08_Erzerum

<-7. Εκστρατεία εναντίον των Χανίων 9. Ναχτσεβάν-Ταμπρίζ->

8. Ταξίδι στο Ερζερούμ και το Ναχτσεβάν

Έχοντας παραμείνει ένα μήνα στο Σκουτάρι, τα κτίρια της οποίας πόλης έχουν καταλεπτώς περιγραφεί στον πρώτο μας τόμο, έφτασε η είδηση ότι ο μοσελέμ (υποκατάστατο του πασά) είχε ευτυχώς καταλάβει τη διακυβέρνηση. Ο πασάς θυσίασε ζώα και όλοι χαίρονταν, γιατί ο κύριος λόγος για την ανάθεση αυτής της θέσης κυβερνήτη στον Ντεφτερντάρ-Ζάντε ήταν η φήμη που επικρατούσε ότι ο Αμπχάζα Πασάς, ο διάσημος επαναστάτης, τον οποίο ο σουλτάνος Μουράτ είχε αφήσει να ζήσει, ενάντια στις επιθυμίες των στρατιωτών, είχε επιστρέψει από τα ταξίδια του στην Αφρική και την Ινδία, αλλά ευτυχώς ο Σουλεϊμάν Πασάς, ο κυβερνήτης του Ερζερούμ (ο προκάτοχός του Αμπχάζα) είχε σκοτώσει τον διεκδικητή και είχε στείλει το κεφάλι του στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο μοσελέμ Μουσταφά Αγάς είχε αναλάβει τη θέση του κυβερνήτη. Ξεκινήσαμε από το Σκουτάρι στις αρχές του Σαμπάν και φτάσαμε στο τέλος πορείας επτά ωρών στο Πεντίκ, μεγάλο χωριό στην ακροθαλασσιά, που ανήκει στο ίδρυμα του κιρετζή-μπαση στο Σκουτάρι. Οι πολλοί κήποι του εφοδιάζουν την πρωτεύουσα με λαχανικά. Εδώ ο κύριός μας έλαβε από τον μεγάλο βεζίρη Σαλέχ Πασά δέκα πουγγιά, δέκα άλογα και μεγάλο αριθμό άλλων πολύτιμων δώρων. Από εδώ ο άρχοντας του καταλύματος (κονακτζή) και ο επικεφαλής του κελαριού (κιλαρτζή), με τον επιθεωρητή της κουζίνας (μουτμπάχ εμίνι) και τον προμηθευτή στην αγορά (μπαζάρα γκίντεν), οδηγούσαν την ακολουθία με πεντακόσιους άνδρες και μία ουρά.

Γκέμπζε

Αυτή ήταν στο παρελθόν μεγάλη πόλη. Την εποχή που ο Σίντι Μπατάλ πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη, υπήρχε μεγάλο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη, μέσα από την πύλη Σηλυμβρίας, στη θέση που τώρα ονομάζεται τζαμί του Κότζα Μουσταφά Πασά. Ο Χαρούν αλ-Ρασίντ έχτισε φρούριο εδώ και το φρουρούσε με 3.000 άνδρες, προκειμένου να κρατάει τους άπιστους υπό έλεγχο. Επειδή οι κάτοικοι της Γκέμπζε σκότωσαν κάποια άτομα που ανήκαν στον Σίντι Μπατάλ, που ήταν διοικητής της φρουράς του εν λόγω φρουρίου, εκείνος μετέτρεψε την πόλη της Γκέμπζε σε ερείπια και αποσύρθηκε στη Μαλάτεια. Ίχνη αυτού του όλεθρου είναι ακόμη ορατά. Κατακτήθηκε από τον Μωάμεθ Α’, ο οποίος κατέστρεψε το κάστρο, ώστε να μην υπάρχει ως καταφύγιο για τους άπιστους, αλλά ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ το ανοικοδόμησε μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Είναι πια δικαιοδοσία 150 άσπρων στο σαντζάκι του Κοτζαέλι. Ο Μουσταφά Πασάς, ο οποίος έχτισε τη γέφυρα που φέρει το όνομά του στη Ρωμυλία, έχτισε τζαμί εδώ, του οποίου ο διαχειριστής (μουτεβελή) είναι ταυτόχρονα στρατιωτικός διοικητής του τόπου. Βρίσκεται σε απόσταση μιας ώρας από τη θάλασσα, στην κορυφή ξερού βουνού. Υπάρχουν χίλια περίπου σπίτια με κήπους, στο αρχαίο ύφος, τρία τζαμιά, το μεγαλύτερο από τα οποία, που είναι καλυμμένο με μόλυβδο, επισκιάζει τα τζαμιά των βεζίρηδων στην Κωνσταντινούπολη. Κτίστηκε από τον Μουσταφά Πασά, τον οικοδόμο της γέφυρας που ονομαζόταν από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν γέφυρα των ανελεύθερων (ναμέρντ), ο οποίος, όταν ήταν κυβερνήτης της Αιγύπτου έβαλε να κόψουν τις πιο όμορφες πέτρες σε πλάκες για να στολίσει το τζαμί του και έφταξε από αυτές πέτρινη πολύφωτη λυχνία, που όμοιά της δεν υπάρχει στον κόσμο. Οι πέτρες ήρθαν απευθείας από την Αίγυπτο στο τόπο αποβίβασης του Νταριτζή, όπου ξεφορτώθηκαν. Το εσωτερικό του τζαμιού είναι επενδεδυμένο με μάρμαρο και γρανίτη σε ύψος τριών ανδρών, πράγμα που δεν θα δει κανείς σε κανένα άλλο τζαμί στην πρωτεύουσα. Τα μινμπάρ (άμβωνας), μιχράμπ (βωμός) και μαχφίλ (προσευχητήριο) των μουεζίνηδων είναι άριστης κατασκευής, πράγμα που είναι αδύνατο να περιγραφεί σε όσους δεν το έχουν δει. Χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Χασάμ, τον πρώτο βοηθό του αρχιτέκτονα Κότζα Σινάν, ο οποίος έδειξε εδώ καταλεπτώς την ικανότητά του. Τα παράθυρα στις τέσσερις πλευρές αποτελούνται από μικρά ζωγραφισμένα γυαλιά, τα οποία στο φως του ήλιου φωτίζουν το τζαμί με το πιο υπέροχο φως και γι’ αυτό μπορεί να διαβάσει κανείς στον μεσαίο τρούλο τον στίχο του Κορανίου, «ο Θεός είναι το φως του Ουρανού». Το εσωτερικό του τρούλου είναι διακοσμημένο με κύκλους από λυχνίες και μεγάλο αριθμό αναρτημένων διακοσμήσεων. Τα αιγυπτιακά χαλιά στο δάπεδο συναγωνίζονται εκείνα του Ισφαχάν. Ο άμβωνας του ιεροκήρυκα (κουρσί) είναι στολισμένος με μαργαριταρένια κελύφη. Έξω από τα τείχη υπάρχει υπέροχος κήπος, όπου λουλούδια και ευώδη βότανα γεμίζουν τον αέρα και το μυαλό με αρώματα και αηδόνια συναρπάζουν με το κελάηδημά τους. Το τζαμί έχει μία μονο πύλη, απέναντι από τον βωμό. Στο κατώφλι είναι γραμμένη η επιγραφή χρονολόγησης σε γραφή του Καραχισάρι Χουσεΐν, ενώ μέσα στο τζαμί φυλλάσονται εβδομήντα Κοράνια, καθένα από τα οποία αξίζει έναν αιγυπτιακό θησαυρό. Αντίγραφο του Γιακούτ Μοστασέμι, όπως εκείνο που φαίνεται εδώ στα αριστερά του βωμού, δεν υπάρχει αλλού, εκτός ίσως από το τζαμί του σουλτάνου Αχμέτ στην Κωνσταντινούπολη. Και στις δύο πλευρές της πύλης υπάρχουν έξι τρούλοι στηριζόμενοι από ίδιο αριθμό στηλών, ενώ ο τρούλος αμέσως πάνω από την πύλη είναι ο έβδομος. Το χαρέμ ή αυλή, τόσο ευρύχωρο όσο εκείνα των αυτοκρατορικών τζαμιών, είναι στολισμένο με δένδρα. Ο μιναρές, με έναν εξώστη, έχει καλές αναλογίες. Κοντά στο τζαμί υπάρχει καραβανσεράι, με δυνατότηα παροχής διαμονής σε 3.000 ανθρώπους και 2.000 άλογα, με στάβλο προοριζόμενο για καμήλες. Στην τραπεζαρία (νταρ-ουλ-ιτάμ), γέροι και νέοι άνδρες και γυναίκες δειπνούν σε αφθονία, ενώ στο καραβανσεράι, κάθε βράδυ, κάθε τζάκι είναι εφοδιασμένο με ένα πιάτο σούπα, ένα καρβέλι ψωμί, κερί και τσάντα με ζωοτροφή για κάθε άλογο, γάιδαρο, μουλάρι ή καμήλα. Ένα λουτρό ενώνεται με αυτό, καλυμμένο με μόλυβδο, όπως όλα τα άλλα κτίρια του εν λόγω ιδρύματος. Εκτός από αυτό το καραβανσεράι υπάρχουν σαράντα μικρά και μεγάλα χάνια και εκατόν ογδόντα καταστήματα, όλα έργο του Σινάν. Το τζαμί στην αγορά είναι παλιό απλό κτίριο. Τα σπίτια έχουν όλα πρόσοψη με κόκκινα τούβλα, το νερό από τα πηγάδια είναι λίγο παχύ, αλλά ο αέρας είναι καλός.

Προχωρήσαμε πέντε ώρες από εδώ προς τα ανατολικά, προς το κάστρο του Χέλκε ή Χέρκε [Χάρακα], που κατακτήθηκε από τον Μωάμεθ Α’ με σημαντική απώλεια ανδρών. Είναι ωραίο μικρό κάστρο, από τεράστιες πέτρες, χτισμένο στην ακτή, σε γκρεμό ανάμεσα σε δύο κοιλάδες. Η πύλη του ανοίγει προς βορρά και μέσα δεν έχει σπίτια. Η περιοχή ανήκει στο σαντζάκι του Κοτζαέλι. Στο τέλος οκτάωρου ταξιδιού κατά μήκος της ακτής, φτάσαμε στην Ιζνικμίτ (Νικομήδεια), η οποία έχει ήδη περιγραφεί λεπτομερώς στο προηγούμενο ταξίδι μας. Ύστερα από μιας ημέρας ανάπαυση ξεκινήσαμε ξανά και φτάσαμε, στο τέλος εξάωρης πορείας, στη Σαμπάντζα, που ονομάστηκε έτσι από τον Σαμπαντζή Κότζα, ο οποίος ήταν ο πρώτος που καθάρισε τα πυκνά δάση εδώ με το άροτρο. Την εποχή του Σουλεϊμάν καλλιεργούνταν και ο Σαρή Ρουστέμ Πασάς ίδρυσε χάνι εδώ με 170 τζάκια, ευχάριστο τζαμί, λουτρό καλυμμένο με μόλυβδο και χίλια περίπου σπίτια με πρόσοψη από τούβλα, χτισμένα από τον Κότζα Σινάν. Ο διαχειριστής αυτών των κληροδοτημάτων του Ρουστέμ Πασά είναι ταυτόχρονα ο πρώτος δημόσιος αξιωματούχος του τόπου. Εκτός από τα λευκά της κεράσια, φημίζεται για το λευκό ψωμί, το σουμούν, το οποίο ψήνεται σε κατάστημα κάτω από το λουτρό, διατηρεί τη γεύση του και δεν μουχλιάζει για διάστημα έξι ημερών. Συχνά έχει σταλεί με αγγελιοφόρους στον σάχη της Περσίας, έχει φτάσει φρέσκο και έχει κερδίσει γενική επιδοκιμασία. Οι καλές του ιδιότητες οφείλονται στο νερό.

Εγκώμιο της λίμνης της Σαμπάντζα

Η περίμετρός της είναι είκοσι μίλια και εβδομηνταέξι χωριά κοσμούν τις ακτές της. Οι άνθρωποι που πίνουν από το νερό της έχουν κατακόκκινο χρώμα και τα προϊόντα της γης είναι άφθονα. Δεν υπάρχουν αμπέλια, αλλά μεγάλος αριθμός κήπων. Στα όρια της λίμνης υπάρχουν πεπόνια και καρπούζια τέτοιου μεγέθους, που δύο από αυτά κάνουν το φορτίο ενός γαϊδουριού. Στη λίμνη υπάρχουν εβδομήντα έως ογδόντα καΐκια και βάρκες, που χρησιμοποιούνται για το πέρασμα από χωριό σε χωριό και για τη μεταφορά ξυλείας. Υπάρχει μεγάλος αριθμός από πολύ νόστιμα ψάρια. Το βάθος της είναι είκοσι οργιές, το νερό είναι καθαρό και λαμπρό και εξαιρετικό για πλύσιμο χωρίς σαπούνι. Το νερό είναι αυτό που δίνει στο ψωμί σουμουνί λευκότητα που μοιάζει με βαμβάκι. Στην ανατολική πλευρά της λίμνης, σε απόσταση δύο ωρών, περνάει ο ποταμός Σακάρια, ο οποίος χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα στην επαρχία Κοτζαέλι, στο μέρος που ονομάζεται Ίρβα [Ρίβα]. Θα απαιτούσε λίγο μόνο επιχειρηματικό πνεύμα για να ενωθεί η λίμνη με τη θάλασσα μέσω αυτού του ποταμού, κλάδος του οποίου κατεβαίνει στις αλυκές της Νικομήδειας. Ήδη από τη βασιλεία του Μωάμεθ Γ’ μεγάλος αριθμός εργατών χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία επικοινωνίας μεταξύ του κόλπου της Νικομήδειας και της λίμνης της Σαμπάντζα, αλλά το εγχείρημα εγκαταλείφθηκε ύστερα από αίτημα των κατοίκων. Αν ο ποταμός Σακάρια ενωνόταν με αυτή τη λίμνη και η λίμνη με τον κόλπο της Νικομήδειας, τότε αυτή η πόλη θα γινόταν λιμάνι της ενδοχώρας. Η ξυλεία θα μπορούσε να κατέβει στο Μπόλου και δεν θα κόστιζε περισσότερο από πέντε άσπρα το καντάρι. Ο Θεός να το κάνει εύκολο!

Περπατήσαμε προς τα ανατολικά για έξι ώρες, κατά μήκος της ακτής [της λίμνης], μέσα από πυκνά δάση, που ονομάζονται «Ωκεανός δένδρων» και διασχίσαμε τον Σακάρια από ξύλινη γέφυρα. Αυτός ο ποταμός πηγάζει από το βουνό Τσιφτελέρ, περνάει από το Κοτζαέλι και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στην Ίρβα.

Ο σταθμός του Χαντάκ-μπαζάρι106

Είναι μικρό μέρος που ανήκει στην επικράτεια του Κοτζαέλι, με δάση, βουνά, κήπους, τζαμί, χάνι, λουτρό, αγορά, δικαστή διορισμένο με 150 άσπρα, αξιωματικό των γενίτσαρων και σούμπαση. Στο δασώδες έλος εδώ υπάρχει μεγάλη ξύλινη γέφυρα, διάσημη σε όλη την Αραβία και την Περσία. Προχωρήσαμε δώδεκα ώρες πιο πέρα μέσα από πυκνά δάση και φτάσαμε στο Ντούζτζε-μπαζάρ,107 το πρώτο μέρος που ανήκει στο Μπόλου, σε ορεινή περιοχή, με τζαμί και δύο χάνια που ιδρύθηκαν από τον Σέμσι Πασά, ο οποίος άνοιξε επίσης τον δρόμο. Στην περιοχή υπάρχουν πολλά χωριά.

Δυτικά από αυτό το μέρος, στην πλευρά του Ακτσεσάρ και δύο ώρες πέρα από τον ποταμό Μελάν, βρίσκεται ο τόπος του Ουσκουμπί, χας της επικράτειας του Μπόλου, με τζαμί, χάνι και λουτρό. Εννέα ώρες αργότερα φτάσαμε στο Μπόλου, που κατακτήθηκε στο όνομα του Οσμάν από τον Σονκόρ Μπαΐ Σέμσι, στον οποίο και στους απογόνους του οποίου δόθηκε ως κληρονομική ιδιοκτησία (οτζακλίκ). Το κάστρο του χτίστηκε από τον Έλληνα διοικητή της Μπούρσα. Είναι μικρό ερειπωμένο κάστρο, σε ψηλό βουνό χωρίς ίχνος καλλιέργειας. Σύμφωνα με τη διαίρεση του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ είναι έδρα σαντζακίου. Το χας του μπεγκ ανέρχεται σε 300.122 άσπρα, 14 ζιαμέτ και 55 τιμάρ, μαζί με τους τζεμπελή 2.800 σπαθιά. Ο δικαστής διορίζεται με 300 άσπρα. Πέντε περιοχές ανήκουν σε αυτό, δηλαδή η περιοχή γύρω από την πόλη Μπόλου, εκείνη του Γκιοκτσεσού, εκείνη του Σαζάκ Κέρντε στα αριστερά του Μπόλου, εκείνη του Τουρτούρ-ντιβάν και εκείνη του Γιαφλίτζε. Το ετήσιο εισόδημα είναι 5.000 γρόσια και εκείνο του μπεγκ 15.000. Αλλά ο δικαστής και ο μπεγκ είναι υποχρεωμένοι να είναι πολύ προσεκτικοί, γιατί αν διαπράξουν την παραμικρή αδικία, οι ραγιάδες μπορούν να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη σε τρεις ημέρες και να παραπονεθούν για τον καταπιεστή. Υπάρχει ένας αξιωματικός των γενίτσαρων, ένας των σπαχήδων και ένας νακίμπουλ-ισραφ. Αν και οι κάτοικοι είναι Τουρκομάνοι, ωστόσο υπάρχει μεγάλος αριθμός εμπόρων. Είναι μεγάλη πόλη με τριαντατέσσερις γειτονιές και άλλα τόσα τζαμιά, 3.000 καλά σκεπασμένα σπίτια, μερικά από τα οποία έχουν προσόψεις με τούβλα, μερικά σεράι και τζαμιά. Στην αγορά είναι εκείνα του Μουσταφά Πασά και του Φερχάντ Πασά, πολύσύχναστα. Είναι και τα δύο έργα του Κότζα Σινάν, του μεγάλου αρχιτέκτονα. Το καλύτερο και πιο ευχάριστο λουτρό είναι εκείνο του Σεμσί. Επτά χάνια και επτά κρήνες, όλες φτιαγμένες από τον Σέμσι Πασά, τετρακόσια κομψά καταστήματα, αλλά όχι μεντρεσές ή σχολείο παράδοσης, απ’ όσο γνωρίζω. Υπάρχουν όμως εβδομήντα σχολεία για αγόρια, ενώ περισσότερα από διακόσια από αυτά ξέρουν το Κοράνι απ’ έξω. Το βιβλίο Μοχαμεντιέ διαβάζεται πολύ εδώ. Έχουν επίσης παραμυθάδες που απαγγέλλουν ηθικά αξιώματα (Ογούζ). Η ηπιότητα του αέρα συμβάλλει στην ομορφιά των κατοίκων. Οι γυναίκες φορούν μανδύες (φερράτζι) και μεγάλα καλύμματα κεφαλής, είναι πολύ αξιοπρεπείς και σεμνές κυρίες. Υπάρχει μεγάλος αριθμός κήπων και αμπελιών. Από τα φαγητά και τα προϊόντα της, τα κεράσια είναι τα πιο γνωστά. Τα δοχεία από ξύλο έλατου δροσίζουν όσους πίνουν από αυτά, σαν ζωντανή πηγή. Αυτά τα δοχεία ονομάζονται ακασίκ και ποντούτς. Οι κάτοικοι ως επί το πλείστον είναι έμποροι. Καθώς τα γύρω δάση αποτελούνται από έλατα, οι κάτοικοι ζουν κόβοντας και φτιάχνοντας σανίδες από αυτά, που εκτιμώνται πολύ στην Κωνσταντινούπολη. Δύο ημέρες ταξιδιού δυτικά από αυτό το μέρος είναι ο τόπος αποβίβασης του Ακτσεσάρ. Εκείνοι των Ερεγλί, Μπαρτίν και Χισάρογι ανήκουν επίσης στο σαντζάκι του Μπόλου. Το θερμό λουτρό βρίσκεται στα νότια, έξω από την πόλη. Ανάμεσα στους κήπους υπάρχει μικρό θερμό λουτρό, εξαιρετικά ζεστό και ιδιαίτερα χρήσιμο κατά της φαγούρας. Καθαρίζει το στομάχι και το σώμα. Άνθρωποι κάθε βαθμού συρρέουν με κάρρα σε αυτό το θερμό λουτρό.

Τόποι προσκυνήματος στο Μπόλου

Το μοναστήρι του Γιουζγκάτ Μπαμπά κοντά στο θερμό λουτρό. Περπατήσαμε δώδεκα ώρες προς τα ανατολικά, μέσω καλλιεργημένων χωριών προς τη Γκέρεντε,108 έδρα σούμπαση που υπάγεται στο Μπόλου και δικαστή με 150 άσπρα. Η πόλη αποτελείται από χίλια ξύλινα και πλινθόκτιστα σπίτια σε μεγάλη κοιλάδα, εννέα συνοικίες και έντεκα τζαμιά, εκτός από τα μεστζίντ, τρία μοναστήρια, τρία χάνια, διακόσια καταστήματα και επτά καφενεία. Οι κατασκευαστές μαχαιριών και οι βυρσοδέψες της Γκέρεντε φημίζονται για τα μαχαίρια και τα σαφιέν αυτού του τόπου. Ο αέρας είναι ευχάριστος και οι κάτοικοι υγιείς. Είναι κυρίως μαθητές ανυπόμονοι για πληροφόρηση (σούχτε ταλεμπί). Αποτελεί κοινή ρήση ότι η Γκέρεντε φημίζεται για τους κλέφτες της, τους βυρσοδέψες της και τον χειμώνα της, που συγκρίνεται με εκείνον του Ερζερούμ. Οι κάτοικοι αποτελούν σύνολο ζωηρών εύσωμων Τούρκων. Στα τέσσερα σημεία της πυξίδας και ιδιαίτερα στα νότια προς το Κάνγκρι, υπάρχουν καλλιεργούμενες περιοχές που κατοικούνται από σαράντα ή πενήντα χιλιάδες Τούρκους. Τα ονόματα των περιοχών είναι Κιζίλ-ουζού, Αλατζά-ουζού, Αλέ-ντιβάν, Μπιρ-ντιβάν, Ίκι-ντιβάν, Ουτς-ντιβάν και ούτω καθεξής μέχρι επτά ντιβάν, όλα στα βουνά. Το όνομα ντιβάν που δόθηκε σε αυτές τις περιοχές προερχόταν από την εποχή του Ερτογρούλ, ο οποίος, έχοντας ονομαστεί μπεγκ από τον Άλα-αντ-ντίν, τον ηγεμόνα της οικογένειας των Σελτζούκων, παραχώρησε στους Άπιστους, των οποίων τις περιοχές κατέκτησε, το προνόμιο των μεγάλων τυμπάνων. Το όνομα διατηρείται έτσι σε επτά συνοικίες, των οποίων οι κάτοικοι είναι απείθαρχος λαός, που μιλούν ιδιαίτερη δική τους γλώσσα.

Από τη Γκέρεντε ταξιδέψαμε προς τα ανατολικά για διάστημα οκτώ ωρών, μέσω καλλιεργημένων χωριών, φτάνοντας στο χωριό Μπαγιαντέρ109 στην περιοχή Μπόλου, δικαιοδοσία 150 άσπρων. Η κατάκτηση αυτών των χωριών που βρίσκονται ανάμεσα σε απόκρημνα βουνά κόστισε πολύ αίμα στον Οσμάν. Εδώ υπάρχουν τριακόσια σκεπασμένα σπίτια, χάνι στο οποίο μπορεί να παραμείνει κάθε επιβάτης και λαμβάνει δωρεάν ξύλο, άχυρο και νερό. Ταξιδέψαμε από εκεί μέσω στενού που ονομάζεται Χαμαμλί Μπογάζ και φτάσαμε με χίλιες δυσκολίες στο τέλος των εννέα ωρών στη θέση Τσερκές,110 έδρα σούμπαση στο σαντζάκι του Κάνγκρι. Εδώ υπάρχει δικαστής με 150 άσπρα, αξιωματικός των γενίτσαρων και των σπαχήδων. Η πόλη αποτελείται από τριακόσια σπίτια, τζαμί, λουτρό και από σαράντα έως πενήντα καταστήματα. Ο Μουσταφά Πασάς, ο ξιφοφόρος στον σουλτάνο Μουράτ Δ’, έφτιαξε χάνι εδώ με πενήντα τζάκια και εκατό καταστήματα, αλλά πέθανε πριν τελειώσει. Μια φορά την εβδομάδα πραγματοποιείται μεγάλη αγορά εδώ. Επτά ώρες πιο κάτω είναι το χωριό Καρατζαλάρ,111 ζιαμέτ στη δικαιοδοσία του Κάνγκρι, τριακόσια σπίτια φτωχών αλλά πολύ πεισματάρηδων Τούρκων. Θα πουλήσουν έναν κορμό δένδρου σαράντα φορές, βάζοντάς τον στο νερό κάθε νύχτα, έτσι ώστε να αναγκαστείς να πληρώσεις δέκα άσπρα σε φρύγανα για να του βάλεις φωτιά. Ένας ταξιδιώτης σημάδεψε έναν από αυτούς τους κορμούς βάζοντας πάνω του καρφί και όταν επέστρεψε ύστερα από τρία χρόνια από την πολιορκία του Ερεβάν, του έδωσαν τον ίδιο κορμό, τον οποίο είχε μάταια προσπαθήσει να κάψει πριν από τρία χρόνια. Έτσι θα πουλήσουν έναν κορμό σαράντα φορές και θα τον επαινέσουν ότι είναι σαράντα ετών. Εμπορεύονται επίσης διάφορα μικρά είδη, ιδιαίτερα ζώνες, για τις οποίες φημίζεται το Καρατζαλάρ.

Προσκύνημα στον Χαμπίμπ Καραμάνι

Ο Χαμπίμπ γεννήθηκε στο Ορτακιόι κοντά στη Νίγκντε και είναι θαμμένος εδώ. Πέθανε ως σεΐχης των Μπεϊραμί κατά τη βασιλεία του Μωάμεθ Β’. Ο Χάμζα Εφέντης ήταν ένας από τους μαθητές του. Φύγαμε από το Καρατζαλάρ και ύστερα από εννέα ώρες πορείας φτάσαμε στο Κοτσχισάρ,112 δικαιοδοσία του Κάνγκρι. Το κάστρο του κατακτήθηκε το έτος 708 από τον Οσμάν και καταστράφηκε για να μην παρέχει πια καταφύγιο στους απίστους. Εννέα ώρες αργότερα, φτάσαμε στην πόλη Τούσια,113 που κατακτήθηκε από τον Μωάμεθ Α’, έδρα σούμπαση και δικαστή που διορίζεται με 150 άσπρα. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι είναι ο διοικητής των γενίτσαρων (σερντάρ), ο αξιωματικός του σπαχήδων (κεχαγιά-γερι), ένας μουφτής και νακίμπ. Αν και είναι τουρκική πόλη, ωστόσο υπάρχει μεγάλος αριθμός μορφωμένων ιερών ανθρώπων.114 Η πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο και αποτελείται από 3.000 ξύλινα σπίτια επενδεδυμένα με τούβλα. Υπάρχουν έντεκα γειτονιές, εικοσιένα τζαμιά, εκτός από τα μεστζίντ, επτά χάνια, 340 καταστήματα και μπεζεστένι με σιδερένια πύλη. Ο κουζλί και ο λεμπλεμπί χαλβάς (δύο είδη γλυκών) του τόπου, είναι διάσημα. Ο αέρας είναι βαρύς. Οι κάτοικοι είναι Τούρκοι, αλλά πολύ ευγενικοί με τους ξένους. Έξω από την πόλη, σε ωραίο λιβάδι, βρίσκεται ο τάφος του Σεάτ Μπαμπά Σουλτάν, στον οποίο πραγματοποιούνται προσκυνήματα.

Ο δρόμος μας προχωρούσε τώρα για οκτώ ώρες ανάμεσα στα βουνά, κατά μήκος της άκρης του Κιζίλ Ιρμάκ (Κόκκινου ποταμού), όταν φτάσαμε στο χωριό του Χατζή Χάμζα,115 σύντροφου και μαθητή του Χαμπίμπ Καραμάνι. Αυτό το χωριό ήταν η γενέτειρά του. Παραμένει μόνο ένα αρχαίο τζαμί στον μεγάλο δρόμο, ενώ τα άλλα σπίτια είναι ερειπωμένα. Βρίσκεται στις όχθες του Κιζίλ Ιρμάκ, η απέναντι ακτή του οποίου είναι στρωμένη με κομψούς κήπους. Ο Κιζίλ Ιρμάκ πηγάζει από τα βουνά του Τσόρουμ και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στο χωριό Μπάφρα, όπου σχηματίζει καταρράκτη, ο θόρυβος του οποίου ανησυχεί τους ανθρώπους όπως το βουητό της βροντής. Ο ποταμός ξεχύνεται με μεγάλη ορμή και δεν είναι πλωτός. Το χρώμα του είναι κόκκινο τόσο τον χειμώνα όσο και το καλοκαίρι. Είναι σκληρό νερό, γιατί, προσπαθώντας να περάσω στην απέναντι όχθη έφιππος, ανατράπηκα με το άλογό μου στη μέση του και σώθηκα με δυσκολία αφού πιάστηκα από μιαν ιτιά. Αφήσαμε το Χατζή Χάμζα και συνεχίσαμε τον δρόμο μας προς τα ανατολικά ανάμεσα στα βουνά και κατά μήκος του Κιζίλ Ιρμάκ. Ο δρόμος ελίσσεται κατά μήκος των βράχων στη βάση του ψηλού βουνού που ονομάζεται Σαριμασικλί, έτσι ώστε στη δεξιά πλευρά να βρίσκονται οι απότομοι βράχοι και στην αριστερή γκρεμός, στο κάτω μέρος του οποίου ρέει ο Κιζίλ Ιρμάκ, τον οποίο πρέπει να διασχίσεις σε ορισμένα σημεία. Ύστερα από οκτάωρη πορεία φτάσαμε στο κάστρο του Οσμαντζίκ.116 Μερικοί λένε ότι ο Οσμάν γεννήθηκε σε αυτό το μέρος και το κάστρο χτίστηκε από τους διαδόχους του. Το έτος 795 το πήρε από τα χέρια των Τούρκων ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ.117 Είναι έδρα βοεβόδα που ανήκει στο σαντζάκι του Τσόρουμ και έχει διορισμένο σε αυτό δικαστή με μισθό 150 άσπρα. Υπάρχει σερντάρ και κεχαγιά-γερι, αλλά όχι μουφτής ή νακίμπ. Υπάρχουν λίγοι διακεκριμένοι κάτοικοι, αλλά μεγάλος αριθμός κήπων. Ο Κιζίλ Ιρμάκ διασχίζεται από γέφυρα προς το κάστρο, το οποίο είναι ισχυρής κατασκευής με περίμετρο όχι μεγαλύτερη από οκτακόσια βήματα και σιδερένια πύλη. Καθώς βρίσκεται τόσο εκπληκτικά ψηλά, δεν είδα το εσωτερικό του, αλλά μόνο την εξωτερική πόλη ή προάστιο, που αποτελείται από χίλια παλιά σπίτια Τατάρων καλυμμένα με σανίδες και χώμα. Υπάρχουν επτά γειτονιές και άλλα τόσα τζαμιά, τρία χάνια και μικρό λουτρό, το νερό του οποίου αντλείται από πηγάδι που τροφοδοτείται από τον Κιζίλ Ιρμάκ. Στις τρεις πλευρές της πόλης υπάρχει αμμώδες έδαφος. Οι σταφίδες είναι πολύ γλυκές εδώ λόγω της θερμότητας του εδάφους. Στην άμμο αναπτύσσεται φυτό που ονομάζεται κάμπρε (κάππαρη) το οποίο διατηρούμενο σε ξύδι βρίσκεται σε μεγάλη χρήση. Οι φτωχοί και σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είναι δερβίσηδες του τάγματος του Χατζή Μπεκτάς, επειδή ένας από τους κύριους Αγίους τους είναι θαμμένος στη δυτική πλευρά της πόλης, σε υπερυψωμένο σημείο.

Προσκύνημα στον τάφο του μεγάλου Αγίου Κογιούν Μπαμπά (πατέρα της δυναστείας των Προβατάδων)

Ήταν ο αληθινός διάδοχος του Χατζή Μπεκτάς. Όταν εμφανίστηκε στον σουλτάνο Βαγιαζήτ, τον πρόσταξε να χτίσει τρούλο στον τάφο του, τζαμί, μοναστήρι, τόπο συνάντησης δερβίσηδων (μεϊντάν), καραβανσεράι με κουζίνα και κελάρι. Όλες αυτές οι εγκαταστάσεις είναι καλυμμένες με μόλυβδο, οι οποίες, με τις χρυσές ημισελήνους επάνω τους, θαμπώνουν τα μάτια των θεατών ακόμη και από απόσταση. Το ιμαρέτ (κουζίνα για τους φτωχούς) καπνίζει μέρα και νύχτα. Μόλις έφτασα εδώ, ο φτωχός Εβλία, πήγα να επισκεφτώ αυτόν τον τόπο προσκυνήματος. Φίλησα το κατώφλι λέγοντας «Ες-σελάμ αλέικ» και μπήκα στον τάφο, όπου διάβασα το Κοράνι, ευχαριστώντας τον Θεό για τη χάρη που μου είχε κάνει να τον επισκεφτώ. Ο τρούλος είναι αρωματισμένος με μόσχο και κεχριμπάρι, κάτι που είναι πολύ ευχάριστο στις αισθήσεις των επισκεπτών, τους οποίους οι φύλακες του μαυσωλείου ραντίζουν επίσης με ροδόνερο. Ο ιεροκήρυκας και οι άλλοι μπεκτασήδες δερβίσηδες, που φρουρούν και προσεύχονται στον τάφο, έκαναν προσευχές για μένα, τον φτωχό Εβλία, ευχόμενοι καλό ταξίδι, με καλή όραση και τέλεια υγεία και ευτυχία και στους δύο κόσμους. Όλοι οι δερβίσηδες έβγαλαν τη μωαμεθανική κραυγή (Αλλάχ !) και διάβασαν μια φάτιχα. Όταν ο σεΐχης κάλυψε το κεφάλι μου με τον σκούφο του, ένιωσα έναν άνεμο να φυσάει και στα δυο μου αυτιά και τα μάτια μου φωτίστηκαν σαν αραβικοί πυρσοί. Από το ναυάγιο που είχα στη Μαύρη Θάλασσα, κολυμπώντας τρεις ημέρες και νύχτες, η όρασή μου υπέφερε σοβαρά και αποκαταστάθηκε μόνο με αυτό το κάλυμμα κεφαλής (το στέμμα της ευτυχίας) που μου έβαλαν στο κεφάλι. Στη συνέχεια συνομίλησα με όλους τους φτωχούς της μονής και δείπνησα μαζί τους και από τότε διατηρώ τα σύμβολα του δερβίση, τα οποία παρέλαβα στο μοναστήρι, δηλαδή το ένδυμα (χίρκα), το χαλί (σετζάντε), το λάβαρο (αλέμ), το τύμπανο (ταμπλ κουντούμι), το σχοινί (παλεχένκ), το ραβδί (άσα) και το κάλυμμα κεφαλής ή στέμμα (τατζ).

Μέσα στον τρούλο υπάρχουν διάφορες επιγραφές από τους επισκέπτες, στις οποίες πρόσθεσα τη δική μου σύνθεση που μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό. Το όνομα του Κογιούν Μπαμπά δόθηκε σε αυτόν τον Άγιο, γιατί όταν ήρθε από το Χορασάν μαζί με τον Χατζή Μπεκτάς, αιμορραγούσε σαν πρόβατο μία φορά το εικοσιτετράωρο, πράγμα που ήταν το σήμα για προσευχή. Οι δερβίσηδες του τάγματος του Μπεκτάς έχουν γενικά κακή φήμη, αλλά αυτοί του μοναστηριού είναι πραγματικά πράοι σαν πρόβατα, θρήσκοι, ευσεβείς, προσευχόμενοι άνθρωποι, ενώ σε όλα μου τα ταξίδια στο Ρουμ, την Αραβία και την Περσία δεν συνάντησα πουθενά πιο άξιο μοναστήρι.

Προσκύνημα στον τάφο του Μπουρχάν Ντεντέ

Είναι μεγάλος Άγιος, γνωστός για πολλά θαύματα. Η γέφυρα, έργο του Βαγιαζήτ Β’, είναι θαυμάσιο κτίσμα δεκαεννέα αψίδων, όπου κάθε αψίδα δίνει την ιδέα του ουράνιου τόξου, του γαλαξία, της ζώνης της Θείας Δύναμης ή του Τακ Κόσρα. Το μήκος της από το ένα άκρο στο άλλο είναι 450 βήματα και παρόλο που ο ποταμός κυλούσε τόσο γρήγορα, ο αρχιτέκτονας την έχτισε ίσια, σαν τη γέφυρα του Σιράτ (πάνω από την οποία θα περάσουν οι ψυχές την ημέρα της έσχατης Κρίσης). Σταματήσαμε εδώ για μία μέρα, στη συνέχεια, διασχίζοντας ξανά τη γέφυρα και βαδίζοντας προς τα δυτικά, ανάμεσα σε τρομακτικά βουνά, φτάσαμε στο μικρό πέρασμα του Ντιρεγκλίμπιλ, το οποίο, αν ένας μόνο άνθρωπος ανεβεί στην κορυφή του βράχου και ρίχνει πέτρες προς τα κάτω, μπορεί να το υπερασπιστεί απέναντι σε χίλιους άνδρες. Είναι γνωστό σε όλη την Ασία και ονομάζεται Ντιρεγκλί-μπιλ (πέρασμα με δένδρα), επειδή το βουνό, έχοντας ανασκαφεί σε πολλά μέρη, κινδυνεύει να καταρρεύσει και τα βράχια στηρίζονται από δένδρα, τα οποία τοποθετήθηκαν εκεί από καλοπροαίρετους ανθρώπους. Εδώ ο ευγενικός μας άρχοντας, ο πασάς, κατέβηκε από το άλογό του και βγάζοντας μερικές από τις πέτρες από τον δρόμο, που τον επιβάρυναν, τις πέταξε ο ίδιος στον γκρεμό. Αυτό το παράδειγμα ακολούθησε αμέσως ολόκληρη η συνοδεία, τετρακόσιοι άνδρες, που κατέβηκαν, καθάρισαν τον δρόμο από τις πέτρες, φωνάζοντας Αλλάχ, με τις σάλπιγγες να ηχούν. Ύστερα από εννέα ώρες πορείας από το Οσμαντζίκ, φτάσαμε στο χωριό Χατζηκιόι,118 τα σύνορα του σαντζακιού της Αμάσειας, ερειπωμένο χωριό, με χάνι ερειπωμένο, αν και σε πολύ καλή θέση για καλλιέργεια. Έξι ώρες πιο πέρα φτάσαμε στο πεδίο του Μαρζιβάν και το χωριό Κερκιράζ, που ανήκει στην Αμάσεια, με εξήντα σπίτια, τζαμί και χάνι, που επίσης καταρρέουν. Ύστερα από οκτώ ώρες φτάσαμε στην ορεινή πόλη της Αμάσειας, η οποία λέγεται ότι χτίστηκε από τους Αμαλεκίτες και κατ’ άλλους, από τον Φερχάντ, αυτόν που έκοψε το βουνό. Το έτος 476 (1083) κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Μελέκ Γαζή, της οικογένειας Ντανισμέντ. Οι ηγεμόνες του Αζερμπαϊτζάν την πολιόρκησαν πολλές φορές, χωρίς να μπορέσουν να την πάρουν. Από τα χέρια της οικογένειας Ντανισμέντ πέρασε στα χέρια των Σελτζούκων. Στη συνέχεια κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Γιλντιρίμ, ο οποίος έτσι απέτρεψε την πτώση της στα χέρια του Τιμούρ. Έπειτα έκανε τον γιο του Ισά Τσελεμπή κυβερνήτη και κόπηκαν νομίσματα, τα οποία φέρουν την επιγραφή της Αμάσειας, από το πιο αγνό ασήμι, το οποίο υπάρχει σε τρία ορυχεία εδώ. Κατά τη διαίρεση της αυτοκρατορίας από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’, η Αμάσεια περιγράφεται ως έδρα μπεγκ. Μερικές φορές έχει δοθεί ως αρπαλίκ σε βεζίρηδες τριών ουρών. Σύμφωνα με τον Κανούν [τον νόμο του Σουλεϊμάν], το χας της ανέρχεται σε 200.000 άσπρα, 19 ζιαμέτ και 42 τιμάρ. Έχει αλάι-μπεγκ και τσερί-μπαση. Οι ζαΐμηδες και τιμαριώτες, με τους τζεμπελή, ανέρχονται σε 3.000 άνδρες. Ο δικαστής έχει 300 άσπρα την ημέρα. Οι συνοικίες (νάχιε) είναι αυτές του Αϊνέ-μπαζάρ, Κιλντιγάν, Ακτάγ και Καφάλα. Οι δικαιοδοσίες είναι εκείνες των Κιοπρού, Σαμάρα, Ζεϊτούν, Γκουμούς, Μπουλάκ, Μερζιφόν, Κερκεράρ, Λαντίκ, Βεράι και Ζενούν-αμπάντ. Τα ετήσια έσοδα του δικαστή αποτιμώνται σε 7.000 γρόσια και εκείνα του πασά σε 70.000 γρόσια. Πέντε σουμπάσηδες συνδέονται με το χας του πασά, δηλαδή, Σερμπά-μπαζάρ, Βεράι, Αϊνέ-μπαζάρι, Ακτάγ και Σουλούοβα. Οι αστικοί της αξιωματούχοι είναι ο σεϊχουλισλάμ, ο νακίμπ-αλ-ασράφ, ο σερντάρ των γενίτσαρων και ο κεχαγιά-γερι των σπαχήδων. Υπάρχουν πολλοί μορφωμένοι άγιοι άνθρωποι και πλούσιοι έμποροι.

Μορφή και μέγεθος της Αμάσειας

Οι πύργοι του κάστρου, που στεφανώνουν το ύψος των βουνών, είναι πάντοτε καλυμμένοι με σύννεφα και μόνο το μεσημέρι είναι ορατές οι καμπύλες των τζαμιών και οι στέγες των σπιτιών. Η περίμετρός του είναι 9.060 βήματα. Σε μορφή είναι πεντάγωνο, εξαιρετικά ισχυρό, άξιο να είναι έργο του Φερχάντ, με σαράντα πύργους και οκτακόσιες επάλξεις συνολικά. Ο αριθμός των σπιτιών δεν μου είναι γνωστός. Υπάρχουν αποθήκες, στέρνες και δρόμος κομμένος στον βράχο που οδηγεί κάτω στο νερό με 3.007 σκαλοπάτια και ονομάζεται Τσαπάν Γιολού. Δεν έχει αγορά χτισμένη (τσαρσί) ή υπαίθρια (μπαζάρ). Υπάρχουν τέσσερις σιδερένιες πύλες που κοιτούν προς τα ανατολικά. Στο κάστρο υπάρχει τζαμί χτισμένο από τον σουλτάνο Γιλντιρίμ και θαυμαστά βαθύ μπουντρούμι, που μοιάζει με τον λάκκο της κόλασης. Υπάρχουν και εβδομήντα κανόνια, αλλά όχι μεγάλου διαμετρήματος, καθώς δεν είναι μεθοριακό φρούριο. Αυτό το κάστρο έχει έξι υπέροχα σπήλαια, όπου οι πλούσιοι κάτοικοι έκρυβαν τα πολύτιμα υπάρχοντά τους στην εποχή των εξεγέρσεων των Καρά Γιαζιτζή και Καρά Σαΐντ στην Ανατολία.

Ο Τιμούρ πολιόρκησε αυτό το φρούριο με αναρίθμητο στρατό για διάστημα επτά μηνών και υποχρεώθηκε να αποσυρθεί σε σύγχυση. Αν και βρίσκεται στη μέση της επαρχίας, ωστόσο διορίζεται διοικητής (ντιζντάρ) και φρουρά, για να μην το αποκτήσουν οι αντάρτες. Το κάτω κάστρο είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Τουζανλί, μικρό κάστρο, η περίμετρος του οποίου δεν μου είναι γνωστή. Έχει τρεις πύλες, από τις οποίες η πρώτη, η Καρανλίκ Καπί, ανοίγει προς την Καάμπα, η δεύτερη, η Μαντενός Καπί, κοιτάζει προς την ίδια κατεύθυνση, ενώ η τρίτη, η Μεϊντάν Καπί, προς τη δύση, απ’ όπου μεγάλη γέφυρα οδηγεί στον Γκιοκ-μεντρεσέ, στην απέναντι πλευρά της πόλης. Η Πύλη Σερκίζ οδηγεί πάνω από ξύλινη γέφυρα στο τζαμί Γαριμπλάρ.

Ο αριθμός των τζαμιών, των παλατιών και των σπιτιών είναι εξακόσια. Ο ποταμός Τουζανλί, που περνάει μέσα από την πόλη, πηγάζει από τα ομώνυμα βουνά πάνω από την Τοκάτ, περνάει από τα Εσκί, Αϊνέ-μπαζάρ, Καργκόλ, το κάστρο Τουρχάλ, Τσενγκελί-μπιλ, Σαρικουσούν, τη γέφυρα του Νταβικαβί, Τσαπάν, μέσω του περάσματος του Φερχάντ προς Αμάσεια, όπου ενώνεται με τον ποταμό Τσέκερεκ, απέναντι από το μεγάλο πέτρινο γεφύρι. Αυτός ο ποταμός πηγάζει από τη λίμνη της Λαντίκ, έρχεται από τη Σουλου-οβά και ενώνεται με τον Τουζανλί κοντά στην Αμάσεια, όπως προαναφέρθηκε. Λαϊκά ονομάζεται Γιαβά. Η παροιμία, «Η Τοκάτ το μολύνει, η Αμάσεια το πίνει», εφαρμόζεται σε αυτόν, γιατί ρέει από Τοκάτ προς Αμάσεια. Αφού περάσει από την Αμάσεια, ονομάζεται Τσερσεμπέ Σου (Νερό της Τετάρτης) και αφού αρδεύσει πολλά χωράφια, χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα, στη δυτική πλευρά της Σαμσούν. Κάτω από το χωριό Τσερσεμπέ ενώνεται με αρκετές πηγές και κάτω από τη Νικσάρ, στην επαρχία της Σίβας, παραλαμβάνει τον ποταμό Κιρκούκ. Έτσι φτάνει στη Σαμσούν, έχοντας αυξήσει το ρεύμα του με εκείνα επτά άλλων ποταμών. Η πόλη Αμάσεια είναι χτισμένη και στις δύο πλευρές αυτού του ποταμού και πάνω στους λόφους και τα βουνά που συνορεύουν με αυτόν. Τον διασχίζει γέφυρα που αξίζει να δει κανείς, έργο του σουλτάνου Βαγιαζήτ. Αυτός ο ποταμός έρχεται στην Αμάσεια από τον νότο, κυλώντας προς βορρά και γυρίζοντας πολλούς μύλους και υδροφόρους τροχούς, οι οποίοι στην Αμάσεια δεν είναι λιγότερο αξιοθαύμαστοι από εκείνους της Χάμα και των Αδάνων. Η Αμάσεια χωρίζεται σε σαρανταοκτώ συνοικίες μουσουλμάνων και πέντε χριστιανών. Υπάρχουν συνολικά 5.000 σπίτια, εκτός από τα παλάτια.

Το σεράι του σουλτάνου βρίσκεται στις όχθες του ποταμού, περιτριγυρισμένο από υπέροχους κήπους, περίεργα δένδρα και πολλά καθίσματα. Καλλιεργείται από έναν αρχικηπουρό (ούστα) και πενήντα κηπουρούς, που φορούν κίτρινα καπέλα. Το σεράι του Μαχόμεντ Πασά είναι κοντά στο τζαμί. Μέσα στο κάστρο βρίσκεται το σεράι του σουλτάνου Βαγιαζήτ και πολλά άλλα, με προσόψεις με τούβλα. Υπάρχουν συνολικά 240 τζαμιά. Ανάμεσά τους και το τζαμί του Βαγιαζήτ Β’. Στα νιάτα του ο Βαγιαζήτ έγινε αρχικά κυβερνήτης της Τραπεζούντας και ύστερα της Αμάσειας. Όταν πέθανε στο Μάλτεπε ο πατέρας του, ο Μωάμεθ Β’, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να ανέβει στον θρόνο, αλλά ενθυμούμενος με ευγνωμοσύνη ότι είχε γίνει αυτοκράτορας στην Αμάσεια, απελευθέρωσε τους κατοίκους από κάθε συνεισφορά και έκτισε αυτό το τζαμί, τετράγωνο εκατό ποδιών. Το μιχράμπ, το μινμπάρ και το μαχφίλ των μουεζίνηδων είναι κομψής κατασκευής. Ο τρούλος δεν είναι πολύ μεγάλος, αλλά στολισμένος, όπως εκείνοι άλλων αυτοκρατορικών τζαμιών, με κύκλους για την ανάρτηση λυχνιών και άλλα στολίδια. Η επιγραφή χρονολόγησης στην πύλη απέναντι από την Καάμπα δίνει το έτος κατασκευής του: 892 (1486). Έχει δύο μιναρέδες και στη μέση της αυλής λεκάνη νερού για πλύσεις. Το τζαμί του Κιουτσούκ Αγά, απέναντι από τον ποταμό Τσέκερεκ. Το τζαμί του Βαγιαζήτ Πασά, καλυμμένο με μόλυβδο και στρωμένο με μάρμαρο. Το τζαμί του Μοχάμεντ Πασά, καλυμμένο με μόλυβδο και με ένα μιναρέ. Το τζαμί του Χιζρ Ελιάς, μεγάλο κτίριο, καλυμμένο με μόλυβδο. Το τζαμί του Μεκεμέ, φτιαγμένο από ξύλο, όπως επίσης είναι ο μιναρές. Το τζαμί Φετιχιέ, πρώην χριστιανική εκκλησία και μοναστήρι. Το τζαμί του Γιογκούρτς Πασά, ο οποίος ήταν βεζίρης στον Μωάμεθ Α’. Το τζαμί του Γκιοκ Μεντρεσέ, καλυμμένο με μόλυβδο αλλά χωρίς μιναρέ. Υπάρχει επίσης μεγάλος αριθμός μεστζίντ. Υπάρχουν δέκα σχολές, η πιο κομψή από τις οποίες είναι εκείνη του σουλτάνου Βαγιαζήτ, καθώς και δεκαεννέα σπίτια για την ανάγνωση του Κορανίου. Σε εκείνο του σουλτάνου Βαγιαζήτ υπάρχουν πάνω από τριακόσιοι χαφίζ (που γνωρίζουν τo Κοράνι απ’ έξω). Υπάρχουν δέκα σπίτια της παράδοσης και διακόσια σχολεία για αγόρια, μερικά από τα οποία είναι καλυμμένα με μόλυβδο. Υπάρχουν σαράντα μοναστήρια για δερβίσηδες, το καλύτερο από τα οποία είναι εκείνο του Τζελαλεντίν Ρουμί και δέκα ιδρύματα για φαγητό. Σε εκείνο του σουλτάνου Βαγιαζήτ όλοι οι φτωχοί τρώνε δύο φορές την ημέρα. Από τα καραβανσεράι, εκείνο του σουλτάνου Βαγιαζήτ είναι καλυμμένο με μόλυβδο, όπως είναι και εκείνο του Μπαϊράμ Πασά, βεζίρη του Μουράτ Δ’. Τα χάνια είναι καλυμμένα με μόλυβδο, με σιδερένιες πύλες. Εκτός από εκείνα για τους εμπόρους (χότζα), υπάρχουν και εκείνα για εργένηδες (μουτζερέντ). Αυτά τα τελευταία έχουν δικούς τους θυροφύλακες και κλείνουν τη νύχτα, έτσι ώστε αυτούς που δεν έρχονται στο σπίτι πριν από την ώρα κλεισίματος, δεν τους αφήνουν να μπουν και εκείνοι που βρίσκονται μέσα δεν μπορούν να βγουν, μέχρι να ανοίξουν διάπλατα οι πύλες το πρωί, όταν καθένας πηγαίνει στη δουλειά του.

Στην αγορά (τσαρσί) υπάρχουν συνολικά 1.060 καταστήματα και 160 εξήντα διαφορετικά εργαστήρια, με πέτρινους θόλους όπως η αγορά της Μπούρσα και μπεζεστένι με τέσσερις σιδερένιες πύλες. Η αγορά είναι στρωμένη με μεγάλες πλάκες. Υπάρχουν πολλοί διακεκριμένοι κάτοικοι.

Κάτοικοι, γλώσσα, ντύσιμο, προμήθειες κ.λπ.

Οι κάτοικοι είναι σύνολο εύθυμων ανθρώπων και είναι όλοι κοκκινωποί και φρέσκοι. Το επάγγελμά τους μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Πρώτα, οι ζαΐμηδες και τιμαριώτες και η αυλή του πασά. Δεύτερον, οι ιερωμένοι, οι δικαστές και οι καθηγητές, οι ιμάμηδες, χατίμπ, μουεζίνηδες, κλπ. Και τρίτον, οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Υπάρχουν πολλοί καλοαναθρεμμένοι εκλεπτυσμένοι κύριοι, που μιλούν με μεγάλη ευγλωττία, αλλά η διάλεκτος των απλών ανθρώπων είναι τραχιά. Οι πλούσιοι φορούν πανωφόρια από σαμούρι και μανδύες (φερράτζι) από [μεταξωτό] ύφασμα, οι μεσαίες τάξεις από μποκασσίνο. Οι γυναίκες είναι Τουρκάλες καλλονές, με καλοσχηματισμένα δόντια και ομιλία.

Από την περιοχή της Κάγλα προέρχεται ένα είδος σιτηρού που ονομάζεται νταρντεβεντίσι, από το οποίο παρασκευάζεται το πιο εξαιρετικό ψωμί, που ονομάζεται λεβάσα, κέρντε, τσάκιλ. Υπάρχουν σαράντα είδη αχλαδιών, ρουμπινί κεράσια και επτά είδη σταφυλιών και κυδώνια, από τα οποία φτιάχνεται ένα πολύ φημισμένο ρομπ και στέλνεται στους ηγεμόνες ως δώρο.

Σερμπέτι μούστου, αρωματισμένο με μόσχο. Σερμπέτι από ζελέ κυδώνι, το οποίο, λόγω της θερμαντικής του ιδιότητας, είναι εξίσου χρήσιμο στην ιατρική με την τέρα σιγκιλάτα. Τα σερμπέτια που ονομάζονται χαρνταλιέ, μπουλντακλί, εξάγονται στην Περσία. Είναι ευχάριστο λευκό ρόφημα.

Οι εργάτες είναι έξυπνοι σε κάθε είδους χειροτεχνία, αλλά οι ράφτες και οι κοπανάδες βαμβακιού είναι οι πιο διάσημοι, καθώς και οι κουρείς και οι ζαχαροπλάστες. Την εποχή των Αμαλεκιτών ο ποταμός Τουζανλί δεν περνούσε από την πόλη. Ήταν ο Φερχάντ, ο εραστής της Σιρίν, εκείνος που έκοψε αυτά τα βουνά σαν τυρί και τα ίχνη της δουλειάς του φαίνονται ακόμη στα βουνά στη δυτική πλευρά της πόλης.

Η θέση αυτής της πόλης σε βαθιά κοιλάδα και στις όχθες ποταμού συμβάλλει στην ηπιότητα του αέρα και στον πλούτο των καλλιεργειών της. Τα παράθυρα των σπιτιών βλέπουν προς τα δυτικά και βόρεια. Ο χειμώνας είναι εύκρατος. Το νερό που μετέφερε ο Φερχάντ στην πόλη από τα απέναντι βουνά είναι απολαυστικό. Διανέμεται από σπίτι σε σπίτι.

Περίπατοι και προσκυνήματα ή τάφοι

Υπάρχουν εβδομήντα διαφορετικοί περίπατοι. Ο πρώτος είναι εκείνος της ματωμένης βρύσης (κανλί μπουνάρ). Ονομάζεται έτσι επειδή μια πονηρή γριά γυναίκα έφερε εδώ ψεύτικα νέα στον Φερχάντ για τον θάνατο της Σερίν, με αποτέλεσμα να πετάξει εκείνος το τσεκούρι του στον αέρα και να πέσει ο ίδιος στον γκρεμό, τρόπος με τον οποίο σκοτώθηκε.

Δεν γνωρίζω τα ονόματα των Οθωμανών πριγκίπων, που είναι θαμμένοι στον τάφο στο δάσος των κυπαρισσιών. Ο τάφος του Ζεκερία Χαλβετί. Ήταν ο πρώτος μαθητής του Πιρ Ελιάς και είναι θαμμένος κοντά στα καταστήματα των σαμαράδων (σεράτζιλερ). Το προσκύνημα του σουλτάνου της πίστης, του Σιμόργ της αλήθειας, σεΐχη Αμπντουραχμάν Μπεν Χασαμουντίν Γκιομισλί-Ζάντε. Είναι ανιψιός του Πιρ Ελιάς και ήταν δερβίσης του τάγματος των Χαλβετί, για τους οποίους αναφέρονται πολλά θαύματα. Από τους τρεις πρίγκιπες, γιους του Μουράτ Β’, που επισκέφθηκαν τον σεΐχη, δύο από αυτούς του φίλησαν το χέρι και ο τρίτος, ο Μωάμεθ, φίλησε τα πόδια του. Ο σεΐχης πήρε το μαντήλι (ρέντα) που φορούσε στον λαιμό του, το έδεσε στον λαιμό του πρίγκιπα Μωάμεθ και τον συμβούλευσε να φροντίζει τους μουσουλμάνους στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο σεΐχης έχει αφήσει πολλά ποιήματα για τη θεϊκή αγάπη. Το ποιητικό του όνομα είναι Χοσάμι. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά σε εκείνον του Πιρ Ελιάς, στο μοναστήρι του Γιακούμπ Πασά. Ο μουλάς Κασέμ Χατίμπ Μπεν Γιακούμπ, ο οποίος γεννήθηκε και θάφτηκε στην Αμάσεια, ένας από τους βαθύτερα μορφωμένους ιερωμένους. Ο μουλάς Άλα-ουντ-ντίν Ιλικάμι, που γεννήθηκε και θάφτηκε στην Αμάσεια. Ο μουλάς Αμπντ-ουλ-τζεμπάρ Ατζέμι, κοντά στον τάφο των Οθωμανών πριγκίπων. Ο μουλάς Αμπντουραχμάν Μπεν Αλή Μπεν Μογιέντ, που γεννήθηκε και θάφτηκε στην Αμάσεια. Ο σουλτάνος των ποιητών, ο Μουνιρί Εφέντης, γεννημένος και θαμμένος στην Αμάσεια. Αυτοσχεδίαζε σε αραβικά, τουρκικά και περσικά ποιήματα και ήταν ένας από τους βεζίρηδες του πρίγκιπα Αχμέτ, όταν εκείνος ήταν κυβερνήτης της Αμάσειας. Η εξαίρετη γυναίκα ποιήτρια Μιρμά Χατούν, που καταγόταν από την οικογένεια του Πιρ Ελιάς, ήταν ενάρετη κυρία, όπως η Ράμπιε Αντούγιε, η οποία ήξερε απέξω εβδομήντα επιστημονικά βιβλία και ξεπερνούσε τους πιο έμπειρους άνδρες στη συζήτηση. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μιρμά. Πήρε το όνομα Μίχρι για ποιητικό της επώνυμο. Άφησε ένα ντιβάν και μερικές θεολογικές πραγματείες και θάφτηκε κοντά στον παππού της, τον σεΐχη Πιρ Ελιάς.

Προσκύνημα του πόλου των πόλων, του κατ’ εξοχήν σεΐχη, της αφρόκρεμας των αγίων, της κολώνας των ηγεμόνων, του σεΐχη Πιρ Ελιάς. Ήταν ένας από τους σεΐχηδες του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α’ και πήγε με τον Τιμούρ στο Σιρβάν, απ’ όπου επέστρεψε στην Αμάσεια, τη γενέτειρά του, όπου είναι θαμμένος σε υπερυψωμένο σημείο, που ονομάζεται Σεβάντιε, κοντά στην Αμάσεια. Φημίζεται για πολλά θαύματα, ένα από τα πιο διάσημα είναι ότι όταν πλενόταν το πτώμα του, εκείνος ίσιωσε το χέρι που είχε μπει λοξά από τον πλύντη. Το μαυσωλείο του, με όλα τα ιδρύματα που ανήκουν σε αυτό, ανεγέρθηκε από τον Βαγιαζήτ Β’, γιο του σουλτάνου Μωάμεθ Β’. Οι ξένοι και οι φτωχοί άνθρωποι φιλοξενούνται εδώ πολύ γενναιόδωρα. Δοξάζω τον Θεό, που ήμουν τόσο ευτυχής που το επισκέφτηκα και ολοκλήρωσα πλήρη διάλεξη του Κορανίου εκεί. Το προσκύνημα του Κελίτζ Αρσλάν, σεΐχη των μεβλεβήδων, θαμμένου στο μοναστήρι εκείνου του τάγματος. Το προσκύνημα του Φερχάντ. Είναι θαμμένος στην κορυφή του βουνού που έκοψε για την αγάπη της Σερίν, ενώ η γριά γυναίκα που ήταν η αιτία του θανάτου του είναι θαμμένη ανάμεσα σε αυτόν και την ερωμένη του. Τα γαϊδουράγκαθα και τα αγκάθια που φυτρώνουν στον τάφο της γριάς εμποδίζουν να ενωθούν τα λουλούδια που φυτρώνουν στους τάφους του Φερχάντ και της Σερίν.

Υπάρχει μεγάλος αριθμός προσκυνημάτων μεγάλων και αγίων ανθρώπων, αλλά επισκέφθηκα μόνο εκείνους των οποίων έδωσα περιγραφή, ενώ σε καθέναν, προς τιμήν της ψυχής τους, είπα τη σούρα Γιας, ζητώντας την πνευματική τους βοήθεια. Την τρίτη μέρα της διαμονής μας ήχησαν οι σάλπιγγες της αναχώρησης. Πήραμε άδεια από τους φίλους μας και ταξιδέψαμε την ίδια μέρα στα βουνά του Τσενγκελί-μπιλ, φτάνοντας, ύστερα από έξι ώρες πορείας, στον σταθμό του Κανλί-μπουνάρ, που είναι το σημείο όπου αυτοκτόνησε ο Φερχάντ. Είναι ευχάριστο μέρος, με πλούσια πηγή με πολύ απολαυστικό νερό. Ποτίσαμε τα άλογά μας εδώ, στήσαμε τις σκηνές μας και συνεχίσαμε τον δρόμο μας το επόμενο πρωί προς βορρά για επτά ώρες. Φτάσαμε στο χωριό Εζίλ, περιοχή που ανήκει στην Αμάσεια, τριακόσια σπίτια με κήπους, χάνι, τζαμί και λουτρό.

Η πόλη και το κάστρο του Νικχισάρ

Την επόμενη μέρα φτάσαμε, με ταξίδι οκτώ ωρών, στην έδρα της οικογένειας των Ντανισμέντ, την παλιά πόλη και προπύργιο, τη Νικχισάρ. Κατασκευαστής της ήταν ένας Έλληνας αυτοκράτορας. Κατακτήθηκε το έτος 476 (1083) από τον σουλτάνο Μελέκ Γαζή, της οικογένειας των Ντανισμέντ και έγινε έδρα αυτής της δυναστείας. Η δεύτερη κατοικία τους ήταν η Αμάσεια. Οι Σελτζούκοι, που ήθελαν με αγωνία να την κατέχουν, την πολιόρκησαν αρκετές φορές χωρίς επιτυχία. Το όνομά της είναι παραφθορά του Νιγκ-χισάρ, του καλού κάστρου.119 Είναι αρχαίο, ισχυρά χτισμένο κάστρο, πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, με περίμετρο πεντακόσια εξήντα βήματα, με σχήμα εξάγωνου. Οι τρεις πύλες βλέπουν ανατολικά, δυτικά και νότια. Μέσα στο κάστρο υπάρχουν τριακόσια σπίτια και αποθήκες και τζαμί, το οποίο παλαιότερα ήταν εκκλησία. Η φρουρά είναι μικρή σε αριθμό, γιατί δεν είναι παραμεθόριο φρούριο. Παρακολουθούν μόνο τους αντάρτες. Το κατώτερο προάστιο είναι μεγάλη πόλη, αλλά οι δρόμοι του είναι στενοί και συνεχώς ανηφορίζουν και κατηφορίζουν. Με δυσκολία μπορεί να φτάσει ένας ιππέας στην αγορά, ενώ το να το κάνει αυτό ένα κάρρο είναι εκτός συζήτησης. Αυτή η πόλη ανήκει στο χας του πασά της Σίβας. Είναι τόπος κατοικίας σούμπαση με εισόδημα επτακοσίων πουγγιών, δικαστή που διορίζεται με 150 άσπρα, ενώ υπάρχουν μουφτής, νακίμπ, σερντάρ και κεχαγιά-γερι. Η πόλη περιλαμβάνει 43 συνοικίες, με εξήντα μιχράμπ (τζαμιά και μεστζίντ), εκ των οποίων τα εννέα είναι τζαμιά της Παρασκευής, όπου εκτελείται το χουτμπέ. Το τζαμί του κάστρου ήταν παλαιότερα εκκλησία, αρχαίος τόπος λατρείας. Στο τζαμί του Μελέκ Γαζή, ο επισκέπτης κατεβαίνει με πέντε ή έξι σκαλοπάτια. Έχει λεπτό, καλλίγραμμο, καλών αναλογιών μιναρέ. Αντίστοιχός του δεν υπάρχει πουθενά. Το τζαμί του Τσαπλάκ-χανε είναι επενδεδυμένο με τούβλα. Στο δυτικό άκρο της πόλης βρίσκεται το τζαμί του Τζουρεγκί. Έξω από το κάστρο είναι το τζαμί του Χαλίλ Εφέντη, που μόλις ολοκληρώθηκε και είναι επενδεδυμένο με τούβλα. Επίσης έξω από το κάστρο βρίσκεται το τζαμί του μουφτή. Τα σπίτια της πόλης, στην κοιλάδα και στον λόφο, που ανεβαίνουν το ένα πάνω στο άλλο, είναι 2.700, επενδεδυμένα είτε με χώμα είτε με τούβλα. Υπάρχουν τρία λουτρά, δηλαδή εκείνο του μουφτή στο κάστρο, εκείνο του Τσαπλάκ-χανε έξω από το κάστρο και εκείνο των απίστων, επίσης έξω από το κάστρο, πέρα από σαρανταπέντε ιδιωτικά λουτρά στα παλάτια.

Η θερμή πηγή του Νικχισάρ

Είναι μικρό θερμό λουτρό έξω από την πόλη, προς νότο. Οι γυναίκες και τα παιδιά της πόλης πλένουν τα ρούχα τους εδώ. Είναι εύοσμο νερό, δεν έχει μυρωδιά θειαφιού και είναι χρήσιμο ως φάρμακο για τη λέπρα και για αρθριτικές παθήσεις. Το επισκέπτεται κάθε χρόνο, τον Ιούλιο, μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που διασκεδάζουν για ένα μήνα και ύστερα επιστρέφουν στα σπίτια τους. Υπάρχει σχολή και σπίτι για την ανάγνωση του Κορανίου και της παράδοσης, αλλά όχι κουζίνα για τους φτωχούς. Υπάρχουν εβδομήντα σχολεία για αγόρια. Οι κάτοικοι είναι έντιμο σύνολο ανθρώπων, με μερικές όμορφες γυναίκες ανάμεσά τους. Υπάρχουν επτά μοναστήρια, πρώτο από τα οποία είναι το μεγάλο μοναστήρι του Τσεβρεγκί. Εκείνο του Ελιάς-Ντεντέ δεν είναι λιγότερο διάσημο. Υπάρχει μεγάλος αριθμός από πηγές και κρήνες, οι οποίες κινούν άλλους τόσους μύλους άλεσης σιταριού και νεροτριβές, καθώς επίσης και πεντακόσια κομψά καταστήματα, αλλά όχι μπεζεστένι. Στον στενό δρόμο που οδηγεί από το κάστρο προς τα κάτω, υπάρχουν και στις δύο πλευρές καταστήματα υποδηματοποιών. Οι κύριοι δρόμοι είναι στρωμένοι με μεγάλες πλάκες. Οι κάτοικοι είναι κοκκινωποί, ζωηρής εμφάνισης Τούρκοι, που δίνουν μεγάλη προσοχή στους ξένους. Ανάμεσα στα φαγώσιμα, τα ρόδια είναι πολύ φημισμένα. Ζυγίζουν το καθένα μια οκά και μερικά ακόμη και πεντακόσια δράμια και έχουν το μέγεθος του κεφαλιού ανθρώπου. Το τυρί, κούφτε και πασντάγ, αυτού του τόπου είναι διάσημο. Τα περίχωρα απλώνονται σε φυτείες ρυζιού (τσελτούκ). Η Μαύρη Θάλασσα απέχει απόσταση δύο [ημερήσιων] ταξιδιών από αυτό το μέρος.

Προσκυνήματα του Νικχισάρ

Ο πορθητής της Νικσάρ, ο Μελέκ Γαζή της οικογένειας Ντανισμέντ, είναι θαμμένος κοντά στην πύλη του κάστρου. Το έλεος του Θεού να είναι πάνω του! Ο Τσεβρεγκί-μπογιούκ σουλτάνος είναι θαμμένος κοντά στο μεγάλο τζαμί, κάτω από τρούλο. Αφήσαμε αυτή την πόλη και προχωρήσαμε προς τα ανατολικά, μέσα από βουνά και δάση. Ύστερα από έξι ώρες πορείας φτάσαμε στο Καριεμπάς Τσιφτλίκ, τα σύνορα της Σίβας, που εδώ συνορεύουν με την κυβέρνηση του Ερζερούμ, με διακόσια αρμένικα σπίτια και ζιαμέτ. Την επόμενη μέρα, μόλις πατήσαμε το έδαφος του Ερζερούμ, προσφέραμε θυσία διακόσιες επτά καμήλες, ενώ οι κάτοικοι του Ερζερούμ, με τον κεχαγιά των τσαούσηδων, τον ντεφτέρ-εμίν, τον τσαουσλάρ-εμίνι, τον τιμάρ ντεφτερντάρι και άλλοι κυρίους του ντιβάν επικεφαλής τους, ήρθαν να μας συναντήσουν με δώρα.

Η κυβέρνηση του Ερζερούμ ή Ερζενρούμ

Βρίσκεται στο Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία και σύμφωνα με ορισμένους, χτίστηκε από τον Νουρσιβάν. Αλλά η αλήθεια είναι ότι χτίστηκε από τον Ερζενμπάι Μπεν Σοφτάρ Μπεν Κουντούζ, της δυναστείας των Λευκών Προβάτων [Ακ Κογιουνλού], των οποίων οι πρόγονοι είχαν έρθει από το Μαχάν και έχτισαν το κάστρο του Αχλάτ, στα όρια της λίμνης Βαν. Είναι όλοι θαμμένοι στο Αχλάτ και οι πρόγονοι των Οθωμανών, ο Ερτογρούλ και ο Σουλεϊμάν, αντλούν την καταγωγή τους από αυτούς. Ο Ουζούν Χασάν, έχοντας γίνει κύριος του Αζερμπαϊτζάν, έχτισε το κάστρο που ονομάζεται Χασάν [Χασάνκαλε] από το όνομά του, στο Ερζερούμ. Ζηλεύοντας την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β’, άρχισε να καταπατά στα σύνορα και να παραβιάζει την ειρήνη. Ο Μωάμεθ Β’, αψηφώντας τον, κατέκτησε την Τραπεζούντα και τον νίκησε με 20.000 άνδρες στο πεδίο του Τερτζάν. Με μεγάλη δυσκολία διασχίσαμε το τραχύ πέρασμα του Ισκεφσέρ και σε τρεις ώρες φτάσαμε στο Σάχνα, αρμενικό χωριό διακοσίων σπιτιών, όπου οι Αρμενοπούλες είναι πολύ όμορφες. Από την Κωνσταντινούπολη μέχρι αυτό το μέρος ανηφορίζαμε συνεχώς προς τα ανατολικά και όλα τα ποτάμια έρρεαν από εκείνη την κατεύθυνση προς το μέρος μας. Αυτό δείχνει σε τι υψόμετρο βρίσκεται το Ερζερούμ. Από το Σάχνα διασχίσαμε το Κυβερνείο του Ερζερούμ, που ήταν η επαρχία μας, σε διαφορετικές κατευθύνσεις προς νότο, βορρά, ανατολικά και δυτικά και τώρα θα περιγράψουμε τους σταθμούς αυτών των εξορμήσεών μας.

Το Τεκίνε είναι χωριό στη δικαιοδοσία του Ισκεφσέρ, με εκατό σπίτια, ένα ζιαμέτ. Πέντε ώρες πιο πέρα είναι το χωριό Τσαντάρ, εκατό σπίτια, στη δικαιοδοσία του Κοϊλού.120 Το κάστρο του Κοϊλού χτίστηκε από τον Ουζούν Χασάν, από φόβο για τον Μωάμεθ Β’. Ανήκει στο σαντζάκι του Σέμπιν Καραχισάρ, στην επαρχία του Ερζερούμ. Βρίσκεται σε ψηλό βράχο και έχει περίμετρο 1.300 βήματα. Στο εσωτερικό του υπάρχουν εκατό σπίτια και αποθήκες. Μια σιδερένια πύλη ανοίγει προς τα δυτικά. Έχει διοικητή και εβδομήντα άνδρες. Το εξωτερικό προάστιο αποτελείται από εκατό σπίτια, τζαμί και μερικά καταστήματα. Το κάστρο μας χαιρέτησε με δεκαεπτά κανονιοβολισμούς και οι κάτοικοι μας συνάντησαν με δώρα. Έσφαξαν δέκα πρόβατα ως θυσία, για τα οποία έλαβαν δέκα δουκάτα. Δύο σταθμούς βόρεια αυτού του χωριού, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, είναι το Μπαϊσά-μπαζάρι, στο οποίο ένας πεζός άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε μια μέρα. Κατά τη βασιλεία του Αχμέτ Α’ οι Κοζάκοι του Οτζάκοφ λεηλάτησαν αυτό το μέρος. Καθώς τα περίχωρα είναι κήποι και ανθισμένα λιβάδια, είναι εξαιρετικά ευνοϊκά για τις μέλισσες και το μέλι του Κογιουλχισάρ, αρωματισμένο με μόσχο και αμπέρι, είναι διάσημο. Οι κάτοικοι είναι ταραχώδες σύνολο ανθρώπων. Κατεβήκαμε βαθύ γκρεμό και ύστερα από επτά ώρες φτάσαμε στο χωριό Ντοϊράν. Ο ποταμός εδώ πηγάζει από τα βουνά του Κερκούκ, ενώνεται με πολλά ρεύματα από τα βουνά του Κογιουλχισάρ και κάτω από το Τσερσεμπέ με το ποτάμι με αυτό το όνομα, το οποίο περνάει από την Αμάσεια. Ο Κιρκούκ είναι εξαιρετικός ποταμός γλυκού νερού. Το χωριό Ντοϊράν που βρίσκεται στις όχθες του, στην κοιλάδα του Ακσάρ, αποτελείται από εκατό σπίτια. Τώρα πηγαίναμε προς τα ανατολικά για τέσσερις ώρες, προς το Άντερες στα σύνορα του Σέμπιν Καραχισάρ, στην κοιλάδα του Ακσάρ, χωριό εκατό σπιτιών. Βαδίζοντας δύο ώρες προς τα ανατολικά, φτάσαμε στο τσιφτλίκ του Ταμπάν Αχμέτ Αγά, όπου δώρισαν στον πασά ένα αραβικό άλογο και είκοσι άλογα για τη συνοδεία του, 3.000 πρόβατα, επτά αρμαθιές καμήλες, επτά αρμαθιές μουλάρια και δέκα πουγγιά. Ήταν μεγάλη γιορτή, αντάξια της ίδιας της οθωμανικής αυλής. Σε ανταμοιβή για αυτή τη μεγάλη γιορτή, εκείνος που την πρόσφερε, ο Αχμέτ Αγάς, φυλακίστηκε στο δωμάτιο του κεχαγιά και αγόρασε τη ζωή του πληρώνοντας σαράντα πουγγιά και εβδομήντα καμήλες, με την οποία ευκαιρία πήρα και εγώ ένα άλογο. Δύο ώρες πιο πέρα βρίσκεται το χωριό Εζντεμπέρ, στο έδαφος του Σέμπιν Καραχισάρ, αρμενικό χωριό περιβαλλόμενο από κήπους. Τέσσερις ώρες πιο πέρα φτάσαμε στην κοιλάδα του Τιλιμσάτ Ζάμπα. Ο χείμαρρος Τιλιμσάτ Ζάμπα πηγάζει από τα γειτονικά βουνά και χύνεται στον ποταμό Αχλάτ. Υπάρχουν εκατό σπίτια εδώ, χτισμένα πάνω σε βραχώδες έδαφος. Οι υπήκοοι εδώ είναι όλοι Αρμένιοι. Δείχνουν εκόμη ένα σπήλαιο, στο οποίο υπήρχε παλαιότερα ένας θησαυρός, φρουρούμενος από δύο ξίφη, τα οποία κινούνταν συνεχώς πάνω-κάτω, Έβαλαν πολλές φορές ένα κοντάρι κάτω από αυτά και κόπηκε αμέσως. Ένας μάγος ανέλαβε από τότε την κατοχή του θησαυρού, αλλά το σπήλαιο μπορεί ακόμη να το δει κανείς. Υπάρχει επίσης κι άλλο φυλαχτό κάπου εδώ κοντά, αλλά δεν το έχω δει. Πέντε ώρες από εδώ είναι το χωριό Γιακούμπ, στα σύνορα του Σέμπιν Καραχισάρ. Τρεις ώρες πιο πέρα είναι εκείνο του Κορκούν Κιασί και σε μία ακόμη ώρα το χωριό Μπαρού, ύστερα από το οποίο περάσαμε από το πέρασμα του Τεκμάν, το οποίο είναι κλειστό από την κακοκαιρία για επτά ή οκτώ μήνες. Αφού περάσαμε μέσα από αυτό με μεγάλη δυσκολία, φτάσαμε στο Καζίογλου κιόι, αρμενικό χωριό. Τέσσερις ώρες πιο πέρα είναι το κάστρο του Σιράν, στα σύνορα του Σέμπιν Καραχισάρ. Σε τέσσερις ώρες το χωριό Καρατζαλάρ. Σε πέντε ώρες το χωριό Σαριτσαλάρ, που κατοικείται από μουσουλμάνους και Αρμένιους. Σε οκτώ ώρες το χωριό Σαλούτ, το πέρασμα του οποίου διασχίσαμε με σημαντική δυσκολία και για διάστημα πέντε ωρών περνούσαμε τη μεγάλη πεδιάδα του Κερκούκ. Στο τέλος αυτής της πεδιάδας βρίσκεται το χωριό Γκεντζ Μοχάμεντ Αγά, με διακόσια σπίτια και τζαμί, στα σύνορα της περιοχής του Σέμπιν Καραχισάρ. Πέντε ώρες προς τα ανατολικά βρίσκεται το χωριό Κερεμλί, που κατοικείται από μουσουλμάνους και Αρμένιους. Απέναντι από αυτό, πάνω σε λόφο, βρίσκεται το κάστρο του Ντέρμερι, που χτίστηκε κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Αχμέτ από τον φόβο των ανταρτών. Είναι μικρό κάστρο με πύλη προς βορρά, χωρίς διοικητή και φρουρά. Εδώ ο πασάς έκανε εξόρμηση (ιλγάρ), με τριακόσιους ιππείς και φτάσαμε στο τέλος δώδεκα ωρών, στο Τσαγίρ Κανλή Σουλτάν, που ήταν πολύ καλός σεΐχης την εποχή του σουλτάνου Μωάμεθ Β’. Ο τάφος του είναι στολισμένος με διάφορες λυχνίες (τσιραγντάν), κηροπήγια (σεμιντάν), θυμιατήρια (μπουχουρντάν) και βάζα για ράντισμα με ροδόνερο (γκιουλαμπντάν). Πρόκειται για ευλαβικό μέρος, όπου οι προσευχές ανεβαίνουν στον Ουρανό. Το επισκέφθηκα και διάβασα τη σούρα Για Σιν εκεί. Λόγω της ιερότητας αυτού του αγίου η περιοχή είναι γεμάτη βοοειδή. Δύο τσιφτλίκ εξαιρούνται με αυτοκρατορικό δίπλωμα από όλους τους φόρους. Το χωριό αποτελείται από τριακόσια σπίτια, με τζαμί και μοναστήρι, οι δερβίσηδες του οποίου κυκλοφορούν ξεσκούφωτοι και ξυπόλητοι και αφήνουν τα μαλλιά τους μακριά. Οι άνθρωποι κρατούν ξύλινα ρόπαλα στα χέρια τους, μερικοί από αυτούς στραβά μπαστούνια (λιτούι). Ήρθαν όλοι να συναντήσουν τον πασά και να επιδείξουν τις δωρεές του ιδρύματός τους. Ο πασάς ρώτησε από πότε χρονολογούσαν τη [φορολογική] ασυλία τους και τον προσκάλεσαν να επισκεφθεί τον τόπο αφοσίωσής τους (σεμά-χανε). Τους ακολουθήσαμε σε μεγάλο μέρος, όπου ήταν αναμμένη μεγάλη φωτιά, από ξύλα περισσότερα από σαράντα φορτία κάρρων και θυσιάστηκαν σαράντα ζώα. Πρόσφεραν θέση στον πασά σε απόσταση από τη φωτιά και άρχισαν να χορεύουν γύρω από αυτήν, παίζοντας τα τύμπανα και τις φλογέρες τους και φωνάζοντας «Χου!» και «Αλλάχ !» Αφού συνεχίστηκε αυτή η κυκλική κίνηση για μία ώρα, εκατό περίπου από αυτούς τους δερβίσηδες γδύθηκαν, πήραν τα παιδιά τους από το χέρι και μπήκαν στη φωτιά, οι φλόγες της οποίας υψώνονταν σαν τον σωρό του Νεμρώδ, φωνάζοντας, «Ω αμετάβλητε! Ω ζωοδότη πάντων!» Ύστερα από μισή ώρα βγήκαν από τη φωτιά, χωρίς την παραμικρή βλάβη, εκτός από το καψάλισμα των μαλλιών και των γενειάδων τους, με μερικούς από αυτούς να αποσύρονται στα κελιά τους αντί να έλθουν ενώπιον του πασά, ο οποίος έμεινε πολύ έκπληκτος. Στη συνέχεια πρόσφεραν γιορτή στον πασά, η οποία ήταν ακόμη μεγαλύτερη από τη γιορτή του Αχμέτ Ταμπάν. Ήταν εκπληκτικό το γεγονός ότι είχαν τη δυνατότητα να ετοιμάσουν τέτοια γιορτή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς ο πασάς είχε φτάσει ξαφνικά και από παράδρομο. Ο πασάς επιβεβαίωσε τις ασυλίες τους και τους έδωσε δώρο εκατό δουκάτα. Σε δεκαέξι ακόμη ώρες φτάσαμε στην πεδιάδα του Τερτζάν. Το τζαμί του Σουλτάν Χασάν είναι άξιο επαίνου μνημείο του Ουζούν Χασάν, αλλά στέκεται μόνο του εδώ. Ο Ουζούν Χασάν, που του άρεσε η θέση, σκόπευε να φτιάξει μια πόλη εδώ που να φέρει το όνομά του, αλλά ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ κατέστρεψε όλα τα έργα του με την περίφημη μάχη, που διεξήχθη σε αυτή την πεδιάδα. Ήταν σκηνικό μεγάλης σφαγής. Ακόμη και τώρα οι αγρότες βρίσκουν κόκκαλα και κρυμμένους θησαυρούς, όταν οργώνουν τα χωράφια. Διασχίσαμε αυτήν την πεδιάδα βιαστικά και σε οκτώ ώρες φτάσαμε σε χωριό, όπου ο κεχαγιάς των τσαούσηδων οργάνωσε μεγάλη γιορτή για τον πασά και του δώρισε πέντε άλογα, πέντε πουγγιά και τρεις Γεωργιανούς σκλάβους. Στο τέλος πέντε ωρών φτάσαμε στο χωριό Πουλούρ και σε τέσσερις ώρες σε εκείνο του Τερτζανλή Αλή Αγά, αρμενικό χωριό τριακοσίων σπιτιών, με τζαμί και λουτρό. Ο Αλή Αγάς πρόσφερε μεγάλο γεύμα εδώ, συνοδευόμενο από δώρο δέκα άλογα, δέκα πουγγιά, δέκα αρμαθιές καμήλες και πέντε αρμαθιές μουλάρια. Προχωρήσαμε από εδώ εννέα ώρες μέχρι το χωριό Μαμαχατούν, στην περιοχή του Ερζερούμ, που αποτελείται από εκατό μουσουλμανικά σπίτια. Είναι ελεύθερο ζιαμέτ.

Προσκύνημα του Μαμαχατούν121

Αυτή η γυναίκα είναι θαμμένη κάτω από θόλο, στους πρόποδες βράχου. Ήταν κόρη ενός από τους ηγεμόνες των Ακ Κογιουνλού και είναι θαμμένη εδώ σε μαρμάρινο φέρετρο με όλα τα παιδιά της, αλλά χωρίς φύλακα συνδεδεμένον με το μαυσωλείο της. Κοντά του βρίσκεται τζαμί και λουτρό. Έξι ώρες πιο πέρα είναι το χωριό Χαμπς, στο δυτικό άκρο της πεδιάδας του Ερζερούμ. Αποτελείται από εκατόν πενήντα αρμενικά σπίτια. Όλες οι επιφανείς άνδρες του Ερζερούμ ήρθαν σε αυτό το μέρος με δώρα, για να συναντήσουν το ντιβάν του πασά. Προχωρήσαμε με μεγάλη συνοδεία για διάστημα πέντε ωρών, μέχρι το θερμό λουτρό, το οποίο επίσης βρίσκεται στο δυτικό άκρο της πεδιάδας του Ερζερούμ και όπου κάθε χρόνο το ένα ή το άλλο πρόσωπο πνίγεται. Είναι πολύ χρήσιμο λουτρό, αλλά πολύ ζεστό για να χρησιμοποιηθεί χωρίς ανάμιξη κρύου νερού. Κάποιοι από τους προηγούμενους ηγεμόνες έχουν δημιουργήσει αποδυτήρια εδώ (τζαμεγάν) και στέρνα (χαβούζ). Το κλίμα είναι ευχάριστο. Ο μουτεσελίμ Μουσταφά Αγάς δώρισε εδώ στον πασά ένα αραβικό άλογο ιπποδρομιών στολισμένο με κοσμήματα, ένα πανωφόρι από σαμούρι, μία φαρέτρα και ένα ξίφος στολισμένο με κοσμήματα, ένα στιλέτο και μία ζώνη και δέκα άλογα ιπποδρομιών, τα οποία ίππευαν δέκα αγόρια από τη Γεωργία, όλα ένοπλα. Οι τριακόσιοι εβδομήντα σκλάβοι του ήσαν ντυμένοι με φανταχτερά φορέματα, σαν πολλούς νεαρούς υπηρέτες στον Παράδεισο. Έδωσε επίσης σε μένα, τον φτωχό Εβλία, ένα πανωφόρι από σαμούρι, μερικά υφάσματα και εκατό γρόσια, γιατί ήμουν δάσκαλος στον γιο του για κάποιο διάστημα. Η άφιξή μας σε αυτό το θερμό λουτρό ήταν ακριβώς το εβδομηκοστό ταξίδι που είχαμε κάνει από τότε που φύγαμε από την Κωνσταντινούπολη και οργανώθηκε είσοδος με μεγάλη πομπή, η οποία ξεπερνούσε σε λαμπρότητα εκείνες των μεγαλύτερων βεζίρηδων. Μάλιστα ο πασάς ήταν στρατιωτικός διοικητής (σερντάρ), στον οποίο με αυτοκρατορικό διάταγμα (χάτι σερίφ) επιτρεπόταν ακόμη και να χρησιμοποιεί την τούγρα, ή κώδικα του σουλτάνου. Τα στρατεύματα του Ερζερούμ παρέλαυναν και στις δύο πλευρές του δρόμου από αυτό το θερμό λουτρό, που απέχει έξι ώρες από το Ερζερούμ, μέχρι τις πύλες της πόλης, με θώρακες και κράνη, κρατώντας μακριές λόγχες, με τα άλογά τους ήταν στολισμένα με κόμπους από τρίχες θαλάσσιων αλόγων και διάφορα άλλα στολίδια. Τον πασά περιέβαλλαν οκτώ σωματοφύλακες (σάτιρ), που φορούσαν χρυσά σκουφάκια στο κεφάλι, έφεραν τσεκούρια μάχης στα χέρια τους, είχαν χρυσές ζώνες και υπέροχα καφτάνια, περπατώντας σαν τα παγώνια του Παραδείσου. Δεξιά και αριστερά του πασά βάδιζαν ο ματαρατζή-μπασης (φύλακας του μολυβένιου μπουκαλιού, το οποίο περιέχει το νερό για καθαρισμό) και ο τουφενκτζή-μπασης ή επικεφαλής των τυφεκιοφόρων, που κρατούσε ένα μπουκάλι νερού στολισμένο με κοσμήματα και μουσκέτα δαπανηρής κατασκευής. Ο πασάς περνούσε ανάμεσα σε δύο γραμμές, χαιρετώντας και τις δύο πλευρές και οι άνθρωποι ανταπέδιδαν τον χαιρετισμό του. Τετρακόσιοι ουλεμάδες, όλοι ντυμένοι με πανοπλίες, είχαν επικεφαλής τους τον ιμάμη και εμένα, τον φτωχό Εβλία, ως μουεζίνη. Πίσω μας ακολουθούσε ο ταμίας και ο σημαιοφόρος, με την οκταμελή τουρκική μουσική. Οι Τάταροι στρατιώτες, οι μουτεφερίκα, οι θαλαμηπόλοι, περνούσαν όλοι ντυμένοι με πανοπλίες. Μόλις η πομπή πλησίασε το Ερζερούμ, το φρούριο άρχισε να χαιρετά πυροδοτώντας τα μεγάλα κανόνια από τον ψηλότερο πύργο, που ονομάζεται Κεσίκ Καλέ, ως σελάμ αλέικουμ, ύστερα από το οποίο οι γενίτσαροι πυροδότησαν τα κανόνια του εσωτερικού κάστρου και έτσι συνέχιζαν κατά τη διάρκεια της πομπής. Αλλά όταν ο ίδιος ο πασάς μπήκε στην πύλη του Ερζιντζάν, τα εξακόσια εβδομήντα κανόνια, που συγκροτούν το πυροβολικό του φρουρίου, πυροδοτήθηκαν όλα αμέσως, οι ουρανοί σκίστηκαν και η γη έτρεμε. Επτά συντάγματα γενίτσαρων παρατάχθηκαν στον δρόμο από τις πύλες της πόλης μέχρι τις πύλες του παλατιού, έτοιμα να χαιρετήσουν τον πασά, ο οποίος, μόλις μπήκε στο παλάτι, χαιρετίστηκε για μία ακόμη φορά από γενικό κανονιοβολισμό του πυροβολικού των τειχών. Πολλές εκατοντάδες ζώα θυσιάστηκαν και ακολούθησε υπέροχο δείπνο, αντίστοιχο με εκείνο του Μάντι Κερμπ. Μετά το δείπνο έπαιξε η μουσική και πραγματοποιήθηκε ντιβάν, όπου, ύστερα από απόφαση επί πολλών αγωγών, στους εικοσιεπτά αγάδες του κάστρου, εκείνους των γενίτσαρων, των πυροβολητών, των οπλοποιών κλπ. απονεμήθηκαν εβδομήντα λαμπροί τιμητικοί μανδύες και στον μουλά Τσελεμπή Εφέντη, τον συγγενή του Εμίρ Μπουχάρα, πανωφόρι από πράσινο σαμούρι. Εγώ πήρα ένα καφτάνι στον βαθμό μου του υπαλλήλου του τελωνείου. Τότε ο κυβερνήτης μου παραχώρησε με ευγένεια κατάλυμα στο παλάτι που έφτιαξε ο Τεκελή Μουσταφά Πασάς, όπου ζούσα ήσυχα, μερικές φορές κάνοντας παρέα στον κυβερνήτη και άλλες εκτελώντας τις λειτουργίες του υπαλλήλου του τελωνείου. Είχα την πλήρη ευκαιρία να αποκτήσω την πιο τέλεια γνώση για την κατάσταση του Ερζερούμ, καθώς μου επιτράπηκε να δω όλα τα καμίν, τα μητρώα και τα πρωτόκολλα.

Περιγραφή του φρουρίου του Ερζερούμ

Αποσπάστηκε από τα χέρια του Καρά Γιουσούφ, του γιου του Ουζούν Χασάν, από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Το χας του βεζίρη έχει οριστεί σε 1.214.600 άσπρα. Ολόκληρη η επαρχία χωρίζεται σε 12 σαντζάκια. Οι αξιωματούχοι είναι ένας ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου, ένας κεχαγιάς του ντεφτερντάρ των τιμάρ, ένας κεχαγιάς και επιθεωρητής των τσαούσηδων, ένας αλάι-μπεγκ και ένας τσερί-μπασης. Τα σαντζάκια είναι τα εξής: Καραχισάρ, Ακί, Πάσσιν, Σίπερ, Χασάν, Μελαζγκέρντ, Τεκμάν, Κουρουτζάν, Τορτούμ, Μουτζτεκέρντ, Μαμρεβάν και Ερζερούμ. Το χας του ντεφτερντάρ του κεντρικού ταμείου ανέρχεται σε 1.052.900 άσπρα. Εκείνο του κεχαγιά των φέουδων σε 50.000 και εκείνο του ντεφτερντάρ των φέουδων σε 20.200. Υπάρχουν 56 ζιαμέτ και 2.290 τιμάρ. Η φεουδαρχική πολιτοφυλακή αριθμεί 5.279 σπαθιά και οι τζεμπελή, σε καιρό πολέμου, είναι 12.000 άνδρες, εκτός από 2.000 άνδρες που διατίθενται από το χας του πασά. Οι στρατιώτες του Ερζερούμ είναι δυνατοί, γενναίοι σύντροφοι. Δικαστής είναι ένας μουλάς, με εισόδημα 500 άσπρων, με τρεις αναπληρωτές ναΐμπ. Ένας αγάς των γενίτσαρων, ένας αγάς των πυροβολητών και ένας των οπλοποιών, που βρίσκονται όλοι στο εσωτερικό φρούριο. Ο Αμπχάζα Πασάς, ο διάσημος επαναστάτης, μια νύχτα αιφνιδίασε αυτό το φρούριο και πέρασε όλη τη φρουρά των γενίτσαρων από το σπαθί, εκτός από τον αγά, ο οποίος απουσίαζε εκείνη τη νύχτα τυχαία και κατά συνέπεια διέφυγε. Ο Αμπχάζα παρέμενε στη στασιαστική κατοχή του για δέκα χρόνια, σε πείσμα επτά βεζίρηδων, που βάδισαν εναντίον του με την εξουσία της απόλυτης διοίκησης, όπως οι Τσερκές Μοχάμεντ Ντισλίν Χουσεΐν Πασάς, Τιμούρ Καζίκ Χαλίλ Πασάς, κλπ. Όμως, λόγω της δύναμης του φρουρίου, δεν μπόρεσαν να υποτάξουν τον επαναστάτη, μέχρι που ανέλαβε τη διοίκηση ο Χοσρέβ Πασάς . Συνέλαβε τον Αμπχάζα αιχμάλωτο και τον μετέφερε μαζί του ενώπιον του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Εκείνος πήρε γενική συγχώρεση και έγινε πρώτα κυβερνήτης της Βοσνίας, ύστερα της Βούδας και τέλος του Οζάκοφ, το οποίο διατηρούσε μέχρι την εποχή της εκστρατείας εναντίον του Ερεβάν. Τα στρατεύματα, που επαναστάτησαν εκείνη τη στιγμή, ζητούσαν μεγαλόφωνα τον Αμπχάζα Πασά. Όταν έφτασε αυτό στα αυτιά του σουλτάνου, διέταξε να τον σκοτώσουν και να τον θάψουν στον τάφο του Μουράτ Πασά, κοντά στην αγορά των μελανοποιών. Διέφυγε όμως και περιπλανιόταν για κάποιο διάστημα στην Αραβία και την Περσία, εμφανιζόμενος ξανά στο Ερζερούμ την ίδια χρονιά που πήγαμε εκεί. Είδα το αίμα του ακόμη και μπροστά στη δική μου πόρτα, επειδή ο Σιλιχτάρ Σουλεϊμάν Πασάς έκοψε το κεφάλι του κατά την άφιξη του δικού μας μουτεσελίμ ή αναπληρωτή του πασά. Μετά την εξέγερση του Αμπχάζα, η κυβέρνηση έδινε τη μεγαλύτερη προσοχή σε αυτή τη σημαντική θέση. Έχει ενισχυθεί από τεράστιο πυροβολικό και έξι λόχους, έτσι ώστε ολόκληρη η φρουρά να ανέρχεται σε 2.500 άνδρες, έναν διοικητή του κάστρου, τον ντιζντάρ και δώδεκα αγάδες. Στο εσωτερικό κάστρο υπάρχουν εκατόν ογδόντα κανόνια και στην πύλη της Ταμπρίζ, στο κέντρο των δύο φρουρίων, βρίσκονται δώδεκα μεγάλα κανόνια, τοποθετημένα εκεί από τον Μουράτ Δ’. Το φρούριο βρίσκεται σε απόσταση βολής κανονιού από το όρος Εγερλί. Στα βόρεια και βορειοδυτικά εκτείνεται η πεδιάδα του Ερζερούμ, τετράγωνο πλευράς δύο μιλίων, εύφορο ανθισμένο πεδίο, καλυμμένο με χωριά.

Περιγραφή του μεγάλου ποταμού Ευφράτη

Ο μεγάλος ποταμός Ευφράτης ρέει στη μέση της πεδιάδας του Ερζερούμ. Η πηγή του βρίσκεται στο κάτω μέρος του προσκυνήματος του Ντουμλούμπαμπα, έχοντας στα ανατολικά τη Γεωργία. Ρέει προς τα δυτικά, δημιουργώντας στον δρόμο του πολλά έλη και κανάλια. Περνάει μπροστά από το χωριό χαν, το κάστρο του Κεμάχ και μέσα από το οροπέδιο (γιαγλά) των Χιλίων Λιμνών [Μπινγκιόλ] που κατοικείται από τούς Κούρδους Ιζολί. Ενώνεται με τον Μουράτ (το όνομα τού οποίου παίρνει),122 και περνά σαν θάλασσα από την περιοχή τής Μαλάτειας προς τα Σαμόσατα, το Ρούμκαλε, το Μπιρετζίκ, τη γέφυρα τής Μπομπούτς,123 τη Μπαλίσσα,124 το Τζαμπέρ,125 τη Ράκκα,126 τη Ράχμπα,127 την Καρκεσσία,128 την Άνια,129 τη Χιτ, την Ανμπάρ,130 την Tακούκ [;], τη Χέλλε131 και την Κούφα.132 Ενώνεται στην Καβέρνα133 με τον Σατ αλ-Άραμπ (Τίγρη) και έτσι γίνεται πάρα πολύ μεγάλο ποτάμι, το οποίο ανεβαίνουν ινδικά πλοία από τη Βασόρα. Ολόκληρο το μήκος, με όλες τις περιελίξεις του, είναι τετρακόσιοι παρασάγγες. Περνάει από τετρακόσιες πόλεις και χωριά>. Στην πεδιάδα τού Ερζερούμ το νερό του είναι πολύ γλυκό και εύγευστο και άξιζε να καταγραφεί στο Κοράνι με τον στίχο «Σάς δώσαμε να πιείτε από το νερό τού Ευφράτη». Εκτός από τον Ευφράτη, άλλα εβδομηνταδύο ποτάμια κατεβαίνουν από τα βουνά τού Ερζερούμ και τού Ντιαρμπέκρ. Ο Μακρισί λέει ότι ο Τίγρης και ο Ευφράτης σκάφτηκαν από τον Δανιήλ με τη βοήθεια αγγέλων. Ο Τίγρης είναι ο ποταμός [σατ στα αραβικά], που πηγάζει ανατολικά τού Ντιαρμπέκρ, μεταξύ Τεργίλ134 και Μιγιαρφακίν,135 παραλαμβάνει τεράστιο αριθμό πηγών και κατευθύνεται στο Χασάνκεϋφ και τη Μοσούλη. Αυτό το ποτάμι ενώνεται με τον Άνω και τον Κάτω Ζαμπ και γίνεται τεράστιο και θορυβώδες ρεύμα, που ονομάζεται Τρελός Ζαμπ. Για τον ποταμό Ευφράτη αναφέρεται ότι είχε πει ο προφήτης: «Ω κάτοικοι τής Κούφα, ο ποταμός σας Ευφράτης καταλαμβάνει δύο κανάλια τού Παραδείσου». Αναφέρεται ότι ο ιμάμης Τζαφέρ είχε δηλώσει επαινώντας τον ποταμό: «Αν οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας (Ιράκ) και του Ρουμ γνώριζαν όλες τις εξαιρετικές ιδιότητες τού ποταμού, θα έχτιζαν ένα τείχος σε κάθε πλευρά του. Όποιος πλένεται μεσα σε αυτόν τρεις φορές, μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα θεραπευτεί από πολλές ασθένειες».136 Μια άλλη παράδοση για τον Ευφράτη αναφέρεται από τον Άμπου Χορέιρι ως εξής: «Η τελευταία μέρα δεν θα φτάσει, μέχρι να κυλίσει ο Ευφράτης από χρυσό βουνό, στο οποίο οι άνδρες θα σκοτώνουν ο ένας τον άλλο. Κάθε εκατό ανθρώπους θα σκοτώνονται οι ενενηνταεννιά και παρ’ όλα αυτά καθένας θα λέει «ίσως είμαι εγώ εκείνος που θα σωθεί». Ο Ευφράτης και ο Ορόντης είναι τα μόνα δύο ποτάμια που ακουμπούν στα σύνορα των Αγίων Τόπων. Ο Ευφράτης παγώνει τον χειμώνα κι έτσι στη διάρκεια δύο μηνών τον διασχίζουν πολλά καραβάνια, αλλά δεν παγώνει ποτέ νότια τού Ερζερούμ. Έχει γλυκό, καθαρό νερό, μεγάλη ευκολία για τούς κατοίκους τού Ερζερούμ, παρά το γεγονός ότι αυτοί έχουν μέσα από τα τείχη τους την κρήνη που ονομάζεται Πηγή τού Παραδείσου.

Μορφή και μέγεθος του φρουρίου του Ερζερούμ

Αποτελείται από δύο κάστρα τετράγωνης μορφής, η απόσταση μεταξύ των δύο τοίχων είναι εβδομήντα βήματα. Η τάφρος έχει πλάτος ογδόντα βήματα και βάθος είκοσι, αλλά, από την πλευρά των πυλών Γκούρτζι και Ερζιντζάν η τάφρος δεν είναι τόσο βαθιά. Ολόκληρη η περίμετρος είναι ογδόντα χιλιάδες βήματα και έχει τρεις πύλες. Εκείνη στα δυτικά είναι η πύλη του Ερζιντζάν, όπου η τάφρος διασχίζεται από γέφυρα. Στη δεύτερη προς τα ανατολικά και την τρίτη προς τα βόρεια εισέρχονται επίσης περνώντας γέφυρες. Η πρώτη, η οποία είναι η πύλη Γεωργίας (Γκούρτζι), είναι διπλή, όπως εκείνη του Ερζιντζάν. Αλλά εκείνη της Ταμπρίζ, καθώς είναι κοντά στα τείχη του εσωτερικού κάστρου, είναι μονή. Τα κανόνια είναι όλα στραμμένα προς τις συνοικίες της πόλης Νταραγάτς και Γκουμουσλί Κουνμπέντ. Μέσα στο εξωτερικό κάστρο υπάρχει τεράστιος πύργος που φτάνει στους ουρανούς, γνωστός με το όνομα Κεσίκ Κουλέ, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ψηλό ξύλινο κιόσκ. Καθώς έχει ύψος εκατό πήχεις, δέκα κανόνια στραμμένα από εκεί προς όλες τις κατευθύνσεις αναχαιτίζουν ακόμη και το πέταγμα των πουλιών. Το ύψος του τείχους του εσωτερικού κάστρου είναι εβδομήντα πήχεις. Τα άλλα τείχη έχουν ύψος από σαράντα έως πενήντα πήχεις. Υπάρχουν διακόσιοι δέκα ισχυροί πύργοι και δύο χιλιάδες ογδόντα επάλξεις γύρω από το κάστρο και 1.700 σπίτια, όλα καλυμμένα με χώμα (πεζούλες) στο αρχαίο στυλ. Έτσι είναι επίσης όλα τα χωριά που είδα σε ολόκληρη τη διοίκηση του Ερζερούμ.137

Εγκώμιο των παλατιών του Ερζερούμ

Το παλάτι του πασά έχει όχι λιγότερα από εκατόν δέκα δωμάτια διαφόρων μεγεθών για τα ντιβάν και κιοσκ. Από τα τελευταία, τα δύο καλύτερα είναι εκείνα του Ταγιάρ Πασά και του Μπενλί Πασά, με λουτρό και ωραία κρήνη. Εξωτερικά, πάνω από τους στάβλους, βρίσκονται τα δωμάτια για τους φύλακες. Η αυλή είναι ευρύχωρο μέρος όπου παίζουν το τζέριντ. Έχει δύο πύλες: η μία είναι εκείνη του ντιβάν που ανοίγει στο μεγάλο δρόμο, η άλλη είναι μυστική πύλη, πάντοτε κλειστή. Το Ερζερούμ περιλαμβάνει εβδομήντα συνοικίες μουσουλμάνων και επτά απίστων. Δεν υπάρχουν Αρμένιοι, Κόπτες, ή Εβραίοι. Αν κάποιοι από αυτούς κάνουν την εμφάνισή τους, κινδυνεύουν να σκοτωθούν. Στη συνοικία που ονομάζεται Πηγή του Παραδείσου τα σπίτια είναι χτισμένα από πέτρα. Τα περισσότερα από αυτά είναι ενός μόνο ορόφου, γιατί ο αέρας είναι οξύς και ο χειμώνας δριμύς. Είναι γνωστό ότι χιονίζει εδώ για δέκα ή ένδεκα μήνες τον χρόνο, πράγμα που είναι ο λόγος για τον οποίο το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών είναι χτισμένα με έναν όροφο, σαν λουτρό, με παράθυρα και πόρτα από τσόχα στην κορυφή.

Τα τζαμιά

Υπάρχουν 77 μιχράμπ. Το παλαιότερο είναι το μεγάλο τζαμί μέσα από την πύλη της Ταμπρίζ, με μιναρέ σε αρχαίο στυλ, χτισμένο από τους ηγεμόνες των Ακ Κογιουνλού, τετράγωνο πλευράς διακοσίων ποδιών. Το μινμπάρ και το μιχράμπ είναι επίσης σε αρχαίο στυλ. Στηρίζεται σε διακόσιες κολώνες από ξύλο έλατου, ενώ ο τρούλος είναι επίσης ξύλινος. Στη μία πλευρά του τζαμιού φυλάσσεται η γαλέτα για τη φρουρά του Ερεβάν. Στην ανατολική πλευρά αυτού του τζαμιού, κοντά στον τοίχο, υπάρχει παλιά σχολή με δύο μιναρέδες. Μερικοί λένε ότι χτίστηκαν από τους ηγεμόνες των Ακ Κογιουνλού, ενώ άλλοι τους αποδίδουν στον Ουζούν Χασάν. Κοντολογής, είναι παλαιός τόπος προσευχής, ο οποίος έχει καταστραφεί σκληρά στις διάφορες πολιορκίες του Ερζερούμ και δεν επισκευάστηκε ποτέ, επειδή δεν προικίστηκε ποτέ. Μέσα από τις πύλες της Ταμπρίζ υπάρχουν δύο ψηλοί μιναρέδες, η λαμπερή πορσελάνη των οποίων θαμπώνει τα μάτια των θεατών. Ακροβάτες επιδεικνύον την ικανότητά τους πάνω σε σχοινιά που εκτείνονται μεταξύ αυτών των δύο ψηλών μιναρέδων. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ μετέτρεψε το ερειπωμένο τζαμί σε χυτήριο κανονιών. Ο Θεός να δώσει να επισκευαστεί! Το τζαμί του Λάλα Μουσταφά Πασά, μπροστά από την πύλη του σεράι στον μεγάλο δρόμο, χτισμένο από τον μεγάλο βεζίρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο θόλος του είναι χτισμένος στο στιλ εκείνων της Κωνσταντινούπολης, τετράγωνο πλευράς ογδόντα ποδιών και καλυμμένος με μόλυβδο. Το μιχράμπ, ο άμβωνας και το μαχφίλ του είναι πολύ απλά. Έξω υπάρχει πέτρινος πάγκος, αλλά η αυλή είναι στενή. Είναι έργο του μεγάλου αρχιτέκτονα Σινάν. Σεΐχης του είναι ο Βάνι Εφέντης, από τους πιο μορφωμένους ιερωμένους και φημισμένους σχολιαστές, δεύτερος Ναμάν, εύγλωττος άνθρωπος, του οποίου η φήμη έχει εξαπλωθεί σε όλη την αυτοκρατορία. Ιμάμης του είναι ένας υψηλόφρων ιερέας που γνωρίζει όλο το Κοράνι απέξω, του οποίου η ανάγνωση βυθίζει στα βάθη του διαλογισμού όσους ακούν. Είναι τέλειος μουσικός και ονομάζεται ιμάμης των γενίτσαρων. Και όταν ο μουεζίνης, δεύτερος Μπελάλ (ο μουεζίνης του Προφήτη) ανεβαίνει στον μιναρέ και διακηρύσσει με τη φωνή του Δαβίδ την κραυγή του Μωάμεθ, «Ο Θεός είναι μεγάλος, ο Θεός είναι μεγάλος», όλοι οι ακροατές αρχίζουν να τρέμουν, καθένας αφήνει τη δουλειά ή το γεύμα του και σπεύδει στο τζαμί. Όλοι οι κάτοικοι του Ερζερούμ είναι φιλόθρησκοι, ευσεβείς άνθρωποι. Το τζαμί του Τζαφέρ Εφέντη είναι ευχάριστο νεόδμητο τζαμί, με ψηλό τρούλο και πύλη, αυλή και σιντριβάνι. Τα παράθυρα φυλάσσονται με σιδερένια κιγκλιδώματα. Στο εσωτερικό κάστρο υπάρχει παλιό τζαμί που είναι πολυσύχναστο. Έξω από την πύλη του Ερζιντζάν βρίσκεται το Τζαμί του Πασά, καλυμμένο με μόλυβδο και έξω από την πύλη της Ταμπρίζ, στην άκρη της τάφρου, βρίσκεται το Τζαμί του Μοχάμεντ Πασά, με έναν μιναρέ και βεράντα. Εκτός από αυτά τα μεγάλα τζαμιά, υπάρχουν επίσης εβδομηνταεπτά μεστζίντ, εκατόν δέκα σχολεία για αγόρια, μοναστήρια και σπίτια για ανάγνωση του Κορανίου.

Κρήνες

Στην αγορά βρίσκεται η Κρήνη του Παραδείσου (Τζεννέτ Μπουνάρ). Και έξω από την Πύλη του Ερζιντζάν βρίσκεται η Κρήνη της Καμήλας. Στην Κρήνη του Μουσταφά Πασά στην άκρη της τάφρου, έξω από την πύλη της Ταμπρίζ, υπάρχει αυτή η επιγραφή από τη ρήση του Κορανίου: «Υπάρχουν ρέουσες κρήνες σε αυτόν (στον Παράδεισο)». Υπάρχουν εβδομήντα σεμπίλ-χανε ή μέρη όπου διανέμεται νερό.

Λουτρά, χάνια και αγορές

Το πιο κομψό λουτρό είναι εκείνο του Τζαφέρ Εφέντη. Υπάρχουν εβδομήντα χάνια, μερικά από αυτά για καραβάνια (καραβανσεράι), μερικά για εμπόρους (χάνια, κατ’ εξοχήν), μερικά για άγαμους εργάτες (στρατώνες). Από τα τελευταία υπάρχουν δέκα, όπου οι ξένοι εργάτες βρίσκουν καταλύματα. Το μπεζεστένι διαθέτει οκτακόσια καταστήματα, τέσσερις πύλες και πέτρινο τρούλο. Οι αγορές των σαμαράδων, χρυσοχόων, κατασκευαστών κουμπιών και ραφτών είναι πολύ κομψές. Το νομισματοκοπείο είναι κοντά στην πύλη του Ερζιντζάν.

Κάτοικοι, κλίμα, προϊόντα κλπ.

Οι κάτοικοι είναι όλοι Τουρκομάνοι και Αρμένιοι Κούρδοι, ζωηρής απόχρωσης, μεσαίου αναστήματος, εύσωμοι, δυνατοί στα νιάτα και δραστήριοι στα γηρατειά. Από δέκα έως εικοσιπέντε ετών είναι εξαιρετικά όμορφοι, αλλά ύστερα από αυτό γίνονται γρήγορα τριχωτοί άνδρες, καλόκαρδοι και γενναίοι. Οι κυριώτεροι άνδρες ντύνονται με πανωφόρια από σαμούρι, οι ουλεμάδες με μανδύες (φερράτζι) από ύφασμα και καφτάνια (χιτώνες) από βαμβάκι ή λινό (μποκασσίνο). Οι εργάτες φορούν αμπάς και μερικές φορές καφτάνι από μποκασσίνο. Κατά τη διάρκεια τριών μηνών ο αέρας είναι ήπιος και ευχάριστος. Το νερό είναι γλυκό και εξαιρετικά υγιεινό για τις γυναίκες. Όποιος πίνει το καλοκαίρι από την πηγή που ονομάζεται Πηγή του Παραδείσου, καταλαβαίνει με την πλήρη έννοιά του τον στίχο του Κορανίου, «Το νερό δίνει ζωή σε όλα τα πράγματα». Οι σπόροι ωριμάζουν εδώ σε εξήντα ημέρες και παράγουν καρπούς στο ογδονταπλάσιο έως εκατονταπλάσιο. Υπάρχουν επτά είδη σιταριού, ένα από τα οποία είναι λευκό σαν τα δόντια της καμήλας. Η τεχνική των ραφτών και των χρυσοχόων είναι πολύ επιδέξια. Φτιάχνουν εδώ δύο είδη πίτας, τη μία από κοτόπουλο και την άλλη από είδος λαχανικού που ονομάζεται τσερές. Επίσης λευκά και εξαιρετικά ζυμωτά γλυκά (τσορέκ), λευκό ψωμί που ονομάζεται κολάτζ, κρέας ψημένο σε σόμπες κ.λπ. Τα ποτά τους είναι σερμπέτ με ραβδώσεις και εξαιρετική μπούζα.

Οι περίπατοι είναι ο τόπος του τζέριντ στους μύλους στο λιβάδι, ο τόπος του Γκουμουσλί Κουνμπέντ (ασημένιου θόλου) και το μοναστήρι του Αμπντούρ-ραχμάν Γαζή.

Γενεαλογίες του Ερζερούμ

Έξω από τις πύλες του φρουρίου στην ανατολική, δυτική και βόρεια πλευρά, είναι το προάστιο, που κατοικείται από περισσότερους από 30.000 ραγιάδες. Στη νότια πλευρά, από την πύλη της Ταμπρίζ μέχρι εκείνη του Ερζιντζάν, έχει αρχίσει να κατασκευάζεται τείχος, που αν είχε τελειώσει, θα είχε κάνει το Ερζερούμ εκπληκτικά ισχυρό φρούριο. Μεταξύ αυτού του τείχους και του κάστρου βρίσκεται το προάστιο, χωρισμένο σε επτά συνοικίες. Το προάστιο της πύλης Ταμπρίζ εκτείνεται από τη γειτονιά του Νταραγκάχ και εκείνη του Ντουλουκλέρ μέχρι το Γκουμουσλί Κουνμπέντ. Το προάστιο των Γεωργιανών στη βόρεια πλευρά, είναι η συνοικία των πλούσιων εμπόρων. Εδώ είναι το τελωνείο, όπου εργαζόμουν ως υπάλληλος. Γύρω από αυτό είναι τα σπίτια των Περσών, Ινδών και Κινέζων εμπόρων. Ύστερα από τα τελωνεία της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, εκείνο του Ερζερούμ έχει τη μεγαλύτερη κίνηση. Το προάστιο του Ερζιντζάν εκτείνεται, στην ανατολική πλευρά της πύλης του κάστρου, από την κρήνη της Καμήλας μέχρι τον μύλο του Αλή. Αυτό το προάστιο κατοικείται κυρίως από Αρμένιους και επομένως υπάρχουν δεκατρείς εκκλησίες εδώ. Οι άπιστοι φορούν ποικιλόχρωμα τουρμπάνια και μπλε παλτά, ενώ οι κατώτερες τάξεις φορούν τσόχα, με χοντρά παπούτσια που ονομάζονται τσαρκ. Οι γυναίκες τους τυλίγουν λευκά πανιά γύρω από τα κεφάλια τους και οι μουσουλμάνες γυναίκες φορούν μυτερά καπέλα από χρυσό και ασημένιο υλικό, βελούδινα παντελόνια και κίτρινες μπότες. Είναι πολύ όμορφες, με τα δόντια τους καλοσχηματισμένα όπως και τα λόγια τους, με τα όμορφα μαλλιά τους, σέρνοντας χιλιάδες ερωτευμένους πίσω τους σαν σκλάβους. Οι άνδρες είναι μακρόβιοι, στην παρέα βρίσκει κανείς πολλούς άνδρες ηλικίας άνω των εβδομήντα ετών, με πλήρη χρήση όλων των ικανοτήτων τους. Γενικά μιλούν περίεργη διάλεκτο, αλλά οι ιερωμένοι και οι ποιητές τους μιλούν με μεγάλη ευγλωττία και οι παραμυθάδες τους χαροποιούν τους έξυπνους ανθρώπους με τα παραμύθια τους για τον Χάμζα και το κινεζικό θέατρο σκιών. Υπάρχουν επίσης πολλοί ερημίτες και άγιοι άνθρωποι, από τους οποίους ο Αλλαχάν-ντεντέ ήταν διάσημος για την υπερβολική αφοσίωση στη γυναίκα του. Αν και ο αέρας του Ερζερούμ είναι ψυχρός, παρ’ όλα αυτά τα λαχανικά του είναι άφθονα. Το έδαφός του είναι εξαιρετικά εύφορο και ευλογημένο με παραγωγές όλων των ειδών, γεγονός που καθιστά το Ερζερούμ από τα φθηνότερα μέρη του κόσμου. Αν και το Ερζερούμ δεν έχει ούτε κήπους, ούτε αμπελώνες, όμως φημίζεται για τα τριαντάφυλλα. Λίγα χειμωνιάτικα μήλα και αχλάδια είναι τα μόνα φρούτα που βρίσκει κανείς εδώ. Πλατάνια και ιτιές υπάρχουν σε αφθονία σε όλους τους περίπατους και στους ροδώνες. Λόγω του μακρύ χειμώνα και του σύντομου καλοκαιριού, η σπορά και η συγκομιδή ολοκληρώνονται σε δύο μήνες. Την εποχή που βρισκόμουν στο Ερζερούμ, κατά τον μήνα Ιούλιο, όταν τα άλογα βρίσκονταν έξω στο γρασίδι, συνέβη εκεί τέτοια καταιγίδα με κεραυνούς, βροντές, χαλάζι και χιόνι, που όλα τα άλογα σκορπίστηκαν και έτρεχαν μισότρελα προς τα γειτονικά χωριά. Η μεγάλη διάρκεια και η δριμύτητα του χειμώνα εδώ εξηγούνται από το παρακάτω παραμύθι. Ρώτησαν έναν δερβίση από πού ερχόταν. Είπε, «Από το χιόνι του Θείου Ελέους». Ρώτησαν ποιο ήταν το όνομα του τόπου. «Ερζερούμ», είπε ο δερβίσης, το οποίο μπορεί να προφέρει κανείς ως Ερεζολούμ (σκληρό για τον άνθρωπο). Συνέχισαν να ρωτούν, αν είχε δει κανένα καλοκαίρι εκεί. Ο δερβίσης είπε: «Μα τον Θεό, βρισκόμουν εκεί έντεκα μήνες και εικοσιεννέα ημέρες, οι άνθρωποι έλεγαν ότι το καλοκαίρι ερχόταν, αλλά εγώ δεν το έβλεπα. Συνέβη όμως μια γάτα, που έτρεχε πάνω από τις στέγες των σπιτιών, να παγώσει εκεί την ώρα που έτρεχε και να παραμείνει έτσι για εννέα μήνες. Όταν έφτασε η άνοιξη, η γάτα άρχισε να ξεπαγώνει, φώναξε “Νιάου!” και έπεσε κάτω». Αυτό το παραμύθι έχει γίνει γνωστή παροιμία. Είναι πραγματικό γεγονός, ότι αν ένας άνθρωπος αγγίξει ένα κομμάτι σίδερο με το βρεγμένο χέρι του κατά τη διάρκεια του χειμώνα, παγώνουν μαζί και δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να βγάλουν μαζί και το δέρμα. Έχω περάσει σαράντα ημέρες στον πιο κρύο καιρό στο Αζόφ και στην έρημο των Κιπτσάκ, αλλά ποτέ δεν ένιωσα κρύο σαν αυτό. Οι άνθρωποι όμως είναι πολύ υγιείς. Τα φρούτα έρχονται από την Ισπίρ, το Τορτούμ και το Ερζιντζάν. Ροδάκινα, βερίκοκα και σταφύλια πωλούνται στο βάρος μιας οκάς για έναν παρά. Ένα φορτίου κάρρου με πεπόνια ή καρπούζια αγοράζεται για δέκα παράδες. Τα φαγώσιμα βρίσκονται εδώ σε μεγάλη τελειότητα, αλλά δεν υπάρχει ξύλο, καθώς τα βουνά είναι γυμνά. Το ξύλο είναι όμως πολύ φθηνό, καθώς το φέρνουν από τα βουνά σε απόσταση ταξιδιου δύο ημερών. Ένα κατάρτι μήκους 30-40 πήχεων πωλείται για σαράντα άσπρα. Η ξυλεία του πασά έρχεται στην πόλη με τις καμήλες των καραβανιών, που φθάνουν στο τελωνείο. Ένας αγάς έχει τον έλεγχο του ξύλου. Οι φτωχοί άνθρωποι καίνε κοπριά αγελάδας. Οι ραγιάδες τοποθετούν τη σόμπα στη μέση του σπιτιού, στις πλευρές του οποίου στέκονται τα γελάδια. Το σπίτι είναι ζεστό σαν λουτρό και μαγειρεύουν τα κόκαλα και τα εντόσθιά τους στη φωτιά.

Περιγραφή του όρους Εγκερλί

Είναι ψηλό βουνό, σε απόσταση μισής ώρας στη νότια πλευρά του Ερζερούμ. Το όνομά του προέρχεται από τη μορφή του, που μοιάζει με σέλα (έγκερ). Η κορυφή του είναι χωρισμένη στα δύο. Αφθονούν σε αυτό τα φαρμακευτικά βότανα, ιδιαίτερα το άνθος τούτια, η μυρωδιά του οποίου αρωματίζει τον αέρα. Οι οφθαλμίατροι έρχονται εδώ για να συλλέξουν το φυτό τούτια και με αυτό να θεραπεύσουν ανθρώπους που έχουν αρρωστήσει εδώ και σαράντα χρόνια. Η μυρωδιά των αρωματικών φυτών και των αρωματικών λουλουδιών γεμίζει την ατμόσφαιρα.

Εγκώμιο του Βαλαάμ, γιου του Μπαούρ

Έπαιζα κάποτε τζέριντ138 στους πρόποδες αυτού του βουνού, όταν έπεσα από το άλογο και πέφτοντας είπα στον εαυτό μου: «Πού είσαι τώρα, βουνό-σέλα (Εγκερτάγ);»139 Έχοντας ανακτήσει τις αισθήσεις μου, ανέβηκα σε άλλο άλογο και καλπάζοντας ολοταχώς προς το βουνό, το ανέβηκα. Είδα στην κορυφή μεγάλο τάφο, στον οποίο είπα πρώτα μια φάτιχα και αφού τον μέτρησα με τα βήματά μου, τον βρήκα ογδόντα βήματα σε μήκος, με δύο στήλες, που σηματοδοτούσαν τη θέση του κεφαλιού και των ποδιών. Κοιτούσα τον τάφο, όταν ξεχύθηκε κακή μυρωδιά, πολύ δυσάρεστη τόσο για μένα όσο και για τους υπηρέτες μου που κρατούσαν τα άλογα. Κοίταξα τον τάφο και είδα ότι η γη μέσα του, μαύρη και λιπαρή, έβραζε σαν χυλός σε τηγάνι. Στη συνέχεια επέστρεψα και έχοντας διηγηθεί την περιπέτειά μου στην παρέα του πασά το βράδυ, ο Τζαφέρ Εφέντης του Ερζερούμ, μορφωμένος και γλαφυρός συγγραφέας, με συμβούλευσε να μην ξαναεπισκεφτώ αυτό το μέρος, επειδή ήταν ο τάφος του Βαλαάμ, γιου του Μπαούρ, ο οποίος είχε πεθάνει άπιστος από την κατάρα του Μωυσή και του οποίου ο τάφος έβραζε τώρα, τόσο τον χειμώνα όσο και το καλοκαίρι, από υπόγεια φωτιά. Στους πρόποδες του ίδιου βουνού βρίσκεται θαμμένος ο Αμπντούρ-ραχμάν Γαζή, ο σημαιοφόρος του Προφήτη. Μια μέρα ανέβαινα από τη νότια πλευρά του μοναστηριού, δύο περίπου χιλιάδες βήματα, όταν είδα στη δεύτερη κορυφή αυτού του διχασμένου βουνού έναν τεράστιο δράκο που είχε μετατραπεί σε μαύρη πέτρα. Είχε μήκος επτακόσια εβδομήντα βήματα από το κεφάλι μέχρι την ουρά, με το κεφάλι να κοιτάζει προς το πεδίο του Ερζερούμ και την ουρά προς το κάστρο του Μελαζγκέρντ. Όταν πέφτει χιόνι πάνω στα βουνά, η μορφή αυτού του μαύρου δράκου εύκολα διακρίνεται από τα παράθυρα του παλατιού του πασά. Η περίμετρος του σώματός του είναι διακόσια βήματα, καθένα από τα τέσσερα πόδια του είναι τόσο μεγάλο όσο δέκα άνδρες μαζί και η ουρά του σηκώνεται σαν μιναρές. Παρέμενε ολόκληρος μέχρι τη βασιλεία του Σελήμ Α’, όταν καταστράφηκε από σεισμό, με αποτέλεσμα τα θραύσματά του να βρίσκονται τώρα διάσπαρτα. Στη συνέχεια το κεφάλι χωρίστηκε στα δύο και ένα από τα μάτια κύλισε προς τα κάτω στη νότια πλευρά, προς το Μελαζγκέρντ, όπου βρίσκεται στον κάμπο σαν τρούλος. Το αριστερό μάτι είναι του ίδιου μεγέθους, αλλά παραμένει στο απολιθωμένο κεφάλι, που φαίνεται πολύ καθαρά, με τα αυτιά, τη γλώσσα, τη μύτη και το στόμα του, κάθε φορά που χιονίζει, γιατί δεν μένει χιόνι πάνω σε αυτή τη μαύρη πέτρα, αλλά λιώνει και κάνει πιο εμφανές το μαύρο χρώμα της. Τον χειμώνα η πέτρα θερμαίνεται και βγάζει ατμούς. Το καλοκαίρι είναι κρύα και βάζει ευχάριστη μυρωδιά. Ο θρύλος αναφέρει ότι αυτός ο τρομερός δράκος μετατράπηκε σε πέτρα από τον σημαιοφόρο του Προφήτη, όταν ήρθε να καταπιεί τους κατοίκους του Ερζερούμ ως τροφή για τα μικρά του, που ήσαν κλεισμένα σε σπηλιά του όρους Σιτζάν, στα όρια της λίμνης Βαν.

Προσκυνήματα. Τάφος του σεΐχη Καρζούνι

Το όνομά του είναι Ιμπραήμ, το επώνυμό του Άμπου Ισάκ και είναι ντόπιος της πόλης Καρζούν, όπου γεννήθηκε το έτος 352 της Εγείρας. Στα ταξίδια του επισκέφθηκε τη Μπούρσα και την Αδριανούπολη και επέστρεψε στο Ερζερούμ, όπου εγκαταστάθηκε σε μεγάλο πύργο μέσα από την πύλη της Ταμπρίζ. Φύλακας του τάφου του είναι μια γυναίκα με λευκή γενειάδα, την οποία είδα όταν επισκέφτηκα τον τάφο. Ο Σεχίντ Μουρτεζά Πασάς, ο οποίος είχε αποκλειστεί επτά μήνες στο Ερεβάν, είναι θαμμένος στα πόδια του Άμπου Ισάκ Καρζούνι, μαζί με τον Αμπχάζα Πασά, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Ντισλίν Χουσεΐν Πασά. Απέναντι από το παλάτι του πασά, σε μυτερό θόλο, βρίσκεται ο σουλτάνος Κάσιμ, γιος του Μαχμούτ Γκαζνεβί και κοντά του η αδελφή του Φιρούζε Χάνουμ. Έξω από την πύλη του Ερζιντζάν, πάνω από την κρήνη της καμήλας, Τζανπουλάντ-Ζάντε, κείται ο Μουσταφά Πασάς, ο οποίος μετά την κατάκτηση του Ερεβάν σκοτώθηκε από τον μεγάλο βεζίρη Μοχάμεντ Πασά. Ήταν προστάτης του πατέρα μου κι εμένα. Ο Αμπντούρ-ραχμάν, ο σημαιοφόρος του Προφήτη, είναι θαμμένος στους πρόποδες του Εγερτάγ, σε ωραίο μοναστήρι. Έξω από την πύλη της Ταμπρίζ, στο μέρος που ονομάζεται Γκουμούς Κουνμπέντ (ασημένιος θόλος), επειδή κάποτε ήταν επενδεδυμένο με ασήμι, αναπαύεται ο σουλτάνος Μαχμούτ, ο Γαζνεβίδης, στο μαρμάρινο φέρετρο του οποίου είναι γραμμένη μόνο η λέξη Μαχμούτ. Υπάρχουν επίσης πολλά άλλα προσκυνήματα, τα οποία δεν είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ.

Σταθμοί της στρατιωτικής μας αποστολής στο κάστρο του Σούσικ

Επιστολές καταγγελίας έφτασαν από τον Γκεντζ Αλή Χαν, τον χαν του Ερεβάν, αναφέροντας ότι ο ανυπότακτος μπεγκ του κάστρου του Σούσικ είχε παραβιάσει την ειρήνη διεισδύοντας στις περσικές περιοχές του Ερεβάν. Οι σαντζακμπέηδες, οι τιμαριώτες και οι ζαΐμηδες κλήθηκαν να αναλάβουν το πεδίο με τις μισές τους δυνάμεις και να συγκεντρωθούν στον ασημένιο θόλο. Ο ίδιος ο πασάς έστησε τη σκηνή του εκεί, με εβδομήντα λάβαρα σεγκμπάν, σεϊμέν και σαρίτζα (ατάκτων) και 4.000 τακτικούς. Οι μπεηλερμπέηδες συγκεντρώθηκαν γύρω του, στήνοντας τις σκηνές τους σύμφωνα με τις εντολές που εκδόθηκαν. Ήταν στρατός 76.000 ανδρών. Όταν ο Πέρσης απεσταλμένος είδε αυτόν τον τεράστιο στρατό να συγκεντρώνεται, μετάνιωσε για την καταγγελία του εναντίον του μπεγκ του Σούσικ, επειδή φοβήθηκε ότι αυτός ο στρατός ίσως έπαιρνε εντολές να πολιορκήσει το Ερεβάν. Ο Αλατζά Ατλή Χασάν Αγάς, με χίλιους ιππείς, ονομάστηκε αρχηγός επιμελητείας (κονακτζή-μπασης). Ανέλαβε τον συρμό αποσκευών, με τις ουρές και τις σκηνές. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς ονομάστηκε τσαρκατζή ή αρχηγός της εμπροσθοφυλακής και ο Μπάκι Πασάς, ντουμντάρ ή αρχηγός της οπισθοφυλακής. Ο στρατός ξεκίνησε από τον ασημένιο θόλο με τέτοια τάξη, που οι Πέρσες απεσταλμένοι και οι χαν βρίσκονταν σε μεγάλη αμηχανία. Ύστερα από τέσσερις ώρες πορείας έφτασε στο μέρος που ονομάζεται Λαιμός της Καμήλας (Ντεβέ-μποϊνου), όπου ο πασάς, ο στρατιωτικός διοικητής, πρόσφερε ψυχαγωγία σε όλους τους μπεγκ και μπεηλερμπέηδες, ύστερα από την οποία καθένας αποσύρθηκε στη σκηνή του. Αυτό είναι ευχάριστο λιβάδι, όπου τα άλογά μας αναζωογονήθηκαν με εξαιρετικό τριφύλλι. Είναι επίσης η αρχή της πεδιάδας του Πάσσιν. Τον χειμώνα το χιόνι φτάνει εδώ σε ύψος μιναρέ και πολλά καραβάνια έχουν χαθεί σε αυτό. Ήταν το χιόνι εκείνο που εμπόδισε τον Μοχάμεντ Πασά να περάσει το Ντεβέ-μποϊνου και καθώς δεν έφτασε μπροστά στο Ερεβάν αρκετά σύντομα, αυτό το φρούριο το πήραν οι Πέρσες από τους Οθωμανούς ύστερα από πολιορκία επτά μηνών. Τρεις ώρες πιο ανατολικά, φτάσαμε στο χωριό Τζαφέρ Εφέντης, όπου ο Τζαφέρ Εφέντης, ο ιδιοκτήτης του, πρόσφερε υπέροχη ψυχαγωγία στον πασά, με δώρο τρία άλογα και τρία αγόρια. Είναι καλά καλλιεργούμενο αρμενικό χωριό τριακοσίων σπιτιών. Βαδίσαμε πέντε ώρες στον κάμπο του Πάσσιν προς το ισχυρό φρούριο του Ρουμ Χασάν, ανακαινισμένο από τον Ουζούν Χασάν, τον σουλτάνο του Αζερμπαϊτζάν. Είναι ψηλό κάστρο που το πήρε ο σουλτάνος Σουλεϊμάν από τα χέρια των παιδιών του Καρά Γιουσούφ και τώρα είναι η έδρα του σαντζακμπέη του Πάσσιν, στην επαρχία του Ερζερούμ. Το χας ανέρχεται, σύμφωνα με τον κανόνα του σουλτάνου Σουλεϊμάν, σε 12.400 άσπρα. Υπάρχουν έξι ζαΐμηδες και 325 τιμαριώτες. Ένας αλάι-μπεγκ, ένας τσερί-μπασης και ένας γιόζ-μπασης (συνταγματάρχης, λοχαγός και υπολοχαγός), είναι οι αξιωματικοί της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. Σε καιρό πολέμου, ο αριθμός των στρατευμάτων ανέρχεται σε 1.500, οι μισοί από τους οποίους είχαν τώρα ενταχθεί στον στρατό του πασά. Το κάστρο χαιρέτισε τον πασά, μόλις στήθηκε η σκηνή του, με μεγάλο θόρυβο από κανόνια και μουσκέτα. Ο πασάς έστειλε εντολή στον διοικητή να τοποθετήσει όλη τη φρουρά ένοπλη στα τείχη, καθώς ήθελε να μπει με επισημότητα. Όταν μπαίναμε, φωνές «Αλλάχ» έσχιζαν τους ουρανούς και οι κρότοι των κανονιών τους ταρακουνούσαν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται ο Πέρσης απεσταλμένος σε μεγάλη αμηχανία, βάζοντας το δάχτυλο της έκπληξης στα χείλη του. Στο εσωτερικό του κάστρου, στον χώρο μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής πύλης ήσαν στημένες πανοπλίες και διάφορα είδη όπλων, ενώ ξεκινώντας από την πύλη του θερμού λουτρού και στις δύο πλευρές του δρόμου ήσαν παραταγμένοι σε δυάδες ένοπλοι άνδρες, που έδιναν τον χαιρετισμό. Η προσευχή της Παρασκευής τελέστηκε στο τζαμί και όταν φύγαμε, όλα τα τείχη ήσαν καλυμμένα με σημαίες και λάβαρα διαφόρων χρωμάτων. Ο πασάς εισήλθε στο εσωτερικό κάστρο, όπου πυροδοτήθηκαν τα κανόνια του σουλτάνου Σουλεϊμάν, μήκους σαραντατεσσάρων σπιθαμών και οι μπάλες τους έφτασαν μέχρι τη Γέφυρα του Βοσκού, Τσομπάν Κιοπρού. Εδώ παρατέθηκε στη συντροφιά υπέροχο δείπνο, ύστερα από το οποίο απονεμήθηκαν τιμητικοί μανδύες στους μπεγκ και τους ντιζντάρ. Ο πασάς επέστρεψε στη σκηνή του, όπου δέχτηκε την επίσκεψη του δικαστή (διορισμένου με 150 άσπρα), του σερντάρ των γενίτσαρων, του κεχαγιά-γερι των σπαχήδων, του μουφτή, του νακίμπ-αλ-ασράφ και άλλων προκρίτων (αγιάν).

Μέγεθος και μορφή του φρουρίου Χασάν [Χασάνκαλε]

Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πεδιάδας του Πάσσιν, σε απομονωμένο ψηλό γκρεμό, τόσο ψηλά, που ζαλίζεσαι όταν κοιτάζεις κάτω από την πλευρά των θερμών λουτρών. Μέσα δεν υπάρχει κανένας εκτός από τον ιμάμη, τον μουεζίνη και τον ντιζντάρ ή διοικητή. Άλογα και γαϊδούρια δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό το μέρος. Υπάρχει μικρό κιόσκ που χτίστηκε για τον Μουράτ Δ’ από τον προστάτη μας, τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, ο οποίος, την εποχή της εκστρατείας στο Ερεβάν, ήταν ο αυτοκρατορικός ξιφοφόρος, έχοντας διαδεχθεί τον προηγούμενο ξιφοφόρο, ο οποίος απομακρύνθηκε από το αξίωμά του επειδή μια νύχτα το πάπλωμα του κρεβατιού του σουλτάνου πήρε φωτιά από σπίθα. Η περίμετρος του κάστρου είναι χίλια βήματα, χωρίς τάφρο. Μια σιδερένια πύλη ανοίγει προς τα δυτικά. Στη βόρεια πλευρά, κάτω από το άνω ή εσωτερικό κάστρο, βρίσκεται άλλο κάστρο με δύο τείχη, η περίμετρος του οποίου είναι 6.000 βήματα. Είναι μακρόστενο τετράγωνο, με αστραφτερή λευκότητα. Τα τείχη έχουν ύψος μόλις δεκαοκτώ γυάρδες, αλλά είναι διπλά, ενώ στις τρεις πλευρές η τάφρος είναι πολύ βαθιά, έτσι ώστε να μην υπάρχει φόβος εχθρού. Καθώς το έδαφος είναι ελώδες, δεν μπορούν να σκαφτούν χαρακώματα. Οι τρεις πύλες του είναι: στη δυτική πλευρά, η πύλη του Ερζερούμ, μεγάλη πύλη με σιδερένιες πτέρυγες, η πύλη του θερμού λουτρού και μια μυστική πύλη, κλεισμένη, στην ανατολική πλευρά. Υπάρχει φρουρά επτακοσίων ανδρών, με γεμάτο οπλοστάσιο και εξήντα μεγάλα και μικρά κανόνια. Προς τον νότο ανοίγει η πεδιάδα του Πάσσιν, η οποία έχει μήκος ταξιδιού επτά ημερών. Τα σπίτια, 590 σε αριθμό, είναι όλα πέτρινα χειμωνιάτικα σπίτια. Η πόλη αποτελείται από εννέα συνοικίες, με άλλα τόσα τζαμιά. Το τζαμί του Σουλεϊμάν είναι χαμηλό τζαμί με επίπεδη στέγη, με έναν μιναρέ σε αρχαίο στυλ. Δεν υπάρχει μπεζεστένι ή μεντρεσές, αλλά υπάρχουν έξι σχολεία για αγόρια, ένα χάνι και λουτρό. Οι κάτοικοι είναι γενναίοι άνθρωποι, ευγενικοί με τους ξένους. Υπάρχουν μερικοί έξυπνοι και μορφωμένοι άνδρες. Εδώ γεννήθηκε ο μεγάλος ποιητής Νεφί Εφέντης. Δεν υπάρχουν κήποι γύρω από το κάστρο, επειδή κάνει πολύ κρύο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν εδώ λαχανικά σε αφθονία. Το ψωμί και το μέλι είναι μάλλον ύποπτα, γιατί εγώ ο ίδιος, ο φτωχός Εβλία, αφού έφαγα λίγο μέλι στο σπίτι του διοικητή, ζαλίστηκα σε μισή ώρα τόσο πολύ, που σκεφτόμουν να ριχτώ κάτω από το κάστρο.

Περιγραφή των θερμών λουτρών

Στη νότια πλευρά της κάτω πόλης (Ρομπάθ), στην κατεύθυνση της Καάμπα, υπάρχουν πολλά θερμά λουτρά. Επτά από αυτά καλύπτονται με μικρούς θόλους και σε οκτώ άλλα σημεία το νερό βράζει στον ανοιχτό αέρα. Κάθε μέρος χρησιμοποιείται για διαφορετικά ζώα, όπως άλογα, μουλάρια, καμήλες, πρόβατα και άλλα. Το νερό αυτών των ζεστών λουτρών μεταφέρεται σε απομακρυσμένα μέρη με καμήλες και όσοι πάσχουν από λέπρα θεραπεύονται αν πίνουν από αυτό.

Τρεις ώρες ανατολικά από εδώ, φτάσαμε στο χωριό Σεφέρ Αγάς, που αποτελείται από εκατό αρμενικά σπίτια, στην πεδιάδα του Πάσσιν. Τρεις ώρες πιο κάτω βρίσκεται η μεγάλη Γέφυρα των Βοσκών (Τσομπάν Κιοπρουσού). Λέγεται έτσι επειδή χτίστηκε από τον Μελέκ Σουλτάν, της δυναστείας των βοσκών (Τσομπάν). Είναι θολωτή σαν ουράνιο τόξο πάνω από τον ποταμό Αράς, που έρχεται από τον μεγάλο Γκιόκ-γιαγλά και ρέει προς τα ανατολικά. Περνάει κάτω από το Μελαζγκέρτ, μπροστά από το χωριό Αρτόφ, το κάστρο της Χουνούς, κάτω από τη γέφυρα του Αλτούν Χαλκαλί, παρέχει νερό σε πολλές εκατοντάδες χωριά κάτω από τη Γέφυρα των Βοσκών, ενώνεται με τον ποταμό Ζένγκι κάτω από τον Ερεβάν, ο οποίος συμβάλλει με τον Κουρ (Κύρο) και χύνεται μαζί του στην Κασπία Θάλασσα. Ο ποταμός Αράς (Αράξης) είναι ορμητικός ποταμός, ο οποίος, με το λιώσιμο των χιονιών, αφρίζει σαν τη θάλασσα. Ο στρατός περνούσε επί τρεις ημέρες πάνω από τη γέφυρα, με τον ίδιο τον πασά σε μεγάλη επισημότητα. Ύστερα από επτά ώρες φτάσαμε στο χωριό Μεγάλο Αρτόφ, στο σαντζάκι της Χουνούς, χωριό εκατό αρμενικών σπιτιών. Οκτώ ώρες πιο ανατολικά, βρίσκεται το χωριό Κουζούμπ Σουλτάν Μπαμπά, που ανήκει στη Χουνούς. Το κάστρο, το οποίο βρίσκεται έξι ώρες πιο πέρα, χτίστηκε από τον Σαχ Σαπούρ, τον θείο του Ουζούν Χασάν, του ηγεμόνα του Αζερμπαϊτζάν. Κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν και τώρα είναι έδρα σαντζακμπέη που υπάγεται στο Ερζερούμ. Το χας είναι 48.400 άσπρα, 2 ζιαμέτ και 425 τιμάρ, με 2.000 τζεμπελή πέρα από τα χίλια άτομα του στρατεύματος του πασά, που είναι όλοι Κούρδοι της φυλής Μαχμούντι. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Δεν υπάρχει σερντάρ, κεχαγιά-γερι, μουφτής ή νακίμπ, αλλά υπάρχει ντιζντάρ.

Μέγεθος και μορφή του κάστρου της Χουνούς

Απέχει απόσταση τριών [ημερησίων] ταξιδιών (αν περπατάτε γρήγορα) από το Ερζερούμ και είναι τετράγωνο, ισχυρά χτισμένο κάστρο, στο κέντρο ενός κομματιού ψηλού οροπεδίου, περιτριγυρισμένου από όλες τις πλευρές από ψηλά βουνά. Το ύψος του τείχους του κάστρου είναι δέκα πήχεις. Έχει περίμετρο 6.000 βήματα, με πύλη προς τα βόρεια. Στην ανατολική περιοχή του κάστρου υπάρχει καθαρή κρήνη. Κάτω από το κάστρο, στους πρόποδες του τείχους, υπάρχει σιδερένιο πλέγμα, το οποίο ανακόπτει το ρεύμα και διανέμει το νερό του στους κήπους. Η πύλη του κάστρου βρίσκεται κοντά σε αυτήν την πηγή. Υπάρχουν μέσα στο κάστρο διακόσια κουρδικά σπίτια και επτά τζαμιά, χάνι, λουτρό και μερικοί μικροί δρόμοι. Όλα τα σπίτια είναι καλυμμένα με χώμα και δεν φαίνονται τούβλα. Οι κάτοικοι είναι όλοι Μαχμουντί Κούρδοι, πλούσιοι σε αιγοπρόβατα. Κάθε χρόνο επισκέπτονται με τα γελάδια τους τα βουνά του Μπογιούκ-γκιόλ-γιαγλά. Εδώ ο μπεγκ του Μελαζγκέρτ, με την ιδιότητά του ως σαντζακμπέης του Ερζερούμ, ήρθε με 3.000 καλά οπλισμένους Μαχμουντί Κούρδους. Του απονεμήθηκε τιμητικός μανδύας, του δωρήθηκε ένα τσελένκ και πήρε την εμπροσθοφυλακή του στρατού. Ο Γαζή Σίντι Αχμέτ Πασάς, διοικώντας στρατό 53.000 ανδρών, με δώδεκα κανόνια και δύο πυροβόλα, κατεύθυνε την πορεία του από τη Χουνούς προς το Σούσικ, ενώ ο πασάς, ο κύριός μας, παρέμεινε με 1.200 άνδρες στην πεδιάδα της Χουνούς. Προχωρούσαμε τώρα προς τα ανατολικά, μέσω γκρεμών, για έξι ώρες, μέχρι που φτάσαμε στο Χασίκ, κουρδικό χωριό διακοσίων σπιτιών και εγώ, ο φτωχός Εβλία, προχώρησα με διακόσιους ιππείς στο κάστρο του Ζιγιαντίν, πέντε ώρες πιο πέρα. Είναι ισχυρό κάστρο στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν, χτισμένο από τους ηγεμόνες του ίδιου ονόματος. Είναι το σύνορο του σαντζακιού της Χουνούς. Τα κλειδιά του παραδόθηκαν στους Οθωμανούς μετά την κατάκτηση της Βαν και οι κάτοικοι απαλλάχθηκαν από κάθε εισφορά. Δεν υπάρχει σερντάρ και κεχαγιά-γερι. Υπάρχει τζαμί και εξακόσια σπίτια με επίπεδες στέγες και κάτω ορόφους μόνο, χάνι, λουτρό και σαράντα έως πενήντα καταστήματα. Οι κάτοικοι είναι γενναίοι και τίμιοι.

Περιγραφή του θερμού λουτρού

Μεταξύ του ποταμού Αράς, της λίμνης Βαν και του κάστρου του Άρτζες, βρίσκεται διάσημο ζεστό λουτρό, στην περιοχή του κάστρου Ζιγιαντίν. Είναι περίεργο γεγονός ότι οι πηγές αναβλύζουν σε πέντε ή έξι διαφορετικά μέρη. Σε μερικές από αυτές το νερό είναι κρύο σαν πάγος, σε άλλες βράζει σαν χυλός. Κάπου υπάρχει πηγή τόσο κρύα, που το χέρι δεν μπορεί να την αντέξει, ενώ κοντά της άλλη, στην οποία μαγειρεύονται αυγά και μπούτια προβάτου. Μόνο μία από αυτές τις θερμές πηγές καλύπτεται με τρούλο. Οι υπόλοιπες είναι εκτεθιμένες στον ανοιχτό αέρα. Καθεμιά είναι αρκετά μεγάλη, για να κινήσει μύλο. Τώρα στρίβαμε δυτικά, κατά μήκος των βουνών Σουντζάμπ-Αϊνί και φτάσαμε ύστερα από εννέα ώρες στο κάστρο Ατίκ, χτισμένο όπως το προηγούμενο, από τον Ζιγιαντίν, τον ηγεμόνα του Αζερμπαϊτζάν. Είναι τετράγωνο κάστρο πάνω σε βράχο.

Περιγραφή του κάστρου του Σούσεκ ή Σούσικ

Χτίστηκε από τον Ζιγιαντίν, τον γιο του σουλτάνου Χασάν και είναι τετράγωνο κάστρο, στην κορυφή ψηλού βράχου. Το στρατόπεδο στήθηκε σε απόσταση βολής από το κάστρο και η πολιορκία άρχισε αμέσως. Μόλις οι μουσουλμάνοι νικητές βγήκαν από τα χαρακώματα, πυροδοτήθηκαν όλα τα κανόνια από το κάστρο και εβδομήντα άνδρες έπεσαν στο έδαφος ως μάρτυρες. Ο διοικητής, ο Σίντι Αχμέτ Πασάς, προτρέποντας τους μπεγκ, μπεηλερμπέηδες και τους άλλους αξιωματικούς με γλυκά λόγια και δώρα και κάνοντας ο ίδιος όλες τις δυνατές προσπάθειες, έφερε τέσσερα κανόνια στα υψώματα απέναντι από την ανατολική πλευρά του κάστρου, τα οποία, όταν πυροδοτήθηκαν, σκότωσαν τον Τσεντάν Μπεγκ, τον ανιψιό του μπεγκ του κάστρου. Την ίδια στιγμή ξέσπασε μεγάλος θρήνος στο κάστρο και οι Οθωμανοί νικητές άρχισαν να ανεβαίνουν στα ρήγματα με σκάλες. Κοντολογής, η πολιορκία κράτησε εικοσιτέσσερις ώρες και την επόμενη μέρα οι σημαίες της ανακωχής τοποθετήθηκαν στις επάλξεις και όλοι οι Κούρδοι φώναζαν «Αμάν! Αμάν! Ω επίλεκτη οικογένεια του Οσμάν!»140 Ο διοικητής Σίντι Αχμέτ Πασάς, με τον πρώτη του συνταγματάρχη, πήγε στις πύλες του κάστρου, από το οποίο βγήκαν επτά Κούρδοι μπεγκ ως όμηροι. Είπαν: «Αυτή τη νύχτα ο Μουσταφά Μπεγκ, ο μπεγκ μας, λιποτάκτησε από το κάστρο και διέφυγε στις Πέρσες». Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς δεν έδωσε καμία αξία σε αυτήν την αναφορά και τους είπε να βρουν τον μπεγκ τους, αλλιώς θα τους έκοβαν τα χέρια τους σαν πόδια των προβάτων. Τους έδεσε, έβαλε επτακόσιους άνδρες μέσα στο κάστρο, κατάσχεσε όλα τα αγαθά που βρέθηκαν στο παλάτι του μπεγκ, αφόπλισε τους Κούρδους, μάζεψε 3.000 μουσκέτα και 6.000 σπαθιά και άλλα όπλα και έστειλε τα καλά νέα στον κύριό μου, τον Μοχάμεντ Πασά. Την ίδια μέρα η μωαμεθανική κραυγή (Αλλάχ) διακηρύχθηκε στο κάστρο. Δύο χιλιάδες μουσκέτα και πολλά κανόνια πυροδοτήθηκαν ως χαιρετισμός. Ολόκληρη η περιοχή του Σούσικ, μέχρι τα σύνορα της Περσίας, ρημάχτηκε και λεηλατήθηκε και οι μουσουλμάνοι νικητές πλούτισαν με τη λεία εκατό περίπου χιλιάδων προβάτων, βοδιών και μουλαριών. Άνδρες στάλθηκαν στο εσωτερικό της χώρας σε αναζήτηση του μπεγκ, αλλά βρήκαν μόνο έναν κατάσκοπο, του οποίου έσκισαν αμέσως τη μύτη και τα αυτιά, αλλά τη στιγμή που ο δήμιος ετοιμαζόταν να του κόψει το κεφάλι, ικέτευσε για το έλεος του πασά, λέγοντας ότι είχε να τον ενημερώσει για κάτι σημαντικό. Είπε ότι ο μπεγκ του Σούσικ είχε πέσει στα χέρια του Πέρση χαν του Μέκου [Μάκου] και ήταν φυλακισμένος εκεί. Οι Μπάκι Πασάς, Κατγκάτζ Πασάς και Ντιλαβέρ Πασάς, με τον μπεγκ του Μελαζγκέρτ Μοχάμεντ Μπεγκ και 3.000 άνδρες, πήραν εντολή να αναζητήσουν τον μπεγκ του Σούσικ στο κάστρο του Μέκου. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, συμμετείχα επίσης στην αποστολή. Βαδίσαμε στο Μινβάλντερε ανάμεσα στα βουνά και ύστερα από οκτώ ώρες φτάσαμε στον τάφο του Ταμούρας Χαν, Πέρση που σκοτώθηκε στον πόλεμο του Τσιγάλε Ζάντε και θάφτηκε σε αυτό το σημείο. Εδώ υπάρχουν διακόσια αρμένικα σπίτια, τα οποία πληρώνουν φόρο υποτέλειας στον μπεγκ του Σούσικ και στους Πέρσες. Προχωρήσαμε για επτά ώρες μέσα από δασώδη χώρα και για άλλες δύο μέσα από ανθισμένα χωράφια και φτάσαμε στο κάστρο Μέκου, χτισμένο από τον Νουσιρβάν. Οι Κούρδοι υποτάχθηκαν στον Σουλεϊμάν, ο οποίος έκανε δώρο αυτό το κάστρο στον μπεγκ της φυλής των Μαχμουντί. Οι Πέρσες τους το πήραν και τώρα είναι υποτελές στον κυβερνήτη του Μελαζγκέρτ. Την εποχή του μεγάλου βεζίρη του σουλτάνου Μουράτ Δ’, ο Καρά Μουσταφά Πασάς, μετά την κατάκτηση της Βαγδάτης, πήγε στο Ντέρνε και στο Ντέρτενγκ, προκειμένου να διευθετήσει τη μεθόριο. Ο κύριός μου Μελέκ Αχμέτ Πασάς, ο ευγενικός προστάτης μου, ήταν τότε κυβερνήτης του Ντιαρμπέκρ και ορίστηκε μέλος αυτής της επιτροπής για τον καθορισμό των συνόρων και την ανανέωση της ειρήνης. Οι Οθωμανοί είχαν καταστρέψει το κάστρο του Ζάλιμ, στην επαρχία Σεχρζόλ και οι Πέρσες εκείνο του Κοτούρ, στην επαρχία Βαν. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν επίσης το Μέκου και μετέφεραν τον μπεγκ και τη φρουρά στο Μελαζγκέρτ. Με πρόσχημα την εξέγερση του μπεγκ του Σούσικ, οι Πέρσες κατέλαβαν το Μέκου, το οποίο είναι φρούριο, όπως τα κάστρα των Βαν, Μαρντίν, Σούμπιν Καρά, Αφιόν Καραχισάρ, Αντίλ Τζιβάς, Τοκάτ και Αμάσειας.

Μέγεθος και μορφή του Μέκου141

Βρίσκεται σε ψηλό και απότομο βράχο, η βάση του οποίου είναι λεπτή και στενή και υψώνεται στον ουρανό, όντας απρόσιτο από όλες τις πλευρές. Υπάρχει μόνο μία πύλη, στην οποία ανεβαίνει κανείς από μικρή σκάλα κομμένη στον βράχο, σαν ν’ ανεβαίνει σε μιναρέ. Επτακόσια σπίτια παρέχουν καταλύματα σε δύο χιλιάδες τυφεκιοφόρους του Μαζεντεράν, υπό την ηγεσία σουλτάνου (μπεγκ) που υπάγεται στον χαν (πασά, κυβερνήτη) του Ερεβάν. Η κρεμαστή γέφυρα, που οδηγεί πάνω από τον ποταμό στο κάστρο, σηκώνεται κάθε βράδυ και έτσι απομονώνεται εντελώς. Το νερό το ανεβάζουν με σχοινιά μήκους εκατό πήχεων. Ο χαν κατέβηκε με χίλιους υπηρέτες του (ντίζτσοκεν τουλουνκί) και πρόσφερε μεγάλη ψυχαγωγία στον Μπάκι Πασά, ο οποίος, μετά το δείπνο, ζήτησε να του παραδοθεί ο μπεγκ του Σούσικ. Αυτό έγινε ανάλογα και οδηγήθηκε στον Σίντι Αχμέτ Πασά, ο οποίος ήρθε την έβδομη ημέρα στη Χουνούς και τον παρέδωσε στον Μοχάμεντ Πασά, τον κυβερνήτη του Ερζερούμ, ο οποίος του χάρισε τη ζωή, αλλά τον έβαλε στη φυλακή. Πάρθηκαν από αυτόν 40.000 πρόβατα, σαράντα άλογα, δεκαεπτά αρμαθιές μουλάρια, είκοσι Γεωργιανοί σκλάβοι και πενήντα πουγγιά. Στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος, αλλά το κάστρο του δόθηκε στον Μοχάμεντ, τον μπεγκ του Μελαζγκέρτ, ο οποίος έδωσε είκοσι πουγγιά, είκοσι αρμαθιές μουλάρια, μεγάλος αριθμό γούνες και δέρματα λύγκα και λεοπάρδαλης. Οι μουσουλμάνοι νικητές επέστρεψαν ασφαλείς και με τη λεία τους στο Ερζερούμ. Την ίδια μέρα, ύστερα από επτά ώρες, φτάσαμε στο χωριό Αλατζαλάρ. Βρίσκεται στα σύνορα του Αράς, υπό τη διοίκηση του κάστρου του Βαγιαζήτ και αποτελείται από τριακόσια αρμενικά σπίτια. Εδώ ο ευγενικός μας κύριος πρόσφερε μεγάλη ψυχαγωγία στους Πέρσες απεσταλμένους των χαν του Ερεβάν, του Ναχσιβάν και της Ταμπρίζ και έδωσε σε καθέναν από αυτούς γράμματα φιλίας, μαζί με δυο αραβικά άλογα, χάντρες κοραλλιών, τόξο και βέλη, καθώς και γενουάτικα και ενετικά υφάσματα. Τους είπε στην ομιλία του, ότι για να ικανοποιήσει τον χαν του Ερεβάν είχε περιορίσει τον μπεγκ του Σούσικ, αλλά ότι έλπιζε τώρα ότι οι Πέρσες από την πλευρά τους θα εκπληρώσουν με την ίδια πιστότητα τους όρους της ειρήνης και έτσι θα εκκένωναν το κάστρο του Σούσικ και θα το έδιναν πίσω στους Οθωμανούς, καθώς και ότι, αν δεν το έκαναν, ο ίδιος ως στρατιωτικός διοικητής θα κατέστρεφε τις περιοχές του Ερεβάν και του Ναχσιβάν. Οι τρεις απεσταλμένοι φίλησαν το έδαφος και τους απένειμαν περσικά πανωφόρια από σαμούρι. Ο Κελαρτζή Βελή Αγάς στάλθηκε με τον έναν απεσταλμένο στο Ερεβάν. Ο Αλατζά Ατλή Χασάν με τον δεύτερο στο Ναχσιβάν και εγώ ο φτωχός Εβλία, με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Τελωνείου, ορίστηκα να πάω με γράμματα και δώρα, μαζί με τον τρίτο απεσταλμένο στην Ταμπρίζ, για να τακτοποιήσω τις εμπορικές υποθέσεις. Πήρα μαζί μου δύο άλογα πλούσια ντυμένα για τον χαν, μαντήλια, μαργαριταρένιες χάντρες και μια υπέροχη φαρέτρα. Πήρα ο ίδιος, ξεκινώντας το ταξίδι μου, ένα πουγγί με χρήματα και τιμητικό μανδύα, ενώ με συνόδευαν δέκα υπάλληλοι και δέκα άνδρες με όλα τα όπλα, συνολικά σαρανταπέντε άνδρες. Πήρα την άδεια από τον πασά και ξεκίνησα, εμπιστευόμενος τον Κύριο, για το Ναχσιβάν και το Ερεβάν.

Περιγραφή του ταξιδιού μας κατά μήκος του Αράς προς Περσία

Την πρώτη ημέρα ταξιδέψαμε για διάστημα οκτώ ωρών κατά μήκος του Αράς προς τα ανατολικά και φτάσαμε στο χωριό Γιαγλατζάκ, εν μέρει αρμενικό και εν μέρει μουσουλμανικό, που υπάγεται στο κάστρο του Ανέκ. Πιο ανατολικά φτάσαμε στο Μπαρούτ Χανε που ανήκει στο κάστρο Σούσικ, αποτελούμενο από τριακόσια σπίτια. Εδώ παράγεται ποτάσα. Δεκαέξι ώρες πιο πέρα είναι ο σταθμός του Κεντούς Κία, στις όχθες χειμάρρου που ονομάζεται Όχντερε. Στήσαμε τις σκηνές μας εδώ σε ανθισμένο λιβάδι ανάμεσα σε στρώματα τουλίπας. Δώδεκα ώρες πιο πέρα είναι ο σταθμός Τσάγλα Γούρνα. Οι κάτοικοι είναι Κούρδοι. Είδαμε το κάστρο Σούσικ, στα αριστερά μας σε ψηλούς βράχους και μας χαιρέτησαν με επτά κανονιοβολισμούς. Ο νέος μπεγκ μας έστειλε επίσης ποσότητα προμηθειών. Εδώ αποχωριστήκαμε τον Κασίμ χαν, τον απεσταλμένο του Ερεβάν, ο οποίος πήγε αριστερά, ενώ εγώ, ο φτωχός Εβλία, πήρα τον δρόμο δεξιά προς Ναχσιβάν. Αφού διανύσαμε δεκατρείς ώρες μέσω ορεινού δρόμου, φτάσαμε στο Καρίς, την πρώτη πόλη στην Περσία. Χτίστηκε από τον Σαχ Ρουχ, τον γιο του Τιμούρ και στη συνέχεια πέρασε στην εξουσία του Ουζούν Χασάν, του ηγεμόνα του Αζερμπαϊτζάν. Το κάστρο του βρίσκεται σε ψηλή κορυφή, είναι τετράγωνο και χτισμένο από πέτρα, κομψό αλλά ισχυρό φρούριο, φρουρούμενο από χίλιους ντίζτσοκεν τουλουνκί. Μας χαιρέτησαν, αντίθετα από τις επιθυμίες μας, ρίχνοντας δεκαοκτώ κανονιοβολισμούς, ο κρότος των οποίων αντηχούσε στους γειτονικούς λόφους. Στρατοπεδεύσαμε στους πρόποδες του κάστρου και επισκεφτήκαμε την πόλη στον ελεύθερο χρόνο μας. Παλαιότερα ήταν μεγάλη πόλη, αλλά τώρα είναι ερειπωμένη, ως συνέπεια της λεηλασίας που υπέστη κατά την εποχή της εκστρατείας στο Ερεβάν από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’, όταν τα στρατεύματα του Ερζερούμ, της Αχίσκα και του Καρς επαναστάτησαν και λεηλάτησαν αυτή την πόλη του Καρίς. Υπάρχουν επτά τζαμιά με μιναρέδες, τρία λουτρά και κήποι και αμπέλια σε αφθονία. Η πόλη βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Καρίς, ο οποίος πηγάζει από το όρος Σουκούν και χύνεται στον Αράς. Ο αγάς του κάστρου με κάλεσε με τον απεσταλμένο σε γιορτή και τα άλογά μας με δυσκολία ανέβηκαν στο κάστρο σε μισή ώρα. Ο αγάς της φρουράς, ντυμένος με περίεργο τρόπο, μας καλωσόρισε προσκαλώντας μας στο σπίτι του, απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει όμορφη θέα. Μας φίλεψε έντεκα είδη πιλαφιού και πολλά άλλα καλά πιάτα. Έδωσε, σε μένα, στον απεσταλμένο και στον Αλατζά Ατλή Χασάν δέρματα λεοπάρδαλης και μας έστειλε, όταν επιστρέψαμε στις σκηνές μας, δώρο πενήντα πρόβατα, χίλια καρβέλια λευκό ψωμί και επτά έως οκτώ φορτία μουλαριού νόστιμα φρούτα, με πολλών ειδών σερμπέτια. Γιορτάσαμε τη μεγάλη γιορτή (μπαϊράμ) εδώ, μείναμε μια-δυό ημέρες και στη συνέχεια μας ψυχαγώγησαν με πλούσιο δείπνο σε κήπο. Επιστρέφοντας από τον κήπο, ρίξαμε μια ματιά στο εξωτερικό του τζαμιού του Εβχάντ Αλλάχ. Είναι ασύγκριτο τζαμί με καλών αναλογιών μιναρέ. Κοντά του βρίσκεται το λουτρό του Τατζουντίν Μουνσί και επτά χάνια. Οι όμορφες γυναίκες του τόπου έχουν τόσο ωραία και λαμπερά μάτια, που μια ματιά από αυτά χαροποιεί την καρδιά περισσότερο από χίλιες από άλλα. Το επόμενο πρωί τριακόσιοι Πέρσες ιππείς ενώθηκαν μαζί μας και μας συνόδευαν στον δρόμο μας, ο οποίος περνούσε μέσα από ορεινή περιοχή, δεκατρείς ώρες προς τα ανατολικά, μέχρι τον σταθμό του χωριού του κεντ Μασίρ. Το κεντ είναι περσική λέξη που σημαίνει το ίδιο με την τουρκική κασαμπά (μικρή πόλη). Βρίσκεται στην άκρη του όρους Μασίρ και αποτελείται από χίλια σπίτια με χωμάτινες στέγες, περιτριγυρισμένα από κήπους, επτά τζαμιά, τρία λουτρά και τριακόσια καταστήματα. Είναι η έδρα κελεντέρ (προκρίτου) που υπάγεται στο Ερεβάν. Προχωρήσαμε δεκατέσσερις ώρες μέχρι το κεντ Ζουχ χαν, στα σύνορα του Ναχσιβάν που ανήκει στο χας του. Είναι ευημερούσα μικρή πόλη. Εδώ πήραμε δύο αγόρια περσικής καταγωγής, που μας ενθουσίασαν με τα τραγούδια τους. Προχωρούσαμε τώρα για επτά ώρες μέσα από μεγάλη κοιλάδα, όπου βλέπαμε τεράστια δένδρα, μέχρι το Ουτς Κιλίσε [Üçkilise, τώρα Taşteker]. Στην κορυφή ενός βουνού υπάρχουν τρία μεγάλα μοναστήρια, σε καθένα από τα οποία φιλοξενούνται εκατό ιερείς και μοναχοί. Καλοί νέοι εξυπηρετούν τους ξένους που εκτρέπονται εδώ. Το ένα από αυτά τα τρία μοναστήρια χτίστηκε από τον Νουρσιρβάν, το δεύτερο από τον Έλληνα αυτοκράτορα και το τρίτο από Αρμένια κυρία, στο οποίο διαμένουν τώρα περισσότερες από πεντακόσιες καλόγριες, οι οποίες δεν τρώνε παρά μόνο ξερές ρίζες, αλλά σερβίρουν γάλα, χουρμάδες και γλυκά142 σε ξένους και φροντίζουν τα αγαθά και τα άλογά τους. Αυτά τα τρία αρμενικά μοναστήρια είναι διάσημα σε όλους τους χριστιανούς και επομένως είναι καλά προικισμένα. Σε καθένα από αυτά υπάρχουν πέντε έως δέκα υπεύθυνοι για τους φιλοξενούμενους και σαράντα έως πενήντα μάγειρες. Ο ηγούμενος αυτών των μοναστηριών πρόσφερε σε μένα και στους απεσταλμένους μεγάλη ψυχαγωγία καθώς και δώρα μετά το δείπνο.

Περίεργα του Ουτς Κιλίσε

Στο μεγάλο μοναστήρι που χτίστηκε από τον Νουρσιρβάν συγκεντρώνονται κάθε χρόνο σαράντα ή πενήντα χιλιάδες άπιστοι από όλες τις χώρες του Χριστιανισμού, για να γίνουν μάρτυρες της πανηγυρίας ενός παλιού χαλιού που απλώνεται στην κορυφή του βουνού. Μαζεύουν όλα τα χρήσιμα και φαρμακευτικά βότανα που φυτρώνουν σε αυτά τα βουνά και τα ρίχνουν σε τσουκάλι που βράζει, το οποίο στέκεται πάνω σε αυτό το χαλί. Αυτά τα βότανα μένουν και βράζουν περισσότερο από μία ώρα μέσα στο τσουκάλι, πάνω στο χαλί, το οποίο δεν παθαίνει ζημιά, προς μεγάλη έκπληξη πολλών χιλιάδων θεατών. Στη συνέχεια τα βότανα διανέμονται στους ανθρώπους, μερικοί από τους οποίους τα παίρνουν στις χώρες τους, ενώ άλλοι τα τρώνε επί τόπου. Μίλησα με τους μοναχούς για αυτό, οι οποίοι με διαβεβαίωσαν ότι το χαλί ήταν το ίδιο πάνω στο οποίο έπεσε ο Ιησούς όταν βγήκε από τη μήτρα της Μαρίας. Όταν κλείστηκε σε σπηλιά με τους δώδεκα μαθητές του από φόβο για τους Ισραηλίτες, μαγείρεψαν τα βότανά τους πάνω σε αυτό το χαλί, τα οποία, ως απόδειξη της θαυμαστής δύναμης του Ιησού, επανέφεραν στη ζωή έναν νεκρό άνθρωπο. Είναι το ίδιο χαλί, πάνω στο οποίο ο Ιησούς παρέθεσε δείπνο στους Ισραηλίτες. Στη συνέχεια, το χαλί πέρασε στα χέρια του Νουρσιρβάν, ο οποίος, όταν έχτιζε το μοναστήρι, το έδωσε σε αυτό ως κληροδότημα. Όταν ο σουλτάνος Σουλεϊμάν πήγαινε στην πολιορκία του Ερεβάν, έκανε διπλή προσευχή πάνω σε αυτό το χαλί. Δεν είναι ούτε από βαμβάκι ούτε από μετάξι, αλλά ποικιλόχρωμο και πολύ βαρύ. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, είμαι της άποψης ότι είναι από αμίαντο, πέτρα που βρίσκεται στο νησί της Κύπρου και την οποία επεξεργάζονται σε λινό και χαρτί, μαντήλια, πουκάμισα κ.λπ., τα οποία φέρνουν ως δώρα στους μεγάλους άνδρες της Κωνσταντινούπολης. Ο σουλτάνος Μουράτ είπε στην αδελφή του, την Κία Σουλτάν (Κία σημαίνει βράχος), την κυρία του ευγενούς κυρίου μου Μελέκ Αχμέτ Πασά. «Κυρία Βράχου! Καθώς το όνομά σου είναι βραχώδες, θα σου δώσω ένα πουκάμισο από πέτρα». Και πραγματικά της έδωσε πουκάμισο, το οποίο, όταν ήταν βρώμικο, καθαριζόταν ρίχνοντάς το στη φωτιά. Οι μεγάλοι άνδρες έχουν άφθονα λινά αμιάντου. Ο λοχαγός Χασάμ-Ζάντε μου έδωσε ένα τέτοιο μαντήλι, το οποίο έχοντας λερωθεί, παρουσία του Μελέκ Πασά το έριξα στη φωτιά και έγινε καθαρό σαν λευκό τριαντάφυλλο. Ο Θεός ξέρει αν αυτό το χαλί δεν είναι επίσης φτιαγμένο από αυτή την κυπριακή πέτρα.

Αφήσαμε το Ουτς Κιλίσε και περάσαμε προς τα ανατολικά μέσα από καλλιεργημένα χωράφια και πυκνοκατοικημένα χωριά, έτσι ώστε να μη βλέπουμε ούτε πήχη που να μην είναι παραγωγικός ή καλλιεργούμενος και φτάσαμε ύστερα από οκτώ ώρες πορείας σε καλά καλλιεργούμενο χωριό, στην άκρη του όρους Σοκούν, σαν μικρή πόλη. Μετρήσαμε τουλάχιστον έντεκα μιναρέδες, αλλά όπως ήμουν αδιάθετος, δεν το εξέτασα καλά.

Προσκύνημα στον τάφο του Μοχάμεντ Σαχ

Είναι μεγάλο μοναστήρι μπεκτασήδων. Περισσότεροι από τριακόσιους ήρθαν να μας καλωσορίσουν χτυπώντας τύμπανα και ανεμίζοντας λάβαρα. Ένα πλήθος φουκαράδων, όλοι σε αγαλλίαση θείας αγάπης, με τις προσευχές των οποίων αποκαταστάθηκε η υγεία μου. Την επόμενη μέρα διασχίζαμε μια πεδιάδα επί δεκατρείς ώρες και σταματήσαμε τρεις φορές σε αυτήν. Στο νότιο άκρο της εν λόγω πεδιάδας στήσαμε τις σκηνές μας στην όχθη του μεγάλου ποταμού Ζένγκι, όπου οι άνθρωποι όλων των κεντ της περιοχής, συρρέοντας, μας έφεραν άφθονες προμήθειες ως δώρα, έτσι ώστε οι υπηρέτες μας γλεντούσαν σαν να υπήρχαν πολλά Μαντί Καρμπ και τα άλογά μας γλεντούσαν με τριφύλλι και άλλα πλούσια βότανα, με αποτέλεσμα μα φουσκώσουν οι κοιλιές τους σαν ασκιά κρασιού. Ο ποταμός Ζένγκι πηγάζει στα νότια από τα βουνά της Χαράν, ρέει προς βορρά, εφοδιάζει με νερό πολλές χιλιάδες κεντ και στη συνέχεια ενώνεται με τον Αράς, ο οποίος, πέφτοντας στον Κουρ (Κύρο), χύνεται στην Κασπία Θάλασσα. Συνεχίσαμε το ταξίδι μας κυνηγώντας λαγούς και φτάσαμε στο τέλος δέκα ωρών στο κεντ Σιντρεγί, βακούφι του Ιμάμ Ριζά στο έδαφος του Ναχσιβάν. Πρόκειται για ακμάζον κεντ με χίλια περίπου σπίτια που περιβάλλονται από κήπους. Οι κάτοικοι είναι όλοι Σιίτες. Η θερμή πηγή του Σιντρεγί είναι έξω από την πόλη, κοντά στα αμπέλια. Αυτή η θερμή πηγή καλύπτεται με μεγάλο τρούλο και στη μεγάλη δεξαμενή Πέρσες νεαροί κολυμπούν σαν ασημόψαρα. Διασκεδάζουν με ευθυμία στο νερό και τραγουδούν με μελωδικές φωνές. Δεκατέσσερις ώρες πιο πέρα προς τα ανατολικά φτάσαμε στο Ζαβιεΐ Αχμέτ Μπεγκ, που αποτελείται από πεντακόσια σπίτια, στο έδαφος του Ναχσιβάν. Εδώ υπάρχουν τρία τζαμιά, ένα από τα οποία χτίστηκε από τον Ζαλ Πασαζάντε Αχμέτ, όταν ήταν κυβερνήτης του Ναχσιβάν, στο ύφος των τζαμιών της Κωνσταντινούπολης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Πέρσες ονομάζεται αυτό το κεντ (δήμο) κελλί (ζάβιε) του Αχμέτ Πασά. Ολόκληρη η περιοχή έχει δημευτεί για την προικοδότηση του τζαμιού. Κατά τη διάρκεια δεκαέξι ωρών περάσαμε μέσα από πολλά καλλιεργούμενα κεντ (δήμους) μέχρι να φτάσουμε στη μεγάλη πόλη Καραμπαγλάρ [Garabaghlar], που αρχικά χτίστηκε από τον Μενούτσερ. Είναι έδρα σουλτάνου (μπεγκ) στο έδαφος του Ναχσιβάν. Την απέσπασαν από τους Οθωμανούς οι Πέρσες στην εποχή του Μωάμεθ Γ’ και καταστράφηκε από τον στρατό του σουλτάνου Μουράτ Δ’, έτσι ώστε τώρα υπάρχουν μόνο ερείπια για να δει κανείς. Ο Τιμούρ ξεχειμώνιασε σε απόλυτη ησυχία στο Καραμπαγλάρ. Ο Σουλεϊμάν Χαν και άλλοι στρατιωτικοί διοικητές στάθμευαν εδώ σε διαφορετικές χρονικές στιγμές για πέντε ή έξι μήνες με τη μεγαλύτερη αφθονία. Αυτό το μέρος αναρρώνει τώρα από το χάος που προκάλεσε ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, αλλά σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάστασή του, δεν είναι ούτε άτομο στον ήλιο, ούτε σταγόνα στον ωκεανό. Οι υπηρέτες μας μέτρησαν σαράντα μιναρέδες, ενώ σύμφωνα με την έκθεση του μιχμαντάρ μας, αποτελείται από 10.000 σπίτια με κήπους και αμπελώνες και εβδομήντα τζαμιά (σαράντα εκ των οποίων έχουν μιναρέδες), μεγάλο αριθμό από χάνια, λουτρά και αγορές. Η ηπιότητα του αέρα συμβάλλει στην ομορφιά των κατοίκων. Την ποικιλία των φρούτων που αφθονούν εδώ, δεν μπορεί να συναντήσει κανείς πουθενά αλλού. Κάνοντας βόλτα με τον απεσταλμένο σε έναν κήπο, ο κηπουρός μας έφερε εικοσιέξι διαφορετικά είδη αχλαδιών, όπου τα καλύτερα είναι τα μελέτζε, αμπασί, ορντουμπάι, τα οποία, όταν τρώγονται, κατακλύζουν το στόμα και τα χέρια με πλούσιο χυμό, σαν ζελέ ή σιρόπι. Υπάρχουν επίσης ρόδια χρώματος ρουμπινί. Στα καθαρά μαγειρεία βρίσκεις πιλάφι του Ερεβάν, με εξαιρετικό χερίσε (φρικασέ). Οι μάγειρες είναι εξαιρετικά καθαροί, επειδή είναι όλοι μουσουλμάνοι και σε ολόκληρη την Περσία φαγώσιμα δεν πωλούνται ποτέ από Αρμένιους και Έλληνες. Μάλιστα δεν υπάρχουν καθόλου Έλληνες στην Περσία, εκτός από μερικούς ταξιδεύοντες εμπόρους, αλλά υπάρχουν πάρα πολλοί Σιίτες και Εβραίοι, που είναι της αίρεσης των Τεμπεραϊτών και Καραϊτών. Υπάρχουν επίσης Μουλχάντ (ασεβείς), Ζιντίκ, (άθεοι), Τζαφερίτες, Τζεμπερίτες, Καντρίτες, Χουρουφίτες, Ζιμινίτες και άλλοι τέτοιοι αιρετικοί.

Αφού πήραμε καλή θέα των κήπων στο Καραμπαγλάρ, αναχωρήσαμε και σε επτά ώρες φτάσαμε στο φρούριο του Ναχσιβάν [Nakhchivan], το οποίο από ορισμένους γράφεται Ναχτζιβάν (το καλλυντικό νερό σε όλες τις πόλεις του Ιράν). Είναι έδρα χαν (που αντιστοιχεί στον τουρκικό πασά) στα σύνορα του Αζερμπαϊτζάν και του Αβτζάν. Αξιωματούχοι του είναι οι ιτιμάντ-ουντ-ντεβλέτ (υπουργός), κελεντέρ (προεστός, στα τουρκικά σούμπασης), μουνσί (γραμματέας, διαφορετικά κιατίμπ), νταρόγα, αγάς των ντίζτσοκεν (στρατιωτών) δικαστής και μουφτής. Χτίστηκε αρχικά από τον Σαχ Εφρασιάμπ και δείχνονται οι θόλοι όπου λέγεται ότι είχαν ταφεί οι πρόγονοί του. Στην εποχή τους ήταν εξαιρετικά πυκνοκατοικημένο και καλλιεργούμενο. Ύστερα λεηλατήθηκε από τους Μογγόλους, που ισοπέδωσαν το κάστρο με το χώμα. Ο Σαχ Ισμαήλ το ανοικοδόμησε και κατά τη βασιλεία του Μωάμεθ Γ’ ανέλαβε την κατοχή του ο Ζουλτακάρ Χαν, ενώ κατακτήθηκε και πάλι την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’ από τον Ταμπάν Γιασί Μοχάμεντ Πασά. Αυτή είναι η κατάσταση του κόσμου, όπου τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο, αλλά χάνεται κάθε πράγμα, εκτός από το πρόσωπό Του (του Θεού). Μετά την κατάκτηση του σουλτάνου Μουράτ αποτελούνταν από 12.000 σπίτια με επίπεδες στέγες, εβδομήντα τζαμιά, σαράντα μεστζίντ, είκοσι χάνια, επτά λουτρά και χίλια καταστήματα. Ο αέρας είναι ήπιος, αλλά καθώς έχει λίγους κήπους, δεν έχει επίσης παρά λίγα φρούτα, ενώ ένα από τα καλύτερα προϊόντα του είναι το βαμβάκι επτά χρωμάτων, μαύρο, κίτρινο, ρουμπινί και το καθαρότερο λευκό. Το καλαμπόκι και το σιτάρι του Ναχσιβάν φημίζονται παντού. Πάνω απ’ όλα, αξίζει να επαινεθούν τα ζωγραφισμένα λινά και τα τσιτ (εμπριμέ). Το κριθάρι του είναι τόσο πλούσιο, που αν ένα άλογο φάει τέσσερις κόκκους του, χορταίνει. Οι κήποι του είναι αποθετήρια πεπονιών και καρπουζιών. Η νεολαία είναι όλοι όμορφοι και άσπροι, λόγω του εξαιρετικού αέρα, φορούν το περσικό τουρμπάνι, το τατζ και μανδύες από ζωγραφισμένο βαμβάκι και τσιτ (εμπριμέ), βράκες διαφόρων χρωμάτων και πράσινα, κόκκινα και πορτοκαλί παπούς. Οι γυναίκες φορούν μυτερά καπέλα στα οποία τυλίγουν λευκή μουσελίνα και μπότες σε διάφορα χρώματα. Οι μοντέρνοι νέοι άνδρες φορούν πανωφόρια του Ισφαχάν και περπατούν με μεγάλη λαμπρότητα και αξιοπρέπεια, αλλά είναι εντελώς δεμένοι με τις γυναίκες. Οι άνθρωποι προσποιούνται ότι ανήκουν στο ορθόδοξο δόγμα των Σάφι, αν και είναι Πέρσες, αλλά αυτό είναι βρώμικο ψέμα. Είναι Τζαφερίτες, ο οποίοι όμως διατηρούν τις κανονικές ώρες προσευχής πέντε φορές την ημέρα, αλλά ποτέ ομαδικά. Έχουν μερικά πολύ ωραία τζαμιά, καθένα από τα οποία μπορεί να συγκριθεί με την Εδέμ. Είναι επενδεδυμένα με ζωγραφισμένη κεραμική, ενώ σε μερικά οι τρούλοι καλύπτονται με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν τριαντατρείς μιναρέδες στο ύφος εκείνων της Κωνσταντινούπολης. Εκείνος του Αχμέτ Πασά μοιάζει ακριβώς με εκείνον του Ροστάν Πασά στην Κωνσταντινούπολη. Το λουτρό του Τζενάνι είναι πολύ ευχάριστο. Οι τοίχοι είναι επενδεδυμένοι με πορσελάνη και το δάπεδο είναι πλακόστρωτο. Οι συνοδοί είναι νέοι με μαύρα μάτια από το Χότεν, των οποίων τα σώματα, σαν από λευκό κρύσταλλο, έρχονται σε αντίθεση με τις σκούρες μπλε ποδιές τους. Κοντά στο σπίτι όπου καταλύσαμε, ως φιλοξενούμενοι, είναι το λουτρό του Ζαλ Πασά, το οποίο είναι επίσης λουτρό που μαγεύει την ψυχή, λόγω του υπέροχου νερού του και των εξαιρετικών συνοδών. Οι τοίχοι είναι επενδεδυμένοι με πορσελάνη και το πάτωμα στρωμένο με ίασπη, μάρμαρο και γρανίτη διαφόρων αποχρώσεων. Στη μεγάλη τετράγωνη λεκάνη πλευράς δέκα ποδιών, που βρίσκεται κάτω από τον θόλο, οι νέοι άνθρωποι κολυμπούν σαν άγγελοι της θάλασσας. Ο φύλακας του λουτρού ρίχνει κάθε μέρα στη λεκάνη ένα καλάθι ροδοπέταλα, τα οποία, κολλώντας πάνω στα σώματα των λουόμενων, φτιάχνουν ένα είδος πέπλου που είναι πολύ θελκτικό. Έτσι αθλούνται και παίζουν σαν παγώνια και περιστέρια, με τη γύμνια τους να καλύπτεται από ροδοπέταλα. Με λίγα λόγια αυτό το λουτρό είναι τόσο ευχάριστο, που δεν θα μπορούσαν να το επαινέσουν επαρκώς ποιητές όπως ο Χασάν και ο Σελμάν. Πώς άραγε θα μπορούσα λοιπόν να το κατορθώσω εγώ, ο φτωχός Εβλία;

Στην αγορά είναι εγκατεστημένοι πλούσιοι έμποροι, οι οποίοι συναλλάσσονται από στεριά και θάλασσα και καθένας από τους οποίους είναι τόσο πλούσιος, όσο ο Χαρούν. Οι κάτοικοι είναι όλοι παραδομένοι στην ευχαρίστηση και περνούν μέρος της κάθε ημέρας τους ο ένας στους κήπους του άλλου. Ο χαν του Ναχσιβάν, ο Ρίσα-ουντ-ντίν, όταν μας συνάντησε, μας πήγε κατευθείαν σε έναν από τους κήπους του, όπου διάβασε τα γράμματά μας στους κύριους άνδρες του Ναχσιβάν και μας ψυχαγώγησε, με συμμετοχή τόσο πολλών τραγουδιστών και μουσικών, που ήταν αντάξια της γιορτής του Χουσεΐν Μπικάρα. Ο χαν, πρόσωπο μεγάλης φήμης, ήταν ο ταμίας του σουλτάνου Σίφι, ο οποίος είχε παραδώσει το κάστρο της Βαγδάτης στον σουλτάνο Μουράτ. Ήταν άνθρωπος με μεγάλη οξύνοια, γεωργιανής καταγωγής και το όνομά του ήταν Ντεβλέτ Μουράτ Χαν. Μετά το δείπνο έδωσε στον Αλατζά Ατλή Χασάν, που ερχόταν ως απεσταλμένος από τον πασά, καθώς και σε μένα, λαμπρούς τιμητικούς μανδύες, δέκα τομάν αμπασί και ένα άλογο, απονέμοντας και στον δικό του απεσταλμένο ένα καφτάνι. Έχει σαράντα έως πενήντα ευχάριστους συντρόφους που διαπρέπουν σε διάφορες τέχνες. Οι κάτοικοι αυτής της πόλης μιλούν γενικά τη διάλεκτο ντιχάνι, ή των αγροτών, αλλά έχουν ποιητές που μιλούν τις γλώσσες Πεχλεβί και Μογγόλων με κομψότητα. Οι γλώσσες που ομιλούνται εδώ είναι τα ντιχάνι ή τραχιά περσικά, τα ντερί ή γλώσσα της αυλής, τα φαρσί ή καθαρά αλλά λιγότερο κομψά περσικά, τα γαζί και τα πεχλεβί, που είναι δύο αρχαίες διάλεκτοι.

Στον σχολιασμό του Ντιλεμί, αναφέρεται ότι ο Προφήτης ρώτησε τον Μιχαήλ «αν ο Θεός είπε ποτέ κάτι στα περσικά». Και ο Μιχαήλ απάντησε, «ναι, υπήρχαν κάποια αποσπάσματα στα βιβλία που έλαβε ο Αβραάμ από τον Παράδεισο». Και ο Προφήτης απάντησε, «όποιος γελοιοποιεί τη διάλεκτο των γαζήδων, είναι άπιστος».

Οι Τουρκομάνοι, Γκοκντουλάκ και Μογγόλοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στις διάφορες περιοχές, μιλούν πάλι άλλες διαλέκτους. Όλες αυτές τις περιοχές υπερασπίζονται ισχυρά κάστρα, από μερικά από τα οποία πέρασα με κυνηγετικές παρέες, χωρίς να έχω την άνεση να τα εξετάσω σωστά. Τα ονόματα αυτών των κάστρων είναι: Αλάντζακ Βαν, που χτίστηκε από τον μουλά Κοτμπουντίν, Σεράν, Σερσού και Σεμαραβάν, που κατασκευάστηκε από τον Μερβάν Ιμπν-αλ-χιμάρ. Τα ονόματα των περσικών πόλεων έχουν σχεδόν όλα τις εξής καταλήξεις: Στην χώρα των Τατάρων τα κάστρα ονομάζονται Τσερκές Κερμάν, Κιρές Κερμάν, Σαχίν Κερμάν, Ιρμπάτ Κερμάν, Ιν Κερμάν, Γαζή Κερμάν, Ουζί Κερμάν και Ακ Κερμάν. Τα ονόματα των φρουρίων της Πολωνίας είναι Καμάνιτζα (Κάμινιουκ) και Αλούντζισα. Τα ονόματα των φρουρίων στην Τρανσυλβανία καταλήγουν σε άρ, όπως Σακμάρ, Σακσβάρ, Οϊβάρ, κ.λπ. Τα γερμανικά φρούρια είναι Ίραν, Κόμοϊν, Τάτα, Πάπα, Σαντμάρτον, Ποσόνιουμ, Μπετζ (Βιέννη), όπου το τελευταίο είναι η κατοικία του Γερμανού αυτοκράτορα. Ανάμεσα στα ονόματα των Οθωμανικών πόλεων, εκείνα των [μουσουλμανικών] Αγίων Τόπων είναι τα πιο εύηχα. Ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελείται από 70 θέσεις μπεηλερμπέηδων, 360 σαντζακμπέηδων και 1.380 ισχυρά κάστρα. Είθε όλοι να παραμείνουν στην εξουσία της Οθωμανικής οικογένειας μέχρι το τέλος του κόσμου. Αμήν! Τα ονόματα των περσικών κάστρων θα δοθούν κατά τη διάρκεια της περιγραφής των ταξιδιών μας.

<-7. Εκστρατεία εναντίον των Χανίων 9. Ναχτσεβάν-Ταμπρίζ->
error: Content is protected !!
Scroll to Top