07_Malta

<-6. Ταξίδι στην Κριμαία 8. Ταξίδι στο Ερζερούμ και το Ναχτσεβάν->

7. Εκστρατεία εναντίον των Χανίων το έτος 1055 (1645)

Ο Σουνμπούλ Αγάς, κιζλάραγας του σουλτάνου Ιμπραήμ, ύστερα από την απόλυσή του από το Σεράι ξεκίνησε για Αίγυπτο με πενήντα όμορφες σκλάβες και άλλα τόσα αγόρια και σαράντα άλογα της καλύτερης ράτσας, στην καραβέλα του Ιμπραήμ Τσελεμπή. Στοίβαξε όλα τα πλούτη του για τρεις μήνες στα έξι αμπάρια της καραβέλας και ανέβηκε στο σκάφος μαζί με πεντακόσιους ενόπλους της συνοδείας του, τριακόσιους εμπόρους, διακόσιους ναυτικούς και τον Εζιρί Μοχάμεντ Εφέντη, ο οποίος εξοριζόταν στην Αίγυπτο. Συνολικά 1.300 άτομα, που απέπλευσαν την Παρασκευή, έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό. Κοντά στη Ρόδο συνάντησαν έξι μαλτέζικες γαλέρες, με τις οποίες συνεπλάκησαν για εικοσιτέσσερις ώρες, κατά τις οποίες λύθηκαν τα άλογα και αύξησαν τη σύγχυση της μάχης. Η καραβέλα έχασε τα κατάρτια της και διαλύθηκε και εκτός από διακόσια άτομα, όλοι οι υπόλοιποι έπεσαν μάρτυρες. Ο ιδιοκτήτης του πλοίου επικρίνοντας τον κιζλάραγα του είπε: «Καταραμένε Άραβα, δεν σου είπα να μη βάλεις άλογα στο πλοίο, αλλά στη θέση τους να ανεβάσεις εφόδια και πυρομαχικά; Αλλά εσύ απέκτησες αυτοκρατορική εντολή, υπερφόρτωσες το πλοίο και με αυτόν τον τρόπο το παρέδωσες στους άπιστους». Έτσι μιλώντας, έκοψε με το σπαθί του το κεφάλι του κιζλάραγα από το σώμα του, ενώ ο ίδιος κόπηκε την ίδια στιγμή σε κομμάτια από τη συνοδεία του ευνούχου, που όρμησε πάνω του με γυμνά σπαθιά. Οι άπιστοι, βλέποντας αυτό το γεγονός, ανέβηκαν στο πλοίο, πολέμησαν για άλλες τρεις ώρες πάνω του, συνέλαβαν αιχμαλώτους τους υπόλοιπους άνδρες, συμπεριλαμβανομένου του Εζιρί Μοχάμεντ Εφέντη και οδήγησαν το πλοίο κατευθείαν στο λιμάνι των Χανίων, όπου αγκυροβόλησαν. Έμειναν εδώ ένα μήνα πουλώντας τα άλογα και τους σκλάβους και παραβιάζοντας όλα τα κορίτσια. Μερικοί συνετοί μοναχοί και πατρίκιοι έλεγαν: «Αλίμονο σε εμάς. Καλύτερα θα ήταν να μη βλέπαμε αυτό το οθωμανικό πλοίο σε αυτήν την πόλη, με τα άλογα και τα κορίτσια του, επειδή υπάρχει προφητεία, ότι αν αυτό συμβεί, το νησί θα πέσει στα χέρια των μουσουλμάνων». Καθώς αυτή η φήμη εξαπλωνόταν, έγινε η αιτία να μεταναστεύσουν πολλές οικογένειες από το νησί, ο πληθυσμός του οποίου ήταν τότε 400.000 Έλληνες, ενώ εβδομηνταέξι πόλεις και κάστρα φρουρούνταν από 16.000 στρατιώτες. Αυτή ήταν η αφήγηση που πήρα εκείνη τη στιγμή από τον κύριό μου Αλή Αγά, τον επιθεωρητή του τελωνείου. Ο αυτοκράτορας, που πληγώθηκε πολύ από το δυστυχισμένο ατύχημα του κιζλάραγα, κάλεσε αμέσως τον Ενετό βαΐλο, κατηγορώντας τον ίδιο και όλη την αποστολή του για παραβίαση της ειρήνης, αφού επέτρεψαν στους Μαλτέζους την πώληση οθωμανικών αγαθών στο λιμάνι τους. Εκείνοι φίλησαν το έδαφος και είπαν: «Ευγενή αυτοκράτορα, οι διομολογήσεις μας δήλωναν, ότι αν ο αυτοκρατορικός σου στόλος οδηγεί έπαθλα από πλοία απίστων στα λιμάνια μας, πρέπει να τα υποδεχόμαστε ως φιλοξενούμενα. Θεός φυλάξοι! Δεν έχουμε την πρόθεση να σπάσουμε την ειρήνη. Αναγκαστήκαμε από τους Μαλτέζους άπιστους να τους δεχτούμε». Ο αυτοκράτορας ρώτησε τότε αν θα τον βοηθούσαν με άνδρες και πλοία. Υποσχέθηκαν αμέσως να διαθέσουν τριακόσια πλοία, ύστερα από το οποίο επενδύθηκαν με τιμητικούς μανδύες και εφησύχαζαν με αυτόν τον τρόπο μέσα στον ύπνο του λαγού. Τρεις χιλιάδες πουγγιά δόθηκαν από το αυτοκρατορικό ταμείο για τις προετοιμασίες για τον πόλεμο και στάλθηκαν καπουτζή-μπασι σε εκατόν πενήντα περιοχές από την πλευρά των Τζαϊνάκ, Σινώπης, Άμασρας, Ερεγλί, Κοτζαέλι και Ιζνικμίτ, για αγορά και ετοιμασία ξυλείας για τριακόσια πλοία. Από τα βουνά Αλεμντάγ και Καπουντάγ (στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης) έφερναν ξύλα σε αφθονία κι έτσι όλες οι αποθήκες του ναυστάθμου γέμισαν από αυτά. Οι ναυπηγοί όλων των νησιών κλήθηκαν μέσα και κάθε βδομάδα καθελκυόταν μια γαλέρα. Ναυπηγήθηκε μια αυτοκρατορική ναυαρχίδα (μπαστάρντα, επικεφαλής ταρτάνα) και δέκα μαόνες [μεγάλες γαλέρες] και στον ναύσταθμο συνωστίζονταν πολυάσχολοι άνδρες. Βεζίρηδες στάλθηκαν στη Ρούμελη και την Ανατολία να συγκεντρώσουν στρατούς, ενώ ένας χασεκή και ο σημαιοφόρος του Προφήτη στάλθηκαν στο Αλγέρι, την Τύνιδα και την Τρίπολη με 12.000 δουκάτα σε ρευστό και αυτοκρατορικά διατάγματα που τους προέτρεπαν να ενωθούν με τον καπουδάν πασά την άνοιξη. Αναφερόταν γενικά ότι αυτή η εκστρατεία σχεδιαζόταν εναντίον της Μάλτας, αλλά ο αυτοκράτορας, ο βεζίρης Καρά Μουσταφά Πασάς και ο μουφτής ήσαν οι μόνοι που ήξεραν το μυστικό. Ο φετβάς που πρότεινε και έδωσε ο μουφτής ήταν ο ακόλουθος:

Ερώτηση: Αν οι άπιστοι έχουν στην κατοχή τους γη, που ήταν προηγούμένως στην κατοχή των μουσουλμάνων, αν έχουν μολύνει τα τζαμιά της, τους μεντρεσέδες και τα προσευχητήριά της με τις δεισιδαιμονίες τους, αν λεηλατούν μουσουλμάνους εμπόρους και προσκυνητές, μπορεί ο αυτοκράτορας του Ισλάμ, παρακινούμενος από τον ζήλο του για τον οίκο του Θεού, να αποσπάσει αυτές τις χώρες από τα χέρια των απίστων και να τις προσθέσει στη μουσουλμανική επικράτεια;

Απάντηση: Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα καλύτερα. Η ειρήνη με τους απίστους είναι νόμιμη, αν συμφέρει όλους τους μουσουλμάνους, αλλά αν όχι, δεν είναι καθόλου νόμιμη. Όσο χρήσιμη κι αν είναι, επιτρέπεται επίσης να σπάσει η ειρήνη, είτε έχει συναφθεί για συγκεκριμένο χρόνο είτε για πάντοτε. Αυτό δικαιολογείται από το παράδειγμα του Προφήτη, που έχοντας συνάψει ειρήνη με τους απίστους, την οποία έσπασε ο Αλή το έκτο έτος της Εγείρας, μπήκε στο πεδίο της μάχης εναντίον τους τον όγδοο χρόνο και κατέκτησε τη Μέκκα. Ο αυτοκράτορας δεν έχει παρά να μιμηθεί τη Σούνα του Προφήτη. Ο Θεός να ευλογεί τις νίκες του. Αυτό γράφτηκε από τον φτωχό περιφρονημένο Άμπου Σαΐντ.

Ο αυτοκράτορας πήρε αυτον τον φετβά και κόλλησε σε αυτόν σαν να ήταν σχοινί ασφαλείας. Πήγε την ίδια ημέρα να επισκεφθεί τον τάφο του Εγιούπ, περιβλήθηκε δύο φορές εκεί από τον μουφτή με το σπαθί του Ομάρ, εν αναμονή της νίκης και στη συνέχεια πήγε στον ναύσταθμο, όπου διακόσιες γαλέρες ήσαν εξοπλισμένες και γεμάτες με στρατιώτες. Πενήντα άλλες γαλέρες ήσαν έτοιμες στον τόπο αποβίβασης της Αγοράς Αλευριού [Ουν-καπάνι]. Τριανταέξι συντάγματα γενίτσαρων, δέκα πυροβολητών και δέκα ντουφεξήδων, είχαν επιβιβαστεί σε μεγάλα πλοία μεταφοράς, μαούνες. Ο κυβερνήτης της Ρούμελης, που με τα στρατεύματα εικοσιτεσσάρων σαντζακίων, με όλους τους τιμαριώτες και ζαΐμηδες σχημάτιζε στρατό 22.000 και μαζί με τους τζεμπελή 27.000 ανδρών, πήρε εντολή να πάει στα Δαρδανέλλια. Στα στρατεύματα του Μοριά, του Σίρμιου, της Σεμέντριας, της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, δόθηκε εντολή να επιβιβαστούν στο κάστρο της Μπενεφσέ [Μονεμβασίας] στο νησί του Μοριά. Ο κυβερνήτης της Ανατολίας με τον στρατό των δεκατεσσάρων σαντζακίων του και τους άνδρες των 199 στρατιωτικών φέουδων, που ανέρχονταν σε 5.589 άνδρες, με τους τζεμπελή και το νοικοκυριό του πασά συνολικά 20.000 άνδρες, πήρε επίσης εντολή για τα Δαρδανέλλια, στην ασιατική πλευρά. Οι κυβερνήτες Δαμασκού, Χαλεπιού, Ντιαρμπέκρ, Μαράς, Αδάνων, Καραμάν, Σίβας και Τραπεζούντας, με 70.000 άνδρες έλαβαν παρόμοιες εντολές. Την ίδια στιγμή που οι καπουτζή-μπασι και οι χασεκή, οι οποίοι είχαν σταλεί για να συγκεντρώσουν εκείνα τα στρατεύματα, ανέφεραν ότι ήσαν έτοιμοι στο Δαρδανέλλια, το ιππικό είχε επιβιβαστεί στην Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές της άνοιξης, το σύνολο του στόλου ήταν έτοιμο, αποτελούμενο από διακόσιες γαλέρες, ταρτάνες, γαλιότες, δώδεκα μεγάλες μαόνες, εκατό φρεγάτες, καραβέλλες, γαλιόνια, πινκ, μπούτατζ, σαΐτια, σαΐκια και καραμουρσάλ, με μεγάλο αριθμό σκαπανέων και υπονομοποιών πάνω στα πλοία. Συνολικά επτακόσια πλοία αγκυροβόλησαν μπροστά στο Σεράι Μπουρνού.

Στο Σινάν Κιοσκ οι ουλεμάδες και όλοι οι μεγάλοι άνδρες συνόδευαν τον αυτοκράτορα. Οι βεζίρηδες, οι μπεηλερμπέηδες, οι διοικητές, οι αγάδες και οι συνταγματάρχες, που πήγαιναν στον πόλεμο, χίλια επτακόσια άτομα, ήσαν ντυμένοι με υπέροχα φορέματα. Ο στρατιωτικός διοικητής Γιουσούφ Πασάς, ο μεγάλος βεζίρης Καρά Μουσταφά Πασάς και ο μουφτής παρέμειναν μόνοι με τον αυτοκράτορα, ενώ οι υπόλοιποι είχαν ήδη επιβιβαστεί. Ο σουλτάνος Ιμπραήμ πήρε τον βεζίρη και τον στρατιωτικό διοικητή από το χέρι, πήγε μαζί τους σε μια γωνιά και είπε: «Γιουσούφ, πού πας;» Ο Γιουσούφ Πασάς απάντησε, «Στη Μάλτα αν ευαρεστεί τον Θεό» και ο Ιμπραήμ απάντησε: «Αν ευαρεστεί τον Θεό o προορισμός, τον ζωοδότη πάντων, τον πανταχού παρόντα, σου έδωσα προορισμό να πας στο νησί της Κρήτης. Κράτησέ το αυτό μυστικό για τον εαυτό σου και συνέχισε να λες ότι πηγαίνεις στη Μάλτα. Πάρε πρώτα εκείνη την κατεύθυνση με τον στόλο, μείνε μερικές ημέρες στις ακτές του Μοριά και ύστερα πλεύσε πίσω στον Χάνδακα. Αποβίβασε τα στρατεύματα πριν ξημερώσει και πάρε την κατοχή του Σαν Τόντερο, έτσι ώστε να έχεις σταθερή θέση, από την οποία να ξεκινήσεις την πολιορκία των Χανίων. Αυτές είναι οι οδηγίες μου. Αν επιστρέψεις νικητής (αν ευχαριστεί τον Θεό), θα σε ανταμείψω σε βαθμό που θα εμφανιστείς με λαμπρό πρόσωπο ενώπιον του Θεού. Κράτησε καλά το μυστικό σου, σύμφωνα με το ρητό που δίνει εντολή σε κάθε άνθρωπο να κρύβει τρία πράγματα: ζεχέμπ, ζεχάμπ και μεζχέμπ, δηλαδή το χρυσάφι του, τους περιπάτους του και το δόγμα του». Ύστερα από αυτήν την οδηγία, απονεμήθηκαν στον Γιουσούφ Πασά δύο χρυσά ενδύματα, του τα φόρεσαν το ένα πάνω στο άλλο και ο σουλτάνος Ιμπραήμ είπε: «Πήγαινε τώρα, με τον Θεό, ο οποίος θα σε βοηθήσει». Ανέβηκε στο πλοίο του ναυάρχου, τη Μπασντάρντα και όταν οι αστρονόμοι της αυλής καθόρισαν την ευνοϊκή στιγμή για να σηκώσουν άγκυρες, ο στρατιωτικός διοικητής έδωσε την εντολή στον ναύαρχο και ταυτόχρονα ήχησαν πεντακόσιες σάλπιγγες. Από το πλοίο του ναυάρχου οι κραυγές «Αλλάχ! Αλλάχ!» τρυπούσαν τον αέρα και οι ουρανοί σχίζονταν από τον θόρυβο των μουσκέτων και των κανονιών. Οι φωνές και οι χαιρετισμοί επαναλήφθηκαν τρεις φορές και το πλοίο του ναυάρχου πήρε το προβάδισμα, ενώ η μουσική έπαιζε τη μελωδία Σεγκά. Περνώντας το Σινάν-κιοσκ ο στρατιωτικός διοικητής χαιρέτησε τον αυτοκράτορα και τον μεγάλο βεζίρη, ενώ τα άλλα πλοία ακολουθούσαν σαν σειρά γερανών, ρίχνοντας τόσο βαριά πυρά, που τα πουλιά του ουρανού έμοιαζαν με πολλές σαλαμάνδρες μέσα στη φωτιά,92 σαν τον Αβραάμ στο φούρνο του Νεμρώδ.93 Εγώ, ο φτωχός Εβλία, συνόδευσα αυτήν την εκστρατεία ως αρχιμουεζίνης του στρατιωτικού διοικητή Γιουσούφ Πασά. Ήμουν ομοτράπεζος του Ιμπραήμ Τσελεμπή, υπάλληλου του κεντρικού ταμείου, πάνω στη ναυαρχίδα Μπασντάρντα και περνούσα την ώρα μου ωραία, τρώγωντας χουρμάδες και κρυστάλλους ζάχαρης (κατρ-ι νεμπάτ).94

Σταθμός της Καλλίπολης

Ο στόλος αγκυροβόλησε εδώ ύστερα από βολές χαιρετισμού από το φρούριο που επαναλήφθηκαν από ολόκληρο τον στόλο. Οι μουσουλμάνοι νικητές πήγαν όλοι στον ναύσταθμο για να επισπεύσουν την επιβίβαση των ευρωπαϊκών στρατευμάτων πάνω σε πενήντα σκάφη Μπαρμπαρέζων, ενώ στην απέναντι πλευρά, στο λιμάνι του Τσαρντάκ, τα ασιατικά στρατεύματα έκαναν επίσης το ίδιο. Σε εικοσιτέσσερις ώρες ολοκληρώθηκαν όλα και την επόμενη μέρα ο στόλος σήκωσε ξανά άγκυρα μέσα σε θόρυβο από μουσκέτα και κανόνια. Περάσαμε την Τένεδο (Μποζτζά Αντά). Δέκα φρεγάτες (φρικάτα) στάλθηκαν δέκα μίλια μπροστά, για να προσέχουν στα ανοιχτά. Στους καπετάνιους τους απένειμαν τιμητικούς μανδύες και τους υποσχέθηκαν ότι θα γίνονταν μπεγκ του αυτοκρατορικού ναυστάθμου. Περάσαμε από την Τήνο (Ιστεντίλ) που ανήκε στους Ενετούς, οι οποίοι έστειλαν δώρα στο πλοίο του ναυάρχου, αλλά δεν τους δόθηκε σημασία και τους παραπλεύσαμε. Περάσαμε τη Θήρα (Ντεγιρμενλίκ), οθωμανικό νησί που ανήκει στο χας του καπουδάν πασά, περάσαμε το ακρωτήριο του Τεμασαλίκ (Σούνιο), περάσαμε την Αθήνα, το κάστρο του Τερμίς στον Μοριά95 και σταματήσαμε στο Νάπολι [ντι Ρομάνια, Ναύπλιο], ισχυρό κάστρο στο τέλος μεγάλου λιμανιού, όπου πήραμε προμήθειες για τα στρατεύματα των εικοσιεπτά σαντζακίων της Ρούμελης. Κάναμε το ίδιο στη Μπενεφσέ [Μονεμβασία], που είναι ανοιχτό μέρος χωρίς λιμάνι. Περάσαμε τον Χάνδακα [Κρήτη] χωρίς να ειδοποιήσουμε, σαν να πηγαίναμε στη Μάλτα, περάσαμε το Τσιρίγο [Κύθηρα] και το Τσιριγότο [Αντικύθηρα] που επίσης ανήκαν στους Ενετούς, τα φρούρια της Κορόν [Κορώνης] και Μοντόν [Μεθώνης] και το νησί Μπεράκ,96 μικρό νησί κοντά στον Μοριά, μέχρι που φτάσαμε στο Ναβαρίν [Ναβαρίνο]. Είναι μεγάλο λιμάνι, το οποίο υπερασπίζονται δύο κάστρα, το ένα στην ακτή και το άλλο πάνω σε ψηλούς βράχους. Εδώ αγκυροβολήσαμε και ξεφορτώσαμε δέκα βαριά πλοία μεταφοράς (τσακάλγκεμι) του ναυστάθμου, μεταφέροντας τα φορτία τους, στρατιώτες και πυροβολικό, σε ελαφρύτερα. Κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής μας, οι διοικητές του Ζάντε και της Κεφαλονιάς, ενετικών νησιών, έστειλαν δώρα μπαρούτι και μολύβι στον στρατιωτικό διοικητή, ευχόμενοι χαρούμενο ταξίδι και επιτυχία στην εκστρατεία. Βλέποντας ότι όλα κατευθύνονταν εναντίον της Μάλτας, επέστρεψαν με μεγάλη ικανοποίηση. Ανεβάσαμε εδώ στα πλοία 3.000 γενναίους Αλβανούς και πήραμε επίσης νερό, επειδή μεγάλος ποταμός γλυκού νερού χύνεται στη θάλασσα στην άκρη αυτού του λιμανιού.

Την τρίτη μέρα υψώθηκε η σημαία, ακούστηκε η σάλπιγγα αναχώρησης και εννιακόσια μικρά και μεγάλα πλοία έφυγαν από το λιμάνι. Οι δύο καπετάνιοι Καραμπατάκ και Ντουράκ με δέκα μικρές φρεγάτες βρίσκονταν επικεφαλής, ως πλοία επιφυλακής, οδηγώντας προς τη Μάλτα, την οποία θεωρούσε το σύνολο του στόλου ως προορισμό του. Το μεσημέρι ο στρατιωτικός διοικητής έκανε ξαφνικά μεταβολή, έστειλε σήματα σε ολόκληρο τον στόλο να κάνει το ίδιο και πέρασε πάλι από το Τσιρίγο, το κάστρο του οποίου άρχισε τώρα να ανάβει φωτιές και να ρίχνει κανονιές ως σινιάλα. Το δειλινό βρισκόμασταν μπροστά από τον Χάνδακα [Κρήτη] και πριν ξημερώσει ολόκληρος ο στόλος αγκυροβόλησε απέναντι από το κάστρο του Σαν Τόντερο στη βόρεια πλευρά του νησιού, στο λιμάνι της Σούδας.97 Στρατιώτες και δύο ελαφριά πυροβόλα (κουλβερίνια) αποβιβάστηκαν μαζί με τα απαραίτητα πυρομαχικά, το κάστρο δέχτηκε επίθεση και σε λιγότερο από δύο ώρες αναγκάστηκε να παραδοθεί. Με την ανατολή του ηλίου οι άπιστοι βγήκαν και επιβιβάστηκαν σε πλοία για το Τσιρίγο. Τα πλοία ήσαν τώρα ασφαλισμένα στο λιμάνι και μεγάλα κανόνια τοποθετήθηκαν πίσω από κοφίνια γεμάτο άμμο για να τα υπερασπίζονται. Οι δύο κυβερνήτες του Καραμάν και των Αδάνων έμειναν ως φρουρά και ολόκληρος ο στόλος αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Λαζαρέτο, κοντά στα Χανιά.98 Όλος ο στρατός αποβιβάστηκε με τις σκηνές τους, εβδομήντα μεγάλα κανόνια (μπαλγιεμέζ), σαράντα φαλκονέτα και διακόσια μικρά κανόνια (σαχιτόπ) και στρατοπέδευσε εκτός βεληνεκούς κανονιών. Ο στόλος αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Λαζαρέτο, που είναι ασφαλές απέναντι σε όλους τους δυνατούς ανέμους και οι μπεγκ (καπετάνιοι) των Μπαρμπαρέζων έλαβαν εντολές να περιπολούν με εβδομήντα φρεγάτες (φιρκάτα). Τα σαΐκια και τα καραμουρσάλ επίσης αποβίβαζαν τώρα τα φορτία τους και ο κυβερνήτης της Σίβας πήρε εντολή να παρακολουθεί την ασφάλεια του λιμανιού, το οποίο βρίσκεται στη δυτική πλευρά των Χανίων. Δόξα τω Θεώ, καταλήφθηκε πολύ εύκολα. Βρίσκεται σε απόσταση εξήντα μιλίων από το ακρωτήριο Καμπάτζα στον Μοριά,99 και η κατάκτησή του, καθώς και εκείνη του Σαν Τόντερο, θεωρήθηκε αρχικά απαραίτητη για το εύκολο πέρασμα στρατιωτών από τον Μοριά. Στήθηκαν μεγάλες πυροβολαρχίες και εφοδιάστηκαν με μεγάλα κανόνια για να προστατεύουν τον στόλο που βρισκόταν σε αυτό, ενώ στο μεταξύ οι φρεγάτες κρατούσαν τη θάλασσα ανοιχτή σε απόσταση είκοσι και τριάντα μιλίων ως πλοία φρουράς (καραούλ κουλίκ).

Πολιορκία του φρουρίου των Χανίων

Αφού στήθηκε το στρατόπεδο γύρω από το κάστρο των Χανίων, σε απόσταση βολής κανονιού και ανέλαβε κάθε άνδρας τη θέση του σύμφωνα με τις εντολές του στρατιωτικού διοικητή, μπήκαν οι γενίτσαροι πρώτοι στα χαρακώματα. Την επόμενη μέρα ο στρατιωτικός διοικητής έκανε μεγάλη επιθεώρηση μπροστά στους Άπιστους και αψηφώντας τους, οι οποίοι αναστατώθηκαν με αυτή την επίδειξη της οθωμανικής δύναμης. Μόλις αφίππευσε στη σκηνή του, 40.000 άνδρες με φτυάρια και τσεκούρια άρχισαν να εργάζονται στα χαρακώματα, σε επτά σημεία γύρω από το φρούριο. (1) Στη νότια πλευρά ο αγάς των γενίτσαρων, μαζί με τον οποίο μπήκε ο ίδιος ο στρατιωτικός διοικητής στα χαρακώματα. (2) Ο κυβερνήτης της Ανατολίας, με δέκα συντάγματα και τον ζαγαρτζή-μπαση. (3) Ο κυβερνήτης της Ρούμελης με δέκα συντάγματα με επικεφαλής τον σαμσουντζή-μπαση. (4) Ο κυβερνήτης της Σίβας με πέντε συντάγματα με επικεφαλής τον χασεκή. (5) Στην ανατολική πλευρά, στον ασημένιο προμαχώνα, οι Μπαρμπαρέζοι άνοιγαν χαρακώματα. (6) Στη δυτική πλευρά, στον χρυσό προμαχώνα, ο κυβερνήτης του Χαλεπιού, με τρία συντάγματα των ζενμπερεκτζή. Κοντολογής, η επίθεση πραγματοποιήθηκε από επτά σημεία. Η βόρεια πλευρά που συνορεύει με τη θάλασσα και το λιμάνι ήταν η μόνη που δεν μπορούσε να δεχτεί επίθεση από χαρακώματα, τα οποία είχαν ανοίξει σε όλα τα άλλα σημεία της πυξίδας. Καθώς οι άπιστοι είχαν απολαύσει ειρήνη από την εποχή της κατάκτησης της Κύπρου, το πυροβολικό και τα οπλοστάσιά τους βρίσκονταν στην υψηλότερη κατάσταση τελειότητας. Επί επτά ημέρες και νύχτες έριχναν 40.000 βολές κανονιών και πολλές εκατοντάδες χιλιάδες μουσκέτων. Επτά χιλιάδες άνδρες έγιναν μάρτυρες καθώς σκοτώθηκαν στα χαρακώματα και η περιουσία τους πέρασε στο κεντρικό ταμείο. Αλλά οι μουσουλμάνοι νικητές, ενθαρρυμένοι από την παρουσία και τα δώρα του στρατιωτικού διοικητή, προχώρησαν με ανυποχώρητη σταθερότητα και έφτασαν τη δέκατη μέρα στην άκρη της τάφρου. Επτά πυροβολαρχίες με μεγάλα κανόνια σφυροκοπούσαν τα τείχη σε επτά πλευρές. Επί είκοσι μέρες και νύχτες τα πυρά εξακολουθούσαν να μαίνονται και από τις δύο πλευρές. Τελικά οι μουσουλμάνοι άρχισαν να σηκώνουν αναχώματα στην πλευρά του προμαχώνα της άμμου, πράγμα που αντιλήφθηκε η φρουρά και έκαιγε τους μουσουλμάνους με οβίδες και χειροβομβίδες. Καθώς αυτός ο τρόπος συνέχισης της πολιορκίας πάνω από το έδαφος θεωρήθηκε ανέφικτος, συνεχίστηκε με υπονόμευση κάτω από το έδαφος. Στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου είναι εγκατεστημένο το Λαζαρέτο, εξερράγη υπονόμευση με τρία στόμια και μαζί της εβδομήντα γυάρδες από το τείχος, μαζί με όλους τους απίστους πάνω του, που στάλθηκαν μέσα από τον ουρανό στην κόλαση. Οι άπιστοι, βλέποντας αυτήν την επιδέξια υπονόμευση, τη μιμήθηκαν, πέρασαν κάτω από την τάφρο και τίναξαν τα αναχώματα, μαζί με διακόσιους περίπου άνδρες, στον αέρα, με αποτέλεσμα ο αέρας να είναι σκοτεινός από τη σκόνη για περισσότερο από μία ώρα. Οι μουσουλμάνοι νικητές, που δεν νοιάστηκαν για αυτό, παρότρυναν ο ένας τον άλλον και οι εθελοντές έφερναν κεφάλια και αιχμαλώτους που έπιαναν στα ρήγματα. Ο διοικητής αντάμειβε εκείνους που έφερναν κεφάλια με πενήντα και εκείνους που έφερναν αιχμαλώτους με εκατό δουκάτα, δωρίζοντάς τους και τους άνδρες και μοιράζοντας ζιαμέτ και τιμάρ.

Οι πιστοί, όντας αφοσιωμένοι με καρδιά και ψυχή, διείσδυαν μερικές φορές στο εσωτερικό του φρουρίου, απ’ όπου έφερναν κεφάλια και αιχμαλώτους και μεταξύ των τελευταίων ακόμη και τον γιο του στρατηγού διοικητή. Αλλά αυτή η μέρα ήταν αιματηρή και κόστισε πολλές ζωές.

Μια μέρα ένας άπιστος, κατεβαίνοντας μια σκάλα από σχοινί, μπήκε στη σκηνή του στρατιωτικού διοικητή και είπε ότι είχε καλά νέα να του πει, αν του υποσχόταν την ασφάλεια του σπιτιού και της οικογένειάς του. Ο στρατιωτικός διοικητής του παραχώρησε αμέσως ό,τι ζήτησε και υποσχέθηκε να του δώσει και τη διοίκηση των Άπιστων. Στη συνέχεια, επιβεβαίωσε την υπόσχεσή του με όρκο και έδεσε μαντήλι συγχώρεσης στον λαιμό του. Τότε ο άπιστος είπε ότι υπήρχαν δύο ομάδες στο κάστρο: οι Έλληνες που ήθελαν να παραδοθούν και οι Ενετοί που ήθελαν να αμυνθούν μέχρι τον τελευταίο άνδρα. Οι τελευταίοι ήσαν συγκεντρωμένοι στην πλευρά του λιμανιού, όπου το φρούριο δεν είχε ακόμη χτυπηθεί. Συμβούλευσε λοιπόν να τους ταράξουν με μια πυροβολαρχία που θα έριχνε προς εκείνη την πλευρά και να ρίξουν στην ελληνική συνοικία μόνο μερικά βέλη, με κολακευτικές υποσχέσεις προς τους Έλληνες. Όταν ακολουθήθηκε αυτή η συμβουλή, ήρθαν δέκα Έλληνες, που ασπάστηκαν το Ισλάμ και πήραν μουσουλμανικά ονόματα. Όμως η πολιορκία συνεχιζόταν με τον ίδιο ζήλο. Στην ανατολική πλευρά του λιμανιού υψώθηκε μεγάλος προμαχώνας, από τον οποίο χτυπούσαν τα ψηλά σπίτια και τα παλάτια των Άπιστων κοντά στο λιμάνι και όπου κλάματα και θρήνοι τρυπούσαν τον ουρανό. Την ίδια μέρα εκδόθηκαν εντολές προς όλους τους καπετάνιους του στόλου και τους μπεγκ των Μπαρμπαρέζων, να προσέχουν καλά και δώδεκα μαόνες πήραν εντολή να σφυροκοπήσουν το λιμάνι και την ακρογιαλιά της πόλης. Αυτό προκάλεσε μεγάλη κατακραυγή εκεί, αλλά καθώς μερικές βολές έπληξαν το στρατόπεδο, δόθηκαν άλλες εντολές στον αρχιπυροβολητή του στόλου. Οι άπιστοι δεν χαλάρωναν ποτέ τα πυρά και τα στρατηγήματά τους και δεν υπήρχε μέρα χωρίς διακόσιους περίπου πεσόντες μάρτυρες. Θα ήταν πολύ κουραστικό να αναφέρω όλα τα αξιομνημόνευτα γεγονότα αυτής της πολιορκίας. Κοντολογής, μια μέρα οι άπιστοι, βλέποντας 40.000 γενναίους άνδρες με γυμνά σπαθιά και βαριές ασπίδες, να ετοιμάζονται να επιτεθούν στα τείχη, ύψωσαν τη λευκή σημαία της παράδοσης, φωνάζοντας: «Αμάν, αμάν, εξαίσια οικογένεια του Οσμάν!»100 Καθώς αυτό δεν λήφθηκε υπόψη και τα πυρά συνεχίζονταν όπως πριν, ορισμένοι διοικητές βγήκαν από τα ρήγματα, ζητώντας διάλειμμα δέκα ημερών. Ο στρατιωτικός διοικητής απάντησε: «Θα φύγετε αύριο, ή θα πέσετε όλοι θύματα του ξίφους». Αυτό συμφωνήθηκε. Μερικοί από αυτούς παρέμειναν στη σκηνή του στρατιωτικού διοικητή. Άλλοι μπήκαν στο κάστρο και επέστρεψαν με την απάντηση ότι το επόμενο πρωί θα ήσαν όλοι έτοιμοι να παραδοθούν. Οι γενίτσαροι, σπαχήδες, τζεμπελή και τοπτζήδες κατέλαβαν αμέσως τα τείχη και το πυροβολικό και κατά τη διάρκεια της νύχτας οι άπιστοι επιβιβάστηκαν και αναχώρησαν για την καταραμένη τους χώρα. Την επόμενη μέρα κηρύχθηκε η ισλαμική προσευχή, ρίχτηκαν χαιρετιστήριες βολές από κανόνια και μουσκέτα και αυτοί οι χαιρετισμοί επαναλαμβάνονταν τρεις φορές από ώρα σε ώρα, κατά τη διάρκεια τριών ημερών. Τα πλοία των απίστων κατευθύνονταν ανατολικά προς τα κάστρα του Ρετίμο [Ρεθύμνου] και του Χάνδακα [Ηρακλείου]. Ο στρατηγός τους, όταν είδε και άκουσε αυτές τις χαρές, όταν άκουσε την ομολογία του Ισλάμ να κηρύσσεται από τα κωδωνοστάσια, όταν είδε τους σταυρούς να έχουν ανατραπεί και το πράσινο λάβαρο του Μωάμεθ να κυματίζει στα κωδωνοστάσια, δεν μπορούσε να αντέξει τέτοιο θέαμα και τυφλώθηκε. Όλος ο στόλος εισήλθε τώρα στο λιμάνι και στάλθηκαν αγγελιοφόροι στην Κωνσταντινούπολη με τα καλά νέα. Εβδομηνταεπτά ταρτάνες και γαλέρες και πενήντα πλοία της Μπαρμπαριάς αγκυροβόλησαν. Όλα τα εφόδια και τα πυρομαχικά αποβιβάστηκαν και μεγάλες πυροβολαρχίες στήθηκαν στην ακτή, για να τοποθετηθούν τα κανόνια. Οι στρατιώτες ασχολήθηκαν με τον καθαρισμό των χαρακωμάτων και τάφρων και την επισκευή των τειχών. Έτσι το κάστρο έγινε δέκα φορές ισχυρότερο από πριν. Όλες οι εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά και η πρώτη προσευχή της Παρασκευής πραγματοποιήθηκε στο τζαμί του σουλτάνου Ιμπραήμ. Οι δρόμοι στολίστηκαν με καταστήματα και φωταγωγήθηκαν με λυχνίες κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ήχησαν σάλπιγγες μετά την προσευχή, οι φωνές «Αλλάχ» τρυπούσαν τον ουρανό και τα κανόνια έριξαν τριπλό χαιρετισμό, ο κρότος του οποίου συγκλόνισε όχι μόνο τη Ρώμη και το Ιράκ, αλλά ολόκληρη τη γη και τον Παράδεισο.

Την έκτη ημέρα μετά την κατάκτηση του κάστρου, στόλος εκατό ιστιοφόρων που έφεραν τις σημαίες της Βενετίας, της Τοσκάνης και του πάπα ήρθε να το βοηθήσει. Αλλά όταν είδαν το λιμάνι γεμάτο από τον οθωμανικό στόλο και τα πλοία των Μπαρμπαρέζων να κινούνται μπροστά του, όταν είδαν τα καμπαναριά να έχουν μετατραπεί σε μιναρέδες και τις ημισελήνους στη θέση των σταυρών, αναστέναξαν βαριά, «Αντίο Χανιά! Αντίο Χανιά!» και απέπλευσαν απελπισμένοι για τη Σούδα. Οι Οθωμανοί νικητές βρήκαν στο κατακτημένο φρούριο όλους τους σκλάβους και τα κορίτσια του εκλιπόντος κιζλάραγα που είχαν επιβιβαστεί στη γαλέρα του Ιμπραήμ Τσελεμπή, όλα τα πολύτιμα αντικείμενά του και τα καθαρόαιμα άλογα. Εκδικήθηκαν το αίμα που χύθηκε και μετέτρεψαν τα μοναστήρια των καλόγερων και των καλογριών τους σε αντίστοιχα δερβίσηδων. Η σύγκρουση σε αυτήν την πολιορκία δεν ήταν τόσο βαριά και αιματηρή όσο στις πολιορκίες των Αζόφ, Ερεβάν και Βαγδάτης, που εξυμνήθηκαν από εύγλωττους συγγραφείς. Ο στρατιωτικός διοικητής έστειλε αγγελιοφόρους και επιστολές σε εννέα πόλεις και φρούρια του νησιού και στους ραγιάδες στο εσωτερικό του νησιού στα βουνά της Ασφακιάς, καλώντας τους να αποτίσουν φόρο τιμής, να παραδώσουν στον σουλτάνο τα κλειδιά των κάστρων και να απολαύσουν άνεση και αφθονία υπό την προστασία του αυτοκράτορα, απειλώντας εκείνους που δεν θα συμμορφώνονταν με αυτό το αίτημα με ερήμωση των εδαφών τους, υποδούλωση των οικογενειών τους και θάνατο των ιδίων από το σπαθί. Μέσα σε επτά ημέρες ήρθαν τριακόσιοι εκπρόσωποι από όλα τα μέρη και τα χωριά του νησιού, δηλώνοντας υποταγή και φέρνοντας δώρα. Ενώ το υπόλοιπο νησί δεν είχε υποταχθεί, οι βεζίρηδες και οι μπεηλερμπέηδες έπαιρναν εντολή να στείλουν τους Οθωμανούς νικητές να συλλέξουν τον νόμιμο φόρο δεκάτης. Εβδομήντα έως ογδόντα χιλιάδες άνδρες διασκορπίστηκαν αμέσως στα 770 μίλια του νησιού, παίρνοντας λάφυρα, μέρα και νύχτα, με τους τρόπους του Θεού. Χρυσά, ασημένια, χάλκινα σκεύη, ωραία αγόρια και όμορφα κορίτσια, μεταφέρονταν σε τεράστιο αριθμό στο οθωμανικό στρατόπεδο, όπου υπήρχε τέτοια αφθονία, που ένα αγόρι ή κορίτσι πωλούνταν για δεκαοκτώ γρόσια. Χίλιοι περίπου άνδρες του στρατού, βλέποντας τέτοια αφθονία, εγκαταστάθηκαν στο νησί. Ο Κιουτσούκ Χασάν Πασάς με δεκαεπτά μπεηλερμπέηδες, εβδομήντα αλάι-μπεγκ και όλους τους ζαΐμηδες και τιμαριώτες, παρέμεινε στο Χανιά, μαζί με τη φρουρά των τακτικών στρατευμάτων, την οποία αποτελούσαν εικοσιεπτά συντάγματα γενίτσαρων, δέκα συντάγματα πυροβολικού, δέκα συντάγματα ντουφεξήδων, τέσσερα συντάγματα ιππικού και 3.000 άνδρες, Αιγύπτιοι στρατιώτες, συνολικά 77.000 άνδρες. Στο κάστρο παρέμειναν 7.700 αζάπηδες, ενώ σαράντα πλοία έμειναν για τη μεταφορά στρατευμάτων από το Μενκεσέ, εκτός από πενήντα φρεγάτες επανδρωμένες με εκατό δυνατά παιδιά.

Ο στρατιωτικός διοικητής Γιουσούφ πήρε άδεια από όλους τους βεζίρηδες και τους μεγάλους άνδρες, σήκωσε άγκυρα με ευνοϊκό άνεμο και απέπλευσε για την Κωνσταντινούπολη. Πέρασε με στόλο διακοσίων σκαφών μπροστά από το Τσιρίγο και το Τσιριγότο, κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις των Μανιατών στο ακρωτήρι της Μάινας στον Μοριά, με το κάστρο του Κέλλι101 να βρίσκεται στο ίδιο σημείο. Πέρασε το ακρωτήριο Καποσπάντα102 και το κάστρο του Μενκεσί103 και αγκυροβόλησε στο Νάπολι.104 Ύστερα από παραμονή τριών ημερών έγινε συμβούλιο και αποφασίστηκε να ερημωθεί το νησί Ιστεντίλ,105 που ανήκει στους Ενετούς. Την ώρα που ο στόλος έπλεε, έφτασε αυτοκρατορικό διάταγμα από την Κωνσταντινούπολη, συγχαίροντας τον στρατιωτικό διοικητή για τις νίκες του και επιβραβεύοντάς τον με αυτοκρατορικό τιμητικό μανδύα και σπαθί και γιαταγάνι στολισμένα με πετράδια. Την ίδια μέρα λεηλατήθηκε το νησί της Τήνου, αλλά δεν βρέθηκαν μεγάλα λάφυρα. Το κάστρο του ήταν ισχυρό και ψηλό. Δόθηκε αμέσως το σήμα αναχώρησης και καθώς ο νότιος άνεμος ήταν ευνοϊκός, στη διάρκεια δέκα ημερών πιάσαμε σε διάφορα μέρη, όπως η Χίος, η Λήμνος, η Μυτιλήνη και η Τένεδος. Αυτά τα κάστρα επισκευάστηκαν και φρουρήθηκαν με τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών. Από την Τένεδο φτάσαμε στην Καλλίπολη, όπου πήραμε νερό και όπου οι διοικητές έλαβαν αυστηρές εντολές να βρισκόμαστε σε εγρήγορση. Από εδώ φτάσαμε σε δύο ημέρες και μία νύχτα στα Πριγκηπονήσια, μπροστά στην Κωνσταντινούπολη και την επόμενη μέρα φτάσαμε στο Σεράι-μπουρνου, με τέτοιες εκδηλώσεις χαράς που δεν μπορούν να εκφραστούν. Ο πορθητής των Χανίων Γιουσούφ Πασάς, φίλησε το έδαφος μπροστά στον αυτοκράτορα, τον στόλισαν με αυτοκρατορικούς τιμητικούς μανδύες και του πρόσφεραν θησαυρό που άξιζε όσο εκείνος της Αιγύπτου, καθώς και νέους σαν εκείνους του Παράδεισου, εκτός από άπειρο αριθμό δώρων. Όμως στη συνέχεια συκοφαντήθηκε και σκοτώθηκε. Όταν ο σουλτάνος Ιμπραήμ είδε το σώμα του, είπε, «Πόσο λευκός ήταν!» και άρχισε να κλαίει. Πρόσθεσε, «Γιουσούφ μου, μακάρι εκείνοι που σου το έκαναν αυτό, να μοιραστούν σύντομα τη μοίρα σου!» Και ενώ το έλεγε, κοίταζε τον ευνοούμενό του, τον Τζίντζι Χότζα. Ο θάνατός του προκάλεσε γενικά παράπονα και θρήνους και δεν υπήρχαν παρά φωνές θλίψης. Το έλεος του Θεού σε αυτόν!

Αιτία θανάτου του Γιουσούφ Πασά

Ζηλιάρηδες συκοφάντες ενημέρωσαν τον αυτοκράτορα, ότι ο Γιουσούφ Πασάς είχε αποκρύψει από τους θησαυρούς των Χανίων τρεις μεγάλες λεκάνες χρυσού, τρία εκατομμύρια χρήματα και μία χρυσή στήλη. Ότι δεν είχε δώσει ούτε σταγόνα από τον ωκεανό, ούτε άτομο από τον ήλιο των θησαυρών του στον αυτοκράτορα. Μετά τον θάνατό του δεν βρέθηκε τίποτε και η στήλη, που ήταν τυλιγμένη σε τσόχα και είχε ειπωθεί ότι ήταν χρυσό δένδρο, βρέθηκε ότι ήταν στήλη από κίτρινη πέτρα, η οποία στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει το προσευχητήριο του τζαμιού που έχτισε η μητέρα του Μωάμεθ Δ’. Μάλιστα είναι πέτρα πιο πολύτιμη από χρυσό και πετράδια, γιατί τα άτομα που πάσχουν από ίκτερο θεραπεύονται αγγίζοντάς την τρεις φορές το Σάββατο. Αυτή είναι η πέτρα που προκάλεσε τον θάνατο του Γιουσούφ Πασά.

«Ο υπηρέτης προτείνει και ο Θεός διαθέτει και οι γλώσσες των ανθρώπων είναι οι γραφίδες του Θεού». Όταν ο σουλτάνος Ιμπραήμ αποκάλυψε το μυστικό της εκστρατείας στον Γιουσούφ Πασά κατά την αναχώρησή του, είπε: «Αν επιστρέψεις νικητής, θα σε ανταμείψω σύμφωνα με την αξία σου». Και πράγματι, έτσι συνέβη, επειδή η κατάκτηση των Χανίων, επιχείρηση τόσο δύσκολη, παραχωρήθηκε στον Γιουσούφ Πασά πριν από την άφιξη του στόλου του εχθρού με ειδική εύνοια του Θεού και καμία ανταμοιβή δεν θα μπορούσε να ισοδυναμεί με τέτοια αξία, αλλά μόνο η δόξα του Μαρτυρίου. Ήταν αγαπημένος του Θεού, ο οποίος πρώτα του χάρισε την κατάκτηση και ύστερα το στέμμα του Μάρτυρα. Δόξα τω Θεώ που εγώ, ο φτωχός Εβλία, υπήρξα μάρτυρας μιας τόσο περίφημης πολιορκίας και επέστρεψα σώος στην πατρίδα μου. Φίλησα τα χέρια των γονιών μου, οι οποίοι μου ευχήθηκαν χαρά στην ασφαλή επιστροφή μου. Ο πατέρας μου είπε: «Η εκστρατεία που κάνατε, καθιστά τώρα περιττή την είσοδό μου στο πεδίο της μάχης». Εγώ είπα: «Αγαπημένε μου πατέρα, έχεις γεράσει. Ήσουν παρών σε εβδομήντα μάχες από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Προσευχήσου τώρα για τον αγαπημένο σου γιο, που θα πηγαίνει σε μάχες αντί για σένα». Του φίλησα το χέρι και τότε μου είπε την ακόλουθη ιστορία, παροτρύνοντάς με να την ακούσω με τα αυτιά της ψυχής μου:

«Τη χρονιά που γεννήθηκες, γιε μου, στη βασιλεία του σουλτάνου Αχμέτ Α’, πραγματοποιήθηκε στον Ιππόδρομο μεγάλη συγκέντρωση επτακοσίων βεζίρηδων και σπουδαίων ανδρών, για να τεθούν τα θεμέλια του τζαμιού του σουλτάνου Αχμέτ. Έσκαψαν σε βάθος από σαράντα μέχρι πενήντα πήχεις και όταν τα τοιχώματα των θεμελίων έφτασαν στο επίπεδο του εδάφους, συγκεντρώθηκαν οι ουλεμάδες και οι αστρονόμοι και με τις προσευχές και τελετές που συνηθίζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις καθορίστηκε η θέση του μιχράμπ. Ο Καλεντέρ Πασάς ονομάστηκε επιθεωρητής, ο Καρά Σουνμπούλ Αλή Εφέντης γραμματέας και ο χότζας μας (ο δάσκαλος ανάγνωσης του Εβλία), ο Εβλία Εφέντης, ιμάμης των θεμελίων. Ο σεΐχης του Ουσκουντάρ, ο Μαχόμεντ Εφέντης, ονομάστηκε σεΐχης. Ο Μαχμούτ Τσελεμπή, ο Καρά Μαχμούτ Αγάς και σαράντα άλλοι άνδρες με ωραίες φωνές [ονομάστηκαν] μουεζίνηδες των θεμελίων. Μια μέρα ήλθε ο σουλτάνος Αχμέτ και έστησε τη σκηνή του σε εκείνο το μέρος της αυλής του τζαμιού, όπου τότε παρέμενε μόνο ένα ζωγραφισμένο κιόσκ που ανήκε στο σεράι του Κότζα Μοχάμεντ Πασά. Εδώ ο σουλτάνος έκανε γιορτή για όλους τους βεζίρηδες και μεγάλους άνδρες της πρωτεύουσας, η οποία ξεπέρασε ακόμη και τη γιορτή της περιτομής του σουλτάνου Αχμέτ. Όταν αποσύρθηκε η συγκέντρωση, έμειναν στη σκηνή του σουλτάνου μόνο ο Μαχμούτ Εφέντης του Ουσκουντάρ, ο Εβλία Εφέντης ο κύριος μου, ο Καρά Σουνμπούλ Αλή Εφέντης, ο Ιμπραήμ Εφέντης ο ανώτερος των χειρουργών, ο δερβίσης Ομάρ Γκιουλσενί, ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές και εγώ, ο φτωχός σου πατέρας, που ήμασταν σκυμένοι κοντά στο έδαφος. Ο σουλτάνος μας είπε: “Αν θέλει ο Θεός, αυτό το τζαμί θα τελειώσει και θα είναι καλός τόπος προσευχής, αλλά πρέπει να είναι καλά προικισμένο”. Ο Εβλία και ο Μαχμούτ Εφέντης του Ουσκουντάρ είπαν: “Ευγενέστατε αυτοκράτορα, αναλάβετε μια στρατιωτική εκστρατεία και στη συνέχεια αφιερώστε τα εισοδήματα της κατακτημένης γης στο νεόχτιστο τζαμί σας, όπως έκανε ο πρόγονός σας Σουλεϊμάν, ο οποίος, αφού κατέκτησε αυτοπροσώπως τη Ρόδο, τη Στάνκιο [Κω] και άλλα νησιά, αφιέρωσε τα εισοδήματά τους στο τζαμί του, το οποίο είναι, με αυτόν τον τρόπο, το καλύτερα προικισμένο από όλα τα αυτοκρατορικά τζαμιά. Αν η μεγαλειότητά σας αναλάβει εκστρατεία εναντίον της Κρήτης (Κιρίντ), θα προστατεύσετε το πέρασμα των Οθωμανών εμπόρων και προσκυνητών από τα πλοία των απίστων”. Ο ανώτερος των χειρουργών Ιμπραήμ και ο Μαχμούτ Εφέντης του Ουσκουντάρ είπαν μια φάτιχα για αυτή την καλή πρόθεση, οι επτά προσευχές της οποίας επαναλήφθηκαν από όλους τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι την τελείωσαν λέγοντας: “Aν ευχαριστεί τον Θεό, η προσευχή μας θα γίνει δεκτή”.

Τότε ο σουλτάνος Αχμέτ είπε: “Μα μορφωμένοι μου κύριοι, βρισκόμαστε σε ειρήνη με τους Ενετούς. Είναι άραγε αξιοπρεπές για έναν σαχ-ιν-σαχ (βασιλιά των βασιλέων) να καταπατά συνθήκες ειρήνης; Με ποιο πρόσχημα θα την σπάσουμε, ιδιαίτερα τώρα, όταν η Ανατολία διατηρείται σε εξέγερση από τους Καρά Γιαζιτζή, Σαΐντ Άραμπ, Καλεντέρογλου και Τζεννέτογλου, εναντίον των οποίων βαδίζει ο βεζίρης μου Μουράτ Λάλα; Πώς μπορώ λοιπόν να σκεφτώ την κατάκτηση του Χάνδακα;” Ο Εβλία απάντησε: “Αυτοκράτορά μου, την τρίτη μέρα όλοι οι επαναστάτες θα χτυπηθούν και θα λάβεις τα καλά νέα τη δωδέκατη, θα περάσουν σαν χείμαρρος. Ο Μουράτ Πασάς θα γεμίσει πηγάδια με τα νεκρά τους σώματα και θα αποκτήσει στην ιστορία με αυτήν την πράξη το όνομα του Μουράτ Πασά του πηγαδά (κουγιουτζή)”. Αυτή η πρόβλεψη πραγματοποιήθηκε, με την είδηση ότι ο Μουράτ Πασάς είχε γεμίσει όλα τα πηγάδια κοντά στο Χαλέμπ και το Αζέζ με τα πτώματα των ανταρτών. O Μαχμούτ Εφέντης του Ουσκουντάρ εκμεταλλεύθηκε αυτή την ευκαιρία για να υπενθυμίσει στον αυτοκράτορα το έργο του Κρητικού Πολέμου και του πρότεινε να στείλει αρχικά πρεσβεία στον ηγεμόνα της Βενετίας, για να του ζητήσει να εγκαταλείψει το νησί της Κρήτης. Ο σουλτάνος Αχμέτ, ευχαριστήθηκε με αυτή την ιδέα και έστειλε τον Κουρντ-Τσαούς, καλό και εύγλωττο ομιλητή, με δώρα, ως πρεσβευτή στη Βενετία. Έφυγε με μεγάλη βιασύνη και στο τέλος επτά ημερών έφτασε στη Βενετία, κάνοντας τη δημόσια είσοδό του στις 8 του μηνός και διαβάζοντας τις επιστολές του σε δημόσια συνεδρίαση. Η Γερουσία συμφώνησε με το αίτημα και εκδόθηκαν επιστολές, με τις οποίες ο Κουρντ-Τσαούς στάλθηκε πίσω. Αφού φίλησε το έδαφος ενώπιον του αυτοκράτορα, οι επιστολές διαβάστηκαν από τον διερμηνέα παρουσία του Μαχμούτ Εφέντη του Ουσκουντάρ, του Εβλία, του Σουνμπούλ Αλή, του Ιμπραήμ, του Τογάνι, του Ισμαήλ Εφέντη του σχολιαστή του Μασναβί, του Τζουνουμπί σεΐχη των μεβλεβήδων στο Κασίμ-πασα, του δερβίση Ομέρ Γκιουλσενί, του Γκιουζελτζή Γκιουλαμπί, του Κουζού Αλή Αγά, του Αμπντί Αγά και εμένα, του φτωχού πατέρα σου, με την ακόλουθη μορφή και νόημα: “Ζητήσατε από εμένα των ηγεμόνα [δόγη], τον πολύ ταπεινό υπηρέτη σας, το νησί της Κρήτης, με 600.000 κατοίκους, 770 χωριά και περίμετρο 7.070 μιλίων, με επτά ορυχεία χρυσού, αργύρου και άλλων μετάλλων, το οποίο είμαστε έτοιμοι να δώσουμε”. Σε αυτά τα λόγια, όλοι όσοι ήσαν παρόντες διάβασαν τη φάτιχα και οι μωαμεθανικές κραυγές (Αλλάχ! Αλλάχ!) έσχιζαν τον αέρα.

Το τέλος της επιστολής έλεγε: “Όμως εμείς οι φτωχοί, δίνοντας σε εσάς, μεγάλε μονάρχη, ένα νησί τόσο πλούσιο όσο εκείνο της Κρήτης, εκλιπαρούμε από εσάς τη χάρη, να μας κάνετε δώρο τα λιμάνια της Ἀκρας, της Σαΐντα [Σιδώνος], της Βηρυτού και την παλαιά έδρα της θρησκείας μας, την Ιερουσαλήμ. Μόνο για αυτόν τον σκοπό μπορούμε να σας παραχωρήσουμε το νησί της Κρήτης και θα ήταν πιο λογικό να ελευθερώσετε τις κληρονομικές σας χώρες από τους αντάρτες, που τις λυμαίνονται, παρά να διατυπώνετε τόσο περίεργες απαιτήσεις. Με τις ευχές μας!” Ο Αχμέτ, ακούγοντας αυτή την απάντηση, λυπήθηκε βαθιά και άρχισε να κλαίει. Ο Μαχμούτ Εφέντης είπε: “Γιατί λυπάται η μεγαλειότητά σας; Εκείνοι άρχισαν λέγοντας ότι ήσαν έτοιμοι να παραδώσουν το νησί. Ο Θεός είναι εκείνος που υπαγόρευσε σε αυτούς αυτά τα λόγια, σύμφωνα με τα οποία θα υποχρεωθούν να παραδώσουν το νησί”. Ειπώθηκε μια φάτιχα και επαναλήφθηκαν οι μωαμεθανικές κραυγές (Αλλάχ!). Στη συνέχεια είπαν: “Αν ευχαριστεί τον Θεό, σίγουρα θα κατακτηθεί”. Και λέγοντας αυτό, άλλαξαν θέμα συζήτησης. Όταν αυτή η επιστολή διαβάστηκε και πάλι στο ντιβάν, ο αυτοκράτορας έτυχε να βρίσκεται στον εσώτατο κήπο του, στο μέρος που ονομάζεται τσεμέν-σοφά και να συνομιλεί με τους προαναφερθέντες μορφωμένους και ενάρετους κύριους. Άνοιξε ξαφνικά η πύλη του εσώτατου χαρέμ και βγήκε ο κιζλάραγας, ακολουθούμενος από επτά πρίγκιπες που φίλησε τα χέρια του αυτοκράτορα και στη συνέχεια ενός από του σεΐχηδες, που ήσαν μαζί του και ο σουλτάνος είπε: “Κύριοι, οι πρίγκιπες γιοι μου είναι οι πιο ταπεινοί υπηρέτες σας”. Στη συνέχεια πρόσταξε να παίξουν μπροστά του, για να διαλύσουν τη μελαγχολία που είχε προκαλέσει η απάντηση των Ενετών. Έπαιζαν μπάλα και ο πρίγκιπας Οσμάν, ο πιο δυνατός και εύσωμος από αυτούς, ήταν ανώτερος από τους υπόλοιπους. Όταν ήρθε κοντά στον θρόνο του πατέρα του, εκείνος τον ρώτησε: “Οσμάν μου! Με σένα θα κατακτήσω την Κρήτη;” Ο πρίγκιπας απάντησε: “Τι να την κάνω την Κρήτη; Θα κατακτήσω τη χώρα του λευκών κοριτσιών της Ρωσίας και θα χύσω αίμα εκεί”. Λέγοντας αυτό, συνέχιζε να παίζει. Ο Εβλία Εφέντης είπε: “Δόξα στον Θεό, το αθώο αγόρι που δεν μπόρεσε να πιάσει το νόημα που είχαν τα λόγια του αυτοκράτορα”. Ο Μαχμούτ παρατήρησε ότι είχε κατανοήσει καλά τη λέξη Κρήτη, αλλά ότι υπήρχε κάτι μυστηριώδες στην απάντησή του σχετικά με τα λευκά κορίτσια της Ρωσίας. Τώρα ήρθε ο πρίγκιπας Οσμάν, που κυνηγούσε τον αδελφό του Μωάμεθ ακόμη και κάτω από τον θρόνο, όπου είχε βρει καταφύγιο ο Μωάμεθ και έχοντας συρθεί προς τα έξω και πάλι, η μπάλα που του πέταξε ο Οσμάν, άγγιξε το επίχρυσο τουρμπάνι του και τραυμάτισε τον λαιμό του. Αίμα κυλούσε λοιπόν και εκείνος ζαλίστηκε.

Ο σουλτάνος Αχμέτ είπε: “Κοίτα, Μωάμεθ, ο Οσμάν είναι αδελφός σου και όμως σε έχει πληγώσει. Αυτή είναι η πορεία του κόσμου. Χτύπα τον με τη σειρά σου”. Σκούπισε το αίμα του και αφού τον κάθισε στα πόδια του θρόνου, τον ρώτησε: “Θα κατακτήσεις την Κρήτη, Μωάμεθ;” Ο Μωάμεθ είπε, “Θα το κάνω, αλλά ο αδελφός μου Οσμάν χύνει το αίμα μου. Αν δεν είμαι εγώ, ένας άλλος Μωάμεθ θα τελειώσει την κατάληψη που θα ξεκινήσει από μένα”. Ο Ιμπραήμ, ο ανώτερος των χειρουργών, είπε: “Δόξα στο Θεό, τι μυστικά αποκαλύπτονται σήμερα! Αλλά ακόμη κανείς δεν τα καταλαβαίνει”. Τώρα οι πρίγκιπες συνέχιζαν να παίζουν μπάλα. Ο Βαγιαζήτ και ο Σουλεϊμάν κυνηγούσαν ο ένας τον άλλο, όταν εντελώς ξαφνικά, ο πρίγκιπας Μουράτ εξόρμησε από τον τόπο που ονομάζεται Μαύρο Κυπαρίσσι και έριξε μια μπάλα σε αυτούς, η οποία χτύπησε και τους δύο, κι έτσι αίμα έτρεχε από τις μύτες τους. Ο σουλτάνος Αχμέτ είπε: “Μουράτ μου, γιατί χτύπησες τους αδελφούς σου έτσι;” Ο πρίγκιπας απάντησε: “Δεν ήταν πρόθεσή μου, αλλά αυτό είναι το παιχνίδι του κόσμου. Ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω, επειδή με πλησίαζαν και θα έπαιρναν τη θέση μου!” Ο Ομέρ Γκιουλσενί είπε: “Υπάρχει, επίσης, κάποιο μυστήριο σε αυτό”. Τώρα ερχόταν ο πρίγκιπας Ιμπραήμ με φόρεμα ρουμπινί χρώματος. Ο σουλτάνος Αχμέτ τον ρώτησε, “Πού ήσουν Ιμπραήμ μου;” “Εγώ”, είπε εκείνος, “έκανα την πλύση του μαρτυρίου και έχω έρθει τώρα να παλέψω και να παίξω με όλους τους αδελφούς μου”. Μπήκε άγρια και έριξε μια μπάλα στο κεφάλι του σουλτάνου Οσμάν, έτσι που του έριξε κάτω το τουρμπάνι του και τον έκανε να κλαίει. Ο πρίγκηπας Μουράτ έριξε τώρα μια μπάλα στον Ιμπραήμ, ο οποίος την έλαβε απτόητος, δήθεν για να κατευθύνει τη μπάλα του στον Βαγιαζήτ, αλλά γύρισε ξαφνικά και την έριξε στον Μουράτ με τέτοια βία, που εκείνος έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα αναίσθητος. Ο Ιμπραήμ έτρεξε τώρα στον θρόνο του πατέρα του, κάθισε στα πόδια του και είπε: “Δεν έριξα καλή μπαλιά στον Μουράτ;” και έπεσε στη συνέχεια σε απρεπές παιχνίδι. Ο Μουράτ έκλαιγε στο έδαφος, λέγοντας: “Καλύτερα να πέθαινα, παρά να έχανα με αυτόν τον τρόπο από τον Ιμπραήμ!” Το παιχνίδι συνεχιζόταν, προς έκπληξη όλων των θεατών και ο Μουράτ καταδίωξε και πάλι τον Ιμπραήμ και έριξε τη μπάλα σε αυτόν, την οποία έπιασε τόσο θαρραλέα όσο και την πρώτη φορά και υποχώρησε κάτω από τον θρόνο, απ’ όπου βγήκε ύστερα, χωρίς το τουρμπάνι του και έχοντας γδυθεί. Ο σουλτάνος Αχμέτ τον έπιασε από το αυτί και είπε: “Θα κατακτήσεις την Κρήτη και θα την κάνεις κληροδότημα για το τζαμί μου, για τη Μέκκα και τη Μεδίνα”. Ο πρίγκιπας είπε: “Αν με βοηθήσει ο Θεός και μου συμπαρασταθεί, στο όνομα του Θεού και αν ευχαριστεί τον Θεό, ο γιος μου Γιουσούφ θα την κατακτήσει κάτω από την εύνοια του Γιουσούφ του Προφήτη!” Όλοι όσοι ήσαν τώρα παρόντες, είπαν μια φάτιχα να συμβεί αυτό και ο σουλτάνος Αχμέτ είπε: “Πόσο περίεργο είναι, που ενώ είχα πέσει σε μελαγχολία από τη στιγμή που διαβάστηκε η επιστολή του Ενετού και ήθελα να αποσπαστώ με το παιχνίδι των παιδιών μου, εκείνα μάτωσαν λαιμούς και μύτες και με έκαναν να μελαγχολήσω περισσότερο από πριν, μέχρι που ο Ιμπραήμ έδιωξε αμέσως όλη τη στενοχώρια μου, λέγοντας ότι θα κατακτήσει την Κρήτη με τον γιο του”. Ο Θεός να ελεήσει τον σουλτάνο Αχμέτ! Όλα όσα είχε προβλέψει σε αυτό το παιχνίδι, συνέβησαν πραγματικά.

1. Ο σουλτάνος Οσμάν, που χτύπησε τον λαιμό του αδελφού του Μωάμεθ, διέταξε να τον εκτελέσουν όταν πήγαινε στο Χότιν.

2. Ο σουλτάνος Οσμάν, που χτυπήθηκε από τη μπάλα του Ιμπραήμ στα αχαμνά, πέθανε μετά την ανεπιτυχή επιστροφή του από το Χότιν, στο Επταπύργιο, όταν κάποιος Πινιάλ τον βασάνισε, μέχρι που πέθανε από συμπίεση του οσχέου.

3. Οι δύο πρίγκιπες, ο Βαγιαζήτ και ο Σουλεϊμάν, τους οποίους ξεπέρασε ο Μουράτ στο Μαύρο Κυπαρίσσι, στραγγαλίστηκαν στο ίδιο μέρος, με το αίμα να τρέχει από τη μύτη τους, ύστερα από εντολή του σουλτάνου Μουράτ κατά το έτος 1045, όταν έστειλε τον Μπεσίρ αγά στην Κωνσταντινούπολη με τα νέα της κατάκτησης του Ερεβάν. Θάφτηκαν στον τάφο του πατέρα τους Αχμέτ, εικοσιένα χρόνια ύστερα από αυτό το παιχνίδι που είχε συμβεί παρουσία του πατέρα τους.

4. Η μπάλα που έλαβε ο Ιμπραήμ από τον Μουράτ προμήνυε ότι ο Ιμπραήμ θα ήταν, όπως συνέβη, ο διάδοχος του Μουράτ.

5. Το αγενές παιχνίδι του Ιμπραήμ στα πόδια του θρόνου έδειχνε την χλιδή της βασιλείας του, που πέρασε με γάμους και παρέες αναψυχής.

6. Εκείνο που είπε τότε, «Αλίμονο στους φίλους μου», ήταν ο πρόδρομος της περιβόητης ασθένειας από την οποία πέθανε.

7. Η απάντηση που έδωσε ο Ιμπραήμ, όταν βγήκε κάτω από τον θρόνο του πατέρα του και είπε ότι θα κατακτούσε την Κρήτη με τον γιο του Γιουσούφ, πρέπει να γίνει κατανοητή ότι αναφερόταν στον Γιουσούφ Πασά, τον στρατιωτικό διοικητή της εκστρατείας στα Χανιά.

8. Ο Θεός ξέρει γιε μου (συνέχισε ο πατέρας του Εβλία) αν το όνομα του Γιουσούφ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον γιο του Ιμπραήμ, ο οποίος θα ολοκληρώσει την κατάκτηση της Κρήτης που άρχισε από τον πατέρα του.

Γιε μου, όλα αυτά τα μυστήρια τα είδα παρουσία του σουλτάνου Αχμέτ και περίμενα από τότε για την κατάκτηση της Κρήτης, την οποία υποσχέθηκε ο σουλτάνος Ιμπραήμ στον πατέρα του και τώρα εκπληρώθηκε αναλόγως. Εγώ, ο φτωχός πατέρας σου, ήμουν παρών στις προσευχές που λέγονταν τότε για την επίτευξη αυτής της κατάκτησης και εσύ, ο γιος μου, είδες την πραγματοποίησή της. Αν ευαρεστεί τον Θεό, θα είσαι επίσης μάρτυρας της πλήρους κατάκτησής της».

Με αυτόν τον τρόπο ο πατέρας μου, ο δερβίσης Μοχάμεντ, ο επικεφαλής των χρυσοχόων στην Κωνσταντινούπολη, διηγήθηκε την ιστορία των ηγεμόνων. Το έλεος του Θεού σε αυτόν! Καθώς υπάρχουν χίλιες περίπου περιγραφές για την πολιορκία των Χανίων, δεν θα μακρηγορούσα πολύ σε αυτό το θέμα, αλλά θα έλεγα με απλό τρόπο αυτό που είδα.

Ο Τζοβαντζή Καπουτζή Μοχάμεντ Πασάς, ο μεγάλος βεζίρης, έχοντας καθαιρεθεί ονομάστηκε στρατιωτικός διοικητής στην Κρήτη και το βεζιράτο δόθηκε στον Ντεφτερντάρ Σαλέχ Πασά, ο οποίος απένειμε στον αδελφό του, τον Μουρτεζά Πασά, τη θέση του κυβερνήτη της Βούδας με τρεις ουρές. Και στον Ιμπραήμ Τσελεμπή, που ήταν πριν χαζινεντάρ, τη θέση του κυβερνήτη της Βαγδάτης. Ο γιος του Σαλέχ Πασά, ο Τσελεμπή Μοχάμεντ, γνωστός με το όνομα του απαγχονισμένου Ντεφτερντάρ–Ζάντε Μοχάμεντ Πασά, έγινε αγάς των γενίτσαρων, με τη φήμη του βεζίρη, αλλά καθώς δεν το δέχτηκε, στάλθηκε ως στρατιωτικός διοικητής στο Ερζερούμ. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, διορίστηκα υπάλληλος στο τελωνείο του Ερζερούμ, μουεζίνης και σύντροφος αυτού τού πασά. Ήταν άνθρωπος ευχάριστος στη συνομιλία, με μεγάλες γνώσεις σε όλες τις επιστήμες, γενναιόδωρος, γενναίος, ποιητής και πολιτικός. Μου χάρισε πλούσια δώρα και ετοίμασα τις σκηνές μου για το ταξίδι στο Ερζερούμ. Μου απονεμήθηκε ένας μανδύας τιμής (καφτάν) ενώπιον του σουλτάνου Ιμπραήμ. Είπε στον πασά, δίνοντάς του το αυτοκρατορικό διάταγμα: «Είσαι ο απόλυτος βεζίρης μου και στρατιωτικός διοικητής μου εναντίον των Περσών. Αν επαναστατήσουν, όλος ο στρατός της Ανατολίας μέχρι το Ερεβάν είναι υπό τις διαταγές σου». Του έδωσε πέντε πουγγιά, πενήντα μουλάρια και άλλες τόσες καμήλες για το ταξίδι, υπέροχη σκηνή και δύο πανωφόρια από σαμούρι. Περάσαμε υπό τις ευλογίες του σουλτάνου Ιμπραήμ στο Σκουτάρι, όπου στήσαμε τις σκηνές μας στον τόπο που ονομάζεται Αγά-τσαϊρί. Την ίδια μέρα ο Τσερκές Ντερζή Μουσταφά, ένας από τους αυτοκρατορικούς οπλοφόρους (σιλαχσόρ), στάλθηκε επειγόντως στο Ερζερούμ στον Μαλατιαλή Σιλιχτάρ Σουλεϊμάν Πασά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στο Σκουτάρι, ο ταμίας του πασά Ντιλμπέρ Τσελεμπή παύτηκε με αυτοκρατορικό φιρμάνι και η θέση του δόθηκε στον Αλή αγά, έναν από τους συγγενείς του πασά. Μείναμε μία εβδομάδα στο Σκουτάρι και στη συνέχεια, την πρώτη μέρα του Ρετζέμπ, ξεκινήσαμε το ταξίδι μας για το Ερζερούμ.

<-6. Ταξίδι στην Κριμαία 8. Ταξίδι στο Ερζερούμ και το Ναχτσεβάν->
error: Content is protected !!
Scroll to Top