Προφήτη μεταξύ των συντρόφων του. Η συντεχνία των μπακάλ, που πωλεί φαγώσιμα και ποτά, έχει προβάδισμα στην πομπή άλλων συντεχνιών. Στήνουν σκηνές πάνω σε κάρρα, φορούν καθαρά ρούχα και στολίζουν τις σκηνές τους με κάθε είδους καλάθια γεμάτα φουντούκια και φιστίκια, σταφίδες και σύκα, πετώντας τα ανάμεσα στους θεατές. Είναι ντυμένοι με πανοπλίες. Μερικοί από αυτούς φορούν μανδύες φτιαγμένους από κρεμμύδια και χουρμάδες, κρατώντας στα χέρια τους κομποσχοίνια από καρύδια, φορώντας στο κεφάλι τους κέρατα κατσίκας ως στολίδια και διαλαλώντας σταφίδες και σύκα προς πώληση.
(240) Οι έμποροι βουτύρου (γιαγτζιγιάν) είναι 300 άνδρες. Ο προστάτης τους έχει ήδη αναφερθεί στην πομπή του επιθεωρητή της αποθήκης βουτύρου. Αυτοί είναι οι έμποροι βουτύρου που το πωλούν λιανικά σε καταστήματα. Στολίζουν μεγάλους κάδους, πιατέλες και μπουκάλια με λουλούδια και τα γεμίζουν με βούτυρο από το Περζερίν, το Βουκουρέστι, το Ταμάν, τον Καφφά, την Κίλια και το Άκ-κερμάν. Κάποιοι κωμικοί τύποι, γυμνοί και αλειμμένοι παντού με βούτυρο, κρατούν στα χέρια ασκιά φουσκωμένα από τον άνεμο, με τα οποία προωθούνται προς το πλήθος των θεατών, που υποχωρούν και τους ανοίγουν πέρασμα. Κάποιοι λαδώνουν τον κόσμο με λιπαρά ασκιά και κάνουν χίλια εύθυμα κόλπα αυτού του είδους.
(241) Οι έμποροι λαδιού (σιρλου-γκαντζιγιάν) είναι 550 άνδρες με 235 εργοστάσια. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλ-μαμέν, ένας από τους συντρόφους του Προφήτη. Ο Χετζάζ, ο αιμοδιψής κυβερνήτης του Ιράκ, που αντιπαθούσε τον Αμπούλ-μαμέν, τον ρώτησε: «Πόσο λάδι μπορεί να βγεί από ένα ροτλ σουσαμιού;» Εκείνος είπε, «Μισό ροτλ». Ο Χετζάζ ρώτησε ξανά: «Πόσο λάδι μπορεί να βγεί από έναν μόνο κόκκο σουσάμι;» Ο Αμπούλ-μαμέν απάντησε: «Όσο αρκεί για να λαδωθούν δύο νύχια, αν τον σφίξουν ανάμεσά τους». «Λοιπόν», είπε ο Χετζάζ, «είσαι τέλειος δάσκαλος. Πες μου τώρα, τι ξέρεις για την ουσία του Θεού;» Ο Αμπούλ-μαμέν απήγγειλε τη σούρα Ιχλάς και τη διατύπωση της ομολογίας, «Πιστεύω στον Θεό και τους αγγέλους του και τις γραφές του, κλπ.», τελειώνοντας με την κατηγορηματική δήλωση, ότι ανήκε στο λαό του Προφήτη, τους ανόητους (όμιουμ). Ο Χετζάζ έθεσε ξανά μερικές δύσκολες ερωτήσεις, τις οποίες δεν θα μπορούσε να απαντήσει ούτε ο Τζερίν Ταμπάρι (ο πατέρας της αραβικής ιστορίας). Ο Χετζάζ είπε, «Γνωρίζεις για το εγκόσμιο συμφέρον σου, πόσο λάδι μπορεί να βγεί από έναν κόκκο σουσάμι, αλλά δεν ξέρεις αυτά τα ζητήματα του νόμου!» Ο Αμπούλ-μαμέν απάντησε: «Δεν είμαι από τους βαθιά μορφωμένους ιερωμένους, δεν είμαι μουφτής ούτε δικαστής. Είμαι ένας φτωχός ανόητος μουσουλμάνος, που γνωρίζει ό,τι είδε από τα έργα του Προφήτη». Αυτή η δικαιολογία δεν ωφέλησε με τον Χετζάζ, ο οποίος διέταξε να τον θανατώσουν. Την ίδια μέρα επιτέθηκε στον Ζομπέιρ επειδή τόλμησε να διευρύνει την Καάμπα και να της βάλει νέα θεμέλια. Γι’ αυτό διέταξε να τον κρεμάσουν. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι τάφοι του Αμπούλ-μαμέν και του Ζομπέιρ, οι οποίοι πέθαναν μάρτυρες την ίδια μέρα, βρίσκονται και οι δύο, ο ένας κοντά στον άλλο, στο πάνω μέρος της Μέκκας. Το έλεος του Θεού και στους δύο! Οι λαδέμποροι περνούν πάνω σε κάρρα, γυρίζοντας ελαιοτριβεία. Κάποιοι από τους ανθρώπους τους είναι ντυμένοι με βρώμικα κουρέλια και κουβαλούν ασκιά γεμάτα λάδι, με τα οποία αγγίζουν αν μπορούν, τους θεατές. Προστάτης αυτών των λαδεμπόρων την εποχή των Ισραηλιτών ήταν ο Τζαθέμπ Μέβα και επομένως είναι παλιά τέχνη. Για αυτόν τον λόγο οι Εβραίοι δεν χρησιμοποιούν στη μαγειρική τους άλλο λίπος εκτός από φρέσκο βούτυρο ή λάδι. Ακόμη κι αν τους σκότωνες, δεν θα άγγιζαν το λιωμένο βούτυρο. Υπάρχει ένας Εβραίος επιθεωρητής σε κάθε ελαιοτριβείο, για να παρακολουθεί την καθαρότητα του λαδιού που παράγεται υπό την εποπτεία τους. Το λάδι είναι πράγματι εξαιρετικό λίπος, που δυναμώνει το σώμα και το κάνει λείο σαν το βαμβάκι. Γι’ αυτό οι νεαροί Εβραίοι έχουν τόσο λεία δέρματα και τρυφερή σάρκα. Αυτοί οι λαδέμποροι περνούν επίσης κάνοντας πολλά κόλπα.
(242) Οι έμποροι μελιού (μπαλτζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες με 300 αποθήκες. Είναι μεγάλοι έμποροι. Το μέλι της Βλαχίας και της Μολδαβίας, της Τρανσυλβανίας και του Τέμεσβαρ, του Βίντιν και του Σίρμιου, της Αθήνας και της Μέκκας, της Βούδας και του Χάνδακα είναι πολύ γνωστό και διακινείται σε όλες τις χώρες. Αυτοί οι έμποροι μαζεύουν το μέλι σε αυτά τα μέρη και φέρνουν πολλές χιλιάδες βαρέλια από αυτό στην Ισλαμπόλ, όπου εμποδίζουν το πέρασμα στην αποθήκη. Το μέλι της Αθήνας έχει το χρώμα της νάφθας, αλλά είναι τόσο αρωματικό, που γεμίζει το μυαλό με τη μυρωδιά του καθαρού κεχριμπαριού και του μόσχου. Αν ένα φλιτζάνι μέλι μπει σε σαράντα φλιτζάνια νερό, εξακολουθεί να είναι ευχάριστο γλυκό ρόφημα. Το μέλι της Μολδαβίας και του Χάνδακα είναι το πιο διαυγές και αγνό, σαν λευκή μουσελίνα. Στολίζουν τα καταστήματά τους πάνω σε κάρρα με σκηνές και τέντες, κάτω από τις οποίες εκθέτουν πολλές εκατοντάδες κουτιά γεμάτα μέλι και κουβαλούν επίσης πολλές εκατοντάδες βαρέλια σε άλλα κάρρα.
(243) Οι έμποροι λινέλαιου (μπεζιτζιγιάν) είναι 931 άνδρες με 35 εργοστάσια. Ο μεγαλύτερος προστάτης τους είναι ο Τζεμσίντ, αλλά ο προστάτης τους στην εποχή του Προφήτη δεν είναι γνωστός σε μένα. Περνούν πάνω σε κάρρα, με μύλους που πιέζουν λιναρόσπορο για λινέλαιο. Τα φορέματά τους λάμπουν όλα από λάδι. Ανακατεύονται με τους θεατές, λαδώνοντας με τα χέρια τους νεαρά αγόρια. Αυτοί οι άνθρωποι κατά το μεγαλύτερο μέρος προέρχονται από τη Νίγκντε και την Καϊσαρίε. Περνούν ντυμένοι όλοι με πανοπλίες.
(244) Οι έμποροι ελαιολάδου (ζεγιάτ) είναι 200 άνδρες με 80 καταστήματα. Ο προστάτης τους έχει ήδη αναφερθεί, εκεί που μιλήσαμε για τον επιθεωρητή της αποθήκης λαδιού. Αυτοί οι λαδέμποροι, που πωλούν λιανικά το λάδι σε καταστήματα, είναι βοηθοί των μπακάλ ή παντοπωλών. Περνούν ντυμένοι με πανοπλίες.
(245) Οι σαπωνοποιοί (σαμπουντζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Τζέμσιντ, ο οποίος, καθώς έζησε χίλια χρόνια, επινόησε τριακόσιες τέχνες. Σκεφτόταν πολύ καιρό πώς θα μπορούσε να στερεοποιήσει το λάδι σε σαπούνι, χωρίς όμως να μπορεί να το καταφέρει. Τελικά, όταν έκλαιγε από απόγνωση, ένα δάκρυ του έπεσε στο τσουκάλι του σαπουνιού, οπότε το σαπούνι απέκτησε αμέσως συνοχή. Ήξερε ότι στα δάκρυα υπήρχε αλάτι και έτσι βρήκε τον τρόπο να στερεοποιήσει το λάδι σε σαπούνι, αναμειγνύοντάς το με αλμυρό νερό. Αν (Θεός φυλάξοι!) πέσει ένα ζωντανό πράγμα στο τσουκάλι του σαπουνιού ενώ βράζει, θα καταστραφεί και θα μετατραπεί αμέσως σε σαπούνι. Αυτοί οι έμποροι φέρνουν το σαπούνι από τις συριακές πόλεις Ιεριχώ και Άσκαλον, καθώς και από τη Σμύρνη και την Τένεδο, για τον απαραίτητο εφοδιασμό της Ισλαμπόλ. Το καλύτερο και πιο λευκό σαπούνι, που έχει και άρωμα μόσχου, είναι εκείνο της Τρίπολης στη Συρία, της Ιερουσαλήμ και της Ναμπλούς. Φτιάχνουν επίσης λευκό σαπούνι στη Σιλίστρια, στη Νικόπολη και στο Βίντιν, αλλά έχει άσχημη μυρωδιά, αφού φτιάχνεται από πρόβειο λίπος. Το σαπούνι της Τρίπολης στην Αφρική, που μεταφέρεται στην Ισλαμπόλ σε μεγάλα βάζα (κουπ), έχει ευχάριστη μυρωδιά και καθαρίζει καλά στο πλύσιμο. Αυτοί οι σαπωνοποιοί στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη σαπουνιού και κρατούν στα χέρια και στα κεφάλια τους πιάτα γεμάτα με αυτό, φωνάζοντας: «Πάρτε σαπούνι για να καθαριστείτε».
(246) Οι έμποροι μοσχοσάπουνου (μουσκ-σαμπουντζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Κουβαλούν τα καταστήματά τους έφιπποι και πωλούν διάφορα είδη αρωματικού σαπουνιού.
(247) Οι έμποροι αποξηραμένου παστού βοείου κρέατος (μπακάλ-μπαστιρματζιγιάν) είναι 800 άνθρωποι με 500 καταστήματα. Είναι μουσουλμάνοι και αποκαλούνται άνθρωποι του Μεναβσάτ-ογλου. Αυτός ο άνθρωπος, που έτρωγε κάποτε περιττώματα σε χρυσό τάσι στη γιορτή της περιτομής (σουρ), είπε στον αυτοκράτορα: «Ένδοξε Μονάρχη, δεν έμεινε τίποτε», που σημαίνει ότι δεν είχαν απομείνει άλλα περιττώματα. Από εκείνη τη στιγμή τα αγόρια της πόλης τρέχουν πίσω από αυτούς τους ανθρώπους φωνάζοντας, «Τίποτα δεν έμεινε». Είναι περιφρονημένο σύνολο ανθρώπων. Αναφέραμε πιο πάνω, στην πομπή του επιθεωρητή του αποξηραμένου βοείου κρέατος, τους εμπόρους που εμπορεύονται φρέσκο μοσχαρίσιο κρέας και που είναι διαφορετικοί από αυτούς τους ανθρώπους, φέρνοντας πολλές εκατοντάδες χιλιάδες σακιά παστού βοδινού από την Κίλια και το Ισμαήλ. Τα καταστήματά τους βρίσκονται έξω από την ξύλινη πύλη στο Κασίμ-πασα, στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε και στο Σκουτάρι. Μερικοί από αυτούς τους τύπους φορούν ως πανωφόρια δέρματα ταύρων, βοδιών και αγελάδων αντί για δέρματα τίγρης, με τα κέρατα και τις ουρές. Μερικοί παίρνουν κεφάλια και πόδια προβάτων, τα οποία κολλάνε στα κεφάλια τους και φτιάχνουν πλήρες φόρεμα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, από αποξηραμένο βοδινό κρέας, κρατώντας αλλαντικά αντί για μπαστούνια και λάβαρα, με μπότες, παντελόνια και σέλες, όλα από αποξηραμένο βοδινό. Περνούν επαναλαμβάνοντας τα λόγια του κυρίου τους, του Μεναβσάτ-ογλου: «Τίποτα δεν έμεινε». Είναι περίεργο και κωμικό σύνολο ανθρώπων.
(248) Οι έμποροι του λεμπλεμπί120 είναι 400 άνδρες με 100 καταστήματα. Δεν ξέρω τον προστάτη τους. Είναι βοηθοί του αρχηγού των παντοπωλών (μπακάλ). Περνούν ψήνοντας λεμπλεμπί και αλέθοντάς τα σε αλεύρι με μικρούς χειρόμυλους. Μερικοί από αυτούς ανακατεύουν αυτό το αλεύρι με κόλλα και φτιάχνουν μια πάστα που χρησιμοποιείται για τα κεφάλια των ρόπαλων. Τα λεμπλεμπί είναι υγιεινό φαγητό στο στρατόπεδο για όσους υποφέρουν από δυσκοιλιότητα. Κοντολογής, για οτιδήποτε φαγωσιμο και πόσιμο θα κατέφευγε κάποιος στου μπακάληδες, όπως φιστίκια από τη Συρία, αμύγδαλα, φουντούκια, τζίτζιφα, χουρμάδες και αποξηραμένα κεράσια, εκτίθενται για επίδειξη στα καταστήματά τους. Ύστερα από αυτούς περνάει ο μπακάλ-μπασης ή επικεφαλής των παντοπωλών, με το εξαίσιο στράτευμά του, οι πλούσιοι παντοπώλες ιππεύοντας αραβικά άλογα, με ωραία αγόρια ως υπηρέτες και ακολουθεί η οκταμελής τουρκική μουσική.
Η δέκατη έβδομη ενότητα
(249) Οι έμποροι φρούτων (γιεμιστζιγιάν) είναι 3.000 άνδρες με 1.007 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο ίδιος με τους μπακάληδες, ο Αζί Ιμπν-εν-νεμπάς. Περνούν πάνω σε κάρρα, στολισμένα με κάθε είδους φρούτα. Φτιάχνουν επίσης τεχνητά δένδρα από μήλα, βερίκοκα κλπ., καθένα από τα οποία κουβαλούν οκτώ ή δέκα άνδρες πάνω σε κοντάρια. Άλλοι φτιάχνουν κιόσκ με κρήνες που τρέχουν, οι τέσσερις πλευρές των οποίων είναι στολισμένες με φρούτα. Τα αγόρια τους, που κάθονται σε αυτά τα κιόσκ, παζαρεύουν με τους θεατές και τους πετάνε φρούτα. Μερικοί φορούν μανδύες φτιαγμένους από κάστανα, κρατώντας στα χέρια τους κομποσχοίνια από πορτοκάλια και μήλα και διαβάζοντας τον στίχο του Κορανίου, «Οι καρποί δίνονται σε εσάς ως εμπόρευμα». Κάποιοι, κρατώντας κομποσχοίνια από ξερή σταφίδα, απαγγέλλουν τον στίχο με τις σταφίδες και τις ελιές. Κατασκευάζουν επίσης τεχνητά πλοία που είναι γεμάτα φρούτα, καθένα από τα οποία ρυμουλκείται από χίλιους άνδρες. Τα πανιά, τα κατάρτια, η πλώρη και η πρύμνη αυτών των πλοίων είναι στολισμένα με τα κουκούτσια των φρούτων. Έμποροι συρρέουν σε πλήθη για να μπουν σε αυτά τα καράβια με φρούτα και να γεμίσουν τα καλάθια τους. Με τον μεγαλύτερο θόρυβο και τις φιλονικίες που προκύπτουν από αυτές τις προσποιητές πωλήσεις, περνούν μπροστά από το Αλάι-κιόσκ. Αυτή είναι πιστή αναπαράσταση του τι συμβαίνει στο λιμάνι κατά την άφιξη κάθε πλοίου που φέρνει φρούτα, όπου σηκώνεται τέτοιος θόρυβος και σπάνε πολλά κεφάλια, χωρίς να επιτρέπεται στους τραυματίες να ζητήσουν νομική ικανοποίηση. Ο αυτοκράτορας χαιρόταν, γελούσε με τις διαμάχες και τις ταραχές τους.
(250) Οι κηπουροί της Ισλαμπόλ, μέσα στην πόλη, είναι τρεις χιλιάδες και οι κήποι χίλιοι. Μέσα από τα τείχη της Ισλαμπόλ υπάρχουν πολλές χιλιάδες κήποι, εκ των οποίων ο καλύτερος είναι ο αυτοκρατορικός, που δίνουν μια ιδέα του παραδείσου. Οι πιο γνωστοί είναι εκείνοι των τουλιπών. Εκείνος του Αλτίπο-γαζά, κοντά στην κρήνη του δικαστή. Του Λόνκα-Ζάντε, κοντά στην Αγορά Αλευριού. Του Καχβελή, μέσα από την πύλη του Τζουμπέ Αλή. Του λουτρού, κοντά του. Του Ασίκ Πασά. Του Χαϊντέρ Πασά. Του Κιρεμετζή Σομλάκ. Του Τσιβί-Ζάντε. Εκείνοι μπροστά από τα μιχράμπ των αυτοκρατορικών τζαμιών. Ο κήπος Μποτζάκ, κοντά στην πύλη Ναρλί. Εκείνος του Τοκατζή Σολάκ. Του Σάνκα και του Αζίζ Εφέντη. Ο κήπος Τσουκουρμποστάν. Ο νέος κήπος. Εκείνος της Κία Σουλτάνας, κοντά στην πύλη του κανονιού. Και κοντά σε αυτόν, του Τσελεμπή κεχαγιά. Του κουρεκτζή-μπαση. Του Νταβούντ Πασά. Και μερικές εκατοντάδες ακόμη. Στους κήπους αυτούς παράγονται εκείνα τα περίφημα ροδάκινα, καθένα από τα οποία ζυγίζει εκατό δράμια. Οι ποικιλίες ονομάζονται Πάπα, Σουλτάνι, Τζάνι, Ντουράκι και Τσελεμπή Χότζα, που είναι θαύμα των θαυμάτων του Θεού. Τα ροδάκινα του κήπου του Κιρεμετζή Μουσταφά Αγά, μέσα από τη Λοξή πύλη, έχουν λαχταριστή και εξαίσια γεύση. Τα αχλάδια του κήπου του Έλτσι Καρά Μουσταφά Πασά, κοντά στο Κιζίλ Μοσλούκ, καθένα από τα οποία ζυγίζει εκατόν πενήντα δράμια, είναι πιο φίνα από τα αχλάδια που υπάρχουν στην Περσία, στο Τίσου και στο Ορντουμπάρ. Στον κήπο του Χαλιτζηλάρ Κιοσκί καλλιεργούνται βερίκοκα, που το καθένα ζυγίζει πενήντα δράμια, τα οποία ξεπερνούν τα περίφημα συριακά βερίκοκα της Χάμα. Στον κήπο μιας γυναίκας, κοντά στο Αβρέτ-μπαζάρ, υπάρχουν ρόδια που ζυγίζουν μια οκά το καθένα και τα οποία πωλούνται όχι λιγότερο από ένα δουκάτο τα δύο, ως δώρα για τον αυτοκράτορα. Κάθε σπόρος τους φτάνει το δράμι και μοιάζει με ρουμπίνι. Ένας άρρωστος άνθρωπος θα ξαναζωντανέψει αν φάει από αυτά. Στον κήπο του Σεβγκουλούν υπάρχουν σύκα, όπου τέσσερα ζυγίζουν μια οκά, τόσο νόστιμα όσο ένα μπουκάλι τζουλάμπ. Αν έπρεπε να περιγράψουμε λεπτομερώς όλους τους κήπους και τα προϊόντα τους, θα φτιάχναμε ολόκληρο έργο για την αγροτική οικονομία και την κηπουρική (φελαχάτ-ναμε).
(251) Οι έμποροι καρπουζιών (μεναβιάν) είναι 3.000 άνδρες. Τα καταστήματα δεν είναι παρά τριακόσια, καθώς οι περισσότεροι πωλούν στα σημεία αποβίβασης, όπου πεπόνια και καρπούζια σωρεύονται σε βουνά. Το εμπόριό τους διαρκεί μόνο έξι μήνες, γιατί, αν και είναι δυνατό να διατηρούνται πεπόνια και καρπούζια από το ένα έτος στο άλλο, δεν είναι όμως η πρακτική που ακολουθείται. Περνούν πάνω σε κάρρα, ανάμεσα σε σωρούς από πεπόνια και καρπούζια, φωνάζοντας: «Τρεις οκάδες για ένα άσπρο».
(252) Οι έμποροι λουλουδιών είναι 800 με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μπαμπά Ρέτεν.
(253) Οι έμποροι λουλουδιών, που πουλάνε ταυτόχρονα φρούτα είναι 300 άνθρωποι με 80 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χαμπίλ Ιρμαγάνι, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Έφερνε καλάθια με λουλούδια και φρούτα ως δώρα στον Προφήτη και στην οικογένειά του. Είναι θαμμένος στο Ταΐφ. Τα καταστήματα αυτών των εμπόρων λουλουδιών (τσιτσεκτζιγιάν, οι πρώην σουκουφετζιγιάν) βρίσκονται στα τμήματα της πόλης που ονομάζονται Ταχτούλ-καλε, Ακ-Σεράι, Σουλτάν Μοχάμεντ και Αγιασόφια, μπροστά από την πύλη του Τζεμπέ-χανε. Εδώ όλες τις εποχές του χρόνου υπάρχουν πιάτα γεμάτα λουλούδια και φρούτα, τα οποία προσφέρονται ως δώρα στους βεζίρηδες και τους σπουδαίους άνδρες. Κάνουν υπέροχη επίδειξη, όντας εξαιρετικά οπλισμένο στράτευμα. Κουβαλούν κιόσκ πάνω σε κοντάρια, που είναι απομιμήσεις του κιόσκ του Μοχτεσίμπ και του κιόσκ στην αγορά φρούτων, μέσα στα οποία ωραία αγόρια, ξαπλωμένα σε χρυσά μαξιλάρια, προσφέρουν υπηρεσία. Ο επικεφαλής της αγοράς (μπαζάρ-μπάσης) και ο κεχαγιάς του Μοχτεσίμπ περνούν έφιπποι. Ο τελευταίος καλεί ενώπιόν του κάποιους από τους εμπόρους και τους επιπλήττει που δεν τηρούσαν σωστά μέτρα και σταθμά. Στο Αλάι-κιόσκ κάποιους τους τιμωρούν με ραβδισμό στις φτέρνες, κάποιους τους βουτούν σε μέλι, άλλους τους χτυπούν στο πρόσωπο με αηδιαστικά έντερα και κάποιους τους ανεβάζουν σε γαϊδούρια. Αυτές είναι οι τιμωρίες όσων δεν τηρούν το σωστό μέτρο. Ο αρχηγός της αγοράς έρχεται τελευταίος με τους υπηρέτες του, όλους ντυμένους με πανοπλίες και ακολουθούμενος από την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η δέκατη όγδοη ενότητα
(254) Οι κατασκευαστές ξιφών είναι 1.008 άνδρες με 205 καταστήματα. Ο προστάτης των κατασκευαστών ξιφών και των οπλουργών είναι ο Δαβίδ, αλλά στην εποχή του Προφήτη ήταν ο Εσίρ ο Ινδός, που ζωστηκε από τον Σελμάν και πέθανε εκατόν είκοσι ετών. Είναι θαμμένος στο Ουσάκ. Καθώς η πίστη εδραιώθηκε με το σπαθί, οι κατασκευαστές ξιφών κέρδισαν το προβάδισμα απέναντι σε όλους τους άλλους χειροτέχνες. Όλοι όσοι ζουν σε ειρήνη, καθώς και σε πόλεμο, έχουν ανάγκη από αυτό το επάγγελμα. Ένα ξίφος είναι απαραίτητο στο σπίτι κάθε μουσουλμάνου. Στην εποχή του Μωάμεθ και του Βαγιαζήτ Β’ το εργοστάσιό τους ήταν ένα μεγάλο κτίριο μπροστά από την πύλη του ασβέστη, κοντά στην αποθήκη μολύβδου, όπου έφτιαχναν τις παλιές κωνσταντινουπολίτικες λεπίδες από το σίδερο που ανέσκαπταν στο Γαλατά-σεράι. Οι λεπίδες που είναι γνωστές με το όνομα της παλιάς Ισλαμπόλ προέρχονται από αυτό το εργοστάσιο. Με την πάροδο του χρόνου έπεσε σε παρακμή και ο επιθεωρητής του τελωνείου, ο Αλή Αγάς, αγόρασε το ακίνητο από το κεντρικό ταμείο, μετατρέποντας το εργοστάσιο σε αποθήκη νερού. Στην εποχή μας το μεγάλο εργοστάσιο βρίσκεται απέναντι από το λουτρό του Μαχμούτ Πασά. Ο πιο διάσημος κατασκευαστής σπαθιών είναι ο κωφός Δαβίδ. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, ο οποίος καταλάβαινε τόσο καλά την αξία και τη χρήση του σπαθιού, δεν χρησιμοποίησε ποτέ άλλες παρά μόνο λεπίδες του Ισφαχάν ή του κωφού Δαβίδ. Τον έκανε με αυτοκρατορικό διάταγμα αρχηγό των κατασκευαστών ξιφών. Περνούν, στολίζοντας τα καταστήματά τους με κάθε είδους ξίφη, όπως ξίφη των συντρόφων του Προφήτη, Σεντζάμ, Μακράρι, Ζιλιέζεν, Ζιλφεχτζάμ, Κος Καντέμ, Σονκόρ, Έσεντ, Σούζικ, Ντεμιρντελίσι, Σελαμιέχ, Μισρλί Αλ Μπερκούκ και συριακά, έργο του Μοστακίμ και ινδικά, έργο του Χαλκάν, γερμανικά, βαρβαρικά κλπ. Κατά το πέρασμα της πομπής γυαλίζουν ξίφη, κάνουν χίλια κόλπα, σαν να κολλάνε γυμνά ξίφη στα αυτιά, στον λαιμό και στο στομάχι τους, ενώ μερικοί αναπαριστούν μάχη και προχωρούν σε σειρές.
(255) Οι παλαιοί κατασκευαστές θωράκων είναι 40 άνδρες με 4 καταστήματα. Υπάρχουν στην Ισλαμπόλ περισσότεροι από χίλιους κατασκευαστές θωράκων, που εργάζονται για το στρατό και στο στρατόπεδο. Υπάρχουν λοιπόν ελάχιστα καταστήματα αυτής της βιοτεχνίας στην ίδια την Ισλαμπόλ. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, ο οποίος, όταν ετοιμαζόταν να πολεμήσει με τον Γολιάθ, άρχισε πρώτα να φτιάχνει τον θώρακα και την πανοπλία του. Μέρος αυτής της παλιάς πανοπλίας βρίσκεται μάλιστα στην κατοχή των μοναρχών της ερήμου, που την έχουν κληρονομήσει και τη φυλάνε προσεκτικά, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Οθωμανών, επειδή το δικαίωμά κυριαρχίας τους στην έρημο θεμελιώνεται σε αυτή την παλιά πανοπλία. Όσον αφορά τα κράνη, ο βασιλιάς Σαούλ έδειξε τον τρόπο κατασκευής τους στον Δαβίδ, όταν ανέλαβε την εκστρατεία εναντίον του Γολιάθ. Έτσι αυτά τα κράνη ονομάζονται από το όνομα του Σαούλ, Ταλούτι. Ο αγώνας μεταξύ Δαβίδ και Γολιάθ καταγράφεται σε έναν στίχο του Κορανίου. Στην εποχή του Προφήτη, όταν αυτός και οι σύντροφοί του είχαν σε μεγάλη εκτίμηση όλα τα είδη των όπλων, ο Μόσλεμ Χαντάντι έφτιαξε έναν θώρακα, τον οποίο δώρισε στον Προφήτη. Ο Προφήτης τον φόρεσε στη μάχη του Όχοντ, όπου, έχοντας χάσει ένα δόντι, τον έκανε δώρο στον Ινδό Σαντάν. Ο Μόσλεμ ο οπλουργός, που είχε κάνει το δώρο στον Προφήτη, ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ και έγινε προστάτης των κατασκευαστών θωράκων. Έζησε ογδόντα χρόνια και είναι θαμμένος στην Υεμένη. Οι οπλοποιοί στήνουν τα καταστήματά τους πάνω σε αμαξίδια με κάθε είδους θώρακες, όπως εκείνους από το Καμπαρτάι και το Νταγεστάν και ντύνονται με πανοπλίες από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Έτσι περνούν, όπως τόσο πολλοί αρχαίοι ήρωες, σαν τους Σαμ, Νεριμάν και Ζαλ Κόστεχεμ.
(256) Οι κατασκευαστές λογχών (μιζρακτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι επίσης ο Δαβίδ, αλλά ο πρώτος μονάρχης που εισήγαγε στρατεύματα με λόγχες ήταν ο Χουσένγκ, ο οποίος συνέστησε τη λόγχη ως το πιο εύχρηστο όπλο, επειδή δεν χρειάζεται να τραβηχτεί από τη θήκη όπως το σπαθί. Η λόγχη και το δόρυ είναι τα κανονικά όπλα των Αράβων, οι οποίοι τα χρησιμοποιούν με τόσο έξυπνο τρόπο, που οι Τάταροι χάνουν το μυαλό τους όταν βλέπουν πώς χειρίζονται αυτά τα όπλα. Ο πρώτος λογχοφόρος στρατιώτης στην εποχή του Προφήτη ήταν ο Ινδός Σαντουντίν, τον οποίο έζωσε ο στενός του φίλος, ο μεγάλος μουσουλμάνος ήρωας Χάμζα. Σκοτώθηκε μαζί του στη μάχη του Όχοντ και είναι θαμμένος κοντά του. Εκθέτουν πάνω σε κάρρα όλων των ειδών τις λόγχες, που ονομάζονται σόγκου, χίστ, τζέντα, τσεσέτμε, κάργι, σούντζι, χάρμπα και σινάν.
(257) Οι κατασκευαστές μαχαιριών και στιλέτων (χαντζαρτζιγιάν, μπιχακτζιγιάν) είναι 30 με 10 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο προφήτης Δαβίδ, αλλά στην εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Αμπντουλάχ Αλμπασρί, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Προφήτη και έγινε προστάτης των κατασκευαστών μαχαιριών και στιλέτων. Είναι θαμμένος στο Μέσεντ. Περνούν μέσα στα καταστήματά τους φτιάχνοντας στιλέτα και μαχαίρια.
(258) Οι κατασκευαστές ασπίδων (καλκαντζιγιάν) είναι μόνο 30 άνδρες με 10 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, ενώ η ασπίδα που κρατούσε είναι τώρα κρεμασμένη στην Ιερουσαλήμ, στο μεγάλο τζαμί, στα αριστερά. Είναι μεγάλη ασπίδα, φτιαγμένη από χάλυβα από το Ναχτσιβάν. Οι άνθρωποι την αποκαλούν καθρέφτη του Αλέξανδρου, αλλά αυτό είναι χυδαίο λάθος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η ασπίδα είναι έργο του Δαβίδ, ο οποίος, σύμφωνα με τον Μοχάμεντ Μπεν Ισάκ, έζησε χίλια εξακόσια χρόνια πριν από τον Προφήτη. Είναι γενικά γνωστό ότι ο Δαβίδ γυάλιζε ασπίδες από χάλυβα τόσο καλά, που δεν έμενε ούτε κόκκος σκόνης στη στιλβωμένη επιφάνειά τους. Ήταν φτιαγμένες από καθαρό χάλυβα. Τέτοιες ασπίδες από χάλυβα υπάρχουν στο Κάιρο, στους θησαυρούς των [Μαμελούκων] σουλτάνων Μπερκούκ, Κατιμπάι και Γκούρι, οι οποίοι παρουσιάζονται με την ευκαιρία μεγάλων επιδείξεων. Την εποχή του Προφήτη, ο Χασάν Κατάλ Γαζή εφηύρε νέο είδος ασπίδας από βαμβάκι και εύκαμπτα καλάμια. Έχοντας φέρει αυτή την ασπίδα στον Προφήτη ως δώρο, εκείνος διέταξε να τον ζώσει ο Αλή. Συνέχιζε να φτιάχνει ασπίδες μέχρι την εποχή του χαλιφάτου του Αλή για τους συντρόφους του Προφήτη. Ο Αλή σκοτώθηκε στην Κούφα από εκείνον τον καταραμένο Ιμπν Μελτζέμ και καθώς οι υποθέσεις του χαλιφάτου βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, ο Χασάν Κατάλ αποσύρθηκε στο Χαλέπι, όπου συνέχισε να φτιάχνει ασπίδες. Έτσι οι ασπίδες του Χαλεπιού φημίζονται ακόμη και τώρα σε όλη την Περσία και την Τουρκία. Πέθανε εκατόν επτά ετών και θάφτηκε στο Χαλέπι, έξω από την πύλη της Δαμασκού, στα όρια της τάφρου, κάτω από μικρό τρούλο.
(259) Οι κατασκευαστές θηκών (κιντζιανί-σικίμ) είναι 600 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο προστάτης τους την εποχή του Προφήτη, ο Γιακούμπ Μπανιάν, ζωστηκε από τον Χάμζα και θάφτηκε στο Μοάν. Σκοτώθηκε από γυναίκα την οποία στη συνέχεια σκότωσε ο Αλή και την έθαψε κοντά στον Γιακούμπ. Μια φορά τον χρόνο ο τάφος της γυναίκας στάζει αίμα. Αυτοί οι κατασκευαστές θηκών στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους μαχαίρια και θηκάρια.
(260) Οι κατασκευαστές δέρματος σαγρέ (σαγριγιάν) είναι 150 άνδρες με 50 καταστήματα.121 Προστάτης τους ήταν ο προπάππους του Αχαβεράν-Ντεντέ, ο σεΐχης Σερατζουντίν της Λάχσα, τον οποίο κατεύθυνε και έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά στη Γάζα, στα ερείπια του Άσκαλον. Οι κατασκευαστές δέρματος σαγρέ είχαν μεγάλο ανταγωνισμό με τους βυρσοδέψες, ο οποίος κρίθηκε υπέρ τους, ότι έπρεπε να θεωρούνται βοηθοί των κατασκευαστών ξιφών. Στολίζουν τα καταστήματά τους πάνω σε αμαξίδια με σαγρέ διαφόρων χρωμάτων. Το εργοστάσιό τους είναι εγκατεστημένο μέσα στην Αγορά Αλευριού. Ύστερα από αυτούς ακολουθεί το εξαίσιο στράτευμα του κιλιτζή-μπαση ή επικεφαλής των κατασκευαστών ξιφών. Ο επικεφαλής των κατασκευαστών ξιφών και ο επικεφαλής των κατασκευαστών θωράκων βαδίζουν μαζί και τους ακολουθεί η οκταμελής τουρκική μουσική.
Η δέκατη ένατη ενότητα
(261) Οι κατασκευαστές μουσκέτων είναι 1.000 άνδρες με 400 καταστήματα. Το εργοστάσιό τους είναι έξω από την Αγορά Αλευριού και επίσης στον δρόμο του ντιβάν και σε κάποια άλλα μέρη. Αν και ανήκουν στους οπλουργούς, ωστόσο, καθώς δεν υπήρχαν μουσκέτα στην εποχή του Δαβίδ, δεν έχουν προστάτη ανάμεσα στους συντρόφους του. Η πρώτη αναφορά για πυροβόλο όπλο ακούστηκε από τους μουσουλμάνους την εποχή των Ουμαγιάντ κατά την κατάκτηση της Κορτούμπα, όπου πολλές χιλιάδες μουσουλμάνοι έπεσαν μάρτυρες. Ο συγγραφέας όμως του Τοχφέτ-τεβαρίχ (Δώρο ιστοριών) αποδίδει στον Δαβίδ την εφεύρεση των σιδερένιων πυροβόλων, τα οποία, όντας διάτρητα, τα γέμιζαν χώμα για να σκοτώνουν πουλιά με αυτό. Ο Τζέμσιντ αναφέρεται ότι εφηύρε την πυρίτιδα. Ο συγγραφέας του Τοχφέτ είναι σε αυτά τα γεγονότα τόσο απόλυτος, σαν να ήσαν χαραγμένα σε μάρμαρο. Οι κατασκευαστές μουσκέτων στην αρχή δεν είχαν ιδιαίτερη θέση στην πομπή και αναμιγνύονταν με τους γενίτσαρους, αλλά στη συνέχεια πήραν την άδεια να περνούν με την κανονική μουσική τους. Περνούν κατασκευάζοντας μουσκέτα σε όλα τα μέρη τους και πυροβολώντας με αυτά, με κραυγές στον αέρα.
(262) Οι εργάτες στο σίδερο, που μαλακώνουν τον χάλυβα,122 είναι 500 άνδρες με 4 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, ο οποίος προστατεύει όλους τους τεχνίτες που χρησιμοποιούν σίδερο, κάρβουνα, αμόνι και σφυριά. Αυτοί οι άνδρες πρώτα μαλακώνουν τα μουσκέτα και μετά τα παραδίδουν στους στιλβωτές (μπερνταχτζή).123 Το εργοστάσιό τους είναι συνδεδεμένο με εκείνο των μουσκέτων. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου σχηματίζει ιδιαίτερη εγκατάσταση, με μεστζίντ και χώρο άσκησης. Περνούν με τα καταστήματά τους πάνω σε κάρρα, μαλακώνοντας μουσκέτα.
(263) Οι κατασκευαστές κοντακιών (κοντακτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Ο προστάτης και δάσκαλός τους στην καθοδήγηση των εργαλείων τους είναι ο Χαμπίμπ Νετζάρ (Ιωσήφ ο ξυλουργός;). Δεν έχουν προστάτη της εποχής του Προφήτη. Τα καταστήματά τους βρίσκονται στο μεγαλύτερο μέρος μέσα από την πύλη του Ξύλου, στον δρόμο του ντιβάν, στο Κασίμ-πασα, στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε και στο Σκουτάρι. Περνούν φτιάχνοντας κοντάκια και στολίζουν τα καταστήματά τους με κοντάκια με ένθετα κοχύλια μαργαριταριών.
(264) Οι κατασκευαστές χοανών για πυρίτιδα (βεζνετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους όπως και των προηγούμενων είναι ο Χαμπίμπ Νετζάρ, επειδή χρησιμοποιούν επίσης το τσεκούρι (κεσέρ). Δεν έχουν προστάτη της εποχής του Προφήτη, καθώς η χειροτεχνία τους σχετίζεται με το μουσκέτο που δεν είχε εφευρεθεί τότε. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κέρατα μπαρουτιού (βέζνε) από κέρατα ταύρου και ξύλο φλαμουριάς.
(265) Οι κατασκευαστές θηκών ή καλυμμάτων για τα μουσκέτα (κεσετζιγιάν) είναι 555 άνδρες με 100 καταστήματα. Ο αρχηγός τους είναι ο Αμπού Νασρ Χατέμ από τη Βαγδάτη, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ παρουσία του Αλή. Προηγουμένως ανήκαν στους σαμαράδες, αλλά στη συνέχεια χωρίστηκαν από αυτούς και ανακηρύχθηκαν βοηθοί των κατασκευαστών μουσκέτων. Περνούν μέσα στα καταστήματά τους, στολισμένα με κάθε λογής καλύμματα από βελούδο, ύφασμα κλπ.
(266) Οι κατασκευαστές πιστολιών (ταμπαντζατζιγιάν) είναι 2.000 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, γιατί κρατούν το σφυρί, αν και την εποχή του Προφήτη δεν υπήρχαν μουσκέτα ή πιστόλια. Κατασκευάζουν κάθε είδους πιστόλια. Ο κύριος δάσκαλός τους είναι ο Μοχάμεντ Τσελεμπή. Περνούν φτιάχνοντας πιστόλια.
(267) Οι στιλβωτές των σκουριασμένων μουσκέτων (ατσιτσιγιάν) είναι 105 άνδρες. Δεν έχουν ιδιαίτερο προστάτη της εποχής του Προφήτη. Περνούν στην πομπή καθαρίζοντας σκουριασμένα μουσκέτα.
(268) Οι κατασκευαστές πυροτεχνημάτων (φισεκτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 18 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Τζεμσίντ. Το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στους οπλουργούς. Επιδεικνύουν τις δεξιότητές τους στα πυροτεχνήματα με την ευκαιρία δημόσιας χαράς, κατά τη γέννηση των πριγκίπων και στη γιορτή της περιτομής. Το εργοστάσιό τους είναι έξω από το νοσοκομείο του Σουλεϊμανιέ, όπου έχουν το αποθετήριο των εργαλείων τους και την αποθήκη τους. Έχουν επίσης καταστήματα στο Εγιούπ, στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε και στο Μπεσίκτας. Ο πρώτος καλλιτέχνης στα πυροτεχνήματα ήταν ο Αβιτσέννα (Αμπού Σίνα), ο οποίος είναι ο δάσκαλος και προστάτης όλων των κατασκευαστών πυροτεχνημάτων. Σε περιπτώσεις χαράς για τις νίκες, αυτοί οι κατασκευαστές πυροτεχνημάτων ανάβουν εκατό περίπου χιλιάδες ρουκέτες διαφορετικών χρωμάτων, μερικές από τις οποίες ανεβαίνουν κατευθείαν στον ουρανό, ενώ άλλες πηγαίνουν με λοξή κατεύθυνση, σκορπίζοντας αστέρια γύρω τους. Μερικές από αυτές τις ρουκέτες, χωρισμένες σε τρία μέρη, ανεβαίνουν σε τρεις διαφορετικούς χρόνους, έτσι ώστε όταν η πρώτη, έχοντας καεί, πέφτει στο έδαφος, η δεύτερη ανάβει και μετά η τρίτη, που τελικά εκρήγνυται με θόρυβο που μοιάζει να σκίζει τα σύννεφα. Είναι πιθανό ότι τα Χερουβείμ, ακούγοντας αυτή τη φοβερή αναφορά, απαγγέλλουν τον στίχο του Κορανίου, «Θεέ μας, φύλαξέ μας από το κακό της ανθρωπότητας!» Στις ημέρες της νιότης μου, όταν εγώ, ο φτωχός Εβλία, ανακατευόμουν με κάθε είδους παρέα, έφτιαξα για τον κύριό μου, τον Αλή Αγά, τον επιθεωρητή του τελωνείου, μια από αυτές τις ρουκέτες με επτά τμήματα. Ήταν φτιαγμένη από κλωνάρι έλατου κουφωμένο, στην κορυφή του οποίου ήταν στερεωμένο ένα είδος καπέλου γεμισμένου με δεκαεπτά οκάδες πυρίτιδας, ενώ από κάτω το σήκωναν πτερύγια από φτερά αετών. Τη νύχτα της γέννησης της Κία σουλτάνας (στη συνέχεια συζύγου του Μαλέκ Αχμέτ Πασά, προστάτη του Εβλία), την εκτόξευσα στη θάλασσα από μια βάρκα και από εκεί η ρουκέτα ανέβαινε στον ουρανό επτά φορές σε τέτοιο ύψος, ώστε ο κρότος της έβδομης ακούστηκε στη γη με τόσο εκπληκτικό θόρυβο, που οι άνθρωποι ακούγοντάς τον έχαναν το κουράγιο τους. Κάθε ένα από τα επτά τμήματα που εκρηγνυόταν, έριχνε στο έδαφος πύρινη βροχή από μπάλες νάφθας και αστέρια, σαν να είχαν πέσει από τον ουρανό οι επτά πλανήτες και όλα τα αστέρια. Βλέποντας αυτό το εκπληκτικό θέαμα, άρχισα να μετανοώ και αφού, όπως λέει η παράδοση, «Όποιος μετανοήσει για ένα σφάλμα, είναι σαν να μην το είχε κάνει», ελπίζω ότι αυτό το κόλπο μου θα θεωρηθεί ότι δεν έγινε. Ήταν όμως περίεργο θέαμα. Οι κατασκευαστές πυροτεχνημάτων της Ισλαμπόλ φτιάχνουν επίσης άλλο είδος μεγάλου πυραύλου, ο οποίος, όταν εκρήγνυται, ξερνάει σαράντα μικρές ρουκέτες, μερικές από τις οποίες ανεβαίνουν στον αέρα, άλλες πηγαίνουν δεξιά, άλλες αριστερά και άλλες πέφτουν ανάμεσα στο πλήθος των θεατών καίγοντάς τους, γεγονός που προκαλεί μεγάλο θόρυβο και αναταραχή. Τις νύχτες της γιορτής της περιτομής εκτοξεύονται εκατό περίπου χιλιάδες ρουκέτες κάθε περιγραφής, καλύπτοντας την επιφάνεια της θάλασσας, μερικές από τις οποίες βυθίζονται και αναδύονται πάλι και βάζουν όλη τη θάλασσα σε φλόγα και τα ψάρια σε αναταραχή, ώστε να πηδούν έξω από το νερό και να ξαναβουτούν, πράγμα που είναι επίσης θέαμα που αξίζει να δει κανείς. Φτιάχνουν επίσης κάστρα από χαρτί, που πυροβολούν το ένα το άλλο. Επίσης αναπαριστώνται μορφές φλεγόμενων μοναχών, Εβραίων και Φράγκων, οι οποίες προχωρούν προς τους θεατές φτύνοντας φωτιά, ρίχνοντάς τους σε φόβο και σύγχυση. Δένουν επίσης πυροτεχνήματα στις ουρές σκύλων, αρκούδων, λύκων και γουρουνιών, τα οποία καημένα ζώα, όταν πληγωθούν από τη φωτιά, τρέχουν ανάμεσα στους θεατές προκαλώντας μεγάλη κωμική αταξία. Ταυτόχρονα διάφορα είδη πυραύλων, φλεγόμενων τροχών και μηχανών (που ονομάζονται μπενταλούτσκα, χαβάν, τούμπα, νερντιμπάν, σεμστζιχάν, καφέζ, μουχρί Σουλεϊμάν, τσατάλ-σουμάνι, χοσρεβάνι), ήλιων φωτιάς, δράκων, φιδιών, κεραυνών κλπ. καίγονται από όλες τις πλευρές και παράγουν θέαμα που συνορεύει με το θαυματουργό. Περνούν στη δημόσια πομπή με παρόμοιες επιδείξεις μπροστά από το κιόσκ του αυτοκράτορα. ΟΙ ευχές μου σε εσάς.
(269) Οι έμποροι πυρίτιδας (μπαρουτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Το εργοστάσιο πυρίτιδας και ο αγάς που είναι προσαρτημένος σε αυτό έχουν ήδη αναφερθεί, αλλά αυτοί είναι οι έμποροι πυρίτιδας των οποίων τα καταστήματα βρίσκονται στο Σουλτάν Βαγιαζήτ, στο Κασίμ-πασα, στον Γαλατά και στο Τόπ-χανε. Περνούν στολίζοντας τα καταστήματά τους με μπαρούτι, παίρνοντας όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις.
(270) Οι κατασκευαστές φιτιλιών (φιτιλιτζιγιάν) είναι 50 άνδρες με 30 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Προφήτης, γιατί εκείνος πρώτος έκαψε ένα σχοινί σε σχήμα φιτιλιού. Περνούν στρίβοντας φιτίλια από επτά νήματα από βαμβάκι. Ύστερα από αυτούς έρχονται ο επικεφαλής των κατασκευαστών κοντακιών και ο επικεφαλής των οπλοποιών, με τους αρχαιότερούς τους, τους σεΐχηδες, τους κεχαγιάδες και τους τσαούσηδες ιππεύοντας αραβικά άλογα και τους πεζούς, φορώντας πανοπλίες, συνοδευόμενοι από την οκταμελή τουρκική μουσική. Οι βοηθοί του αρχηγού των οπλοποιών είναι όλοι στρατιωτικοί.
Η εικοστή ενότητα
(271) Οι σιδηρουργοί. Και στις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ δεν έχουν λιγότερα από 1.000 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, που είναι θαμμένος σε προάστιο της Ιερουσαλήμ, το οποίο έχει το κατάλληλο βασιλικό τζαμί, σχολή και τραπεζαρία. Κοντά του είναι θαμμένος ο γιος του Σουλεϊμάν [Σολομών], όπως καταγράφεται σε όλες τις ιστορίες των ισραηλιτικών φυλών. Την εποχή του Προφήτη προστάτης των σιδηρουργών ήταν ο Αμπουζέιντ Μόσλεμ Χαντάντι, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Αλή. Όλοι οι σιδηρουργοί αντλούν την καταγωγή τους από αυτόν. Ο τάφος του βρίσκεται στη Σαναά της Υεμένης. Καθώς η τέχνη τους είναι από τις πιο απαραίτητες στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο, όχι μόνο στο πυροβολικό αλλά από κάθε άποψη, απέκτησαν το προβάδισμα απέναντι στις συντεχνίες που ακολουθούν. Περνούν πάνω σε μεγάλα κάρρα, στολίζοντας τα καταστήματά τους με διάφορα λουλούδια και χτυπώντας με τα σφυριά τους το σίδερο σε αμόνια. Μερικοί κουβαλούν στους ώμους τους σιδερένιες ράβδους, μερικά σφυριά και χτυπώντας το σίδερο στο αμόνι, φωνάζουν: «Ω Δαβίδ!»
(272) Οι πεταλάδες (αχενγκερανί-ναλ-κεσέν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτες τους είναι ο Δαβίδ και ο Αμπού Μόσλεμ. Φτιάχνουν στα καταστήματά τους πέταλα και κάνουν πολλά κόλπα. Είναι από τις πιο χρήσιμες και απαραίτητες συντεχνίες σε ένα στρατόπεδο.
(273) Οι κατασκευαστές καρφιών (μιχτζιγιάν). Αναγνωρίζουν επίσης τον Δαβίδ και τον Αμπού Μόσλεμ ως προστάτες τους. Είναι πολύ χρήσιμοι τεχνίτες στην Ισλαμπόλ, όπου οι πυρκαγιές είναι τόσο συχνές (και τα καρφιά επομένως σε τόσο μεγάλη ζήτηση).124 Στολίζουν τα καταστήματά τους με τα διάφορα είδη καρφιών που ονομάζονται σόφτζα, ζάγρα, μιάνε, κίβα, κόλε, ορτασάις, μπούλμα, πεντάβρα, έκσερ και περνούν φτιάχνοντας καρφιά. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι Αρμένιοι από το Ντιβριγί [Τεφρική]. Είναι σαν πολλούς Φερχάντ.
(274) Οι κατασκευαστές μικρών καρφιών για μπότες (κεμπεμπτζιγιάν) είναι 200 άτομα με 102 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπουζέιντ Μοσλέμι. Τα καταστήματά τους είναι όλα στο Τσουρκουρχαμάμ, στην περιοχή του τζαμιού του σουλτάνου Μωάμεθ. Περνούν πάνώ σε αμαξίδια, χτυπώντας κεμπκέμπ, δηλαδή τα μικρά γανωμένα καρφιά που μπαίνουν κάτω από τις μπότες και τα παπούτσια.
(275) Οι κατασκευαστές ζυγιών ή κανταριών (κανταρτζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 80 καταστήματα. Οι προστάτες τους είναι επίσης ο Δαβίδ και ο Αμπού Μόσλεμ. Φτιάχνουν διάφορα ζύγια [σταθμά] και καντάρια, τα οποία κρεμούν σε σιδερένιες αλυσίδες και στολίζουν τα καταστήματά τους με τέτοιου είδους γιρλάντες.
(276) Οι κατασκευαστές ζυγαριών (μιζαντζιγιάν). Προστάτης τους είναι ο Αζέρ, ο πατέρας του Αβραάμ, ο οποίος ήταν ο γλύπτης και κατασκευαστής ζυγαριών του Νεμρώδ. Την εποχή του Προφήτη ο Αμπούλ Κασίμ, ο κατασκευαστής ζυγαριών, έγινε ο προστάτης τους. Ζώστηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ και θάφτηκε στο Ερζερούμ, κοντά στον Αμπντούρ-ραχμάν Γαζή. Τα καταστήματά τους είναι στο Μαχμούτ-πασα. Τα στολίζουν με διάφορα είδη ζυγαριών, τα ζύγια των οποίων είναι φτιαγμένα από κίτρινο ορείχαλκο.
(277) Οι κατασκευαστές λίμας (εϊγκετζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Οχάιντ Ταχέρ, ο οποίος, όντας πεχλιβάνης (παλαιστής), ζώστηκε από τον μουσουλμάνο ήρωα Χάμζα. Ο τάφος του βρίσκεται στη Μέκκα. Τα καταστήματα αυτής της συντεχνίας βρίσκονται όλα στη μεγάλη αγορά. Περνούν με τα καταστήματά τους πάνω σε αμαξίδια που πωλούν κάθε είδους λίμα και φωνάζουν: «Ισιώνουμε το στραβό και ακονίζουμε το αμβλύ».
(278) Οι κατασκευαστές τσεκουριών (κεσερτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Δαβίδ, ο δεύτερος της εποχής του Προφήτη ήταν ο Αμπούλ Μόσλεμ Γαφάρι, ο οποίος ζώστηκε από τον Ινς. Ο τάφος του βρίσκεται στην όχθη του Ευφράτη, στο κάτω μέρος του κάστρου του Τζαμπέρ. Σκοτώθηκε στη μάχη μεταξύ του Αλή και της Αϊσά και τάφηκε εκεί. Έφτιαχνε για τους συντρόφους του Προφήτη δόρατα, μαχαίρια, τσεκούρια και άλλα όργανα για να χτυπούν με αυτά.
(279) Οι κατασκευαστές πριονιών (ντεστερετζιάν) είναι 200 άνδρες με 80 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Ισμαήλ, ένας Εβραίος, που εφηύρε το πριόνι στο Χαλέπι, για να πριονίσει τον Ζαχαρία σε δύο κομμάτια. Την εποχή του Προφήτη ο Αμπντούλ-γαφάρ, ο πριονιστής, έγινε ο προστάτης τους. Τον έζωσε ο Σελμάν, ο Πέρσης. Ο τάφος του είναι στην πόλη Νίγκντε, αλλά δεν τον επισκέφτηκα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με πριόνια διαφόρων ειδών και περνούν με μεγάλο θόρυβο.
(280) Οι κατασκευαστές τρυπανιών (μποργουντζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Αναγνωρίζουν ως τον πρώτο τους προστάτη τον Δαβίδ, αλλά την εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Αμπουρρέιφ Νακάμπι, τον οποίο έζωσε ο Σοχάιμπ Ρουμί με εντολή του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στο κάστρο Μπαλμπέκ, κοντά στη Δαμασκό. Άλογα που έχουν χολικό, αν περάσουν πάνω από τον τάφο του θεραπεύονται από την ασθένειά τους. Αυτό θεωρείται αληθινή θεραπεία από τους Σύριους εμπόρους αλόγων. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους τρυπάνια και κοχλίες (μακάμπ, ντος, κέρσεχ).
(281) Οι καρβουνάδες (κομουρτζιγιάν) είναι 800 άνδρες με 400 καταστήματα. Υπάρχει μεγάλος αριθμός ανθρακωρύχων που έρχονται από τα βουνά με πρόσωπα μαύρα σαν το κάρβουνο, αλλά που κερδίζουν άσπρα χρήματα. Το δεύτερο είδος καρβουνιάρηδων είναι οι άνδρες των καρβουνόπλοιων, οι οποίοι είναι Έλληνες άπιστοι, καταδικασμένοι να είναι μαυροπρόσωποι σε αυτόν και στον άλλο κόσμο. Οι τρίτοι είναι οι φύλακες των αποθηκών κάρβουνου, που είναι εν μέρει μουσουλμάνοι και εν μέρει Αρμένιοι και τελευταίοι οι άνδρες που πουλάνε κάρβουνα στο λιανικό εμπόριο, διαλαλώντας τα στους δρόμους. Τα κάρβουνά τους τα κουβαλούν πάνω σε λεσβιακά άλογα ή κυπριακά μουλάρια και περνούν ζυγίζοντας και διαλαλώντας κάρβουνα. Ο πρώτος τους προστάτης, ως ο πρώτος που άναψε φωτιά, είναι ο Αδάμ. Ο Νεμρώδ είναι επίσης διάσημος στην ιστορία της φωτιάς, επειδή άναψε το σωρό πάνω στον οποίο επρόκειτο να καεί ο Αβραάμ, αλλά ο οποίος μετατράπηκε σε κρεβάτι από τριαντάφυλλα σύμφωνα με την ιερή γραφή του Κορανίου: «Είπαμε στη φωτιά: να είσαι κρύα και υγιεινή για τον Αβραάμ!»125 Ο προστάτης των καρβουνιάρηδων της εποχής του Προφήτη είναι ο Χαρούν από το Χαϊμπάρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Κουβαλούσε κάρβουνα από το Χαϊμπάρ και από το όρος Όχοντ στη Μεδίνα και με αυτή τη δουλειά έβγαζε τα προς το ζην. Ο τάφος του βρίσκεται στο Ουάντι-ουλ-κίρα. Καταδικάστηκε σε θάνατο από τους κατοίκους του Χαϊμπάρ επειδή είχε γίνει μουσουλμάνος. Ο Θεός να ευλογεί τη μνήμη του. Μετά τους καρβουνιάρηδες περνά το στράτευμα του αρχηγού των σιδεράδων, με τους σεΐχηδες, τους νακίμπ, τους κεχαγιάδες και τους τσαούσηδές τους. Στη δημόσια πομπή την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’, ο αρχηγός των κατασκευαστών πριονιών (ντετερετζή-μπασης) ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που ήταν μαζί με τον σουλτάνο Σελήμ Α’ κατά την κατάκτηση της Αιγύπτου και που από τότε οδηγούνταν ενώπιον κάθε αυτοκράτορα, που βασίλευε μετά, για να λάβει την ευλογία του. Οι βεζίρηδες πήγαιναν στο κατάστημά του στην Αγορά Αλευριού και του φιλούσαν το χέρι. Περνά ο επικεφαλής των σιδεράδων και ακολουθεί η οκταμελής τουρκική μουσική.
Η εικοστή πρώτη ενότητα
(282) Οι κλειδαράδες (τσιλινγκιράν) είναι 1.000 άνδρες, με 500 καταστήματα. Προστάτης τους είναι πάλι ο Δαβίδ και την εποχή του Προφήτη ο Αζίζ-ουντ-ντίν Σαμάχι, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Όλοι οι κλειδαράδες και εκείνοι που επεξεργάζονται μικροαντικείμενα από σίδερο αντλούν τις ικανότητές τους από αυτόν. Είναι θαμμένος στο Σιράζ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κλειδαριές, κλειδιά, δαχτυλίδια και άλλα μικροαντικείμενα από σίδερο, άλλα επιχρυσωμένα, άλλα γανωμένα.
(283) Οι χαλιναράδες (γκεμτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 100 καταστήματα. Ο πραγματικός προστάτης τους είναι ο Χιζρ, ο οποίος πρώτος δίδαξε στον Σεΐντ Χαμάι-ουντ-ντίν να φτιάχνει χαλινάρια. Τον έζωσε ο Χάμζ. Ο τάφος του βρίσκεται στην Έλλα, κοντά στη Βαγδάτη. Φημισμένα είναι τα χαλινάρια της Έλλα και της Χοβάιζα. Εκθέτουν στα καταστήματά τους την επίδειξη πολλών χιλιάδων χαλιναριών, στολισμένων με χρυσό και ασήμι. Οι χαλιναράδες, που είναι προσκολλημένοι στην υπηρεσία των αυτοκρατορικών στάβλων, είναι εκατό εξαιρετικοί τεχνίτες.
(284) Οι κατασκευαστές σιδερένιων αιχμών (τεμρεντζιγιάν) είναι 115 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Τζαφέρ Χασέμι, ένας από τους συγγενείς του Αλή, που του έδωσε τη ζώνη. Δουλειά του ήταν να ισιώνει τις αιχμές των βελών που λύγιζαν στη μάχη και να τις φτιάχνει από ατσάλι του Ναχσιβάν. Ο τάφος του βρίσκεται στο Ερντεμπίλ, κοντά στον σεΐχη Σάφι, κάτω από τρούλο και τον επισκέπτονται ως τάφο συγγενούς του Αλή. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους αιχμές, που ονομάζονται αλάντζα, πουσάκα και κουστάνι και περνούν δουλεύοντας με αυτές.
(285) Οι σιδεράδες μενταγιόν (κιλντζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Ζέιντ, ευνοούμενος του Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στην Ινδία, στο λιμάνι Ντιβ.
(286) Οι κατασκευαστές αναβολέων (ουζενγκιτζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 100 καταστήματα. Οι προστάτες τους είναι επίσης ο Δαβίδ και ο Αμπού Μόσλεμ, αλλά ο πρώτος που έφτιαξε σιδερένιο αναβολέα για τον Προφήτη ήταν ο Σετζά-ουντ-ντίν Μιχριμπάνι, μαθητής του Ινς Μπεν Μάλεκ. Δεν ξέρω πού είναι ο τάφος του. Γεμίζουν τα καταστήματά τους με κάθε λογής αναβολείς, στολισμένους με χρυσό και ασήμι.
(287) Οι ψαλιδοποιοί (μικραστζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 30 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Παβέρ, ο Ουζμπέκος, που ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ και θάφτηκε στην πόλη Τισού, κοντά στον Άγιο των Τουρκομάνων Αχμέτ Γεσούι. Στρώνουν τα καταστήματά τους με ψαλίδια.
(288) Οι σιδεράδες των πετάλων των παπουτσιών (ναλτσατζιγιάν) (των σίδερων που βάζουν κάτω από τις σόλες στα παπούτσια και τις μπότες για να τις κάνουν να διαρκούν περισσότερο) είναι 1.000 άνδρες με 400 καταστήματα. Ο προστάτης τους ήταν ένας σιδεράς από το Χορασάν, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν, ο τάφος του οποίου βρίσκεται στο Χεράτ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με τα διάφορα είδη πετάλων παπουτσιών, που ονομάζονται καμπαντί, μαχμουζί, ντιρσεκλί, τζιχάνσαχι και μερβάνι και περνούν δουλεύοντάς τα στη φωτιά.
(289) Οι άνδρες που καρφώνουν τα σιδερένια πέταλα στα παπούτσια (ναλτσατζιγιάν μιχλιτζιγιάν) είναι 700, με 400 καταστήματα. Περνούν ασχολούμενοι με το κάρφωμα των προαναφερθέντων σιδερένιων πετάλων σε παπούτσια και μπότες.
(290) Οι κατασκευαστές δαχτυληθρών (γιουσουκτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Βαρτάν, ο Ινδός. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους δακτυλήθρες, με τις οποίες οι ράφτες προστατεύουν τα δάκτυλά τους και οι οποίες επινοήθηκαν από τον Βαρτάν, τον Ινδό.
(291) Οι βελονάδες (ιγνετζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλ Κασέμ Αλατάρ, του οποίου ο τάφος δεν είναι γνωστός. Στολίζουν τα καταστήματά τους με βελόνες και καρφίτσες διαφόρων ειδών (ίμπρε, ίγνε, σούζεν και σούντοχ). Περνούν φωνάζοντας, «Βελόνες, βελόνες, για να ράψετε ό,τι σκίστηκε».
(292) Οι χαντέ-σιδεράδες (χαντετζιγιάν) είναι 40 άνδρες με 15 καταστήματα. Χαντέ είναι το όνομα χαλύβδινης πλάκας με μερικές εκατοντάδες τρύπες πάνω της, μέσα από την οποία χρυσοχόοι και αργυροχόοι περνούν διάφορα είδη χρυσού και ασημένιου σύρματος. Κάποιοι λένε ότι ο προστάτης αυτών των σιδεράδων χαλύβδινης πλάκας ήταν ο χρυσοχόος Κανεβί, αλλά κάνουν μεγάλο λάθος, επειδή ο Κανεβί έζησε την εποχή των Σελτζούκων και ήταν θετός γιος του Μοχαγιουντίν, του Άραβα. Ο πραγματικός προστάτης αυτών των κατασκευαστών χαλύβδινων πλακών ήταν ο Σαντ-ουντ-ντίν ο Αιγύπτιος, ο οποίος ήρθε με τον Ζουνούν τον Αιγύπτιο ενώπιον του Προφήτη και τον έζωσε ο Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μπελμπέις.
(293) Οι έμποροι σιδήρου (αχέν-φουρούχτ) είναι 605 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο προστάτης τους ανατράφηκε από τον Σελμάν Πακ και τάφηκε στην Αβησσυνία. Τα καταστήματα αυτών των εμπόρων σιδήρου βρίσκονται στα μέρη της πόλης που ονομάζονται Τακτ-ούλ-Καλε και Καραμάν. Είναι πλούσιοι έμποροι, που συνδέονται με εκείνους των ορυχείων σιδήρου στο Σαμακού, στο Εγρίντερε και στο Περίλ. Φορτώνουν κάρρα με σιδερένιες ράβδους και τετράγωνα κομμάτια σιδήρου και περνούν ντυμένοι με πανοπλίες.
(294) Οι συρματουργοί (τελτζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 40 καταστήματα. Έλκουν το φως τους από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Μποκάια, κοντά σε εκείνον του Αμπάς. Περνούν τραβώντας σιδερένια και ορείχαλκινα σύρματα με τη βοήθεια τροχών.
(295) Οι έμποροι μικρών ειδών σιδήρου (χουρνταβάτ-ι αχέν-φουρούχτ) είναι 800 άνδρες με 700 καταστήματα. Ο προστάτης τους Αν Μπεν Ομράνι ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στη Έλλα, κοντά στον μιναρέ του Αλή. Πωλούν καρφιά και άλλα μικροαντικείμενα από σίδηρο. Είναι φτωχό σύνολο ανθρώπων και περνούν με πλάκες με καρφιά στο κεφάλι.
(296) Οι πεταλωτές (ναλμπαντζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χιζρ, ο οποίος πετάλωσε το μουλάρι Ντουλντούλ του Προφήτη, αλλά δεν ήταν γνωστός. Ο άνθρωπος που πετάλωνε άλογα στην εποχή των Προφητών και έγινε ο αρχηγός των πεταλωτών ήταν ο Αμπούλ Κασέμ Εσεμάκ Μπεϊταρί, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Πέθανε σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών και τάφηκε στο Ορμούζ. Είναι ο προστάτης μιας από τις πιο απαραίτητες συντεχνίες σε καιρό πολέμου. Οι πεταλωτές ισχυρίζονταν από αυτή την άποψη ότι είχαν το προβάδισμα απέναντι στους κλειδαράδες. Τελικά κατατάχθηκαν ως βοηθοί τους. Εκθέτουν στα καταστήματά τους πλήρη επίδειξη διαφόρων ειδών πετάλων, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται στη Βοσνία, τη Συρία, το Βίζεγκραντ και το Έρσεκ, καθώς και άλλα όργανα πεταλώματος.
Η εικοστή δεύτερη ενότητα
(297) Οι τσουκαλάδες (καζαντζιγιάν) είναι 4.000 άνδρες με 900 καταστήματα. Το εργοστάσιό τους, μεγάλο κτίριο που ανεγέρθηκε από τον Μωάμεθ Β’, βρίσκεται μέσα από την πύλη του Αγιάζμα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Χαμπίμπ Μοχαγιουντίν Μπουχάρα, ζωσμένος από τον Σελμάν. Ο πρώτος που κατασκεύασε σιδερένια τσουκάλια και τηγάνια ήταν ο Δαβίδ, ενώ ο Αμπού Χαμπίμπ Μοχαγιουντίν έφτιαξε τα πρώτα χάλκινα. Τα δοχεία των Τατάρων της Κριμαίας των φυλών Μογούν, Μπογούν, Καλμάς και Κομούκ είναι όλα σιδερένια τσουκάλια από σίδερο που ονομάζεται Χακ-γεντζή, επειδή τα ορυχεία κοντά στον Καφφά, τα οποία παράγουν το σίδερο, κατασκευάστηκαν από τον Χακ-γεντζή Μοχάμεντ Εφέντη. Από τον Αδάμ μέχρι τον Δαβίδ, τα τηγάνια και τα δοχεία ήσαν όλα πήλινα και το μεγαλύτερο μέρος του φαγητού ήταν ψητό κρέας. Αυτοί οι κατασκευαστές τσουκαλιών κουβαλούν σε κοντάρια διαφόρων ειδών τσουκάλια, δοχεία και τηγάνια.
(298) Οι καθαριστές του χαλκού (μπακίρ σιτζιρτζιγιάν) είναι 65 άνδρες με 4 εργαστήρια. Αυτά τα εργαστήρια είναι εγκατεστημένα στην Αγορά Αλευριού, στους πύργους Σεβγκουλούν, Οτλούκ και Μποργουτζιλάρ. Τα φυσερά τους είναι φτιαγμένα από δέρμα βουβαλιού και το καθένα το χειρίζονται δέκα άνδρες. Λιώνουν μικρά κομμάτια χαλκού και ανεβάζουν τέτοια θερμότητα, που είναι αδύνατο να πλησιάσεις. Περνούν με κάρρα φορτωμένα με χαλκό, τον οποίο λιώνουν. Είναι σύνολο ανθρώπων με περίεργη μορφή.
(299) Οι κατασκευαστές γυάλινων πιάτων (τζαμ βε τιχτάμπ-ταστζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 45 καταστήματα. Περνούν φτιάχνοντας γυάλινα πιάτα πάνω σε αμαξίδια.
(300) Οι στιλβωτές των ορειχάλκινων τσουκαλιών (ντεκακίν τσαρκτζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 40 καταστήματα. Περνούν γυαλίζοντας μπρούτζινα αγγεία σε τροχούς.
(301) Οι έμποροι καζανιών (τατζιράνι καζαντζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σαντ Μπεν Ομπέιντ Χαζρετζή, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Είναι θαμμένος στο Zομπέιντ στην Υεμένη. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους μπρούτζινα αγγεία. Είναι ως επί το πλείστον Λαζοί και διαλαλούν τα προϊόντα τους στη διάλεκτό τους.
(302) Οι γανωματάδες (καλαϊτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 106 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σάρι, ζωσμένος από τον Αλή. Ήταν στρατιωτικός διοικητής στο χαλιφάτο του Ομάρ εναντίον του Νεχαβέντ και την ίδια τη μέρα της αποφασιστικής μάχης, όταν ο Σάρι ήταν σχεδόν ηττημένος, ο Ομάρ, που προσευχόταν στη Μεδίνα, φώναξε βλέποντας καλύτερα: «Ω, Σάρια, πάρε τη θέση του βουνού!» Άκουσαν αυτόν τον ήχο τα μουσουλμανικά στρατεύματα στο Νεχαβέντ και αμέσως κάρφωσαν στο βουνό τα λάβαρα του Ισλάμ και της νίκης. Ο τάφος του βρίσκεται στο Κάιρο, όπου κατεβαίνεις προς αυτόν με εννέα σκαλοπάτια στην αυλή του τζαμιού του Ταουάσι Σουλεϊμάν, στο εσωτερικό κάστρο. Οι στρατιώτες των γανωματάδων περνούν με κάθε είδους σφυριά για στρίψιμο, καθάρισμα και τέντωμα. Βάζουν στη μέση του δρόμου μεγάλο μπαούλο (τομρούκ), πάνω στο οποίο δεκατέσσερις έως δεκαέξι άνδρες, σφυροκοπώντας με όλη τους τη δύναμη, δείχνουν την τελειότητα της τέχνης τους. Οι ηλικιωμένοι αυτών των συντεχνιών έχουν γένια διαφόρων χρωμάτων από την επίδραση της υγρασίας του χαλκού, μερικοί πράσινα, μερικοί στο χρώμα του θειαφιού. Μετά τους γανωματάδες περνά ο επικεφαλής των τσουκαλάδων (καζαντζή-μπασης) και ο επικεφαλής των στιλβωτών (τσαρκατζή-μπασης) και πίσω τους τα αγόρια των ορυχείων της Κασταμούνι και του Τάσκιοπρου, ακολουθούμενα από την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η εικοστή τρίτη ενότητα
(303) Οι χρυσοχόοι (κουγιουμτζιγιάν) που αριθμούν 5.000 άνδρες, με 3.000 καταστήματα, είναι από τις πιο πολυάριθμες συντεχνίες. Αναγνωρίζουν τον Δαβίδ ως προστάτη τους, επειδή χρησιμοποιούν αμόνι και σφυρί, αλλά στην εποχή του Προφήτη αρχηγός τους ήταν ο Νασρ Μπεν Αμπντουλάχ, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Πέθανε στο Άντεν της Υεμένης και θάφτηκε εκεί. Οι χρυσοχόοι πέτυχαν τον υψηλό βαθμό εκτίμησης που απολαμβάνουν μέσω του σουλτάνου Σελήμ Α’ και του σουλτάνου Σουλεϊμάν, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει και οι δύο στην Τραπεζούντα ως μαθητευόμενοι στην τέχνη των χρυσοχόων, ενώ ο Έλληνας Κωνσταντίνος, που ήταν ο δάσκαλος του Σουλεϊμάν, ζει ακόμη. Μια φορά, έχοντας θυμώσει με τον πρίγκιπα, ορκίστηκε ότι θα του έδινε χίλια ραβδιά (χτυπήματα). Η μητέρα του τον παρακάλεσε να συγχωρήσει τον πρίγκιπα και έδωσε στον χρυσοχόο χίλια δουκάτα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Κωνσταντίνος διέταξε τον πρίγκιπα να ελάσει αυτό το χρυσάφι με τη χαλύβδινη πλάκα (χαντέχ) σε πεντακόσιες οργιές σύρματος και αφού έγινε, τύλιξε αυτά τα πεντακόσια χρυσά σύρματα δύο φορές γύρω από τα πόδια του Σουλεϊμάν, για να απαλλαγεί από τον όρκο του.126 Αυτή η ιστορία είναι γνωστή. Εγώ ο ίδιος, ο φτωχός Εβλία, είδα μερικές φορές αυτόν τον γέρο Έλληνα, που ήταν ένας ζωηρός ειλικρινής γέρος άπιστος. Ο Σουλεϊμάν, έχοντας ανέβει στον θρόνο, για να δείξει την εύνοιά του στους χρυσοχόους, έχτισε γι’ αυτούς τη κρήνη που ονομαζόταν Σακατσεσμέ, με μεγάλο εργοστάσιο εφοδιασμένο με τζαμί, λουτρό, αίθουσα συνελεύσεων και πολλά άλλα δωμάτια και κελιά. Ίδρυσε εκεί, ως βακφ, χίλια πιάτα, πεντακόσια μπρίκια και τηγάνια. Κάθε είκοσι χρόνια τους επέτρεπαν να κάνουν μεγάλο γλέντι και για τον σκοπό αυτόν τους παραχωρούσαν δέκα πουγγιά από το θησαυροφυλάκιο και τα αυτοκρατορικά τύμπανα και μεγάλα τύμπανα. Αυτή η γιορτή κρατούσε δέκα μερόνυχτα. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, ο ίδιος χρυσοχόος στο επάγγελμα, είδα αυτό το γλέντι σε τρεις διαφορετικές στιγμές. Εγώ ήμουν που φίλησα το χέρι του σουλτάνου Μουράτ σε αυτή τη γιορτή. Ένα χρόνο πριν από την επίσημη συνάντηση όλων των χρυσοχόων στην πεδιάδα του Καγίτ-χανε, όπου ο αυτοκράτορας τους κερνάει για δέκα ημέρες και νύχτες, κλήθηκαν από τους τσαούσηδες να εμφανιστούν. Αυτοί πήγαν οι ίδιοι ή έστειλαν τους επικεφαλής άνδρες τους με δέκα έως δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια. Ο αυτοκράτορας έστειλε τη δική του σκηνή στο μέρος που είχε καθοριστεί για τη συνέλευση και πήγε εκεί με τους βεζίρηδές του υπό τον ήχο τυμπάνων και μεγάλων τυμπάνων. Δώδεκα αφέντες (χαλίφε) φίλησαν τα χέρια του αυτοκράτορα, του μουφτή, των βεζίρηδων, του αρχηγού των χρυσοχόων, των νακίμπ και των πρεσβύτερων, σύμφωνα με τον κανόνα του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο επικεφαλής των χρυσοχόων χάρισε στον αυτοκράτορα ένα πιάτο, ένα μελανοδοχείο, μια ιπποσκευή, ένα ξίφος και ένα σκήπτρο, όλα στολισμένα με κοσμήματα. Δώδεκα χιλιάδες σύντροφοι (χαλίφε) φίλησαν στη συνέχεια το χέρι του κουγιουμτζή-μπαση (επικεφαλής των χρυσοχόων). Επί επτά ημέρες και νύχτες αγόρια με ζώνες στολισμένες με κοσμήματα και όλα ντυμένα στα χρυσά, φέροντας χρυσά στιλέτα και μαχαίρια και μεταξωτές ποδιές, περπατούσαν σαν πολλά παγώνια του Παραδείσου για να φιλήσουν τα χέρια των πρεσβύτερων (πιρ). Από πέντε έως έξι χιλιάδες σκηνές ήσαν στημένες στην πεδιάδα του Καγίτ-χανε και επί είκοσι ημέρες και νύχτες το πλήθος συνέρρεε πέρα-δώθε. Με λίγα λόγια είναι γιορτή για την οποία καμία άλλη συντεχνία δεν μπορεί να καυχηθεί. Στην πομπή του στρατοπέδου κάνουν υπέροχη επίδειξη και τυφλώνουν τα μάτια με το μεγαλείο τους. Εκθέτουν πάνω σε κάρρα και αμαξίδια μαχαίρια, στιλέτα, ζώνες στολισμένες με κοσμήματα, θυμιατήρια, βάζα για ροδόνερο, ιπποσκευές, ξίφη, σκήπτρα και χίλια περίπου άλλα πολύτιμα αντικείμενα, που είναι πέρα από κάθε περιγραφή και όλα, είτε είναι μουσουλμάνοι είτε Άπιστοι, τυλίγουν στα κεφάλια τους κόκκινες και πράσινες ζώνες.
(304) Οι έμποροι πολύτιμων λίθων (μπαζεργκάν-ι τζεβαχιρτζιγιάν) είναι 600 άνδρες χωρίς καταστήματα, αλλά κατοικούν σε χάνια. Μόνο ο Θεός γνωρίζει την έκταση του πλούτου τους και τον αριθμό των κοσμημάτων τους. Διαμάντια από την Ινδία, ρουμπίνια από το Μπενταχσάν, τυρκουάζ από τη Νισαπούρ, οπάλια από την Αβησσυνία, σμαράγδια από το Καζάν, γρενατίτες από την Κεϋλάνη και κοράλλια, υπάρχουν όλα μαζί εδώ. Περνούν επιδεικνύοντας στο κοινό τα κοσμήματά τους σε χαρτί.
(305) Οι έμποροι μαργαριταριών (λουλουτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Περνούν βάζοντας μικρά και μεγάλα μαργαριτάρια σε κορδόνια και στολίζοντας με αυτά τα κορδόνια τα καταστήματά τους, σαν δίχτυα. Είναι όλοι Εβραίοι, που είναι εγκατεστημένοι στην πύλη του παλιού μπεζεστάν.
(306) Οι χρυσοχόοι που τοποθετούν μαργαριτάρια (ζεργκεράν τζεβαχιρτζιγιάν) είναι 155 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χουσεΐν Μπεν Νασρ Μπεν Αμπντουλάχ, ο αρχηγός όλων των χρυσοχόων γενικά, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ και θαμμένος στο Ισφαχάν. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα παιχνίδια στολισμένα με πετράδια και περνούν όλοι ντυμένοι με πανοπλίες στολισμένες με πετράδια. Ο Χαζ Αλή, που ήταν μαθητευόμενος του μακαρίτη πατέρα μου, απασχολήθηκε στον στολισμό του θρόνου του σουλτάνου Μουράτ Δ’, του πιο λαμπρού θρόνου. Καθισμένος σε αυτόν δέχεται τους πρεσβευτές δεκαοκτώ μοναρχών του κόσμου. Η λαμπρότητα των ρουμπινιών, των διαμαντιών και των σμαραγδιών που επιδεικνύουν, θαμπώνει τα μάτια των θεατών. Τα αγόρια τους είναι επίσης ντυμένα όλα στα χρυσά και φορούν επιδεικτικά κοσμήματα.
(307) Οι ρολογάδες (σαατζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες με 45 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αιγύπτιος Γιουσούφ, ο οποίος, όταν φυλακίστηκε στη Γκίζα απέναντι από το Κάιρο, ασχολήθηκε στον ελεύθερο χρόνο του φτιάχνοντας ρολόγια άμμου [κλεψύδρες], των οποίων ήταν ο πρώτος εφευρέτης. Έφτιαχνε επίσης ξύλινα ρολόγια για να διακρίνει στο μπουντρούμι, όπου δεν φαινόταν η διαφορά μέρας και νύχτας, τις ώρες της προσευχής. Αυτό είναι πράγματι χειροτεχνία θαυματουργής δεξιοτεχνίας, που προϋποθέτει άλλες εβδομήντα τέχνες. Για να φτιάξεις ρολόγια που σηματοδοτούν τον μήνα, την ημέρα, την ώρα, που επαναλαμβάνουν και ξυπνούν τον κάτοχο, είναι απαραίτητο να γνωρίζεις βαθιά τα βιβλία δώδεκα επιστημών.
(308) Οι νομισματοκόπτες (σίκεζεν) είναι ένας αρχηγός και 100 άνδρες.127 Προστάτης τους είναι ο Οσμάν που έβαλε πρώτος να χαραχτεί η ομολογία στο σίδερο, «Δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από τον Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του Θεού». Τον έζωσε ο ίδιος ο Προφήτης και σκοτώθηκε, μάρτυρας, όταν διάβαζε το Κοράνι τον μήνα του Ραμαζάν. Ο τάφος του βρίσκεται στη θέση Μποκάι στην πόλη Μεδίνα. Όταν ο επικεφαλής των νομισματοκοπτών χαράζει ένα καλούπι με την αλλαγή της βασιλείας του σουλτάνου ή σε άλλες περιπτώσεις σε ατσάλι του Ναχτζιβάν, τρεις παλαιότεροι από τους αχθοφόρους του σεράι και τρεις τίμιοι σούφι είναι παρόντες στη δουλειά του. Αν χάραζε άλλες μέρες, θα του έκοβαν τα χέρια. Όταν κοπούν οι μήτρες, παραδίδονται σφραγισμένες στους επιθεωρητές του νομισματοκοπείου. Αυτός είναι ο κανόνας του σουλτάνου Σελήμ Α’, που στο επάγγελμά του δεν ήταν μόνο χρυσοχόος, αλλά έκοβε και μήτρες. Ο επικεφαλής των νομισματοκοπτών περνά με την ακολουθία του και τους σούφι του πύργου. Δεν έχουν καταστήματα, παρά μόνο συγκεκριμένα κελιά, όπου εργάζονται στο Ταμγά-χανε ή σφραγιδοποιείο.
(309) Οι σφραγιστές (τάμγατζι). Το σφραγιστήριο είναι σπουδαίο κτίριο κοντά στο εργοστάσιο των χρυσοχόων, με κήπο και λουτρό, όπου απασχολούνται 70 άνδρες. Σφραγίζουν το αυτοκρατορικό κρυπτογράφημα (τούγρα) σε όλο το ασήμι που κατασκευάζεται στην Ισλαμπόλ, το οποίο ωστόσο διαφέρει από την τούγρα στα νομίσματα, στο βαθμό που υπάρχουν πάνω του οι λέξεις «πάντοτε νικητής». Ο προϊστάμενος του σφραγιστήριου είναι ταυτόχρονα και επιθεωρητής όλων των χρυσοχόων, γιατί βάζει τη σφραγίδα στη δουλειά τους αφού έχει κάνει την ανάλυση του αργύρου. Ο φόρος για τη σφράγιση είναι έξι άσπρα, τα τρία από τα οποία πηγαίνουν στο ταμείο και τα τρία μοιράζονται στον επικεφαλής του σφραγιστήριου και στους τρεις σούφι του πύργου. Αν οι τρεις σούφι τολμήσουν να σφραγίσουν ασήμι από κατώτερο κράμα, τότε ορίζεται ότι κόβονται τα κεφάλια τους και διορίζονται δίκαιοι άνδρες στις θέσεις τους. Αν το ασήμι που τοποθετήθηκε στη φωτιά για την ανάλυση βρεθεί ότι δεν είναι καθαρό, ο αρχηγός του σφραγιστήριου το κατάσχει για τον αυτοκράτορα ή το σπάει με σφυρί σε μικρά κομμάτια και το δίνει πίσω στον ιδιοκτήτη. Κάνει το ίδιο με τα ασημένια κουμπιά, αν βρεθεί ότι είναι κούφια ή ότι είναι γεμισμένα με κάποιο κίβδηλο κράμα. Όλα αυτά είναι σύμφωνα με τον κανόνα του σουλτάνου Σελήμ Α’, που ήταν και ο ίδιος ταυτόχρονα χρυσοχόος, κόφτης μήτρας και σφραγιστής. Το κτίριο που είναι αφιερωμένο στο σφραγιστήριο είναι δικό του ίδρυμα. Αυτοί οι σφραγιστές περνούν χωρίς καταστήματα στην πομπή.
(310) Οι εκτιμητές των χρυσοχόων (εχλ κίμπλε-ι κουγιουμτζιγιάν). Είναι εγκατεστημένοι μπροστά από το μπεζεστάν και εκτιμούν την τιμή των κοσμημάτων, χρυσών και ασημένιων αγγείων και έχουν τακτική αμοιβή από την κυβέρνηση. Περνούν εκτιμώντας πολύτιμα πράγματα.
(311) Οι διυλιστές (καλτζιγιάν-ι κουγιουμτζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 40 καταστήματα. Είναι όλοι Εβραίοι και περνούν διυλίζοντας χρυσό και ασήμι.
(312) Οι ερευνητές ασημιού (γκουμούς-χανετζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 40 καταστήματα. Ψάχνουν για ασήμι σε λόφους κοπριάς και το εξάγουν όταν είναι αναμειγμένο με ορείχαλκο, κασσίτερο ή μόλυβδο. Προστάτες τους είναι ο Τζεμσίντ και ο Καρούν.
(313) Οι σκουπιστές ασημιού (ρουματζιγιάν). Προστάτης τους είναι ο Νοσάιρ, ο Ινδός. Είναι ο προστάτης των σαρωτών, που μια φορά το χρόνο σκουπίζουν όλα τα καταστήματα των χρυσοχόων και των ωρολογοποιών, καθαρίζουν τα σκουπίδια όλων των ετερογενών σωματιδίων και τα πωλούν στους ερευνητές ασημιού, οι οποίοι εγκαθιστούν τον καθαρισμό στην ακτή της θάλασσας σε ορισμένες σκάφες, όπου ο χρυσός και το ασήμι παραμένουν, αλλά όλα τα υπόλοιπα πηγαίνουν στον πυθμένα της θάλασσας. Περνούν στην πομπή κουβαλώντας τσάντες στην πλάτη τους και φωνάζοντας «ρουμάτα», που είναι το όνομα αυτών των σκουπιδιών.
(314) Οι κατασκευαστές ακουαφόρτε (τιζ-αμπτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 22 εργαστήρια. Προστάτης τους είναι ο Νοσάιρ, ο Ινδός, τον οποίο μεγάλωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ήταν αλχημιστής. Ο τάφος του βρίσκεται στην Υεμένη, στην πόλη Μεχάτζ. Είναι ως επί το πλείστον Εβραίοι. Αν υπάρχει χρυσός αναμεμειγμένος με ασήμι, ή ασήμι με μόλυβδο και χαλκο, το χωρίζουν χωρίς να λιμάρουν, πράγμα που θα έτριβε εξίσου το άλλο μέταλλο. Για να πραγματοποιήσουν αυτή τη λειτουργία βάζουν το ασήμι σε μπουκάλια με ακουαφόρτε, τα οποίο, θερμαινόμενο στον απαραίτητο βαθμό, αφαιρεί τον χρυσό. Ο χρυσός που εξάγεται ονομάζεται νερο-χρυσός και μπορείτε να τον κρατήσετε σαν κερί ανάμεσα στα δάχτυλά σας. Το ασήμι που παραμένει στο μπουκάλι υποβάλλεται σε παρόμοια λειτουργία και γίνεται αρκετά καθαρό. Ονομάζεται νερο-ασήμι και μπορεί επίσης να κρατηθεί ανάμεσα στα δάχτυλα σαν κερί. Ο εφευρέτης του ακουαφόρτε ήταν ο Σολομών, ο οποίος μάζευε το νερό που έσταζε από τους λεπρούς Ντιβ. Είναι τόσο οξύ υλικό, που μόνο ο ατμός του χρωματίζει τα φτερά των πουλιών και τους Εβραίους, που το διαχειρίζονται, πράσινα, κίτρινα και κόκκινα και μαυρίζει τα νύχια τους. Στην Ινδία βάφουν τα δόντια με αυτό το ακουαφόρτε και βρίσκεις άνδρες που έχουν στο στόμα δόντια τριανταδύο διαφορετικών χρωμάτων. Συνέβη μια μέρα, σε πυρκαγιά που ξέσπασε στη συνοικία των Εβραίων, να σπεύσουν ο μποσταντζή-μπασης και ο αγάς των γενίτσαρων, όπως ήταν καθήκον τους, με τα στρατεύματά τους για να τη σβήσουν. Μερικοί από αυτούς, έχοντας μπει στο εργοστάσιο του ακουαφόρτε, βλέποντας μερικές εκατοντάδες μπουκάλια όλα τακτοποιημένα, τα πέρασαν για πολλά χρωματιστά κρασιά και άρχισαν να πίνουν με μεγάλη βιασύνη, κρατώντας καθένας ένα μπουκάλι. Δεκατρείς από τους άνδρες έπεσαν αμέσως νεκροί, τα σώματά τους έγιναν στάχτη. Αυτό το καταραμένο ακουαφόρτε είναι επίσης απαραίτητο στους αλχημιστές και οι Εβραίοι είναι αφοσιωμένοι στη μελέτη της Αλχημείας. Περνούν σε αμαξίδια που καίνε ακουαφόρτε από θειούχο νερό και θειούχο λάδι.
(315) Οι κατασκευαστές κλουβιών (καφεσνταράν) είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Τα καταστήματά τους βρίσκονται στην περιοχή του τζαμιού του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Πωλούν σε κλουβιά διάφορα είδη μαχαιριών, στιλέτα, ζωνάρια και άλλα είδη από ασήμι, με τα οποία στολίζουν και τα καταστήματά τους στη δημόσια πομπή.
(316) Οι έμποροι κοσμημάτων (τζεβχέρ-φουρουσάν) είναι 102 άνδρες με 70 καταστήματα. Ανήκουν στους προαναφερθέντες εμπόρους πολύτιμων λίθων που δεν έχουν ιδιαίτερο κατάστημα. Αυτοί έχουν καταστήματα στο μπεζεστάν και βρίσκονται υπό την καθοδήγηση αρχηγών, φροντίδα των οποίων είναι να βρίσκουν κοσμήματα τα οποία αναζητά η κυβέρνηση. Περνούν εκθέτοντας τα κοσμήματά τους σε κοινή θέα.
(317) Οι κόπτες διαμαντιών (χακακί ελμάς) είναι 45 άνδρες με 7 εργαστήρια. Η τέχνη τους είναι πολύ περίεργη. Αρχικά εξάγουν τα διαμάντια από ακατέργαστες πέτρες, στη συνέχεια βάζουν κάθε κομμάτι σε πλαίσιο από μόλυβδο, πάνω από το οποίο περνούν τροχούς που γυρίζουν από άνδρες και γυαλίζουν με αυτόν τον τρόπο τα ακατέργαστα διαμάντια, κόβοντάς τα τετράγωνα, εξάγωνα ή σε ό,τι σχήμα τους αρέσει. Είναι εργαστήριο που αξίζει να δεις. Και είναι ιδιαίτερο θαύμα ότι ο μόλυβδος, το πιο μαλακό από όλα τα μέταλλα, προσφέρει την υπηρεσία του τριψίματος και κοψίματος του διαμαντιού, τις σκληρότερης από όλες τις πέτρες. Τα διαμάντια και ο χρυσός, που δεν αναλώνονται από τη φωτιά, αλλά μόνο καθαρίζονται, χαρακτηρίζονται με το όνομα αζίζ (πολυτιμότατα). Αυτοί οι κόπτες διαμαντιών περνούν με αμαξίδια, ασχολούμενοι με το γυάλισμα διαμαντιών με τους τροχούς τους.
(318) Οι χαράκτες (χακακάν) είναι 105 άνδρες με 30 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο χαράκτης Αμπντουλάχ της Υεμένης, ο οποίος ζωστηκε από τον Βεϊσούλ-κανί και καθιερώθηκε από τον Προφήτη ως αρχηγός των χαρακτών. Ο τάφος του βρίσκεται στην Υεμένη στο Ταφρ. Περνούν χαράζοντας στα καταστήματά τους καρνελιανούς, γρενατίτες, όνυχες, τυρκουάζ και ίασπη.
(319) Οι χαράκτες σφραγίδων (μουχούρ-κουνάν) είναι 80 άνδρες με 5 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο χαλίφης Οσμάν, θαμμένος στο Μποκάι της Μεδίνας. Οι κύριοι δεξιοτέχνες αυτής της τέχνης στην εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν ήσαν οι Μαχμούτ, Ριζά και Φερίντ Τσελεμπή, οι οποίοι χάραζαν σφραγίδες για εκατό έως πεντακόσια γρόσια.
(320) Οι χαράκτες αργυροσφραγίδων και φυλακτών (χεϊκελάν). Όσοι χαράζουν σφραγίδες και φυλαχτά σε ασήμι, σχηματίζουν ιδιαίτερη συντεχνία. Δεν αγγίζουν τον κορνελιάνο από την Υεμένη. Χαράσσουν τους διάφορους χαρακτήρες των Νέσχι, Ταλίκ, Ρικά και Ρισάνι τόσο καλά στα φυλαχτά, που είναι θαυματουργό. Υπάρχουν σαράντα χαράκτες με δεκαπέντε καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ακάσα, ο οποίος όταν είδε τη μεγάλη κρεατοελιά που είχε ο Προφήτης ανάμεσα στους ώμους του και που ήταν η σφραγίδα της προφητείας, άρχισε να αντιγράφει τη μορφή της σε φυλαχτά ή να τη χαράζει σε ορείχαλκο με τα ονόματα του Θεού και τέλεια λόγια. Με την άδεια του Προφήτη έγραψε πάνω τους την προσευχή του μεγάλου ονόματος και την χάραξε σε ατσάλι. Αυτή η προσευχή-φυλαχτό έχει ως εξής: «Στο όνομα του Θεού. Ω μεγάλε σε ανάπαυση! Ω γρήγορε στη νίκη! Ω γνωστέ σε όλους από τα μνημεία σου, μέχρι το τέλος». Ζώστηκε από τον ίδιο τον Προφήτη και είχε το πλεονέκτημα να φιλήσει τη σφραγίδα ανάμεσα στους ώμους του. Ο τάφος του είναι στο Μαράς, σε ωραίο περίπατο. Αυτοί οι χαράκτες αργυροσφραγίδων περνούν σε αμαξίδια, χαράζοντας διάφορα είδη σφραγίδων, ναών (χεϊκέλ), καβαλιστικών τετραγώνων (ουέφκ), φυλαχτών (χιρζ χαμαΐλ), προφυλακτικών συμβόλων (ταουΐζ) και φυλαχτών (τιλίσμ).128
(321) Οι σκαλιστές χαρακτήρων και γραφών σε ασημένιες πλάκες (καλεμκαράνι κουγιουμτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ταχέρ Ατζέμι, ο οποίος μετά την κατάκτηση της Μέκκας έγραψε με ασήμι στη μεγάλη πύλη του ναού την επιγραφή, «Δεν υπάρχει Θεός, παρά μόνο ο Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του» και σκάλισε διάφορα λουλούδια και άλλες μορφές γύρω από αυτήν. Ζώστηκε από τον Αλή με την άδεια του Προφήτη. Είναι θαμμένος στο Σιράζ. Αυτοί οι σκαλιστές στολίζουν τη δουλειά των χρυσοχόων και των κοσμηματοπωλών με διάφορα είδη σκαλίσματος και σμάλτου, έτσι ώστε να είναι υπέροχη. Ο πιο διάσημος δεξιοτέχνης σε αυτή την τέχνη ήταν ο Έλληνας Σιμητζίογλου Μιχάηλ, του οποίου τα επισμαλτωμένα ρολόγια και οι λαβές των σπαθιών στέλνονταν ως δώρα στον Σάχη της Περσίας και σε άλλους μονάρχες. Ο δεύτερος ήταν ο Αρμένιος Χατζαντούρ στην Αγορά Αλευριού, μετά ο Αρμένιος Αϊντίν μπροστά από το μπεζεστάν και ο Αλβανός Οσμάν Τσελεμπή, ο οποίος ήταν ο κύριος του νομισματοκοπείου στο Κάιρο επί κυβερνήτη Αμπντουρ-ραχμάν και πεθαίνοντας το έτος 1004, άφησε στα παιδιά του 40.000 δουκάτα. Περνούν στολίζοντας τα καταστήματά τους με έργα των σκαλισμάτων τους.
(322) Οι συρµατουργοί χρυσού και ασημένιου σύρματος (σιρμακεσάν). Παλαιότερα ήσαν βοηθοί των χρυσοχόων, αλλά τώρα περνούν κάτω από τον επιθεωρητή τους στην ακολουθία των επιθεωρητών, αφού έχουν εκδοθεί εντολές ότι οι επιθεωρητές συγκροτούν ξεχωριστή πομπή.
(323) Οι κατασκευαστές χωνευτηρίων (ποτατζιγιάν) είναι 20 άνδρες με 10 καταστήματα. Ο προστάτης τους Αμπντούλ-γαφάρ της Μεδίνας, ο οποίος είναι προστάτης όλων των κεραμοποιών, πέθανε εκατόν εξηνταδύο ετών και θάφτηκε στο Μποκάι της Μεδίνας. Αναμειγνύουν διάφορα είδη χώματος και άμμου και φτιάχνουν τεράστιο αριθμό μεγάλων και μικρών χωνευτηρίων σε σχήματα καλυμμάτων κεφαλής δερβίσηδων, όπου οι χρυσοχόοι εξευγενίζουν χρυσό και ασήμι. Άλλα δοχεία δεν θα αντέξουν τη φωτιά. Κρατούν το μυστικό για τον εαυτό τους.
(324) Οι έμποροι βόρακα (μπορατζιγιάν). Προμηθεύουν τους χρυσοχόους με τον βόρακα που απαιτείται για τη συγκόλληση μετάλλων. Τον βρίσκουν στην Περσία και το Ερζερούμ, τον χυτεύουν σε καλούπια και τον μεταφέρουν στην Ισλαμπόλ, αλλά έχω δει βόρακα να φτιάχνεται επίσης στη Γερμανία και την Ουγγαρία από τις στάχτες καλαμιών. Οι Αιγύπτιοι χρυσοχόοι χρησιμοποιούν τον βόρακα του νάτρου129 των θαλασσών, όπου ο Κάνιν καταβροχθίστηκε από τη γη με όλους τους θησαυρούς του. Αυτό το νάτρον μεταφέρεται στις χώρες των Φράγκων, όπου εξάγουν χρυσό από αυτό μέσω ακουαφόρτε. Μίλησα για αυτό σε αλχημιστές στην Ευρώπη, οι οποίοι μου είπαν ότι τα έξοδα της εξαγωγής δεν καλύφθηκαν από τον χρυσό που αποκτήθηκε.
(325) Οι κατασκευαστές χάλκινων φλάουτων (μπορουτζουγιάνι σαρί πιρίντζ). Υπάρχει μόνο ένα κατάστημα και ένας ειδικός αυτής της χειροτεχνίας στην Ισλαμπόλ, ένας πεισματάρης Έλληνας, που ζει στην Αγορά Αλευριού. Προστάτης αυτής της χειροτεχνίας είναι ο Εφρασιάμπ, ο εφευρέτης του περσικού αυλού. Την εποχή του Προφήτη δεν χρησιμοποιούσαν ούτε φλάουτο ούτε σάλπιγγα, αλλά στη μάχη ηχούσαν μόνο μεγάλα τύμπανα, που συνόδευαν τη μωαμεθανική πολεμική κραυγή (γκιουλμπάνκ μοχαμεντί) «Αλλάχ». Αυτός ο ειδικός περνά στη δημόσια πομπή στολίζοντας το κατάστημά του με διάφορα είδη φλάουτων, τα οποία ηχεί.
(326) Οι κατασκευαστές μελανοθηκών (ντεβατζιγιάνι γκιούνα-γκιούν) είναι 40 άνδρες με 19 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, που πρώτος έφερε από τον Παράδεισο μελανοθήκη και πένα στον Εντρίς (Ενώχ), ο οποίος έγινε στη συνέχεια προστάτης των ραφτών και των συγγραφέων. Την εποχή του Προφήτη, ένας Αμπού Χάφι έφτιαξε μελανοθήκη από κίτρινο ορείχαλκο, την οποία χάρισε στον Προφήτη. Ζώστηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ και έγινε προστάτης των κατασκευαστών μελανοθηκών. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Ντεμούλ. Ο Προφήτης άφησε αυτή τη μελανοθήκη στον Μουαβίγια για τη συγγραφή της αποκάλυψης. Τα καταστήματα των κατασκευαστών μελανοθηκών βρίσκονται όλα στο Σουλτάν Βαγιαζήτ, ανακατεμένα με εκείνα των χαρτοπωλών (κιαγκατζή). Ο πρώτος από αυτούς είναι ο Κουλογί Μουσταφά Τσελεμπή, ο οποίος φτιάχνει υπέροχες μελανοθήκες σαν μικρά κουτιά από κίτρινο ορείχαλκο ή ασήμι και λαμβάνει εκατό γρόσια για καθένα. Περνούν σε αμαξίδια, στολίζοντας τα καταστήματά τους με μελανοθήκες.
(327) Οι κατασκευαστές τενεκέδων (τενεκετζιγιάν) είναι 305 άνδρες, με 300 καταστήματα. Ο αρχηγός τους δεν είναι γνωστός. Πουλάνε τσίγκο [κασσίτερο] και γανωμένο τσίγκο που έρχεται από την Πολωνία, τη Βοημία και την Αγγλία. Στολίζουν τα μαγαζιά τους με τενεκέδες.
(328) Οι μαχαιράδες (μπιτσάκ κιντζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 105 καταστήματα. Αναφέραμε πιο πάνω τους κατασκευαστές ξιφών, αλλά αυτοί είναι οι βοηθοί του αρχηγού των χρυσοχόων. Περνούν στολίζοντας τα καταστήματά τους με διάφορα είδη μαχαιριών και μαχαιροπήρουνων.
Εδώ τελειώνει η ακολουθία του αρχηγού των χρυσοχόων, ο οποίος ακολουθεί μεγαλοπρεπώς με τους σεΐχηδές του (πρεσβύτερους), τους νακίμπ (ηγούμενους), τους κεχαγιάδες (υπαρχηγούς) και τους τσαούσηδες (ταξιθέτες) και πίσω του ο αγάς του Εχλί Κίμπλε, του νομισματοκοπείου και των σφραγίδων, που περιβάλλεται από λαμπρούς νέους ντυμένους με υπέροχες πανοπλίες και ακολουθείται από την οκταμελή τουρκική μουσική που σκίζει τους ουρανούς.
Η εικοστή τέταρτη ενότητα
(329) Οι κατασκευαστές κουμπιών (ντοκμετζί-μπασι). Το εργοστάσιό τους είναι κάτω από το τζαμί του σουλτάνου Σουλεϊμάν στην αγορά. Σε αυτό το μέρος κατασκευάζονται τα καλούπια της ορειχάλκινης κατασκευής των παραθύρων στα αυτοκρατορικά τζαμιά και άλλα καλούπια. Όταν ο σουλτάνος Σουλεϊμάν έχτιζε το τζαμί, έφτιαξε πρώτα αυτό το εργοστάσιο λόγω της μεγάλης ανάγκης για αυτό. Ο αρχηγός των χυτών μένει πάντοτε εδώ, αλλά τα καταστήματα, περισσότερα από χίλια, είναι απλωμένα σε όλη την πόλη. Οι άνδρες είναι χίλιοι τριακόσιοι, γιατί οι χύτες της πλάκας θεωρούνται επίσης συνάδελφοί τους βοηθοί. Πρώτος τους προστάτης ήταν ο Καρούν ο αλχημιστής, που ασχολούμενος με τη χημεία βρήκε τρόπο δράσης. Την εποχή του Προφήτη αρχηγός τους ήταν ο Τάλχα Μπεν Ομπέιντ, ο οποίος, αφού ασπάστηκε το Ισλάμ στη Μεδίνα, έγινε ένας από τους δέκα συντρόφους του Προφήτη. Έφτιαχνε ορειχάλκινες πιατέλες και πιάτα. Είναι θαμμένος στη Δαμασκό κοντά στον Μπελάλ τον Αβησσυνό.
(330) Οι κατασκευαστές τσίγκινων κουμπιών (καλάι ντουγμετζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 150 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλ Μεβαχίμπ Ανσάρι, ζωσμένος από τον Σελμάν και θαμμένος στην Τζεμπελ στην Υεμένη. Περνούν φτιάχνοντας στα καταστήματά τους τσίγκινα κουμπιά και τσίγκινες πόρπες.
(331) Οι κατασκευαστές των μολυβένιων πιάτων για τους κουρείς, για να ακονίζουν τα ξυράφια τους (κουρσούμ μπερμπέρ κιοσρετζιλερί) είναι 25 άνδρες με 10 καταστήματα. Δεν γνωρίζω τον προστάτη τους, το όνομα του οποίου δεν συνάντησα ποτέ, ούτε σε βιβλίο καταστατικού (φουτουβέτ-ναμε) ούτε στα ταξίδια μου, αλλά ούτε είναι διάσημη χειροτεχνία, αποτελώντας απλώς νέα εφεύρεση. Ανακατεύουν το μόλυβδο με σονπάρα (;) και φτιάχνουν από αυτόν στρογγυλά πιάτα (κιοσρέ) για να ακονίζουν τα ξυράφια. Τους ακολουθεί ο αρχηγός των κατασκευαστών κουμπιών με την οκταμελή τουρκική μουσική του.
Η εικοστή πέμπτη ενότητα
(332) Οι κατασκευαστές τόξων (γιαγτζί-μπασι) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μοχάμεντ Έκμπερ, ο γιος του Αμπουμπέκρ, τον οποίο έζωσε ο Αλή παρουσία του Προφήτη και έγινε ο προστάτης των κατασκευαστών τόξων. Έγινε κυβερνήτης της Αιγύπτου μετά τον Αμρού Μπεν ουλ-Ας και ήταν η αιτία του θανάτου του Οσμάν. Κείται θαμμένος στο Κάιρο κοντά στο Ζεΐν-ουλ-Αμπιντίν. Έχουν πολλά καταστήματα στο Σουλτάν Βαγιαζήτ, στο μνημείο του Μουράτ Πασά, στον Γαλατά και στο Σκουτάρι. Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ ήταν και ο ίδιος κατασκευαστής τόξων. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους τόξα, όπως το σεπτσάχ, το τοζκοπαράν και το ντελή φερχάντ.
(333) Οι κατασκευαστές βελών (οκτζού-μπασι) είναι 300 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Μοχάμεντ Μπεν Ομράν Αλ-καουάς, ο οποίος είχε την ευθύνη για το τόξο και τα βέλη του Προφήτη και βάδιζε δίπλα του ως καουάς ή τοξότης του. Σε καιρό ειρήνης ασχολούνταν φτιάχνοντας βέλη. Ζώστηκε από τον Σελμάν Πακ και θάφτηκε στην πόλη Εγκίν. Αυτοί οι τοξότες είναι πολύ καλά ρυθμισμένος στρατός. Στολίζουν τα καταστήματά τους με δέσμες από κάθε είδους βέλη, όπως τζέκι, πούτα, ασμάις, πίσρεβ, πελένκ, χαντένκ, νάβεκ, σεχμ, σεμπζάν, γκίζου και πισάρ, χωρίς να κλείνουν μάτι από τη δουλειά τους.
(334) Οι κατασκευαστές βαλλιστρών (ζενμπερεκτσιγιάν). Μία από τις πλευρές του γυμναστηρίου των γενίτσαρων στο Ατ-μεϊντάν είναι αφιερωμένη στην άσκηση της βαλλίστρας και ένα σύνταγμα των γενίτσαρων έχει την ονομασία ζενμπερεκτζή ή βαλλιστές. Τα καταστήματα των κατασκευαστών βαλλιστρών, που αριθμούν 80 άνδρες, είναι 10. Ο προστάτης τους ζωστηκε από τον Χάμζα και θάφτηκε στο Μπελμπέις. Περνούν χωρίς καταστήματα, λυγίζοντας τόξα και τοξεύοντας βέλη.
(335) Οι κατασκευαστές σφεντονών (σαπαντζιγιάν) είναι 5 άνδρες, με 3 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Δαβίδ που σκότωσε τον Γολιάθ με τη σφεντόνα, αλλά ο δεύτερος προστάτης τους είναι ο Μπαμπά Ομάρ, του οποίου η σφεντόνα ήταν ο τρόμος των κατοίκων του Χαϊμπάρ. Περνούν στροβιλίζοντας τις σφεντόνες τους, σαν να εκσφενδονίζουν πέτρες.
(336) Οι δάσκαλοι των ασκήσεων (ταλίμ-χανετζιγιάν) είναι 50 άνδρες με 45 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σαντουντίν Ιμπν Κερμπ Γαζή, ζωσμένος από τον Ινς Μπεν Μάλεκ. Έπεσε μάρτυρας στη μάχη του Μπεντρ Χονάιν και θάφτηκε μαζί με τους άλλους μάρτυρες που έπεσαν σε εκείνη τη μάχη. Αυτοί οι δάσκαλοι των ασκήσεων περνούν πάνω σε αμαξίδια, παρουσιάζοντας την άσκηση του τόξου και του βέλους και ενθαρρύνουν τους μαθητευόμενούς τους με την εξειδικευμένη ορολογία τους.
(337) Οι τοξότες (κεμανκεσάν, κεμανταράν) είναι 3.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Σαντ Μπεν Βακάς, ένας από τους δέκα πρώτους συντρόφους του Προφήτη, στον οποίο υποσχέθηκε τον παράδεισο. Ο τάφος του βρίσκεται ανάμεσα στη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ στη Χαναάν, ανάμεσα στον Τζεμπ Γιουσούφ και τον Τζισρ Γιακούμπ, σε ψηλό λόφο και είναι καλυμμένος με ψηλό τρούλο. Γύρω του είναι καρφωμένα αμέτρητα βέλη, γιατί κάθε τοξότης που περνάει από εδώ αφήνει τρία βέλη για ανάμνηση. Υπάρχουν φακίρηδες και τζαμί με σπίτι για επισκέπτες. Αλλά εγώ, ο φτωχός Εβλία, επισκέφτηκα τον τάφο του Σαντ Μπεν Έμπι Βακάς κοντά στη Μεδίνα και στην Αλεξάνδρεια, πράγμα που είναι πολύ περίεργο, ενώ δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω με βεβαιότητα σε ποιο από αυτά τα τρία μέρη ήταν πραγματικά θαμμένος. Ο Θεός ξέρει καλύτερα. Οι τοξότες περνούν λυγίζοντας διάφορα είδη τόξων, που ονομάζονται μουντέχα, αϊλάν, σεντάν και τόξα με αλυσίδες, επιδιεκνύοντας χίλια κατορθώματα άψογων τοξοτών. Όλοι είναι καλά οπλισμένοι, άλλοι περνώντας με τα πόδια και άλλοι έφιπποι. Αν και η βολή με τόξο και βέλος δεν είναι πια παρά διασκέδαση, εντούτοις αποτελεί θεσμό του Προφήτη και είναι καθαγιασμένη από τον στίχο του Κορανίου, «Δεν έριξα εγώ, όταν έριξα, αλλά ήταν ο Θεός εκείνος που έριξε».130
(338) Οι πεχλιβάνηδες ή ήρωες της πάλης, που βάλλουν με βέλη (πεχλιβανάν τιρ-ενταζάνι χαντένγκ-γκιουζαράν). Δεν έχουν καταστήματα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στο γυμναστήριο των γενίτσαρων στο Ατ-μεϊντάν ή στο μοναστήρι των τοξοτών στο Οκ-μεϊντάν. Είναι συνολικά 800 γενναίοι φίλοι, που αναγνωρίζουν ως προστάτη τους τον Σαντ Μπεν Έμπι Βακάς. Βάλλουν, μερικοί με τις αιχμές όπλων, σε μπουκάλια, καθρέφτες και λυχνίες. Μερικοί σε στόχους από πύξο και άρκευθο, με βέλη φτιαγμένα από φτερά χήνας, άνθη γαρύφαλλου κλπ., ενώ μερικοί τοξεύουν βέλη χωρίς φτερά στον αέρα και τα πιάνουν με το χέρι όταν πέφτουν. Ένας από τους πιο διάσημους τοξότες είναι ο Εμπεζάντε, ο οποίος παρουσία του σουλτάνου Μουράτ, έχοντας κρύψει τέσσερα βέλη κάτω από το τόξο του, έριξε δύο από αυτά μπροστά του, ένα στον δεξιό του ώμο και ένα στον αριστερό του. Κοντολογής τέσσερα βέλη με μια βολή, πράγμα που ανταμείφθηκε από τον σουλτάνο με ένα πουγγί χρυσάφι. Υπάρχουν διάφοροι άνδρες με μεγάλα ονόματα σε αυτήν την άσκηση, μεταξύ των οποίων υπάρχουν μερικοί από τους δικούς μου προγόνους, των οποίων τα ονόματα και τα όπλα βρήκα κολλημένα σε κάποια μοναστήρια.
(339) Οι κατασκευαστές δαχτυλιδιών τόξων (ζιγκιρτζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 50 καταστήματα. Ο προστάτης τους Αμπού Τάχερ Σεφάλ, γιος του Σαντ Βακάς, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ, ξεσχίστηκε από ένα λιοντάρι κοντά στο Χελέχ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με αυτά τα δαχτυλίδια που κολλούν στον αντίχειρα για να λυγίζουν τα βέλη και να κρατούν το νεύρο, φτιαγμένα από κάθε είδους κέρατα και ψαροκόκαλα.
(340) Οι αγωνιζόμενοι με τα σπαθιά (πεχλιβανάν ματρακτζιγιάν) είναι 30 άνδρες με 10 καταστήματα. Υπάρχουν επίσης χίλιοι περίπου αγωνιζόμενοι πεχλιβάνηδες που δεν έχουν καταστήματα. Αρχηγός τους είναι ο Αμρού Μπεν Όμια Ζοχρί, που είναι αρχηγός όλων των σατίρ (αγγελιοφόρων) και ματρακτζή (μαχητών). Ζώστηκε από τον Αλή και θάφτηκε στη Χομς. Στη δημόσια πομπή περνούν παρουσιάζοντας πεζοί το θέαμα του αγώνα με πολύ θάρρος και γενναιότητα.
(341) Οι αγωνιζόμενοι με το ρόπαλο (πεχλιβανάν γκιουρζμπαζάν) είναι 70 άνδρες με 12 καταστήματα. Υπάρχουν εκατό περίπου τέτοιοι αγωνιζόμενοι πεχλιβάνηδες, αλλά εβδομήντα από αυτούς ταπεινώνονται στην εγκατάστασή τους, όπου συγκεντρώνονται και οι υπόλοιποι κουνώντας τα ρόπαλά τους, που ονομάζονται τσεκμέ, κεσμέ, άσμα, σάλμα, σαλίκ, τσαρτόπ και σεστόπ, τα οποία είναι ελαφρού είδους, μέχρι ρόπαλα βάρους δύο κανταριών. Προστάτης τους είναι ο Χορούμ Γαζή, στενός φίλος του Χάμζα, από τον οποίο είχε ζωστεί. Περνούν κουνώντας τα ρόπαλά τους.
(342) Οι παλαιστές (πεχλιβανάν κιούστε-γκιράν). Έχουν δύο μοναστήρια, το ένα κοντά στη μικρή αγορά, στον δρόμο της Αγοράς Αλευριού, απέναντι από τον φούρνο των κυπαρισσιών, που ονομάζεται μοναστήρι των γενναίων (σουτζά τεκιεσί) και χρονολογείται από την εποχή του Πορθητή. Το άλλο στους πρόποδες του υψώματος Ζιρέκ Γιοκούσι, που ονομάζεται μοναστήρι του σιδερένιου ήρωα (πεχλιβάν ντεμίρ-τεκιεσί). Υπάρχουν 300 πεχλιβάνηδες οι οποίοι, αλειμμένοι με λάδι και ζωσμένοι μόνο με ένα δέρμα, περπατούν γυμνοί και παλεύουν στη δημόσια πομπή, κάνοντας τις διάφορες στροφές και τα κόλπα της πάλης ενώπιον του αυτοκράτορα, ο οποίος τους βλέπει από το Αλάι-κιόσκ και τους ανταμείβει ανάλογα με τις ικανότητές τους. Προστάτης τους είναι ο Μαχμούτ, ζωσμένος από τον Χάμζα, του οποίου ο τάφος είναι άγνωστος .
(343) Οι κυνηγοί πουλιών (σαγιαντάν μουργκάν) είναι 500 κυνηγοί, χωρίς καταστήματα. Θεωρούνται βοηθοί των τοξοτών, γιατί τους φέρνουν κάθε λογής φτερά πουλιών για να φτιάξουν πτερύγια για τα βέλη τους.
(344) Οι κυνηγοί άγριων πουλιών (κανασάν αβτζιγιάν), όπως και οι προηγούμενοι δεν έχουν καταστήματα. Πιάνουν πουλιά με πουλιά και θεωρούνται και βοηθοί των τοξοτών, γιατί τους εφοδιάζουν με φτερά. Ο πρώτος τους προστάτης είναι ο Ισμαήλ, ο οποίος, για να χορτάσει την πείνα, ζήτησε από τον Θεό να του επιτραπεί να πιάσει πουλιά με πουλιά. Την εποχή του Αλή, ο γιος του Χουσεΐν εξέτρεφε γεράκια και περιστέρια, όπως καταγράφεται σε ορισμένα νομικά βιβλία. Ο τάφος του Χουσεΐν βρίσκεται κοντά στη Βαγδάτη, αλλά το κεφάλι του βρίσκεται στο Κάιρο όπου το έστειλε ο Γεζίντ, ο δολοφόνος του. Περνούν πάνω σε αραβικά άλογα, κρατώντας στα χέρια τους γεράκια, αετούς και κάθε είδους αρπακτικό από τη μια πλευρά και από την άλλη πέρδικες, μπεκάτσες, πάπιες και άλλα υδρόβια πτηνά, τα οποία κυνηγούν με τα προαναφερθέντα πουλιά.
(345) Οι κατασκευαστές βενταλιών (μερβαχατζιλάρ) είναι 105 άνδρες με 30 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ιακώβ του Ταΐφ, ο οποίος χάρισε στον Προφήτη μια βεντάλια από φτερά πουλιού. Τον έζωσε και τον κατεύθυνε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο τάφος του βρίσκεται στη Μοσούλη. Περνώντας φτιάχνουν διάφορα είδη λοφίων και βεντάλιες από φτερά κορακιών και αετών.
(346) Οι κατασκευαστές των σοργούτζ ή λοφίων από φτερά που φοριούνται ως διάκριση στο τουρμπάνι (σοργουτζουγιάν), είναι 80 άνδρες με 40 καταστήματα. Ο πρώτος προστάτης τους ήταν ο Εσάμα, αλλά ο επόμενός τους είναι άγνωστος, τουλάχιστον δεν είδα άλλον στα φουτουβέτ-ναμε ή καταστατικά. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε λογής τέτοια λοφία, σοργούτζ και τσελένκ όπως λέγονται, φτιαγμένα από φτερά ερωδιών, γερανών κλπ., με τα σοργούτζ (λοφία) που φορούν οι συνταγματάρχες των γενίτσαρων και τα σουπούργκε (φτερά) των τελετουργικών τους καπέλων (κούκα).
(347) Οι έμποροι πουλιών (κουσμπαζάν) είναι 600 άνδρες με 50 καταστήματα. Δεν έχουν προστάτες. Οι πατέρες μας είχαν μια παροιμία που έλεγε, κούσμπαζι κουμάρ-μπαζι ανλαρί κατλ εντέν γαζή, «Όποιος σκοτώνει έμπορο πουλιών και τζογαδόρο, πρέπει να λέγεται νικητής». Οι έμποροι πουλιών είναι άθλιο είδος ανθρώπων, αλλά οι νεαροί κύριοι και οι κληρονόμοι μητέρων της Ισλαμπόλ θα δώσουν για ένα αυγό πενήντα γρόσια, για να το βάλουν κάτω από τα δικά τους περιστέρια. Και όταν τα νεαρά πουλιά πετούν στον αέρα και κατεβαίνουν ξανά στο έδαφος, αυτοί οι κύριοι τρέχουν πίσω τους ρίχνοντάς τους και σκοτώνοντας μερικά. Αυτό το παιχνίδι ονομάζεται τάκλα. Αυτοί οι παίκτες τάκλα εκτρέφουν μεγάλο αριθμό περιστεριών κάθε είδους, όπως παλ, σεμπρ, τζοβέιζι, σάμι, μίσρι, μπαγνταντί, μουνακίτ, άλερε, μαρτόλος, ντεμκές, σάμπα, ταλαζλή, πελένκ, τζεμπάρ, κιζίλ αλέχ, καρά αλέχ, τεκίρ αλέχ, τσακάρ αλέχ, τσαρ αλέχ, σαντεκούτ, τατζλικούτ και τσακσιρλικούτ. Καθώς τα φτερά των περιστεριών είναι μερικές φορές απαραίτητα στους τοξότες, αυτοί οι περιστεράδες περνούν με την ακολουθία τους, κρατώντας στα κεφάλια τους περιστέρια με ανοιχτά φτερά και δαχτυλίδια στα αυτιά και τα πόδια. Το πιο εκτιμώμενο από όλα τα προαναφερθέντα είδη περιστεριών είναι το μπαγνταντί, γιατί ποτέ δεν χάνει τον δρόμο του, αλλά επιστρέφει στη φωλιά του, όσο μεγάλη κι αν είναι η απόσταση σε χρόνο και τόπο. Κάποιοι φίλοι μου, που ήσαν ερασιτέχνες αυτού του είδους, αφού μια μέρα άφησαν μπροστά μου περιστέρια στη Μπούρσα, πήγαν αμέσως προς την Ισλαμπόλ για να αναζητήσουν εκεί τους συντρόφους τους.
Μια ιστορία: Ο Σαντί Ζάντε από τη Μπούρσα, από τους πιο γνωστούς νεαρούς κυρίους που έφαγαν την κληρονομιά τους (μιράς γεντί) και από τους μεγαλύτερους ερασιτέχνες των περιστεριών, είχε ξοδέψει 10.000 γρόσια για ένα σμήνος χιλίων περιστεριών, τα οποία έτρεφε με κόκκους ροδιού τυλιγμένους με μόσχο. Μια μέρα, ενώ περιπλανιόταν αυτό το σμήνος περιστεριών (το κανονικό όνομα του οποίου είναι ρούμα), ξέσπασε τρομερή καταιγίδα, που έριξε ολόκληρη την πόλη σε αναστάτωση και κράτησε εικοσιτέσσερις ώρες. Το σμήνος των περιστεριών του Σαντί Ζάντε δεν επέστρεψε. Εκείνος έχασε τα μυαλά του και από απελπισία ταξίδεψε στην Αραβία και την Περσία. Έφτασε λοιπόν στο Αλγέρι, όπου μια μέρα, πηγαίνοντας σε ένα παλάτι, είδε με μεγάλη του έκπληξη το αγαπημένο του σμήνος περιστεριών. Ρώτησε με λεπτότητα για αυτά και ο ιδιοκτήτης του παλατιού του είπε ότι πριν από επτά χρόνια είχαν κατέβει μέσα σε μεγάλη καταιγίδα και είχαν παραμείνει από τότε. «Λοιπόν», απάντησε ο Σαντί Ζάντε, «όλη αυτή η ρούμα είναι δική μου. Ταξιδεύω επτά χρόνια τώρα αναζητώντας τα και δόξα τω Θεώ συναντήθηκα επιτέλους μαζί τους». Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού χρειαζόταν αποδείξεις και ο Σαντί Ζάντε ήταν έτοιμος να τις παράσχει. Έσπευσε στην αγορά, αγόρασε ένα μισκάλ μόσχο και ένα γιουκ ρόδια, που τα έβαλε για μια νύχτα στον μόσχο. Το πρωί κάλεσε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού να δει την απόδειξη ότι ήσαν δικά του. Πήγε με τους φίλους του στον περιστερώνα, την πόρτα του οποίου άνοιξε και πετώντας έξω τους σπόρους του ροδιού άρχισε να τα καλεί με τον συνηθισμένο του τρόπο. Ακούστηκε στη στιγμή τέτοιος θόρυβος και φτερουγίσματα ανάμεσα στα περιστέρια, που δεν είχες ξαναδεί ποτέ πριν και αφού καταβρόχθισαν λαίμαργα την τροφή τους, πέταξαν ψηλά στον αέρα και δεν ξαναφάνηκαν. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έλπιζε ότι θα επέστρεφαν, αλλά ο Σαντί Τσελεμπή είπε, «Δόξα τω Θεώ, απέδειξα ότι είναι περιουσία μου!» Σε εβδομήντα μέρες επέστρεψε από το Αλγέρι στη Μπούρσα, όπου βρήκε τα αγαπημένα του περιστέρια εγκατεστημένα στον παλιό τους περιστερώνα να εκκολάπτουν τα μικρά τους. Λεγόταν ότι είχαν φτάσει στη Μπούρσα την ίδια μέρα που είχαν φύγει από το Αλγέρι, σε διάστημα οκτώ ωρών. Είναι αλήθεια ότι αυτά τα περιστέρια του είδους που ονομάζονται μπαγνταντί είναι πολύ υπέροχα και σοφά πουλιά, αλλά είναι κακό να εκτρέφεις περιστέρια, εκτός από εκείνα που ονομάζονται κουτ, με κόκκινα σκουφάκια και βράκες, τα μόνο που επιτρέπεται να εκτρέφεις. Για τη μνήμη του Χασάν και του Χουσεΐν, των γιων του Αλή, μερικοί διασταυρώνουν άσπρα περιστέρια-κόκορες χωρίς κηλίδες, με περιστέρια που έχουν κόκκινα σκουφάκια και βράκες. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η εκτροφή τους είναι αντίθετη με τον νόμο, γιατί τα παιδιά γυρίζουν τα πάνω, κάτω. Απαιτείται επομένως μεγάλη προφύλαξη.131
(348) Οι έμποροι πουλερικών (ταβουκτζουγιάν) είναι 400 άνδρες και 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Καρούν, ο διάσημος αλχημιστής (Χάρων),132 που εξέτρεφε μεγάλο αριθμό πουλερικών ως πραγματικό κεφάλαιο. Όταν τον κατάπιε η γη, τα πουλερικά του και το νάτρον του παρέμειναν ως κληρονομιά του στη γη της Αιγύπτου. Ήταν αυτός που εφηύρε την εκκόλαψη κοτόπουλων σε φούρνους. Όποιος δεν το έχει δει, δεν έχει δει τίποτε σε αυτόν τον κόσμο. Στον τρίτο τόμο των ταξιδιών μου περιγράφεται λεπτομερώς η Αίγυπτος, στον οποίο μπορεί να γίνει παραπομπή.133 Οι έμποροι πουλερικών είναι συνδεδεμένοι με τον συρμό των τοξοτών και των κατασκευαστών βελών, επειδή μερικές φορές χρειάζονται φτερά πουλερικών. Περνούν με διάφορα κοκόρια και κότες σε κλουβιά, άλλα με κέρατα, άλλα με δύο ιμλίκ (;) και με διχαλωτά αμπέγκ (;), με τους πετεινούς όλους να λαλούν, κουκουρούκουκου.
(349) Οι έμποροι σπουργιτιών και άλλοι πωλητές πουλιών (σερτσετζιγιάν). Δεν έχουν καταστήματα, αλλά η κατοικία τους είναι σε θαμνότοπους και κήπους, όπου απλώνουν δίχτυα ή ξόβεργες και πιάνουν όλα τα πιθανά είδη πουλιών, τα οποία εκθέτουν σε κλουβιά στη δημόσια πομπή. Οι πελεκάνοι αντλούν με το ράμφος τους νερό από τα κύπελλα που έχουν τοποθετηθεί κάτω από το κλουβί. Το μανκιρ-κούς, το πουλί του παρά (;) ρίχνει στο κλουβί του το μανκιρ-τάς (πέτρα του παρά) από τη μια πλευρά στην άλλη και αυτοί που πιάνουν πουλιά κάνουν διάφορα κόλπα.
(350) Οι έμποροι αηδονιών (μπουλμπουλτζουγιάν) είναι 500 άνδρες, χωρίς καταστήματα. Εφοδιάζουν μεγάλους άνδρες, μουλάδες, γιους βεζίρηδων και κουρεία με αηδόνια, που με τις μελωδίες τους συναρπάζουν την ψυχή. Έχουν μερικά από τα πιο πολύτιμα κλουβιά στολισμένα με όνυχες και μαργαριτάρια. Μερικά από αυτά τα κλουβιά αξίζουν χίλια γρόσια ή περισσότερο και φτιάχνονται μόνο ως δώρα σε βασιλιάδες. Σε αυτά τα κλουβιά τα αηδόνια, ενθουσιασμένα από τον θόρυβο του πλήθους, κελαηδούν χαρούμενα και δυνατά, συναγωνιζόμενα μεταξύ τους στις τρίλλιες τους. Σε άλλα φαίνονται παπαγάλοι που μιλάνε δυνατά και ψαρόνια που φλυαρούν, μερικά από τα οποία απαγγέλλουν τη σούρα Ιχλάς και άλλες προσευχές. Ύστερα από αυτά έρχεται ο αρχηγός των τοξοτών και ο αρχηγός των τοξοτών του Οκ-μεϊντάν περικυκλωμένοι από τους στρατιώτες τους, με τόξα λυγισμένα και τα νεύρα να σκιρτούν, ο αρχηγός των κατασκευαστών βελών και ο συνταγματάρχης-δάσκαλος της άσκησης βολής με τόξα, ακολουθούμενοι από την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η εικοστή έκτη ενότητα
(351) Οι ράφτες (τερζιγιάν). Έχουν δύο μεγάλες εγκαταστάσεις, η πρώτη κοντά στο θηριοτροφείο των λιονταριών, που χτίστηκε από τον Μωάμεθ Β’, η οποία είναι το σπίτι όπου κατοικεί ο αρχηγός. Η δεύτερη απέναντι από το Αλάι-κιόσκ, που χτίστηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν. Σε καθεμιά από αυτές εργάζονται πεντακόσιοι άνδρες. Ο αριθμός των ραφείων έξω από την Ισλαμπόλ ανέρχεται σε 3.000 σε όλες τις συνοικίες των τεσσάρων δικαιοδοσιών της πρωτεύουσας και ο αριθμός των ανδρών είναι 5.000. Ο πρώτος τους προστάτης ήταν ο Προφήτης Εντρίς (Ενώχ) που είναι στην πραγματικότητα στον Παράδεισο, όπως ο Ιησούς, που είναι οι μόνοι δύο προφήτες που μπήκαν στον Παράδεισο χωρίς να έχουν πεθάνει. Ο Εντρίς ταξίδεψε από το Εζέρ στη Συήνη, για να προσηλυτίσει τους κατοίκους της και ανελήφθη εκεί στον ουρανό. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, έχω πιει από το νερό της ευδαιμονίας, που μαζεύτηκε στα ίχνη των ευλογημένων ποδιών του, που φαίνονται στον βράχο της σπηλιάς, απ’ όπου ανέβηκε στον ουρανό. Έχω δει επίσης το σπήλαιο κοντά στη Ναμπλούς, απ’ όπου ο Ιησούς, όταν κρατούνταν στη φυλακή, ανελήφθη στον ουρανό. Την εποχή του Προφήτη αρχηγός των ραφτών ήταν ο Νταβίντ Ταχέρι, ζωσμένος από τον Σελμάν. Δεν ξέρω πού υπάρχει ο τάφος του. Εκτός από τους δύο αρχηγούς των αυτοκρατορικών ραφτών, που διαμένουν στις προαναφερθείσες δύο εγκαταστάσεις, υπάρχει τρίτος, ο οποίος είναι ο αρχηγός όλων των ραφτών εντός και εκτός της πόλης. Στολίζουν τα καταστήματά τους με αμαξίδια, με κάθε είδους πολύτιμα φορέματα και κουβαλούν σε κοντάρια πολλά ρούχα από αιγυπτιακά υλικά, ενώ τα αγόρια τους είναι όλα ντυμένα με πανοπλίες, επειδή είναι η πιο απαραίτητη συντεχνία στο στρατόπεδο και έχουν, επομένως, αποκτήσει προτεραιότητα πριν από τις ακόλουθες εταιρείες.
(352) Οι ράφτες του ντολιμάν (ντολαματζιγιάν). Το εργοστάσιό τους είναι μεγάλη εγκατάσταση κοντά στο μπεζεστάν, όπου κατοικεί ο αγάς τους. Οι υπηρέτες του μεγάλου και του μικρού θαλάμου στο σεράι είναι όλοι ντυμένοι με ντολιμάν από ύφασμα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη ντολιμάν και φεράτζε. Επιθεωρητής των δύο αυτοκρατορικών καταστημάτων ραφείων είναι ο αυτοκρατορικός ταμίας.
(353) Οι ράφτες του καπαμά (καπαματζιγιάν), φορεμάτων από λινό ή μεταξωτό, είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Νταβίντ Ταχέρ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με φορέματα από λινά και μεταξωτά είδη, που ονομάζονται λεκφούρι, μπορούτζι, λινό Ιμάμ Ριζά, Ντιαρμπέκρ, Μοσούλ, Αχμεταμπάντ και Χατάγι.
(354) Οι κοπανάδες βαμβακιού (χαλατζάνι πέμπε) είναι 300 άνδρες με 104 καταστήματα. Αρχηγός τους είναι ο Μανσούρ Ζαχίντ Αλ-Κατάν, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στη Βαγδάτη. Αυτοί οι κοπανάδες βαμβακιού περνούν χτυπώντας το βαμβάκι με τα τόξα τους (με τη χορδή του οποίου χτυπούν το βαμβάκι για να το καθαρίσουν), κάνοντας έναν αρμονικό θόρυβο «ταρτάκα ταρτάκ» και γελώντας και αστειευόμενοι με τη δουλειά τους. Είναι ντυμένα από την κορυφή μέχρι τα νύχια με βαμβακερά μουβαχαντί (είδος κοντού φορέματος) φερράτζι, εσώρουχα, τουρμπάνια, μπαστούνια, τσεκούρια και μουσκέτα, όλα από βαμβάκι. Στα καταστήματά τους παριστάνουν πάλι με βαμβάκι λευκούς άνδρες με μαύρα μάτια, λιοντάρια, δράκους, λύγκες με μάτια κόκκινα και πορτοκαλί, που είναι δεμένοι με βαμβακερές αλυσίδες και η άκρη της αλυσίδας βρίσκεται στα χέρια φύλακα λιονταριών, επίσης από βαμβάκι. Στο Αλάι-κιόσκ βάζουν φωτιά σε μερικούς από αυτούς τους άνδρες από βαμβάκι και με δυνατές φωνές τους πετάνε ανάμεσα στους θεατές. Κάποιοι αστειεύονται κακόβουλα, λέγοντας: «Μη φοβάστε αυτό το λιοντάρι και εκείνον τον διοικητή, είναι όλα φτιαγμένα από βαμβάκι, απλή μορφή, χωρίς πνεύμα μέσα της».
(355) Οι καπελάδες γυναικείων καπέλων (τακγιατζιγιάν ζενάν) είναι 300 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντουλάχ Ουασίτι, ζωσμένος από τον Σελμάν τον Πέρση και θαμμένος στο Ουασίτι, τη γενέτειρά του. Στολίζουν τα καταστήματά τους με γυναικεία καπέλα από βελούδινο μπροκάρ και κάθε είδους πλούσια είδη. Τα αγόρια τους είναι όλα ντυμένα με πανοπλίες.
(356) Οι τουρμπανάδες (καβουκτζουγιάν) είναι 400 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντουλάχ Μπεν Σαάντ, ο οποίος τακτοποιούσε το τουρμπάνι ή στέμμα (τατζ) του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στην Άνω Μέκκα. Ανατράφηκε από τον Ινς Μπεν Μάλεκ. Τα καταστήματά τους είναι γεμάτα με κάκα (το απλό σκουφάκι, χωρίς τη μουσελίνα που τυλίγεται γύρω του) από βελούδο και ύφασμα και τα αγόρια τους ακολουθούν όλα ντυμένα με πανοπλίες. Κάποιοι κομψοί κύριοι ρωτούσαν αυτά τα αγόρια το χυδαίο αστείο, αν ήξεραν πώς να ντύνονται καθαρά, κάτι που με την κακή έννοια είναι έκφραση πολύ απεχθής για τα αγόρια αυτών των τουρμπανάδων.
(357) Οι κατασκευαστές των καλυμμάτων κεφαλής που ονομάζονται κέλε (κέλε-πουστζιγιάν) είναι 305 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Καμπέρι-Ντεντέ. Είναι ως επί το πλείστον Έλληνες της Μυτιλήνης και φτιάχνουν κελεπός καθώς περνούν.
(358) Οι κουβερτάδες (γιορκαντζιγιάν) είναι 400 με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Κάχιτ, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ήταν εκείνος που έδωσε στις Ρόκιε, κόρη του Οσμάν, Γιουλτούμ, κόρη του Ομάρ και Φατίμα, κόρη του Προφήτη και σύζυγο του Αλή, τις κουβέρτες στους γάμους τους. Είναι θαμμένος στην Τζεμπέλα στην Υεμένη. Αυτή η πόλη Τζεμπέλα βρίσκεται κοντά στη Μέκκα. Οι κατασκευαστές κουβερτών στολίζουν τα καταστήματά τους με κουβέρτες από χρυσοκέντητο ατλάζι και κάθε είδους πλούσια υλικά.
(359) Οι μπορντουράδες (ζιντζέφ οτούτζισι) είναι 40 άνδρες με 30 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι άγνωστος. Περνούν φτιάχνοντας μπορντούρες στους μανδύες των ουλεμάδων, πάνω σε μάρμαρο, κομμένες σε σχήμα μανιταριών.
(360) Οι πουκαμισάδες (γκιομλεκτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 300 καταστήματα. Πρώτος τους προστάτης ήταν ο Σηθ, που έφτιαχνε πουκάμισα από βαμβάκι, αλλά ο ίδιος πήρε αυτή την τέχνη από τον Γαβριήλ. Την εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Χοντάιμα, ο πεθερός του Προφήτη, ο οποίος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του Ζεϊνέπ. Ο τάφος του Χοντάιμα βρίσκεται στην Άνω Μέκκα. Έφτιαχνε πουκάμισα με το νήμα που έκλωθαν η Χαντίτζα και η Αϊσά, τα οποία πωλούσε και έβγαζε τα προς το ζην από αυτό το εμπόριο. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα πουκάμισα της Ισλαμπόλ, της Καλαμίτα [Καλαμάτας] και της Τραπεζούντας και κρεμούν επίσης σε κοντάρια πουκάμισα μονοκόμματα, χωρίς ραφές.
(361) Οι κατασκευαστές τουρμπανιών (ντουλμπεντζιγιάν), δηλαδή οι εφαρμοστές της μουσελίνας που ονομάζεται ντουλμπέντ,134 γύρω από το σκουφί [καβούκι] που ονομάζεται καούκ, είναι 500 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο ίδιος ο Προφήτης, ο οποίος έκανε εμπόριο από τη Μέκκα στη Βόσρα στη Συρία με τουρμπάνια και τύλιγε γύρω από το δικό του κεφάλι το λευκό ντουλμπέντ των μωαμεθανών. Αργότερα στη ζωή του, άφηνε τα μαλλιά του να μεγαλώσουν και με τον τρόπο του Αλή, τύλιγε ένα μαύρη ζώνη από ύφασμα γύρω από το κεφάλι του.
(362) Οι μαντηλάδες (γιαγλικτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 60 καταστήματα. Η πρώτη κυρία που έφτιαξε μαντήλι ήταν η Μπαλκίς, η βασίλισσα του Σαβά και σύζυγος του Σολομώντος. Την εποχή του Προφήτη ο Πέρσης Σελμάν έραβε μαντήλια και τα πωλούσε. Εκθέτουν, καθώς περνούν, στα καταστήματά τους, επίδειξη κάθε είδους μαντηλιών.
(363) Οι συρράπτες (ορουτζουγιάν) είναι 35 άνδρες με 10 καταστήματα. Αρχηγός τους είναι ο Αβησσυνός Ατάλλα, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ και ο οποίος είναι θαμμένος στη Ζολέια της Αβησσυνίας. Πήγε εκεί με τον Οσμάν (τον πρεσβευτή του Μωάμεθ), ο οποίος έπλυνε το πτώμα του, έκανε προσευχές πάνω του και τον έθαψε εκεί. Είναι τώρα τόπος γενικού προσκυνήματος. Τα καταστήματα αυτών των συρραπτών βρίσκονται στο κάτω μέρος του τζαμιού Κοράλ, πριν από το Σιπτ-Χαμάμ. Αν ένα σάλι από κασμίρ, ύφασμα από ατλάζι, μουσελίνα ή οποιοδήποτε πολύτιμο υλικό αυτού του είδους σκιστεί ή φαγωθεί από ποντίκια ή σκουλήκια, επιδιορθώνουν τα σημεία που έχουν υποστεί ζημιά, έτσι ώστε να είναι αδύνατο να τα βρει κανείς. Είναι επιδέξια χειροτεχνία. Περνάνε ράβοντας.
(364) Οι υφαντές (τζουλαχάν) είναι 1.000 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο πρώτος προστάτης τους ήταν ο Σεθ, αλλά στην εποχή του Προφήτη ήταν ένας από τους μαθητές του Σελμάν, ζωσμένος από αυτόν, του οποίου τον τάφο αγνοώ. Περνάνε δουλεύοντας στους αργαλειούς τους.
(365) Οι έμποροι παλιών υφασμάτων και ρεταλιών υφασμάτων (παρατσιγιάν) είναι 180 άνδρες με 45 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλ-χοντα Μπεν Γιασίν, μαθητής του Ινς Μπεν Μάλεκ, από τον οποίο έλαβε τη ζώνη. Ο τάφος του βρίσκεται στην περιοχή της Βαγδάτης. Εφοδιάζουν τα καταστήματά τους με διάφορα ρετάλια και θραύσματα υφασμάτων και πολύτιμων υλικών. Είναι όλοι Έλληνες από τη Μυτιλήνη και όλοι εύποροι.
(366) Οι νηματέμποροι (ιπλικτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 255 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι μαθητής του Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Σιτάρα στο Κουντζιστάν (;). Στολίζουν τα καταστήματά τους με νήματα διαφόρων χρωμάτων.
(367) Οι ζωναράδες (γκαζαζάν) είναι 800 άνδρες με 300 καταστήματα. Λένε ότι προστάτης τους είναι ο ιμάμης Γαζάλι, κάτι που δεν είναι αλήθεια. Είναι ο Αμπντουλάχ Μπεν Τζαφέρ Ταγιάρ, ζωσμένος από τον Σελμάν. Στολίζουν τα καταστήματά τους με ζώνες και περιζώματα από πολύτιμα υλικά και διάφορα άλλα παιχνίδια από ασήμι και χρυσό κλωσμένα με κλωστή (σίρμα), σαν να μιμούνται την αγορά στη Μπούρσα που ονομάζεται αγορά της νύφης. Ωραία καλοντυμένα αγόρια μοιάζουν με εκείνα του παραδείσου. Και είναι γνωστό, ότι στους πανηγυρικούς της πόλης που ονομάζεται σεχρενγκουΐζ,135 τα αγόρια των τουρμπανάδων κατατάσσονται στην πρώτη, των καπελάδων στη δεύτερη και των ζωναράδων στην τρίτη θέση.
(368) Οι Εβραίοι έμποροι μεταξιού (ιμπρισιμτζιγιάν Γιαχουντάν) είναι 200 άνδρες με 100 καταστήματα. Έχουν ξεχωριστή αγορά κοντά στο μπεζεστάν, μεσάζοντες (μιαντζή) και τσαούσηδες. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους μετάξι.
(369) Οι κατασκευαστές μεταξωτών κουμπιών (ντουγμετζιγιάνι χαρίρ) είναι 600 άνδρες με 55 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματα με μεταξωτά κουμπιά κατασκευής Τραπεζούντας. Ύστερα από αυτούς βαδίζουν σε πλήρη παράταξη, ο επικεφαλής των ραφτών, ο επικεφαλής των κατασκευαστών ντολιμάν, με τους νακίμπ, τους τσαούσηδες, τους κεχαγιάδες, τους σεΐχηδές τους και την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η εικοστή έβδομη ενότητα
(370) Οι κατασκευαστές σκηνών (χαϊμετζιάν ή τσαντιρτζιγιάν) αντλούν τη χειροτεχνία τους από τον Τζεμσίντ, ο οποίος έφτιαξε την πρώτη σκηνή. Την εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Νάσιρ Μπεν Αμπντουλάχ Μέκι, ο κατασκευαστής σκηνών, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν και έφτιαξε τη σκηνή του Προφήτη από ιχράμ (το χοντρό ύφασμα του φορέματος του προσκυνητή). Στήνουν ωραίες σκηνές πάνω σε αμαξίδια και φαίνονται ωραία αγόρια να δουλεύουν σε αυτές, να παίζουν κόλπα μεταξύ τους, ενώ κάποια άλλα είναι απασχολημένα, στήνοντας στεγάσματα και κουνουπιέρες (σαγιεμπάν, ναμούσιε).
(371) Οι κατασκευαστές των σχοινιών των σκηνών (ταναμπτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Περνούν στολίζοντας τις σκηνές τους με κάθε λογής σχοινιά σκηνής από βαμβάκι διαφορετικών χρωμάτων.
(372) Οι κατασκευαστές καπιστριών (κολαντζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 55 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι ίδιος με εκείνον των ζωναράδων. Τους ακολουθεί ο επικεφαλής των κατασκευαστών σκηνών με τους κεχαγιάδες, τους νακίμπ, τους σεΐχηδες και τους τσαούσηδές του και την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η εικοστή όγδοη ενότητα
(373) Οι γουνέμποροι (κουρκτζουγιάν) είναι 1.000 άνδρες με 500 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Εντρίς, ο ίδιος με εκείνον των ραφτών, γιατί ασχολούνται επίσης με τη βελόνα. Αλλά ο πρώτος εφευρέτης του γούνινου φορέματος ήταν ο Χουσένγκ, ο οποίος φορούσε τα δέρματα των θηρίων που σκότωνε στο κυνήγι, για να περιπλανιέται στο δάσος με τη μορφή ζώων, κάτι που στη συνέχεια μιμήθηκαν και άλλοι ως θέμα ευχαρίστησης και απόλαυσης. Την εποχή του Προφήτη αρχηγός των γουνοποιών ήταν ο Αμρού Μπεν Άμρι, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του δεν μου είναι γνωστός. Υπήρξε υπέροχος ανταγωνισμός μεταξύ των γουνοποιών και των βυρσοδεψών, σχετικά με το προβάδισμα. Τελικά ο αυτοκράτορας αποφάσισε υπέρ των πρώτων, επειδή όλοι οι πρώτοι άνδρες του κράτους φορούσαν γούνα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με γούνες κάθε είδους, που έχουν αξία πολλές εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια. Οι Έλληνες γουνοποιοί της αγοράς του Μαχμούτ Πασά σχηματίζουν ξεχωριστή πομπή, με σκουφάκια από δέρμα αρκούδας και βράκες από γούνα. Μερικοί είναι ντυμένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια με δέρματα λιονταριών, λεοπαρδάλεων και λύκων, με καλπάκια από σαμούρι στα κεφάλια τους. Μερικοί ντύνονται πάλι με δέρματα σαν άγριοι άνθρωποι και θηριώδεις, ώστε όσοι τους βλέπουν να φοβούνται, καθένας δεμένος έξι ή επτά φορές με γερές αλυσίδες και οδηγούμενος από έξι ή επτά άτομα. Αυτοί οι άγριοι άνθρωποι, επιτιθέμενοι στους ηγέτες και τους φύλακές τους, σκορπούν στους ανθρώπους θόρυβο και σύγχυση, που είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Κάποιοι είναι ντυμένοι σαν Περί και Ντιβ με περίεργες φιγούρες, με τα πόδια τους να φαίνονται στραμμένα προς τον ουρανό, ενώ περπατούν με τα πραγματικά τους πόδια στο έδαφος. Άλλοι, ντυμένοι με δέρμα λιονταριού, λεοπάρδαλης και αρκούδας, παριστάνουν εκείνα τα ζώα περπατώντας στα τέσσερα, καθώς τους σέρνουν με αλυσίδες. Κάθε φορά που γίνονται επιθετικοί, τους χτυπούν οι φρουροί τους. Μερικοί που παριστάνουν χοίρους, πιθήκους και άλλα ζώα, μη επικίνδυνα, ακολουθούν σε πλήθη χωρίς αλυσίδες. Άλλοι τους επιτίθενται με σκυλιά και κυνηγόσκυλα, παριστάνοντας το θέαμα μιας κυνηγετικής συντροφιάς με πελεκηφόρα δόρατα στα χέρια.
(374) Οι έμποροι σαμουριού (μπαζεργκάνι σεμούρ) είναι 1.000 άνδρες. Είναι όλοι Έλληνες από τις πόλεις Σέρφιτζε [Σέρβια],136 Φιλόρουνια [Φλώρινα], Λίτσιστα [Πολυκάρπη Καστοριάς],137 Γκιολίκεσρι [Καστοριά],138 πλούσιοι έμποροι, που φέρνουν γούνα από τη Ρωσία κάθε χρόνο. Εξοπλίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους γούνα και με ψαροκόκκαλα.
(375) Οι κατασκευαστές καλπακιών από σαμούρι (σεμούρ καλπακτζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 80 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι άγνωστος. Το καλπάκι από σαμούρι είναι το χαρακτηριστικό κάλυμμα κεφαλής της οικογένειας των Τατάρων ηγεμόνων Τζινγκουΐζ. Γεμίζουν τα καταστήματά τους με τέτοια καλπάκια γεμισμένα και κινούμενα με κλωστές.
(376) Οι κυνηγοί υδρόβιων πτηνών (αβτζιγιάν μουργάν) είναι 200 άνδρες, εξουσιοδοτημένοι με αυτοκρατορικό δίπλωμα. Έτσι ο τσακερτζή-μπασης, επικεφαλής των κυνηγών όρνεων, o τουγαντζή-μπασης, επικεφαλής των γερακοτρόφων, o σαχιντζή-μπασης, o αχμετζή-μπασης, ο στρατηγός των μποσταντζή και των γενίτσαρων, οι κύριοι κυνηγοί της Ιστράντζα,139 να μη μπορούν να παρέμβουν. Κυνηγούν στις λίμνες Τσεκμετζέ και Τέρκοζ [Δέρκος] (στα δύο άκρα της Ισλαμπόλ στη Μαύρη και Άσπρη Θάλασσα), πελεκάνους και πάπιες, τους λαιμούς των οποίων δίνουν στον επικεφαλής των κατασκευαστών γουνών και τα φτερά στον επικεφαλής των κατασκευαστών βελών.
(377) Οι φύλακες λεοπαρδάλεων (παρστζιάν). Ανήκουν κανονικά στο αυτοκρατορικό θηριοτροφείο, αλλά καθώς τα δέρματα αυτών των ζώων είναι χρήσιμα για τους γουναράδες, περνούν μαζί τους, σέρνοντας τις αυτοκρατορικές λεοπαρδάλεις αλυσοδεμένες και φωνάζοντας λόγια στην αργκό τους.
(378) Οι φύλακες λιονταριών (αρσλαντζιγιάν). Προστάτης τους είναι ο Αλή, ο Λέων του Θεού, τον οποίο προσκύνησαν όλα τα άγρια θηρία. Παλαιότερα οι φύλακες λιονταριών και λεοπαρδάλεων, με τα λιοντάρια και τις λεοπαρδάλεις τους, βάδιζαν στην ακολουθία των σκύλων και των μαντρόσκυλων των βοσκών και των μάντρα του επικεφαλής των χασάπηδων. Αλλά καθώς οι γουναράδες χρειάζονταν τα δέρματά τους, εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα για να ορίσει τη θέση τους στην ακολουθία των γουναράδων. Σέρνουν λιοντάρια, λεοπαρδάλεις, αρκούδες και άλλα άγρια θηρία με αλυσίδες. Τους ακολουθούν τα αγόρια των Ελλήνων και μουσουλμάνων γουναράδων, που φορούν όλα καλπάκια από σαμούρι και πανοπλίες, περιβάλλοντας με μεγαλοπρέπεια τα άλογα του επικεφαλής των κυνηγών (ατζή-μπαση), του επικεφαλής των φυλάκων λεοπαρδάλεων (παρστζή-μπαση), του επικεφαλής των φυλάκων λιονταριών (αρσαλντζή-μπαση) και του επικεφαλής των γουναράδων (κουρκτζή-μπαση), ακολουθούμενα από την οκταμελή τουρκική μουσική. Αυτές οι συντεχνίες είναι για χάρη του ντυσίματος, απαραίτητες, σε καιρό ειρήνης ή πολέμου.
Η εικοστή ένατη ενότητα
(379) Οι βυρσοδέψες (ντεμπαγάν). Υπάρχουν δώδεκα μεγάλα βυρσοδεψεία στις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ. Αυτοί οι βυρσοδέψες είναι σύνολο άγριων συντρόφων και ανθρώπων-δράκων, οι οποίοι, αν ένας εγκληματίας ή αιματοβαμμένος κακοποιός καταφύγει ανάμεσά τους, αρνούνται να τον παραδώσουν στη δικαιοσύνη, αλλά δεν τον αφήνουν να δραπετεύσει. Αντίθετα, τον βάζουν στη δουλειά να σηκώνει τη βρωμιά του σκύλου, επάγγελμα που τον κάνει να μετανοήσει για προηγούμενα εγκλήματα και να αλλάξει τη ζωή του στη συνέχεια. Υπάρχουν συνολικά επτακόσια βυρσοδεψεία, που απασχολούν τρεις χιλιάδες άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Ζέιντ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Έτσι καταγράφεται στο βιβλίο καταστατικών του Τζαφέρ Σαντίκ. Ο τάφος του δεν είναι γνωστός. Στην Τουρκία οι βυρσοδέψες ονομάζονται Αχή, από τον Αχβεράν της Καισαρείας. Ήταν μεγάλος άγιος την εποχή της οικογένειας των Σελτζούκων. Είναι διάσημη ιστορία. Είπαν στον βασιλιά ότι ο Αχήμπαμπα δεν πλήρωνε φόρους και οι φοροσυλλέκτες ήρθαν σε αυτόν για εκτέλεση. Τρομοκρατήθηκαν όλοι από ένα άγριο θηρίο (αουρέν) που ξεκίνησε μέσα από το κατάστημά του και το οποίο τον συνόδευσε μέχρι τον βασιλιά, ο οποίος, εξίσου τρομοκρατημένος, χάρηκε πολύ δίνοντάς του την άδεια που του ζήτησε, να θάψει τους σκοτωμένους φοροσυλλέκτες. Ο τάφος του είναι μεγάλη εγκατάσταση στους κήπους της πόλης Ντενιζλί, η οποία δίνεται ως χας στην Κία Σουλτάνα (την κυρία του Μελίκ Αχμέτ Πασά, προστάτη του Εβλία) και όλοι οι Τούρκοι βυρσοδέψες αναγνωρίζουν ότι αυτός ο Αχβεράν είναι προστάτης τους. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο πραγματικός προστάτης είναι ο Ινδός Ζέιντ. Αυτοί οι βυρσοδέψες είναι άγριο και θηριώδες σύνολο ανθρώπων και υπήρξαν η αιτία να χάσει τη θέση του μεγάλου βεζίρη ο μακαρίτης Μαλέκ Αχμέτ Πασάς. Είναι τόσο άτακτοι και απείθαρχοι, που αν συγκεντρωθούν μαζί, θα ήσαν ικανοί να καθαιρέσουν τον αυτοκράτορα. Στη δημόσια είσοδο του στρατοπέδου πολλές χιλιάδες από αυτούς μαζεύονται ξυπόλητοι και ξεσκούφωτοι, με χέρια και πόδια κόκκινα και με χέρια και νύχια με σκούρο μπλε ή μαύρο χρώμα, όλοι ντυμένοι με δέρμα και σαφιάν διαφόρων χρωμάτων, με τις ποδιές τους, τα τουρμπάνια τους, τα ντολιμάν και τα μπαστούνια τους από δέρμα, φωνάζοντας «Άστρα, Άστρα». Άλλοι ασχολούνται με τον στολισμό των καταστημάτων τους με σαφιάν διαφόρων χρωμάτων, μπλε, κίτρινου, ροδακινί, νάφθας. Άλλοι περνούν γυρίζοντας δέρματα κατσίκας σε ξύλινα αγγεία και τσαλαπατώντας τα, με κραυγές «Για-Χάι!» (Ω, ζωοδότη πάντων!) Άλλοι περνούν λέγοντας: «Καθαρίζουμε ό,τι είναι ακάθαρτο. Ό,τι είναι ακάθαρτο καθαρίζουμε». Μια από τις αρχαίες δόξες τους είναι να φέρουν πάνω σε κοντάρι ένα λάβαρο από παλιό δέρμα, σε ανάμνηση της ποδιάς του σιδηρουργού (κάβε), το οποίο μετατράπηκε σε λάβαρο της περσικής ελευθερίας και ανέτρεψε την τυραννία του Ζοχάκ.
(380) Οι βυρσοδέψες σαγρέ δέρματος (σαγριτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 12 καταστήματα στην Αγορά Αλευριού. Ήσαν παλαιότερα βοηθοί των βυρσοδεψών, αλλά από τότε έχουν οργανωθεί ως βοηθοί των κατασκευαστών σπαθιών, όπου έχει ήδη γίνει αναφορά σε αυτούς.
(381) Οι περγαμηνάδες (γκιουντεριτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 80 καταστήματα. Είναι όλοι Εβραίοι και το εργοστάσιό τους βρίσκεται στο Χότζα-Πασά.
(382) Οι ζωγράφοι περγαμηνής (τιρσετζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 26 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους και τον εαυτό τους με ζωγραφισμένες περγαμηνές.
(383) Οι τσοχατζήδες (κετσετζιγιάν) είναι 1.005 άνδρες με 400 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Σαΐντ Νάντι, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στην Κέρμπελα, όπου σκοτώθηκε μαζί με τον ιμάμη Χουσεΐν. Καθώς είχε σκοτώσει κατά τη διάρκεια της ζωής του μεγάλο αριθμό Γεζίντι, είναι σύνηθες στην Περσία να βλαστημούν δίπλα στον τάφο του Αμπού Σαΐντ Νάντι. Είναι μεγάλος τόπος προσκυνήματος των Μουταζίλα και των Σιιτών. Περνούν φτιάχνοντας στα καταστήματά τους διάφορα είδη τσόχας.
(384) Οι κατασκευαστές μπουρκ (ντουλμπέντ μπουρκτζουγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα, στην αγορά αλόγων. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Σαΐντ. Φτιάχνουν διάφορα είδη καπέλων και καλυμμάτων κεφαλής από το είδος της τσόχας που ονομάζεται μπουρκ.
(385) Οι τσοχατζήδες των γενίτσαρων (κετσετζιγιάν γενίτσερι) είναι 60 άνδρες με 10 καταστήματα, υπό την προστασία του Αμπού Σαΐντ. Το εργοστάσιό τους είναι εγκατεστημένο και στους δύο στρατώνες (τον παλιό και τον νέο) κοντά στο τζαμί των γενίτσαρων (Όρτα-τζαμί). Στολίζουν τα καταστήματά τους με το τσόχινο σκουφάκι των γενίτσαρων.
(386) Οι κατασκευαστές πανιών σέλας (μουταφάν) είναι 1.000 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Τζαφέρ Ταγιάρ, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Τα καταστήματά τους είναι εφοδιασμένα με πανιά για σέλες, τσάντες σέλας, καπίστρια, θήκες πιστολιών και άλλες κατασκευές τους, τις οποίες κουβαλούν σε κοντάρια.
(387) Οι έμποροι πανιών σέλας κλπ. (τατζιράνι μουτάφ) είναι 80 άνδρες με 50 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σαάντ Μπεν Ομπέιντι-Χαζρετζή, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στο Σέρζολ. Δεν έχουν τα καταστήματά τους σε κανένα σταθερό μέρος, όπως οι άνδρες που φτιάχνουν τα πανιά σέλας, αλλά πωλούν τη δουλειά τους στην ανοιχτή αγορά.
(388) Οι έμποροι βυρσοδεψίας (τατζιράνι ντεμπαγάν) είναι 100 άνδρες με 50 καταστήματα. Μεταξύ αυτών και των βυρσοδεψών υπάρχει η ίδια διαφορά όπως ανάμεσα στους εμπόρους σαμαριών και τους σαμαράδες. Αυτοί δουλεύουν και οι άλλοι πωλούν το έργο στην ανοιχτή αγορά.
(389) Οι έμποροι δερμάτινων κουρελιών και ρεταλιών (παρατζιγάνι τατζιράν) είναι μόνο 15 άνδρες με 10 καταστήματα. Πωλούν στην αγορά κοραλιού κομμάτια παλιού δέρματος, σαφιάν κλπ. και ακολουθούν την ακολουθία των βυρσοδεψών, βοηθοί των οποίων θεωρούνται. Φορούν πολύχρωμα σκουφάκια. Πίσω τους βαδίζει ο αρχηγός των βυρσοδεψών, συνοδευόμενος από οκταμελή τουρκική μουσική.
Η τριακοστή ενότητα
(390) Οι σαμαράδες (σαρατζάνι μακμπουλάν) είναι 5.000, που έχουν 1.084 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Άμπου-νασρ-Χάσεμ από τη Βαγδάτη, ζωσμένος από τον Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στα περίχωρα της Βαγδάτης και η γενεαλογία όλων των σαμαράδων προέρχεται από αυτόν. Είναι μεγάλος άγιος. Οι σαμαράδες, όντας πολύ απαραίτητοι σε ένα στρατόπεδο, πήραν προβάδισμα απέναντι σε όλες τις άλλες εταιρείες. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κεντημένες σέλες, πιστολοθήκες, μπουκάλια πεδίου κλπ.
(391) Οι κατασκευαστές σκελετών σαμαριών (καλτακτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με συριακούς σκελετούς σαμαριών.
(392) Οι κατασκευαστές φαρετρών (τιρκεστζιγιάν) είναι 60 άνδρες με 30 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο γέρος Τόκταμις χαν της οικογένειας του Τζενγκίζ και ο Χάμζα, ο θείος του Προφήτη, ο οποίος έλαβε τη ζώνη από τον ίδιο τον Προφήτη. Είναι θαμμένος στους πρόποδες του όρους Όχοντ στη Μεδίνα.
(393) Οι κατασκευαστές συγκεκριμένου είδους φαρέτρας, που ονομάζεται γκέντελετζ (γκεντελετζιγιάν), είναι 12 άνδρες με 7 καταστήματα, υπό την προστασία ενός μαθητή του Χάμζ, ο οποίος είναι θαμμένος στο Αϊντάμπ.
(394) Οι κατασκευαστές του τζαμπ (τζαμπτζιγιάνι Αρναβούτ) είναι 30 άνδρες με 10 καταστήματα, όλοι Αλβανοί. Το τζαμπ είναι, όπως το γκέντελετζ, ιδιαίτερο είδος θήκης για τόξο και βέλη.
(395) Οι κατασκευαστές καλυμμάτων σέλας (τεγκελτιτζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 49 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κεντητά καλύμματα σέλας και στολίδια.
(396) Οι κατασκευαστές ασκών (για μεταφορά νερού με άλογα), οι μεσκτζιγιάν, είναι 105 άνδρες με 50 καταστήματα. Μεταφέρουν στα άλογά τους κάθε είδους ασκούς, δερμάτινα μπουκάλια και σωλήνες νερού.
(397) Οι κατασκευαστές δοχείων λαδιού (ντεμπετζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 40 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε είδους δερμάτινα αγγεία και δοχεία, που ονομάζονται ντέμπε και μποντούτζ, για τη διατήρηση λαδιού, βουτύρου, σκόνης κλπ.
(398) Οι κατασκευαστές τραπεζιών (σουφρατζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 50 καταστήματα. Φτιάχνουν τραπέζια για φαγητό, από δέρμα και περνούν πάνω σε αμαξίδια.
(399) Οι κατασκευαστές καπιστριών (γιουλαρτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Περνούν φτιάχνοντας καπίστρια στα καταστήματά τους.
(400) Οι κατασκευαστές δερμάτινων καλαθιών και μπαούλων (σεπέτ σαντουκτσιγιάν) είναι 305 άνδρες με 105 καταστήματα. Γεμίζουν τα καταστήματά τους με διαφόρων ειδών καλάθια και μπαούλα και περνούν όλοι ντυμένοι με πανοπλίες.
(401) Οι κατασκευαστές μαστιγίων (καμτσιτζιγιάν) είναι 25 άνδρες με 12 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι άγνωστος. Εξοπλίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη μαστιγίων, που ονομάζονται σούνμπουλε, τσατάλ, βούρμα.
(402) Οι σαμαράδες υποζυγίων (σεμερτζιγιάν ή παλαντουζάν) είναι 1.005 άνδρες και 500 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Γιουσούφ Μπιρίντι, τον οποίο έζωσε ο Αμπαζέρ Γαφάρι, παρουσία του Προφήτη. Σκοτώθηκε στην Κέρμπελα, μαζί με τον ιμάμη Χουσεΐν και θάφτηκε εκεί. Εκθέτουν στο πέρασμά τους μικρά σαμαράκια-σέλες, τα οποία βάζουν πάνω σε νεαρά γαϊδούρια, μουλάρια και κατσίκια και στολίζουν τα καταστήματά τους με όλη την ενδυμασία του σαμαριού. Οι σαμαράδες υποζυγίων είναι, μαζί με τους πεταλωτές, τους μάγειρες και τους κουρείς, τις πιο απαραίτητες, άρα και οι πιο εκτιμώμενες συντεχνίες στο οθωμανικό στρατόπεδο. Με τους σαμαράδες υποζυγίων τελειώνει η πομπή των βοηθών του αρχηγού των σαμαράδων, του οποίου το στράτευμα περνά τώρα με τους κεχαγιάδες (αναπληρωτές), τους νακίμπ (προεστούς), τους σεΐχηδες (πρεσβύτερους), τους τσαούσηδες (ταξιθέτες), τους ντελάλ, τους μοκαντέμ και τους φύλακες (μπεγκτζή), που μόνοι τους ανέρχονται σε διακόσιους άνδρες, γιατί το εργοστάσιό τους μοιάζει με κάστρο με τέσσερις πύλες, λεκάνη στην αυλή και τζαμί. Δεν υπάρχει σαμαράδικο, ούτε στην Αραβία ούτε στην Περσία, που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό. Φτιάχτηκε από τον Μωάμεθ Β’ το έτος 859 [1480]. Ο σεράτζ-μπασης, ο αρχηγός των σαμαράδων, κλείνει την ακολουθία με τη μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια.
Η τριακοστή πρώτη ενότητα
(403) Οι παπουτσήδες (παμπουτζουγιάν) είναι 4.000 άνδρες, με 3.400 καταστήματα. Έχουν επτά εργοστάσια στην αγορά κοραλλιών, όπου στεγάζονται τουλάχιστον 8.000 άγαμοι άνδρες που όλοι απασχολούνται σε αυτή τη συντεχνία. Έχουν τους ιδιαίτερους αξιωματικούς τους, οι οποίοι διορίζονται με αυτοκρατορικό διάταγμα του σουλτάνου Σουλεϊμάν, ο οποίος τους απάλλαξε από τη δικαιοδοσία όλων των άλλων διοικητών. Τιμωρούν οι ίδιοι τους ενόχους τους, ακόμη και με θάνατο και τους θάβουν στον περίβολο της εγκατάστασής τους. Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ορκίστηκε κάποτε, στην οργή του εναντίον των γενίτσαρων, που ήσαν δυσαρεστημένοι και δεν άγγιζαν τη σούπα τους, ότι θα τους δάμαζε με τη βοήθεια των τσαγκάρηδων, οι οποίοι, όταν άκουσαν τον όρκο του, συγκεντρώθηκαν αμέσως από τις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ. Ήταν ένοπλο πλήθος 40.000 τσαγκάρηδων, που εμφανίστηκαν μπροστά στο παλάτι, με κραυγές «Αλλάχ, Αλλάχ». Ο Σουλεϊμάν, έκπληκτος από αυτές τις κραυγές, ρώτησε την αιτία τους και ευχαριστημένος με την πίστη τους, παραχώρησε ακρόαση στους αρχηγούς και τους πρεσβυτέρους, ρωτώντας τι μπορούσε να κάνει για αυτούς ως ανταμοιβή για τον ζήλο τους. Το αίτημά τους περιλάμβανε τέσσερα σημεία. Πρώτον, έλεγαν ότι τους είχαν δοθεί παλαιότερα νεοσύλλεκτοι, οι οποίοι, με καλή ανατροφή και μαθαίνοντας να διαβάζουν και να γράφουν, μπορούσαν να προχωρήσουν σε στρατιωτικά αξιώματα, αλλά καθώς αυτό το έθιμο είχε ανασταλεί από τους γενίτσαρους, παρακαλούσαν για την επαναφορά του. Δεύτερον, θρηνούσαν που η τιμή των δέκα άσπρων ήταν πολύ χαμηλή για ένα ζευγάρι παπουτσιών και εύχονταν να αυξηθεί. Τρίτον, ζητούσαν την ελεύθερη εκτέλεση των ενόχων τους από τους ίδιους τους δικούς τους αξιωματικούς, χωρίς καμία παρέμβαση άλλου δικαστή. Τέταρτον, παρακαλούσαν να τους χορηγηθεί το προνόμιο ιδιαίτερης ακολουθίας με τουρκική μουσική, στις δημόσιες πομπές, γιατί μέχρι τότε ο αγάς τους ανακατευόταν στην ακολουθία του αγά των νεοσύλλεκτων. Ο Σουλεϊμάν ενέκρινε αυτά τα τέσσερα αιτήματά τους με αυτοκρατορικό δίπλωμα και τους ζήτησε να πάνε σπίτι τους, να είναι ήσυχοι και να είναι έτοιμοι όπως πριν. Οι γενίτσαροι, που πριν δεν είχαν μυαλό να φάνε τη σούπα τους, τώρα είχαν τόσο καλή όρεξη, που κόντεψαν να καταβροχθίσουν τα πιάτα μαζί με τη σούπα. Οι τσαγκάρηδες περνούν όλοι ένοπλοι, αλλά ξυπόλητοι και ξεσκούφωτοι, στολίζοντας τα καταστήματά τους με κάθε είδους παπούτσια και παντόφλες, όλων των πιθανών διαστάσεων, που ονομάζονται Ζενάνε, Ρούζκαρ Ολούρτασι, Κουρνταγζί, Τελελί, Κουμπαρί, Σερχαντλί, βάζοντας παπούτσια μέσα σε μπότες και μπότες σε παπούτσια. Σε ένα μέρος όλα τα παπούτς, σε άλλο όλα τα πασμάκ (τα πρώτα είναι παντόφλες για τους άνδρες, τα δεύτερα για τις γυναίκες), ανδρικές μπότες τεράστιου μεγέθους, αρκετά μεγάλες για να χωρέσουν δύο άνδρες. Στα χέρια τους κρατούν μούστα (σουβλιά;) από μπρούντζο, γυαλί και ξύλο. Έτσι περνούν, μοιάζοντας με στρατό τζιν, όντας καθένας τους (Θεέ, συγχώρεσέ μας τις αμαρτίες μας!) άνθρωπος-δράκος, στάζοντας θανατηφόρο δηλητήριο από τα τάσια τους. Προστάτης τους είναι ο Ρουσνάντ, ο γιος του Μοχάμεντ Έκμπερ, ο οποίος έζησε εκατό χρόνια και είναι θαμμένος στο Τζεζαΐρ στο Ομάν.
(404) Οι στρατολογητές αγοριών για τους γενίτσαρους (ταϊφέι ντεβσιρμέ), η ομάδα υποχρεωτικής στρατολόγησης. Κάθε επτά χρόνια ένας συνταγματάρχης των γενίτσαρων, από τα συντάγματα του Γιαγιά, ξεκινά με 500 ή 600 άνδρες για τη Ρούμελη, για να στρατολογήσει από όλα τα χωριά αγόρια, Έλληνες, Αλβανούς, Σέρβους και Βούλγαρους. Τα 7.000 ή 8.000 αγόρια που συγκεντρώνονται με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον θεσμό του σουλτάνου Ορχάν, αγιασμένου από την ευλογία του Χατζή Μπεκτάς, ντύνονται στην πόλη Ουσκούμπ [Σκόπια] με σακάκια (μουβαχαντί) από κόκκινο αμπά, με σχισμή στους ώμους και με σκουφιά από κόκκινη τσόχα, που μοιάζουν με τις νυχτερινές σκούφιες του Καραγκιόζ (του εύθυμου φίλου στις κινέζικες σκιές). Φτάνοντας στην Ισλαμπόλ, τα ονόματά τους καταγράφονται και αποκαλούνται ατζέμογλαν, παίρνοντας είκοσι άσπρα και μισό ύφασμα τον χρόνο. Οι καλύτεροι δίνονται στο πυροβολικό, στους οπλοποιούς και στους μποσταντζή, γιατί αυτή είναι η πιο βαριά υπηρεσία. Στη δημόσια πομπή τους μαζεύει ο συνταγματάρχης της ομάδας υποχρεωτικής στρατολόγησης και περνούν ντυμένοι με τα σκουφιά τους, μαζί με την ακολουθία των τσαγκάρηδων, στον αριθμό των 4.000 αγοριών.
Η τριακοστή δεύτερη ενότητα
(405) Οι παπουτσέμποροι (πασμακτζιγιάνι χαφαφάν) είναι 1.000 άνδρες με άλλα τόσα καταστήματα. Πουλάνε μπότες (τζίζμε), παντόφλες, παπούτσια και κάλτσες, (παπούτς, πασμάκ, ποστάλ, γιεμενί, φελάρ, τσερκιζί, τομάκ και τερλίκ), όλα φτιαγμένα και έτοιμα. Οι ντελάληδές τους ή διαλαλητές γεμίζουν μεγάλα πιάτα με παπούτς του είδους που ονομάζονται κουτάνα, ζεργκερντάν, ζενάνε και λόρτα και τα διαλαλούν από τριακόσια μέχρι χίλια πεντακόσια άσπρα, σύμφωνα με λογαριασμό που γνωρίζουν μόνο ή ίδιοι και σχέδιο του οποίου δεν είναι άλλο από την εξαπάτηση των αγοραστών, για την οποία καυχιούνται. Πρόκειται για ανελέητο σύνολο ανθρώπων, αλλά καθένας τους έχει ανάγκη.
Οι συντεχνίες, που είναι βοηθοί των χαφάφ ή εμπόρων παπουτσιών είναι οι εξής:
(406) Οι πασμακτζή ή έμποροι γυναικείων παντοφλών (πασμάκ). Προστάτης τους είναι ο Μοχάμεντ Έκμπερ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Άντεν στην Υεμένη. Είναι επίσης προστάτης των υποδηματοποιών. Οι έμποροι υποδημάτων δεν έχουν αποκλειστικό προστάτη.
(407) Οι κατασκευαστές εργαλείων για τους τσαγκάρηδες (αταράνι ντικιτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 80 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπουσελάμ, ο γιος του Μοχάμεντ Έκμπερ Γιεμενί. Έχουν ιδιαίτερη αγορά κοντά στο παλιό μπεζεστάν, κοντά στην πικρή κρήνη, όπου πουλάνε καλαπόδια για παντόφλες, μπότες και παπούτσια, κόλλες, βελόνες, σουβλιά, χτένες, πρέσες κλπ.
(408) Οι έμποροι μπότας (τσιζμετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μοχάμεντ Έκμπερ από την Υεμένη. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κόκκινες, κίτρινες και μπλε μπότες.
(409) Οι αρικτζιάν (;).140 Ο προστάτης τους είναι μαθητής του Αμπαζέρ Γαφάρι, θαμμένος στην Καισάρεια. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορα είδη αρίκ (;)
(410) Οι έμποροι των μεστ (δερμάτινες κάλτσες ραμμένες στη βράκα) είναι πεντακόσιοι άνδρες, με εκατό καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Χορέιρε, τον οποίο έζωσε ο Αλή. Ήταν ο πρώτος που έφτιαξε κάλτσες από δέρμα κατσίκας για τον Προφήτη. Είναι θαμμένος σε δάσος χουρμαδιών στη Γκίζα, απέναντι από το Κάιρο. Το επώνυμό του Αμπού Χορέιρε ή πατέρα της γάτας του δόθηκε από τον Προφήτη, λόγω της προτίμησής του για τις γάτες. Δύο φορές τον χρόνο, στις αρχές της άνοιξης και τη νύχτα του Μεβλούντ ή της γέννησης του Προφήτη, πολλές χιλιάδες άνδρες συγκεντρώνονται στο μνημείο του, όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός γατών. Όλα αυτά έχουν περιγραφεί λεπτομερώς στον δεύτερο τόμο των ταξιδιών μας.
(411) Οι έμποροι των τερλίκ (κάλτσες ιδρώτα), που φοριούνται αντί για τις κάλτσες μας, κατευθείαν στο πόδι, μέσα από το μεστ (τερλικιτζιάν), είναι 400 άνδρες με 200 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με πολύχρωμες κάλτσες.
(412) Οι έμποροι παλιών παπουτσιών (χαφαφάν εσκιτζιγιάν) είναι 600 άνδρες με 104 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμάρ Μπεν Γιασίρ, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στο Άντεν. Στολίζουν τα καταστήματά τους με παλιά παπούτσια.
(413) Οι τσαγκάρηδες του λουτρού (πίνε-ντουζάνι μπάμπ-ι χαμάμ) είναι 105 άνδρες, που κάθονται στις πύλες των 105 λουτρών της Ισλαμπόλ, επισκευάζοντας τα παπούτσια και τις παντόφλες όσων το έχουν ανάγκη, ενώ εκείνοι κάνουν το λουτρό τους.
(414) Οι μπαλωματήδες (εσκιτζιάν) είναι συνολικά περισσότεροι από χίλιους. Περνούν επισκευάζοντας παλιά παπούτσια.
(415) Οι τελάληδες των εμπόρων παπουτσιών (ντελαλάνι καβαφάτ) είναι 500 άνδρες, που δεν έχουν καταστήματα. Κάνουν μόνο τη δουλειά της εκφώνησης ή της διακήρυξης των πωλήσεων στις παπουτσαγορές της Ισλαμπόλ. Ο προστάτης τους ζώστηκε από τον Αμπαζέρ Γαφάρι και ο τάφος του βρίσκεται στην Καβάρνα, κοντά στη Βαγδάτη. Όλες αυτές οι συντεχνίες, όταν ελευθερώνουν [από την υποτέλεια] ένα μαθητευόμενο αγόρι, προσεύχονται πρώτα στον Μαχομέντ Έκμπερ Γιεμενί ως κοινό άγιο και μετά στον συγκεκριμένο προστάτη τους. Πίσω τους περπατούν ο αρχηγός των εμπόρων παπουτσιών (χαφάφ-μπασης) και ο αρχηγός των εμπόρων παντοφλών (πασμακτζή-μπασης) με την οθωμανική πολεμική μουσική.
Η τριακοστή τρίτη ενότητα
(416) Υπάρχουν 3.005 καταστήματα παντοπωλών (αταράν). Προστάτης τους είναι ο Χασάμ-ουντ-ντίν Μπεν Αμπντουλάχ της Μπάσρα. Αυτοί οι παντοπώλες πωλούν πολλές χιλιάδες είδη και έχουν πολλές συντεχνίες ως βοηθούς τους. Οι πρώτοι είναι οι Αιγύπτιοι μπακάληδες, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι έξω από την πύλη της φυλακής και περνούν οπλισμένοι πάνω σε κάρρα, γεμάτα με καλάθια με τζίντζερ, πιπέρι, κάρδαμο, κανέλα, γαρύφαλλο, ραβέντι, κάρβουνο και αλόη, σχηματίζοντας συνολικά τρεις χιλιάδες αντικείμενα, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στο τέζκερετ του Δαβίδ, με τα προτερήματα και τις ιδιότητές τους. Αυτοί οι παντοπώλες φυλάνε προσεκτικά όλα αυτά τα είδη σε μπουκάλια και κουτιά.
(417) Οι έμποροι αλόης και αμπεριού (ουντ αμπερτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 45 καταστήματα. Ο προστάτης τους ανατράφηκε από τον Σελμάν Πακ. Περνούν αρωματίζοντας τα καταστήματά τους με αλόη και αμπέρι.
(418) Οι έμποροι αρωμάτων (μπουχουρτζιγιάν) είναι 30 άνδρες με 25 καταστήματα. Περνούν αρωματίζοντας τα καταστήματά τους με καπνό από λιβάνι, νάρδο και διάφορα άλλα αρώματα.
(419) Οι φλιτζανάδες (φιντζαντζιγιάν) είναι 15 άνδρες με 2 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με φλιτζάνια Κίνας και Μαρταμπάνι.
(420) Οι επιδιορθωτές σπασμένων φλιτζανιών (φιντζιάν κιντετζιάν) είναι 20 άνδρες με 10 καταστήματα. Περνούν επισκευάζοντας σπασμένα φλιτζάνια.
(421) Οι έμποροι των βάζων αρωμάτων (ατάρ τσομλεκτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντούλ-γαφάρ της Μεδίνας, ο προστάτης όλων των εμπόρων δοχείων, κουτιών και πιάτων. Πέθανε εκατόν εξηνταδύο ετών και ο τάφος του βρίσκεται στο Μπακάι της Μεδίνας, όπου είχα τη χαρά να τον επισκεφτώ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με πιάτα, πιατέλες και κατσαρόλες διαφόρων ειδών.
(422) Οι αγγειοπλάστες έχουν ήδη αναφερθεί, αλλά εκείνοι που φτιάχνουν μυροδοχεία περνούν μαζί με τους αρωματοποιούς, γυρίζοντας τα αγγεία στον τροχό.
(423) Οι έμποροι σπίρτων (κιμπριτζιγιάν) είναι 55 άνδρες με 40 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με σπίρτα θειαφιού, τα οποία πωλούν.
(424) Οι έμποροι του λαδιού από θειάφι (ντεχάνι κιμπριτζιγιάν). Ο πρώτος που έβγαλε λάδι από θειάφι για αλχημικούς σκοπούς ήταν ο Καρούν, ενώ τώρα υπάρχει ένας μόνο άνθρωπος στην Ισλαμπόλ, που κατέχει το μυστικό της εξαγωγής του.
(425) Οι έμποροι αμυγδαλέλαιου (ατάρ γιαγτζιγιάν μπάντεμ) είναι 8 άνδρες με 3 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ζαμίν, ο Αιγύπτιος, ο οποίος είναι θαμμένος στο Κάιρο. Περνούν εξάγοντας διάφορα είδη λαδιού.
(426) Οι φιαλοποιοί (σισετζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 4 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης είναι ο Τζεμσίντ και μεταξύ των σύγχρονων ο Αμπουσίνα (Αβιτσέννα). Τα εργοστάσια γυαλιού στην Ισλαμπόλ είναι εκείνο μέσα από την πύλη του Τζουμπαλί, εκείνο μπροστά από την πύλη του Εγιούπ, εκείνο μέσα από την πύλη των αγγειοπλαστών και στο Χάσκιοϊ. Δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος. Περνούν φτιάχνοντας μπουκάλια. Όποιος θέλει να δει ένα δείγμα της φωτιάς της κόλασης, μπορεί να κοιτάξει τη φωτιά σε αυτά τα εργοστάσια γυαλιού. Όμως, παρά τη μανία της, δεν είναι παρά μια σπίθα σε σύγκριση με τη φωτιά της κόλασης.
(427) Οι έμποροι φιαλών (τατζιράνι σισετζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι επίσης ο Αμπουσίνα. Τα καταστήματά τους είναι στον Γαλατά, ελάχιστα σε άλλα μέρη. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε λογής γυαλικά.
(428) Οι αρωματοποιοί, που πουλάνε τα εμπορεύματά τους περπατώντας (τσερτσιντέν χατζετζιγιάν) είναι 300 άνδρες, που αναγνωρίζουν για προστάτη τους επίσης, τον Αμπαζέρ Γαφάρι, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Διακινούν τα αρώματά τους σε καλάθια, φωνάζοντας αλ τσαρτσί (πάρτε μικροπράγματα).
(429) Οι έμποροι πορσελάνης (τσινιτζιγιάν ή αϊβατζιάν) είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντούλ-γαφάρ, ζωσμένος από τον Σελμάν, ο οποίος είναι και ο προστάτης των αγγειοπλαστών. Το όνομά τους αϊβατζιάν προέρχεται από το γεγονός, ότι όταν συμβαίνει κάποιο ατύχημα στα εύθραυστα σκεύη τους, είτε από σεισμό, είτε από γάτα που περνάει, είτε από αγόρια που πετάνε πέτρες και τα σπάζουν για σκανδαλιά, φωνάζουν, «αϊβά! αϊβά!» Η πιο επιδεικτική αγορά τους είναι έξω από την πύλη της φυλακής. Στολίζουν τα καταστήματά τους με φαγεντιανή της Νίκαιας και της Κιουτάχειας.
(430) Οι έμποροι μεγάλων πιάτων (τεκνετζιγιάν) είναι 102 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μπελούλ Κασά, θαμμένος στο Χαλέμπ. Μεταφέρουν σε κοντάρια μεγάλα πιάτα που ονομάζονται τσεμπέρ, κασά, γαλέμπε.
(431) Οι έμποροι οπίου (αφιουντζγιάν) είναι 104 άνδρες και άλλα τόσα καταστήματα. Ο εφευρέτης του οπίου είναι ο Πυθαγόρας, ο μονοθεϊστής φιλόσοφος και την εποχή του Προφήτη το έφαγε πρώτος ο Αμρού Μπεν Όμια Νταμίρι (ο Εσωτερικός) και πράγματι, τίποτε δεν καθαρίζει το δοχείο του νου όπως η κατανάλωση οπίου. Περνούν στη δημόσια πομπή ετοιμάζοντας όπιο, κάποιοι απλώνοντας τη γλώσσα τους σαν κρεμασμένοι, κάποιοι φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι» και τρομάζοντάς τους στον ύπνο τους, με τη διαβεβαίωση ότι το όπιό τους δεν ήταν του [Αφιόν] Καραχισάρ, δηλαδή δεν ήταν από τα καλύτερα.
(432) Οι έμποροι υοσκύαμου [γερουλιού] (μπενγκλικτζιγιάν)141 είναι 60 άνδρες με 12 καταστήματα. Ο πρώτος τους προστάτης είναι ο Τζεμσίντ. Περνούν τρώγοντας υοσκύαμο και κάνοντας πολλά κόλπα.
(433) Οι συλλέκτες φαρμακευτικών βοτάνων (ισπεντσεράν) είναι 105 άνδρες με 70 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Λόκμαν, στον οποίο μίλησαν όλα τα βότανα που δημιουργήθηκαν από τον Θεό στην επιφάνεια της γης, λέγοντας: «Είμαι καλό για την τάδε ασθένεια». Την εποχή του Προφήτη αρχηγός αυτών των συλλεκτών βοτάνων ήταν ο Χενταγιετουλλάχ, γιος του Ζανούν του Αιγύπτιου, ζωσμένος από τον πατέρα του με την άδεια του Προφήτη και ανακηρυγμένος αρχηγός όλων εκείνων που πωλούν βότανα ως φάρμακα. Ο τάφος του βρίσκεται στα βουνά του Χετζάζ. Τον τσίμπησε φίδι όταν μάζευε βότανα και πέθανε πριν φτάσει το φάρμακο από την πόλη. Υπάρχει μεγάλος αριθμός από αυτούς τους εμπόρους βοτάνων. Στην Ισλαμπόλ η αγορά τους είναι εγκατεστημένη στη διάρκεια όλης της εβδομάδας σε σαραντατέσσερα μέρη, όπως στα Τζουμά-παζάρι, Σάλι-παζάρι, Τσερσεμπέ-παζάρι, δηλαδή στις αγορές της Παρασκευής, Τρίτης, Τετάρτης. Οι έμποροι που πωλούν σε αυτές τις αγορές είναι πεντακόσιοι. Δεν έχουν καταστήματα, αλλά πωλούν τα βότανά τους σε καλάθια.
(434) Οι έμποροι καφέ (αταράν καχβετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Είναι μεγάλοι έμποροι, καθένας από τους οποίους έχει κεφάλαιο χιλίων πουγγιών στην Αίγυπτο, την Υεμένη, τη Σαναά, το Άντεν. Στη δημόσια πομπή φορτώνουν μερικές εκατοντάδες φαρντ (φάρντα) καφέ σε κάρρα και τον ζυγίζουν με το καντάρι. Δεν ξέρω τον σεΐχη τους, γιατί ο καφές είναι νέα εφεύρεση, αλλά η κατανάλωση του προέρχεται από τον σεΐχη Σαντέλι. Τις ευχές μου σε εσάς.
(435) Οι Εβραίοι μπακάληδες (αταράν Γιαχουντάν) είναι 400 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χασάν Μπεν Αμπντουλάχ της Βασόρας. Αυτοί οι έμποροι είναι πλούσιοι Εβραίοι, που έχουν τα καταστήματά τους σε εκείνα τα μέρη της πόλης που ονομάζονται Ταχτούλ-καλε και Μαχμούτ Πασά. Πωλούν διάφορα είδη χρωμάτων, το κόκκινο χρώμα, το σουλουγκούν (μίνιουμ), το λευκό, ισφιντάτζ (κερούσα), κιννάβαρη, τη λάκα, λάπις λάζουλι, σιδερένιο νήμα, ορειχάλκινα αγγεία και όλα τα είδη ορυκτών. Αφού περάσουν αυτές οι συντεχνίες των βοηθών του αρχηγού των παντοπωλών, ακολουθεί ο ίδιος με το εξαίσιο στράτευμά του, ντυμένος όλος με σαμούρι σαν υπέροχος βοεβόδας, με πομπώδες άλογο οδηγούμενο μπροστά του και τους νέους του πίσω ντυμένους με πανοπλίες και με την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η τριακοστή τέταρτη ενότητα
(436) Οι κουρείς (μπερμπεράν). Από την εποχή του Αδάμ μέχρι τον Αβραάμ όλοι οι Προφήτες άφηναν τα μαλλιά τους να μεγαλώνουν και δεν ακουγόταν τίποτε για κουρέα. Αλλά όταν ο Αβραάμ έχτισε την Καάμπα και έκανε τις ιεροτελεστίες του προσκυνήματος, διατάχθηκε να ξυρίσει τα μαλλιά του στη Μίνα, κάτι που έκανε μαζί με τους δύο γιους του, τον Ισαάκ και τον Ισμαήλ και έτσι έγινε ο προστάτης των κουρέων. Ο Προφήτης, όταν έλαβε το δώρο της προφητείας σε ηλικία σαράντα ετών, άφησε τα μαλλιά του μακριά, γιατί τα άφηναν όλοι οι Χασεμίτες και οι Κορεϊσίτες, ενώ ακόμη και τώρα μεγάλος αριθμός Αράβων, που ανήκουν σε αυτές τις οικογένειες, τα αφήνουν μακριά. Ένας από τους Κορεϊσίτες, ονομαζόμενος Τζεμπέλ-ουλ-Χεμέτ, αφού έβγαλε το μάτι ενός Άραβα και καταδικάστηκε από τον Ομάρ να υποστεί την ίδια απώλεια ως τιμωρία, διέφυγε στον βασιλιά Ηράκλειο στην Αντιόχεια και ο τόπος στον οποίο κατοικούσε ονομάζεται Τζεμπέλιε ακόμη και τώρα. Έφυγε από εκεί και αποσύρθηκε στα βουνά της Aυλώνας, όπου η αλβανική γλώσσα προήλθε από ανάμειξη της φραγκικής γλώσσας με την αραβική!! Αυτοί οι απόγονοι ονομάζονται ακόμη και τώρα Κορέισι και αφήνουν μακριά γένια και μαλλιά, όπως οι πρόγονοί τους.
Αυτός ο Τζεμπέλ-ουλ-Χεμέτ, ο Άραβας ιδρυτής των Αλβανών, είναι θαμμένος στο Ελμπασάν, αλλά λένε ότι πέθανε ως αποστάτης. Υπάρχει επίσης μεγάλος αριθμός Κορεϊσιτών που αφήνουν τα μαλλιά τους να μεγαλώνουν, κοντά στη Μέκκα. Το ίδιο συμβαίνει με πολλούς δερβίσηδες και με μεγάλο αριθμό φυλών της Αβησσυνίας. Επίσης είδα στα ταξίδια μου πολλούς άλλους ανθρώπους, που άφηναν όλα τα μαλλιά τους να μεγαλώνουν. Ο Προφήτης, όταν είχε κατακτήσει τη Μέκκα και οι κύριοι ανταγωνιστές του είχαν ασπαστεί το Ισλάμ, διέταξε τον μαθητή του Σελμάν Πακ, την ίδια ακριβώς ημέρα, να ξυρίσει το κεφάλι του. Έγινε λοιπόν ο προστάτης όλων των κουρέων και ζωστηκε από τον Αλή. Ο τάφος του δεν απέχει πολύ από τη Βαγδάτη, στην όχθη του Τίγρη, όπου μια φορά τον χρόνο συγκεντρώνονται όλοι οι κουρείς και μεγάλος αριθμός ανθρώπων για αναψυχή. Είναι μεγάλος άγιος, που ήταν ο εξωτερικός υπηρέτης του Προφήτη. Για αυτόν είπε ο Προφήτης, «Ο Σελμάν είναι ένας από τους δικούς μας και από τους κατοίκους του Παραδείσου. Κατέχει τη γνώση των αρχαίων και των σύγχρονων και ο Παράδεισος λαχταρά τον Σελμάν πέντε φορές κάθε μέρα και κάθε νύχτα». Από τους δέκα συντρόφους του Προφήτη, μόνο στον Σελμάν και τον Ακάσα έχουν υποσχεθεί τον Παράδεισο. Ο Σελμάν ήταν ο πρώτος από όλους τους μαθητές που ζώστηκε από τον Αλή και έγινε ο προστάτης των προστατών. Έζησε τριακόσια τριάντα χρόνια και μπόρεσε επίσης να διορθώσει τις τελετουργίες της κάθαρσης και της προσευχής, επαναφέροντάς τις στον τρόπο της αρχικής τους θέσπισης. Ο μεγάλος ιμάμης Αμπουχανίφε, απολάμβανε το πλεονέκτημα της συνομιλίας του με αυτόν στη Βαγδάτη και αντλούσε από αυτόν τη γνώση των αρχαίων και των σύγχρονων. Ο μεγάλος ιμάμης, του οποίου το κανονικό όνομα είναι Ναμάν Μπεν Τάμπετ, καταγόταν από την πλευρά της μητέρας του από τον Νουσιρβάν. Πήρε οδηγίες για το ορθόδοξο δόγμα (μεζχέμπ) όχι από εκείνον αλλά από τον Χαμάντ, ο οποίος τις πήρε από τον Αλκάμα, που τις πήρε από τον Ιμπραήμ Νάχι, ο οποίος τις είχε μέσω του Αμπάς από τον ίδιο τον Προφήτη, στον οποίο κατέβηκαν από τον Γαβριήλ από τον Παράδεισο. Οι κουρείς, που αναγνωρίζουν ως πρώτο τους προστάτη τον Αβραάμ και ως δεύτερο τον Σελμάν, περνούν πάνω σε αμαξίδια με μεταξωτές ποδιές μπροστά τους, στολίζοντας τα καταστήματά τους με διάφορους καθρέφτες, λεκάνες από ορείχαλκο και χίλια περίπου γερμανικά ξυράφια.
(437) Οι κουρείς της περιτομής (μπερμπεράν σουνετζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 300 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπουλχαουακίν Μπεν Μοχάμεντ Μπεν Τάλχα Μπεν Αμπντουλάχ, ζωσμένος από τον Σελμάν, του οποίου αποστολή ήταν να περιτέμνει όλους όσοι είχαν ασπαστεί το Ισλάμ. Μόνο ο Προφήτης γεννήθηκε από την Έμμα, τη μητέρα του, ήδη περιτμημένος. Η σύζυγος του Αμπουλχαουακίν, του προστάτη των ανδρών της περιτομής, ήταν η Ράμπια, η κόρη του Αμπντουλάχ Μπεν Μεσούντ. Έκοψε από την κόρη της το υποσάρκωμα των χειλέων [του αιδοίου] που ονομάζεται κιρμιζί ντιλτσάκ (κόκκινη χαρά), πράγμα που έκανε πρώτη η Σάρα, για να εκπληρώσει τον όρκο που είχε ορκιστεί πάνω στον θυμό της, να κόψει ένα κομμάτι σάρκας από το σώμα της Άγαρ. Το έθιμο της περιτομής των κοριτσιών παρέμεινε καθιερωμένο από τότε ανάμεσα στους Άραβες και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. Υπάρχει ένα σύνολο ανθρώπων που ονομάζονται Χαζέρι, οι οποίοι, το βράδυ της περιτομής των κοριτσιών, κάνουν μεγάλες γιορτές. Το πλεονέκτημα αυτής της περιτομής είναι η διευκόλυνση του τοκετού.
Αυτοί οι άνδρες της περιτομής στολίζουν τα καταστήματά τους με πολλά ξυραφάκια και περνούν περιτέμνοντας μερικά αγόρια κάτω από τον θόρυβο τυμπάνων.
(438) Οι πεζοί κουρείς (μπερμπεράν πιγιαντεγκάν). Έτσι λέγονται οι κουρείς που δεν έχουν καταστήματα και ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε 2.000. Προστάτης τους είναι επίσης ο Σελμάν Πακ.
(439) Οι τροχιστές (τσαρκτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλφεθ Αμπντουλάχ της Μπάσρα, ο οποίος είναι και ο προστάτης των μαχαιράδων. Περνούν ακονίζοντας ξυραφάκια σε μεγάλους τροχούς.
(440) Οι κατασκευαστές λαβών ξυραφιών (ουστούρα κουϊρουκτζουγιάν) είναι 40 άτομα με 12 καταστήματα. Προστάτης τους είναι επίσης ο Αμπούλφεθ Αμπντουλάχ Νάσρι. Περνούν φτιάχνοντας λαβές ξυραφιών.
(441) Οι τουρμπανάδες (σαρικτζιγιάν) είναι 40 άνδρες με 17 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Γαβριήλ, ο οποίος έφερε από τον Παράδεισο στον Προφήτη το στέμμα που φορούσε και τη ζώνη (ιμάμε). Τα καταστήματά τους είναι μπροστά από το τζαμί της Αγιασόφια, κοντά στο παλάτι της Κία σουλτάνας. Δένουν τα τουρμπάνια για τα μέλη του ντιβάν με τις μορφές Μουτζέβεζε, Σελίμα, Καλαουί, Περισάνι, Καμπάντι, Κατιμπί, Ασαμί. Εκείνοι που τυλίγουν τις ταινίες, οι Καραμάν, δένουν μόνο τα τουρμπάνια των δικηγόρων και των ιερωμένων με τον τρόπο ουρφ, που εισήγαγε ο μεγάλος ιμάμης. Περνούν δένοντας αυτά τα τουρμπάνια στα καταστήματά τους. Ύστερα από αυτούς έρχεται ο επικεφαλής των κουρέων με την πλήρη ακολουθία του και την οκταμελή τουρκική μουσική.142
Η τριακοστή πέμπτη ενότητα
(442) Οι άνθρωποι των λουτρών (χαμαμτζιγιάν). Έχει ήδη αναφερθεί ότι υπάρχουν εκατόν πενήντα λουτρά στις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ. Οι φύλακές τους περνούν στη δημόσια πομπή ντυμένοι με πανοπλίες. Είναι πλούσιοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι. Προστάτης τους είναι ο Μοχσίν, ο γιος του Οσμάν, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν παρουσία του Αλή. Ο τάφος του δεν είναι γνωστός. Ιππεύουν αραβικά άλογα και οι υπηρέτες τους περνούν πάνω σε κάρρα. Εκθέτουν λουτρά από τσόχα, φωτισμένα με γυαλιά και καλούν τον κόσμο να κάνει λουτρό. Τους καλούν επίσης γυμνοί τρίφτες των λουτρών (ντελάκ) με μπλε ποδιές στα άκρα τους.
(443) Οι τρίφτες των λουτρών (ντελακάν) είναι 2.000 άνδρες, των οποίων προστάτης είναι ο Αιγύπτιος Ομπέιντ, ζωσμένος από τον Σελμάν και θαμμένος στη μεγάλη Καράφα στο Κάιρο. Περνούν γυμνοί, πέρα από τις μεταξωτές ποδιές, κουβαλώντας στα χέρια τους το σακούλι τριψίματος και στα πλευρά τους την πέτρα τριψίματος, με σαπούνι αρωματισμένο με μόσχο, κι έτσι περνούν σαπουνίζοντας και τρίβοντας ο ένας τον άλλο.
(444) Οι υπηρέτες των λουτρών (νατιράν) είναι 1.000 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Μανσούρ Μπεν Κασίμ, ζωσμένος από τον Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στο όρος Λίβανος κοντά στο Μπάαλμπεκ. Αυτοί οι νατίρ ζώνονται ξίφη γύρω από τις ποδιές τους και περνούν με ξυλοπάπουτσα από έβενο και πύξο, στολισμένα με φίλντισι.
(445) Οι πλύντες (τζαμεσουγιάν) είναι 500 άνδρες με 300 καταστήματα. Ο προστάτης τους είναι άγνωστος. Περνάνε πάνω σε κάρρα, πλένοντας σεντόνια.
(446) Οι καθαριστές λεκέδων (λεκετζιγιάν) είναι 20 άνδρες με 10 καταστήματα. Τα καταστήματά τους είναι στην περιοχή του Βαγιαζήτ. Κατέχουν την τέχνη να βγάζουν λεκέδες από πολύτιμα υφάσματα, χωρίς να αλλοιώνουν το χρώμα.
(447) Οι πωλητές αρσενικού (νουρετζιγιάν ή χουρουζματζουλάρ), είναι φτωχή ομάδα ανθρώπων χωρίς καταστήματα, που πουλάνε στις πύλες των λουτρών τη σκόνη αρσενικού, η οποία χρησιμοποιείται για αποτρίχωση. Κουβαλούν τσάντες στην πλάτη τους και φωνάζουν «Νόρα, Νόρα! Τα καθαρίζουμε όλα και τα κάνουμε ανάλαφρα» (νουρ). Οι γιαμάκ των λουτρών είναι όλοι οπλισμένοι. Περνούν με τους σεΐχηδες, τους νακίμπ, τους τσαούσηδες και τον χαμαμτζή-μπαση ή επικεφαλής των ανθρώπων των λουτρών και ακολουθεί η οκταμελής τουρκική μουσική. Όταν ακολουθούν το στρατόπεδο κάνουν μπάνια με τσόχα θερμαινόμενα με κάρβουνα για χρήση του στρατού, όπου βρουν βολικό σημείο.
Η τριακοστή έκτη ενότητα
(448) Οι ζωγράφοι (νακασάν). Ο πάνω όροφος στο χάνι του Λιονταριού (αρσλάν-χαν), είναι εξοπλισμένος με κελιά, όπου είναι εγκατεστημένοι οι ζωγράφοι. Εκτός από αυτό το μεγάλο κτίριο, έχουν 100 καταστήματα σε άλλα μέρη, επομένως ο αριθμός τους ανέρχεται συνολικά σε 1.000. Προστάτης τους είναι ο Σεμεραχάν, ο οποίος ζωγράφισε τα περίπτερα του Ερέμ, του περίφημου κήπου του Σεντάντ. Οι Κόπτες τον αναφέρουν ως προφήτη. Ο βεζίρης του Σολομόν Ασάφ, γιος του Μπαρχία, ήταν επίσης προφήτης και ζωγράφος. Ζωγράφισε τον θρόνο του Σολομώντος και το παλάτι της Μπαλκίς, ενώ οι Κόπτες, ακόμη και τώρα, όταν θέλουν να επαινέσουν κάτι, λένε, «είναι σαν τον πίνακα του Μπαρχία, ειοσιτεσσάρων καρατίων». Οι Πέρσες και οι Τούρκοι εγκωμιάζουν τον Ερτζένκ Μάνι ως τον πρώτο ζωγράφο. Την εποχή του Προφήτη ο Φαζλ, ο γιος του Αμπάς, ζωγράφισε το ιερό της Καάμπα ύστερα από την εκ νέου κατασκευή του. Ζώστηκε από τον Αμπαζέρ Γαφάρι και έγινε ο προστάτης των ζωγράφων. Ο τάφος του βρίσκεται στη Δαμασκό, στον τοίχο του μιχράμπ του τζαμιού των Ουμαγιάντ, μέσα από την πύλη των Προφητών, όπου είναι θαμμένοι δώδεκα χιλιάδες Προφήτες. Στον Αμπντούλ-Μουμέν, τον χαλίφη της οικογένειας των Αμπάς, άρεσε εξαιρετικά αυτός ο Φαζλ Μπεν Αμπάς. Τον χρησιμοποίησε για να ζωγραφίσει τον τρούλο του μεγάλου τζαμιού που έχτισε. Ο Φαζλ, ενώ ήταν απασχολημένος με αυτό, τραυματίστηκε από μικρό κομάτι σοβά που έπεσε στο μάτι του και έτσι, χάνοντας την όρασή του και την ισορροπία του, έπεσε από το ύψος του τρούλου στο έδαφος και έγινε κομμάτια. Ο Μουμέν τον έθαψε στην πύλη των Προφητών. Οι ζωγράφοι τακτοποιούν τόξα, καρέκλες κλπ. σε αμαξίδια, όπου τοποθετούν έργα των πιο διάσημων ζωγράφων, όπως οι Σαχκούλι, Ντελιτζάν, Αγάς Ριζά, Μουρούρ Ιλίκ, Μπεχζαντουμάνι, Φρενκσινόρ, Τζάνσαχ.
(449) Οι χύτες χρυσού (ζερκουπιάν) είναι 70 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ, που έγραψε τον ψαλτήρα πάνω σε χρυσά τραπέζια. Την εποχή του Προφήτη και μετά την κατάκτηση της Μέκκας, ο Αμπουλχόζν Μπεν Νασρ Μπεν Αμπντουλάχ έφερε στον Προφήτη λιωμένο χρυσό, με τον οποίο επιχρυσώθηκε η Καάμπα. Αυτός ο Αμπουλχόζν ζώστηκε τότε από τον Σελμάν με την άδεια του Προφήτη και έγινε ο προστάτης των χυτών χρυσού. Περνούν λιώνοντας και χυτεύοντας χρυσό στα καταστήματά τους, φωτιζόμενο με γυαλιά.
(450) Οι επιχρυσωτές (μουζεχέμπ-κεσάν) είναι 105 άνδρες με 40 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Οσμάν, ο οποίος, όταν ο Γαβριήλ έφερε τον πρώτο στίχο του Κορανίου στον Προφήτη, ήταν ο πρώτος που επιχρύσωσε την αρχή του και παρέμεινε στη συνέχεια αρχηγός των επιχρυσωτών. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μποκάι της Μεδίνας. Περνούν επιχρυσώνοντας στα καταστήματά τους, Κοράνια και άλλα βιβλία.
(451) Οι βιβλιοδέτες (μουτζελιντάν), είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντουλάχ Ταΐμι. Έχουν αναφερθεί προηγουμένως στην ακολουθία του μουλά του στρατοπέδου.
(452) Οι βιβλιοπώλες (σαχαφάν) είναι 200 άνδρες με 60 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπαζέρ Γαφάρι, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ και είναι θαμμένος στο Μποκάι. Ήταν εκατόν εβδομήντα χρονών όταν πέθανε. Ονομάστηκε Αμπαζέρ (πατέρας του χρυσού) από τον Προφήτη, λόγω του πλούτου του. Στολίζουν τα καταστήματά τους με πολλές χιλιάδες πολύτιμα βιβλία, όπως Μουλτέκα, Σουρέρ, Κουσάφ κλπ.
(453) Οι χαρτοπώλες (καγιζτζιγιάν) είναι 205 άνδρες με 200 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπάς, ο θείος του Προφήτη, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στο Μποκάι και τον οποίο έζωσε ο Αλή. Στολίζουν τα καταστήματά τους με περσικό και βενετσιάνικο χαρτί και περπατούν ντυμένοι με χάρτινα μπουφάν, συρτάρια, μανδύες και καπάκια. Περνούν στα καταστήματά τους χαρτί λείανσης και υαλοπίνακα.
(454) Οι κατασκευαστές μελανοθηκών και χαρτοφυλάκων (κομπουρτζιάν ντιβιτζιγιάν) είναι 105 άνδρες με 55 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μοάζ Μπεν Τζέμπελ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στο Εμπτάχ. Στολίζουν τα καταστήματά τους με διάφορους χαρτοφύλακες και στολισμένες βάσεις μελανοθηκών. Περνούν ντυμένοι με πανοπλίες.
(455) Οι υπάλληλοι (μεκτουμπτζουγιάν) που γράφουν αναφορές, έχουν αναφερθεί προηγουμένως στην ακολουθία του μουλά.
(456) Οι μελανοποιοί (μουρεκεμπτζιγιάν) είναι 65 άνδρες με 40 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ζέιντ Μπεν Χάρεθ, τον οποίο έζωσε ο Ινς Μπεν Μάλεκ. Ο τάφος του βρίσκεται στο Έμπτα της Μέκκας. Τα καταστήματά τους βρίσκονται στο τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ, αλλά εκατό περίπου από αυτούς εργάζονται και σε ιδιωτικές κατοικίες. Εξάλλου υπάρχουν πολλοί από αυτούς στο τζαμί του σουλτάνου Σελήμ, μπροστά από τις δύο κρήνες. Ο καλύτερος από όλους βρίσκεται στο Κιζίλ Μοσλούκ, που έγινε διάσημος από λαϊκό στίχο, που λέει ότι, «Υπάρχει πολύ μελάνι στην Ισλαμπόλ, αλλά το καλύτερο βρίσκεται στο Κιζίλ Μοσλούκ».
(457) Οι ζωγράφοι πορτρέτων (νακασάν μουσαβιράν) είναι 40 άνδρες με 4 καταστήματα. Δεν έχουν νόμιμο προστάτη, γιατί η ζωγραφική πορτρέτων απαγορεύεται από τον νόμο μας. Αλλά κατά την κατάκτηση του Χαϊμπάρ ο Προφήτης έδωσε ένα λάβαρο που είχε παρθεί, με τη μορφή λιονταριού πάνω, στον Σίντι Ουμετ-ουλλάχ, τον μεγαλύτερο γιο του Εγιούπ, του σημαιοφόρου του Προφήτη. Αυτός που κρατούσε το λάβαρο με το λιοντάρι έγινε στη συνέχεια σημαιοφόρος του ιμάμη Χουσεΐν και σκοτώθηκε μαζί του στην Κέρμπελα. Ο Προφήτης δεν επέτρεπε να ζωγραφίζουν καμία άλλη μορφή, εκτός από αυτό το λιοντάρι που ήταν ζωγραφισμένο στο παρμένο λάβαρο. Όμως Έλληνες ζωγράφοι, για να εξυψώσουν τη δόξα του Ισλάμ, επινόησαν να ζωγραφίσουν τις μάχες του Χάμζα, του μεγάλου ήρωα του Ισλάμ, με τον Ζοπίν. Τον ζωγραφίζουν να συλλαμβάνει αιχμάλωτο τον Ζοπίν και περιτριγυρισμένο από όλους τους ήρωες του Ισλάμ, όπως ο Σαάντ, ο Σαΐντ, ο Χαλέντ Μπεν Ουελίντ, ο Ομπέιντετ Μπεν Αλ-Τζερά, ο Σαριέτι, ο Μάντι-κέρμπ, ο Χουρούμι, ο Λάντα, ο Ιμπν Σαντάνι, ο Μπεντι-ούζ-ζεμάν, ο Ουελί-ουλ-ακράν, ο Κασίμ Λαλίν, ο Μπαμπά Ομέρ, ο Νταμίρι και εκατό περίπου άλλοι, όλοι ντυμένοι με τα επτά κομμάτια πανοπλίας που είναι απαραίτητα για έναν αληθινό ιππότη ή πεχλιβάνη.143 Με τη ζωγραφική τέτοιων μαχών και ηρώων, οι θεατές ενθαρρύνονται για πόλεμο και για ιερό αγώνα. Τους ζωγραφίζουν σαν τους αρχαίους ήρωες, μνεία των οποίων γίνεται στο Σάχ-ναμε, όπως: Σαμ, Ζαλ, Νεριμάν, Κοστεχέμ, Ροστέμ, Εφρασιάμπ, Σεφάτι, Πεσέν, Φεριντούν, Καβέ, Ζοχάκ. Οι ζωγράφοι στολίζουν τα καταστήματά τους και από τις δύο πλευρές με μορφές αυτών των ηρώων. Οι πιο διάσημοι Τούρκοι ζωγράφοι πορτρέτων είναι ο Μισκάλι, ο Σολάκ Ζάντε και ο Τεριάκι Οσμάν Τσελεμπή, ο οποίος στις εικόνες των μαχών μπορεί να αποκαλείται δεύτερος Μπεχζάντ, ενώ ο Τασμπάζ Πεχλιβάν Αλή στην πύλη του δάκτυλου έχει διακριθεί ως δεύτερος Βελιτζάν, ζωγραφίζοντας τις μάχες της εκστρατείας του Ερεβάν. Ήταν εξαιρετικός και σε πολλές άλλες τέχνες.
(458) Οι ζωγράφοι τυχομάντεις (φαλτζιγιάν μουσαβιράν). Ο πιο διάσημος από αυτούς ήταν ο Χότζα Μοχάμεντ Τσελεμπή, ο οποίος είχε κατάστημα στου Μαχμούτ Πασά. Ήταν ένας γέρος, που είχε δει τον σουλτάνο Σουλεϊμάν και είχε την τιμή να μιλήσει μαζί του. Γέμιζε το κατάστημα του με τις εικόνες και τις φιγούρες όλων των προαναφερθέντων ηρώων και ιπποτών ζωγραφισμένων με πέννα σε χοντρό χαρτί, για χρήση των περαστικών που σταματούσαν στο κατάστημα του, προκειμένου, βλέποντας αυτές τις εικόνες, να πάρουν μια μαντεία ευνοϊκή για τις επιθυμίες τους, δηλαδή αν θα υπήρχε πόλεμος ή ειρήνη, αν ο Γιουσούφ ή η Ζουλέικα, ο Μετζνούν ή η Λέιλα, ο Φερχάντ ή η Σερίν, η Βίρκα ή ο Γιούλσαχ θα υπέκυπταν σε ερωτικές επιθυμίες. Ο ζωγράφος συμβουλευόταν για αυτόν τον σκοπό τις εικόνες αυτών των ηρώων και των ωραίων κυριών και έδινε τις απαντήσεις του με κωμικούς στίχους, που ξεσήκωσαν απέραντο γέλιο. Με αυτές τις μορφές έβγαζε τα προς το ζην. Μερικές φορές τις μετέφερε στον αυτοκράτορα και στη δημόσια πομπή περνούσε ως αρχηγός αυτών των ζωγράφων-μάντεων, εκθέτοντας τις εικόνες του. Οι προφητείες αυτών των μάντεων δίνονται με αστεία λόγια, συνοδευόμενα από κωμικές χειρονομίες.
(459) Οι χαρτοκόπτες (οϊματζιγιάν), 20 άνδρες με 9 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπντούρ-ραχμάν, ο γιος του ποιητή Χασάν. Είναι θετός αδελφός του Κασίμ, του γιου του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στην πόλη Τιβεριάδα, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Αυτοί οι χαρτοκόπτες είναι δερβίσηδες, που κατέχουν χίλιες τέχνες. Κόβουν από χαρτί, με ψαλίδι, πολλές υπέροχες μπορντούρες και άκρες, που φυλάσσονται σε βιβλία για ανάμνηση. Περνούν στη δημόσια πομπή, κόβοντας από χαρτί, τέτοιες μπορντούρες και σημάδια.
(460) Οι κατασκευαστές τεχνητών φοινικόδενδρων (νακιλτζιγιάν) για τις αυτοκρατορικές γιορτές περιτομής ή γάμου (σουρ χουμαγιούν) είναι 55 άνδρες με 4 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Μίσερ Εζέρι, ζωσμένος από τον Ινς Μπεν Μάλεκ, θαμμένος στην Κούφα. Έφτιαχνε τεχνητά κλαδιά κυπαρισσιού στους γάμους και τις περιτομές την εποχή του Προφήτη. Τα καταστήματα αυτών των χειροτεχνών βρίσκονται κοντά στον φούρνο ψησίματος του Κούσκα στο Ακ-σεράι, στο Ταχτούλ-καλε, απέναντι από το κηροποιείο, μπροστά από την ξύλινη πύλη. Εδώ είναι το κατάστημα του αρχηγού τους. Φτιάχνουν για τη δημόσια πομπή τεράστια φοινικόδενδρα από πολύχρωμο σύρμα και κερί, καθένα από τα οποία στηρίζουν διακόσιοι περίπου άνδρες από τον ναύσταθμο, οι οποίοι, ενθαρρυννόμενοι από τους φύλακες να κουβαλούν καλά, περιβάλλονται από πολλές εκατοντάδες τεχνητά φοινικόδενδρα μικρότερου μεγέθους.
(461) Οι κατασκευαστές κέρινων πουλιών (αλιτζή ή μπαλιτζή) είναι 100 άνδρες. Φτιάχνουν τον μήνα Ραμαζάν και στα δύο Μπαϊράμ, παπαγάλους από πράσινο κερί και τρυγόνια από λευκό κερί, ως παιχνίδια για τα παιδιά, τα οποία εκείνα κουβαλούν σε κοντάρια, φωνάζοντας «Αλιτζίγιμ, Μπαλιτζίγιμ».
(462) Οι εκτυπωτές (μπασματζιγιάν) είναι 55 άνδρες με 15 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο προστάτης των ζωγράφων Φαζλ Μπεν Αμπάς. Μετά τον θάνατο του Προφήτη, όταν το πτώμα του πλύθηκε, ο Φαζλ Μπεν Αμπάς έριξε νερό πάνω του. Τα καταστήματά τους είναι κοντά στο Σιρταμάμ. Τυπώνουν με διάφορα είδη χρωμάτων λαδιού που διαρκούν, μαξιλάρια, τραπεζομάντιλα, κουρτίνες και σκακιέρες.
(463) Οι εκτυπωτές σε τσίτι (μπασματζιγιάνι τσιτ) είναι 100 άνδρες με 25 καταστήματα. Προστάτης τους είναι επίσης ο Φαζλ, ο γιος του Αμπάς. Είναι ως επί το πλείστον Αρμένιοι της Τοκάτ και της Σίβας, Πέρσες και Ινδοί εκτυπωτές, που τυπώνουν εκπληκτικά εκλεκτά καλύμματα και κουρτίνες από τσίτι. Περνούν τυπώνοντας και ντυμένοι με πανοπλίες.
(464) Οι κεντητές (νακασάν ζερντουζάν) είναι 25 άνδρες με 20 καταστήματα. Μεγάλος αριθμός από αυτούς εργάζονται στο σπίτι. Προστάτης τους είναι ο Εμπισούρχ, θαμμένος στο Μεντάιν. Δουλεύουν χρυσοκέντητα μαξιλάρια, υφάσματα καναπέδων, κουρτίνες, αμπά κλπ. για βεζίρηδες και σπουδαίους άνδρες, που θαμπώνουν τα μάτια των θεατών με τη μεγαλοπρέπεια της χρυσής κλωστής. Είναι προσεγμένη χειροτεχνία.
(465) Οι κεντητές μαντηλιών (νακασάν γιαγλικτζιγιάν) είναι 25 άνδρες με 20 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Σερατζουντίν, ζωσμένος από τον Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά στη Δαμασκό. Κεντούν με πολύχρωμα μεταξωτά νήματα μαξιλαροθήκες, μαντήλια, πετσέτες, πουκάμισα και σεντόνια. Η μητέρα μου ήταν διάσημη σε αυτή τη χειροτεχνία. Περνάνε κεντώντας. Ύστερα από αυτούς ακολουθεί ο αρχηγός των κεντητών, με τους νακίμπ του, τους σεΐχηδες, τους τσάουσηδες και τη μουσική.
Η τριακοστή έβδομη ενότητα
Οι άνθρωποι του παλιού μπεζεστάν. Σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία στην Ισλαμπόλ βρίσκεται το παλιό μπεζεστάν. Είναι μεγάλη αποθήκη σαν φρούριο, όπου εναποτίθενται τα αγαθά όλων των στρατιωτικών και των βεζίρηδων. Για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιούνται πολλές εκατοντάδες αποθήκες κάτω από το έδαφος, με σιδερένιες πύλες. Χτίστηκε το 857 (1453), από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Είναι ισχυρό κτίριο, το εξωτερικό του οποίου περιβάλλεται από καπελάδες, βιβλιοπώλες, συρματοποιούς και χρυσοχόους. Στις τέσσερις πλευρές υπάρχουν ισχυρές σιδερένιες πύλες. Στη βόρεια πλευρά η πύλη των βιβλιοπωλών, στα δυτικά η πύλη των καπελάδων, στα νότια αυτή των συρματοποιών και στην ανατολική η πύλη των χρυσοχόων, πάνω στην οποία εικονίζεται ένα φοβερό πουλί που ανοίγει τα φτερά του. Το νόημα αυτού του συμβόλου είναι σαν να λέμε, «το κέρδος και το εμπόριο είναι σαν άγριο πουλί, το οποίο, αν πρέπει να εξημερωθεί από αβροφροσύνη και ευγένεια, μπορεί να γίνει σε αυτό το μπεζεστάν». Αυτό το μπεζεστάν έχει τρούλους καλυμμένους με μόλυβδο που στηρίζονται σε μεγάλους πέτρινους πυλώνες και παράθυρα με σιδερένια παραθυρόφυλλα. Υπάρχουν σκαλοπάτια από τα οποία οι άνδρες ανεβαίνουν στους τρούλους για να κλείσουν τα παράθυρα. Δεξιά και αριστερά από τους τέσσερις δρόμους από τους οποίους αποτελείται το μπεζεστάν υπάρχουν εξακόσια καταστήματα και δύο χιλιάδες σεντούκια (ντολάπ). Ο ιδιοκτήτης ενός ντολάπ μπορεί ανά πάσα στιγμή να εισπράξει 5.000 γρόσια, αν επιλέξει να το πουλήσει. Είναι μεγάλη εγκατάσταση, όπου το εμπόριο είναι ζωντανό από την αυγή μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Υπάρχουν μερικοί έμποροι εδώ, που έχουν χίλια ή δύο χιλιάδες πουγγιά.
(466) Οι φύλακες του παλιού μπεζεστάν (πασμπάν) είναι 70 άνδρες, ο ανώτερος των οποίων είναι ο ταμίας του αυτοκράτορα. Είναι σίγουροι και έμπιστοι μουσουλμάνοι, που ανάβουν τις λυχνίες τους κάθε βράδυ στο μπεζεστάν και κοιμούνται εκεί. Προστάτης τους είναι ο Ινδός Ακίρ, ζωσμένος από τον Σελμάν. Ο τάφος του βρίσκεται στο Κάιρο. Είναι άνδρες τόσο τίμιοι, που αν αφεθούν ανοιχτά πολλές χιλιάδες σεντούκια γεμάτα κοσμήματα και πολύτιμα πράγματα, είναι απόλυτα ασφαλή κάτω από τη φροντίδα τους. Περνούν με φανάρια και ραβδιά στα χέρια, φωνάζοντας «Άσα, Ντούρα, Τούτα, Χάι!» Δεν έχουν καμία σχέση με τους 40.000 φύλακες της Ισλαμπόλ, που αποτελούν ξεχωριστό σώμα φρουρών. Οι φύλακες του μπεζεστάν πληρώνονται από τον επιθεωρητή της πόλης και οι κενές θέσεις τους δίνονται στους αχθοφόρους του μπεζεστάν.
(467) Οι αχθοφόροι (χαμαλάν) του μπεζεστάν είναι 300 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Πεϊγάμ Γαλί, ζωσμένος από τον Σελμάν και θαμμένος στην Ταμπρίζ. Υπηρετούν έξω από το μπεζεστάν και δεν μπορούν να μπουν, καθώς οι τέσσερις πύλες είναι αλυσοδεμένες. Οι έμποροι των καταστημάτων έξω από το μπεζεστάν βγάζουν έξω τα εμπορεύματά τους κάθε βράδι από τον φόβο της φωτιάς και τα βάζουν σε κιβώτια, τα οποία φυλάσσονται τη νύχτα από αυτούς τους αχθοφόρους, ως φύλακες. Έχουν σαμάρια αχθοφόρου (γιασλαμά σεμέρ) στις πλάτες τους, σχοινιά στα χέρια τους και ξίφη στη μέση τους.
(468) Οι τελάληδες του μπεζεστάν (ντελαλάν μπιρούν) είναι 300 άνδρες. Δεν έχουν εμβλήματα, αλλά η αξιοπιστία τους διασφαλίζεται από εγγυήσεις. Περνούν φωνάζοντας: «Χίλια γρόσια για τη ζώνη μου και δύο χιλιάδες για το διάδημά μου».
(469) Οι τελάληδες του εσωτερικού του μπεζεστάν (ντελαλάν εντερούν) είναι 40 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Αμπούν-νέντα. Σε όλους έχουν απονεμηθεί εμβλήματα τζεντέκ. Υπηρετούν μόνο στο εσωτερικό του μπεζεστάν, από το οποίο δεν φεύγουν. Περνούν κρατώντας πολύτιμα ξίφη, παλτά, ζώνες και κοσμήματα στα χέρια τους.
(470) Οι τελάληδες του εξωτερικού του μπεζεστάν (ντελαλάν μπιρούν) είναι 300 άτομα. Δεν έχουν εμβλήματα όπως οι προηγούμενοι. Περνούν όπως οι προηγούμενοι, κουβαλώντας πολύτιμα βάζα.
(471) Οι έμποροι υφασμάτων (τσουκατζιγιάν) είναι 107 άνδρες με 100 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμπούλ-Χεντάγι του Χαλέμπ, θαμμένος στη Μέκκα. Περνούν με κάρρα φορτωμένα με κάθε είδους ύφασμα από Λονδίνο, Φλωρεντία, Αγκώνα, Μασσαλία κλπ., μετρώντας το καθώς περνούν.
(472) Οι έμποροι ατλαζιού (ατλατζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 105 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Ανδαλουσιανός Μανσούρ, ζωσμένος από τον Σελμάν. Ο τάφος του είναι άγνωστος. Είναι ως επί το πλείστον Εβραίοι.
(473) Οι έμποροι πλούσιων υλικών (ντιμπατζιγιάν) είναι 25 άνδρες με 16 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κάθε λογής πλούσια είδη και περνούν οπλισμένοι.
(474) Οι βελουδάδες (κατιφετζιγιάν) είναι 200 άνδρες με 70 καταστήματα. Περνούν κάνοντας επίδειξη βελούδων.
(475) Οι μαξιλαρέμποροι (γιασντικτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 100 καταστήματα. Πωλούν μαξιλάρια για καναπέδες του Μαρντίν και της Μπούρσα από κομμένο βελούδο, κεντημένα με χρυσό νήμα.
(476) Οι έμποροι του κυματιστού μεταξιού (μουάρ, στα γαλλικά) (νταραγιτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 200 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με τα μετάξια που ονομάζονται πουλάντι, σάμι, νταράγι.
(477) Οι έμποροι καφτανιών (χιλατζιγιάν) είναι 105 άνδρες και 50 καταστήματα. Ράβουν τα καφτάνια ή τιμητικούς μανδύες (χαλάτ) που μοιράζονται στις αυτοκρατορικές ακροάσεις.
(478) Οι έμποροι ζωνών (μουχατεμτζιγιάν) είναι 40 άνδρες με 17 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με κόκκινες ζώνες που χρησιμοποιούν οι πεζοί στρατιώτες (μουχατέμ).
(479) Οι έμποροι ποικιλόχρωμων βαμβακερών (αλατζατζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 70 καταστήματα. Περνούν επιδεικνύοντας τέτοια είδη, που ονομάζονται αλατζά, τα οποία παράγονται στην Τίρα, τη Μαγνησία, τη Δαμασκό κλπ.
(480) Αυτοί που φτιάχνουν ποδιές (πεστελματζιγιάν) είναι 400 άνδρες με ένα εργοστάσιο. Το εργοστάσιο βρίσκεται κοντά στις Σαράντα Κρήνες.
(481) Οι καμχατζιγιάν (;) είναι 30 άνδρες με 17 καταστήματα.
(482) Αυτοί που φτιάχνουν κουνουπιέρες (ντιμιτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 58 καταστήματα.
(483) Αυτοί που φτιάχνουν λινά είδη (μπεζτζιγιάν) είναι 600 άνδρες με 500 καταστήματα. Όλοι αυτοί στολίζουν τα καταστήματά τους με την έκθεση των εμπορευμάτων τους.
(484) Οι έμποροι του είδους των λινών ειδών που ονομάζονται μπογάς (ιταλικά, bogasino, γαλλικά, bogasin) (μπογασιτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 εργαστήρια. Περνούν εκθέτοντας διάφορα είδη μπογάς, όπως λεκφούρι από το Λιβόρνο, χατάγι από την Κίνα και σάμι από τη Δαμασκό.
(485) Οι έμποροι λινών ειδών (μπεζαζάν) είναι 1.000 άτομα με 700 καταστήματα. Περνούν εκθέτοντας προς πώληση λινά είδη διαφόρων χρωμάτων, όπως αχμεταμπάντι, μαχμούτι, κλπ.
(486) Οι έμποροι χαλιών (χαλιτσετζιγιάν) είναι 111 άνδρες με 40 καταστήματα. Στολίζουν τα καταστήματά τους με χαλιά από τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη, το Κάιρο, το Ισφαχάν, το Ουσάκ και την Καβάλα.
(487) Οι έμποροι άμπα ενδυμάτων (αμπατζιγιάν)144 είναι 700 άνδρες με 300 καταστήματα.
(488) Οι έμποροι χοντρής τσόχας (κεμπετζιγιάν) είναι 700 άνδρες με 100 καταστήματα.
(489) Οι έμποροι του ιχράμ (του μανδύα για τους προσκυνητές) (ιχραμτζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 80 καταστήματα.
(490) Οι έμποροι του απαλού μάλλινου υφάσματος σαλούν (σοφ), οι σοφτζιγιάν, είναι 400 άνδρες με 90 καταστήματα.
(491) Οι έμποροι της αγοράς του σπαχή (σιπάχ μπαζάρι) είναι 800 άνδρες με 500 καταστήματα.
(492) Οι έμποροι της αγοράς φτηνόρουχων (μπιτ μπαζάρι) είναι 700 άνδρες με 400 καταστήματα.
(493) Οι έμποροι της γυναικείας αγοράς (αβρέτ μπαζάρι) είναι 200 άνδρες.
(494) Οι τελάληδες και οι μεσολαβητές αυτών των διαφορετικών αγορών (ντελαλάν) είναι 300 άνδρες.
(495) Οι διαπραγματευτές και ενδιάμεσοι (μιγιαντζιγιάν) είναι 200 άνδρες.
Οι προστάτες των πιο πάνω διαφορετικών συντεχνιών δεν μου είναι γνωστοί. Ύστερα από αυτούς ακολουθούν οι σεΐχηδες του παλιού μπεζεστάν, οι νακίμπ, οι τσαούσηδες, με τον κεχαγιά του μπεζεστάν και την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η τριακοστή όγδοη ενότητα
Οι άνδρες του Νέου Μπεζεστάν. Αυτό το νέο μπεζεστάν (μπεζεστάνι τζεντίντ) χτίστηκε επίσης από τον Μωάμεθ Β’ σε απόσταση εκατό βημάτων από το παλιό μπεζεστάν και σε παρόμοια μορφή. Από τη βόρεια πλευρά μόνο ανεβαίνει κανείς σε αυτό με σκάλα οκτώ σκαλοπατιών στην πύλη του Ζενάτζι. Στα δυτικά είναι η πύλη των χαρακτών, στα νότια η πύλη των σκηνοποιών και στα ανατολικά εκείνη των εμπόρων συρμάτων (τελτζιγιάν). Υπάρχουν εδώ υπόγειοι ισχυροί θόλοι καλυμμένοι με μόλυβδο. Συνολικά χρησιμοποιούνται εξακόσια ντολάπ και χίλιοι άνδρες. Τα αγαθά που πωλούνται εδώ δεν είναι τόσο πολύτιμα όσο εκείνα που πωλούνται στο παλιό μπεζεστάν. Εδώ είναι αποθετήριο μεταξωτών ειδών και πολύτιμων υφασμάτων, ενώ το παλιό μπεζεστάν είναι [αποθετήριο] κοσμημάτων και πολύτιμων μετάλλων.
(496) Οι έμποροι (χατζεγκιγιάν) του νέου μπεζεστάν είναι συνολικά 1.000 πλούσιοι άνθρωποι και είναι ταυτόχρονα ευσυνείδητοι με την έννοια του στίχου, «Ο έμπορος είναι ο ευνοούμενος του Θεού (ελκασίμπ χαμπιμπουλλάχ)».
(497) Οι τελάληδες (ντελαλάν) του νέου μπεζεστάν είναι 70, των οποίων ο προστάτης, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι ο Αμπούν-νέντα. Περνούν όπως η τελάληδες ή μεσίτες του παλιού μπεζεστάν φορτωμένοι με πλούσια υφάσματα, έτσι που όλοι οι θεατές μένουν έκπληκτοι.
(498) Οι φύλακες (πασμπάν) του νέου μπεζεστάν είναι 80. Αρχηγός τους είναι ο Γκοφαΐρ, ο Ινδός. Στα χέρια τους κρατούν πελεκηφόρα δόρατα, στις ζώνες τους ξίφη, με διάφορα φανάρια.
(499) Οι αχθοφόροι (χαμαλάν) του νέου μπεζεστάν είναι 300. Προστάτης τους είναι ο Πεϊγάμ Αλή. Περνούν κουβαλώντας μπαούλα, φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι».
(500) Οι τελάληδες του εξωτερικού του νέου μπεζεστάν (ντελαλάν μπιρούν). Περνούν επίσης διαλαλώντας διάφορα ακριβά πράγματα.
(501) Οι έμποροι καθρεφτών (αϊνετζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 90 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Χοσαμουντίν Νετζίφ, ο οποίος έζωσε τον Ιμάμ Χουσεΐν και σκοτώθηκε μαζί του στην Κέρμπελα, όπου επισκέπτονται τον τάφο του. Στολίζουν τα καταστήματά τους με καθρέφτες.
(502) Οι βαφείς (σαμπαγάν, μπογιατζιγιάν) είναι 800 άνδρες με 500 καταστήματα. Προστάτης τους είναι ο Αμίρ Μπεν Αμπντουλάχ, ο βαφέας, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Πέθανε όταν ήταν εκατόν τριαντατεσσάρων ετών και θάφτηκε στην Υεμένη. Περνούν βάφοντας λινά και κρεμώντας τα σε σχοινιά.
(503) Οι κοπανάδες των βαφέων (χαγιρκάρ μπογιατζή τοκμακτζισί) είναι 700 άνδρες με 100 καταστήματα. Μερικοί έξυπνοι, αν θέλουν το κακό κάποιου, του λένε: «Χαΐρ καρ σε σένα!» που σημαίνει είτε «καλή επιτυχία», ή «ο κόπανος του βαφέα σε σένα!». Περνούν χτυπώντας τα λινά με τα ξυλόσφυρά τους (τοκμάκ).
(504) Οι άνδρες του μπεζεστάν του Γαλατά. Αυτό το μπεζεστάν χτίστηκε από τον Βαγιαζήτ Β’ με τέσσερις σιδερένιες πύλες, μολύβδινους τρούλους και διακόσια ντολάπ. Οι φύλακες και οι μεσίτες που συνδέονται με αυτό ανέρχονται σε διακόσιους άνδρες. Δεν πουλάνε τόσο πολύτιμα αγαθά, όπως εκείνα των εμπόρων των δύο μπεζεστάν στην Ισλαμπόλ.
(505) Οι έμποροι αρωμάτων (ζεμπατζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 70 καταστήματα. Πωλούν μόσχο, αρώματα και αποστάγματα, σε κουτιά. Οι σεΐχηδες του νέου μπεζεστάν με τους νακίμπ, τους τσαούσηδες και την οκταμελή τουρκική μουσική κλείνουν την ακολουθία.
Η τριακοστή ένατη ενότητα
Οι μουσικοί (μεχτεράν). Οι μουσικοί είχαν μεγάλο αγώνα με τους υφιστάμενους του επικεφαλής αρχιτέκτονα (μιμάρ-μπαση), που διεξήχθη και κρίθηκε παρουσία του αυτοκράτορα. Ο επικεφαλής αρχιτέκτονας είπε: «Ευγενή μου αυτοκράτορα, είμαστε οι ευνοούμενοι των Χαμπίμπ Νετζάρ, που είναι σύνολο ανθρώπων που έλκουν την καταγωγή τους από τον καταραμένο Τζεμσίντ και ανήκουν στον Ντετζάλ (Αντίχριστο). Χτίζουμε παλάτια, τζαμιά, μνημεία και φρούρια και διεκδικούμε, επομένως, το δικαίωμα της προτεραιότητας στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο». Ο αρχηγός των μουσικών είπε απαντώντας: «Είμαστε πιο απαραίτητοι για τη μεγαλοπρέπεια, τη λαμπρότητα και το μεγαλείο του αυτοκράτορα, γιατί όπου κι αν πάει, τον συνοδεύουμε με τύμπανα και αυλούς και εμπνέουμε με θάρρος τα ισλαμικά στρατεύματα με τον θόρυβο των μεγάλων τυμπάνων. Αν ο αυτοκράτορας μελαγχολήσει, τον χαροποιούμε με την επιδεξιότητα των μουσικών θεμάτων, που είναι δώδεκα μακάμ, εικοσιτέσσερα σαμπέχ, εικοσιτέσσερα οσούλ, σαρανταοκτώ φασλ. Είμαστε εύθυμο, χαρούμενο σύνολο ανθρώπων, ενώ οι συντεχνίες του αρχιτέκτονα αποτελούνται από Αρμένιους, Έλληνες και Αλβανούς άπιστους. Ευγενέστατε κύριέ μου, μην τους παραχωρήσεις προβάδισμα απέναντι στους μουσικούς, το οποίο θα κατέστρεφε τους τελευταίους. Σκέψου μόνο, ότι όπου πηγαίνει το λάβαρο του Προφήτη, το ακολουθεί το τουρκικό τύμπανο». Αγορεύοντας με αυτόν τον τρόπο, οι μουσικοί κέρδισαν την υπόθεσή τους.
(506) Οι μουσικοί (χάλιτσι μεχτεράν) είναι συντεχνία 300 ανδρών, που αναγνωρίζουν τον Τζεμσίντ ως προστάτη τους. Δεν είχαν προστάτη την εποχή του Προφήτη, γιατί η μουσική είχε παραμεληθεί, αλλά άκμασε ξανά την εποχή των Ουμαγιάντ. Η εγκατάστασή τους είναι κοντά στη σιδερένια πύλη και τους αυτοκρατορικούς κήπους του Σεράι, μεγάλο κτίριο, στη μέση του οποίου υπάρχει τετράγωνος πύργος, όπου παίζουν κάθε απόγευμα τρία φασλ και μια πολεμική μελωδία, με ευχές για τον αυτοκράτορα. Παίζουν επίσης τρία φασλ τρεις ώρες πριν το χάραμα, για να ξυπνήσουν τον κόσμο που πρόκειται να πάει στο ντιβάν. Αυτή είναι η οθωμανική εξουσία χειμώνα και καλοκαίρι. Τους εκτιμούν πολύ και τους πληρώνουν καλά. Αν οι κύριοι του ντιβάν, ή άλλοι, φτάσουν σε υψηλά αξιώματα, η μουσική παίζει μπροστά στα σπίτια τους για να τους συγχαρεί, έστω κι αν απουσιάζουν. (Παίζουν επίσης μπροστά στα σπίτια των Ευρωπαίων εκπροσώπων στο Πέρα, τις ημέρες της ακρόασής τους, καθώς και στα Μπαϊράμ.)
(507) Η στρατιωτική μουσική μπάντα του Επταπυργίου (μεχτεράν Γεντίκουλε) είναι 40 άνδρες. Παίζουν επίσης τρία φασλ το απόγευμα και πριν το χάραμα. Πρόκειται για έθιμο που εισήγαγε ο Μωάμεθ Β’. Τέτοια τουρκική μουσική παίζεται επίσης τις ίδιες ώρες στο Εγιούπ, στο Κασίμ-πασα, στον Γαλατά, στο Τόπ-χανε, στο Μπεσίκτας, στο Ρούμελι, στο Γενικιόι, στο Καβάκ, στο Μπέυκοζ, στο Σκουτάρι και στον πύργο Λεάνδρου, γιατί στην εποχή του κατακτητή (Μωάμεθ Β’) όλα αυτά ήσαν παραμεθόρια μέρη. Οι μουσικοί που απασχολούνται σε όλα τα μέρη των τεσσάρων δικαιοδοσιών της Ισλαμπόλ ανέρχονται σε 4.000, δεν έχουν ιδιαίτερο μισθό, αλλά παίζουν στις γιορτές των γάμων και της περιτομής. Πολλοί από αυτούς στο Πετρί (στο Φανάρ), στο Μπαλάτ και στο Τέρκοζ, υπάγονται όλοι στον αρχηγό της αυτοκρατορικής στρατιωτικής μπάντας, με την άδεια του οποίου παρευρίσκονται στις παραπάνω εορτές και του φέρνουν δώρο.
(508) Οι μουσικοί που χτυπούν το μεγάλο τύμπανο (μεχτεράν κουστζιγιάν). Η εγκατάστασή τους είναι ένα μεγάλο κτίριο μέσα από την ξύλινη πύλη, όπου φυλάσσονται τα μεγάλα τύμπανα του στρατού. Εκατόν πενήντα ζεύγη μεγάλων τύμπανων που τα κουβαλούσαν καμήλες και μεγαλύτερων, τα οποία κουβαλούσαν ελέφαντες στην εκστρατεία του σουλτάνου Οσμάν εναντίον του Χότιν. Τα χτυπούν σε γιορτές γάμων και περιτομής, στα Μπαϊράμ και στις ακροάσεις των πρεσβευτών των δεκαοκτώ μοναρχών του κόσμου. Προστάτης τους είναι ο Κινέζος αυτοκράτορας, που ονομάζεται Χαχάν. Έτσι το μεγάλο τύμπανο ονομάζεται χαχάνι. Αλλά στις στρατιωτικές εκστρατείες του Προφήτη, το τύμπανο χτυπούσε ο Μπαμπά Σαβεντίκ, ο Ινδός. Είναι θαμμένος στη Μοσούλ κοντά στο Τζερτζίς.
(509) Οι κατασκευαστές αυλών (ζουρνατζιγιάν) είναι 40 άνδρες με 7 καταστήματα. Ο πρώτος προστάτης τους είναι επίσης ο Τζεμσίντ, ο οποίος είναι θαμμένος στο Αγιασολούκ (Έφεσο) και έπαιζε μουσική το ξημέρωμα.
(510) Οι τυμπανοποιοί (νταβουλτζουγιάν) είναι 15 άνδρες με 5 καταστήματα. Ο πρώτος από την οθωμανική οικογένεια που χτυπούσε τα τύμπανα ήταν ο Ορχάν Γαζή, στον τάφο του οποίου στη Μπούρσα φαίνεται ακόμη και τώρα αναρτημένο ένα μεγάλο τύμπανο, σε ανάμνησή του.
(511) Οι κατασκευαστές του ντεφιού (νταϊρετζιγιάν) είναι 55 άνδρες με 10 καταστήματα. Το χτύπησαν για πρώτη φορά τη νύχτα του γάμου του Σολομώντος με την Μπαλκίς και τη νύχτα του γάμου του Αλή με τη Φατίμα, τότε δεκαοκτώ ετών, ο Μπαμπά Αμρού Ασού και ο Χάμζ Μπεν Ταΐμ. Επομένως ο Αμρού Αγιάρ είναι ο προστάτης των παιχτών του ντεφιού. Ο Προφήτης είπε: «Γιορτάστε τον γάμο, έστω και με ντέφια» (ντουφ). Επομένως αυτό το όργανο και το παίξιμό του θεωρούνται νόμιμα στην Αραβία. Το παίζουν και ως καλωσόρισμα σε ξένους και ως συνοδεία στις τελετές των δερβίσηδων, αλλά αν είναι νόμιμο, δεν πρέπει να κολλάνε πάνω του δαχτυλίδια με μικρά κουδουνάκια, όμως μπορεί να έχει ένθετο μαργαριτάρι.
(512) Οι κατασκευαστές βιολιών (ρεμπαμπτζιγιάν) είναι 9 άνδρες με 3 καταστήματα. Το βιολί παιζόταν παλαιότερα πριν από τον Σολομώντα, αλλά τελειοποιήθηκε από τον Αμπντουλάχ Φαριάμπι. Είναι τέλειο όργανο, στις τρεις χορδές του οποίου μπορούν να εκτελεστούν όλοι οι μουσικοί τόνοι. Πριν από την εποχή του Προφήτη, το παίξιμο αυτού του οργάνου δεν θεωρούνταν παράνομο.
(513) Οι κατασκευαστές [εκκλησιαστικών] οργάνων. Το όργανο είναι παλιά εφεύρεση και λέγεται ότι παλαιότερα ο Δαβίδ συνόδευε με αυτό τους ψαλμούς του. Υπάρχει γενικά στη χώρα των Φράγκων. Εκεί βρίσκεις σε κάθε μοναστήρι και εκκλησία ένα μεγάλο όργανο με τριακόσιους σωλήνες, με δύο ζευγάρια φυσούνες, που καθεμία κινείται από δέκα μοναχούς και αγγίζεται με τα δάχτυλα. Όταν αρχίζει να ηχεί με πένθιμο τόνο, όπως εκείνος που ονομάζεται ροχάβι, οι μοναχοί τραγουδούν με αυτό τους στίχους του ψαλτήρα. Ευνουχίζουν νεαρά αγόρια, για να διατηρήσουν την καθαρότητα της φωνής τους. Αυτά τα αγόρια τα βάζουν να στέκονται στο πάνω μέρος του φυσερού, με το οποίο σηκώνονται και κατεβαίνουν, τραγουδώντας τους στίχους του ψαλτήρα σε πένθιμη μελωδία, ροχάβι, έτσι ώστε να οδηγούν τους ακροατές σε έκσταση. Στη Γερμανία έχουν μεταφράσει τον ψαλτήρα, από τα εβραϊκά στη δική τους γλώσσα, δείγμα του οποίου είναι το ακόλουθο: Ζοντερμπάρστεν, Άλλερχαϊλίγκστεν, Άλλερζελίγκστεν, Γιούνγκφράου Μαρία Χιλφ άουφ ντεν.145 Τραγουδώντας αυτές τις λέξεις με τη μελαγχολική μελωδία ροχάβι, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Αυτή η μελωδία ονομάζεται έτσι από την πόλη Ρόχα (Έδεσσα),146 όπου ο Δαβίδ εφηύρε αυτό το όργανο, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να το ακούσει κανείς για να έχει επαρκή ιδέα για αυτό. Υπάρχει μεγάλος αριθμός περσικών λέξεων στη γερμανική γλώσσα.
(514) Οι φλογεράδες (νέιζεν) είναι 13 άνδρες με 4 καταστήματα. Ο Μωυσής ήταν ο πρώτος που έπαιξε τη φλογέρα του βοσκού (καβάλ). Υπάρχουν δώδεκα είδη φλογέρας, που ονομάζονται: μπατάλ, ντουαχένγκ, νάι, γκιρίφτ, μανσούρ-σαχ, μπολ αχένγκ, δαβίδ, σερένγκ, άλλο μπατάλ και άλλο δαβίδ. Οι ιερωμένοι του Ρουμ (Τουρκίας στην Ευρώπη) θεωρούν ότι το παίξιμο αυτού του οργάνου δεν απαγορεύεται από τον νόμο, επειδή παιζόταν μπροστά σε αυτόν τον μεγάλο μυστικιστή σοφό μεβλάνα Τζελαλεντίν και ακόμη και τώρα παίζεται σε όλα τα μοναστήρια των μεβλεβήδων. Όταν ο Προφήτης ήταν εικοσιπέντε ετών, ταξίδεψε με έναν σκλάβο της Χαντίτζα, που ονομαζόταν Μέισερε, στη Μπόσρα και από εκεί στη Δαμασκό, για εμπορικές δουλειές. Δεν μπήκε στην τελευταία αυτή πόλη, αλλά έμεινε με τον γάιδαρό του στο όρος Καϊσούν, απ’ όπου επέστρεψε στη Μέκκα. Το μέρος όπου έμεινε, σηματοδοτείται από τρούλο που υψώνεται πάνω του. Έχοντας τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με τη Χαντίτζα, που ήταν τότε σαράντα ετών, εκείνη τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε. Η βιογραφία του Προφήτη από τον Τζερίρ αναφέρει ότι τη νύχτα αυτού του γάμου παιζόταν το ντέφι, η φλογέρα και το βιολί και έτσι αυτά τα όργανα συνεχίζουν να παίζονται στα μοναστήρια των δερβίσηδων.
(515) Οι κατασκευαστές του οργάνου μουσικάρ (πνευστό όργανο) είναι 15 άνδρες με 6 καταστήματα. Ο Μωυσής Μουσικάρ, μαθητής του Πυθαγόρα του Μονοθεϊστή, επινόησε αυτό το όργανο, του οποίου ορισμένα είδη έχουν το ίδιο όνομα με ορισμένες φλογέρες: γκιρίφτ, μισκάλ.
(516) Οι κατασκευαστές του οργάνου τσενγκ (τσενγκτζιγιάν) είναι 10 άνδρες με 2 καταστήματα. Εφευρέθηκε από τον Πυθαγόρα για να παρηγορήσει τον Σολομώντα. Είναι σπουδαίο όργανο σε μορφή προβοσκίδας ελέφαντα, με σαράντα χορδές, ο ήχος των οποίων είναι εκπληκτικός.
(517) Οι οργανοποιοί των τυμπάνων (ταμπλμπάζ, ντεμπλεκτσιγιάν).
(518) Του τανμπούρ (τανμπουρτζιγιάν).
(519) Του κανούν (κανουντζουγιάν).
(520) Του αβάντ (αβαντάν).
(521) Του τσαρτάμπ (τσαρταγιγιάν).
(522) Του ράβζα (ραβζατζιγιάν).
(523) Του σεστάρ (σεσταριγιάν).
(524) Του σέσχανε (σεσχανετζιγιάν).
(525) Του κοπούζ (κοπουζτζουγιάν).
(526) Του τσογούρ (τσογουρτζουγιάν).
(527) Του τσεζντέ (τσεζντετζιγιάν).
(528) Του καραντουζέν (καραντουζεντζιγιάν).
(529) Του γιονκάρ (γιονκαρτζιγιάν).
(530) Του γελτεμέ (γελτεμετζιγιάν).
(531) Του μουγνίτζ (μουγνιτζιγιάν).
(532) Του μπαρμπούτ (βάρβυτον) (μπαρμπουτζιγιάν).
(533) Του ικλίκ (ικλικτζιγιάν).
(534) Του κεμαντσέ (κεμαντσετζιγιάν).
(535) Του σουντάρ (σουνταρτζιγιάν).
(536) Του σάρκι (σαρκτζιγιάν).
(537) Του Μεγάλου αυλού (κάμπα ζουρνατζιγιάν).
(538) Του Μικρού αυλού (κούρα ζουρνά).
(539) Του αυλού Ασάφ (ασάφι ζουρνά).
(540) Του αραβικού αυλού (αράμπι ζουρνά).
(541) Του περσικού αυλού (ατζέμι ζουρνά).
(542) Του αυλού της πόλης (σεχάμπι ζουρνά).
(543) Του μπαλαμπάν.
(544) Του νεφίρ.
(545) Του ναγαράκι.
(546) Της φλογέρας του βοσκού (καβάλι τσομπάν).
(547) Του μεγάλου ντουντούκ (κάμπα ντουντούκ) (είδους αυλού).
(548) Του ντίλι ντουντούκ.
(549) Του αραβικού ντουντούκ (αράμπι ντουντούκ).
(550) Του ντουντούκ που καλεί (τσιγίρτμα ντουντούκ).
(551) Του ουγγρικού ντουντούκ (Ματζάρ ντουντούγου).
(552) Του μεχτέρ ντουντούκ (μεχτέρ ντουντούγου).
(553) Του μιζμέρ ντουντούκ (μιζμέρ ντουντούγου).
(554) Του ντάνκιγιο ντουντούκ (ντάνκιγιο ντουντούγου).
(555) Του τουλούμ ντουντούκ (τουλούμ ντουντούγου).
(556) Του Εγιούπ μπορούσου.
(557) Του ντερβισάν μπορούσου.
(558) Του σίσε μπορού.
(559) Του τορομπέτε μπορού.
(560) Του Εφρασιάμπ μπορούσου.
(561) Του πιρίντζντεν μεχτέρ μπορούσου.
(562) Του λουτουργιάν μπορούσου.
(563) Του ινγκιλίς (αγγλικού) μπορούσου.
(564) Του έργκανουν (οργάνου) μπορούσου.
(565) Του σιδερένιου βαρέος τανμπούρ (ντεμιρντέν αγίρ τανμπουράσι).
(566) Του τζαμ ντουνμπελέγι.
(567) Του εγιούπ ντεμπλέγι.
(568) Του μακρέφε ντενμπλέγι.
(569) Του τσαγάνα (τσαγανατζιγιάν).
(570) Του τσαρπάρε (τσαρπαρετζιγιάν).
(571) Του ζουμάρ (σάνε ζουμαρτζιγιάν).
(572) Του κεφετζί (είδος ντεφιού) (ντινκεφτζιγιάν).
Όλες αυτές οι συντεχνίες οργανοποιών ακολουθούνται από τον αρχηγό της αυτοκρατορικής μπάντας, με την οκταμελή τουρκική μουσική, κάνοντας θόρυβο σαν να ήταν η ημέρα της έσχατης κρίσης.
Η τεσσαρακοστή ενότητα
(573) Οι πεχλιβάνηδες. Στην Ισλαμπόλ υπάρχουν δεκατρείς πεχλιβάνηδες, σχοινοβάτες ή ακροβάτες, καθένας από τους οποίους είναι ικανός να ανέβει στον ουρανό με σκοινιά και να πλησιάσει, καθώς ανεβαίνουν τόσο ψηλά, τον Ιησού και τα Χερουβείμ. Επιδεικνύουν τα κόλπα τους παρουσία του αυτοκράτορα, άλλοι με παπούτσια που έχουν βαρίδια, άλλοι χωρίς βάρη, με ραβδιά στα χέρια, άλλοι με ξίφη ή ένα από τα διακόσια εξήντα όργανα από τα οποία αποτελείται το οπλοστάσιο των ακροβατών. Ο Ουσκουνταρλή Μοχάμεντ Τσελεμπή, ο πρώτος από αυτούς που επέδειξε τις δεξιότητές του με την ευκαιρία της αυτοκρατορικής περιτομής στον Ιππόδρομο, διορίστηκε με αυτοκρατορικό δίπλωμα αρχηγός των ακροβατών. Σύμφωνα με την απογραφή του, υπάρχουν διακόσιοι πεχλιβάνηδες που περιφέρονται στον κόσμο, οι οποίοι μαζί με την ακολουθία τους ανέρχονται σε τρεις χιλιάδες άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Δαβίδ Χούμπλα, γιος του Αμρ-ουλ-Κάις, ο οποίος ανέβηκε για πρώτη φορά με την επιδεξιότητά του τα τείχη του Χαϊμπάρ και τον έζωσε ο Σελμάν Πακ. Ο τάφος του βρίσκεται στο Χαμαντάν. Ο πατέρας του Αμρ-ουλ-Κάις ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της φυλής Κορέις. Δικοί του είναι οι στίχοι: «Ο άνθρωπος το καλοκαίρι θέλει τον χειμώνα, κι όταν έρθει ο χειμώνας, είναι δυσαρεστημένος και ποτέ δεν ικανοποιείται με ένα πράγμα». Πήγε τελικά στον Ηράκλειο και τάφηκε στην Καισάρεια.
(574) Οι πυροφάγοι (ατεσμπαζάν) είναι 70 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Αμπού Ομάρ Βασίτι, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν Πακ. Έζησε εκατόν πενήντα χρόνια και είναι θαμμένος στην Κριμαία. Περιέγραψα στον δεύτερο τόμο αυτών των Ταξιδιών τα αξιοθαύμαστα πυροτεχνήματα που είδα το έτος 1080 (1669) στη χώρα του Κουντζιστάν, στην πόλη Ράμλιτ-ουλ-χαμάλ.147 Ο πρώτος παίκτης με τη φωτιάς ήταν αναμφίβολα ο Αβιτσένα.
(575) Οι πεχιλβάνηδες νυχτερινοί παίκτες (σεμπαζάν) που παίζουν τη νύχτα κουκλοθέατρο (les ombres Chinoises).
(576) Οι νυχτερινοί παίκτες με ζωγραφισμένες μορφές (χιάλ τασβιρτζιάν), που παίζουν με το μαγικό φανάρι.
(577) Οι παίκτες με κούκλες (κουκλαμπάζ).
(578) Οι παίκτες με ψεύτικα χρήματα (ζουρμπάζ).
(579) Οι παίκτες με τάσια (τασμπάζ).
(580) Οι παίκτες με κουτιά (κοζεμπάζ).
(581) Οι παίκτες με κύπελλα (κασεμπάζ).
(582) Οι παίκτες με τα πουλιά (περεντεμπάζ).
(583) Οι παίκτες με μπουκάλια (σισεμπάζ).
(584) Οι παίκτες με ποτήρια (καντεμπάζ).
(585) Οι παίκτες με κύλικες (χοκαμπάζ).
(586) Οι παίκτες με αυγά (μπεϊζαμπάζ).
(587) Οι παίκτες με λουριά (κισμπάζ).
(588) Οι παίκτες με χαρτί (κιαγκαντμπάζ).
(589) Οι παίκτες με νήματα (κελεμπάζ).
(590) Οι παίκτες με μικρές μπάλες (γιουβαρλικμπάζ).
(591) Οι παίκτες με ζάρια (κουμαρμπάζ).
(592) Οι παίκτες με καθρέφτες (αϊνεμπάζ).
(593) Οι παίκτες με ρόδες (τσαρχμπάζ).
(594) Οι παίκτες με ξίφη (σεμσιρμπάζ).
(595) Οι παίκτες με σιντριβάνια νερού (σαντιρβανμπάζ).
(596) Οι παίκτες με κρίκους (τζενμπαρμπάζ).
(597) Οι παίκτες με αλοιφές (σουρμεμπάζ).
(598) Οι παίκτες με μαϊμούδες (μαϊμουνμπάζ).
(599) Οι παίκτες με τα σκυλιά (κιοπεκμπάζ).
(600) Οι παίκτες με γαϊδούρια (χιμαρμπάζ).
(601) Οι παίκτες με τα φίδια (γιλανμπάζ).
(602) Οι παίκτες με αρκούδες (αγιουμπάζ).
Όλοι αυτοί οι πεχλιβάνηδες περνούν επιδεικνύοντας τη δεξιοτεχνία τους μέσα σε θόρυβο από φωνές και κραυγές, ώστε να σείονται τα τείχη της Ισλαμπόλ. Δεν έχουν μουσική. Η εγκατάστασή τους είναι στο χάνι του μουλαριού. Είναι όλοι χωρίς όπλα.
Η τεσσαρακοστή πρώτη ενότητα
(603) Το Ίδρυμα των Αρχιτεκτόνων βρίσκεται κοντά στη Βέφα, στο εργοστάσιο του ντογραματζή-μπαση. Καθώς ο αρχηγός τους είναι μεγάλος αγάς, συγκαλεί πάντοτε το συμβούλιό του (ντιβάν) στο σπίτι του, με όλους τους προϊσταμένους του. Έχει εβδομήντα χαλίφε (που κοινώς προφέρονται κάλφα), καθένας από τους οποίους θα μπορούσε να χτίσει ένα τζαμί σαν αυτό της Αγιασόφια ή το Σουλεϊμανιέ. Εβδομήντα κεχαγιάδες και άλλοι τόσοι τσαούσηδες περνούν καθημερινά από την Ισλαμπόλ, για να προειδοποιήσουν όσους τολμούν να χτίσουν στους δρόμους ή χτίζοντας να βλάψουν τους φτωχότερους γείτονές τους. Προστάτης τους ήταν παλιά ο Χαμπίμπ-νετζάρ, ο οποίος θάφτηκε στην Αντιόχεια, το κάστρο της οποίας έχτισε. Την εποχή του Προφήτη προστάτης τους ήταν ο Αμπούλ-Κασίμ Αμπντούλ-Ουαχίντ Εν-νετζάρ, τον οποίο έζωσε ο Σελμάν. Ανανέωσε το κτίριο του ιερού περιβόλου (Χαρέμ) στη Μέκκα και έφτιαξε δύο πύλες προς την Καάμπα. Τώρα υπάρχει μόνο μία πύλη, στην ανατολική πλευρά, γιατί η δυτική κλείστηκε από τον Χετζάζ. Ο τάφος του Αμπούλ-Κασίμ Εν-νετζάρ βρίσκεται στη Συήνη, όπου αυτός κείται στη σπηλιά του Λοκμάν.
(604) Οι ξυλουργοί (νετζαράν) είναι 4.000 άνδρες.
(605) Οι οικοδόμοι (μπεναγιάν) είναι 3.000 άνδρες.
(606) Οι ξυλοκόποι (κερεστετζιγιάν) είναι 1.005 άνδρες με 99 καταστήματα.
(607) Οι πριονιστές (μπιτσκιτζιγιάν) είναι 1.000 με 300 καταστήματα.
(608) Οι σοβατζήδες (σουβατζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες.
(609) Οι τζαμάδες (τζαμτζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 71 καταστήματα.
(610) Οι γυψαδόροι (αλτσιτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 25 καταστήματα.
(611) Οι παραγωγοί κονιάματος (χορασαντζιγιάν) είναι 400 άνδρες με 85 καταστήματα.
(612) Οι ασβεστάδες (κιρετζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 55 καταστήματα.
(613) Οι ασβεστάδες λιπαρού ασβέστη (γιαγλί-κιρετζιγιάν) είναι 600 άνδρες με 90 καταστήματα.
(614) Οι μαρμαρο-ασβεστάδες (μέρμερ-κιρετζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα.
(615) Οι ασβεστάδες ασβεστόλιθου (τας-κιρετζιγιάν) είναι 50 άνδρες με 7 καταστήματα.
(616) Οι μαρμαράδες (μέρμερ-μπουράν) είναι 300 άνδρες με 121 καταστήματα.
(617) Οι κατασκευαστές της κόλλας που ονομάζεται λοκούν για υδραυλικές εργασίες (λουκουντζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 10 καταστήματα.
(618) Οι άνδρες του καναλιού του νερού (σουγιολτζιγιάν) είναι 300 άνδρες.
(619) Οι τουβλάδες (κερεμιτζιγιάν) είναι 500 άνδρες με 35 καταστήματα.
(620) Οι κατασκευαστές άκαυτων τούβλων από άχυρο (κεπριτστζιγιάν) είναι 1.000 άνδρες.
(621) Οι κόφτες μολύβδινων πινάκων (τάχτα κουρσουμτζιγιάν) είναι 50 άνδρες.
(622) Οι μολυβδοκαλυπτές (κουρσούμ-ορτουτζού) είναι 300 άνδρες.
(623) Οι οδοποιοί (καλντιριμτζιγιάν) είναι 800 άνδρες.
(624) Οι κόφτες ακονόπετρας (καγιαγαντζιγιάν) είναι 151 άνδρες με 20 καταστήματα.
(625) Οι λιθοξόοι (τας-κεσέν) είναι 1.000 άνδρες με 10 καταστήματα.
(626) Αυτοί που σέρνουν πέτρες (τας-κεσάν) είναι 1.000 άνδρες.
(627) Οι ασπριτζήδες (μπαντανατζή) είναι 400 άνδρες.
(628) Οι παιχνιδάδες (ογιουντζακτζή) του Εγιούπ, είναι 105 άνδρες με 100 καταστήματα.
(629) Οι αμαξάδες (αραμπά γιαπιτζιγιάν) είναι 40 άνδρες με 18 καταστήματα.
(630) Οι κατασκευαστές αμβώνων (πις-ταχτατζιγιάν) είναι 80 άνδρες με 55 καταστήματα.
(631) Οι καρεκλάδες (ισκεμλετζιγιάν) είναι 100 άνδρες με 40 καταστήματα.
(632) Οι ταπετσιέρηδες (φεραστζιγιάν) είναι 12 άνδρες με 10 καταστήματα.
(633) Οι φερετροποιοί (ταμπουττζιγιάν) είναι 50 άνδρες με 20 καταστήματα.
(634) Οι κατασκευαστές τελάρων (γκεργκεφτζιγιάν) είναι 20 άνδρες με 6 καταστήματα.
(635) Οι κατασκευαστές του υλικού που ονομάζεται τσούλχα (τσούλχα ντεσγκαχτζιγιάν) είναι 20 άνδρες με 6 καταστήματα.
(636) Οι κατασκευαστές αμαξιδίων (ταχτιρεβαντζιγιάν) είναι 10 άνδρες με 1 κατάστημα.
(637) Οι κατασκευαστές μιχάφα, είδους αμαξίδιου γυναικών, είναι 30 άνδρες.
(638) Οι κατασκευαστές οργάνων βασανισμού (ισκεντζετζιάν) είναι ένας άνθρωπος.
(639) Οι κατασκευαστές ελαιοτριβείων (γιαγ ντεγιρμέν τζεντερετζισί) είναι 3 άνδρες.
(640) Οι κατασκευαστές τροχών για αλογομύλους (ατ-ντεγιρμεν τσαρχτζισί) είναι 7 άνδρες.
(641) Οι κατασκευαστές τροχών για νερομύλους (σουντολάπ τσαρχτζισί) είναι 3 άνδρες.
(642) Οι κατασκευαστές φούρνων (φορούν μπίνα εντιτζί) μόνο 10 άνδρες.
(643) Οι εκσκαφείς πηγαδιών (κογιού-καζιτζί) είναι 100 άνδρες.
(644) Οι εκσκαφείς σπηλαίων (τολούν-μαχζεντζισί) είναι 40 άνδρες.
(645) Οι εκσκαφείς υδραγωγείων (σουόλ-καζιτζιλάρ).
(646) Οι μεροκαματιάρηδες ή εργάτες (ιργάτ) είναι 10.000 άνδρες.
(647) Οι υπονομοποιοί (λαγουμτζή) είναι 300 άνδρες.
Όλες αυτές οι συντεχνίες περνούν με κάρρα ή με τα πόδια, με τα όργανα της βιοτεχνίας τους και ασχολούνται με μεγάλο θόρυβο με τη δουλειά τους. Οι ξυλουργοί ετοιμάζουν ξύλινα σπίτια, οι χτίστες σηκώνουν τοίχους, οι ξυλοκόποι περνούν με φορτία δένδρων, οι πριονιστές περνούν πριονίζοντάς τα, οι κτίστες ασπρίζουν τα καταστήματά τους, οι σοβατζήδες βάζουν σε κίνηση τους γυψομύλους τους, οι ασβεστάδες σπάνε ασβέστη και ασπρίζουν τα πρόσωπά τους και τον ρίχνουν πάνω τους, παίζοντας πολλές χιλιάδες κόλπα. Οι μαρμαροτεχνίτες κόβουν διάφορους χρονογράφους και επιγραφές σε μάρμαρο και φτιάχνουν τουρμπάνια και κολώνες για τα ταφικά μνημεία. Οι λογκουντζή, Αλβανοί ως επί το πλείστον, ανακατεύουν το λινέλαιο με ασβέστη και βαμβάκι και περνούν εκτοξεύοντας λογκούν (είδος σκληρυντικής κόλλας ή κονιάματος που χρησιμοποιείται σε υδραυλικά έργα). Οι άνθρωποι των καναλιών συνδέουν τους σωλήνες νερού (γκολούνκ) με σχοινιά και το κονίαμα (λογκούν) τον ένα με τον άλλο. Το εργοστάσιό τους ή οίκος εργασίας τους (κιάρ-χανε) βρίσκεται στην Αγιασόφια, κοντά στους κατασκευαστές τουρμπανιών (σαρικτζή) και χτίστηκε από τον Μωάμεθ Β’. Προστάτης τους είναι ο Τζεντουλλάχ Αμπουτουράμπ. Οι τουβλάδες είναι βρώμικοι Αρμένιοι, λερωμένοι με ασβέστη. Οι κατασκευαστές μολύβδινων πινάκων, των οποίων το εργοστάσιο βρίσκεται στο Σουλεϊμανιέ, κάτω από το νοσοκομείο, περνούν με τα άλογά τους φορτωμένα με μόλυβδο. Οι μολυβδοκαλυπτές ασχολούνται με την κάλυψη θόλων πάνω σε κάρρα. Οι οδοποιοί, κυρίως Αλβανοί, κρατούν στα χέρια τους τσάπες και σιδερένιους κορμούς, με τους οποίους στρώνουν τον δρόμο, τραγουδώντας ένα τραγούδι στη διάλεκτο του Ελμπασάν, τα λόγια του οποίου είναι: «Εβέτ-ουλάτα ματούζινα σουλτάνα ράχμα μπουρ φακίνα χάνιφσε σουλτάνα γιάνα». Οι κόφτες ακονόπετρας περνούν με κάρρα γεμάτα, το ίδιο και οι λιθοξόοι. Αυτοί που σέρνουν πέτρες, Αρμένιοι ονηλάτες, σέρνουν τα φορτία τους φωνάζοντας ο ένας στον άλλο. Οι ασπριτζήδες κουβαλούν σε σκάφες ασβέστη μαρμάρου που έχει αραιωθεί σε ασβεστόνερο και μακριά κοντάρια, στην άκρη των οποίων υπάρχουν βούρτσες από γουρουνότριχες, με τις οποίες ασπρίζουν τους τοίχους. Περνούν, φωνάζοντας με την αρμένικη προφορά τους: «ασπρίζω για ογδόντα άσπρα, δεν θα το κάνω για εβδομήντα». Οι παιχνιδάδες του Εγιούπ εκθέτουν πάνω σε κάρρα μια επίδειξη όλων των ειδών παιχνιδιών: φλογέρες από καλάμι, σβούρες, βαρκούλες, μικρά ντέφια, βιολιά, ποντίκια, πουλιά, με λίγα λόγια χίλια μικροπράγματα και παιχνίδια για να παίζουν τα παιδιά, τα οποία εξάγονται στην Ινδία και την Υεμένη και κάθε χρόνο αυξάνονται με νέες εφευρέσεις. Στην ακολουθία τους βλέπεις γενειοφόρους και άνδρες τριάντα χρονών, ντυμένους σαν παιδιά με κουκούλες και ξυλοπάπουτσα, άλλους σαν παιδιά, άλλους σαν νοσοκόμες που τα φροντίζουν, ενώ τα γενειοφόρα μωρά κλαίνε για παιχνίδια ή διασκεδάζουν με περιστρεφόμενες σβούρες ή ηχούν μικρές τρομπέτες. Πρόκειται για περίεργο σύνολο μίμων. Οι αμαξάδες της αγοράς αλόγων περνούν με μικρά καρότσια που τα τραβούν μαντρόσκυλα και κατσίκες, με εβδομήντα έως ογδόντα άμαξες να τις σύρουν αραβικά άλογα ιπποδρομιών. Οι κατασκευαστές αμβώνων στολίζουν τα κάρρα τους με κάθε λογής άμβωνες από κυπαρίσσι, καρυδιά, πλάτανο κλπ. Οι καρεκλάδες κουβαλούν τις πιο κομψές καρέκλες πάνω σε κοντάρια, ενώ και οι ταπετσιέρηδες περνούν με τον ίδιο τρόπο. Οι φερετροποιοί όμως περνούν αυτή τη χαρούμενη μέρα με φέρετρα, για χάρη του παραδείγματος. Θρηνούντες σύντροφοι, που ονομάζονται τζενάζε πέικ ή τζενάζε σαχίντ, πηγαίνουν μαζί με το φέρετρο, θρηνώντας για τον θάνατο των πατέρων ή των συγγενών τους, φωνάζοντας: «Ο πατέρας μου ήταν καλός άνθρωπος! Το έλεος του Θεού να είναι μαζί του!» Πεντακόσιοι τυμβωρύχοι, με φτυάρια και τσάπες στα χέρια, ρωτούν τους θεατές πού θα σκάψουν τους τάφους τους και δίνουν έτσι καλή προειδοποίηση σε πολλούς. Οι κατασκευαστές τελάρων στολίζουν τα καταστήματά τους με όλα τα είδη τελάρων, ενώ οι κατασκευαστές του υλικού που ονομάζεται τσούλχα κάνουν το ίδιο. Οι κατασκευαστές αμαξιδίων βάζουν κομψά αμαξίδια σε μουλάρια και περνούν, ενώ οι κατασκευαστές γυναικείων αμαξιδίων κάνουν το ίδιο, σαν να πηγαίνουν στον πόλεμο ή σε προσκύνημα. Οι κατασκευαστές ελαιοτριβείων (τζεντερετζί) εκθέτουν εκλεκτά πιεστήρια από κάθε είδος ξύλου και οι κατασκευαστές τροχών μύλου τους γυρίζουν καθώς προχωρούν, αλέθοντας αλεύρι ή αντλώντας νερό για να τροφοδοτήσουν τεχνητές κρήνες. Ο σουλτάνος Μουράτ Γ’, έχοντας εγκρίνει πολύ αυτά τα διαφορετικά είδη τροχών, έδωσε στους άνδρες που τους κατασκεύαζαν ένα πουγγί χρήματα. Οι κατασκευαστές φούρνων φτιάχνουν φούρνους πάνω σε κάρρα, γιατί τίποτε δεν είναι πιο απαραίτητο από έναν φούρνο για ψήσιμο, σε κάθε περιοχή του στρατοπέδου. Οι εκσκαφείς πηγαδιών ξύνουν το έδαφος σε διάφορα σημεία, σαν να σκέπτονται πού μπορεί να βρεθεί νερό. Οι εκσκαφείς σπηλαίων λένε ο ένας στον άλλον: «Ας σκάψουμε μια σπηλιά εδώ ή εκεί». Οι άνθρωποι των υδραγωγείων, με την ικανότητά τους στα μαθηματικά, σκάβουν μέσα στα βουνά σε βάθος εβδομήντα ή ογδόντα γιαρδών και οδηγούν το νερό σε απόσταση τεσσάρων ή πέντε ημερών ταξιδιού. Κάθε εκατό βήματα ανοίγουν ένα πηγάδι, πάνω από το οποίο βάζουν ένα ανεμόπανο για να εισχωρήσει αέρας στο νερό, μέχρι να φτάσει στο σημείο που θέλουν να το φέρουν, ισοπεδώνοντας. Είναι υπέροχη τέχνη. Αυτοί οι άνδρες σκάβουν εδώ κι εκεί και προσποιούνται ότι συσκέπτονται από πού θα φέρουν το νερό ή προς τα πού θα διοχετευθεί. Είναι όλοι Αλβανοί. Οι φτωχοί εργάτες και οι ταπεινοί βοηθοί περνούν με τσάπες και φτυάρια στα χέρια, με καλάθια και κοφίνια, λέγοντας: «Ας δουλέψουμε, ας κοπιάσουμε, ας πάρουμε το μερτικό μας!». Είναι μείγμα φτωχών άθλιων κάθε είδους. Οι λαγουμιτζήδες, που είναι Αρμένιοι, δεν έχουν περισσότερα καταστήματα από τους εργάτες. Συγκεντρώνονται σε πλήθη στους δρόμους και στέκονται περιμένοντας για δουλειά στην πύλη των δακτύλων. Οι Αρμένιοι λαγουμιτζήδες περνούν μιλώντας με την αρμένικη προφορά τους, με μαύρες μπότες και με τις τσάπες στους ώμους σαν τον Φερχάντ, κουβαλώντας κάρρα και κλουβιά, καρότα και αγγούρια, τα οποία τρώνε περνώντας. Αν και είναι απεχθές και περιφρονημένο σύνολο ανθρώπων, είναι πολύ χρήσιμοι στο Κάιρο και την Ισλαμπόλ, επειδή καθαρίζουν αυτές τις δύο πρωτεύουσες. Υγεία σε εσάς! Αυτές οι συντεχνίες περνούν με χίλια κόλπα, που είναι αδύνατο να περιγραφούν, μπροστά από το Αλάι-κιόσκ, ενώ πίσω τους βαδίζουν οι καλφάδες του αρχιτέκτονα, οι σεΐχηδες και οι τσαούσηδες, όλοι πάνω σε αραβικά άλογα, ακολουθούμενοι από τους υπηρέτες τους και την οκταμελή τουρκική μουσική.
Η τεσσαρακοστή δεύτερη ενότητα
(648) Οι τραγουδιστές (χαναντζιάν). Προστάτης τους είναι ο Χάμζ Μπεν Γετίμ, ζωσμένος από τον Σελμάν. Τραγουδούσε ύμνους (ναάτ) με τον Μπελάλ τον Αβυσσηνό, παρουσία του Προφήτη. Ο τάφος του βρίσκεται στο Ταΐφ. Ένας από τους πιο διάσημους τραγουδιστές ήταν ο αυτοκρατορικός ευνοούμενος (μοσαχίμπ) Τοκατλή Ντερβίς Ομάρ Γκιουλσενί, ο οποίος πέθανε σε ηλικία εκατόν σαράντα ετών. Στην πολιορκία του Σίγκετ ήταν με τον πατέρα μου στην ίδια σκηνή. Είχε συνομιλήσει στην Αίγυπτο με τον μεγάλο σεΐχη Γκιουλσενί, του οποίου το τάγμα ασπάστηκε κατά τη βασιλεία του Σελήμ Β’ και ήταν ο δάσκαλός μου στο τραγούδι μου στο αυτοκρατορικό χαρέμι την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Μου έκανε και μαθήματα στον μυστικιστικό κόσμο (μανεβί). Ήταν υπέροχο να τον βλέπω να παίρνει το ντέφι με τα κουδουνάκια και να τον ακούω να τραγουδά με τη μεγαλύτερη ανύψωση της φωνής τη λέξη ντοστ ή φίλος, όταν ξεκινούσε το τραγούδι του με την επίκληση του Ομάρ, ως φίλος του Ομάρ Γκιουλσενί, του προστάτη του. Ήταν εξαιρετικός σε όλες τις αρμονίες, αλλά καθώς ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ ήταν πολύ δοσμένος στην αρμονία (μακάμ) που ονομάζεται σίγκα, τραγουδούσε τόσο πολλά τεχνητά αποσπάσματα και συνθέσεις σε αυτήν την αρμονία, που έδινε νέα ζωή στον κόσμο. (Εδώ ακολουθούν τα ονόματα ορισμένων διάσημων τραγουδιστών.)
Η τεσσαρακοστή τρίτη ενότητα
Οι μουσικοί. Ο Πυθαγόρας, ο μονοθεϊστής φιλόσοφος, ήταν ο πρώτος που μεταφύτευσε τον ήχο του Ντερντέρτεν από τον κόσμο των πνευμάτων σε αυτόν τον κόσμο, με τον οποίο σαγήνευσε μια ανθρώπινη ψυχή, που αντιστεκόταν στην είσοδο στο σώμα και την ανάγκασε να εισέλθει. Εντυπωσιασμένοι από την επίδραση αυτού του ήχου, οι σοφοί επινόησαν διάφορα όργανα για να φροντίσουν το πνεύμα και την ψυχή. Το πρώτο κιόλας όργανο ήταν ο κοινός ποιμενικός αυλός (καβάλ), που εφευρέθηκε από τον Πυθαγόρα και έπαιζε τη νύχτα του γάμου του. Ο Μωυσής επινόησε το όργανο που ονομάζεται μουσικάρ μουσκάλ. Ο Αμπντουλάχ Φαριάμπι ήταν ο εφευρέτης του βιολιού. Το τέταρτο έτος της Εγείρας, κατά τη γέννηση του Ιμάμ Χασάν, ο Γαβριήλ έφερε από τον ουρανό τον στίχο που απαγορεύει το κρασί: «Το κρασί, τα ζάρια και τα τυχερά παιχνίδια είναι πράξεις του διαβόλου». Εκείνη την εποχή τα μουσικά όργανα θεωρούνταν απαγορευμένα όπως και το κρασί. Δόθηκε όμως άδεια, ότι οι τρομπέτες, τα τύμπανα και τα ντέφια, τα φλάουτα και τα βιολιά, μπορούσαν να παίζονται για τους βασιλιάδες. Οι φιλόσοφοι λένε ότι η μουσική δίνει το τελευταίο γυάλισμα στην ψυχή.
(649) Οι παίκτες του ντεφιού (νταϊρέ ή ντουφ) είναι 500 άνδρες. Προστάτης τους είναι ο Αμρού Μπεν Όμια Νταμιρί, ο οποίος, μαζί με τον Χάμζ Μπεν Γετίμ, τον τραγουδιστή του Προφήτη στους γάμους της κόρης του Προφήτη Φατίμα, έπαιζαν το ντέφι χωρίς μικρά κουδουνάκια (τζελατζέλ). Αυτός ο κύκλος ή ντέφι κρατά το μέτρο των χορευτών, οι οποίοι χωρίς αυτόν θα έχαναν κάθε αρχή (οσούλ) του χορού. Υπάρχει συγκεκριμένη πραγματεία για τις αρχές της μουσικής, η οποία ονομάζεται «Ιλμί οσούλι εντβάρ».
(650) Οι βιολιτζήδες (κεμαντζετζιάν) είναι 80 άνδρες. Ο εφευρέτης του βιολιού ήταν ο Φαριάμπι, ο οποίος είναι θαμμένος στο Ναχτσιβάν.
(651) Οι φλογεράδες (ναϊζενάν). Προστάτης τους είναι ο Μωυσής, ο οποίος ως βοσκός εφηύρε τη φλογέρα του βοσκού (καβάλ).
(652) Οι παίκτες του οργάνου που ονομάζεται μουσικάρ, το οποίο εφευρέθηκε από τον Πυθαγόρα.
(653) Οι παίκτες του τσενκ (είδος τσέμπαλου) είναι 12 άνδρες. Είναι λίγοι που το παίζουν, γιατί είναι δύσκολο όργανο.
(654) Οι παίκτες της τρομπέτας (κόντουμ ή νακάρα) που εφευρέθηκε από τον Χουσένγκ, είναι 500 άνδρες.
(655) Οι παίκτες της κιθάρας (τανμπούρ, αρχικά σιτάρα) είναι 100 άνδρες.
(656) Οι παίκτες του κανούν [κανονάκι].
(657) Οι παίκτες του λαούτου (αβάντ).
(658) Οι παίκτες του τσαρτάμπ είναι 15 άνδρες. Είναι πρόσφατη εφεύρεση του σεΐχη Χαϊντέρ, του αρχηγού της οικογένειας Σαφί.
(659) Οι παίκτες του ράντα. Αυτό είναι σαν το προηγούμενο, νεο-εφευρεθέν έγχορδο όργανο από τον Σουκραλλάχ μπεγκ από το Άραμπγκιρ. Χρησιμεύει για να συνοδεύει τραγούδια όπως τα τετράχορδα και πεντάχορδα όργανα.
(660) Οι παίκτες του σεστάρ ή εξάχορδου όργανου.148 Εφευρέτης του είναι ο Ριζαουντίν από το Σιρβάν. Είναι έγχορδο όργανο με στραβή λαβή όπως το λαούτο, αλλά η λαβή είναι πιο μακριά. Ονομάζεται σεστάρ, επειδή έχει έξι χορδές και είναι δύσκολο, αλλά όλοι οι τόνοι (μακαμάτ) μπορούν να παιχτούν πάνω του.
(661) Οι παίκτες του καπούζ (τρίχορδου όργανου). Εφευρέτης του είναι ο Αχμέτ Πασάς Ερσέκογλου, ένας από τους βεζίρηδες του Μωάμεθ Β’. Αυτό το όργανο παίζεται πολύ στα σύνορα της Βοσνίας, της Βούδας και της Τεμεσβάρ, δεν το είδαμε ποτέ στην Ανατολία. Έχει ανδροπρεπή και στρατιωτικό ήχο και μπορεί να θεωρηθεί ως σεστάρ σε μικρότερη κλίμακα. Είναι κοίλο όργανο σαν ιπποπόταμος, αλλά μόνο τριών χορδών. Όλοι αυτοί οι μουσικοί κατανέμονται σε έξι μουσικές μπάντες στη δημόσια πομπή και παίζουν εναλλάξ. Η πρώτη μπάντα παίζει φλάουτο, βιολί και μουσκάλ. Η δεύτερη, τσενκ, τανμπούρ και κόντουμ ή τρομπέτα. Η τρίτη, κανούν και λαούτο. Η τέταρτη, τσαρτάμπ και ράντα. Η πέμπτη, σεστάρ. Και η έκτη καπούζ, ακολουθούμενη από τους τραγουδιστές και τους παίκτες ντεφιών.
Το δεύτερο μουσικό τμήμα
(662) Οι παίκτες του τσοκούρ. Εφευρέθηκε από τον Γιακούμπ Τζερμιγιάνι, κατά τη διάρκεια της διασκέδασής του στους κήπους της Κιουτάχειας. Είναι στρατιωτικό μουσικό όργανο πέντε χορδών, με ξύλινο σκάφος και εικοσιέξι περντέ (τάστα) μεγάλου μεγέθους. Παίζεται συνήθως από τους γενίτσαρους.
(663) Οι παίκτες του τζεσντέ είναι 300 άνδρες. Αυτό το όργανο εφευρέθηκε από τον Μπινεκλισάχ από τη Θεσσαλονίκη. Είναι σαν το προηγούμενο, πεντάχορδο όργανο, αλλά με μικρή και στρογγυλή κοιλιά, κοντή λαβή, με πολύ στενά περντέ. Είναι θορυβώδες όργανο, που παίζεται συνήθως από γύφτους στην Ισλαμπόλ, οι οποίοι το κρεμούν στον λαιμό τους και το παίζουν στο Εγιούπ, στο Καγίτ-χανε και σε άλλα μέρη αναψυχής.
(664) Οι παίκτες του καραντουζέν. Εφευρέτης του είναι ο Κοντούζ Φερχάντ, ο οποίος διέφυγε στην Περσία με τον πρίγκιπα Βαγιαζήτ, τον γιο του σουλτάνου Σουλεϊμάν και το εφηύρε στο Ισφαχάν. Έχει τρεις χορδές, σώμα σε μορφή μπουκαλιού, με περντέ. Παίζεται συνήθως από τσαγκάρηδες.
(665) Οι παίκτες του γιουνκάρ (μικρού όργανου με τρεις χορδές). Εφευρέθηκε από τον Σέμσι Τσελεμπή, τον γιο του συγγραφέα του ρομαντικού ποιήματος Γιουσούφ και Ζουλέικα, του οποίου το όνομα είναι Χαμντί Τσελεμπή. Το επινόησε ο γιος, που δεν ακολούθησε το μονοπάτι του προπάππου του Ακ-Σεμσεντίν και ήταν δοσμένος στην αγάπη. Υπάρχουν κάποιες ερωτικές του ωδές με το όνομα Σεμστζιχάν. Αυτό το όργανο παίζεται από άτομα στην ακολουθία του πασά.
(666) Οι παίκτες του γελτεμέ, που είναι επίσης εφεύρεση του Σέμσι Τσελεμπή, έγχορδο όργανο μεγέθους τανμπούρ ή κιθάρας, αλλά κοντό, με διπλή οροφή. Η μεσαία χορδή είναι μεταλλική.
(667) Οι παίκτες του μογάν είναι 50 άνδρες. Αυτό το όργανο εφευρέθηκε στη Μαγνησία, αλλά ο Νιχάνι Τσελεμπή δεν το έχει περιγράψει στο Σάζ-ναμέ του. Είναι φτιαγμένο σε μορφή κανούν, με εικοσιτέσσερις χορδές. Οι λεβέντ της Τίρα, της Μαγνησίας και του Αϊντίν παίζουν αυτό το όργανο.
(668) Οι παίκτες του τανμπούρ είναι 500 άνδρες. Λένε ότι εφευρέθηκε στο Μαράς. Είναι εξαιρετικό όργανο, το οποίο παίζω εγώ ο ίδιος.
(669) Οι παίκτες του τανμπούρ με μεταλλικές χορδές είναι 400 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Κιουτάχεια από τον Εφεντίογλου. Είναι το όργανο των ανδρών που αρέσει πολύ στις γυναίκες και μοιάζει με το άλλο τανμπούρ, μόνο που είναι μικρότερο. Έχει τρεις χορδές όπως το τανμπούρ ή κιθάρα και περντέ (τάστα). Είναι ερεθιστικό όργανο, που αν παιχτεί στους δρόμους, φέρνει όλες τις γυναίκες της συνοικίας στα παράθυρα. Παίζεται επίσης με μεγάλη επίδραση στην πορεία του στρατοπέδου.
(670) Οι παίκτες του μπαρμπούτ (βάρβιτον) είναι 15 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Μεντεσέ, αλλά δεν ξέρω από ποιον. Μοιάζει με το καπούζ, αλλά με ίσιο λαιμό. Και στις δύο πλευρές των χορδών υπάρχουν μεταλλικές χορδές, τέσσερις τόνους χαμηλότερες από όλες τις άλλες χορδές.
(671) Οι παίκτες του ικλίκ είναι 100 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Αίγυπτο από τον Μανσούρ Ρασίντι. Είναι πολύ συνηθισμένο στο Τουρκιστάν και την Αραβία, αλλά δεν συναντάται στη Ρούμελη. Το προώθησαν για την είσοδο του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Αυτό το ικλίκ είναι μικρό όργανο τριών χορδών, σαν το βιολί. Το περντέ του είναι εξαιρετικά γρήγορο.
(672) Οι παίκτες του σοντέρ είναι 12 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Κουρδιστάν, αλλά δεν ξέρω από ποιον. Μοιάζει με το τσοκούρ, αλλά έχει μέσα στον θώρακά του δέκα σιδερένιες χορδές, οι οποία αντηχούν επίσης. Είναι όργανο που παίζεται πολύ από Κούρδους.
(673) Οι παίκτες του σαρίκ είναι 200 άνδρες. Είναι σαν το τσαρτάμπ και παίζεται από Τουρκομάνους.
Αυτοί οι παίκτες του δεύτερου μουσικού τμήματος χωρίζονται επίσης σε έξι μπάντες. Πρώτη, οι παίκτες των σαρίκ, σοντέρ και οι τσινέλ (ζιλ). Δεύτερη, οι παίκτες των ικλίκ και μπαρμπούτ. Τρίτη, οι παίκτες του τανμπούρ με απλές χορδές και μεταλλικές χορδές. Τέταρτη, οι παίκτες των μογάν και γελτεμέ. Πέμπτη, οι παίκτες των γιουνκάρ και καραντουζέν. Έκτη, οι παίκτες των τζεσντέ και τσοκούρ.
Το τρίτο μουσικό τμήμα
(674) Οι παίκτες του αυλού. Ο πρώτος εφευρέτης του αυλού ήταν ο Τζεμσίντ. Είναι το κύριο όργανο στη στρατιωτική μπάντα των Οθωμανών και των Τατάρων. Υπάρχουν διακόσιοι παίκτες.
(675) Οι παίκτες του αυλού που ονομάζεται ασάφι-ζορνά είναι 80 άνδρες. Εφευρέθηκε από έναν αγά, τον κυβερνήτη της Μπάσρα Ταγιάρ Μοχάμεντ Πασά.
(676) Οι παίκτες του αραβικού αυλού (αράμπι-ζορνά) είναι 55 άνδρες, εφευρέθηκε στη Δαμασκό από τον Αλή Ναντ.
(677) Οι παίκτες του περσικού αυλού (ατζέμι-ζορνά) είναι 90 άνδρες. Έχει το ίδιο σχήμα με τον οθωμανικό και ταταρικό αυλό, που συνήθως ονομάζεται καμπαζορνά, αλλά ο λαιμός και ο ήχος του είναι πιο χοντροκομμένοι.
(678) Οι παίκτες του σεχάμπι-ζορνά είναι 100 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Μαγρέμπ από τον σεΐχη Σεχάμπι και χρησιμοποιείται συνήθως στο Φεζ.
(679) Οι παίκτες του μπαλαμπάν είναι 100 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Σιράζ και χρησιμοποιείται πολύ από τους Οσμανλή [Οθωμανούς]. Δεν έχει αυτιά όπως ο αυλός.
(680) Οι παίκτες του νεφίρ είναι 10 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Χονταμπάντ.
(681) Οι παίκτες του νάρεχ είναι 100 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Αραβία από τον Χαρέτ Γιούμνι και παίζεται στα αραβικά καφενεία.
(682) Οι παίκτες του κουρενάι. Έχει ασημί σωλήνες και βγάζει ήχο σαν γκάρισμα γαϊδουριού. Ο Μουράτ Δ’ το έφερε μαζί με τον χαν από το Ερεβάν.
Αυτά τα όργανα μαζί αποτελούν ενιαία μπάντα.
Το τέταρτο μουσικό τμήμα
(683) Οι παίκτες του αυλού. 500 παίκτες του νακάρα σηκώνουν τέτοιο θόρυβο, που η Αφροδίτη αρχίζει να χορεύει και οι ουρανοί αντηχούν.
(684) Οι παίκτες του ποιμενικού αυλού (καβάλ) είναι 100 άνδρες. Αυτό το όργανο, φτιαγμένο από τον Μωυσή, όπως λένε, έχει εννιά ανοίγματα.
(685) Οι παίκτες του τραχύ αυλού (κάμπα-ντουντούκ) είναι 80 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Τζαφέρ σαχ στη Μοσούλη και είναι φτιαγμένος από ξύλο πύξου.
(686) Οι παίκτες του αυλού με τη γλώσσα (ντίλι-ντουντούκ) είναι 22 άνδρες. Εφευρέθηκε από βοσκούς στη Ρούμελη και είναι ο διπλός (φρυγικός) αυλός από καλάμι.
(687) Οι παίκτες του αραβικού αυλού (αράμπι-ντουντούκ) είναι 55 άνδρες. Επινοήθηκε στη Ναμπλους και παίζεται από τους μοναχούς στον ιερό τάφο στην Ιερουσαλήμ.
(688) Οι παίκτες του αυλού που καλεί (τσαγίρτμα-ντουντούκ) είναι 65 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Ουσκούμπ [Σκόπια] και είναι φτιαγμένος από το κόκκαλο ενός είδους γερανού.
(689) Οι παίκτες του ουγγρικού αυλού (ματζάρ-ντουντούκ) είναι 10 άνδρες. Εφευρέθηκε από έναν μοναχό στην Τρανσυλβανία. Υπάρχουν λεπτές συρμάτινες χορδές μέσα σε αυτόν.
(690) Οι παίκτες του μεχτέρ-ντουντούκ (αυλός της στρατιωτικής μπάντας) είναι 35 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Νασίρ Τούσι. Αυτός ο αυλός χρησιμοποιείται για τη μουσική άσκηση ολόκληρου της στρατιωτικής μπάντας (μεχτέρ), η οποία ρυθμίζει τις κινήσεις της πάνω του.
(691) Οι παίκτες του μιζμάρ-ντουντούκ είναι 65 άνδρες. Αποτελείται από τεμάχια καλαμιών.
(692) Οι παίκτες του αυλού ντανγκιού (ντανγκιού-ντουντούκ) είναι 15 άνδρες. Εφευρέθηκε από τους Λαζούς στην Τραπεζούντα και είναι ένα καλάμι με εννέα ανοίγματα.
(693) Οι παίκτες του άσκαυλου (τουλούμ-ντουντούκ) είναι 15 άνδρες. Εφευρέθηκε στη Ρωσία και παίζεται από Ρώσους βοσκούς.
(694) Οι παίκτες του φραντά ή φεραντά (;). Εφευρέθηκε στην Αγγλία και παίζεται στον Πανάγιο Τάφο από τους μοναχούς. Είναι κέρας. Όλοι οι μουσικοί αυτού του τμήματος αποτελούν μία μόνο μπάντα, που παίζουν στον τόνο σιγκά μια μελωδία, το φασλ, την οποία ούτε ο Τζεμσίντ, ούτε ο Ισκεντέρ, ούτε ο Δαρείος, ούτε ο Χουσεΐν Μπικάρα δεν θα μπορούσαν να έχουν ακούσει τόσο καλά εκτελεσμένη.
Οι παίκτες του αυλού και του φλάουτου έχουν την ιδιαίτερη ικανότητα να φέρνουν με τους τόνους τους την ανάμνηση απόντων φίλων και μακρινών χωρών στην ψυχή των ακροατών, ώστε να μελαγχολούν. Ο αυτοκράτορας, που ακούει τις μουσικές τους συνθέσεις (φασλ) στο Αλάι-κιόσκ τους στέλνει ένα πουγγί με χρήματα.
Το πέμπτο μουσικό τμήμα
(695) Οι τρομπέτες. Οι παίκτες της τρομπέτας Εγιούπ (Εγιούπ-μπορούσι) είναι 35 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Σινάν Πασά και είναι φτιαγμένη από καλάμι.
(696) Οι παίκτες της τρομπέτας των δερβίσηδων (ντερβίς-μπορούσι) είναι 500 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Μεντοσέχρ, τον παλαιό Πέρση βασιλιά, για κυνηγετικές συντροφιές και είναι κέρας.
(697) Οι παίκτες της τρομπέτας-μπουκαλιού (σίσε-μπορούσι) είναι 40 άνδρες. Εφευρέθηκε στη Βενετία και έχει τη μορφή στραβού μπουκαλιού.
(698) Οι παίκτες της τρομπέτας των Φράγκων είναι 77 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Πράγα, στη Γερμανία.
(699) Οι παίκτες της τρομπέτας του Εφρασιάμπ είναι 100 άνδρες. Ηχούσε στην αυλή των χαν της Κριμαίας.
(700) Οι παίκτες της ορειχάλκινης τρομπέτας (πιρίντζ-μπορούσι) είναι 40 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Κόνια από τον Αρσλανσάχ τον Σελτζούκο και την παίζουν και οι Οθωμανοί.
(701) Οι παίκτες της τρομπέτας λοτόρια (;) είναι 10 άνδρες. Εφευρέθηκε από Ολλανδούς Λότορ και ηχεί στα πλοία τους (η τρομπέτα που μιλάει).
(702) Οι παίκτες της αγγλικής τρομπέτας. Είναι στριφτή τρομπέτα από κίτρινο ορείχαλκο, με λεπτές κλωστές από σύρμα μέσα.
(703) Οι παίκτες της οργανικής τρομπέτας. Κάνουν τα κέρατα των γερμανικών βουβαλιών όσο το δυνατόν πιο λεπτά, βάζουν λεπτή κλωστή μέσα τους και μετά τα ηχούν.
(704) [ ] είναι 200 άνδρες. Εφευρέθηκε στο Ντάντσιχ της Πολωνίας και είναι φτιαγμένη από σιδερένιο οβάλ, με σιδερένια γλώσσα στη μέση. Αγόρια από τη Ρωσία και την Πολωνία την παίζουν καθώς περνούν. Όλα αυτά τα διάφορα είδη σαλπιγκτών περνούν κάθε μπάντα από μόνη της, παίζοντας τη μελωδία ρεχάβι. Ο θόρυβος τρομάζει τους ακροατές, σαν να ηχεί στα αυτιά τους η τρομπέτα του Αγγέλου του Θανάτου, πάνω απ’ όλα, οι ήχοι του λότορ, της αγγλικής τρομπέτας και οι [ ] είναι ικανοί να διεγείρουν μελαγχολικά συναισθήματα το πρωί.
(705) Οι παίκτες του γυάλινου τουμπελεκιού (τζαμ-ντεμπλεκτζιγιάν) είναι 200 άνδρες. Αρχηγός τους είναι ο Ασέμ Ταϊφί.
(706) Οι παίκτες του τουμπελεκιού (τσομλέκ-ντεμπλεκτζιγιάν) είναι 500 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Αίγυπτο και παίζεται στην πομπή του μαχμέλ ή καραβανιού προσκυνητών που πηγαίνουν στη Μέκκα.
(707) Οι παίκτες του τουμπελεκιού Υεμένης (Γιεμέν-ντεμπλεκτζιγιάν) είναι 12 άνδρες. Παίζουν σε ζευγάρια, ο ένας ηχεί το ντέφι (νταΐρε) και ο άλλος αυτού του είδους το τύμπανο.
(708) Οι παίκτες του τουμπελεκιού μακράφα (μακράφα-ντεμπλεκτζισί) είναι 13 άνδρες, που κατάγονται από τη Μέκκα και το παίζουν αυτό στις πομπές της Ισλαμπόλ.
(709) Οι τυμπανιστές (τάμπλ-μπατζιγιάν). Το τύμπανο ήχησε για πρώτη φορά από τον Ισμαήλ τον Προφήτη και έτσι είναι πολύ νόμιμο όργανο.
(710) Οι παίκτες του κρόταλου (τσάγανα-μπαζάν) είναι 200 άνδρες. Εφευρέθηκε στην Περσία από τον πεχλιβάνη Σεϊσκόντα και γίνεται διάσημο στο Ρουμ.
(711) Οι παίκτες του φιλτζάν είναι 100 άνδρες. Αυτό είναι όργανο που εφευρέθηκε από τους Ινδούς Παρσί ιερείς (Μογάν).
(712) Οι παίκτες του καλαμιού-ψαλτήρα (καμίς-μιζμαρτζιγιάν) είναι 100 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον σεΐχη Σουστερί για τις κινέζικες σκιές [θέατρο σκιών] και αποτελείται από καλάμια.
(713) Οι παίκτες του ταράκ-μιζμάρ (ταράκ-μιζμαρτζιγιάν), που εφευρέθηκε από τα αγόρια της Ισλαμπόλ.
(714) Οι παίκτες του σαφίρ (σαφιρτζιγιάν) είναι 390 άνδρες. Το παίζουν κρατώντας δύο κομμάτια κόκαλο στο στόμα, ενώ στο μεταξύ μιλάνε.
(715) Οι παίκτες του σαφίρ-μπουλμπούλ είναι 300 άνδρες. Εφευρέθηκε από τον Αμπουσίνα και είναι όργανο που μιμείται το τραγούδι του αηδονιού. Όλοι αυτοί οι παίκτες του ταμπλ, του νταμπλτζίκ και του τσάγνα περνούν μαζί, χτυπώντας τα διαφορετικά είδη τυμπάνων τους στο ίδιο μέτρο, σαν να περνάει στρατός του Τσαμαπούρ (Πώρου). Ο Μουράτ Δ’ ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένος με τις προσπάθειές τους και τους χάριζε πλούσια δώρα.
Ευχαριστώ τον Θεό που οδήγησα εδώ σε τέλος την περιγραφή των μουσικών και των οργανοπαιχτών. Αν με ρωτούσαν, τον φτωχό Εβλία, πού βρήκα τόσο πλήρη κατάλογο μουσικών οργάνων, θα απαντούσα ότι στα ταξίδια μου στην Αραβία και την Περσία, στη Σουηδία και τη Δανία, στη Γερμανία, την Πολωνία και τη Βοημία, είδα ο ίδιος όλα αυτά τα όργανα και πολλά άλλα και αν αρέσει στον Θεό, θα δώσω μια πιο ολοκληρωμένη περιγραφή τους στα ταξίδια μου. Αλλά τα όργανα που χρησιμοποιούνται στην Ισλαμπόλ είναι εκείνα τα οποία γνωρίζω πολύ περισσότερο, καθώς πάντοτε μου άρεσε η συντροφιά τραγουδιστών και μουσικών και καθώς διάβασα το Νιχάμ, την πραγματεία του ποιητή για τα μουσικά όργανα, όπου μπορεί να βρεθεί πλήρης περιγραφή όλων των μουσικών οργάνων.
Η τεσσαρακοστή τέταρτη ενότητα
(716) Οι «ανόητοι» και οι μίμοι της Ισλαμπόλ. Όποτε υπάρχει γιορτή αυτοκρατορικής περιτομής, γάμου ή νίκης, διακόσιοι έως τριακόσιοι τραγουδιστές, χορευτές, κωμικοί, μίμοι, με άτακτα αγόρια της πόλης, που έχουν εξαντλήσει εβδομήντα κούπες από το δηλητήριο της ζωής και της κακοδιοίκησης, μαζεύονται μαζί και παίζουν μέρα και νύχτα. Σε κάποιους ιδιωτικούς γάμους κερδίζουν σε μια νύχτα 1.000 γρόσια, μαζεύοντας τα χρήματα στο ντέφι ύστερα από κάθε χορό. Αν επρόκειτο να περιγράψω όλα όσα έχω δει από την ικανότητα και την επίδειξή τους, το βιβλίο μου θα γινόταν εγκώμιο αυτών των διασκεδαστικών τύπων (μοτίμπ). Χωρίζονται σε δώδεκα παρέες, που ονομάζονται κολ.
(717) Η πρώτη παρέα του Παρπούλ είναι 3.000 αγόρια. Κατοικούν στη Μπαλάτα και είναι ως επί το πλείστον γύφτοι.
(718) Η δεύτερη παρέα του Αχμέτ είναι 300 αγόρια, επίσης της Μπαλάτα. Είναι τα αγόρια που χορεύουν, οι άρχοντες της αναρχίας.
(719) Η τρίτη παρέα του Καπουτζούογλου Οσμάν είναι 400. Δεν υπάρχει γύφτος ανάμεσά τους. Είναι όλοι εξαιρετικοί μίμοι (μουκαλίντ).
(720) Η τέταρτη παρέα του Σέρβι είναι 300 αγόρια, Αρμένιοι, Έλληνες και Εβραίοι.
(721) Η πέμπτη παρέα του Μπαμπά Ναζλί είναι 200 αγόρια που χορεύουν, των οποίων οι ηδονικές κινήσεις προκαλούν πανδαιμόνιο όλων των συγκεντρωμένων στις γιορτές της περιτομής.
(722) Η έκτη παρέα του Ζεμερούντ είναι 300 αγόρια, Έλληνες και Αρμένιοι, από τις συνοικίες του Επταπύργιου, του Ναρλί Καπί, του Σουλού Μοναστίρ, που έχουν αφαιρέσει τα πλούτη από πολλούς πλούσιους και τους έχουν αφήσει στο πάτωμα. Είναι διάσημοι στη μίμηση των ρόλων των σημιτζή (φουρνάρηδων), των χαρατζή (φοροσυλλεκτών), των γκουμους-χαρατζή (αναζητητών ασημιού) και στο τραγούδι ελληνικών στροφών.
(723) Η έβδομη παρέα του Τσελεμπή είναι 200 αγόρια. Είναι η πιο διάσημη από όλες στο να ξεγυμνώνουν τους θαυμαστές τους με τη γοητεία και τα χάδια τους.
(724) Η όγδοη παρέα του Ακιντέ, είναι 200 αγόρια. Αρχηγός τους είναι ο πεχλιβάνης Εγιούπ, ο οποίος είναι ποιητής, συγγραφέας, μορφωμένος άνθρωπος, τραγουδιστής και ταξιδιώτης. Αυτά τα αγόρια είναι τα πιο κομψά και πιο μοντέρνα, μαθημένα με πράξεις σε χίλια κόλπα.
(725) Η ένατη παρέα του Τζεβαχίρ είναι 200 αγόρια από τους κοσμηματοπώλες του Γαλατά, όλοι Έλληνες και Αρμένιοι, διάσημοι για τα κωμικά τους χαρίσματα στη μίμηση και στο να κάνουν το ακροατήριό τους να γελάει. Ανάμεσά τους υπάρχουν πολλά αγόρια, καθένα από τα οποία αξίζει έναν πανηγυρικό για την Ελλάδα και βάζει σε αμηχανία τους θεατές με την ομορφιά του.
(726) Η δέκατη παρέα του Πατάκογλου είναι 300 αγόρια. Είναι όλοι Εβραίοι, εξαιρετικοί κωμικοί και έχουν μουσικά ταλέντα.
(726) Η ενδέκατη παρέα του Κασούτα είναι 105 αγόρια, που είναι επίσης όλοι Εβραίοι.
(727) Η δωδέκατη παρέα του Σεμουρκάς είναι 200 αγόρια, που είναι όλοι Εβραίοι και όλοι ακροβάτες, ταχυδακτυλουργοί, πυροφάγοι, δεξιοτέχνες με μπάλες και κύπελλα, που περνούν όλη τη νύχτα δείχνοντας τα κόλπα τους και ζητούν περισσότερα από εκατό γρόσια για μια βραδινή παράσταση. Καθώς αυτά τα αγόρια, που είναι Εβραίοι, έχουν πολύ μεγάλη αντιπάθεια για τους γύφτους που συγκροτούν την πρώτη παρέα, βάζουν γενικά μια ομάδα από αυτά τα Εβραιόπουλα εναντίον μιας ομάδας γυφτόπουλων, πράγμα που παράγει τις πιο περίεργες σκηνές. Έτσι παριστάνουν το παιχνίδι ενός Εβραίου που συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω με μια γυφτοπούλα. Η κοπέλα κάθεται πάνω σε γάιδαρο και οδηγείται στον δρόμο με αηδιαστικά έντερα πάνω στο κεφάλι της, πράγμα που κάνει τους ανθρώπους σχεδόν να πεθαίνουν στα γέλια. Κοντολογής, αυτές οι δώδεκα παρέες αγοριών, που ονομάζονται τσένγκι (κίναιδοι), συναγωνίζονται μεταξύ τους για την παραγωγή των πιο ηδονικών χορών και των πιο κωμικών σκηνών. Είναι όλοι ντυμένοι με χρυσά υλικά και προσπαθούν να υπερτερήσουν όταν περνούν κάτω από το Αλάι-κιόσκ, όπου κάθεται ο αυτοκράτορας, έτσι ώστε να τραβήξουν την προσοχή του με τα ξεσπάσματα και τα κόλπα τους. Από τότε που ο Αδάμ κατέβηκε από τον Παράδεισο στη γη, ποτέ δεν είχε δει κανείς τέτοιο πλήθος αγοριών που βάζουν σε πειρασμό, όσο επί σουλτάνου Μουράτ Δ’.
Η τεσσαρακοστή έκτη ενότητα
(728) Οι μίμοι (μουκαλίντ). Είναι πολύ παλιά φυλή και χρονολογούν την προέλευσή τους από την αρχή του κόσμου. Όταν ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ, όλη η ανθρωπότητα χωρίστηκε στη συνέχεια σε δύο δόγματα: τους οπαδούς του Κάιν, που ήσαν οι καταπιεζόμενοι και τους οπαδούς του Άβελ, που ήσαν οι καταπιεστές. Μιμούνταν ο ένας τα ήθη και έθιμα του άλλου. Την εποχή του Μωυσή ένας διάσημος μίμος, που ονομαζόταν Χαμάμ, μιμήθηκε όλα τα θαύματά του ενώπιον του Φαραώ, προς μεγάλη ευχαρίστηση των οπαδών του Φαραώ αλλά θυμό του Μωυσή. Μια μέρα ο Μωυσής, μη μπορώντας να το αντέξει άλλο, προσευχήθηκε στον Κύριο να τιμωρήσει αυτόν τον άνθρωπο που μιμούνταν. Ο Κύριος μίλησε τότε στον Μωυσή και του είπε: «Εσένα μιμείται, ομιλητή μου, που είσαι ο Προφήτης μου. Αυτό που λες είναι αλήθεια και όχι λάθος, επομένως είμαι μάλλον ευχαριστημένος με τη μίμησή του, που είναι αληθινή και καλή, πράγμα για το οποίο τον προορίζω για τον Παράδεισο». Με βάση αυτόν τον μύθο αποφασίζεται σε πολλά βιβλία ότι η πίστη του μίμου είναι αληθινή. Αν λοιπόν είναι θεμιτό να μιμούνται πιστούς και ενάρετους ανθρώπους, είναι ακριβώς το αντίθετο με τη μίμηση των απίστων και κακών, γιατί όπως λέει το Κοράνι, «Όποιος κάνει τον εαυτό του σαν κάποιους ανθρώπους, ανήκει σε αυτούς». Η τέχνη της μίμησης και της σάτιρας διαδόθηκε επίσης μεταξύ των Κορεϊσιτών. Ο Αμρ-ουλ-καΐς και ο Μοχάμεντ Μποσάιρι ήσαν σατιρικοί άνδρες. Ο Αμπούλεχεμπ και ο Αμπούτζεχελ, οι δύο μεγάλοι ανταγωνιστές του Προφήτη, ανέθεσαν στον Μοχάμεντ Μποσάιρι να ταλαιπωρήσει τον Μωάμεθ με μια σάτιρα, όταν μπήκε στη συνέλευση των Κορεϊσιτών. Ο Μποσάιρι ετοίμασε τη σάτιρα. Ο Μωάμεθ αποδέχτηκε την πρόσκληση, μπήκε στη συνέλευση και αφού τη χαιρέτησε, άρχισε να τραγουδά τον περίφημο πανηγυρικό για τον Μωάμεθ [;], που μέχρι τώρα παραμένει απαράμιλλος στην αραβική γλώσσα και κάθε λέξη του οποίου πρέπει να εξηγηθεί από τον Αχτερί ή τον Σεμί. Οι άπιστοι και οι ειδωλολάτρες άρχισαν να επιπλήττουν τον Μποσάιρι ότι είχε αθετήσει την υπόσχεσή του, αλλά εκείνος τους διαβεβαίωσε ότι όταν ετοίμαζε τη σάτιρα, ξαφνικά τον έπιασε θεία έμπνευση και συνέθεσε αυτό το περίφημο Κασιντέ. Έχοντας πει αυτό, κάρφωσε τα μάτια του στον Προφήτη, πρόφερε την ομολογία της πίστης και ζωστηκε από τον Σελμάν Πακ, τον προστάτη των ποιητών. Εβδομηντατρείς άπιστοι έγιναν μουσουλμάνοι σε αυτή την περίπτωση. Ο Μποσάιρι πέθανε σε ηλικία εβδομήντα ετών και θάφτηκε στο Κάιρο, κοντά στον τάφο του Σάφι. Υπήρχε στην εποχή του Προφήτη ένας άλλος μίμος, συγγενής του Προφήτη, ο οποίος, αν και επέμενε στην άγνοιά του για την αληθινή θρησκεία, ήταν οπαδός του και κορόιδευε τόσο πολύ τους Κορεϊσίτες με σάτιρα και μίμηση, που ο ίδιος ο Προφήτης γελούσε, δείχνοντας τα δόντια του. Οι Κορεϊσίτες, όταν άκουσαν ότι γελοιοποιούνταν με αυτόν τον τρόπο, σκέφτονταν πώς έπρεπε να συμπεριφερθούν και βρίσκοντας ότι η μίμηση ήταν αληθινή, πολλοί από αυτούς ασπάστηκαν το Ισλάμ. Τελικά ο ίδιος ο μίμος έγινε μουσουλμάνος και ακολουθώντας τον Προφήτη στη φυγή του, κλείστηκε μαζί του ως πιστός σύντροφος στη σπηλιά. Ήταν συνετός, υπομονετικός άνθρωπος και καλός σύντροφος. Ο Προφήτης τον αποκαλούσε Σουρ-ουλ-Χαμπίμπ. Όταν κατηγορήθηκε από μερικούς συντρόφους του, ότι αν και μουσουλμάνος δεν μπορούσε να σταματήσει να σατιρίζει, τους είπε: «Άνδρες, ο Θεός σας σατίρισε ο ίδιος στο Κοράνι. Γιατί λοιπόν σε μένα, που είμαι άνθρωπος, δεν θα επιτραπεί να σατίρισω τη διεφθαρμένη ζωή σας;» Ανάγκασε λοιπόν πολλούς ανθρώπους να στραφούν στην αληθινή πίστη και να αφήσουν μια διεφθαρμένη ζωή, μόνο από φόβο για τις σάτιρές του. Έγινε ο προστάτης των μίμων και θάφτηκε στο Κιλίς, κοντά στο Χαλέπι, στη βόρεια πλευρά της πόλης, δίπλα σε μοναστήρι πάνω σε λόφο. Είναι ωραίος τρούλος, από τον οποίο απολαμβάνει κανείς καλή θέα της πόλης Κιλίς. Ο Σουρ Χαμπίμπ είναι θαμμένος εκεί, αλλά οι χυδαίοι τον αποκαλούν Σερτζίλ. Έχω περιγράψει αυτό το μνημείο με τις κύριες επιγραφές του στον δεύτερο τόμο των ταξιδιών μου.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………149
Ήταν μίμος [ο Κορ Χασάν] της εποχής του σουλτάνου Βαγιαζήτ, ο οποίος ελευθέρωσε όλους τους ουλεμάδες όχι μόνο από το μπουντρούμι αλλά και από τη φωτιά, ενώ ο Βαγιαζήτ είχε ορκιστεί να τους κάψει όλους. Τους ελευθέρωσε ο ίδιος όταν φόρεσε ανόητα ρούχα και ζήτησε άδεια να πάει στην Ισλαμπόλ, επειδή, έλεγε, σύντομα θα έχουμε έλλειψη Ελλήνων ιερέων, για να τους φέρουμε ξανά στη Μπούρσα και στο όρος Όλυμπος [της Προύσας], καθώς η Μεγαλειότητά σας έχει αποφασίσει να κάψει τέσσερις μουφτήδες, τον μουλά της Μπούρσα και εβδομήντα ιερωμένους, όλους ικανούς να είναι μουφτήδες. Αυτή η παράσταση είχε τόσο καλό αποτέλεσμα, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ διέταξε αμέσως να συνταχθούν επιστολές συγχώρεσης. Ο Χασάν πήγε στη φυλακή, τους ελευθέρωσε και από τότε τον αντιμετώπιζαν με τον μεγαλύτερο σεβασμό. Την εποχή του σουλτάνου Μουράτ, αρχηγός όλων αυτών των μίμων ήταν ο Χασάν-ζάντε, ο παίκτης των κινεζικών σκιών, που έπαιζε δύο φορές την εβδομάδα ενώπιον του σουλτάνου, ζητώντας κάθε φορά πριν ξεκινήσει, συγνώμη από τους αυτοκράτορες με τον πιο κάτω στίχο του Σαντί:
«Αν και πολλά είναι τα λάθη με τα οποία είμαι άρρωστος,
η αρετή είναι το σφάλμα με το οποίο ο Κύριος είναι ευχαριστημένος».
Ήταν επιδέξιος κύριος (τσελεμπή), που ήξερε αραβικά, περσικά και μουσική, στην οποία ήταν δεύτερος Φαριάμπι. Έπαιζε τις κινέζικες σκιές, έγραφε υπέροχα ταλίκ, ήταν καλός πυροτεχνουργός, με λίγα λόγια, ήταν έμπειρος σε χιλιάδες επιστήμες και τέχνες όπως ο Τζεμσίντ, γενναιόδωρος όπως ο Χατεμτάι και ο Τζαφέρ ο Βαρμεκίδης. Μετά τον σεΐχη Σαντελί, ήταν ο άνθρωπος που έδωσε φήμη στις κινέζικες σκιές (χιαλιζίλ, κυριολεκτικά: φαντασία της σκιάς). Επινόησε να αναπαραστήσει στο θέατρο αυτών των σκιών ένα δεύτερο θέατρο, όπου παριστάνονται φιγούρες μικρότερου μεγέθους. Όντας εξαιρετικά δοσμένος στις γυναίκες, εφηύρε όλες τις διάσημες σκηνές των Καραγκιόζ, που είναι γνωστές με το όνομα του ρόλου του καλού κοριτσιού (τζοβάν-τακλιντί), του ρόλου του Χάβγια, του ρόλου του μουγγού, του ρόλου του Άραβα ζητιάνου, του ρόλου του Αλβανού, του ρόλου του κυρίου που τρώει την κληρονομιά. Η Τζοβάν Νιγκάρ, το ωραίο κορίτσι, βιάζεται στο μπάνιο από κάποιους κυρίους που βολτάρουν (ντεβρανί τσελεμπιλέρ). Βγάζουν τον Καραγκιόζ γυμνό από το μπάνιο και ο Σερμπετζή-ζάντε φιγουράρει ως ο πατέρας του Χατζή Αϊβάτ. Κοντολογής, επινόησε τουλάχιστον τριακόσια διαφορετικά έργα για το κινέζικο θέατρο σκιών, στο οποίο δεν τον συναγωνιζόταν κανείς και παρόλο που όλες οι φάρσες και τα έργα του προορίζονταν για μυστικιστικό νόημα, όμως οι θεατές πέθαιναν από τα γέλια. Ο Καραγκιόζ είναι ο χαρούμενος φίλος και ο Χατζή Αϊβάτ ο συνετός φιλόσοφος. 150 Ο Χατζή Αϊβάτ είναι το αλλοιωμένο όνομα του Χατζή Ας, ο οποίος την εποχή των Σελτζούκων ήταν αγγελιοφόρος που πήγαινε μεταξύ Μπούρσα και Μέκκας, ονομαζόταν κανονικά Γιουρούκτσε Χαλίλ και του οποίου οι πρόγονοι ήσαν γνωστοί με το όνομα Αφελίογλου και διάσημοι για τα υπέροχα σκυλιά τους, τα λαγωνικά (ζαγάρ), έτσι που υπάρχει ακόμη και τώρα μια παροιμία: «Τι ουρλιάζεις σαν λαγωνικό Αφελίογλου;» Αυτός ο Γιουρούκτσε Χαλίλ Αφελίογλου Χατζή Αϊβάτ, που επί εβδομηνταεπτά χρόνια βρισκόταν στον δρόμο μεταξύ Μπούρσα και Μέκκας, σκοτώθηκε κοντά στη δεύτερη πόλη από τους Άραβες και τάφηκε στο Χονάιν. Ο σκύλος του έμεινε με τους δολοφόνους και τους συνόδευσε στη Δαμασκό, όπου κλαψουρίζοντας φίλησε τα πόδια όλων των ανθρώπων αλλά επιτέθηκε στους Άραβες, γαβγίζοντας και δαγκώνοντας. Οι άνθρωποι εντυπωσιάστηκαν από αυτό το ασυνήθιστο γεγονός, συνέλαβαν τους Άραβες, τους έψαξαν και βρήκαν πράγματα του Αφελίογλου ανάμεσα στις αποσκευές τους: τη σφεντόνα του, το τσεκούρι του, το ματωμένο ρούχο και τον σάκο επιστολών. Τους κρέμασαν, τον ένα δίπλα στον άλλο, στη θέση Σουνάνιε. Ο σκύλος ξάπλωσε από κάτω τους και εξέπνευσε εκεί. Αυτή είναι η καταγωγή του Χατζή Αϊβάτ (του Πανταλόνε του τουρκικού κουκλοθέατρου). Ο Καραγκιόζ (ο χαρούμενος φίλος) ήταν αγγελιοφόρος του Κωνσταντίνου, του τελευταίου Έλληνα αυτοκράτορα. Ήταν Κόπτης που κατοικούσε στην περιοχή της Αδριανούπολης, στο Κιρκ Κιλίσε [Σαράντα Εκκλησιές] και ήταν εύγλωττος απατεώνας. Ολόκληρο το όνομά του ήταν Σοφιοζλή Καραγκιόζ Μπαλή Τσελεμπή. Τον έστελναν μια φορά τον χρόνο στον Αλαντίν, τον ηγεμόνα των Σελτζούκων, που διέμενε στο Ικόνιο, όπου έμπαινε σε διαμάχη και αστείο ανταγωνισμό με τον Χατζή Αϊβάτ, τον αγγελιοφόρο της αυλής του Αλαντίν. Από αυτές τις διαμάχες, τις οποίες μιμούνταν και αναπαριστούσαν οι μίμοι, προερχόταν το υλικό όλων των παραστάσεων των κινέζικων σκιών (χιαλί-ζιλ). Ο προαναφερθείς μίμος, ο Χασάν-Ζάντε, ήταν απαράμιλλος στο ταλέντο της δημιουργίας κωμικών σκηνών μεταξύ του Χατζή Αϊβάτ και του Καραγκιόζ για μια ολόκληρη νύχτα και της απαγγελίας στίχων, μερικοί από τους οποίους είχαν βαθιά ηθική έννοια. Όταν έβγαινε από το κουκλοθέατρο για να αναπνεύσει λιγάκι, έπινε τέσσερις κούπες καφέ για να συνέλθει και άρχιζε τότε, όταν είχε καλή διάθεση, να παίζει ο ίδιος σκηνές πάνω στη σκηνή, με τις οποίες ξεσήκωνε όλους τους θεατές σε πανδαιμόνιο γέλιου. Στη διάρκεια σαρανταεπτά ετών έχω δει όλων των ειδών τους πεχλιβάνηδες, αλλά κανέναν τόσο αστείο, έξυπνο και πνευματώδη. Ένας άλλος μίμος αυτού του είδους, ο οποίος ήταν γενίτσαρος του συντάγματος του Ζαγαρτζή, ήταν επίσης πρίγκιπας του λόγου (μιρκελάμ),151 που διασκέδαζε τον σουλτάνο Μουράτ διαβάζοντας τις σάτιρες του Σεΐχ-ζάντε σε δώδεκα διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους, αναπαριστώντας τις διαφορετικές σκηνές ενός τεριακί (οπιοφάγου, θεριακλή) του Ρούμελι-χισάρ κλπ. και την ιστορία ενός δερβίση και ενός μπακάλη. Ο δερβίσης καταράστηκε το μέλι του μπακάλη, επειδή εκείνος αρνήθηκε να του δώσει λίγο. Όλοι όσοι το αγόρασαν και το έφαγαν, έπαθαν κολικούς και φούσκωμα. Έτσι πήγαν τελικά στον δικαστή, ο οποίος, μόλις δοκίμασε το μέλι, έπαθε το ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο το δικαστήριο γέμισε με έντεκα άτομα, που είχαν όλα πάθει την ίδια ασθένεια, πράγμα που προσφέρει μια από τις πιο κωμικές σκηνές των τουρκικών κωμωδιών. Δύο από τους πιο διάσημους μίμους της εποχής του σουλτάνου Μουράτ Δ’ ήσαν δύο αδέρφια. Ο πρώτος, που ονομαζόταν Σένγκελ, ήταν ιδιαίτερα γνωστός, επειδή παρίστανε την ιστορία του Χατζή Αϊβάτ ως συνταγματάρχη των γενίτσαρων, που κάνει τον γύρο της Ισλαμπόλ τη νύχτα με τους ατζέμογλάν του, τους οποίους επιπλήττει και οι οποίοι απαντούν ο καθένας με τη δική του προφορά και διάλεκτο. Ο φανοφόρος, καταβεβλημένος από την κούραση του κουβαλήματος του φαναριού, το κρεμάει στο πλευρό του αλόγου. Το άλογο, τρομαγμένο από το φως του φαναριού, ρίχνει κάτω τον συνταγματάρχη και η περίπολός του διαλύεται. Ο συνταγματάρχης, ξαπλωμένος στο σκοτάδι, φωνάζει για βοήθεια, υποσχόμενος τέσσερα φαρδίνια στον άνδρα που θα έρθει να τον βοηθήσει. Με αυτόν τον τρόπο κάνει τους θεατές να γελούν εκπληκτικά. Ο αδελφός του, όχι λιγότερο έξυπνος μίμος, που ήταν και ο ίδιος οπιοφάγος, είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία αναπαριστώντας τις γελοίες φαντασιώσεις τους. Ένας τεριακί καπνίζοντας, κόβει το δάχτυλό του, το οποίο αιμορραγεί εκπληκτικά. Αιμορραγεί τόσο πολύ, που πέφτει κάτω. Στο τέλος του λένε ότι η αιμορραγία δεν θα σταματήσει, μέχρι να ζωγραφίσει ένα αγόρι, με το αίμα του δακτύλου του, το γράμμα ελίφ [αραβικό άλφα] στο πρόσωπό του, κλπ. κλπ. Ένας άλλος μίμος πεχλιβάνης, που έμενε στο Μπουγιούκντερε, ήταν διάσημος, όχι επειδή μιμούνταν ανθρώπους, αλλά επειδή μιμούνταν κάθε είδους ζώα, τις διαμάχες σκύλου και γάτας, γάτας και ποντικών, κοκορομαχίες, άλογα και καμήλες, μαζί με το κελάηδισμα όλων των πουλιών.
(729) Οι πωλητές της μπούζα (ποτό κριθαριού που έχει υποστεί ζύμωση) είναι 1.005 άνδρες, με τριακόσια καταστήματα. Ο πρώτος που επινόησε να φτιάξει μπούζα ήταν ο Τάταρος Σαλσάλ, ο οποίος σκοτώθηκε στο Ακ-κερμάν από τον Μαλέκ-ουστούρ με βέλος. Ο Μαλέκ-ουστούρ, λυπημένος για τον θάνατο του Σαλσάλ, πέθανε στην Κριμαία στο Εσκιγιούρτ και ενταφιάστηκε στο Γενί Σαλατζίκ. Οι παραγωγοί της μπούζα λένε ότι προστάτης τους είναι ο Σαρή Σαλτίκ, στο οποίο κάνουν μεγάλο λάθος, καθώς ο Σαρή Σαλτίκ-Ντεντέ ήταν μεγάλος Άγιος. Ήταν μαθητής του Αχμέτ Γεσούι και ονομαζόταν κοινώς Μοχάμεντ Μπουχάρα. Ο Γεσούι έστειλε τον μαθητή του Χατζή Μπεκτάς από το Χορασάν στους Σελτζούκους στο Ρουμ, όπου πήγε σε πόλεμο με τον Οσμάν και τον Ορχάν και βοήθησε τον τελευταίο στην ίδρυση των γενίτσαρων. Ο πρόγονός μας, ο προστάτης των Τούρκων, Αχμέτ Γεσούι, έστειλε τον μαθητή του Μοχάμεντ Μπουχάρα με επτακόσιους άνδρες του Χορασάν για να βοηθήσουν τον Χατζή Μπεκτάς. Του είπε: «Πήγαινε τώρα αγαπητέ μου Σαλτίκ Μοχάμεντ, σκότωσε τον σφετεριστή που με το όνομά σου κατέχει την Πολωνία και τη χώρα της Δοβρουτσάς και σκότωσε τον δράκο που ερημώνει εκείνη τη χώρα». Ο Σαλτίκ Μοχάμεντ Μπουχάρα πήγε στον Χατζή Μπεκτάς, στον οποίο κατευθύνθηκε από τον πρόγονό μας Αχμέτ Γεσούι και στάλθηκε από τον Μπεκτάς στη Δοβρουτσά με εβδομήντα άνδρες. Σκότωσε τον δράκο στις σπηλιές της Κελίγρα και προσηλύτισε στο Ισλάμ τον βασιλιά της Δοβρουτσάς με 40.000 άνδρες στο Παραβάντι. Στη συνέχεια ο Σαλτίκ Μοχάμεντ πήγε μεταμφιεσμένος στην Πολωνία, σκότωσε τον μοναχό Σαρή Σαλτίκ, του οποίου πήρε το όνομα και έμενε στο κελί του. Ως Σαρή Σαλτίκ προσηλύτισε όλους τους Λίπκα Τάταρους στο Ισλάμ και επέκτεινε τις κατακτήσεις του μέχρι το Ντάντσιχ [Γκντάνσκ] στη Βόρεια Θάλασσα, το οποίο έχω δει στα ταξίδια μου το έτος 1051 (1641). Εγκατέστησε εδώ 15.000 Λίπκα Τάταρους και στη συνέχεια προώθησε τις επιδρομές του προς τη Μοσκοβία, όπου προσηλύτισε 600.000 Χέσντεκ Τάταρους στο Ισλάμ. Οι απόγονοι των Χέσντεκ Τατάρων στη Μοσκοβία και των Λίπκα Τατάρων στην Πολωνία αποτελούν ακόμη και τώρα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτών των δύο χωρών. Αφού ο Σαλτίκ Μοχάμεντ ήταν τόσο μεγάλος ήρωας και άγιος, πόση άραγε πιθανότητα μπορεί να υπάρχει ότι εφηύρε τη μπούζα; Ωστόσο οι παραγωγοί μπούζα είναι μια πολύ απαραίτητη ομάδα σε ένα στρατόπεδο, επειδή η μπούζα (αν και ζυμωμένη) δεν απαγορεύεται όπως το κρασί, δίνει θερμότητα και δύναμη στο σώμα των μουσουλμάνων πολεμιστών και χρησιμεύει για να μετριάζει την πείνα. Η υπερβολική κατανάλωσή της φέρνει ποδάγρα και πρήξιμο [κατακράτηση υγρών] και η παροιμία λέει ότι «τα σκυλιά δεν είναι φίλοι με τους πότες της μπούζα». Ο λόγος είναι ότι οι πότες της μπούζα, που είναι ευάλωτοι στις προαναφερθείσες ασθένειες, κρατούν πάντοτε ένα ραβδί στο χέρι, το οποίο δεν είναι μέσο για να συστήσουν τον εαυτό τους στην εύνοια των σκύλων. Οι πωλητές μπούζα είναι ως επί το πλείστον Τάταροι τσιγγάνοι. Όλοι οι σορμπετζήδες της Ισλαμπόλ θεωρούνται βοηθοί των παραγωγών μπούζα. Περνούν πάνω σε κάρρα φωνάζοντας «μπούζα» και τη μοιράζουν στους θεατές.
(730) Οι παραγωγοί γλυκιάς μπούζα (τατλί-μποζατζιγιάν) είναι 105 άνδρες, με σαράντα καταστήματα. Προστάτης τους είναι επίσης ο Σαλσάλ. Φτιάχνουν ένα είδος λευκής μπούζα από το κεχρί του Τεκιρντάγ, που μοιάζει με ζελέ (τζουλάμπ). Το βάζουν μερικές φορές, για δοκιμή, σε ένα μαντήλι, χωρίς να περνάει από αυτό ούτε σταγόνα. Είναι αγαπημένο ρόφημα των σεΐχηδων και των ουλεμάδων. Οι γυναίκες που είναι έγκυες το πίνουν για να γίνει το παιδί τους υγιές και δυνατό και όταν γεννηθεί το πίνουν για να αυξήσουν το γάλα. Η επιφάνειά του καλύπτεται με ένα είδος κρέμας, που δίνει νέο σφρίγος και ζωή, χωρίς να μεθάει ή να προκαλεί κολικούς, γιατί το φτιάχνουν από μούστο Τενέδου, με κανέλα, γαρίφαλο, τζίντζερ και μοσχοκάρυδο. Το πωλούν σε μεγάλους κάδους, τόσο μεγάλους που χωρούν το σώμα ενός άνδρα. Εγώ που πέρασα τόσον καιρό σε καφενεία, μπουζοπωλεία και οινοπωλεία, μπορώ να επικαλεστώ τον Θεό ως μάρτυρα, ότι ποτέ δεν ήπια τίποτε σε όλα μου τα ταξίδια, εκτός από αυτή τη γλυκιά μπούζα της Ισλαμπόλ, διατηρημένη σε κουτιά, εκείνη της Αιγύπτου φτιαγμένη από ρυζόνερο και εκείνη της Κριμαίας που ονομάζεται μακσάμα. Από τότε που γεννήθηκα, δεν δοκίμασα ποτέ στη ζωή μου ποτά που έχουν υποστεί ζύμωση ή απαγορευμένα πράγματα, ούτε καπνό, ούτε καφέ, ούτε τσάι, ούτε μπαντιάν, ούτε κισρούν (ρόφημα από φλοιούς καφέ), ούτε ταλέμπ (σαλέπι), ούτε μαχλέμπ [μαχλέπι], ούτε παϊσούνα, ούτε μοντούνα, ούτε κρασί, ούτε απόσταγµα κερασιών (βισνάμπ), ούτε κρασί από ρόδι, ούτε κρασί από χουρμά, ούτε κρασί από μούρα, ούτε κρασί από πεπόνι, ούτε κρασί από κοκοκάρυδο, ούτε κρασί αβίσλε (;), ούτε κρασί ίπμε, ούτε κρασί ασίλμα (από σταφύλια από κληματαριές), ούτε κρασί μπανάν, ούτε κρασί μπεντουΐν, ούτε τριπλό κρασί (μούτελετ), ούτε μοσχάτο κρασί, ούτε κρασί φισφίς, ούτε κρασί νάρντενκ, ούτε ούτε κρασί μποζούν, ούτε κρασί χεμλ, ούτε αράκ [ρακί], ούτε κουλφές (παγωμένο κρασί), ούτε χορλίκα, ούτε φίρμα, ούτε σβιντίνα, ούτε πελόνια, ούτε χαρνταλιέ (μουστάρδα), ούτε ραμαζάνε, ούτε ιμάμιε, ούτε ιβίζε, ούτε ταλκάν, ούτε κουρτ, ούτε μπάζμα, ούτε κομίς, ούτε μπαλστζί, ούτε τουσταγάσα, ούτε νερό-διαμάντι, ούτε νερό μίντζελ, ούτε μπύρα, ούτε νερό κανέλας, ούτε νερό θειαφιού, ούτε γκοϊντουρμέ, ούτε όπιο, ούτε μπερές, ούτε νουσντάρ, ούτε τζεβαρίς, ούτε μοκίμ, ούτε μπαϊράμ-πασα, ούτε σεράνιε, ούτε μπεντζλίκ, ούτε καρά-πεχλιβάν, ούτε χάπια αγάπης (χάμπι-ουσάκι), ούτε φεράχ, ούτε ματζούνι κακουντζί, ούτε ματζούνι τζιχάν-μπακς, ούτε ματζούνι ντιλσέντ, ούτε ματζούνι καϊσούν, ούτε ματζούνι μισρούνε, ούτε ματζούνι φιλοσόφου, ούτε ματζούνι πιρετζάν, ούτε ματζούνι ντιλκούσα. Ποτέ δεν δοκίμασα κανένα άλλο ματζούνι, εκτός από εκείνο των γλυκών χειλιών, που παίρνω μερικές φορές για την ανακούφιση του στήθους μου. Ο πατέρας μου ήταν της ίδιας ιδιοσυγκρασίας. Εγώ, που είμαι περιπλανώμενος με φύση δερβίση, έτοιμος να θυσιάσω την ψυχή μου για τους φίλους μου, μίλησα μόνο για χάρη της ευχαρίστησης για όλα αυτά τα απαγορευμένα ποτά που έχουν υποστεί ζύμωση και τα ματζούνια. Μέσω των φίλων μου έμαθα τη χρήση αυτών των οπιούχων και των ποτών που έχουν υποστεί ζύμωση και ο Θεός, τον οποίο μπορώ να επικαλεστώ ως μάρτυρα χωρίς υποκρισία, γνωρίζει ότι δεν δοκίμασα ποτέ τίποτε από αυτά, εκτός από τη γλυκιά μπούζα στην Ισλαμπόλ, τη μπούζα ρυζόνερου στο Κάιρο και το μακσάμα στην Κριμαία, καθένα από τα οποία έπινα μιμούμενος τόσο πολλούς μεγάλους ιμάμηδες και σεΐχηδες, που το έπιναν για την αναζωογόνηση της υγείας τους. Δεν έχει μεθυστική ιδιότητα. Με τις ευχές μου. Υπάρχουν πολλά μαγαζιά για μπούζα στην Ισλαμπόλ. Στην Αγορά Αλευριού, όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός αχθοφόρων και άλλων, υπάρχουν μόνο τρία μαγαζιά για μπούζα, καθένα από τα οποία διαθέτει σαράντα ή πενήντα υπηρέτες. Πεντακόσιοι ή εξακόσιοι λάτρεις της μπούζα πίνουν εδώ όλη την ημέρα. Πάνω από την πύλη του Μπούζα-χαν του Σινάν υπάρχει ένα βαρέλι μελιού κρεμασμένο με αλυσίδες, το οποίο ήταν το αντικείμενο του στοιχήματος ενός διάσημου αχθοφόρου, ο οποίος το ήπιε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μπορεί να χωρέσει τρεις άνδρες μέσα του.
(731) Οι πωλητές σουμπάγια (σουμπιατζιγιάν) είναι 10 άνδρες με 2 καταστήματα. Ήρθαν από την Αίγυπτο και διατηρούν τη σουμπάγια τους σε μεγάλους σωλήνες (κουμπ) και βάζα (τζάρα). Φτιάχνεται από άνθος ρυζιού ψημένο στον φούρνο. Αμέσως μόλις βγει από τον φούρνο μετατρέπεται σε ζελέ (τζουλάμπ) με ζάχαρη και κανέλα. Έχει την εμφάνιση του γάλακτος και δύσκολα μπορεί να διακριθεί από αυτό. Περνούν στην πομπή διαλαλώντας τη σουμπάγια τους.
(732) Οι παραγωγοί μεάντ (οξύμελου) (μπαλ-σουτζουγιάν) είναι 100 άνδρες με 50 καταστήματα. Φτιάχτηκε για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στην Αθήνα, ο οποίος, βάζοντας τη ρίζα κάνναβης σε αγνό μέλι, έφτιαξε αυτό το είδος οξύμελου αυτού του διαλύματος. Σίγουρα δυναμώνει, αλλά βαραίνει το κεφάλι.
(733) Οι παραγωγοί αράκ (αρακτζιγιάν) είναι 300 άνδρες με 100 καταστήματα. Το αράκ [ρακί] εφευρέθηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία, όπου εξάγουν οινοπνευματώδη ποτά από όλα τα είδη φυτών. Τα δύο είδη οινοπνευματωδών που ονομάζονται γκολεφσίν και χορλίκα, είναι τα πιο επιβλαβή από όλα. Είναι αμαρτία να μεθύσεις με αυτά τα είδη αράκ, αλλά το να δοκιμάσεις μία ή δύο σταγόνες δεν είναι παράνομο (χαράμ).
(734) Οι παραγωγοί του τριπλού κρασιού (μουσελεστζιγιάν). Το έφτιαξε πρώτος ο Ιμάμ Ζαφέρ και παράγεται με τον εξής τρόπο: Ο μούστος βράζεται σε τσουκάλι, όπου μπαίνει μια βέργα, στο ύψος του μούστου, με τρεις εγκοπές πάνω της. Κατά τη διάρκεια του βρασμού εμφανίζονται δύο από αυτές τις εγκοπές, αλλά το κρασί δεν είναι τέλειο, έως ότου βράσει μέχρι την τρίτη εγκοπή. Ονομάζεται τριπλό κρασί, γιατί τα δύο τρίτα του καταναλώνονται στον βρασμό. Είναι νόμιμο να πίνεται αυτός ο βρασμένος μούστος, αλλά στην Ισλαμπόλ το όνομα τριπλός, ή μάλλον τριπλοβρασμένος, δίνεται και στο οξύ κρασί ηλικίας ενός έως επτά ετών, βρασμένο με αυτόν τον τρόπο. Ένα φλιτζάνι από αυτό αρκεί για να βάλεις τον άνθρωπο που το πίνει, μαζί με τον αριθμό εκείνων για τους οποίους λέγεται: «Μην πλησιάζετε στην προσευχή, μέθυσοι!». Οι μουτελετζή περνούν με τα μπουκάλια και τα φλιτζάνια τους.
(735) Οι ταβερνιάρηδες (μεϊχανετζιγιάν). Υπάρχουν στις τέσσερις δικαιοδοσίες της Ισλαμπόλ, 1.000 τέτοιοι τόποι οχλοκρατίας, τους οποίους λειτουργούν Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι. Αν και το κρασί απαγορεύτηκε από το Κοράνι τον τέταρτο χρόνο της Εγείρας, ωστόσο, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μεγάλη και πανίσχυρη, θεσπίστηκε ένας επιθεωρητής του κρασιού, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί μεταξύ των επιθεωρητών της Ισλαμπόλ. Μένει στη σιδερένια πύλη του Γαλατά. Οι περισσότερες ταβέρνες στην Ισλαμπόλ βρίσκονται κοντά στην πύλη Ψαμάτια [Υψωμαθείου], την πύλη της άμμου [Κούμ καπι], τη νέα ψαραγορά κλπ. Όποιος λέει τη λέξη Γαλατά ή Χάσκιοϊ, εννοεί ταβέρνες, γιατί είναι εκεί τόσο πολλές, όσες στο Λέγορν [Λιβόρνο] και τη Μάλτα. Κατά μήκος του Βοσπόρου, υπάρχουν ταβέρνες σε όλα τα χωριά που συνορεύουν με αυτόν. Ο μεγαλύτερος αριθμός τους βρίσκεται στα Ορτακιόι, Κουρουτσεσμέ, Αρναούτκιοϊ, Γενικιόι, Ταραπιά, Μπουγιούκντερε και στην ασιατική ακτή στα Κουζγουντζούκ, Τσενγκέλκιοϊ, Ουσκουντάρ και Καντικιόι. Η λέξη γκούμρα (παραπλάνηση από τον δρόμο) πρέπει να εφαρμόζεται ιδιαίτερα για τις ταβέρνες του Γαλατά, γιατί εκεί κάθε είδους αγόρια που παίζουν και χορεύουν, μίμοι και ανόητοι, συρρέουν και διασκεδάζουν μέρα και νύχτα.
Στην πομπή του στρατοπέδου το κρασί δεν εμφανίζεται ανοιχτά, αλλά οι πανδοχείς περνούν όλοι μεταμφιεσμένοι και ντυμένοι με πανοπλίες. Τα αγόρια των καπηλειών, ξεδιάντροποι μέθυσοι και όλοι οι θιασώτες του κρασιού περνούν τραγουδώντας τραγούδια, πέφτουν κάτω και ξανασηκώνονται. Εκτός από τα μαγαζιά που σερβίρουν ανοιχτά κρασί, οινοπνευματώδη και μπύρα (από τα οποία τα κυριότερα απαριθμήθηκαν), υπάρχουν πολλά κρυφά σημεία που είναι γνωστά στους λάτρεις του είδους με τα ιδιαίτερα ονόματά τους, τα οποία όμως δεν γνωρίζω. Αυτά τα οινοπωλεία αποτελούν πλούσιο ορυχείο εσόδων για όλους τους άρχοντες της Ισλαμπόλ και του Γαλατά, λόγω των χρηματικών προστίμων που επιβάλλονται σε όσους κρίνονται ένοχοι μέθης και αναταραχής. Όλα τα είδη κρασιού (σεράμπ ή μεσρουμπάτ) αποτελούν πηγή μεγάλων εσόδων για τους άρχοντες, αλλά εκτός από τα κρασιά, υπάρχουν επίσης τα οινοπνευματώδη ποτά (μουσεκεράτ) και τα οπιούχα (μουκεϊφιάτ). Αν και το κρασί είναι νομικά τόσο πολύ απαγορευμένο, που είναι παράνομο να πιεις μια μόνο σταγόνα, ωστόσο αυτός ο καταραμένος χυμός ονομάστηκε δεύτερο πνεύμα (ρουχισάνι) από τους φιλόσοφους. Άλλοι το ονόμασαν χολή του λιονταριού και άλλοι είπαν ότι ξαφνιάζονταν που ένας άνθρωπος μπορούσε να πεθάνει μια μέρα, έχοντας πιει ένα ποτήρι κρασί το πρωί. Αλλά εδώ υπάρχει κάποιο χοντρό λάθος, γιατί το κρασί λαμβάνεται στην τελευταία ρήση, με μυστικιστική σημασία, να σημαίνει το κρασί της Θείας αγάπης, το οποίο ο μεγάλος μυστικιστής Ουσκουνταρί Μαχμούτ Εφέντης υμνεί στο Ίσκ-ναμέ του ή βιβλίο της αγάπης. Τέτοιοι αλληγορικοί εραστές δεν ξεφορτώνονται ποτέ τη φτώχεια και δυστυχία του κόσμου, είναι πάντοτε περιφρονημένοι στον κόσμο και δεν απολαμβάνουν κανέναν σεβασμό, ακόμη κι αν τυχαίνει να είναι βασιλιάδες. (Μερικοί μυστικιστικοί στίχοι). Κοντολογής, οινοπωλεία ιδρύονται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και σε άλλα βασίλεια, αλλά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι οινοπώλες δεν τολμούν να βάλουν κανένα σήμα στα κολασμένα καταστήματά τους. Περνούν με τα αγόρια τους όλοι ένοπλοι, παίζοντας όργανα και κάνοντας χίλια κόλπα. Πίσω τους ακολουθούν ο αρχηγός των παραγωγών μπούζα με τους άνδρες του, που φορούν πράσινα καπέλα στα κεφάλια τους, με κόκκινα σκουφάκια από κάτω, ντυμένοι με πανωφόρια, με σπαθιά στις ζώνες τους. Περνούν ρίχνοντας κεχρί στους ανθρώπους, φωνάζοντας «Χάι» και «Χούι» και τραγουδώντας αλβανικές στροφές. Ο ίδιος ο μπουζατζή-μπάσης είναι έφιππος πάνω σε άλογο ιπποδρομιών, με μεγάλη λαμπρότητα. Στα δεξιά του ιππεύει ο επιθεωρητής του κρασιού, έχοντας μπροστά του εκατό υπηρέτες, αλλά όχι τουρκική μουσική πίσω του. Όμως ο θόρυβος τους είναι πολύ μεγαλύτερος από τον θόρυβο της τουρκικής μουσικής, γιατί κυριολεκτικά κουφαίνουν τα αυτιά των ανθρώπων, επειδή οι τραγουδιστές, οι οργανοπαίκτες, οι βιολιτζήδες και οι χορευτές όλων των ταβερνών ακολουθούν πίσω από τον μπουζατζή-μπάση και τους χαμρ-εμίνι (επιθεωρητές κρασιού), με χίλια περίπου ντέφια και τρομπέτες, μπαλαμπάν, τανμπούρ, ταντούρ και άλλα όργανα που κάνουν πολύ καταραμένο θόρυβο.
Τελευταίοι από όλες τις συντεχνίες είναι οι Εβραίοι ταβερνιάρηδες (μεϊχανετζιγιάνι Γιεχουντάν), 200 άνδρες και 600 καταστήματα, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Έλληνες και τους Αρμένιους, είναι όλοι μεταμφιεσμένοι με τα πιο πολύτιμα φορέματα. Τα αγόρια τους που παίζουν και χορεύουν και άλλα πανέμορφα, είναι ντυμένα σαν ατζέμογλαν ή λεβέντ με τζουμπέ, μακλούνα και κοντός, με καλύμματα κεφαλής των φρουρών των συνόρων, με κουκούλες από σαμούρι και διάφορες σάρπες τυλιγμένες γύρω τους. Άλλοι γενειοφόροι Εβραίοι περνούν επίσης με πολύτιμα φορέματα, στολισμένοι με κοσμήματα, κρατώντας στα χέρια τους κρυστάλλινα και πορσελάνινα κύπελλα, από τα οποία ρίχνουν σερμπέτι αντί για κρασί για τους θεατές. Καθώς οι Εβραίοι είναι οι πιο περιφρονημένοι από όλους τους ανθρώπους, περνούν τελευταίοι από όλη την πομπή. Αυτό είναι ακριβώς αντίστροφο της σειράς που θεσπίζεται συνήθως, όπου ο τελευταίος στη σειρά είναι ο πιο σημαντικός, σύμφωνα με αυτό το εδάφιο του κώδικα τελετών:
Αυτός είναι ο νόμος του αυτοκρατορικού σπαθιού,
Πρώτα περπατά ο δούλος και μετά βαδίζει ο Κύριος.
Αλλά στην πομπή του στρατοπέδου, όπως είδαμε, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, καθώς όλες οι συντεχνίες κατατάσσονται ανάλογα με την αναγκαιότητα και την ουσιαστική τους χρήση και η μία αμφισβητεί το προβάδισμα της άλλης. Αφού περάσουν όλες, την πομπή κλείνουν οι Εβραίοι. Καθώς φτάνουν τελευταίοι και αργά το βράδυ στο Αλάι-κιόσκ, τους συνοδεύουν τρεις συνταγματάρχες των ατζέμογλαν, οι οποίοι εμποδίζουν το πλήθος να τους προσβάλει πετώντας πέτρες ή αρπάζοντας τα πολύτιμα υφάσματά τους. Υπάρχουν επίσης ατζέμογλαν διάσπαρτοι ανάμεσα στις τάξεις τους. Οι Εβραίοι διατάχθηκαν να περπατούν εντελώς χωριστά από όλες τις άλλες συντεχνίες και ομάδες, επειδή δεν αναμειγνύονται ποτέ με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα όχι με μωαμεθανούς, εναντίον των οποίων τρέφουν πολύ μοχθηρό μίσος. Δεν παίρνουν κρασί από τα χέρια κανενός άλλου παρά μόνο Εβραίων και περπατούν λοιπόν χωριστά από όλους τους άλλους πανδοχείς, που αποτελούν την τελευταία από τις συντεχνίες, κατανεμημένους σε τμήματα.
Αυτή η πομπή του αυτοκρατορικού στρατοπέδου ξεκινά την πορεία της την αυγή και συνεχίζει όλη την ημέρα μέχρι τη δύση του ηλίου. Την ανοίγουν οι τσαούσηδες που ονομάζονται αλάι-τσαούς και ανέρχεται στον αριθμό των διακοσίων χιλιάδων ανδρών, όπου όλοι περνούν ένοπλοι σαν θάλασσα που βροντάει κι αστράφτει. Αποτελεί καθιερωμένο έθιμο ότι καθεμιά από αυτές τις συντεχνίες, όταν φτάσει κοντά στον νέο κήπο, στο μνημείο του Χοσρέβ-πασά, παρουσιάζεται μπροστά στο σπίτι του δικαστή της Ισλαμπόλ, γιατί αυτός είναι η αρχή που έχει την εποπτεία όλων των μέτρων και σταθμών και συγκαλεί τις συντεχνίες. Είναι νόμος (κανούν) ότι όλες αυτές οι συντεχνίες πρέπει να δωρίσουν στον μουλά ή δικαστή της Ισλαμπόλ τα είδη και εμπορεύματα που εξέθεσαν σε δημόσια επίδειξη, αλλά μερικά αφαιρούνται με αυτή την ευκαιρία. Αφού αποδοθεί αυτός ο σεβασμός στον πρώτο άρχοντα της πρωτεύουσας, οι συντεχνίες συνοδεύουν τους αξιωματούχους τους στα καταλύματά τους και όλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους. Όλο το εμπόριο και η εργασία διακόπτονται στην Ισλαμπόλ, εξαιτίας αυτής της πομπής, για περίοδο τριών ημερών, κατά τη διάρκεια των οποίων η αναταραχή και η σύγχυση της πομπής γεμίζουν την πόλη σε βαθμό που δεν πρέπει να εκφραστεί με τη γλώσσα και που μόνο εγώ, ο φτωχός Εβλία, τόλμησα να δώσω μια ιδέα του. Πουθενά αλλού δεν έχει δει κανείς, ούτε πρόκειται να δει, τέτοια πομπή. Θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή μόνο με τις αυτοκρατορικές εντολές του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Τέτοιο είναι το πλήθος και ο πληθυσμός της μεγάλης εκείνης πρωτεύουσας Ισλαμπόλ, την οποία ο Θεός να φυλάει από κάθε ουράνιο και επίγειο κακό και να την αφήνει να κατοικείται μέχρι το τέλος του κόσμου. Αμήν! Από τον Κύριο όλων των Προφητών. Δόξα τω Θεώ που τελείωσα το έργο της περιγραφής των συντεχνιών και των εταιρειών της Ισλαμπόλ. Τώρα επιστρέφω στον σκοπό μου με τη βοήθεια του Θεού.
Για τον πληθυσμό της Ισλαμπόλ
Σεΐντ ή σερίφ, συγγενείς του Προφήτη, 3.036. Ιερωμένοι (ουλεμάδες), 3.000. Σεΐχηδες, 2.000. ιμάμηδες, 3.006. Χατίμπ (προσευχητές της Παρασκευής), 3.005. Τις ευχές μου σε εσάς. Ο αριθμός των εμπόρων και των εργατών, των στρατιωτικών και των διαφόρων σωμάτων έχει ήδη αναφερθεί.
Ποιητές της εποχής του σουλτάνου Μουράτ Δ’
Πρώτον, ο σουλτάνος των ποιητών, ο Νεφί Τσελεμπή, του οποίου τα εγκώμια θα γέμιζαν κι άλλον τόμο, αν ανέφερα όλα τα προϊόντα της πένας του.
Σαγίρ Ραΐζ, δάσκαλος στα Κασίντε.
Ουαχντετί, ασύγκριτος σε στροφές πέντε στίχων.
Αρμι-ζάντε Χάλετ Τσελεμπή, απαράμιλλος στο τετράστιχο.
Κεβκεμπί, χωρίς αντίπαλο στις υπέροχες περιγραφές.
Σάμι, ο συγγραφέας των αραβικών Κασίντ. Πνίγηκε στο πέρασμά του από την Ισλαμπόλ στο Σκουτάρι.
Μουφτής Γιαχιά Εφέντης. Ο Ατάγι Τσελεμπή, συνεχιστής του έργου Σακάικ και καλός ιστορικός.
Μπεχάγι Μοχάμεντ Εφέντης, έγινε μουφτής το έτος 1060.
Χαμπί Τσελεμπή, ο οποίος είναι ο Φιρντούσι της εποχής του στην ιστορία.
Γανι-ζάντε Ναντίρι Τσελεμπή, που είναι το θαύμα της εποχής του.
Βιφακ-ζάντε Φαΐζ Εφέντης, καλός γραμματικολόγος και ποιητής.
Σερίφ Σάμπρι Εφέντης, Αριστοτέλης στην επιστήμη των γρίφων.
Οκτζι-ζάντε Σάχι, όχι μόνο καλός ποιητής, αλλά και σάχης των επιστολικών συγγραφέων.
Χασάν Κεφρί Μπεχαγί, καλός σατιρικός συγγραφέας και αστρονόμος.
Μεσρεμπί, εξαιρετικός σε στροφές πέντε και έξι στίχων.
Μαντικί Εφέντης, ο οποίος στο Σακί-ναμέ του, ή βιβλίο του οινοχόου, έχει συνθέσει ένα έργο που αξίζει να συγκριθεί με το Μαντικάτ-ταΐρ (λογική των πτηνών) του σεΐχη Ατάρ.
Τιφλί Τσελεμπή, ο οποίος ήταν αναγνώστης του Σάχ-ναμε στον σουλτάνο Μουράτ Δ’. Τον έλεγαν Λεϊλέκ Τιφλί, πελαργό Τιφλί, λόγω του ψηλού του αναστήματος. Συνέθεσε ένα ευχάριστο ντιβάν.
Ναϊλί Τσελεμπή, που συνέθεσε στα τουρκικά και τα αραβικά, εκτός από το τουρκικό ντιβάν του.
Σιβρί Εφέντης, πατέρας του προηγούμενου, συγγραφέας ενός ντιβάν.
Ο Ταρζί Τσελεμπή, που άφησε το Ζιλέχ-ναμέ του και ένα Ουασέτ-ναμε, που είναι είδος ηθικής κληρονομιάς που βγήκε από το στόμα του Τιφλί και ένα ντιβάν.
Υπάρχουν επίσης στην Ισλαμπόλ κάποιοι ταχυδακτυλουργοί που ονομάζονται χεζαντζιάν (ειδικευμένοι σε χίλιες τέχνες), οι οποίοι θα μπορούσαν να δίνουν μαθήματα στον Διάβολο, να βάζουν ψύλλους σε κλουβιά και ψείρες μπροστά από κάρρο, να πετούν με φτερά αετού από τον πύργο του Γαλατά στο Σκουτάρι και κοντολογής να κάνουν απίστευτα πράγματα.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
| <-Τμήμα 79 | 1. Προύσα-> |
