| <-Τμήμα 80 | 2. Ταξίδι στη Νικομήδεια-> |
1. Ταξίδι στην Προύσα
Ύμνους στον Θεό! Γατί πάνω απ’ όλα είναι καθήκον των ανθρώπων και των γενών να τον υμνούν, που έκανε τους ουρανούς και όλα τα θαύματα εκεί, τους Άγγελους και την Εδέμ και τον Ριζβάν, τον φύλακα του Παραδείσου. Που δημιούργησε τριαντάφυλλα και τουλίπες, αηδόνια και κρήνες που κελαρίζουν, μαργαριτάρια και κοράλλια, το φεγγάρι και τον λαμπερό ήλιο. Χαιρετισμούς και στον προφήτη Αχμέτ, ο οποίος από την οικογένειά του πέτυχε τη θεϊκή του αποστολή! Δόξα στον Δημιουργό! Που από το τίποτε με κάλεσε σε ύπαρξη και με προόρισε να τον υπακούω, επιβάλλοντάς μου τα καθήκοντα του Ισλάμ, την προσευχή, τη νηστεία, την ελεημοσύνη και το προσκύνημα. Για την εκπλήρωση αυτού του ιερού καθήκοντος εγώ ο Εβλία, ο ταπεινός υπηρέτης του, άφησα την οικογένειά μου και με την επιθυμία να κάνω το προσκύνημα, δοκίμασα πρώτα τις δυνάμεις μου ξεκινώντας, τον μήνα Μοχαρέμ 1040, ταξίδι με τα πόδια στα περίχωρα και τις γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, η περιγραφή των οποίων περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο αυτών των ταξιδιών. Διακαής επιθυμία μου ήταν να δω την Ιερουσαλήμ και τη Βαγδάτη, τη Μέκκα και τη Μεδίνα, το Κάιρο και τη Δαμασκό, σύμφωνα με το όνειρό μου που διηγήθηκα στην εισαγωγή του πρώτου τόμου αυτών των ταξιδιών, όταν ο προφήτης εμφανίστηκε σε μένα μέσα στη νύχτα και εγώ, από λάθος της γλώσσας, αντί της συνήθους μορφής, Σιφάτ για ρεσούλ-αλλάχ (Μεσολάβησε, απεσταλμένε του Θεού), του είπα Σιγιαχάτ για ρεσούλ-αλλάχ (Ταξίδεψε, απεσταλμένε του Θεού) και εκείνος, χαμογελώντας ευγενικά, χορήγησε την επιθυμία μου.
«Ό,τι θέλει ο Θεός, προετοιμάζει τα μέσα για την επίτευξή του». Έτσι δέκα χρόνια μετά από αυτό το όνειρο, όταν ήρθα στο σπίτι του φίλου μου Οκτζή Ζάντε Τσελεμπή, διαπίστωσα ότι γίνονταν προετοιμασίες για ταξίδι στη Μπούρσα. Με κάλεσε να είμαι ο σύντροφός του σύμφωνα με το απόφθεγμα «Πρώτα ο σύντροφος, ύστερα ο δρόμος» και είπε: «Ας περάσουμε ένα δεκαπενθήμερο επισκεπτόμενοι όλα τα αξιόλογα μνημεία της Μπούρσα: τους τάφους των Οθωμανών σουλτάνων, ιδιαίτερα εκείνον του μεγάλου Αγίου Εμίρ Σουλτάν και με την επίσκεψη αυτή ας φωτίσουμε τις καρδιές μας». Αποδέχθηκα αυτήν την πρόταση ως θεϊκή έμπνευση, λέγοντας «Στο όνομα του Θεού!», στην οποία ανταποκρίθηκαν όλοι οι παρόντες, δίνοντάς μας τις καλύτερες ευχές τους για επιτυχημένο ταξίδι.
Για πρώτη φορά τότε, χωρίς τη γνώση της οικογένειάς μου, ξεκίνησα αυτό το ταξίδι, το έτος 1050, συνοδευόμενος από είκοσι φίλους σε σκάφος από τα Μουδανιά, αφήνοντας την πόλη της Κωνσταντινούπολης, τον τόπο γέννησής μου, με πρόθεση να δω άλλες πόλεις και χωριά. Ο παρών τόμος δίνει περιγραφή αυτού του ταξιδιού, το οποίο έκανα ως συνέπεια του στίχου του Κορανίου «Ταξιδέψτε εκεί με ασφάλεια μέρα και νύχτα» και περιγράφει όλες τις δυσκολίες στις οποίες υποβλήθηκα. Γιατί σύμφωνα με την παράδοση του Προφήτη, «Ένα ταξίδι είναι κομμάτι της κόλασης». Σηκώσαμε άγκυρα στο Εμίργκιουνε, στον Βόσπορο και πιάσαμε στο Φιντικλί για να ανέβουν ως επιβάτες μερικοί έξυπνοι ναυπηγοί. Και το πρωί της πρώτης Παρασκευής του Μοχαρέμ [Ιουλίου] του έτους 1050 [1640] οι ναυτικοί, θεωρώντας τον χρόνο ευνοϊκό για πλεύση, ξεδίπλωσαν τα πανιά και πέρασαν το Σεράι Μπουρνού στρέφοντας την πλώρη του πλοίου προς τη Μπούρσα, τον σκοπό του ταξιδιού μας. Όλοι οι επιβάτες ήσαν πολύ χαρούμενοι και μερικοί από αυτούς, τραγουδώντας πνευματικά τραγούδια, ικέτευαν τον Κύριο για ευχάριστο ταξίδι. Κάποιοι μουσικοί με ενθάρρυναν να τους συνοδεύσω στις προσπάθειές τους και έτσι, ύστερα από σχετική εισαγωγή, σταθεροποιήθηκα στο μέτρο γκιρντάνιε και τραγούδησα τρία τετράστιχα και ένα σουμαγί από τις συνθέσεις του δερβίση Ομερμπέστε. Αρκετοί από τους ανθρώπους του σκάφους μας συνόδευαν με τα όργανά τους, τα τσοκούρ, με τέτοιο αποτέλεσμα, που το νερό έμπαινε στο στόμα των ακροατών με απόλαυση. Μέσα σε αυτές τις διασκεδάσεις φτάσαμε στο νησί Χέιμπελι (Χάλκη Πριγκηπονήσων), δεκαοκτώ μίλια από την Κωνσταντινούπολη και εννέα σε περίμετρο. Έχει περίφημο μοναστήρι, το οποίο επισκέπτονται κάθε χρόνο πολλά σκάφη από την Κωνσταντινούπολη. Οι κάτοικοι είναι όλοι πλούσιοι Έλληνες, καπετάνιοι και καραβοκύρηδες. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι είναι ο μποσταντζή-μπασης (της Κωνσταντινούπολης) και ένας αξιωματικός των γενίτσαρων. Από εκεί σηκώσαμε άγκυρα με σφοδρό άνεμο. Το σκάφος έκοβε τα κύματα με ταχύτητα σαν να έβγαζε φωτιά και ύστερα από πέντε ώρες πλεύσης έδεσε ευτυχώς στην ακτή των Μουδανιών.
Περιγραφή της πόλης και του αρχαίου φρουρίου των Μουδανιών
Χτίστηκε από Ελληνίδα πριγκίπισσα που ονομαζόταν Μοδίνα. Εδώ μου δόθηκε η δυνατότητα να πραγματοποιήσω την προσευχή μου της Παρασκευής, την οποία έκανα με μεγάλη αφοσίωση και στη συνέχεια βγήκα για να δω την πόλη. Είναι το επίνειο της Μπούρσα και αποτελεί ασφαλές λιμάνι, προστατευμένο από τον άνεμο από επτά σημεία και ανοιχτό μόνο προς τον βορρά. Το αγκυροβόλιο είναι εξαιρετικό. Μπροστά στο λιμάνι βρίσκεται το τελωνείο, η μίσθωση του οποίου ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο άσπρα. Η πόλη είναι χτισμένη δίπλα στη θάλασσα, σε χαμηλό βραχώδες έδαφος. Ο ηγεμόνας Ορχάν, με την άδεια του πατέρα του Οσμάν, κατέκτησε αυτή την πόλη το έτος 721 (1321) και κατέστρεψε τα τείχη σε πολλά μέρη, ώστε να μην μπορεί πλέον να προσφέρει καταφύγιο στους άπιστους. Κυβερνάται από βοεβόδα υπαγόμενο στη Μπούρσα, την κύρια έδρα του σαντζακιού του Χονταβενκιάρ. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα την ημέρα. Τα ετήσια έσοδά του ανέρχονται σε 2.000 γρόσια. Αυτή η θέση δίνεται μερικές φορές στον μουλά της Μπούρσα ως πασμακλίκ (για ατομικά μικροέξοδα). Όλα τα σπίτια είναι επενδυμένα με τούβλα. Υπάρχουν τρία τζαμιά και επτά μεστζίντ, τρία χάνια, λουτρό, δύο σχολεία για αγόρια και διακόσιοι μικροί δρόμοι. Αλλά δεν υπάρχει χώρος για ανάγνωση του Κορανίου ή της παράδοσης, γιατί ο μεγαλύτερος αριθμός των κατοίκων είναι Έλληνες. Υπάρχουν υπέροχοι κήποι που παράγουν ανώτερης ποιότητας σύκα και σταφύλια. Από το έξοχο ξύδι της έχει αποκτήσει το όνομα Ντάρχιλ (οίκος του ξυδιού). Νοτιοανατολικά της πόλης περνούσαμε έφιπποι συνεχώς μέσα από κήπους και το καλλιεργημένο πεδίο που ονομάζεται Φιλεντάρ. Ο ποταμός Νιλούφερ, που δεν μπορεί είναι διαβατός στις αρχές της άνοιξης, είναι καθαρό ρέμα, που πηγάζει από τα βουνά Ρουμπάν, Κετελί και Καστέλ, ποτίζει την κοιλάδα του Φιλεντάρ και χύνεται στην Άσπρη Θάλασσα. Ο κεντρικός δρόμος τον διασχίζει πάνω από όμορφη γέφυρα, κάθε αψίδα της οποίας μοιάζει με την αψίδα του ουρανού. Το όνομά της, καθώς και το όνομα του ποταμού, το πήρε από την οικοδόμο της, την πριγκίπισσα Νιλούφερ, κόρη σουλτάνου (του Ορχάν). Αφού συνεχίσαμε το ταξίδι μας ανάμεσα σε κήπους και αμπελώνες για δύο ώρες, φτάσαμε στην πόλη Μπούρσα, το εμπορικό κέντρο του μεταξιού, την αρχαία πρωτεύουσα αυτής της χώρας (Βιθυνία).
Η πόλη της Μπούρσα έχοντας χτιστεί προς τον βορρά πάνω σε φυσικούς βράχους, δεν έχει τάφρο, αλλά από την πλευρά της κύριας κρήνης (μπουνάρ-μπασι) και της γειτονιάς των Μύλων έχει βαθιά [τάφρο], η οποία κατά την εποχή των ασιατικών εξεγέρσεων των Καρά Γιαζιτζή, Καλεντέρ και Σαΐντ Άραμπ μπαζώθηκε. Μερικές από τις πέτρες των τειχών έχουν το μέγεθος τρούλου λουτρού και μερικές φέρουν επάνω τους ελληνικές επιγραφές. Η πόλη προστατεύεται από τους νότιους και ανατολικούς ανέμους επειδή βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Όλυμπος. Τα σπίτια έχουν θέα προς βορρά και κοιτάζουν πάνω από τον κάμπο του Φιλεντάρ. Το φρούριο, η περίμετρος του οποίου είναι 11.000 βήματα, έχει 6.000 επάλξεις, εξηνταεπτά πύργους και τέσσερις πύλες, δηλαδή την πύλη της κύριας κρήνης, την πύλη της φυλακής, την πύλη των θερμών λουτρών προς τα δυτικά και την πύλη της ιχθυαγοράς. Αυτό το φρούριο πολιορκήθηκε περισσότερες από μία φορά από τους Σελτζούκους, οι οποίοι ήρθαν με στρατό 20.000 ανδρών. Η πολιορκία κράτησε επτά ή οκτώ μήνες, με τους πολιορκητές να αποσύρονται μόνο με την προσέγγιση του χειμώνα. Ο Οσμάν, ο ιδρυτής της Οθωμανικής δυναστείας, την πολιόρκησε τρεις φορές, αλλά αναγκάστηκε την τελευταία φορά από επίθεση της ποδάγρας να αποσυρθεί στο Ικόνιο. Έστειλε τον γιο του Ορχάν με τον σεΐχη Χατζή Μπεκτάς, ο οποίος ανανέωσε την πολιορκία και έχτισε δύο μεγάλους πύργους, έναν δίπλα στα θερμά λουτρά (Καπλίτζα) και τον άλλο από την πλευρά της κύριας κρήνης (μπουνάρ-μπασι), ο οποίος πήρε επτά μήνες για να ολοκληρωθεί. Ο Ορχάν τοποθετήθηκε ο ίδιος στο θερμό λουτρό, έβαλε τον ανιψιό του Τιμούρ-μπεγκ στην κύρια κρήνη και τον Γιαλαμπαντζίκ-μπεγκ στην πλευρά του βουνού. Παραδόθηκε [η πόλη] το 722 (1322), ύστερα από πολιορκία ενός έτους, ενώ ο Οσμάν πέθανε τη στιγμή που έλαβε την είδηση. Ο Ορχάν, ο διάδοχός του, μπήκε στη Μπούρσα με τον Χατζή Μπεκτάς, έστησε εκεί την κατοικία του και έθαψε το σώμα του πατέρα του στο κάστρο. Ο Οσμάν κατέκτησε εβδομήντα πόλεις κατά τη διάρκεια της ζωής του πατέρα του Ερτογρούλ. Η πρώτη του κατάκτηση ήταν το Κοτζαέλι από τον Ακτσέ Κοτζά. Κοντά στη Νίκαια στο κάστρο του Βαϊλακαμπάντ, γεννήθηκε ο γιος του Ορχάν από την κόρη του σεΐχη Εντεμπαλή, ο οποίος είχε σχέση με τον προφήτη, κι έτσι οι Οθωμανοί σουλτάνοι είναι σεγίντ ή σερίφ από την πλευρά της μητέρας. Ο σεΐχης Τουρσούν, ο πρώτος ιερός άνδρας τους, ήταν συγγενής του σεΐχη Εντεμπαλή και είπε την πρώτη προσευχή από τον άμβωνα στο όνομα του σουλτάνου Οσμάν. Η Μπούρσα σύντομα κατοικήθηκε από μουσουλμάνους εποικιστές από όλες τις περιοχές.
Περιγραφή των κτιρίων της Μπούρσα
Το εσωτερικό του φρουρίου περιέχει 2.000 σπίτια και πολλά ψηλά παλάτια, αλλά όχι κήπους. Υπάρχουν επτά συνοικίες και άλλα τόσα τζαμιά, λουτρό και είκοσι καταστήματα. Το τζαμί του σουλτάνου Ορχάν είναι τετράγωνο με πλευρά 110 πόδια, με μιναρέ ενός ορόφου. Ο σουλτάνος Ορχάν βρίσκεται θαμμένος εδώ και το μεγάλο τύμπανο που ονομάζεται τύμπανο του Ορχάν είναι αναρτημένο σε αυτό το τζαμί. Χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Ορχάν. Το παλάτι στο κάστρο ήταν η κατοικία των πρώτων Οθωμανών αυτοκρατόρων μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β’, ο οποίος το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο σουλτάνος Μουράτ Α’ διέμενε προηγουμένως στην Αδριανούπολη. Δεδομένου ότι η Μπούρσα είχε τον δική της μποσταντζή-μπαση (όπως η Κωνσταντινούπολη), οι δρόμοι του κάστρου είναι στρωμένοι με μεγάλες πέτρες, ενώ σε ορισμένα σημεία βρίσκονται πέτρες με επιγραφές της εποχής των απίστων, από τις οποίες μπορεί να διαπιστωθεί πριν πόσο καιρό έχουν χτιστεί τα σπίτια. Είναι όλα χτισμένα από πέτρα, επενδεδυμένα με τούβλα και έχουν ένα είδος εξαγωνικών καμινάδων για να βγάζουν τον καπνό, που δείχνουν πολύ όμορφες. Σε ορισμένα μέρη αναπτύσσονται επίσης κυπαρίσσια και αμπέλια, ενώ από την ανύψωση του εδάφους, ο αέρας είναι πολύ υγιεινός.
Οι δημόσιοι αξιωματούχοι της Μπούρσα
Ο πρώτος είναι ο πασάς του σαντζακίου Χονταβεντκιάρ, που διορίζεται με εισόδημα (χας) 618.079 άσπρα. Υπάρχουν 420 φέουδα που ονομάζονται ζιαμέτ και 1.005 τιμάρ. Η φεουδαρχική πολιτοφυλακή διοικείται από αλάι-μπεγκ, τσερί-μπαση και γιόζ-μπαση και συγκεντρώνεται με εντολή του πασά σε καιρό πολέμου. Ο πασάς ηγείται πεντακοσίων δικών του ανδρών. Ο δικαστής (μουλάς) διορίζεται με 500 άσπρα και προάγεται από εδώ στις θέσεις της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης. Είναι υψηλό αξίωμα, αποτιμώμενο σε ετήσια βάση σε 40.000 γρόσια. Επτά ναΐμπ (ηγέτες) στην πόλη υπάγονται στον μουλά. Οι πέντε άλλες περιοχές είναι αυτές της Κίνα, Φίλε, Αμπολόνια [Απολλωνιάς], Καστέλ και Τσοκούρτζε. Οι αστικοί αξιωματούχοι είναι ο τσοκαντάρ των γενίτσαρων, ο αρχιθαλαμηπόλος (καπουτζή-μπασης), ο στρατιωτικός διοικητής των γενίτσαρων, ο συνταγματάρχης των ντουφεξήδων (τζεμπελή), ο αξιωματικός των σπαχήδων (κεχαγιά-γερι). Ο μουφτής, ο επικεφαλής των σερίφ, ο επιθεωρητής του μεταξιού, του τελωνείου, ο βοεβόδας της πόλης και ο προεστός, που όλοι έχουν εξουσία ζωής και θανάτου.
Η κάτω πόλη οχυρώθηκε την εποχή του Μωάμεθ Γ’, του κατακτητή της Έρλα, εναντίον των ανταρτών της Ανατολίας Καρά Γιαζιτζή, Καλεντέρογλου, Ντελή Χασάν και Τζενέτογλου, αλλά δεν είναι πολύ ισχυρή. Εκτείνεται από τα ανατολικά προς τα δυτικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Όλυμπος για μήκος ενός παρασάγγη και πλάτος μισού παρασάγγη. Το κύκλωμα είναι 1.500 βήματα, τα τείχη δεν είναι πολύ ψηλά. Υπάρχει μία μόνο τάφρος κοντά στην πύλη των Τατάρων και πουθενά αλλού και δεν υπάρχει καμία ανάγκη για αυτήν, γιατί αν ένας εχθρός σκάψει προσεγγίσεις, το νερό θα κατακλύσει τα χαρακώματα. Κανόνια και φαλκονέτα είναι τοποθετημένα στους πύργους, τα οποία πυροδοτούνται σε γιορτές. Δεν υπάρχει άλλη φρουρά εκτός από τους θυρωρούς, αλλά υπάρχουν 6.000 φρουροί στην πόλη. Οι πύλες είναι σιδερένιες και πάνω από κάθε μία υπάρχουν πύργοι, απ’ όπου μπορούν να ρίχνονται χειροβομβίδες και πέτρες στους πολιορκητές. Η πύλη των Τατάρων ανοίγει προς την ανατολή, αυτή των Φιλεντάρ προς βορρά και εκείνη του Χασάν Πασά προς την Καάμπα. Υπάρχουν 20.000 μικρά και μεγάλα σπίτια χτισμένα στο αρχαίο στυλ. Το πιο εμφανές απ’ όλα είναι η αρχαία κατοικία των αυτοκρατόρων, στην άνω πόλη ή φρούριο. Έχει τρία λουτρά και τριακόσια δωμάτια, αλλά όχι κήπο λόγω της στενότητας του χώρου. Υπάρχουν σε όλη την πόλη 166 γειτονιές μουσουλμάνων, επτά Αρμενίων, εννέα Ελλήνων, έξι Εβραίων και μία Κοπτών. Η γειτονιά των μεσκίν (λεπρών) είναι ξεχωριστή γειτονιά που οδηγεί στον δρόμο του σουλτάνου Μουράτ. Το πάνω τμήμα της πόλης με τον Όλυμπο να υψώνεται στο φόντο είναι όμορφο όταν το βλέπει κανείς από τον κάμπο του Φιλεντάρ, απόσταση μιας ώρας από αυτόν και μπορώ πραγματικά να πω ότι δεν έχω δει τίποτε σαν αυτό κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μου. Η Μπούρσα είναι πολύ ευσεβής πόλη, όπου αφθονούν οι ιερωμένοι, οι επεξηγητές του Κορανίου και οι φύλακες της παράδοσης, που δεν είναι πουθενά αλλού τόσο πολυάριθμοι, εκτός από τη Βαγδάτη. Ο Όλυμπος στο πίσω μέρος της πόλης, στη νότια πλευρά, είναι ορυχείο τρεχούμενου νερού. Όχι λιγότερες από 1.060 γνωστές πηγές αναβλύζουν από αυτόν και υδρεύουν άφθονα παλάτια και σπίτια. Αφθονεί επίσης σε όλα τα είδη των λουλουδιών, ιδιαίτερα σε πασχαλιά (εργιβάν). Η ετήσια συγκέντρωση του Εμίρ Σουλτάν, που πραγματοποιείται την εποχή που η πασχαλιά είναι ολάνθιστη, είναι πολύ διάσημη. Οι όμορφοι κάτοικοι, ο καλός αέρας, το γεμάτο αγιότητα νερό, συμβάλλουν συνολικά, ώστε να καθιστούν τη Μπούρσα ένα από τα πιο υπέροχα σημεία στη γη.
Περιγραφή των αυτοκρατορικών και άλλων τζαμιών
Υπάρχουν συνολικά 1.040 χώροι λατρείας, 357 από τους οποίους είναι τζαμιά σουλτάνων, βεζίρηδων και άλλων μεγάλων ανδρών. Το πρώτο είναι το μεγάλο τζαμί Ουλού-τζαμί που χτίστηκε από τον Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ σε ευάερο, υπερυψωμένο σημείο της Μπούρσα. Στηρίζεται από μεγάλους τετράγωνους στύλους, οι βάσεις των οποίων είναι επιχρυσωμένες και ζωγραφισμένες στο ύψος του ανθρώπου με επιγραφές όπως, «Για Χαννάν» (Ω παντελεήμονα!), «Για Μεννάν» (Ω φιλεύσπλαχνε!), «Γιά Ντιγιάν» (Ω άψογε!), «Για Χασάν» (Ω πανέμορφε!) και άλλα ονόματα του Θεού. Τα γράμματα αυτών των επιγραφών έχουν ύψος τρεις πήχεις. Δεκαεννέα θόλοι καλυμμένοι με μόλυβδο και στεφανωμένοι με χρυσές ημισέληνους στηρίζονται από αυτούς τους πυλώνες. Ο εικοστός τρούλος είναι τοποθετημένος στο κέντρο του τζαμιού και αφήνεται ανοιχτός, ώστε να μπαίνει φως και αέρας, αλλά τα πουλιά και τα ζώα κλείνονται έξω με πλέγμα από ορειχάλκινο σύρμα. Ακριβώς κάτω από αυτόν τον τρούλο υπάρχει στρογγυλή λεκάνη νερού, όπου κολυμπούν ψάρια και απ’ όπου η μουσουλμανική κοινότητα παίρνει το νερό που είναι απαραίτητο για τις πλύσεις τους. Ο άμβωνας, φτιαγμένος από μαύρη καρυδιά, είναι σκαλισμένος επιδέξια και πελεκημένος με λουλούδια και αραβουργήματα όλων των ειδών. Πρέπει οπωσδήποτε να τον δει κανείς, γιατί είναι τόσο υπέροχος, που δεν μπορεί να περιγραφεί εύκολα, ενώ δεν υπάρχει πουθενά αντίστοιχος, εκτός από τη Σινώπη στη Μαύρη Θάλασσα. Το μαχφίλ ή το μέρος όπου οι μουεζίνηδες επαναλαμβάνουν την προκήρυξη της προσευχής, είναι ζωγραφισμένο με μεγάλη τέχνη. Το τζαμί φωτίζεται από γυάλινα παράθυρα στις τέσσερις πλευρές και το πάτωμα είναι καλυμμένο με χαλιά που δεν υπάρχουν αλλού, επειδή αυτό το τζαμί είναι τόσο πλούσια προικισμένο. Φωτίζεται τη νύχτα από επτακόσιους λυχνίες και είναι γεμάτο με κόσμο όλες τις ώρες, επειδή εδώ δίνονται τουλάχιστον εβδομήντα διαλέξεις σε επιστημονικά θέματα, σε 2.000 μελετητές. Η απόσταση της μιας πλευρικής πύλης από την άλλη είναι τριακόσια πενήντα πόδια και από την πύλη της Καάμπα μέχρι το μιχράμπ εκατόν ογδόντα πόδια. Έχει τρεις πύλες. Στην αριστερή πλευρά, την πύλη του ορατορίου του αυτοκράτορα (μαχφίλ), την πύλη της Καάμπα (απέναντι από το μιχράμπ) και στη δεξιά πλευρά, την πύλη του Μέχκεμε. Έξω από την πύλη της Καάμπα υπάρχει πέτρινος πάγκος. Δεν έχει μεγάλη αυλή όπως άλλα τζαμιά, αλλά μικρή, στο κέντρο της οποίας ο μουφτής Αμπντούλ-Αζίζ Εφέντης έχει χτίσει λεκάνη με σωλήνες νερού.
Δεξιά και αριστερά υπάρχουν δύο ψηλοί μιναρέδες από τούβλα και σε εκείνον της πύλης Μέχκεμε υπάρχει σιντριβάνι, το νερό του οποίου προέρχεται από τον Όλυμπο, αλλά τώρα είναι ερειπωμένο, καθώς οι σωλήνες έχουν σαπίσει από τα χρόνια. Όταν βρέχει, το νερό συλλέγεται στη λεκάνη αυτού του σιντριβανιού, στην κορυφή του μιναρέ και τα πουλιά συρρέουν εδώ για να πιουν. Κοντολογής, δεν υπάρχει πιο ιερό τέμενος από αυτό στη Μπούρσα. Είναι η Αγία Σοφία της Μπούρσα και έτσι έχει περιγραφεί πρώτο, αλλά το πρώτο που εγκαινιάστηκε με χρονολογική σειρά, ήταν εκείνο του Ορχάν στο πάνω κάστρο.
Το τζαμί του Χονταβενκιάρ ή σουλτάνου Μουράτ Α’
Στη δυτική πλευρά της Μπούρσα, σε απόσταση μισής ώρας, σε ξεχωριστό προάστιο που ονομάζεται Εσκικαπλίτζα βρίσκεται το τζαμί του σουλτάνου Μουράτ, χτισμένο σε ιδιαίτερο ύφος, επειδή ο αρχιτέκτονας ήταν Φράγκος. Το κάτω μέρος είναι αφιερωμένο στη λατρεία και το πάνω αφιερωμένο στην επιστήμη. Κατανέμεται σε δωμάτια για μαθητές, έτσι ώστε ο καθένας να μπορεί να ακολουθήσει τις οδηγίες του ιμάμη κατά την προσευχή. Το μήκος από την πύλη Καάμπα μέχρι το μιχράμπ είναι εκατό πόδια και το πλάτος εβδομήντα πόδια. Σε μία από τις στήλες εμφανίζεται γεράκι, το οποίο, έχοντας κληθεί από τον σουλτάνο Μουράτ Α’ και μη υπακούοντας, μετατράπηκε με την κατάρα του σε πέτρα. Αυτό το τζαμί έχει μία πύλη και μιναρέ ύψους ενός ορόφου, αλλά όχι αυλή.
Το τζαμί του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α’
Είναι μικρό τζαμί, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Μπούρσα, περιβαλλόμενο από χωράφια και κήπους, αλλά όχι πολυσύχναστο, λόγω της απόστασής του από την πόλη. Έχει μήκος εκατόν πενήντα πόδια και πλάτος εκατό, στο παλιό απλό στυλ και παρέμεινε ημιτελές κατά τη διάρκεια του πολέμου του Τιμούρ, αλλά ολοκληρώθηκε από τον Μούσα, τον γιο του Γιλντιρίμ.
Το τζαμί του Μωάμεθ Α’
Αυτό το διάσημο και κομψό τζαμί, γνωστό με το όνομα Γεσίλ Ιμαρέτ (πράσινο κτίριο), χτισμένο εξ ολοκλήρου από μάρμαρο, στέκεται σε λόφο στην ανατολική πλευρά της Μπούρσα και έχει δύο τρούλους χωρίς κίονες, μήκους εκατόν οκτώ και πλάτους ογδόντα ποδιών. Είναι αδύνατο να δοθεί μια ιδέα για το μιχράμπ (βωμό) και το μινμπάρ (άμβωνα), επειδή το σκάλισμα είναι πέρα από κάθε σύλληψη. Η μόνη πύλη είναι επίσης διακοσμημένη με τόσο κομψά σκαλίσματα- αραβουργήματα, που δεν θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν λεπτότερα, ακόμη και με πέννα πάνω σε κινέζικο χαρτί [ριζόχαρτο]. Ο τεχνίτης πέτρας που εργάστηκε σε αυτήν την πύλη, αφιέρωσε τρία ολόκληρα χρόνια σε αυτήν, κατά τη διάρκεια των οποίων έλαβε 40.000 δουκάτα από τον Μωάμεθ Α’, όπως αναφέρεται γενικά. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει τζαμί με πιο κομψή και εξαίσια κατασκευή στον κόσμο. Ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε πράσινο κτίριο προκύπτει από τον τρούλο και τον μιναρέ που καλύπτονται με πράσινη πορσελάνη, η οποία ακτινοβολεί σαν σμαράγδια στον ήλιο. Ψηλά πλατάνια περιβάλλουν το εξωτερικό. Δεν είδα πιο υπέροχο τζαμί στη Μπούρσα, ενώ άλλοι ταξιδιώτες λένε ότι δεν είδαν πουθενά αλλού.
Το τζαμί του Μουράτ Β’, γιου του Μωάμεθ Α’
Στη δυτική πλευρά της πόλης υπάρχει συγκεκριμένο προάστιο που αποτελείται από αυτό το τζαμί και τα παρελκόμενα του, σχολές, χάνια και κήπους. Οικοδόμος ήταν ο Μουράτ Β’, ο γιος του Μωάμεθ Α’ και πατέρας του Μωάμεθ Β’, ο οποίος πέθανε στην Αδριανούπολη και θάφτηκε εδώ. Είναι ιερό τέμενος και έχει δύο θόλους. Από την πύλη της Καάμπα μέχρι το μιχράμπ το μήκος είναι εκατόν πενήντα πόδια, το πλάτος εξήντα. Ο βωμός (μιχράμπ), ο άμβωνας (μινμπάρ) και η θέση των μουεζίνηδων (μαχφίλ) είναι στο αρχαίο απλό ύφος. Χτίστηκε το έτος 850 (1446). Ψηλά πλατάνια κοσμούν την αυλή. Πολλοί πρίγκιπες της οθωμανικής οικογένειας είναι θαμμένοι εδώ.
Το τζαμί του Εμίρ Σουλτάν
Αυτό το τζαμί είναι χτισμένο σε ανάχωμα και είναι το τελευταίο από τα ατοκρατορικά τζαμιά που επισκέφθηκα.
Στην ανατολική πλευρά της πόλης βρίσκεται το τζαμί του μουλά Άραμπ Τζεμπάρι, μικρό τζαμί που χτίστηκε σύμφωνα με το πρότυπο του μεγάλου Ουλού-τζαμί. Η εξαιρετική του θέση προσκαλεί τους ανθρώπους να προσευχηθούν εκεί. Το τζαμί του Ουφτάντι Εφέντη βρίσκεται στο εσωτερικό κάστρο. Από τα μεστζίντ ή μικρά τζαμιά (όπου το κουτμπέ δεν λέγεται τις Παρασκευές) είναι το κύριο. Το Μεστζίντ Ζεϊνιλέρ, το κτίριο του μουφτή Αμπντούλ-λατίφ, όπου διάβασα το Κοράνι από την αρχή μέχρι το τέλος σε μία μέρα, χωρίς διακοπή. Εδώ ο μουλάς Χοσρέβ συνέθεσε το διάσημο βιβλίο του. Εκείνη την εποχή διακόσια τζαμιά καλυμμένα με μόλυβδο και επτακόσιοι μιναρέδες φαίνονταν από το Καζί-γιαγλά, ένα ύψωμα στα μισά της διαδρομής μέχρι τον Όλυμπο.
Οι σχολές της Μπούρσα
Οι σχολές είναι εκείνες των Ορχάν, Γιλντιρίμ, Μουράτ, Μωάμεθ Α’, Εμίρ σουλτάν, Ισά-μπεγκ, Κασέμ πασά, Τζονέιντ, Κάντρι, Τενάρι, Ζεϊνουντίν, Χάφι, Βαγιαζήτ-Πασά και Χάμζα-μπεγκ.
Τα μοναστήρια, ιμαρέτ, χάνια, κρήνες, μύλοι και σεμπίλ της Μπούρσα
Υπάρχουν τριακόσια μοναστήρια, τα πιο όμορφα από τα οποία είναι εκείνο του μεβλάνα Τζελαλεντίν, που περιέχει ογδόντα κελιά για δερβίσηδες και μέρος για τον χορό (σιμάα). Εκείνο του Εμίρ-Σουλτάν, καλυμμένο εξ ολοκλήρου με μόλυβδο, το οποίο στέκεται σε ψηλό λόφο. Εκείνο των Ζεϊνιλέρ, της αίρεσης του Ναμάν Μπεν Τάμπετ. Εκείνο του Ουφταντί Εφέντη, στο εσωτερικό κάστρο, των δερβίσηδων Χαλβετί. Εκείνο του Αμπντάλ Μουράτ Σουλτάν των μπεκτασήδων, ανδρών ένθερμων στην ευλάβεια, που ασκεπείς και ξυπόλητοι, με ανοιχτό στήθος, συνοδεύουν τους μουσουλμάνους που συχνάζουν σε αυτόν τον ευχάριστο περίπατο. Χτίστηκε από τον Ορχάν και διαθέτει περισσότερα από χίλια τσουκάλια, τηγάνια και χάλκινα δοχεία. Οι επισκέπτες ασκούν τη λατρεία τους εδώ. Εκείνο του σεΐχη Κιλί κοντά στον σταθμό των καμηλιέρηδων. Καθώς οι δερβίσηδες είναι μπεκτασήδες και πολύ φτωχοί και δεν έχουν κληροδότημα, χτίστηκε από τον σουλτάνο Ορχάν. Εκείνο του Αμπντάλ Σουλτάν Μούσα που χτίστηκε από τον ίδιο. Εκείνο του Ακμπούκ Σουλτάν του τάγματος των μπεκτασήδων. Εκείνο του Άμπου Ισάκ Κασούλι που είναι θαμμένος στο Ερζερούμ, μέσα από την πύλη της Ταμπρίζ. Εκείνο του Γκιουλσενί. Δεκαεπτά μοναστήρια των Χαλβετί, εννέα των Κάντρι, τρία των Ναξμπεντί, ένα των Ρουφάις, ένα των Καλεντέρ και ένα των παλαιστών.
Τα ιμαρέτ (τραπεζαρίες για τους φτωχούς) είναι εκείνα των Μουράτ Α’, Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ, Εμίρ Σουλτάν και του Μωάμεθ Α’, που ονομάζεται πράσινο.
Υπάρχουν εκατόν οκτώ χάνια. Το κυριότερο είναι το χάνι του ρυζιού, το οποίο έχει σιδερένιες πύλες, μεγάλο στάβλο, αντάξιο του Αντάρ, με διακόσια κελιά. Το χάνι του μεταξιού, του ίδιου μεγέθους, όπου κατοικεί ο επιθεωρητής του μεταξιού. Η συλλογή του δασμού του μεταξιού εκχωρείται για τριακόσια πουγγιά τον χρόνο. Το χάνι του βούτυρου, στην πύλη του οποίου είναι κρεμασμένο ένα βαρέλι, το οποίο, γεμάτο με μπούζα, το ήπιε κάποτε όλο ένας μόνο άνθρωπος, που είχε στοιχηματίσει ότι θα το έκανε. Υπάρχουν επίσης εβδομήντα χάνια που ονομάζονται μουτζερέντ χάνια, για εργένηδες. Το καραβανσεράι του Αλή Πασά χτίστηκε από τον Σινάν, τον διάσημο αρχιτέκτονα και έχει θυροφύλακες.
Οι κρήνες της Μπούρσα ανέρχονται σε 2.060, καθεμιά από τις οποίες ανταγωνίζεται την πηγή της ζωής. Ο ίδιος ο μουφτής Αζίζ Εφέντης έφτιαξε διακόσιες, με το όνομά του να εμφανίζεται σε όλες, με επιγραφή που ζητούσε μια φάτιχα από εκείνους που έπιναν. Εκτός από αυτές τις δημόσιες κρήνες, καθένα από τα 23.000 σπίτια έχει τη δική του παροχή. Από ορισμένες πηγές, υδατορροές περνούν από σπίτι σε σπίτι κατά μήκος των δρόμων και μεταφέρουν νερό σε πολλές λεκάνες, σωλήνες νερού, λουτρά και κήπους. Η πόλη είναι χτισμένη στους πρόποδες του Ολύμπου και τα σπίτια υψώνονται σε σειρές η μία πάνω από την άλλη, με το νερό να ρέει φυσικά προς αυτές. Υπάρχουν δεκαεπτά πηγές, από τις οποίες προέρχεται αυτή η μεγάλη ποσότητα νερού. Η κύρια είναι εκείνη που ονομάζεται μπουνάρ-μπασι [κεφαλάρι], η οποία αναβλύζει από τον βράχο σε πολλά σημεία του Ολύμπου και απλώνεται στην πόλη. Τα κεφαλάρια Σουντερλί, Τσατάλ Καϊνάκ, Κεπίζ, Νάσι Ντερσί, Σομπράν, Αρετζλί, Τσαρσού, Μπελόρ Καϊνάκ, Σαμανλή Καϊνάκ, όπου το τελευταίο πήρε αυτό το όνομα (πηγή του άχυρου), επειδή πηγάζει από τον Όλυμπο, ρέει για κάποια απόσταση υπόγεια και ξαναβγαίνει στην επιφάνεια σε άλλη θέση, κάτι που αποδεικνύεται από την επανεμφάνιση άχυρων που είχαν βάλει στο πάνω μέρος του ρέματος. Η Σεκέρ Καϊνάκ (πηγή της ζάχαρης). Η Σελάμ Κιασί Καϊναγί. Η Κιράλ Καϊνάκ (πηγή του βασιλιά). Η Μουράτ -Ντεντέ Καϊναγί. Με λίγα λόγια υπάρχουν δεκαεπτά μεγάλες πηγές, που δίνουν το πιο καθαρό και κρύο νερό. Αλλά καθώς τα κανάλια αποσυντίθενται με την πάροδο του χρόνου, οι φύλακες των υδραγωγείων, τη νύχτα, ρίχνουν μέσα τους κοπριά αλόγων, με την οποία φράζονται τα ανοίγματα αλλά χαλάει η καθαρότητα του νερού. Δεν θα τολμούσαν να το κάνουν αυτό κατά τη διάρκεια της ημέρας, επειδή θα τιμωρούνταν γι’ αυτό από τους δημόσιους αξιωματούχους.
Οι νερόμυλοι είναι εκατόν εβδομήντα και διαδέχονται ο ένας τον άλλον από το κεφαλάρι (μπουνάρ-μπασι) μέχρι την ψαραγορά και κάτω μέχρι το Μπαλαμπαντζίκ. Επίσης στην κοιλάδα του Εγζαντί, στα βυρσοδεψεία, στη συνοικία των λεπρών, στους πρόποδες του Κάστρου, στην πύλη του Χασάν Πασά κ.λπ. Οι εγκαταστάσεις διανομής νερού (σεμπίλ) είναι εξακόσιες. Αν και εδώ, όπως και στη Μπούρσα, υπάρχει τόση αφθονία νερού που αυτές οι εγκαταστάσεις είναι περιττές, ωστόσο η γενναιοδωρία των Οθωμανών σουλτάνων τις παρείχε για τη διανομή παγωμένου νερού τους καλοκαιρινούς μήνες.
Εγκώμιο των λουτρών της Μπούρσα
Η καθαριότητα και η κομψότητα του λουτρού του σουλτάνου Μωάμεθ είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Το λουτρό της Αϊνεμπεγκί-Τσαρσί ιδρύθηκε από τον Γιλντιρίμ Χαν. Το λουτρό του Ταχτούλ-Καλέ. Το λουτρό της Καγιαγάν Τσαρσί. Το λουτρό του Μποστάνι, του κάστρου των μαχαιράδων, του Μουράτ και του Γιλντιρίμ, έχουν όλα δύο δωμάτια το καθένα (τσίφτε). Υπάρχουν επίσης 3.000 ιδιωτικά λουτρά στα παλάτια, μερικά από τα οποία διατίθενται επίσης από τους ιδιοκτήτες σε δημόσια χρήση. Τα θερμά λουτρά στα τουρκικά ονομάζονται Ελίτζε. Στα αραβικά, Μαϊχαμίμ. Στα περσικά, Γκερμάμπ. Στη Ρούμελη, Καϊναρτζή (βράζοντα) και στη Μπούρσα, Καπλίτζε (από τον καπνό ο οποίος κρέμεται πάνω από αυτές τις θερμές πηγές). Στη γλώσσα των Μογγόλων ονομάζονται Κερένσα και στην Ευρώπη Μπάνιο. Αυτές οι πηγές είναι εμποτισμένες με θειάφι από ορυχεία, από τα οποία περνούν υπόγεια και όταν αναμειγνύονται με κρύο νερό, είναι εξίσου υγιεινές για λουτρό και για πόση, αλλά πίνοντας υπερβολικά, λέγεται ότι προκαλούν πτώση των δοντιών. Υπάρχουν πολλές εκατοντάδες θερμές πηγές στη Μπούρσα, οι οποίες, έχοντας παραμεληθεί την εποχή των απίστων, δεν έχουν καλυφθεί. Το θερμό λουτρό της παλιάς Καπλίτζε, που χτίστηκε από τον Μουράτ Α’, έχει μεγάλο θόλο που καλύπτει μεγάλη τετράγωνη λεκάνη δέκα ποδιών, στις τέσσερις πλευρές της οποίας υπάρχουν σκάφες πλυσίματος, με δύο απόμερους θαλάμους (χαλβετί). Μπαίνοντας σε αυτές, αισθάνεσαι τη σάρκα μαλακή σαν εκείνη του λωβού του αυτιού και όλη η ρυπαρότητα ξεβράζεται, καθώς προερχόταν από το σώμα. Η πόση του νερού είναι καλή θεραπεία για ταχυπαλμία και καρδιοχτύπι, αλλά συγκεκριμένη μέθοδος ορίζεται για εκείνους που χρησιμοποιούν τα λουτρά, η οποία, αν παραμεληθεί, φέρνει πλευρίτιδα.
Οι ακόλουθοι είναι οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται: Πρώτα, κάνετε μια κοινή πλύση στην άκρη της λεκάνης. Στη συνέχεια πλύνετε το κεφάλι με ζεστό νερό, ρίχνοντας λίγη ποσότητα πάνω στο σώμα προπαρασκευαστικά, για να μπείτε στο λουτρό, μέχρι να καλυφθεί ολόκληρο το σώμα. Μην παραμείνετε πολύ και ντυθείτε γρήγορα όταν βγαίνετε, για να αποφύγετε το κρυολόγημα. Αυτή η προφύλαξη είναι απαραίτητη και αν παραμεληθεί προκαλεί πολλές παθήσεις. Το πιο ισχυρό από όλα τα θερμά λουτρά της Μπούρσα είναι εκείνο του Μουράτ Α’. Τα αποδυτήρια, που είναι φτιαγμένα με το παλιό στυλ, δεν είναι κρύα.
Περιγραφή της θερμής πηγής του Τσεκιργκέ Σουλτάν
Το κτίριο είναι μικρό, αλλά το νερό του είναι πολύ χρήσιμο στη λέπρα. Λεπροί που έχουν ταλαιπωρηθεί για σαράντα χρόνια, θεραπεύονται αν πίνουν και λούζονται εδώ για σαράντα ημέρες. Τα άτομα που προσβάλλονται από αυτήν την ασθένεια χάνουν τα φρύδια και τις βλεφαρίδες τους και η αναπνοή τους γίνεται μολυσματική. Ο Θεός να τους κρατάει μακριά από εμάς! Υπάρχουν για αυτόν τον λόγο χωριστές συνοικίες για τους λεπρούς (μεσκίν) σε όλες τις πόλεις του Ρουμ.
Περιγραφή της θειούχας θερμής πηγής (Γκογκουρντί Καπλίτζε)
Είναι μικρό κτίριο και η πηγή είναι πολύ ζεστή και θειώδης. Χρησιμοποιείται κυρίως ως θεραπεία για τον κνησμό και την ψώρα και το προσωπικό (ντελάκ) ξέρει πώς να θεραπεύει τους ανθρώπους που έχουν επηρεαστεί. Όσοι αντέχουν να τους τρίβουν στους ιδιαίτερους θαλάμους για μισή ώρα, θα δουν μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες θαυμαστή αλλαγή. Το δέρμα ξεφλουδίζει σε μαύρα λέπια και το σώμα εμφανίζεται λευκό σαν ασήμι. Κοντολογής, το προάστιο της παλιάς Καπλίτζε, όπου υπάρχουν οι παραπάνω πηγές, αποτελείται από τριακόσια σπίτια με κήπους και θερμές πηγές, άλλες για άνδρες, άλλες για γυναίκες, άλλες για παιδιά και άλλες για ηλικιωμένους. Οι κάτοικοι της Μπούρσα, που είναι εξοικειωμένοι με τις ιδιότητές τους, έρχονται εδώ για να μείνουν ένα δεκαπενθήμερο με τους συγγενείς τους και χρησιμοποιούν τα λουτρά.
Περιγραφή της Νέας Καπλίτζε
Βρίσκεται κοντά στην πόλη σε βραχώδες μέρος και όλα τα κτίρια είναι καλυμμένα με μόλυβδο, όπως εκείνα της παλιάς Καπλίτζε. Παλιότερα ήταν μικρό κτίριο, αλλά ο σουλτάνος Σουλεϊμάν έχοντας θεραπευτεί εδώ από την ποδάγρα, διέταξε τον βεζίρη του, τον Σαρή Ρουστέμ Πασά, να φτιάξει μεγάλο λουτρό. Οι ταξιδιώτες του Μουλτάν, του Μπαλχ και της Μπουχάρα, λένε ότι δεν έχουν δει πουθενά λουτρό τόσο υπέροχο όπως αυτό. Τα αποδυτήριά του είναι απέραντο μέρος καλυμμένο με θόλους, ικανό να χωρέσει χίλιους ανθρώπους. Στους τοίχους του είναι γραμμένος, με γράμματα Ταλίκ, τουρκικός στίχος που λέει:
«Δεν υπάρχει στη ζωή άγχος με τα ρούχα,
καθώς όλοι πρέπει να γδύνονται εδώ».
Στο κέντρο αυτών των αποδυτηρίων υπάρχει λεκάνη και στη μέση της λεκάνης κρήνη. Υπάρχουν περισσότεροι από εκατό επιθεωρητές, που περπατούν γύρω με ψηλά τσόκαρα, καθώς και καθαροί συνοδοί (ντελάκ). Η εσωτερική λεκάνη (το ίδιο το λουτρό) έχει τρούλο, που μερικοί λένε ότι έχει ύψος εκατό πήχεις, είναι καλυμμένος με μόλυβδο και τρυπημένος με εξακόσια γυάλινα παράθυρα. Η λεκάνη είναι σαν θάλασσα, στην οποία κατεβαίνεις από έξι μαρμάρινα σκαλιά. Στις τέσσερις γωνίες της υπάρχουν μορφές λιονταριών και δράκων, που εκτοξεύουν το νερό από το στόμα τους. Στη θέση ψύξης (σουκλίκ) υπάρχει σιντριβάνι που εκτοξεύει το νερό μέχρι την κορυφή. Δίπλα στη λεκάνη υπάρχουν οκτώ μεγάλοι θόλοι, κάτω από καθέναν από τους οποίους υπάρχει πέτρινη γούρνα λουτρού, όπου εκείνοι που κάνουν τις πλύσεις τους μπορούν να δουν εκείνους που κολυμπούν στη λεκάνη. Το δάπεδο ολόκληρου του λουτρού είναι στρωμένο με πολύχρωμο μάρμαρο, σαν επισμαλτωμένο από χρυσοχόους. Διαθέτει δύο ιδιωτικούς θαλάμους (χαλβετί). Σε εκείνο στα δεξιά υπάρχει μικρή λεκάνη, το νερό της οποίας είναι εξαιρετικά ζεστό, αλλά όταν αναμειγνύεται με εκείνο μιας κρύας πηγής που είναι δίπλα, επιτυγχάνεται σωστή θερμοκρασία. Αν και αυτό το θερμό λουτρό δεν έχει τόσο καλή φήμη όσο το προηγούμενο, ωστόσο είναι ευχάριστο μέρος, το οποίο οι εραστές απολαμβάνουν με τους αγαπημένους τους, ιδιαίτερα τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες. Όταν αυτά τα λουτρά φωτίζονται με κεριά, χίλια κόλπα παίζουν οι λουόμενοι. Άλλοι καταδύονται, άλλοι κολυμπούν, άλλοι παλεύουν στο νερό, άλλοι φουσκώνουν τις ποδιές τους σε πανιά, άλλοι αναβλύζουν νερό από το στόμα τους, άλλοι ξαπλώνουν σαν νεκροί πάνω στο νερό, άλλοι ενώνουν τα χέρια και μιμούνται τις κραυγές των βαρκάρηδων, «Τίρα Μόλα», οδηγώντας το νερό γύρω, σαν ρουφήχτρα, πράγμα που αναγκάζει όλους όσοι βρίσκονται στο νερό να ακολουθήσουν τη γρήγορη περιστροφή του.
Υπάρχει επίσης ένα ιδιωτικό θερμό λουτρό, το Καϊναρτζέ, το οποίο, όπως πολλά άλλα, δεν είδα, επειδή ήμουν ξένος και μόλις ξεκινούσα τα ταξίδια μου.
Περιγραφή της αγοράς της Μπούρσα
Υπάρχουν 9.000 καταστήματα. Το μπεζεστένι είναι μεγάλο κτίριο με τέσσερις σιδερένιες πύλες ασφαλισμένες με σιδερένιες αλυσίδες. Ο θόλος του στηρίζεται σε ισχυρούς κίονες. Περιέχει τριακόσια καταστήματα (ντολάπ) σε καθένα από τα οποία στεγάζονται έμποροι, που είναι τόσο πλούσιοι όσο οι βασιλιάδες της Αιγύπτου. Η αγορά των χρυσοχόων είναι έξω από το μπεζεστένι και ξεχωριστή από αυτό. Όλα τα καταστήματα είναι πέτρινα. Υπάρχουν επίσης οι αγορές των ραφτάδων, των βαμβακάδων, των καπελάδων, των εμπόρων νήματος, των υφασματεμπόρων, των εμπόρων λινών, των εμπόρων σχοινιών και εκείνη που ονομάζεται αγορά της νύφης, όπου πωλούνται απόσταγμα ρόδου, μόσχου, αμπεριού κ.λπ. Τα μυαλά των περαστικών ανανεώνεται από τις πιο υπέροχες μυρωδιές και κανένας δεν θέλει να αφήσει αυτό το μέρος, λόγω της ευωδιάς των αρωμάτων και της ευγένειας των εμπόρων του. Αυτές οι αγορές έχουν δημιουργηθεί γύρω από το μπεζεστένι και τα καταστήματα είναι διευθετημένα σε σειρές. Σε κάθε γωνία υπάρχει κρήνη που παρέχει νερό από δύο σωλήνες. Τους καλοκαιρινούς μήνες οι υπάλληλοι ραντίζουν το έδαφος με νερό, κι έτσι όλη η αγορά μοιάζει με σερντάμπ ή χώρο δροσισμού της Βαγδάτης. Οι πιο σημαντικοί άνδρες της Μπούρσα κάθονται εδώ τις πιο ζεστές ώρες της ημέρας. Σύμφωνα με τις περιγραφές ταξιδιωτών, δεν υπάρχει πουθενά τόσο ευχάριστη αγορά. Η αγορά του Χαλέμπ και εκείνη του Αλή Πασά στην Αδριανούπολη είναι διάσημες, αλλά ούτε αυτές, ούτε καν εκείνες της Κωνσταντινούπολης, δεν συγκρίνονται με τις αγορές της Μπούρσα. Οι σαμαράδες και η μεγάλη αγορά είναι οι πιο γεμάτες. Και εκείνη που καταλαμβάνουν οι πωλητές ψητού κρέατος κοντά στο χάνι ρυζιού είναι πολύ κομψή. Κανένα από τα τρόφιμα της Μπούρσα δεν πωλείται από άπιστους, αλλά όλα από πραγματικούς μουσουλμάνους. Τα καταστήματα των εμπόρων σερμπετιού είναι στολισμένα με κάθε είδους φλιτζάνια και το καλοκαίρι βάζουν λουλούδια στο σερμπέτι, ενώ το ανακατεύουν και με ροδόνερο, κάτι που δεν συνηθίζεται πουθενά αλλού. Οι έμποροι φρούτων στολίζουν τα καταστήματά τους με κλαδιά που φέρουν φρούτα. Υπάρχουν εβδομηνταπέντε καφενεία, όπου το καθένα χωράει χίλια άτομα, στα οποία συχνάζουν οι πιο κομψοί και μορφωμένοι από τους κατοίκους. Και τρεις φορές την ημέρα τραγουδιστές και χορευτές εκτελούν μουσική συναυλία σε αυτά, όπως εκείνες του Χουσεΐν Μπικάρα. Οι ποιητές τους είναι τόσοι πολλοί Χασάν και οι αφηγητές τους (μεντά) τόσο πολλοί Αμπούλ-μαλί. Ο πιο διάσημος για την αφήγηση ιστοριών από το Χαμζέ-ναμε είναι ο Κουρμπανί Αλή, ενώ ο σερίφ Τσελεμπή μάγευε τους ακροατές του με εκείνα που έλεγε από το Σάχ-ναμε. Άλλοι παραμυθάδες (κίσα χαν) ήσαν διάσημοι για την απαγγελία των παραμυθιών του Αμπού Μόσλεμ, του πελεκηφόρου, που μπορεί να συγκριθεί με τα απομνημονεύματα (σεΐρ) του Βεϊσί. Όλα τα καφενεία και ιδιαίτερα εκείνα κοντά στο μεγάλο τζαμί, είναι γεμάτα με άνδρες ειδικευμένους σε χίλιες τέχνες (χεζάρ-φέν). Ο χορός και η διασκέδαση συνεχίζεται όλη τη νύχτα και το πρωί πηγαίνει καθένας στο τζαμί. Αυτά τα καφενεία έγιναν διάσημα, μόνο αφού εκείνα της Κωνσταντινούπολης έκλεισαν με ρητή εντολή του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Υπάρχουν επίσης τουλάχιστον ενενηνταεπτά καταστήματα για μπούζα, των οποίων δεν υπάρχουν αντίστοιχα στον κόσμο. Είναι καλυμμένα εσωτερικά με φαγεντιανή, βαμμένα, ενώ το καθένα μπορεί να φιλοξενήσει χίλιους ανθρώπους. Το καλοκαίρι η μπούζα ψύχεται στον πάγο, σαν το σερμπέτι. Οι πιο σημαντικοί άνδρες της πόλης δεν ντρέπονται να μπαίνουν σε αυτά τα σπίτια μπούζας, αν και πληθώρα νέων, χορευτών και τραγουδιστών, ζωσμένων με ζώνες Μπούρσα, παρασύρουν εδώ τους εραστές τους στην καταστροφή. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με μεγάλες πέτρες από πυρόλιθο, ένα είδος πλακόστρωτου που δεν συναντιέται αλλού. Αυτές οι πέτρες δεν φθείρονται καθόλου με τα χρόνια, αλλά είναι επικίνδυνες για άλογα, τα οποία σκοντάφτουν πάνω τους επειδή είναι τόσο σκληρές και λαμπερές.
Περιγραφή της γέφυρας του Εργαντί
Μια αγορά για υφαντές έχει δημιουργηθεί και στις δύο πλευρές της γέφυρας του Εργαντί και στο Γκιόκντερε (κοιλάδα του Ολύμπου). Οι μικρές βιτρίνες κάθε καταστήματος κοιτάζουν προς τον χείμαρρο του Γκιόκντερε, που ρέει από κάτω. Τα καταστήματα είναι καλυμμένα με μόλυβδο και η γέφυρα κλείνεται από τις δύο πλευρές από σιδερένιες πύλες τρυπημένες με πολεμίστρες. Μέρος της γέφυρας προορίζεται για τη χρήση ξένων, για να δένουν τα άλογά τους. Δεν υπάρχει σκεπαστή γέφυρα σαν κι αυτήν, ούτε στην Αραβία, ούτε στην Περσία, ούτε στην Τουρκία. Το όνομα αυτής της γέφυρας, Εργαντί, προέρχεται από τη λέξη Εργαλαντί, που σημαίνει, «κουνήθηκε» και το οποίο συνδέεται με την ακόλουθη παράδοση:
Την εποχή του σουλτάνου Ορχάν, ένας πολεμιστής, πηγαίνοντας νωρίς στο λουτρό εδώ, άκουσε φωνή που έλεγε: «Να βγω ή όχι;» Ο στρατιώτης, που ήταν γενναίος, φώναξε «Βγες έξω», προσθέτοντας μία ή δύο βρισιές, οπότε ξεχύθηκε από τον τόπο από τον οποίο ερχόταν ο ήχος ένας πλούσιος θησαυρός, με μεγάλο κούνημα και τρέμουλο της γης (εργαλαντί). Ο στρατιώτης, βλέποντας τέτοια ποσότητα χρυσών νομισμάτων, πήγε και διηγήθηκε την ιστορία στον Ορχάν, ο οποίος τον συμβούλεψε να ξοδέψει σε ευσεβή έργα όσα του είχε παραχωρήσει έτσι ο Θεός. Πήρε τον θησαυρό στο σπίτι του, πλήρωσε το δέκατο ως φόρο και στη συνέχεια έφτιαξε αυτή τη γέφυρα, η οποία πήρε το όνομά της από την περίσταση. Υπάρχουν σαρανταοκτώ μεγάλες και μικρές γέφυρες μέσα και γύρω από τη Μπούρσα. Οι δρόμοι και μερικές από τις αγορές κοσμούνται με γιρλάντες σταφυλιών [κληματαριές], που φυτρώνουν εδώ σε μεγάλη αφθονία και άλλοι με ψηλά πλατάνια και ιτιές. Η Μπούρσα είναι πραγματικά πόλη-κήπος. Ο αριθμός των κήπων λέγεται ότι είναι 47.000, όλοι με πλήρη παροχή νερού.
Περιγραφή των περιπάτων και των χώρων αναψυχής της Μπούρσα
Από αυτούς δεν υπάρχουν λιγότεροι από τριακόσιους εξηνταπέντε, έτσι ώστε να υπάρχει ένας για κάθε μέρα του έτους. Ο ωραιότερος είναι εκείνος του μπουνάρ-μπασι [κεφαλαριού], όπου αν φας ψητό κρέας και πιείς νερό, αισθάνεσαι ξανά πεινασμένος αμέσως. Τέτοια πεπτική δύναμη έχει το νερό. Ένα τζαμί στολίζει αυτόν τον περίφημο περίπατο. Ο περίπατος του μεβλεβήχανε, ή μοναστηριού των δερβίσηδων, που χτίστηκε από τον Ορχάν, όπου δύο φορές την εβδομάδα συγκεντρώνονται οι μεβλεβήδες για τους θρησκευτικούς χορούς τους (σιμάα) και στη συνέχεια απολαμβάνουν τη φύση στα χωράφια. Ο περίπατος του Αμπντάλ Μουράτ Σουλτάν βρίσκεται σε κοιλάδα ψηλά στον Όλυμπο, απ’ όπου έχει κανείς την καλύτερη θέα της Μπούρσα. Η βλάστηση είναι τόσο πλούσια, που η γη φαίνεται καλυμμένη με πράσινο βελούδο. Υπάρχουν πλατάνια, ιτιές, κυπαρίσσια και πύξοι τεράστιου ύψους, κάτω από τη σκιά των οποίων δέκα χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να βρουν καταφύγιο. Κούνιες στερεώνονται με σχοινιά σε μερικά από αυτά τα δένδρα, όπου οι εραστές και οι αγαπημένοι τους κουνιούνται ο ένας από τον άλλο. Υπάρχουν πάγκοι για παρέα και πάγκοι για προσευχή. Είναι πολύ ευχάριστο μέρος και εκτείνεται όσο φτάνει το μάτι. Ο περίπατος του Φισντικλί είναι στολισμένος με πεύκα και είναι απομονωμένη αλλά πολύ ευχάριστη γωνιά. Ο περίπατος του Καρανφιλί, στον δρόμο προς την Καπλίτζα, είναι τόπος ανάπαυσης. Ο περίπατος του Καπλί Κιαγιά είναι ωραίο σημείο χωρίς κτίρια, που περιβάλλεται από δάση, ενώ εκείνος του Αμπντ-ουλ-μούμεν είναι πάνω από κάθε έπαινο. Έξω από την πόλη, στα ανατολικά, σε δάσος καστανιάς, μισή ώρα μακριά από τους πρόποδες του Ολύμπου, βρίσκεται η κρήνη της Ασσά, η οποία λέγεται ότι ανάβλυσε από θαύμα, όταν ο μεγάλος Άγιος Εμίρ Σουλτάν χτύπησε το ραβδί του (ασσά) στο έδαφος σε αυτό το σημείο. Οι καστανιές είναι εμβολιασμένα δένδρα και το καθένα δεν ζυγίζει πάνω από σαράντα [;] δράμια. Ο περίπατος του Σομπράν είναι επίσης στολισμένος με καστανιές. Ο τόπος του Ουλουμέστ είναι μοναστήρι για τη στέγαση ξένων. Ο τόπος ψυχαγωγίας του Καζή-γιαγλά (οροπέδιου του δικαστή) βρίσκεται στη μέση του Ολύμπου και ανεβαίνεις εκεί από κάτω σε πέντε ώρες. Το Οκ-μεϊντάνι ή τόπος τοξοβολίας είναι τόσο ευχάριστο μέρος, που είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Ο περίπατος στο βουνό των καλόγερων (Όλυμπος) πήρε το όνομά του από το γεγονός ότι ήταν το αναχωρητήριο των Ελλήνων μοναχών.
Διατριβή για τα βουνά
Ο Θεός δημιούργησε εκατόν σαρανταοκτώ βουνά, ως κλειδαριές της γης, η οποία συγκρατείται από αυτά όταν κλονίζεται από σεισμούς. Αυτό υπονοείται από τους στίχους του Κορανίου, «Δικά Του (του Θεού) είναι τα κλειδιά της γης και του Παράδεισου» και ξανά, «και τα βουνά ως στύλους». Σύμφωνα με τους γεωγράφους υπάρχουν στο πρώτο κλίμα δεκαεννέα, στο δεύτερο εικοσιεπτά, στο τρίτο τριανταένα, στο τέταρτο εικοσιτέσσερα, στο πέμπτο εικοσιεννέα, στο έκτο τριανταέξι και στο έβδομο τριανταεπτά μεγάλα βουνά. Η ρίζα όλων των βουνών είναι το όρος Κάφ, που ορίζεται έτσι από τον στίχο του Κορανίου, «Το Κάφ και το ένδοξο Κοράνι». Περιβάλλει τη γη και το φτάνουν οι Καλμούκοι πέρα από την παγωμένη θάλασσα. Το λένε στη γλώσσα τους Γιαλνταράκ Τακ. Αν αρέσει στον Θεό, θα το περιγράψω όταν αναλάβω αυτό το ταξίδι. Από την εποχή του Αλέξανδρου, μόνο οι Καλμούκοι έχουν δει το όρος Κάφ. Συγκεντρώνονται κάθε σαράντα ή πενήντα χρόνια στον αριθμό των εβδομήντα ή ογδόντα χιλιάδων, για να το επισκεφτούν. Ο Καύκασος (Κουχ-αλ-μπουρζ) κοιτάζει προς την έρημο των Τατάρων που ονομάζεται Χεϊχάτ, το μεγάλο βουνό της Γερμανίας (Ριζενγκεμπούργκ) και το βουνό του φεγγαριού, είκοσι φάρσανγκ πέρα από τον ισημερινό, εκεί όπου πηγάζει ο Νείλος. Το όρος Όλυμπος ήταν το πρώτο από αυτά τα βουνά που ανέβηκα με καλή παρέα. Πήραμε μαζί μας στρώματα, σκηνές και όλα τα απαραίτητα και ξεκινήσαμε από το μπουνάρ-μπασι ανηφορίζοντας για πέντε ώρες. Το πρώτο ύψωμα, το Γαζή Γιαγλά, ονομάζεται έτσι επειδή οι μουσουλμάνοι νικητές (γαζή) είχαν σταθμό εδώ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Μπούρσα, η οποία κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο. Είναι ευχάριστο σημείο με λιβάδια και καστανιές. Το μικρό ρυάκι που το διατρέχει είναι γεμάτο πέστροφες. Από αυτό το μέρος έχει κανείς πλήρη θέα της πόλης Μπούρσα. Πέντε ώρες πιο πέρα είναι το οροπέδιο που ονομάζεται Σομπράν Γιαγλασί, μεγάλη πεδιάδα με δάση από καστανιές. Υπάρχουν επίσης πέστροφες στις λίμνες της. Πήραμε πολλές από αυτές και τις φάγαμε τηγανητές με φρέσκο βούτυρο. Κάθε ψάρι έμοιαζε με ένα από τα πιάτα που πολλαπλασίασε ο Ιησούς μεταξύ των ανθρώπων (έξι χιλιάδες άνθρωποι). Εκατό περίπου χιλιάδες πρόβατα βόσκουν εδώ, που προέρχονται από τα σαράντα χιλιάδες πρόβατα του σουλτάνου Οσμάν. Οι βοσκοί είναι Τούρκοι. Μας έφεραν μερικά πρόβατα ως δώρα, τα οποία ψήσαμε αμέσως και περάσαμε τη νύχτα έξω, στην ύπαιθρο. Την επόμενη μέρα ιππεύσαμε πάλι προς νοτιοανατολική κατεύθυνση (προς Καάμπα) σε δρόμο στρωμένο με υάκινθους, τριαντάφυλλα, βασιλικό και άλλα λουλούδια, οι μυρωδιές των οποίων αρωμάτιζαν το μυαλό μας. Ανανεωθήκαμε με νερό από την τρεχούμενη πηγή και φτάσαμε ύστερα από τρεις ώρες ταξιδιού στο μέρος που ονομάζεται Μενζίλ Μπακατζάκ, όπου σταματήσαμε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες στα δάση, απολαμβάνοντας φρέσκα ψάρια και ψημένα πρόβατα. Αυτό το μέρος ονομάζεται Μπακατζάκ, ή Σκοπιά, επειδή από εδώ τις νύχτες πριν από το Ραμαζάνι κοιτούσαν για τη νέα σελήνη και μόλις την έβλεπαν, άναβαν φωτιά για να ειδοποιήσουν την πόλη, όπου ρίχνονταν κανονιοβολισμοί για να ανακοινώσουν την έναρξη της νηστείας. Αυτή η σκοπιά βρίσκεται στην κορυφή απομονωμένου βράχου, που απλώνεται προς την πόλη σαν προβοσκίδα ελέφαντα και κρέμεται πάνω από τόσο βαθύ γκρεμό, που κανένας δεν τολμά να κοιτάξει κάτω. Από αυτήν η πεδιάδα Φιλεντάρ, με όλα τα χωριά, τα χωράφια και τα καλλιεργημένα εδάφη της, φαίνεται σαν εικόνα σε χαρτί. Είναι τόσο απότομο και προεξέχον, που το μεγάλο τζαμί, το κάστρο και το μπεζεστένι της Μπούρσα μοιάζουν να βυθίζονται στη βάση του βουνού και από την κορυφή δεν φαίνονται καθόλου. Βράχοι που υψώνονται στον ουρανό έχουν εδώ την εμφάνιση πολλών παράξενων μορφών, όπως δράκων, ελεφάντων και αετών. Ανεβήκαμε ακόμη πιο μακριά στην κατεύθυνση της Καάμπα [νοτιοανατολικά], μέσα από ανθισμένα λιβάδια, όπου δεν φαίνονταν ψηλά δένδρα και ύστερα από πέντε ώρες φτάσαμε στον σταθμό του κεφαλαριού του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Είναι ευχάριστο σημείο, με πηγή νερού τόσο κρύου, που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βγάλει από αυτό τρεις πέτρες στη σειρά. Υπάρχει εδώ μεγάλη μάζα βράχου στο μέγεθος θόλου λουτρού, η οποία ταλαντώνεται όταν αγγίζεται, καθώς επίσης και πολλά ποταμάκια που περιέχουν πέστροφες, βάρους μιας ή δύο μπέκα η καθεμιά. Όταν αυτά τα ποταμάκια και τα ρυάκια παγώνουν τον χειμώνα, ο υπεύθυνος για τον πάγο (καρτζή-μπασης) στέλνει διακόσια ή τριακόσια άτομα να κόψουν τον πάγο, ο οποίος, διαφανής σαν κρύσταλλο και λαμπρός σαν διαμάντια, χρησιμοποιείται το καλοκαίρι από τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και της Μπούρσα για να κρυώνει το σερμπέτι τους. Εκατό περίπου φορτία γαϊδουριών φορτώνονται σε πλοία καθημερινά στα Μουδανιά, για χρήση από τα καφενεία, τις αυτοκρατορικές κουζίνες και το αυτοκρατορικό χαρέμι. Για τους βεζίρηδες, τους καζιασκέρηδες και τους μουφτήδες.
Περιγραφή του σκουληκιού του πάγου
Είναι σκουλήκι που υπάρχει μέσα στον πάγο και το χιόνι, τόσο παλιό όσο η δημιουργία, αλλά είναι δύσκολο να βρεθεί. Έχει σαράντα πόδια και σαράντα μαύρες κηλίδες στην πλάτη του, με δύο μάτια κόκκινα σαν ρουμπίνια, όλο πάγος, χωρίς γλώσσα και το εσωτερικό του γεμάτο με παγωμένο υγρό. Λάμπει σαν διαμάντι αλλά λιώνει γρήγορα, γιατί είναι όλο πάγος. Σε μέγεθος, είναι σαν τα αγγούρια που πωλούνται για σπόρους στο Λανγκαμπεστάν, άλλοτε μεγαλύτερο, άλλοτε μικρότερο. Το σκουλήκι του πάγου που έφερα στον σουλτάνο Ιμπραήμ ήταν μικρότερο από αγγούρι. Είναι αφροδισιακό, ακονίζει την όραση και κάνει έναν άνδρα τόσο υγιή και σφριγηλό, σαν νεογέννητο παιδί. Βρίσκεται σπάνια και είναι δουλειά των βασιλιάδων! Λέγεται ότι στον Καύκασο έχουν μέγεθος σκύλων, με τέσσερα πόδια, που ζουν και περπατούν μέσα στον πάγο και το χιόνι. Ας πιστέψουμε αυτόν που το λέει! Δεν τα έχω δει.
Πάνω από τον σταθμό του Σουλεϊμάν σταματά η βλάστηση και το βουνό είναι γυμνό. Ο Κουλέ Τζιχάν, ο πύργος του κόσμου, βρίσκεται στην πιο ψηλή κορυφή του βουνού των μοναχών (Όλυμπος) από όπου, κάτω από τα πόδια σου, τα σύννεφα φαίνονται να περνούν πάνω από την πόλη. Είναι ταξίδι δύο ημερών από τη Μπούρσα μέχρι την κορυφή.1 Όντας τόσο ψηλά, είναι εντελώς γυμνή. Τα βουνά της Κιουτάχειας φαίνονται από τη νότια πλευρά, τα βουνά του Σογκούτ από την ανατολή και από τη δυτική πλευρά τα βουνά της Καλλίπολης, πέρα από την Άσπρη Θάλασσα. Οι κορυφές του Επταπυργίου και των μιναρέδων του Σουλτάναχμετ μπορούν να διακριθούν από εδώ, όταν ο ήλιος λάμπει στην Κωνσταντινούπολη. Από το ύψος του είναι τόσο εκτεθειμένο στον άνεμο, που αν οι άνθρωποι δεν κολλήσουν πάνω ή δεν προστατευτούν πίσω από τα βράχια, ο άνεμος θα τους σηκώσει σαν βαμβάκι. Στο ψηλότερο σημείο υπάρχει τόπος ταφής, οι τέσσερις πλευρές του οποίου αποτελούνται από τεράστιες πέτρες. Είναι ο τάφος του Σαντάν, του γιου του Λάνδα, ο οποίος λέγεται ότι είχε καταφύγει εδώ από τον φόβο του Χάμζα. Κοντά του υπάρχει βαθύ σκοτεινό σπήλαιο που οδηγεί σε εβδομήντα ή ογδόντα μικρά κελιά, όπου κατοικούσαν καλόγεροι την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σε μερικά από αυτά υπάρχουν επιγραφές στα ελληνικά και τα λατινικά, ηλικίας δύο χιλιάδων ετών. Οι άνθρωποι που έρχονται στην κορυφή γράφουν επίσης τα ονόματά τους σε αυτό το μέρος. Ανεβήκαμε ξανά στα άλογά μας και φτάσαμε ύστερα από δέκα ώρες πορείας, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας, στο ύψωμα του νικητή, Γαζή Γιαγλά, απ’ όπου, ύστερα από ιππασία δέκα ακόμη ωρών, φτάσαμε στη Μπούρσα.
Γλώσσα, ενδυμασία και κατασκευές των κατοίκων της Μπούρσα
Υπάρχουν πολλές χιλιάδες πλούσιοι έμποροι και μορφωμένοι ιερωμένοι που ντύνονται με πανωφόρια από σαμούρι. Όντας στην Ασία, η γλώσσα έχει σχέση με την τουρκική. Επομένως λένε Αχμέτ Τσεπού αντί για Αχμέτ Τσελεμπή, Μεμέτ Τσεπού αντί για Μοχάμεντ Τσελεμπή, Ασμίλ αντί για Ισμαήλ, Τζαφάρ αντί για Τζαφέρ, καθώς και κάποιες λέξεις και εκφράσεις εντελώς άγνωστες. Όμως οι νέοι άνδρες της πόλης μιλούν με μεγάλη καθαρότητα. Η κύρια ασχολία τους είναι η μεταξουργία, η κατασκευή βελούδων και άλλων υλικών της Μπούρσα που ονομάζονται σερένγκ και τσάτμα. Η Μπούρσα είναι επίσης φημισμένη για την κατασκευή μαξιλαριών για καναπέδες.
Το κλίμα της Μπούρσα
Η μεγαλύτερη μέρα είναι δεκαπέντε ώρες. Οι κάτοικοι έχουν ωραίο χρώμα λόγω του υγιεινού αέρα, αλλά καθώς ο Όλυμπος εμποδίζει τους νότιους ανέμους, ο αέρας είναι θαμπός και βαρύς όταν φυσούν. Η νεολαία είναι πολυάριθμη και έχει εξυμνηθεί σε πολλά ποιήματα για την πόλη (σεχρενγκίζ). Οι γυναίκες είναι εξαιρετικές καλλονές, με καλοσχηματισμένα δόντια και καλά οργανωμένα λόγια. Τα μαλλιά τους, με μπούκλες και τυλιγμένα σε κοτσίδες, εξυμνούνται στην ποιητική έκφραση κεσούι μεργούλε. Οι άνδρες φτάνουν σε πολύ μεγάλη ηλικία. Κοντολογής, τα ευχάριστα πλεονεκτήματα που προσφέρει αυτή η πόλη δεν συναντιούνται αλλού. Οι άνθρωποι έχουν χαριτωμένο ανάστημα, ασημένια σώματα, είναι προσεκτικοί και τόσο εύγλωττοι, που όταν μιλούν, ποτέ δεν αποτυγχάνουν να ασκήσουν τη μεγαλύτερη επίδραση στους ακροατές τους.
Τα φαγητά, ποτά και φρούτα της Μπούρσα
Το πρώτο είναι λευκό ψωμί του είδους που ονομάζεται σουμούν, το οποίο είναι τόσο καλό, όσο το καλύτερο της Κωνσταντινούπολης. Ύστερα εκείνο το είδος ψωμιού που ονομάζεται τσακίλ, σαν λευκά τριαντάφυλλα. Το γκιόζλεμε, το κέρντε, είδος ψητού αρνιού μαγειρεμένου πάνω από σόμπα (τενούρ). Τα πολύ παχιά πρόβατα προέρχονται από τον Όλυμπο. Διάσημος είναι επίσης ο λευκός χαλβάς της Μπούρσα.
Τα ποτά είναι το υπέροχο νερό της κρήνης μπουνάρ-μπασι και άλλων δεκαεπτά κύριων πηγών. Εξαιρετικός καφές από την Υεμένη, πολύ καλή μπούζα, το σερμπέτ χανεντάν-μπεγκ (χαμογελαστός ηγεμόνας), εκείνα των Τιρελίογλου, Καρανφιλί και Σουτζάμπ.
Οι καρποί είναι αχλάδια σαράντα ημερών, εξαιρετικά σταφύλια, βερίκοκα, κεράσια και κάστανα φημισμένα σε όλο τον κόσμο. Αυτά τα κάστανα, βάρους σαράντα δραμιών το καθένα, μπαίνουν σε σούβλες μαζί με το κρέας, ο χυμός του οποίου τα διαπερνά. Γίνονται τόσο χυμώδη, που είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσει κανείς να τα τρώει, μέχρι να πεθάνει. Οι μουριές των επτά ημερών είναι επίσης διάσημες. Η πεδιάδα του Φιλεντάρ είναι στρωμένη με φυτείες μουριάς, επειδή το κύριο προϊόν της Μπούρσα είναι το μετάξι, το οποίο λέγεται ότι είναι ανώτερο από το περσικό μετάξι του Σιρβάν.
Τα βιοτεχνικά προϊόντα είναι βελούδο σε χρώμα ρουμπινί, όπως εκείνο που κατασκευάζεται στη Γένουα, λινά Μπούρσα σε διαφορετικά χρώματα, ποδιές που ονομάζονται κιρκ-καλέμ, πουγγιά από μετάξι, μεταξωτά δίχτυα και τέλος μαξιλάρια από κομμένο βελούδο που ονομάζεται τσάτμα μουνακάς κατιφέ.
Επίσκεψη στα μνημεία και τους τάφους των πρώτων Οθωμανών σουλτάνων
Η οικογένεια των Σελτζούκων έφτασε στη χώρα του Ρουμ (τις ασιατικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) το έτος 476 (1083). Συμμάχησαν πρώτα με την οικογένεια Ντανισμέντ και κατέλαβαν μαζί τους τις περιοχές της Μαλάτειας, της Καισάρειας, της Αλάγια και της Κόνια. Οι Σελτζούκοι ανέλαβαν διαμονή στην τελευταία πόλη [Ικόνιο], ενώ η οικογένεια Ντανισμέντ κατοικούσε σε εκείνες των Σίβας [Σεβάστεια] και Ερζερούμ. Ο Μελέκ Γαζή πέθανε στη Νικσάρ και είναι θαμμένος εκεί. Ο Άλα-αντ-ντίν ο ηγεμόνας της οικογένειας των Σελτζούκων, ονομαζόμενος Τογρούλ-μπεγκ, ο πρόγονος της οικογένειας των Οθωμανών από τον Μαχάν ήταν συγγενής του και τον έκανε μπεγκ. Έκανε κάποιες εισβολές από την Κόνια στη Νίκαια, Μπούρσα και Νικομήδεια. Ο Ερτογρούλ-μπεγκ, στον οποίο απονεμήθηκε τύμπανο και λάβαρο, δεν είχε ακόμη το δικαίωμα να κόβει νομίσματα και να μνημονεύεται το όνομά του στην προσευχή της Παρασκευής. Θάφτηκε στο Σογουτζέκ κοντά στη Νίκαια. Ο γιος του, ο Οσμάν–μπεγκ, ήταν ο πρώτος απόλυτος μονάρχης της οθωμανικής οικογένειας του οποίου το όνομα χτυπήθηκε σε νόμισμα και ειπώθηκε προσευχή από τον Τουρσούν Φακίχ το 699 (1299). Παντρεύτηκε την κόρη του σεΐχη Εντεμπαλή που έγινε μητέρα του Ορχάν και μέσω της οποίας οι Οθωμανοί σουλτάνοι συνδέονται με τον προφήτη. Μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β’ αυτοί οι ηγεμόνες ονομάζονταν μπεγκ. Ο Μωάμεθ Β’ ήταν ο πρώτος που ονομάστηκε σουλτάνος από τον Ακ-Σεμσεντίν και του οποίου το όνομα χτυπήθηκε σε νομίσματα. Ο Σελήμ Α’ ανακηρύχθηκε τότε υπηρέτης της Μέκκας και της Μεδίνας από τον Κεμάλ-Πασαζάντε, ενώ ο Εμπουσούντ Εφέντης, ο περίφημος μουφτής, πρόσθεσε στον τίτλο του σουλτάνου Σουλεϊμάν, εκείνον του σουλτάνου των δύο ηπείρων και χακάν των δύο θαλασσών, γιατί είχε κατακτήσει τη Βαγδάτη και τη Ρόδο, αλλά αν έχανε κάποια από αυτές, θα έχανε και τον τίτλο.
Σύντομη περιγραφή των κατακτήσεων του Οσμάν Χαν
Κατέκτησε τα κάστρα Μπιλετζίκ, Αϊνεγκιόλ, Καρα-χισάρ, Ινογκί, Ιζνίκ, Κιοπρού-χισάρ, Ελιμπάντ-χισάρ, Καστέλ, Κίτα, Μπίγα, κ.λπ. Ο Οσμάν-μπεγκ βασίλεψε εικοσιένα χρόνια μετά τον θάνατό του σουλτάνου Άλα-αντ-ντιν και πέθανε σε ηλικία εξηνταεννέα ετών, αφού βασίλευσε εικοσιέξι χρόνια, τη στιγμή που η Μπούρσα έπεφτε στα χέρια του γιου του.
Κατακτήσεις του σουλτάνου Ορχάν
Τα κάστρα των Γιαζί, Κόγκρε και στη Ρούμελη, Γιάνμπολι, Γκαλίμπολι, Μοντερνί, Κοτζαέλι, Ιζνικμίτ, Μπελακαμπάντ, Μπούρσα, Ταρακλί, Γκοϊνέκ, Καρασί, Μπαλίκερσι, Μπέργκαμα, Αντρεμίτ, Ασλούνα, Ροντοστό και Μπούλαϊρ. Το τελευταίο κατακτήθηκε από τον Σουλεϊμάν-Πασά, τον γιο του Ορχάν, ο οποίος είναι θαμμένος εκεί.
Επίσκεψη στον τάφο του σουλτάνου Ορχάν
Ο σουλτάνος Ορχάν πέθανε το έτος 771 (1360). Θάφτηκε μαζί με τον πατέρα του Οσμάν κάτω από τρούλο στο τζαμί του εσωτερικού κάστρου. Πέθανε, ύστερα από σαρανταένα χρόνια βασιλείας, σε ηλικία εξηντατεσσάρων ετών. Ήταν ήπιος μονάρχης, πατέρας των φτωχών και πολεμιστής στους δρόμους του Θεού. Οι ιεροί άνδρες της εποχής του ήσαν: Ο Δαυίδ Καϊσαρί της Καραμανίας, που ονομάστηκε Καϊσαρί επειδή μεγάλωσε στη Καισάρεια. Σχολίασε το κείμενο του Μοχαγιουντίν Αραμπί και ήταν δεύτερος Ταφταζανί στη μυστικιστική επιστήμη. Ήταν ο πρώτος καθηγητής (μουδερής) της σχολής που έχτισε ο σουλτάνος Ορχάν στη Νίκαια. Ο μουλάς Άλα-αντ-ντίν που συνήθως ονομάζεται Εσβέντ Χότζα (ο μαύρος κύριος), ο οποίος σχολίασε δογματικά το έργο Μογνί-ουλ-λεμπίμπ καθώς και το βιβλίο Βικαγίτ. Ο μουλάς Τζεντερελί Καρά Χαλίλ, ο οποίος έγινε αρχικά καζιασκέρης της Ανατολίας από τον Ορχάν. Ο μουλάς Χασάν Καϊσαρί, ένας από τους μεγαλύτερους νομικούς ειδικούς. Έγραψε καλό σχολιασμό για την ανδαλουσιανή προσωδία, ήταν μαθητής του Μοχαγιουντίν και ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στη Δαμασκό.
Σημείωση για τον Χατζή Μπεκτάς, τον μεγάλο Άγιο
Όταν ήταν νέος, δεν ανακατευόταν ποτέ με άλλα αγόρια, αλλά επιδίωκε απόσυρση και περιφρονούσε όλες τις κοσμικές αναζητήσεις. Αρνήθηκε να δεχτεί το αξίωμα του σουλτάνου που του πρόσφερε ο πατέρας του, ο οποίος πέθανε ως ηγεμόνας στο Χορασάν. Επί σαράντα χρόνια δεν έκανε τίποτε εκτός από προσευχή και νηστεία και έφτασε σε τέτοιο βαθμό τελειότητας, που τη νύχτα, κατά τη διάρκεια του ύπνου του, η ψυχή του μετανάστευε από το σώμα του στον κόσμο των πνευμάτων και αυτός γέμιζε με τη μυστικιστική επιστήμη των πνευμάτων και θεϊκή γνώση. Μια μέρα οι άνθρωποι του Χορασάν του ζήτησαν να κάνει ένα θαύμα ως απόδειξη της ιερότητάς του. Έκανε τότε πολλά θαύματα και αναγνωρίστηκε από όλους τους μεγάλους άνδρες του Χορασάν ως ανώτερός τους. Ο πρόγονός μου, ο στύλος των στύλων, ο σουλτάνος της μάθησης, το κεφαλάρι της επιστήμης, ο επικεφαλής των σεΐχηδων του Τουρκεστάν, ο Χότζα Αχμέτ Γεσούι Ιμπν Μοχάμεντ Χανέφι, ήταν μαθητής του και άφηνε να εννοηθεί ότι είχε λάβει από εκείνον ακόμη και το δώρο της κατεύθυνσης προς την ευδαιμονία (ιρσάντ) και την πραγματική ιδιότητα του δερβίση, την οποία ο Γαβριήλ έφερε από τον Παράδεισο, με τα σύμβολά της, το στέμμα, την ενδυμασία, το χαλί, τη λυχνία, το τραπέζι και το λάβαρο, στον Μωάμεθ, την πραγματική πηγή όλων των δερβίσηδων. Ο προφήτης παρέδωσε την καθοδήγηση στον ιμάμη Αλή, από τον οποίο ήρθε στον γιο του Χουσεΐν, ο οποίος την κληροδότησε στον ιμάμη Ζέιν-ουλαμπεντίν, ο οποίος την άφησε στον Ιμπραήμ Αλμοκερέμ, ο οποίος, όταν βρισκόταν στη φυλακή του Μερβάν, παρέδωσε στον Άμπου Μόσλιμ, στέμμα και φόρεμα, χαλί και τραπέζι, λυχνία και λάβαρο, τα σύμβολα της ιδιότητας του δερβίση. Από αυτόν ήρθαν στον ιμάμη Μοχάμεντ Μπακέρ, στη συνέχεια στον γιο του, τον ιμάμη Τζαφέρ και στον γιο του, τον Μούσα Καζίμ και από αυτόν στον Αχμέτ Γεσούι, επικεφαλής των σεΐχηδων του Τουρκεστάν, ο οποίος, όταν του ζητήθηκε από τους μαθητές του να τους αφήσει τα προαναφερθέντα σύμβολα, δεν συναίνεσε ποτέ μέχρι να εμφανιστεί ο Χατζή Μπεκτάς, ο οποίος έγινε από την κατοχή τους ο στύλος των στύλων (κουτμπάλ ατκάμπ).
Ο Χατζή Μπεκτάς του Χορασάν ήταν γιος του Σαγίντ Ιμπραήμ Μοκερέμ, ο οποίος πέθανε στη φυλακή του Μερβάν, όπως μόλις ειπώθηκε και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την καταγωγή του σε άμεση διαδοχή από τον Προφήτη. Η ιστορία του Άιν Αλή δίνει όμως την ακόλουθη γενεαλογία: Σαγίντ Μοχάμεντ Χατζή Μπεκτάς, γιος του Σαγίντ Μούσα Νισαμπούρι, γιος του Σαγίντ Ισάκ Εσάκιν, γιος του Σαγίντ Ιμπραήμ Μοκερέμ Ελ-ασκερί, γιος του Σαγίντ Μούσα Εμπί Σέμπα, γιος του Σαγίντ Ιμπραήμ Ελ Μουρτεζά, γιος του ιμάμη Μούσα Αλκαζίμ, ο οποίος είχε τριανταεπτά παιδιά. Ο πατέρας του Χατζή Μπεκτάς έφυγε από το Χορασάν μετά τον θάνατο του πατέρα του και εγκαταστάθηκε στη Νισαπούρ, όπου παντρεύτηκε τη Χατμέ, την κόρη του σεΐχη Αχμέτ και από αυτήν είχε τον Χατζή Μπεκτάς. Όταν ήταν ακόμη αγόρι, διακρινόταν για την αφοσίωσή του και ανατέθηκε στη φροντίδα του Λόκμαν, ενός από τους μαθητές του Αχμέτ Γεσούι, από τον οποίο έμαθε τις εξωτερικές και εσωτερικές επιστήμες. Ο Λόκμαν είχε επενδυθεί με το θρησκευτικό ένδυμα του ιμάμη Τζαφέρ από το χέρι του Βαγιαζήτ Μποστάμι. Με αυτό το ένδυμα επένδυσε ο Λόκμαν τον Χατζή Μπεκτάς. Αυτό είναι το στέμμα ή τουρμπάνι που έχει δώδεκα πτυχώσεις σε ανάμνηση των δώδεκα ιμάμηδων και το λευκό αμπά με μανίκια σαν τζουμπέ, το οποίο φοριέται από τις δερβίσηδες του τάγματος των μπεκτασήδων. Με εντολή του Αχμέτ Γεσούι συνόδευσε τον Μοχάμεντ Μπουχάρα Σαλτίκ με επτακόσιους άνδρες, τον Σεμσεντίν Ταμπρίζι, τον Μοχαγιουντίν Αλ-αρεμπί, τον Καρί Αχμέτ Σουλτάν και άλλους ευσεβείς άνδρες και αγίους στο Ρουμ, όπου ανερχόταν η Οθωμανική δυναστεία.
Ο Χατζή Μπεκτάς ίδρυσε τη νέα πολιτοφυλακή που ονομαζόταν Γενίτσερι και έχοντας εγκαταστήσει τους επτακόσιους μαθητές του στις κατακτημένες από τον σουλτάνο Ορχάν πόλεις, έστειλε τον Μοχάμεντ Μπουχάρα Σαρή Σαλτίκ στη Δοβρουτσά, τη Βλαχία, τη Μολδαβία, την Πολωνία και τη Ρωσία. Οι επτακόσιες μονές των μπεκτασήδων δερβίσηδων, που υπάρχουν στην Τουρκία, προέρχονται από τους επτακόσιους μαθητές του Χατζή Μπεκτάς. Ο Χατζή Μπεκτάς πέθανε κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Ορχάν και θάφτηκε παρουσία του στην πρωτεύουσα της Κριμαίας, όπου πριγκίπισσα των Τατάρων ύψωσε μνημείο πάνω από τον τάφο του. Επειδή αυτό το μνημείο έπεσε σε φθορά, ο Σεϊτάν Μουράτ, μπεγκ της Καισάρειας την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν, το αποκατέστησε και το κάλυψε με μόλυβδο. Αν ευχαριστεί τον Θεό, θα το περιγράψουμε στη σωστή του θέση. Ο σεΐχης Σαγίντ Αχμέτ Ρουφαΐ, θαμμένος στη Λαντίκ κοντά στην Αμάσεια. Ο σεΐχης Χασάν Ρουφαΐ θάφτηκε στην Τοκάτ κοντά στον Σουνμπουλί, που ήταν ανιψιός του πρώτου. Ο σεΐχης Γκεϊγκλί Μπαμπά ήταν δερβίσης των μπεκτασήδων. Ο σεΐχης Καρά Αχμέτ Σουλτάν ήταν Πέρσης πρίγκιπας, ο οποίος, όταν ταξιδεύοντας ήρθε στον σουλτάνο Ορχάν, μυήθηκε από τον Χατζή Μπεκτάς και είναι θαμμένος στο Ακ-χισάρ. Ο σεΐχης Αμπντάλ Μούσα Σουλτάν και ο σεΐχης Αμπντάλ Μουράτ και οι δύο στην εποχή του σουλτάνου Ορχάν.
Σύντομη περιγραφή του σουλτάνου Μουράτ Α’
Έδωσε καλύμματα κεφαλής (ουσκούφα) στους γενίτσαρους, κεντημένα με χρυσό. Έχτισε τζαμί στο Μπιλετζίκ, άλλο τζαμί στη Μπούρσα και μοναστήρι για τον Ποστίν Πους Μπαμπά. Δολοφονήθηκε το έτος 791, μετά τη μάχη του Κόσοβο [Κοσσυφοπέδιου], από τον Μίλος Κούμπλακι. Ένας τρούλος έχει ανεγερθεί πάνω από το σημείο, τον οποίο ανανέωσε ο ευγενικός μου κύριος Μελέκ Αχμέτ Πασάς.
Τάφος του σουλτάνου Μουράτ Α’ Χονταβεντικιάρ
Είναι θαμμένος στη δυτική πλευρά της Μπούρσα κοντά στην παλιά Καπλίτζα, κάτω από μεγάλο τρούλο. Το βέλος, το τόξο και η φαρέτρα του κρέμονται πάνω από τον τάφο του, με το ματωμένο ρούχο με το οποίο σκοτώθηκε, που γεμίζει με δέος όσους μπαίνουν σε αυτό το μνημείο. Ήταν εβδομήντα ετών όταν πέθανε και είχε βασιλεύσει τριάντα.
Σύντομη περιγραφή του Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ
Εκτός από πολλές κατακτήσεις στην Ανατολία, πέρασε επτά φορές σε ένα χρόνο από την Ανατολία στη Βλαχία και από την ταχύτητα των κινήσεών του πήρε το όνομα Γιλντιρίμ (κεραυνός). Πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη και θέσπισε εκεί δικαστή και επτακόσια μουσουλμανικά σπίτια, από την Αγορά Αλευριού (Ουν-καπάνι) μέχρι το Γκιουλ τζαμί, επίσης το δικαστήριο του Σιρκετζή-τεκέ. Το έτος 805, ακολουθώντας κακές συμβουλές, διεξήγαγε πόλεμο εναντίον του Τιμούρ και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τάταρους ύστερα από μακρόχρονη πάλη πεζός, καθώς το άλογό του είχε πέσει κάτω. Όταν τον έφεραν ενώπιον του Τιμούρ, έτυχε καλής υποδοχής, αλλά όταν ο Τιμούρ τον ρώτησε τι θα του έκανε, αν είχε συλληφθεί ο ίδιος αιχμάλωτος, ο Βαγιαζήτ απάντησε ότι θα τον έβαζε σε σιδερένιο κλουβί και θα τον μετέφερε στη Μπούρσα. Ο Τιμούρ εξοργισμένος διέταξε να βάλουν τον Βαγιαζήτ σε σιδερένιο κλουβί, σκοπεύοντας να τον μεταφέρει στην Περσία, αλλά εκείνος πέθανε την τρίτη μέρα από βίαιο πυρετό.
Ο γιος του, ο Μοχάμεντ Τσελεμπή καταδίωξε τον στρατό του Τιμούρ προς την Αμάσεια και έφτιαξε σκηνές από τα δέρματα των σφαγμένων Τάταρων, κάτω από τις οποίες προστατευόταν ο ίδιος από τον ήλιο. Το πεδίο της παραπάνω ήττας αποκαλείται μέχρι σήμερα, χλευαστικά, Τασάκ-οβασί. Πήρε το πτώμα του πατέρα του από τον εχθρό και το έθαψε στο τζαμί που είχε χτίσει στη Μπούρσα. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, όταν επισκέφτηκε αυτόν τον τάφο, του έδωσε μια κλωτσιά με το πόδι του λέγοντας: «Γιατί είσαι ξαπλωμένος εδώ ως μονάρχης, εσύ που κατέστρεψες την οθωμανική τιμή και έγινες αιχμάλωτος των Τάταρων;» Τη στιγμή που κλώτσησε το φέρετρο, φώναξε: «Ωχ! το πόδι μου!» και από εκείνη την ημέρα δέχθηκε επίθεση από την ποδάγρα, η οποία τον οδήγησε στον θάνατο. Έζησε εξηνταεπτά χρόνια και βασίλεψε δεκατέσσερα. Ήταν μεγάλος αυτοκράτορας, αλλά δεν μπορούσε να πολεμήσει εναντίον της μοίρας.
Οι ιεροί άνδρες της εποχής του ήσαν: Ο σεΐχης Σεχαμπουντίν Σίβασι, ο οποίος συνέθεσε πολύτιμο σχολιασμό και είναι θαμμένος στο Αγιασολούκ (Έφεσο). Ο Χοσμπουντίν της Νίκαιας, που πάλαιψε πολύ με τον Τιμούρ. Ο Σιμανεζάντε Σεΐχ Μπεντρεντίν Μπεν Μαχμούτ Μπεν Αμπντουλαζίζ. Ο Μεβλενά Φαχρουντίν ο Πέρσης, θαμμένος στην Αδριανούπολη. Ο σεΐχης Αμπντουρ-ραχίμ Μπεν Εμίρ Αζίζ Μερζιφόνι και ο σεΐχης Πιρ Ελιάς που είναι θαμμένος στην Αμάσεια.
Σύντομη περιγραφή του σουλτάνου Μωάμεθ Α’
Μοιράστηκε αρχικά την αυτοκρατορία με τους αδελφούς του Σουλεϊμάν, Μούσα και Ισά Τσελεμπή, τους οποίους υπέταξε σε ένα χρόνο και έγινε απόλυτος μονάρχης. Έχτισε το Γερκιόι (Γκίμγκερα) στις όχθες του Δούναβη. Πέθανε το 824 και είναι θαμμένος κάτω από ζωγραφισμένο τρούλο, μπροστά στο τζαμί του που ονομάζεται πράσινο κτίριο (γεσίλ ιμαρέτ). Ήταν σαρανταεπτά ετών και είχε βασιλεύσει επτά χρόνια. Ήταν ο πρώτος που έστειλε σούρε ή χρηματικό δώρο, με το καραβάνι των προσκυνητών στους φτωχούς της Μέκκας και της Μεδίνας. Τελείωσε το παλιό τζαμί στην Αδριανούπολη, τα θεμέλια του οποίου είχαν τεθεί από τον αδελφό του Μούσα και έχτισε τρούλο κοντά στη Φιλιππούπολη πάνω από τον τάφο του Γαζή Μοχάμεντ μπεγκ, στο μέρος που ονομάζεται Κούνις.
Οι ιεροί και μορφωμένοι της εποχής του ήσαν ο Καρά-Σεμσεντίν Σεμαβί, φημισμένος για τα έργα και τα ταξίδια του, ο οποίος εξορίστηκε από τη Μπούρσα στη Ζάγρα στη Ρούμελη, όπου και είναι θαμμένος. Ο σεΐχης Αμπντ-ουλ-λατίφ Μοκαντεσί Μπεν Αμπντούρ-ραχμάν Μπεν Αλή Μπεν Γάνεμ.
Σύντομη περιγραφή της βασιλείας του Μουράτ Β’
Οι στρατιώτες που επαναστάτησαν, τον εκθρόνισαν με το πρόσχημα ότι είχε γεράσει πολύ και έβαλαν στη θέση του τον γιο του Μωάμεθ Β’, ο οποίος ήταν μόλις δεκατριών ετών. Αλλά όταν τον βρήκαν ανίκανο να κρατήσει τα ηνία, οι γενίτσαροι εκτόπισαν ξανά τον Μωάμεθ Β’ στέλνοντάς τον στη Μαγνησία και ανακάλεσαν στον θρόνο τον γέρο Μουράτ. Στη συνέχεια, το έτος 855 εκθρόνισαν τον Μουράτ Β’ για δεύτερη φορά και ο Μωάμεθ Β’, τότε εικοσιενός ετών, πήρε την απόλυτη εξουσία και ανέλαβε διαμονή στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του πέθανε τον επόμενο χρόνο (856) στην Αδριανούπολη, αλλά θάφτηκε στη Μπούρσα. Βρίσκεται σε πιο μεγαλοπρεπή κατάσταση από κάθε άλλο σουλτάνο θαμμένο στη Μπούρσα, καθώς ο τάφος του καλύπτεται με χρυσό υλικό. Ήταν τριανταεννέα ετών όταν πέθανε και είχε βασιλεύσει εικοσιοκτώ χρόνια. Έχτισε το τζαμί Ουτζ-σερφελί στην Αδριανούπολη, δύο άλλα τζαμιά, νταρ-ουλ-χαντίθ, μπεζεστένι και τη γέφυρα του Ερκένε [Εργίνη] με τζαμί. Ήταν ο πρώτος που έδωσε μισθό στους σεγίντ ή σερίφ.
Οι ιεροί άνδρες και σεΐχηδες της εποχής του ήσαν ο Ζεκερία Χαλβετί, ο μαθητής του Πιρ Ελιάς που είναι θαμμένος κοντά του και ο σεΐχης Αμπντούρ-ραχμάν Μπεν Χασάμ-ουντ-ντίν, κοινώς αποκαλούμενος Γκουμούς-Ζάντε. Ήταν γαμπρός του Πιρ Ελιάς και έχοντας την τιμή να φιλήσει τα χέρια των τριών γιων του Μουράτ Β’, προείπε στον Μωάμεθ Β’ ότι θα κατακτούσε την Κωνσταντινούπολη και θα εδραίωνε εκεί την αληθινή πίστη.
Τάφοι Οθωμανών πριγκίπων
Ο Άλα-αντ-ντιν Πασάς, γιος του Οσμάν, ο οποίος πέθανε το 804, κείται κοντά στον αδελφό του Ορχάν. Ο Σαχινσάχ, γιος του Βαγιαζήτ, κυβερνήτης της Μπούρσα. Ο Μοχάμεντ, γιος του Βαγιαζήτ και οχτώ πρίγκιπες, αδελφοί του σουλτάνου Σελήμ Α’, τους οποίους σκότωσε όταν πήγαινε σε πόλεμο εναντίον του πρίγκιπα Αχμέτ, είναι όλοι θαμμένοι κοντά στον Ορχάν. Επίσης ο αδελφός τους Αχμέτ, ο οποίος στραγγαλίστηκε από τον σουλτάνο Σελήμ και στάλθηκε εδώ. Ο Μουράτ, γιος του Αχμέτ, διέφυγε στην Περσία στον Σαχ Ισμαήλ, όπου, ύστερα από τρία χρόνια, πέθανε και θάφτηκε στο Ερντεμπίλ κοντά στο Σαχ Σαφί. Δύο από τους αδελφούς του, που είχαν γλιτώσει με τη μεσολάβηση των ουλεμάδων, πέθαναν αμέσως μετά στην Κωνσταντινούπολη από την πανούκλα και είναι επίσης θαμμένοι εδώ. Ο Κορκούτ, ο οποίος, διωκόμενος από τον Σελήμ Α’, οδηγήθηκε στο Τέκκα σε σπήλαιο με τον κυβερνήτη του Πιαλή και σκοτώθηκε (909), είναι θαμμένος κάτω από ιδιωτικό τρούλο κοντά στον Μουράτ Β’. Ο πρίγκιπας Χασάν, γιος του τελευταίου και αδελφός του Μωάμεθ Β’, ο οποίος στραγγαλίστηκε αμέσως μετά την άνοδο του αδελφού του στον θρόνο, κείται επίσης θαμμένος εδώ κοντά στον πατέρα του. Το ίδιο και ο άτυχος Τζεμ, αδελφός του Βαγιαζήτ Β’. Άφησε κύπελλο, το οποίο, όταν αδειαζόταν, ξαναγέμιζε μόνο του, έναν πίθηκο που έπαιζε σκάκι και έναν λευκό παπαγάλο, ο οποίος βάφτηκε μαύρος από τον Σαντί, τον ποιητή του Τζεμ και δωρίστηκε στον σουλτάνο λέγοντας τα λόγια, «Ανήκουμε στον Θεό και επιστρέφουμε σε αυτόν». Το έτος 1074 (1663), όταν εγώ, ο φτωχός Εβλία, ήμουν στο ταξίδι μου προς Βιέννη, Πράγα και Λουντζάτ (;), συνομίλησα με πολλούς μοναχούς και πατριάρχες, οι οποίοι όλοι συμφωνούσαν ότι ο Τζεμ ήταν γιος μιας Γαλλίδας πριγκίπισσας, η οποίας, έχοντας συλληφθεί από τον Μωάμεθ Β’ στο ακρωτήριο Σεράι-μπουρνου, έγινε η μητέρα του Βαγιαζήτ και του Τζεμ. Οι τρεις αδελφοί του Μωάμεθ Α’, οι Ισά, Μούσα και Σουλεϊμάν, είναι θαμμένοι δίπλα στον πατέρα τους Βαγιαζήτ στο τζαμί του. Υπάρχουν πολλές εκατοντάδες πρίγκιπες και πριγκίπισσες που έχουν ταφεί στο τζαμί του σουλτάνου Μουράτ Β’ στη Μπούρσα. Ο Τσελεμπή Σουλτάν Μουσταφά, γιος του Σουλεϊμάν Α’, ο οποίος, με τις φθονερές αναφορές των εχθρών του, στραγγαλίστηκε από τον πατέρα του, κείται επίσης θαμμένος στον τάφο του σουλτάνου Μουράτ Β’, αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ενταφιασμένος στην ανατολική πλευρά της πύλης της αυλής του Εγιούπ, αλλά αυτός είναι άλλος Μουσταφά, που σκοτώθηκε από τον πατέρα του Σουλεϊμάν, ο οποίος είχε δύο γιους με εκείνο το όνομα. Οι έξι πρώτοι Οθωμανοί αυτοκράτορες είναι επίσης ενταφιασμένοι στην Αδριανούπολη και στα κεφάλια των φέρετρών τους έχει τοποθετηθεί συγκεκριμένο είδος τουρμπανιού, με πτυχώσεις και φουρό, με τον τρόπο του Μαχάν, πόλης του Χορασάν. Η τέχνη της αναδίπλωσής τους έχει περάσει από πατέρα σε γιο σε οικογένεια, από την εποχή των Σελτζούκων. Ο Μωάμεθ Β’ φορούσε το ουρφ (είδος στρογγυλού τουρμπανιού) και ο κατακτητής της Αιγύπτου [Σελήμ Α’] φορούσε το σελιμί. Ας κρατήσει για πάντα!
Επίσκεψη στους τάφους Αγίων στη Μπούρσα
Ο σεΐχης Γκεϊκλή Μπαμπά Σουλτάν ήταν ένας από τους οπαδούς του Αχμέτ Γεσούι και καταγόταν από τον Αζερμπαϊτζάν. Ίππευε αγριόχοιρους στα δάση και φόρτωνε γαζέλες με τις αποσκευές του, αφού τις έζωνε με λουριά. Φύτεψε δένδρο κοντά στο σεράι στο κάστρο στη Μπούρσα, που έχει φτάσει τώρα σε μεγάλο ύψος. Ο τάφος του στη Μπούρσα, στο μεγάλο μοναστήρι, χτίστηκε από τον Ορχάν.
Ο Αμπντάλ Μούσα, επίσης μαθητής του Αχμέτ Γεσούι, ήρθε από το Χορασάν στο Ρουμ με τον Χατζή Μπεκτάς. Ήταν σύντροφος του Γκεϊκλή-Μπαμπά και ήταν παρών μαζί του στην κατάκτηση της Μπούρσα, όπου θάφτηκε σε μοναστήρι.
Ο Αμπντάλ Μουράτ Σουλτάν, ένας από τους αγίους χαμένους στη λήθη (ερημίτες), ο οποίος ήταν παρών στην κατάκτηση της Μπούρσα. Είναι θαμμένος σε μοναστήρι που βλέπει την πόλη στη νότια πλευρά, σε ευχάριστο μέρος, το οποίο είναι ταυτόχρονα κήπος αναψυχής για τους κατοίκους της Μπούρσα. Εδώ επιδεικνύεται σπαθί μήκους τριών πήχεων, από το οποίο ο σουλτάνος Αχμέτ Α’ απέκοψε μήκος ενός πήχη, το οποίο τοποθέτησε στο θησαυροφυλάκιό του.
Ο μουλάς Σεμσεντίν Μοχάμεντ Μπεν Μοχάμεντ Μπεν Χάμζα Μπεν Μοχάμεντ Φαναρί, ο ήλιος των κρυμμένων πραγμάτων και το φεγγάρι της ζωής, ένας από τους πρώτους ιερούς ανθρώπους του σουλτάνου Γιλντιρίμ, έχει αφήσει έργα σε εβδομήντα διαφορετικά επιστημονικά θέματα, αλλά με το θέλημα του Θεού τελικά τυφλώθηκε. Λέγεται ότι έχοντας ανοίξει τον τάφο του κυρίου του, του Καρά Άλα-αντ-ντίν, ακούστηκε φωνή να λέει: «Εκεί είσαι; Ο Θεός σου στερεί την όραση!» Και ένας ανεμοστρόβιλος που σηκώθηκε την ίδια στιγμή φύσηξε όλη τη σκόνη του τάφου στα μάτια του και τυφλώθηκε. Ήταν ένας από τους ιερούς ανθρώπους που αρνούνταν τον στίχο. «Το χώμα δεν τρώει τη σάρκα των ουλεμάδων». Ο Αούζ Πασάς, βεζίρης του σουλτάνου Ορχάν, έχοντας κάποια πικρία εναντίον του Φαναρί, είπε: «Μακάρι να δω την ημέρα κατά την οποία θα κάνω την προσευχή για τους νεκρούς πάνω από τον τάφο αυτού του τυφλού μουλά». Το είπαν αυτό στον μουλά, που απάντησε: «Ο Παντοδύναμος Θεός μπορεί ακόμη να πάρη την όραση του πασά και να μου δώσει πίσω τη δική μου, για να εκτελέσω προσευχή στον δικό του τάφο». Και συνέβη έτσι, που έβγαλαν τα μάτια του Αούζ Πασά με εντολή του σουλτάνου Ορχάν για κακώς εκτελεσμένη αποστολή, ενώ ο Φαναρί ξαναβρήκε την όρασή του την ίδια νύχτα και έκανε την επιθανάτια προσευχή στον πασά. Πέθανε το έτος 833 και αναπαύεται στη Μπούρσα κοντά στη σχολή του.
Ο Σεμσεντίν Μαχόμεντ Μπεν Αλή, ονομαζόμενος Εμίρ Σουλτάν, γεννημένος στη Μπουχάρα, ήρθε πρώτα στη Μέκκα και στη συνέχεια στη Μεδίνα, όπου οι σερίφ αρνήθηκαν να του παραχωρήσουν τη μερίδα που δινόταν στους σερίφ, αν και τη δικαιούνταν λόγω της καταγωγής του από τον Προφήτη μέσω Χουσεΐν. Ο Άγιος προσέφυγε στην απόφαση του ίδιου του Προφήτη και πήγε στον τάφο του συνοδευόμενος από τους αντιπάλους του, όπου, αφού χαιρέτησαν τον τάφο, ακούστηκε φωνή, που είπε: «Υγεία σε σένα παιδί μου, Μοχάμεντ Μπεν Αλή, πήγαινε στο Ρουμ με το λυχνάρι», στο άκουσμα του οποίου οι σερίφ έπεσαν αμέσως στα πόδια του και ο Εμίρ Σουλτάν ξεκίνησε το ταξίδι στο Ρουμ, οπότε ένα λυχνάρι αναρτημένο στον ουρανό έγινε ο οδηγός του, για να του δείχνει τον δρόμο, ενώ έσβησε μόνο όταν μπήκε στην πόλη της Μπούρσα. Το πήρε ως προφανές σημάδι ότι έπρεπε να αναλάβει διαμονή εκεί, όπου είχε 400.000 μαθητές. Οι κάτοικοι της Μπούρσα είχαν δει το λυχνάρι επί τρεις ημέρες και γνώριζαν από εκείνο το θαύμα ότι ήταν μεγάλος άγιος. Όλοι έγιναν δερβίσηδες υπό την καθοδήγησή του. Ο Βαγιαζήτ Γιλντιρίμ όχι μόνο περπατούσε πεζός δίπλα στον αναβολέα του αλόγου του, αλλά του έδωσε και την κόρη του Νιλούφερ Χάνουμ σε γάμο. Ο Γιλντιρίμ έχτισε το μεγάλο Ουλού Τζαμί στη Μπούρσα και όταν ρώτησε τον Εμίρ Σουλτάν αν δεν ήταν τέλειο τέμενος, ο Άγιος απάντησε. «Ναι, είναι πολύ κομψό τζαμί, αλλά μερικά φλιτζάνια κρασί για την αναψυχή των ευσεβών λείπουν στη μέση». Ο σουλτάνος απάντησε με έκπληξη. «Μα πώς θα ήταν δυνατόν να λερώσουμε το σπίτι του Θεού με το ποτό που απαγορεύεται από τον νόμο;» «Λοιπόν», είπε ο Άγιος, «έχτισες ένα τζαμί, Βαγιαζήτ και σου φαίνεται παράξενο να βάλεις εκεί φλιτζάνια κρασί. Κι εσύ, που το σώμα σου είναι το σπίτι του Θεού, πιο εξαιρετικό από φυλαχτό που αποτελείται από τα θεϊκά ονόματα, ή τον θρόνο του Θεού, πώς άραγε δεν φοβάσαι μη λερώσεις την καθαρότητα αυτού του θεϊκού σπιτιού, με κρασί μέρα και νύχτα;» Από εκείνη τη στιγμή ο Βαγιαζήτ, μετανοώντας, έπαψε να πίνει κρασί. Όταν ο Τιμούρ βάδιζε εναντίον της Μπούρσα, οι κάτοικοι ανησυχώντας ρώτησαν τον Εμίρ Σουλτάν τι επρόκειτο να γίνει τώρα με την πόλη. Ο Άγιος είπε: «Ο διοικητής της πόλης την έχει αναθέσει στη φροντίδα του Εσκετζί Κότζα και του Χιζρ. Πρέπει να ενημερωθούν για αυτό». Όταν ηττήθηκε ο Γιλντιρίμ, ο Εμίρ Σουλτάν έγραψε σημείωμα, το οποίο έστειλε με έναν από τους δερβίσηδές του στο στρατόπεδο του Τιμούρ, με εντολή να το παραδώσει στον Εσκετζί Κότζα, δηλαδή στον αρχηγό των ραφτάδων που επιδιόρθωναν παλιά ρούχα.
Έχοντας διαβάσει το σημείωμα του Αγίου, είπε: «Θα υπακούσουμε αμέσως στον Εμίρ Σουλτάν». Κόλλησε τη βελόνα του στο τουρμπάνι του και πριν προλάβει να βάλει τα πράγματά του στην τσάντα του, όλες οι σκηνές του στρατοπέδου διαλύθηκαν από την δύναμη της εντολής του, γιατί αυτός ο γέρος ράφτης τύχαινε επίσης να είναι πόλος των πόλων ή μεγάλος Άγιος. Ο Εμίρ Σουλτάν πέθανε το έτος 833 (1429) και θάφτηκε έξω από τη Μπούρσα, στα σνατολικά, κάτω από ψηλό τρούλο. Οι πύλες είναι επαργυρωμένες, όπως και η είσοδος, από την οποία κατεβαίνεις έξι σκαλιά. Οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με ποικιλόχρωμη πορσελάνη (τσινί). Τα τέσσερα παράθυρα που κοιτούν δυτικά προς την πεδιάδα της Μπούρσα είναι ορειχάλκινα. Τέσσερα άλλα κοιτούν προς την κατεύθυνση της Καάμπα στην αυλή του τζαμιού. Ο μεγάλος αριθμός κρεμασμένων στολιδιών που κοσμούν το εσωτερικό του τζαμιού αντιστοιχεί μόνο με εκείνα της Μεδίνας. Τα μεταξωτά χαλιά είναι πιο πλούσια από εκείνα που βρίσκει κανείς αλλού. Ο τάφος περιβάλλεται από χρυσά και ασημένια φωτιστικά, κηροπήγια, καντήλια και βάζα για αρώματα και ροδόνερο. Πάνω στο φέρετρο βρίσκονται Κοράνια γραμμένα από τα χέρια των Γιακούτ Μοστασέμι, Σεΐχ Μπέκρι, Αμπντ-Αλλάχ Κρίμι Χαλεντί, Τιμουρτζή Κούλι, Ζεχαμπί, Ιμπν Σεΐχ-Ντεντέ Μοχάμεντ, Καραχισάρι, Χασάν Τσελεμπή, κλπ. Το φέρετρο είναι καλυμμένο με μετάξι κεντημένο με χρυσό και στο κεφάλι ένα μεγάλο τουρμπάνι αναπαύεται μεγαλοπρεπώς. Όσοι εισέρχονται, συγκλονίζονται από τέτοιο δέος, που πολλοί δεν τολμούν να το επιχειρήσουν, αλλά το κοιτούν μόνο από το παράθυρο στο κεφάλι και απαγγέλλουν μια φάτιχα. Στη νότια πλευρά του τάφου βρίσκεται πολύ κομψό τζαμί, οι τέσσερις πλευρές του οποίου διαμορφώνονται σε κελιά για τους φτωχούς, που δειπνούν εδώ στο ιμαρέτ. Όταν ο σουλτάνος Σελήμ Α’, μετά τον θάνατο του αδελφού του Αχμέτ, επισκέφθηκε τον τάφο του Εμίρ Σουλτάν, ακούστηκε μια φωνή που έλεγε «Μπες στην Αίγυπτο με ασφάλεια», το οποίο ερμηνεύτηκε ως είδηση της κατάκτησης της Αιγύπτου, την οποία ο Εμίρ Σουλτάν υποσχόταν στον Σελήμ Α’ και με αυτόν τον υπαινιγμό ο Κεμάλ-Πασαζάντε είπε αμέσως μια φάτιχα.
Ο μουφτής των θεϊκών μυστικών, ο υπερασπιστής του μυστικιστικού διαφωτισμού, ο σεΐχης Αμπντούρ-ραχμάν Μπεν Αλή Μπεν Αχμέτ Αλ-μποστάμι, μεγάλος νομικός που ήταν επίσης καλός ποιητής, είναι θαμμένος στη Μπούρσα. Ο σεΐχης Αμπντ-ουλ-λατίφ Μοκαντέσι Ιμπν Αμπντούρ-ραχμάν Ιμπν Αλή Ιμπν Γάνεμ Αλ-ανσάρι, όταν επισκέφτηκε τον τάφο του Σαντραντίν στην Κόνια, ο νεκρός άγιος έβγαλε τεντωμένο το χέρι του από τον τάφο, τράβηξε τον σεΐχη στον τάφο και τον πρόσταξε να διαβάσει τη σούρα Γιας. Αυτός έκτισε έπειτα το μοναστήρι Ζεϊνιλέρ, όπου είναι θαμμένος. Δεν ζούσε μεγαλύτερος Άγιος από αυτόν την εποχή του σουλτάνου Μωάμεθ Α’.
Ο μεβλάνα Μοχάμεντ Σαχ Ιμπν Μολά Γιεγκάν, ένας από τους ουλεμάδες του Μουράτ Α’, θαμμένος στο Ζεϊνιλέρ. Ο μεβλάνα Γιουσούφ Μπαλή Ιμπν Γιεγκάν, ο οποίος έγραψε σημειώσεις στο Τελβίχ. Ο μεβλάνα Σαγίντ Αχμέτ Ιμπν Αμπντ-Αλλάχ που έγραψε επίσης σημειώσεις στο Τελβίχ. Ο μεβλάνα Ελιάς Μπεν Ιμπραήμ, που έγραψε σύνοψη του Κοντούρι Σεΐχ Ακ Μπικ Σουλτάν των δερβίσηδων Μπαϊράμι. Ο σεΐχης Ουζούν Μόσλα-ουντ-ντίν, ο οποίος πέθανε στον τάφο του Τατζουντίν στη Μπούρσα, αφού είχε διαβάσει το Κοράνι για διάστημα σαράντα ημερών. Ο στύλος του πνευματικού κόσμου, το ορυχείο της θεϊκής επιστήμης, ο Φανάρι, μεγάλο άγιος της εποχής του Μουράτ και του Μωάμεθ Β’, πέθανε το 834. Ο ερημίτης (μετζούμπ) Αμπντάλ Μοχάμεντ στον μεγάλο δρόμο. Ο σεΐχης Σουλτάν Ραμαζάν Μπαμπά, θαμμένος σε ευχάριστο λιβάδι στη Μπούρσα, σε μοναστήρι μπεκτασήδων.
Ο σεΐχης Αμπού Ισάκ Καζούνι. Το όνομά του ήταν Ιμπραήμ, το επώνυμό του Αμπού Ισάκ. Η μητέρα του Σεχριάρ ήταν Αρμένια πριγκίπισσα και παντρεύτηκε έναν από τους ηγεμόνες των Λευκών Προβάτων (Μπαϊαντουρί). Γεννήθηκε το έτος 352, τον μήνα Ραμαζάν και ήταν ο πόλος των πόλων στην εποχή του. Θάφτηκε στο Ερζερούμ, μέσα από την πύλη της Ταμπρίζ, κάτω από τον ίδιο τρούλο με τον Μουρτεζά Πασά, ο οποίος παρέδωσε το Ερεβάν στους Πέρσες. Όταν επισκέφθηκα αυτό το μέρος, ο φύλακας ήταν ηλικιωμένη γυναίκα με λευκή γενειάδα, η ιστορία της οποίας έχει ως εξής. Την εποχή της εξέγερσης του Αμπχάζα Πασά, κάποιοι από τους σεγκμπάν του ήρθαν στο χωριό Κανκιόι, με πρόθεση να απαγάγουν ένα όμορφο Αρμένιο κορίτσι. Αυτή, έχοντας επίγνωση του κινδύνου της, έστρεψε το πρόσωπό της στον ουρανό και είπε: «Ω Άμπου Ισάκ, ελευθέρωσέ με από αυτούς τους ταραξίες και εγώ για το υπόλοιπο της ζωής μου θα φυλάω τον τάφο σου». Εκείνη τη στιγμή λευκή γενειάδα φύτρωσε από το πηγούνι της και έτσι γλίτωσε την καταδίωξη των σεγκμπάν. Την έχω δει ο ίδιος τρεις φορές. Το παρεκκλήσι στη μνήμη του Καζούνι, που υπάρχει στη Μπούρσα, χτίστηκε από τον Γιλντιρίμ. Είναι απέναντι από τον τόπο ταφής των καμηλιέρηδων.
Ο Τσεκίρκε Σουλτάν στην Εσκί Καπλίτζα, μπροστά από το μνημείο του Μουράτ Α’. Ο Σάντι Σουλτάν κοντά στον Εμίρ Σουλτάν. Ο Αμπντ -Αλλάχ Εφέντης. Ο σεΐχης Εμίρ Αλή Εφέντης του τάγματος των Χαλβέτι. Ο Καρατζά Μετζίντ-ουντ-ντίν. Ο Καρανφιλί-Ντεντέ στην πύλη του Χασάν Πασά. Ο Σουνμπουλί-Ντεντέ στην πύλη των Τατάρων. Ο σεΐχης Αλή Μεστ στον ίδιο τόπο. Ο μουλάς Άραμπ Τζεμπάρι στους πρόποδες του βουνού. Ο μουλάς Αστζί-Ντεντέ, ο Χασάμ-ουντ-ντίν Τσελεμπή, ο Χαλίς-Ντεντέ, κλπ. Ο μουλάς Χοσρέου Ιμπν Χιζρ, ο συγγραφέας του διάσημου νομικού έργου «Ντουρέρ-ου-γκουρέρ», είναι θαμμένος κοντά στον Ζεϊνουντίν Χάφι. Υπάρχει μικρό σκοτεινό κελί, στο οποίο συνέθεσε αυτό το πολύτιμο έργο, το οποίο δεν άφησα, μέχρι να τελειώσω τη δδασκαλία ολόκληρου του Κορανίου σε αυτό, ως προσφορά στο ευλογημένο πνεύμα του μουλά Χοσρέου. Ο σεΐχης Αμπντ-ουλ-λατίφ Μοκαντεσί, ο ιμάμης του Γιλντιρίμ Χαν. Ο Σαουριμσακτζή-Ζάντε Σουλεϊμάν Εφέντης που θάφτηκε κοντά στην παλιά Καπλίτζα, είναι ο συγγραφέας του «Μεβλούτ-ναμε», ή ύμνων για τη γέννηση του Προφήτη που τραγουδήθηκαν την ημέρα της γέννησής του. Ο μουλάς Μπαγκνταντί-Ζάντε Χασάν Τσελεμπή Ιμπν Γιουσούφ αλμπαγκνταντί είναι θαμμένος στο μοναστήρι του Ζεϊνιλέρ, όπου έζησε και πέθανε. Ο μουλάς Χασάμ-ουντ-ντίν Χουσεΐν Μπεν Μοχάμεντ, γνωστός με το όνομα Καρά Τσελεμπή-Ζάντε, θαμμένος μπροστά στο τζαμί του Εμίρ Σουλτάν. Ο σεΐχης Μοχάμεντ Ουφτάντε Εφέντης του τάγματος των Τζελβετί, θαμμένος στο τζαμί του εσωτερικού κάστρου, με μεγάλο μοναστήρι κοντά του. Ο μουλάς Κεμάλ-ουντ–ντίν, γνωστός με το όνομα Καρά Ντεντέ, γεννημένος στο χωριό Σούβινσα κοντά στην Αμάσεια. Ήταν βυρσοδέψης και δεν άρχισε να μελετάει μέχρι τα εξήντα του χρόνια. Επτά χρόνια αργότερα έγινε καθηγητής στη σχολή του Μουράτ στη Μπούρσα. Έζησε πολλά χρόνια ύστερα από αυτό και έγραψε μεγάλο αριθμό βιβλίων. Το έργο «Ντεντέ–τζούνγκι» είναι δική του σύνθεση. Είναι θαμμένος κοντά στον Εμίρ Σουλτάν. Ο μουφτής Αζίζ Εφέντης, που ήταν σεϊχουλισλάμ την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν και έχοντας εξοριστεί στη Μπούρσα, πέθανε εκεί. Ο μουλάς Αλή Μπεν Σαλέχ, διάσημος με το όνομα Βασί Αλή, ο συγγραφέας του «Χουμαγιούν-ναμε» (της τουρκικής μετάφρασης των μύθων του Ινδού Πιλπάι). Ο σεΐχης Νουρ-Αλλάχ Μπεν Ακ-Σεμσεντίν, που έχοντας διαφύγει από τον πατέρα του στη Μπούρσα, σκότωσε κατά λάθος τον εαυτό του με τον σουγιά του και θάφτηκε κοντά στο Ζεϊνιλέρ. Ο μεβλάνα Αμπντουλ-γανί Εμίρ Σαχ, που γεννήθηκε στο Μπόλου και είναι θαμμένος στο Ζεϊνιλέρ.
Εκτός αυτού, υπάρχουν εκατό περίπου χιλιάδες μεγάλοι και άγιοι άνθρωποι θαμμένοι στη Μπούρσα. Επισκέφθηκα πολλούς από τους τάφους τους και είπα μια φάτιχα στη μνήμη των ευγενών πνευμάτων τους, αλλά δεν γνωρίζω τα ονόματά τους. Σε ανάμνηση εκείνων που κατονόμασα, είπα τη σούρα Για Σιν και ανέθεσα τον εαυτό μου στην εύνοια και τη βοήθειά τους. Ξεκίνησα τα ταξίδια μου με επισκέψεις σε πολλούς μεγάλους Αγίους και είπα μια φάτιχα για λογαριασμό όλων των πιστών. Υγεία σε εσάς και το έλεος του Θεού σε όλους τους! Κατά τη διάρκεια σαράντα ημερών και νυχτών απόλαυσα κάθε είδους ευχαρίστηση στη Μπούρσα και μαζί με με τους συντρόφους μου πήρα την άδεια από τους φίλους μας στις 20 του Σαφέρ του 1050. Ο Οκτζή-Ζάντε αγάς μας συνόδευσε μέχρι τη γέφυρα του Νιλούφερ, απ’ όπου φτάσαμε στα Μουδανιά σε τέσσερις ώρες. Εδώ στείλαμε πίσω τα άλογά μας, μπήκαμε σε ελαφρύ σκάφος, μας τίναζε πάνω-κάτω η φουρτουνιασμένη θάλασσα και τελικά φτάσαμε στο Μποζμπορούν με τη μεγαλύτερη δυσκολία στο τέλος εικοσιτεσσάρων ωρών. Παλαιότερα ήταν καλό λιμάνι, αλλά παραμελήθηκε επειδή δεν πρόσφερε αρκετό καταφύγιο. Υπάρχει χάνι και μικρό τζαμί, μερικά αρτοποιεία και καταστήματα πωλητών μπούζα [ποτού] και κανένα άλλο ίχνος καλών κτιρίων, αλλά περιβάλλεται από υπέροχους κήπους. Οι τοίχοι του τζαμιού καλύπτονται με επιγραφές ταξιδιωτών που παραπονιούνται για αυτό το άθλιο μέρος, δεν υπάρχει περίπτωση να πουν ούτε λέξη γι’ αυτό, γιατί όλοι όσοι φτάνουν σε αυτό το σημείο χτυπημένοι από καταιγίδα, έχουν την ίδια αιτία καταγγελίας. Οι επιγραφές είναι σε διάφορες γλώσσες, όλες θρηνούν ή καταριώνται αυτόν τον τόπο του Μποζμπορούν. Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει να γελάσει με μερικές από αυτές τις περίεργες επιγραφές, που είναι τόσο σε πεζό κείμενο όσο και σε στίχους. Υποχρεώθηκα να περιμένω εδώ δύο ημέρες, τις οποίες πέρασα με δέκα ή δεκαπέντε εύθυμους συντρόφους περπατώντας ανάμεσα στους κήπους και τους αμπελώνες που βρίσκονται στα ανατολικά και τρώγοντας αχλάδια. Περπατήσαμε περίπου τρεις χιλιάδες βήματα στην περιοχή Αρμουτλού που ανήκει στη Μπούρσα, απ’ όπου ένας σούμπασης έχει εγκατασταθεί εδώ. Πήρε το όνομά της από την ποσότητα των αχλαδιών (αρμούτ) που φυτρώνουν σε όλους τους λόφους, στις κοιλάδες, τους κήπους και τους αμπελώνες. Είναι χωριό με τριακόσια προσεγμένα σπίτια, με πρόσοψη από τούβλα και έχει τζαμί, λουτρό, τρία μεστζίντ, χάνι και δέκα καταστήματα. Ο αέρας είναι πολύ ευχάριστος. Περάσαμε μια νύχτα εδώ και το πρωί οι βαρκάρηδες μας συμβούλεψαν να βιαστούμε γιατί ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, πράγμα το οποίο, δόξα στο Θεό, μας έβγαλε από αυτή τη θλιβερή ρουφήχτρα του Μποζμπορούν. Στο ακρωτήριο Μπαμπά-μπουρούν, στους πρόποδες του Κατιρλί-νταγ, είπαμε μια φάτιχα προς τιμήν του Μπαμπά Σουλτάν και ξεκινήσαμε προς Κωνσταντινούπολη. Φτάσαμε τελικά στον Άγιο Στέφανο, που κυβερνάται από σούμπαση κάτω από τον μποσταντζή-μπαση της Κωνσταντινούπολης και από έναν φρουρό των γενίτσαρων (γιασακτζή κουλουγί). Είναι στην περιοχή που ανήκει στον μουλά του Εγιούπ. Την εποχή των απίστων ήταν μεγάλη πόλη, η οποία καταστράφηκε κατά την πολιορκία των Αράβων από τον Ομάρ Ιμπν-ουλ-Αζίζ στο χαλιφάτο του Σουλεϊμάν Ιμπν Αμπντ-Αλλάχ. Είναι τώρα μεγάλο ελληνικό χωριό πεντακοσίων σπιτιών με προσόψεις από τούβλα. Έχει μοναστήρι, μερικούς μικρούς δρόμους και δύο εκκλησίες. Αποβιβαστήκαμε εδώ και περάσαμε τη νύχτα, περπατώντας την επόμενη μέρα κατά μήκος της ακτής της θάλασσας για τρεις ώρες μέχρι τον κήπο του Ισκαντέρ Τσελεμπή, που ανήκε στον ντεφτερντάρ του σουλτάνου Σελήμ Β’, ο οποίος είχε πεθάνει χωρίς παιδιά και ο κήπος έγινε αυτοκρατορικός. Υπάρχει ένας ουστά ή αφέντης με διακόσιους μποσταντζήδες. Ο μουφτής Χουσεΐν Εφέντης, ο οποίος είχε κατηγορηθεί από τους εχθρούς του για φιλόδοξα και επικίνδυνα σχέδια, εξορίστηκε αρχικά σε αυτόν τον τόπο από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’ και στη συνέχεια τον συνέλαβε ο μποσταντζή-μπασης, τον στραγγάλισε και τον έθαψε εδώ. Είναι ο πρώτος μουφτής στην οθωμανική ιστορία, που σαν τους μάρτυρες της Καρμπάλα πέθανε βίαια. Μπορούσε να επαναλάβει σαράντα χιλιάδες φετβάδες από μνήμης. Πήραμε άλογα εδώ και ιππεύαμε κατά μήκος της ακτής, βλέποντας το σκάφος μας που προχωρούσε με τη βοήθεια κουπιών, με τις αποσκευές μας.
Έχοντας έτσι επιστρέψει, ο φτωχός Εβλία, στις 25 Σαφέρ του έτους 1050 στην Κωνσταντινούπολη, πήγα την ίδια μέρα στο πατρικό μου σπίτι και φίλησα τα χέρια του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ο πατέρας μου, σταυρώνοντας τα χέρια του, είπε: «Καλώς ήρθες, καλώς όρισες, ταξιδιώτη της Μπούρσα!» Ξαφνιάστηκα ακούγοντάς το, καθώς δεν είχα πει σε κανέναν πού θα πήγαινα, αλλά ο πατέρας μου είπε: «Τη νύχτα της Ασούρα της 10ης Μοχαρρέμ [19ης Αυγούστου], όταν αγωνιούσα που είχες χαθεί, έκανα πολλές αποτελεσματικές προσευχές και διάβασα τη Σούνα (Ένα Αταϊνάκ) χίλιες φορές. Την ίδια νύχτα είδα στον ύπνο μου ότι πήγες στη Μπούρσα για να ζητήσεις τη βοήθεια του Εμίρ Σουλτάν για τα ταξίδια σου. Εκείνη την ίδια νύχτα σου έδωσα άδεια να πας σε αυτό το ταξίδι, με την ευλογία του Θεού! Αλλά τώρα, γιε μου, κάθισε κάτω, άγγιξε το αριστερό μου αυτί με το δεξί σου χέρι και άκουσε την πατρική μου συμβουλή». Το έκανα και μου έδωσε πολλές ηθικές ρήσεις και πολλές καλές συμβουλές για τον τρόπο των ταξιδιών μου, προστάζοντάς με να συντάξω πιστή και λεπτομερή περιγραφή τους. Όταν τελείωσε, μου έδωσε δυνατό χτύπημα στο αυτί, ολοκληρώνοντας το μάθημά του με μια φάτιχα. Φίλησα το χέρι του πατέρα μου, ο οποίος μου έδωσε τότε δώδεκα πολύτιμα βιβλία και διακόσια καλής κοπής δουκάτα για τα έξοδα των ταξιδιών μου και μου έδωσε άδεια να ξεκινήσω για όποιο μέρος ήθελα. Στη συνέχεια φίλησα επίσης τα χέρια δώδεκα μεγάλων σεΐχηδων και προς ανείπωτη χαρά μου πήρα τις ευλογίες τους για το εγχείρημά μου. Αυτό μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και την ίδια βδομάδα, τις πρώτες ημέρες του Ρέμπι-ουλ-Αουάλ, συμφώνησα με έναν συγγενή μου, τον Κούλογλου Μοχάμεντ Ρέις, για ταξίδι στην Ιζμίτ (Νικομήδεια).
| <-Τμήμα 80 | 2. Ταξίδι στη Νικομήδεια-> |
