| <-5. Ταξίδι στο Αζάκ (Αζόφ) | 7. Εκστρατεία εναντίον των Χανίων-> |
6. Ταξίδι στην Κριμαία
Άφησα το Αζόφ μαζί με τον στρατό των 80.000 ανδρών του Γκεράι Χαν και των 20.000 απίστων της Μολδαβίας και της Βλαχίας και διέσχισα μαζί τους τον Τάναϊ [Ντον], που χύνεται στον μυχό της θάλασσας του Αζόφ. Το νερό, όντας ρηχό στον μεγάλο Ντον, το πέρασαν οι 800.000 ιππείς χωρίς την παραμικρή δυσκολία, αφού έφτανε μόνο μέχρι τους αναβολείς. Οι Τάταροι έδεναν τους σάκους και τις αποσκευές τους στις ουρές των αλόγων τους και σε διάστημα εικοσιμιάς ωρών ολόκληρος ο στρατός έφτασε στις απέναντι στέπες του Χεϊχάτ.
Στον σταθμό του Μπουρεμπάι, απέναντι από τη δυτική πλευρά του Αζόφ, ένα παρακλάδι του Ντον ρέει προς τη θάλασσα του Αζόφ, όπου εκβάλλει σε τρία διαφορετικά κανάλια. Καθώς περνάει μέσα από καλάμια για μεγάλη απόσταση, δεν είναι ιδιαίτερα γλυκό. Η επιδερμίδα των κατοίκων στις ακτές του είναι κίτρινη και έχουν ένα είδος όγκου ή λοβού στον λαιμό. Όλος ο στρατός σταμάτησε εδώ, σαν να βρισκόταν σε ευχάριστο ανθισμένο λιβάδι, ενώ τριακόσια άλογα σφάχτηκαν και φαγωθήκαν εκείνο το βράδυ. Εδώ ήταν που έφαγα για πρώτη φορά κρέας αλόγου. Αν και ανήκα στον χαν των Τατάρων, ζούσα όμως με τον Κία Μπεγκ της φυλής των Μασουρλί, οι οποίοι έχουν τα γιουρτ (καταυλισμούς) τους στην Κριμαία. Η περιοχή Μάνκις Ελί από την πλευρά της Γκοζλάβα είναι το γιουρτ τους. Τα άλογά τους είναι εξαιρετικά χοντρά και το κρέας τους δύσκολα ξεχωρίζεται από το κρέας των ζαρκαδιών και είναι εύπεπτο. Το επόμενο πρωί χτύπησαν τα μεγάλα τύμπανα και ύστερα από πορεία εννέα ωρών φτάσαμε στον ποταμό Σουντ,74 τον οποίο πέρασε ολόκληρος ο στρατός και σταμάτησε στην άλλη πλευρά, αλλά το έδαφος ήταν εξαιρετικά ελώδες, εκατό άλογα και πενήντα σκλάβοι χάθηκαν στους βάλτους. Αυτός ο ποταμός πηγάζει από τα δυτικά βουνά της Ρωσίας και εδώ χύνεται στη θάλασσα του Αζόφ. Το όνομα Σουντ ή ποταμός-γάλα προέρχεται από το υπόλευκο χρώμα του, το οποίο παίρνει από τα διάφορα μεταλλικά στρώματα από τα οποία περνά κατά την πορεία του. Δεν είναι καλός για πόση και προκαλεί όγκους ή πρήξιμο στον λαιμό όσων το πίνουν. Υπάρχουν εβδομήντα καλλιεργούμενες πόλεις και χωριά στις δύο πλευρές αυτού του ποταμού, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα ευημερούσες, λόγω των καταστροφών των Τάταρων της Κριμαίας. Όλοι αυτοί οι τόποι ανήκουν στους Ρώσους.
Φύγαμε από αυτό το μέρος και φτάσαμε στον ποταμό Μους,75 μεγάλο ποτάμι που περάσαμε με τη μεγαλύτερη δυσκολία αυτή την ψυχρή εποχή, με τα χέρια να είναι όλα μέσα σε δερμάτινα γάντια. Είναι γλυκό νερό, όπως εκείνο του Ντον, του Δνείπερου και του Δούναβη και περιέχει εξαιρετικά ψάρια. Προέρχεται από τα βόρεια βουνά της Ρωσίας. Το διασχίσαμε και την επόμενη μέρα, όταν χτύπησαν τα μεγάλα τύμπανα για αναχώρηση, είχε πέσει χιόνι σε βάθος τριών πήχεων. Κοιμηθήκαμε εκείνη τη νύχτα στο χιόνι του πεδίου Κιπτσάκ και φτάσαμε την επόμενη μέρα στον σταθμό του Μπουρουμπάι. Εδώ κοιμηθήκαμε ξανά στο χιόνι και την επόμενη μέρα, ύστερα από δεκαέξι ώρες πορείας, φτάσαμε στα σύνορα της Κριμαίας.
Τη στιγμή που μπαίναμε στο κάστρο του Οραγζί, ο Καρά Ρετζίμπ Αγάς, ο αγγελιοφόρος του μεγάλου βεζίρη Καρά Μουσταφά Πασά, έφθανε με είκοσι ιππείς από την Κωνσταντινούπολη και αφού άκουσε τη λυπητερή ιστορία της αδυναμίας να πάρουμε το Αζόφ, πήρε επιστολές από τον χαν και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, μπήκα στην πόλη του Μπαχτσεσεράι76 με τον χαν και μου παραχωρήθηκε ένα σπίτι εκεί, στα όρια της κοιλάδας του Τσουρουκσού (σάπιο νερό) όπου περνούσα ήσυχα τον χειμώνα χωρίς να ταξιδεύω ούτε βήμα. Αλλά ο χαν, για να αποτρέψει την αποστολή ενισχύσεων στο κάστρο του Αζόφ από τους άπιστους, έκανε τρεις εξορμήσεις με σαράντα έως πενήντα χιλιάδες ιππείς, ακόμη και μέχρι τα κανόνια του Αζόφ, φέροντας πίσω αιχμαλώτους. Ο βεζίρης του (ο Κάλγα Σουλτάν) έκανε επίσης τρεις εξορμήσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας και επέστρεψε στην Κριμαία με 10.000 σκλάβους και πολλή λεία. Στις αρχές της άνοιξης ήρθε ο Χασάν Αγάς, ο αρχιθαλαμηπόλος της Υψηλής Πύλης, φέρνοντας στον χαν 12.000 δουκάτα ως χρήματα εκκίνησης και αυτοκρατορικό επίσημο έγγραφο που τον πρόσταζε να είναι έτοιμος να μπεί στο πεδίο με την έναρξη της καλής περιόδου, εναντίον του Αζόφ. Ο χαν πήρε τις εντολές με όλες τα σημάδια υποταγής και καθήκοντος, τα άλογα μπήκαν για τροφή στα λιβάδια για σαράντα ημέρες, ύστερα από τις οποίες ο στρατός χωρίστηκε και πάλι σε τμήματα για να επιστρέψει στο Αζόφ, η φρουρά του οποίου, σταθμίζοντας όλες τις δυσκολίες της πολιορκίας, τις απώλειές τους, καθώς και την αδυναμία να κρατήσουν τελικά το φρούριο εναντίον της οθωμανικής δύναμης, το εγκατέλειψαν και διέφυγαν με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους σε διάφορα άλλα κάστρα τους.
Ο Τάταρος χαν αφού έφτασε στα σύνορα του ποταμού Σουντ, έμαθε για τη φυγή της φρουράς από ορισμένους αιχμαλώτους που είχε συλλάβει και έσπευσε με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα για να φτάσει στο φρούριο. Το βρήκε άδειο, όχι μόνο από άνδρες, αλλά και από ζώα. Ούτε σκύλος, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι δεν φαινόταν. Μόνο ένας γενουάτικος πύργος παρέμενε όρθιος. Ο Τάταρος χαν έστειλε τότε την ευχάριστη είδηση στην Κωνσταντινούπολη. Την ενδέκατη ημέρα μερικοί Ρώσοι κατάσκοποι που έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του χαν των Τατάρων. Ομολόγησαν ελεύθερα και ανοιχτά, ότι υπήρχαν σαράντα κατάσκοποι στο Λιμάνι, οι οποίοι, έχοντας μάθει για τις τεράστιες προετοιμασίες του οθωμανικού στρατού, ειδοποίησαν την φρουρά να φύγει από το κάστρο και ότι φτάνοντας εκεί οι ίδιοι, είχαν πέσει στα χέρια των Τατάρων. Αυτοί οι τρεις κατάσκοποι αποκεφαλίστηκαν. Την 13η ημέρα αυτού του μήνα ο οθωμανικός στρατός έφτασε με μεγάλη λαμπρότητα, με διοικητή τον Τσοβάν καπουτζή-μπαση βεζίρη Μοχάμεντ Πασά και βρήκε το φρούριο άδειο. Το απέδωσαν αρχικά σε κάποιο υποχθόνιο στρατήγημα των απίστων και περίμεναν τρεις ημέρες. Την τέταρτη μέρα διακηρύχθηκε μουσουλμανική προσευχή και όλοι οι Μολδαβοί και Βλάχοι πήραν εντολή να εργαστούν στα θεμέλια και να τα χτίσουν ξανά. Έσκαβαν τρεις ημέρες, μέχρι που έφτασαν σε πηγές νερού. Τα πλοία ήσαν όλα απασχολημένα μεταφέροντας πέτρες από παλιό μοναστήρι στο νησί του Τιμουρλένκ και το έργο της οικοδόμησης άρχισε. Μέσα σε ένα μήνα είχαν τελειώσει δύο πύργους, ισχυρότερους από τους προηγούμενους γενουάτικους πύργους και οι ιστορίες της Κριμαίας καταγράφουν τη χρονολογία της οικοδόμησής του και το όνομα του κατασκευαστή. Ανακηρύχθηκε έδρα σαντζακμπέη υπαγόμενου στην κυβέρνηση του Καφφά, αφέθηκε ένας μπεηλερμπέης ως διοικητής με είκοσι συντάγματα γενίτσαρων, έξι πυροβολικού, δέκα συντάγματα ντουφεξήδων, επτά χιλιάδες Τάταρους, επτά σαντζακμπέηδες και δώδεκα αλάι μπεγκ, με 26.000 άνδρες, εβδομήντα μεγάλα κανόνια στα προπύργια και τριακόσια μικρά στα όρια της τάφρου. Η πλήρης επισκευή και εξοπλισμός κόστισε το ποσό των 5.000 πουγγιών. Κατά τη διάρκεια της οικοδόμησής του οι Τάταροι έκαναν επτά επιδρομές στη Ρωσία και επέστρεψαν με 15-20.000 αιχμαλώτους στο οθωμανικό στρατόπεδο, κι έτσι οι αιχμάλωτοι πωλήθηκαν για όχι περισσότερο από δέκα γρόσια ο καθένας. Τελικά ο βασιλιάς των Μοσχοβιτών ικετεύοντας για συγνώμη και φωνάζοντας «Αμάν! Αμάν!» (συγνώμη, οικογένεια του Οσμάν !),77 έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς η οικοδόμηση έχει σχεδόν τελειώσει, ο στρατιωτικός διοικητής Μαχόμεντ Πασάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και ο υπόλοιπος στρατός πήρε άδεια, να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ακολούθησα και πάλι τη φυλή των Μασουρλί και ήρθα μαζί τους στην Κριμαία. Περάσαμε ευχάριστα για είκοσι μέρες στο Μπαχτσεσεράι και στη συνέχεια πήραμε άδεια από τον χαν να επιστρέψουμε στην Κωνσταντινούπολη, με δώρο ένα πουγγί γρόσια, τρεις σκλάβους, ένα πανωφόρι από σαμούρι και ένα καφτάνι. Ο Κάλγα Σουλτάν και ο Νουραντίν Σουλτάν (τα δύο πρώτα αξιώματα της αυλής των Τατάρων) και δεκατέσσερις αγάδες, μου έδωσαν έναν σκλάβο ο καθένας, έτσι ώστε είχα αριθμό σκλάβων και χρήματα τέσσερα πουγγιά. Σε αυτούς τους σκλάβους πρόσθεσα τους δεκαοκτώ που είχα αποκτήσει στα ταξίδια μου από την Τραπεζούντα στη Μινγκρελία και την Αμπχαζία, πήρε την άδεια του χαν και όλων των μεγάλων ανδρών και ιππεύοντας τα άλογα του Κάλγα Σουλτάν, ξεκίνησα το ταξίδι μου με την παρέα μερικών φίλων, που έμειναν μαζί μου μέχρι να φτάσουμε στο Καχίντερε. Εκεί χωρίσαμε, όλοι οι φίλοι μου επέστρεψαν στο Μπαχτσεσεράι και εγώ συνέχισα τον δρόμο μου προς νότο για διάστημα έξι ωρών, μέχρι τη Μπαλακλάβα.
Περιγραφή του κάστρου της Μπαλακλάβα
Εμποδιζόμενος από πολεμικές αποστολές να επισκεφθώ με ελεύθερο χρόνο τα περίεργα της Κριμαίας, δεν τολμώ να δώσω περιγραφή της. Το ίδιο συμβαίνει και με το κάστρο της Μπαλακλάβα.78 Έχοντας επιβιβαστεί εδώ με τριακόσια άτομα στη σάικα του Ουτσελί Σεφέρ Ρέις, κοιμήθηκα πάνω στο πλοίο, ταραγμένος από βαριά όνειρα. Την επόμενη μέρα βγήκα στην ακτή, για να διώξω το κακό της νύχτας με λίγη ελεημοσύνη και την επόμενη μέρα απομακρύνθηκα από το λιμάνι σε κακή ώρα, την οποία διαδέχονταν, όπως λέει το κείμενο του Κορανίου, χειρότερες ημέρες. Μια μέρα και μια νύχτα πηγαίναμε με τον άνεμο να φυσάει από την πρύμνη και ήμασταν τότε στη μέση περίπου της Μαύρης Θάλασσας. Τα βουνά της Μπαλακλάβα και του Σουλουγιάρ είχαν εξαφανιστεί, ενώ δεν φαίνονταν ούτε εκείνα της Σινώπης και της Άμασρας και τιναζόμασταν πάνω-κάτω, χωρίς να γνωρίζουμε καλά προς τα πού πηγαίναμε. Ξέσπασε ξαφνικά ανατολική καταιγίδα με βροντερά σύννεφα, με την εμφάνιση των οποίων οι ναυτικοί άλλαξαν χρώμα και άρχισαν να σφίγγουν τα χέρια τους. Κοίταζαν την πυξίδα και ύστερα ο ένας τον άλλον και είχαν ήδη αποφασίσει να χάσουν την ψυχή τους. Ένας γέρος ναύτης τους είπε: «Παιδιά (Ντάις!) Δεν βλέπετε τους προδρόμους μιας καταιγίδας; Τι φοβάστε; Χαμηλώστε το πάνω επιστήλιο με το πανί». Το έκαναν, αλλά το πλοίο βάραινε πολύ. Πέταξαν στη θάλασσα τις τσάντες, τα χαλάκια, τα βαρέλια και τους κορμούς που βρίσκονταν στο κατάστρωμα. Στοίβαξαν διακόσιους νεαρούς αιχμαλώτους κάτω (ανμπάρ) και έκλεισαν τις καταπακτές. Έτσι το πλοίο ελάφρυνε, αλλά εξακολουθούσε να τινάζεται τρομερά από την επίδραση των ρευμάτων. Στίχος:
«Αν στην καταιγίδα το σκάφος μου εξοκείλει, τι να κάνω;
Κανένας δεν μπορεί να διατάξει τους ανέμους».
Στις 4 του Σαφέρ του έτους 1055, η καταιγίδα άρχισε να μας χτυπάει ανελέητα, τίποτα άλλο παρά βροντές και κεραυνοί, χαλάζι και χείμαρροι βροχής, που έπεφταν πάνω μας για τρεις ημέρες και νύχτες. Οι ναυτικοί, εξαντλημένοι από την κούραση, σύρθηκαν όλοι σε μια γωνιά του πλοίου. Από τους επιβάτες, άλλοι έκαναν εμετό, άλλοι προσεύχονταν, άλλοι έταζαν θύματα και θυσίες, άλλοι ελεημοσύνες και προσκυνήματα. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, είπα: «Ελάτε, υπηρέτες του Θεού, ελάτε και προσευχηθείτε μαζί μου τη σούρα Ιχλάς (απελευθέρωση) που ο Θεός μπορεί να ευαρεστηθεί να μας δώσει». Αφού άρχισαν όλοι να απαγγέλλουν ένθερμα αυτή τη σούρα, ο καιρός καθάρισε, η καταιγίδα σταμάτησε, αλλά το τίναγμα του πλοίου συνεχιζόταν με πιο τρομακτικό τρόπο. Το πλοίο άγγιζε τη μια στιγμή τους ψηλότερους ουρανούς και την επόμενη κατέβαινε στα βάθη της κόλασης. Τα κύματα της Μαύρης Θάλασσας υψώνονταν μπροστά μας σαν τα κάθετα τείχη του όρους Μπισουτούν. Τελικά ανοίξαμε την αποθήκη (ανμπάρ) και ρίξαμε όλο το βαρύ εμπόρευμα στη θάλασσα, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Βλέπαμε ότι το πηδάλιο επρόκειτο να σπάσει και για να αποτραπεί αυτό, όλοι οι ναυτικοί ενώθηκαν και άρχισαν να κόβουν με τσεκούρια, πρώτα τα στηρίγματα, ύστερα το κατάρτι, το οποίο πέφτοντας στη θάλασσα σκότωσε έντεκα άνδρες. Μέχρι να πεταχτούν τα σώματά τους στη θάλασσα, υπήρχε τέτοια ουρλιαχτό στο πλοίο, που καθένας απελπιζόταν για τη ζωή και ένιωθε ότι παρέδιδε την ψυχή του. Εκείνη τη στιγμή ήρθε πάλι μια ριπή αέρα (σιγινάκ), η οποία, απειλώντας να σκίσει το πλοίο στα δύο, οδήγησε όλους τους αιχμαλώτους και τους σκλάβους, που έκλαιγαν και θρηνούσαν, έξω από το αμπάρι. Μερικοί κρατιούνταν μαζί, σφίγγονταν μεταξύ τους, άλλοι γδύνονταν και όλοι προσπαθούσαν να κρατηθούν από σανίδα ή βαρέλι. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, νιώθοντας σε κατάσταση αναστάτωσης συνέχισα να προσεύχομαι τη σούρα Για Σιν και ανέθεσα όλα τα πράγματά μου στον Θεό λέγοντας τον στίχο: «Αναθέτω τις υποθέσεις μου στον Θεό» και ότι: «Εκείνος που φοβάται τον Θεό, θα βρει έξοδο διαφυγής και θα βρει πρόνοια για την κατάστασή του, από εκεί που δεν το περιμένει. Και εκείνος που εμπιστεύεται τον Θεό, δεν θα εγκαταλειφθεί από Αυτόν». Ενώ επαναλάμβανα αυτές τις προσευχές, είδα ότι κάποιοι άπιστοι (αιχμάλωτοι) είχαν πιάσει τη μεγάλη βάρκα και την κατέβαζαν με σχοινιά, την ίδια στιγμή που κάποιοι άλλοι ναυτικοί ρίχνονταν από την άλλη πλευρά, με σανίδες, στη θάλασσα. Εγώ και επτά από τους συντρόφους μου, παρακολουθώντας τη στιγμή που κατέβαινε η μεγάλη βάρκα, ριχτήκαμε μέσα σε αυτήν. Οι άπιστοι έκοψαν αμέσως τα σχοινιά και δύο από αυτούς επιτέθηκαν με μαχαίρι στον Ραμαζάν Τσελεμπή από το Αϊντάμπ. Οι επτά σύντροφοί μου τράβηξαν αμέσως τα ξίφη τους εναντίον των οκτώ απίστων, που είχαν σηκώσει τα χέρια τους εναντίον μας και σκότωσαν τέσσερις από αυτούς, ενώ οι άλλοι τέσσερις ρίχτηκαν στη θάλασσα από φόβο και παραμείναμε κύριοι της μεγάλης βάρκας. Πετάξαμε όλες τις βαριές αποσκευές στη θάλασσα και καθώς η μεγάλη βάρκα ήταν τώρα ελαφριά και ανεβοκατέβαινε από τα κύματα, είδα πώς το μεγάλο πλοίο είχε σχιστεί στα δύο, από την πλώρη μέχρι την πρύμνη και 350 επιβάτες, έμποροι και 400 σκλάβοι απλώθηκαν στη θάλασσα, άλλοι πηγαίνοντας στον βυθό, άλλοι προσπαθώντας να σωθούν κολυμπώντας, άλλοι πάνω σε σανίδες και άλλοι προσπαθώντας να φτάσουν στη βάρκα μας, από τους οποίους πήραμε πάνω τον παραμυθά Εμίρ Τσελεμπή. Όταν τον πιάσαμε, ήρθαν κι άλλοι κολυμπώντας και σύντομα πειστήκαμε ότι αν τους ανεβάζαμε, θα πηγαίναμε όλοι μαζί στον πάτο και επομένως, με το σπαθί στο χέρι, κρατούσαμε μακριά όλους όσους προσπαθούσαν να πιαστούν από τη μεγάλη βάρκα. Το ναυάγιο του πλοίου είχε πια εξαφανιστεί με όλους τους άνδρες και ενώ συνεχίζαμε να τιναζόμαστε πάνω-κάτω, με τα τουρμπάνια μας βαριά από το νερό, αντιληφθήκαμε τον δικαστή του Μενκούμπ, τον Αλή Εφέντη, να κολυμπάει σαν άγγελος του ωκεανού. Από το χέρι της θεϊκής δύναμης οδηγήθηκε κοντά στη βάρκα μας και τον πήραμε, κι έτσι ήμασταν τώρα δέκα από εμάς πάνω σε αυτήν. Συνεχίσαμε να προσευχόμαστε τη σούρα Για Σιν και προχωρούσαμε, αδειάζοντας το νερό και απελπισμένοι όλοι για τη ζωή. Έτσι προχωρούσαμε μέρα και νύχτα, τρέμοντας όλοι από το κρύο, γυμνοί και πεινασμένοι, κλαίγοντας και θρηνώντας. Ο παραμυθάς και ο δικαστής δέχθηκαν επίθεση από κρίση αποπληξίας, ρίξαμε τα πτώματά τους στη θάλασσα και μειωθήκαμε όπως πριν σε οκτώ άτομα. Αλλά είχαμε την ατυχία να υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ξυλείας, μήκους είκοσι πήχεων και πλάτους μιας γιάρδας, το οποίο ταξίδευε μαζί με τη βάρκα, αγγίζοντάς την κατά καιρούς, χωρίς να μπορούμε να το αποτρέψουμε.
Την τρίτη μέρα το μεσημέρι ήρθε ένα κύμα που ανέτρεψε τη βάρκα και έπεσα με το κεφάλι στη θάλασσα. Όντας καλός κολυμβητής, δούλευα με όλη μου τη δύναμη, ανέθεσα τον εαυτό μου στον Κύριο, στη μεσολάβηση του Κορανίου και όλων των Αγίων, όλων των μεγάλων και ευσεβών ανθρώπων που είχα γνωρίσει μέχρι τώρα στα ταξίδια μου και με αυτό το είδος προσπάθειας, κρατώντας το κεφάλι μου καθαρό, κολυμπούσα απτόητος. Είδα ότι το μεγάλο κομμάτι ξύλου, που κολυμπούσε πριν δίπλα στη βάρκα μας, περνούσε από κοντά μου και αμέσως πιάστηκα από αυτό, κυκλώνοντάς το σαν φίδι. Προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο, ριγώντας και πεινασμένος, ξαφνικά άκουσα θόρυβο πίσω μου και κοιτάζοντας γύρω είδα δύο γεωργιανά αγόρια, δύο κιρκασιανά κορίτσια και έναν Ρώσο σκλάβο, που κρατιόντουσαν όλοι από το μεγάλο κομμάτι ξύλου πάνω στο οποίο προχωρούσα. Φοβόμουν πολύ ότι το βάρος τους θα βύθιζε το ξύλο και σκεφτόμουν πώς να απαλλαγώ από τους συντρόφους μου στην κακοτυχία, όταν, καθώς ένα άδειο βαρέλι περνούσε δίπλα, ο Ρώσος σκλάβος θέλησε να το πιάσει και ρίχτηκε στη θάλασσα για τον σκοπό αυτόν, αλλά μη μπορώντας να το φτάσει, πνίγηκε και έμειναν μόνο οι τέσσερις σκλάβοι. Η καταιγίδα τώρα καθάριζε εντελώς, η θάλασσα κατέβαινε και την επόμενη μέρα φάνηκε στεριά. Πεταχτήκαμε στην ακτή εξαντλημένοι και μισοπεθαμένοι. Ρίχτηκα στο έδαφος, για να δοξάσω τον Θεό και να ευχαριστήσω το απέραντο έλεός του, ο οποίος, έχοντας πάρει από εμένα δεκαοκτώ σκλάβους που αποκτήθηκαν στα ταξίδια μου στη Μινγκρελία και την Αμπχαζία, μου έκανε πάλι δώρο τέσσερις σκλάβους, δύο υπέροχα αγόρια και δύο όμορφα κορίτσια. Έχοντας ριχτεί σε εσοχή των βράχων, μερικοί καλοί άνθρωποι μας έδωσαν ρούχα για να καλύψουμε τη γύμνια μας και μας ανέβασαν στους βράχους που φαίνονταν να τρυπούν τον ουρανό. Έχοντας ρωτήσει πού βρισκόμουν, μου είπαν ότι αυτά ήσαν τα βουνά της Κελίγρα [Καλιάκρα στη Βουλγαρία]79 στο σαντζάκι της Σιλίστρα [Σιλίστρα επί του Δούναβη, στη μεθόριο Βουλγαρίας-Ρουμανίας].80 Έτσι είχα κινηθεί τρεις ημέρες μέσα στη βάρκα από τη στιγμή που το πλοίο βυθίστηκε, ενώ από τη στιγμή που η βάρκα ανατράπηκε, εικοσιτέσσερις ώρες πάνω στο ξύλο, μέχρι που πετάχτηκα στην ακτή στην Κελίγρα, με τους δερβίσηδες του οποίου τόπου άρχισα αμέσως ευλαβή συνομιλία και κατέλαβα τα κελιά, τα οποία διέθεσαν σε μένα και στους σκλάβους μου.
Περιγραφή της μονής του Κελίγρα Σουλτάν
Το κτίριο αυτό αποδίδεται στον Σαρή Σαλτίκ Σουλτάν, ο οποίος, αφού χειροτονήθηκε δερβίσης στην πόλη Γιασού από τον Αχμέτ Γιασούι, ήρθε με τον Χατζή Μπεκτάς και τριακόσιους φτωχούς ανθρώπους στον σουλτάνο Ορχάν και στάλθηκε μετά την κατάκτηση της Μπούρσα στη Ρωσία και την Πολωνία, τη Βοημία και τη Δοβρουτσά.81 Ο Χατζή Μπεκτάς του έδωσε ξύλινο σπαθί, χαλί, λάβαρο, τύμπανο, μεγάλο τύμπανο και τρομπέτα. Ο Κελίγρα Σουλτάν με εβδομήντα μαθητές άπλωσε στη θάλασσα την προβιά (πάνω στην οποία κάθονταν) και πήγαιναν, προσευχόμενοι, χτυπώντας τύμπανα και ανεμίζοντας λάβαρα, από τη Ρούμελη στην Κριμαία και από εκεί στον λαό των Χέσντεκ στους Μοσχοβίτες και των Λίπκα στην Πολωνία. Στο Ντάντσιχ82 συνομίλησε με τον Σβέτι [Άγιο] Νικόλαο τον πατριάρχη, του οποίου το όνομα είναι το ίδιο με του Σαρή Σαλτίκ τον οποίο σκότωσε, υιοθέτησε το έθιμό του και με αυτόν τον τρόπο προσηλύτισε πολλές χιλιάδες στο Ισλάμ. Έτσι ταξίδευε πολλά χρόνια κάτω από το όνομα Σαρή Σαλτίκ και όντας ο ίδιος ωχροκίτρινος (όπως ήταν ο Σαρή Σαλτίκ), πήρε από τον Αχμέτ Γιασούι το όνομα του κίτρινου μπεγκ. Αλλά το κανονικό του όνομα είναι Μοχάμεντ Μπουχάρα, ενώ εγκαταστάθηκε στη συνέχεια στο Παραβάντι.83 Ο βασιλιάς της Δοβρουτσάς ζήτησε ένα θαύμα από τον Σαρή Σαλτίκ ως επιβεβαίωση της αποστολής του. Υπήρχε τότε στη Δοβρουτσά ένας φοβερός δράκος, στον οποίο ακόμη και οι δύο κόρες του βασιλιά είχαν δοθεί ως τροφή. Ο Σαρή Σαλτίκ συμφώνησε να ελευθερώσει τα δύο κορίτσια, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές, μαζί με τον πατέρα τους, θα αγκάλιαζαν το Ισλάμ. Πήγε στη στήλη, στην οποία ήσαν δεμένες ως θύματα για τον δράκο, συνοδευόμενος από τους εβδομήντα δερβίσηδές του, που χτυπούσαν τύμπανα και ανέμιζαν το λάβαρο. Έλυσε τις πριγκίπισσες και στη συνέχεια περίμενε με το ξύλινο σπαθί του, αναμένοντας τον ίδιο τον δράκο, ενώ στο μεταξύ οι εβδομήντα δερβίσηδες χτυπούσαν το τύμπανο. Όταν ο δράκος ήρθε κοντά, ο Σαρή Σαλτίκ του απευθύνθηκε με τον στίχο του Κορανίου που αρχίζει «Χαιρετισμούς στον Νώε στους δύο κόσμους»84 και ύστερα έκοψε τρία από τα κεφάλια του, με αποτέλεσμα να φύγει ο δράκος με τα υπόλοιπα τέσσερα. Ο Σαρή Σαλτίκ τον ακολούθησε μέχρι τη σπηλιά του, στην είσοδο της οποίας έκοψε τα υπόλοιπα με το ξύλινο σπαθί του και ακολούθησε τον δράκο μέσα στο κρησφύγετό του. Ο αποκεφαλισμένος δράκος άρχισε να παλεύει με τον Άγιο και να τον πιέζει πάνω στον βράχο, ο οποίος υποχώρησε τόσο θαυμαστά για να παραλάβει το σώμα του Αγίου. Μάλιστα δείχνουν ακόμη τον τόπο με τα σημάδια από τα χέρια και τα πόδια του. Ο δράκος, έχοντας εξαντλήσει τη δύναμή του, έπεφτε στο έδαφος νεκρός και ο Άγιος, με το ματωμένο στήθος του και το ματωμένο ξύλινο σπαθί, οδηγούσε τώρα τα δύο κορίτσια στον πατέρα τους, τον βασιλιά. Πριν από την άφιξή τους, ένας καταραμένος καλόγερος, ο οποίος είχε δείξει στον Σαλτίκ Σουλτάν τον δρόμο προς τη στήλη και είχε πάρει από εκεί τις γλώσσες και τα αυτιά των τριών κεφαλιών που είχαν κοπεί, τα άπλωσε μπροστά στον βασιλιά, κομπάζοντας ότι εκείνος είχε σκοτώσει τον δράκο. Αν και οι κόρες υποστήριζαν το αντίθετο, ο καλόγερος συνέχιζε να καυχιέται και ο Άγιος πρότεινε, ως απόδειξη, να τον βράσουν μαζί με τον καλόγερο σε καζάνι. Αν και στον καλόγερο δεν άρεσε αυτό το είδος της δοκιμασίας, όμως με εντολή του βασιλιά υποχρεώθηκε να την υποστεί. Ο Σαρή Σαλτίκ δέθηκε από του δερβίσηδες και ο καλόγερος από τους συντρόφους του και έβαλαν και τους δύο μέσα σε καζάνι που θερμαινόταν από τεράστια φωτιά. Εκείνη την ώρα ο Χατζή Μπεκτάς, που βρισκόταν τότε στο Κιρσεχίρ στην Ανατολία, σκούπισε με μαντήλι έναν βράχο που έσταζε, λέγοντας: «Ο Σαλτίκ Μαχόμεντ μου βρίσκεται τώρα σε μεγάλη ανησυχία. Ο Θεός να τον βοηθήσει!» Από εκείνη την ημέρα στάζει θαλασσινό νερό από τον εν λόγω βράχο και από εκεί παράγεται το αλάτι που ονομάζεται Χατζή Μπεκτάς. Τον τόπο όπου θερμάνθηκε αυτό το καζάνι τον δείχνουν μέχρι τώρα, ενώ το βουνό ονομάζεται βουνό του καζανιού, Καζάν Μπαλκάνι. Όταν ανοίχτηκε το καζάνι, βρήκαν τον Σαρή Σαλτίκ να ιδρώνει και να λέει: «Αιώνιε (για χαγιού), Ζωοποιέ των πάντων!» Και από τον καλόγερο τίποτε δεν είχε απομείνει, εκτός από μαύρα κάρβουνα και καμένα κόκκαλα. Ο βασιλιάς της Δοβρουτσάς, παρακινημένος από αυτό το θαύμα, ασπάστηκε αμεσως το Ισλάμ, με 7.000 υπηκόους του. Έστειλε πρέσβεις στον σουλτάνο Ορχάν και έλαβε από αυτόν σε αντάλλαγμα τον διορισμό ενός δικαστή, μια ουρά και ένα λάβαρο. Το όνομά του ήταν Αλή Μοχτάρ. Την ίδια χρονιά ο Σαρή Σαλτίκ έκανε τη διαθήκη του, με την οποία διέταξε να φτιαχτούν επτά φέρετρα, γιατί επτά βασιλείς θα ανταγωνίζονταν για το σώμα του, μετά τον θάνατό του. Αυτό συνέβη πραγματικά, όπως προείπε, γιατί αφού τον έπλυναν μετά τον θάνατο και τον τοποθέτησαν στο φέρετρο, επτά βασιλείς ισχυρίζονταν ότι είχαν το πραγματικό σώμα, το οποίο βρέθηκε σε καθένα από τα επτά φέρετρα, όταν το άνοιξαν. Οι επτά βασιλείς που ήθελαν να έχουν στην κατοχή τους το πραγματικό σώμα ήσαν: Ο βασιλιάς των Μοσχοβιτών, όπου έχουν τον Σαρή Σαλτίκ σε μεγάλη ευλάβεια με το όνομα Σβέτι [Άγιος] Νικόλα. Ο βασιλιάς της Πολωνίας, όπου ο τάφος του είναι πολυσύχναστος στο Ντάντσιχ [Γκντανσκ]. Ο βασιλιάς της Βοημίας, όπου δείχνουν το φέρετρό του στην πόλη Πεζούνιγια (;) και στη Σουηδία στη Μπιβάντζα (;) Ο πέμπτος βασιλιάς ήταν της Αδριανούπολης, όπου ο τάφος του βρίσκεται στο μοναστήρι της πόλης Μπατούρια, η οποία είναι πια μεγάλο μέρος που ονομάζεται Μπαμπά-Εσκισί,85 και το επισκέπτονται εκείνοι που ταξιδεύουν από Κωνσταντινούπολη προς Αδριανούπολη. Ο έκτος βασιλιάς ήταν εκείνος της Μολδαβίας, που το έθαψε σε σκιερό μέρος κοντά στο κάστρο του Μπόζακ, όπου ο Βαγιαζήτ Β’, μετά την κατάκτηση του Ακ-κερμάν, έχτισε τζαμί, ιμαρέτ, μεντρεσέ, λουτρό, χάνι και μνημείο για τον Σαρή Σαλτίκ Ντεντέ. Αυτή η πόλη ονομάζεται Μπαμπαντάγ.86 Είναι ευχάριστη πόλη, όπου όλα ανήκουν στο κληροδότημα του Σαρή Σαλτίκ. Την κατοχή του έβδομου φέρετρου ανέλαβε ο Αλή Μοχτάρ, ο προσήλυτος βασιλιάς της Δοβρουτσάς, που το έθαψε στην Κελίγρα [ακρωτήριο Καλιάκρα στη Βουλγαρία, από το Καλή Άκρα], στο σπήλαιο του Δράκου και έτσι αποκαλείται Κελίγρα Σουλτάν. Κελίγρα σημαίνει στα λατινικά επτακέφαλος δράκος, είναι τα πιο καθαρά λατινικά. Από αυτά τα επτά μέρη ταφής αυτού του Αγίου, τρία είναι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από τα οποία ονομάζεται Μπαμπά Σουλτάν στο Μπαμπαντάγ, Σαρή Σαλτίκ Σουλτάν στο Μπαμπά-Εσκισί και εδώ, Κελίγρα Σουλτάν. Στις χριστιανικές χώρες ονομάζεται γενικά Άγιος Νικόλαος, είναι πολύ σεβαστός και οι χριστιανοί μοναχοί ζητούν ελεημοσύνη υπό την αιγίδα του.
Το μοναστήρι βρίσκεται σε ακρωτήριο που εκτείνεται μέσα στη Μαύρη Θάλασσα σαν προβοσκίδα ελέφαντα. Τα πλοία που ταξιδεύουν από την Κωνσταντινούπολη προς Καρά Τσίρμεν,87 Κοστέντζι [Κωνστάντζα] και Κίλια [Κελλία] περνούν κατά μήκος αυτών των βράχων της Κελίγρα [Καλιάκρα], ακριβώς απέναντι από εκείνους της Σινώπης και αν ο καιρός είναι καθαρός, φαίνονται αμοιβαία από τις δύο ακτές. Το σπήλαιο στο οποίο ο Σαρή Σαλτίκ σκότωσε τον δράκο είναι ταυτόχρονα ο τόπος ταφής του. Το μοναστήρι χτίστηκε από τον Αλή Μοχτάρ. Το ξύλινο σπαθί του Αγίου, η κούνια του, το ντέφι, το μεγάλο τύμπανο, το τύμπανο, το λάβαρο και το σαντζάκ του φυλάσσονται εδώ. Πολυάριθμα κελλιά το περιβάλλουν, τα οποία καταλαμβάνονται από μορφωμένους και ενάρετους δερβίσηδες, που μένουν εδώ πάνω στις προβιές τους, όλοι αληθινοί Σουνίτες και πιστοί, περισσότεροι από εκατό. Διάβαζαν μαζί μου περισσότερους από οκτώ μήνες, με τη μέθοδο του Χαφς. Τα παράθυρα του μοναστηριού και του μνημείου βλέπουν όλα προς τη θάλασσα. Αξίζει να δει κανείς την υπέροχη κουζίνα, που μοιάζει με εκείνη του Κεϊκαβούς. Η φωτιά διατηρείται μέρα και νύχτα στη σόμπα για τους περαστικούς και τους ξένους. Δεν έχουν κληροδοτήματα, αλλά ζουν από ελεημοσύνη. Είναι όλοι εξαγνισμένοι από μυστικιστική θεία αγάπη. Στα δεξιά και αριστερά του βουνού υπάρχουν πολλά πηγάδια στα βράχια. Τα βράχια που είναι κάθετα, όπως εκείνα του όρους Μπισουτούν έχουν ανασκαφεί στη βάση. Τα προεξέχοντα βράχια είναι τόσο ψηλά, που πλοία με κατάρτια με ύψος εκατό γυάρδες μπορούν να μπουν εδώ και να αγκυροβολήσουν. Οι πλοίαρχοι αυτών των πλοίων φορτώνουν κριθάρι και σιτάρι, το οποίο οδηγείται πάνω σε κάρρα στα στόμια των προαναφερθέντων πηγαδιών που είναι κομμένα στον βράχο και χύνεται κάτω μέσω αυτών στα αμπάρια. Αυτά τα πηγάδια κόπηκαν στους αρχαίους χρόνους από άπιστους λιθοξόους, που ήσαν σαν πολλούς Φερχάντ. Και είναι περίεργο θέαμα, που δεν βλέπει κανείς αλλού και γλιτώνει κύκλωμα μεταξύ τριών και τεσσάρων ωρών, φέρνοντας το κριθάρι στους πρόποδες του βράχου. Δεν υπάρχουν τέτοιοι ψηλοί και θλιβεροί βράχοι πουθενά αλλού στη Μαύρη Θάλασσα. Κατά τη διάρκεια νότιων και ανατολικών θυελλών η θάλασσα παράγει ένα βρυχηθμό στα κουφώματα, που ακούγεται μέχρι το Ιφλατάρ και το Ιλχανλάρ κοντά στη Σιλίστρα, ταξίδι μιας ημέρας από εδώ. Πάνω σε αυτούς τους βράχους υπάρχουν φωλιές αετών τόσο μεγάλων σαν πρόβατα, που ακόμη σκοτώνονται και τρώγονται από κάποιους για αρνίσιο κρέας. Κοντά στο μοναστήρι είναι το κάστρο της Κελίγρα, το οποίο πήρε ο Μούσα Τσελεμπή από τα χέρια των απίστων. Ανήκει στην περιοχή του Μπάλτσικ, στην κυβέρνηση του Οτσάκοφ. Είναι μικρό αλλά ισχυρό τετράγωνο κάστρο στην ακτή, είκοσι (;) βήματα σε περίμετρο, με πύλη που ανοίγει προς τα δυτικά και δεν έχει τζαμί ή χάνι, ούτε κυβερνήτη ή φρουρά. Ευρισκόμενο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, δεν έχει τάφρο από τη μία πλευρά. Στην ανατολική πλευρά υπάρχει γκρεμός εκατό οργιών. Το κάτω μέρος αυτού του κάστρου είναι επίσης ανασκαμμένο, όπως τα βράχια του μοναστηριού. Όταν ο Νασίφ Πασαζάντε Χουσεΐν ήταν κυβερνήτης του Οτσάκοφ, αυτές τις ακτές μερικές φορές λυμαίνονταν οι Κοζάκοι και οι άπιστοι Ρώσοι, οι οποίοι συλλάμβαναν αιχμαλώτους τους κατοίκους. Τότε ο Χουσεΐν Πασάς ανανέωσε αυτό το κάστρο με δικά του έξοδα και το φρουρούσε, έτσι ώστε οι ακτές να προστατεύονται από επιδρομές. Αλλά από τότε που ο μεγάλος βεζίρης Καρά Μουσταφά Πασάς αφαίρεσε τη φρουρά για να ταπεινώσει τον Χουσεΐν Πασά, το κάστρο παρέμεινε έρημο. Δόξα στο Θεό, που αφού διέφυγα τους κινδύνους της θάλασσας και ελευθερώθηκα από αυτήν, σαν το πουλί που τόσο άρρωστο αφήνει το κλουβί του σώματος, πέρασα οκτώ μήνες εδώ σε γλυκιά κουβέντα, έως ότου, με τον ερχομό της άνοιξης, πήρα άδεια από τους φίλους μου και επέστρεψα στην Κωνσταντινούπολη.
Επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη
Την άνοιξη του 1054, πήρα άδεια από τον Κελίγρα Σουλτάν και μπαίνοντας σε πλοίο με τους τέσσερις σκλάβους μου ταξίδευα κοντά στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, έτσι ώστε με την παραμικρή καταιγίδα να αγκυροβολήσω. Έτσι πέρασα στον δρόμο μου από τις Καβάρνα, Μπάλτσικ, Βάρνα, Αχιέμπολι [Αχτοπόλ, Αγαθούπολη],88 Σιζέμπολι [Σωζόπολη, Απολλωνία],89 Μισίβρα [Νέσεμπαρ, Μεσημβρία],90 Μπουργκάς, Τσενκίνα, το νησί των καθρεφτών (Αϊνά αντάσι ή Ιγνέαντα, Θυνιάς)91 και το ισχυρό κάστρο του Τορκόζ. Κοντά σε αυτό το μέρος είναι το ανθισμένο λιβάδι και ευχάριστο μέρος του Σκουμρού-τζαΐρ, όπου στρατοπεδεύουν οι γενίτσαροι και οι κουρουτζή και από εδώ προσέχουν την ασφάλεια των παρακείμενων χωριών, γιατί πριν από μερικά χρόνια αυτές οι ακτές είχαν προσβληθεί από Κοζάκους. Από εδώ φτάσαμε στις μαύρες πέτρες [Κυανέες], βραχώδες έδαφος έξω από το στόμιο του Βοσπόρου.
Μετατράπηκε σε πέτρα από τη ρόκα μιας γυναίκας και αποτελεί περίεργο θέαμα. Την περάσαμε και δόξα τω Θεώ μπήκαμε στο κανάλι της Κωνσταντινούπολης, αγκυροβολώντας μπροστά στο κάστρο του Καβάκ. Βγήκα στην ακτή και ευχαρίστησα τον Θεό για την ευτυχή απόδραση από τους κινδύνους της Μαύρης Θάλασσας. Το μήκος της Μαύρης Θάλασσας από τον Βόσπορο μέχρι την Τραπεζούντα στις εκβολές του Φάσι είναι 1.500 μίλια, οι ακτές της Αμπχαζίας είναι 1.700 μίλια και μέχρι τη γωνία της θάλασσας του Αζόφ 2.000 μίλια. 1.700 μεγάλα και μικρά ποτάμια χύνονται σε αυτήν. Ο μεγαλύτερος είναι ο Δούναβης, ο οποίος παραλαμβάνει επτακόσια ποτάμια στην πορεία του και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα από πέντε κλάδους, στα Κίλι [Κίλια], Τούλτζα [Τούλτσεα], Σουλίνα και Καρά Τσίρμεν. Ο Φάσις και ο Τσορούχ στην ασιατική πλευρά. Ο Κουμπάν κοντά στο κάστρο του Ταμάν, το ποτάμι του Αζόφ [Ντον], το ποτάμι του Οτσάκοφ και ο Δνείστερος. Στην ασιατική ακτή ο Κιζίλ Ιρμάκ [Άλυς], το ποτάμι της Τετάρτης (Τσερσεμπέ) και ο Σακάρια [Σαγγάριος]. Από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τον Καφφά [Θεοδοσία] η απόσταση εκτιμάται σε 1.000 μίλια, μέχρι τη Μπαλακλάβα [Σεβαστούπολη] 1.100, το Ακ-κερμάν [Ασπρόκαστρο] 1.500, τη Βάρνα 500. Από το ακρωτήριο της Κελίγρα [Καλιάκρα] μέχρι εκείνο της Σινώπης 500, από το στόμιο του Βοσπόρου μέχρι την Άμασρα 1.000 και μέχρι την Ηράκλεια 100. Ολόκληρο το κύκλωμα της Μαύρης Θάλασσας, μαζί με εκείνη του Αζόφ, είναι 6.060 μίλια και αν το ταξιδέψει κανείς από τη στεριά, είναι ταξίδι 150 ημερών ή πέντε μηνών, όπου το ταξίδι κάθε ημέρας εκτιμάται σε δώδεκα ώρες. Μόλις έφτασα στην Κωνσταντινούπολη, έσπευσα στο Εγιούπ να διαβάσω για μία ακόμη φορά εκεί το Κοράνι και όταν το έκανα, πήγα στους γονείς μου, που με δέχτηκαν με πολύ μεγάλη καλοσύνη. Ορκίστηκα να μην ξαναδοκιμάσω ποτέ να ταξιδέψω στη Μαύρη Θάλασσα. Μακάρι να προσέχει ο Θεός από τις κακοτυχίες της όλους τους πιστούς του Μωάμεθ. Ύστερα επισκέφθηκα τον επιθεωρητή του τελωνείου και σύντομα βρήκα, από τα δώρα των φίλων μου, αποζημίωση για τη ζημιά που έπαθα στη Μαύρη Θάλασσα, χάνοντας δεκαοκτώ σκλάβους μου και αλλα πραγματα.
| <-5. Ταξίδι στο Αζάκ (Αζόφ) | 7. Εκστρατεία εναντίον των Χανίων-> |
