05_Azov

<-4. Ταξίδι στη Γεωργία και τη Μινγκρελία 6. Ταξίδι στην Κριμαία->

5. Ταξιδι στο Αζάκ (Αζόφ) το 1050 (1640)

Μπήκαμε με τριακόσιους τυφεκιοφόρους των γενίτσαρων και πέντε δικά μου αγόρια-κωπηλάτες, σε δέκα βάρκες των Λεζγών [Λαζών] που ονομάζονταν μουνκέσιλε. Αυτά τα σκάφη είναι φτιαγμένα από τα μεγάλα πλατάνια που αναπτύσσονται στον ποταμό Τσορούχ και αποτελούνται από τρεις σανίδες, δύο από τις οποίες σχηματίζουν τις πλευρές και η τρίτη σχηματίζει τον πυθμένα. Οι πλευρές είναι επενδεδυμένες με καλάμι, διπλάσιο σε πάχος από τον καρπό ενός άνδρα. Αυτή η επένδυση με καλάμι τις κρατάει στην επιφάνεια στις καταιγίδες της Μαύρης Θάλασσας και κολυμπούν σαν σφουγγάρια. Δεν έχουν ούτε πρύμνη ούτε θάλαμο πλώρης, αλλά είναι ίδιες και από τις δύο πλευρές και ονομάζονται μουνκέσιλε. Με αυτά τα σκάφη έφυγα από τη Γωνία με καλό άνεμο, πέρασα τον ποταμό Τσορούχ και έφτασα στο λιμάνι Σοκάρι Ισκελεσί,61 στα σύνορα της Μινγκρελίας. Ο τόπος αποβίβασης (ισκέλε) της Χαντίρα62 δεν έχει λιμάνι. Ο τόπος αποβίβασης Σιβρί63 έχει παλιό ερειπωμένο λιμάνι. Ο τόπος αποβίβασης Γιάβισε64 είναι ερειπωμένο κάστρο όπου τώρα φυλάσσονται κατσίκες. Ο τόπος αποβίβασης Ράιτζα65 είναι χωρίς λιμάνι, αλλά έχει παλιό ερειπωμένο κάστρο. Αυτοί οι πέντε τόποι αποβίβασης βρίσκονται όλοι στα σύνορα της Μινγκρελίας. Τους επισκέπτονται μόνο το καλοκαίρι οι έμποροι που ασχολούνται με το δουλεμπόριο. Τα βουνά κατοικούνται από σαράντα ή πενήντα χιλιάδες πολεμοχαρείς Μινγκρέλιους. Περάσαμε τους εν λόγω πέντε τόπους αποβίβασης και φτάσαμε την επόμενη μέρα, σε απόσταση εκατό μιλίων από τη Γωνία, στον μεγάλο ποταμό Φάσε-τσάι (Φάσι).66 Ο Φάσα (Φάσις, τώρα Ριόνι) είναι μεγάλος ποταμός σαν τον Δούναβη, σε κάποια σημεία με πλάτος ένα μίλι, σε άλλα μισό και βάθος από οκτώ έως δέκα οργιές, δροσερός σαν πηγή ζωής. Χύνεται σε κόλπο στο βόρειο άκρο της Μαύρης Θάλασσας, 1.300 μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Πηγάζει μεταξύ Μινγκρελίας, Γεωργίας, Ταγκιστάν, Καμπαρτάι και Κιρκασσίας, από το όρος Καύκασος (Κουχάλ-μπουρζ), το Ουμπούρ και τη Σάντασα και περνάει μεταξύ Μινγκρελίας και Αμπχαζίας προς τη Μαύρη Θάλασσα. Στην ανατολική πλευρά βρίσκονται τα χωριά της Μινγκρελίας, στη δυτική η Αμπχαζία. Και οι δύο ακτές καλύπτονται από πυκνά δάση, ενώ οι δύο λαοί κλέβουν αμοιβαία ο ένας τα παιδιά του άλλου και των δύο φύλων και τα πωλούν ως σκλάβους. Περάσαμε τον Φάσι βαδίζοντας προς τα δυτικά και για ολόκληρη μέρα προχωρούσαμε κατά μήκος της ακτής της Μαύρης Θάλασσας.

Περιγραφή της Αμπχαζίας

Σχηματίζει τη βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ξεκινά στο στόμιο του Φάσι και τελειώνει στο κάστρο της Ανάπα, κοντά στη χερσόνησο Ταμάν. Η ακόλουθη παράδοση σχετίζεται με την προέλευση της Αμπχαζίας. Σύμφωνα με τους πιο αυθεντικούς ιστορικούς ο Αδάμ δημιουργήθηκε στον Παράδεισο με πραγματική ταταρική μορφή και αφού μετά την εξορία του συνάντησε την Εύα στο όρος Αραφάτ, γέννησαν 40.000 παιδιά, όλα με τη μορφή Τατάρων. Ο Αδάμ, που μιλούσε αραβικά στον Παράδεισο, τα ξέχασε όταν ήταν στη γη και άρχισε να μιλάει εβραϊκά, συριακά, ντεχιλί (;) και περσικά, γλώσσες που ομιλούνταν μέχρι τον κατακλυσμό, μετά τον οποίο η ανθρωπότητα χωρίστηκε σε εβδομηνταδύο έθνη και ισάριθμες γλώσσες. Ο πρώτος που εφηύρε νέες γλώσσες ήταν ο Εντρίς (Ενώχ) που έγραψε και συνέρραψε βιβλία και τα έκρυψε στις πυραμίδες, απ’ όπου τα έβγαλαν μετά τον κατακλυσμό οι φιλόσοφοι, οι οποίοι πολλαπλασίασαν έτσι τις γλώσσες στον αριθμό των εκατόν σαρανταεπτά. Ο Ισμαήλ ανέκτησε τα αραβικά και τα περσικά που ομιλούνταν αρχικά στον Παράδεισο και ο Ησαύ προώθησε τα τουρκικά ως γλώσσα των Τατάρων. Οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτούς είναι: οι Χιντ, οι Σιντ, οι Μογάνι, οι Κούρδοι, οι Μουλτάν, οι Μπανιάν και δώδεκα έθνη πυρολατρών με άλλες τόσες γλώσσες. Οι Νογάι, Χέσντεκ, Λίπκα, Τσαγκατάι, Λεζγοί, Γεωργιανοί, Μινγκρέλιοι, Σουρσάντ, Νταντιάν, Ατζικμπάς, Αρμένιοι, Έλληνες, Τουρκομάνοι, Κόπτες και Ισραηλίτες ή Εβραίοι. Οι Φράγκοι χωρίστηκαν σε Ισπανούς, Γάλλους, Γενουάτες, Πορτογάλους, Ενετούς, Τοσκανούς, Σέρβους, Βούλγαρους, Κροάτες, Ιταλούς κ.λπ. Τέσσερα παιδιά του Μενούτσερ, του παλιού Πέρση βασιλιά, διέφυγαν προς την Έρλα (Άγκρα)67 και όταν ρωτήθηκαν ποιοι ήσαν, απάντησαν «είμαστε τέσσερις» (Μεν τσάρ ις), το οποίο αλλοίωσε το όνομα των απογόνων τους σε Ματζάρ.68 Από τους Άραβες, σαράντα φυλές εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Αίγυπτο, όπως οι Μογκρεμπί, Φες, Μερακές, Αφενού, Μαϊμπορνού, Τζίχαλ Χαν, Ασουάν, Σουντάνι, Φούντζι, Καραμάνκι, Μπογάσκι, Μούντζι, Βέρβεροι, Νούβιοι, Χαμπεσί, Γκουλαπσί, Αλεβί, Ρομπί, οι Άραβες της Υεμένης, της Βαγδάτης, της Μέκκας, της Μεδίνας, της Μπαντία και του Ομάν. Όλες οι αραβικές φυλές ανέρχονται σε 3.060. Κάποιοι λένε ότι είναι περισσότερες. Η κυριότερη, πιο ευγενής και εύγλωττη από αυτές είναι η φυλή Κορέις Χασμί από την οποία γεννήθηκε ο Προφήτης, για χάρη του οποίου ο Θεός δημιούργησε τον χρόνο και τον χώρο και που έχει τον τίτλο ο Κύριος των Αράβων και Περσών.

Αλλά για να επιστρέψουμε, ύστερα από αυτή την παρέκβαση, στην προέλευση των Αμπχαζίων, αναφέρεται σε αυθεντικές ιστορίες ότι κατά το έτος 25 της Εγείρας [645 μ.Χ.], στο χαλιφάτο του Ομάρ, υπήρχε ένας Άραβας που ονομαζόταν Μπάσα Μελέκ ο οποίος στη συνέχεια κυβέρνησε Γιαθρέμπ, Μπάθα, Άντεν και Σάμπα και είχε πέντε γιους. Ο πρώτος ονομαζόταν Τζεμπέλ-ουλ-χιμέτ. Ο δεύτερος Άραμπ. Ο τρίτος Κισού, ο οποίος είχε τρεις γιους που ονομάζονταν Κάις, Μεβαλή και Τάι. Ο τέταρτος Λαζκί. Και ο πέμπτος Αμπάζι. Μετά τον θάνατο του πατέρα, η ηγεμονία της φυλής μεταβιβάστηκε στον μεγαλύτερο γιο, τον Τζεμπέλ-ουλ-χιμέτ, ο οποίος, έχοντας κατά λάθος βγάλει το μάτι ενός Άραβα, καταδικάστηκε από τον Ομάρ να χάσει ένα από τα δικά του. Ο Τζεμπέλ-ουλ-χιμέτ το ίδιο βράδυ πήρε μαζί του τους τέσσερις αδελφούς του και αναζήτησε καταφύγιο στην Αντιόχεια, στον αυτοκράτορα Ηράκλειο, ο οποίος του έδωσε τα βουνά της Τρίπολης της Συρίας. Έχτισε εκεί την πόλη Τζεμπελιέ, που εξακολουθεί να φέρει αυτό το όνομα. Έχοντας αναλάβει κάποιες αρπακτικές εξορμήσεις από εκεί προς τη Δαμασκό και τη Μεδίνα, τον κατέβαλαν με τις δυνάμεις τους ο Χάλεντ Μπεν Βελίντ και ο Εσβέντ Μπεν Μοκντάντ και τον υποχρέωσαν να τραπεί σε φυγή. Επιβιβάστηκε σε πλοίο και πήγε στην Αλβανία, όπου ανέλαβε διαμονή στα βουνά της Αυλώνας, οι κάτοικοι των οποίων ονομάζονται τώρα Κορεϊσίτες Αλβανοί. Τα τραγούδια τους έχουν αραβική μουσική και αυτοί αντλούν την καταγωγή τους από τον Τζεμπέλ-ουλ-χιμέτ, ο οποίος είναι θαμμένος κοντά στο Ελμπασάν. Οι απόγονοί του έγιναν αποστάτες και κατοικούν στα βουνά του Ντούκατ (Δουκάτου) μεταξύ Αυλώνας και Ντελόνια [Δελβίνου].69 Έχουν κιτρινόμαυρο χρώμα όπως οι Άραβες και είναι τριχωτοί. Αυτά για τον Τζεμπέλ-ουλ-χιμέτ. Ο αδελφός του Άραμπ και τα τρία ανίψια του, οι Κάις, Τάι και Μεβαλή, οδηγήθηκαν από τον Χάλεντ Μπεν Βελίντ αιχμάλωτοι στη Χετζάζ, όπου οι Κάις και Τάι έγιναν κύριοι των φυλών που φέρουν τα ονόματά τους. Ο Άραμπ, ο θείος τους, έγινε κύριος του Ομάν. Ο πατέρας τους Κισού και οι δύο αδελφοί του, ο Λαζκί και ο Αμπάζι, διέφυγαν από τον Χάλεντ Μπεν Βελίντ, ερχόμενοι πρώτα στη Γωνία και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου, έχοντας ακούσει ότι ο Μουαβίγια, ο γιος του Αμπού Σοφιάν πλησίαζε στην Κωνσταντινούπολη, αναζήτησαν καταφύγιο στην Τραπεζούντα. Εδώ οι όχθες του ποταμού Τσορούχ προς την πλευρά του κάστρου της Γωνίας ανατέθηκαν στους Λαζκί (Λεζγούς), οι οποίοι είναι επίσης αραβικής καταγωγής. Στον αδελφό Κισού ανατέθηκαν τα βουνά των Κιρκασσίων, οι οποίοι, έτσι, καθώς και οι Λεζγοί, καυχώνται ότι είναι Κορεϊσίτες. Ο Αμπάζι πήρε τη χώρα που μάλιστα φέρει το όνομά του και έτσι οι Κιρκάσσιοι, οι Λεζγοί, οι Αμπχάζιοι, οι Αλβανοί, οι αραβικές φυλές Τάι και Κάις είναι όλοι κλάδοι της οικογένειας Κορέις. Έτσι ο Θεός εποίκισε τη γη. Ο Θεός [που είναι παντοδύναμος] κάνει ό,τι του αρέσει και προστάζει ό,τι θέλει! Η κύρια φυλή στην Αμπχαζία είναι οι Τσάτσı, που μιλούν μινγκρελιανά, τα οποία ομιλούνται στην απέναντι όχθη του Φάσι. Είναι πολεμοχαρείς άνδρες, περίπου 10.000 σε αριθμό, οι οποίοι ακολουθούν περισσότερες από μία θρησκείες και είναι απείθαρχο σύνολο ανθρώπων. Τα βουνά τους είναι πολύ εύφορα, κυρίως σε καρύδια, φουντούκια και βερίκοκα. Φέρουν τα ίδια όπλα όπως οι Άραβες, βέλη, τόξα και λόγχες, έχουν λίγους ιππείς, αλλά ανδρείους πεζούς. Το λιμάνι τους Λάκια βρίσκεται δύο ταξίδια προς τα δυτικά, 300 μίλια από την Τραπεζούντα, αλλά επειδή το πιάνουν βαριές θύελλες από τα νότια και τα ανατολικά, κανένα πλοίο δεν μπορεί να περάσει εκεί τον χειμώνα. Πιο πέρα προς τα δυτικά, στην παραλία, είναι το χωριό Χαφάλ, τα σύνορα της φυλής Αρλάν, που αποτελείται από 10.000 φιλοπόλεμους άνδρες. Το λιμάνι τους ονομάζεται Λάτσιγα. Μείναμε εδώ νύχτα. Είναι ευχάριστο λιμάνι, τόσο τον χειμώνα όσο και το καλοκαίρι. Ταξιδέψαμε δύο ταξίδια πιο πέρα προς τα δυτικά, προς τα σύνορα της φυλής Χάντα, 1.500 γενναίοι άνδρες, πραγματικοί Αμπχάζιοι, ονομάζονται ορεινοί Χάντα και το λιμάνι τους Κακούρ. Το χωριό Χάκε κοντά του, που περιβάλλεται από κήπους, έχει θέα στη θάλασσα. Τρία [ημερήσια] ταξίδια πιο πέρα, δίπλα στην παραλία, είναι η μεγάλη Χάντα, εικοσιπέντε χωριά, 15.000 άνδρες. Το λιμάνι τους ονομάζεται Χανταλάρ, αλλά δεν προσφέρει καταφύγιο τον χειμώνα. Πίσω από αυτά τα βουνά είναι η χώρα των Μαμσούχ Κιρκάσσιων. Από τη Χάντα βαδίσαμε ταξίδι μιας ημέρας προς τα δυτικά, δίπλα στην ακτή και φτάσαμε στη φυλή Κετσιλάρ. Η χώρα τους είναι σαν παράδεισος. Αποτελείται από 75 χωριά που παρέχουν 2.000 σκοπευτές. Τα νερά της είναι ευχάριστα. Το μεγάλο ποτάμι Πεσού70 ρέει από τον Καύκασο και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι δροσερό ρεύμα, που δεν διαθέτει πορθμείο το καλοκαίρι, αλλά είναι ασφαλές καταφύγιο πλοίων τον χειμώνα. Και οι δύο όχθες του διαμορφώνονται σε κήπους από τους ανθρώπους της Κετσιλάρ, η οποία μπορεί να φέρει 10.000 άνδρες στο πεδίο, ιππείς κατά το μεγαλύτερο μέρος. Είναι πολύ πλούσιοι και αρπακτικοί άνθρωποι. Μείναμε φιλοξενούμενοι στο χωριό Χάκα, στο σπίτι ενός Αμπχάζιου που ονομαζόταν Ζεπέραχα, όπου οι γενίτσαροι σύντροφοί μας ετοίμασαν γεύμα με δέκα πρόβατα, με το οποίο γλεντήσαμε και στη συνέχεια προχωρήσαμε δύο ταξίδια προς τα δυτικά, στη φυλή των Αρτ, που είναι πιο πολυάριθμοι από τους Κετσιλάρ, αλλά δεν είναι ούτε τόσο γενναίοι ούτε τόσο αρπακτικοί, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς είναι έμποροι που εμπορεύονται γούνα. Τρέφουν μεγάλο αριθμό χοίρων. Δεν ξέρουν ούτε από θρησκευτικά βιβλία, ούτε από δόγματα, αλλά κρατούν τον λόγο τους. Ο αριθμός τους ανέρχεται σε 30.000. Ο μπεγκ τους, συνοδευόμενος από 40-50 οπλισμένους Αμπχάζιους, μας έφερε είκοσι πρόβατα και τρία ζαρκάδια ως δώρο καλωσορίσματος. Φορούσε παλτό που ονομάζεται κιλτσακλί-γκέμπε-τσεκμανί, κρατούσε στα χέρια του τόξο και βέλη και ήταν ζωσμένος σπαθί. Ήταν εύσωμος νεαρός. Όλες οι υπηρέτες του είχαν μακριά μαλλιά, όπως και ο ίδιος. Ο τόπος αποβίβασης σε αυτή τη φυλή ονομάζεται Αρτλάρ. Περάσαμε νύχτα εκεί ως επισκέπτες. Είναι ανοιχτός χώρος κι έτσι τον χειμώνα δεν μπορούν να παραμένουν εκεί πλοία. Ένας άλλος τόπος αποβίβασης ονομάζεται Λιούς, όπου πλοία παραμένουν για έξι μήνες.

Στα βόρεια, ανάμεσα στα βουνά, είναι η Σάντσα, όπου η γη ανήκει στον Σίντι Αχμέτ Πασά. Οι κάτοικοι μιλούν καλά τη γλώσσα τόσο των Αμπχαζίων όσο και εκείνη των Κιρκασσίων. Με τους δεύτερους η χώρα τους συνορεύει. Είναι 7.000 γενναίοι σωματώδεις άνδρες. Οι Αμπχάζιοι και Κιρκάσσιοι βρίσκονται συνεχώς σε επιφυλακή γι’ αυτούς, αλλά διατηρούν και καλή επικοινωνία συναλασσόμενοι μαζί τους με σκλάβους και κερί στον τόπο αποβίβασης στο Αρτ. Οι Κιρκάσσιοι (Τακακού) έρχονται επίσης με σκάφη και εμπορεύονται με ασφάλεια. Προχωρήσαμε τρεις σταθμούς πιο πέρα προς τα δυτικά, κατά μήκος της ακτής της θάλασσας, μέσω δασωμένης περιοχής με ψηλά βουνά, μεταξύ των οποίων υπάρχουν πολλά καλλιεργούμενα χωριά, φτάνοντας στη φυλή των Κάμις, 10.000 γενναίους άνδρες. Νίκησαν τη φυλή του Αρτ πολλές φορές και πήραν τους μπεγκ τους αιχμαλώτους, επειδοί αυτοί οι Αμπχάζιοι κλέβουν ο ένας τα παιδιά του άλλου και ένας άνθρωπος που δεν κλέβει ούτε λεηλατεί θεωρείται ότι είναι κακή παρέα κι έτσι δεν του δίνουν τις κόρες τους σε γάμο. Σε αυτά τα βουνά των Κάμις εκτρέφονται γουρούνια στο μέγεθος γαϊδουριών. Ο τόπος αποβίβασης δεν είναι πολυσύχναστος, λόγω του ταραχώδους χαρακτήρα των ανθρώπων. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων των Κάμις τα παιδιά των Αμπχαζίων στέλνονται από την Κωνσταντινούπολη και το Κάιρο. Έχουν ένα μεστζίντ, ο αέρας είναι ευχάριστος, τα χωριά κοιτάζουν όλα προς την Καάμπα και τον νότο. Η αγορά πραγματοποιείται στον τόπο αποβίβασης. Τρεις σταθμούς πιο πέρα προς τα δυτικά ήρθαμε στη φυλή των Σουτζαλάρ, 10.000 γενναίους άνδρες. Το έδαφος είναι πολύ βραχώδες και υπάρχουν μερικά σπίτια. Υπάρχει τόπος αποβίβασης, αλλά δεν ξέρω το όνομά του. Μείναμε ως επισκέπτες μια νύχτα στο χωριό Χάντεκα. Καθώς συνέβαινε να υπάρχει γάμος, μας φιλοξένησαν με πάρα πολλά πιάτα, μας σέρβιραν ωραία κορίτσια και αγόρια και την επόμενη μέρα ο αγάς της Γωνίας, ο σύντροφός μας, έδωσε στον κύριο του σπιτιού ένα τουρμπάνι, το οποίο εκτιμήθηκε τόσο, σαν να ήταν στέμμα, γιατί μη έχοντας ούτε αγορά, ούτε χάνι, ούτε λουτρό, ούτε εκκλησία, δεν ξέρουν τίποτε από καλλιεργημένους τρόπους. Τα χωριά τους, με 40 έως 50 σπίτια, βρίσκονται στα βουνά. Πλοία όλων των χωρών φέρνουν μπαρούτι, μόλυβδο, μουσκέτα, βέλη, τόξα, σπαθιά, ασπίδες, λόγχες και άλλα όπλα, παλιά παπούτσια, ρετάλια υφάσματος, λινό, μποκασσίνο, χύτρες, αγκίστρια, αλάτι, σαπούνι και παρόμοια είδη και παίρνουν σε αντάλλαγμα, χωρίς τη χρήση χρήματος, σκλάβους, βούτυρο, κερί και μέλι. Από τους Σούτσα προχωρήσαμε δύο σταθμούς προς τα δυτικά, κατά μήκος της ακτής, στη φυλή των Ντέμπε, η οποία παρέχει 2.000 ένοπλους άνδρες. Μείναμε τρεις ημέρες στον δικό τους τόπο αποβίβασης και ανταλλάξαμε τα παλιά μας ρούχα για κορίτσια και αγόρια σκλάβους. Εγώ ο ίδιος αγόρασα ένα Αμπχάζιο αγόρι. Την τέταρτη μέρα προχωρήσαμε δύο ταξίδια προς τα δυτικά στη φυλή των Μποζντούκ, ο μπεγκ της οποίας διοικεί 7.000 άνδρες. Στον δικό τους τόπο αποβίβασης βρήκαμε δέκα πλοία από την Κωνσταντινούπολη και πολλούς από τους φίλους μας, η συνάντηση με τους οποίους υπήρξε μεγάλη απόλαυση για εμάς. Ο Μενγκελί-Γκεράι Χαν οδήγησε 3.000 άνδρες των Μποζντούκ στον πόλεμο του Αστραχάν, όταν τελείωσε ο οποίος, τους έδωσε γιούρτ (κατασκήνωση) στο βουνό Ομπούρ της Κιρκασσίας, όπου παρέμειναν. Είναι γενναίοι άνθρωποι, που μιλούν τη γλώσσα της Αμπχαζίας και της Κιρκασσίας. Οι Μποζντούκ της Αμπχαζίας και της Κιρκασσίας χωρίζονται από το όρος Ομπούρ. Η μεταξύ τους απόσταση είναι τρεις σταθμοί. Κλέβουν αμοιβαίως οι μεν τα παιδιά των δε και τα πωλούν. Δύο ταξίδια πιο πέρα κατά μήκος της ακτής είναι το παλιό ερειπωμένο κάστρο του Οσοβίτς, όπου περάσαμε μια νύχτα ως επισκέπτες. Οι κάτοικοι φτιάχνουν τόξα και βέλη. Ο μπεγκ έχει 3.000 άνδρες στην υπηρεσία του, οι οποίοι φέρουν μουσκέτα. Ο τόπος αποβίβασης του κάστρου ονομάζεται Γκίρμεν Σοβίτς. Αρκούδες, αγριόχοιροι, αλεπούδες, τσακάλια και μπεκάτσες βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στα βουνά. Αυτοί οι Αμπχάζιοι άνθρωποι έχουν παράξενο τρόπο ταφής των μπεγκ τους. Βάζουν το σώμα σε ξύλινο φέρετρο, το οποίο καρφώνουν στα κλαδιά κάποιου ψηλού δένδρου και ανοίγουν μια τρύπα στο φέρετρο, κοντά στο κεφάλι, ώστε ο μπεγκ, όπως λένε, να μπορεί να κοιτάζει προς τα πάνω, στον ουρανό. Μέλισσες μπαίνουν στο φέρετρο και φτιάχνουν μέλι, τυλίγοντας εντελώς το σώμα με αυτό. Όταν έρχεται η εποχή, ανοίγουν το φέρετρο, παίρνουν το μέλι και το πωλούν. Απαιτείται λοιπόν μεγάλη προσοχή, όταν αγοράζει κανείς μέλι από τους Αμπχάζιους. Εμείς εδώ αγοράσαμε μερικά ακόμη αγόρια σκλάβους και προχωρήσαμε δύο ταξίδια προς τα δυτικά στη φυλή των Ασαγκαλί, των οποίων ο μπεγκ μπορεί να φέρει στο πεδίο 2.000 γενναίους άνδρες, αλλά είναι όλοι κλέφτες και τους φοβούνται οι ίδιοι οι Αμπχάζιοι. Υπάρχει επίσης ερειπωμένο κάστρο εδώ, ο τόπος αποβίβασης του οποίου ονομάζεται Ασαγκαλί, στον οποίο συχνάζουν πολύ τα πλοία του Καφφά και του Ταμάν, αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν εδώ τον χειμώνα. Ένα ταξίδι πιο πέρα στα δυτικά βρίσκεται το χωριό Ατίμα που ανήκει στους Ασαγκαλί. Υπάρχουν μεταξύ τους πολλοί μουσουλμάνοι από τους Αμπχάζιους του Τόπ-χανε. Από εδώ η Κιρκασσία απέχει μόνο ταξίδι μιας ημέρας. Δύο ταξίδια πιο πέρα είναι η φυλή των Σούκσου, ο μπεγκ των οποίων διοικεί 3.000 ενόπλους. Έχουν άλογα καλής ράτσας. Ο τόπος αποβίβασης είναι η Χάρντενα. Το ποτάμι, που ονομάζεται Σουκ, δεν έχει πορθμείο. Πηγάζει από τα βουνά της Κιρκασσίας και εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα. Υπάρχουν κάποια πλούσια άτομα μεταξύ τους. Δύο [ημερών] ταξίδια πιο πέρα είναι η φυλή του Κουτάσι,71 της οποίας ο μπεγκ διοικεί 7.000 ενόπλους. Έχουν αποθήκες καλυμμένες με ψάθες. Στο λιμάνι βρίσκεται μεγάλος αριθμός πλοίων από τον Καφφά και το Ταμάν. Συναντήσαμε κάποιους γνωστούς εδώ από την Κριμαία, οι ιππείς της οποίας χώρας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με την Κιρκασσία. Λόγω της εύκολης επικοινωνίας οι άνθρωποι είναι πλούσιοι. Σπέρνουν επίσης καλαμπόκι. Στην υπόλοιπη Αμπχαζία σπέρνουν κεχρί, το οποίο αποδίδει στο εκατονταπλάσιο. Τα σπίτια του Κουτάσι είναι καλυμμένα με καλάμια. Ένα σύμπλεγμα δέκα σπιτιών ονομάζεται καμπάκ, οι τέσσερις πλευρές περικυκλώνονται σαν κάστρο και τα σκυλιά τους φρουρούν σαν λιοντάρια γύρω του. Είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν αυτό, καθώς όλες οι κατοικίες τους βρίσκονται μέσα στο δάσος και το ένα χωριό φοβάται το άλλο. Οι κάτοικοι του Κουτάσι γειτονεύουν με τους Σάνα Κιρκάσσιους. Τους χωρίζει από αυτούς μόνο ένα βουνό, ταξίδι μιας ημέρας. Μιλούν τη γλώσσα των Κιρκασσίων. Έτσι η χώρα των Αμπχαζίων εκτείνεται από τον Φάσι κατά μήκος της ακτής σε μήκος ταξιδιού σαράντα ημερών και πλάτος από πέντε ημέρες μέχρι μία, όπως συμβαίνει στην απόσταση μεταξύ των Κουτάσι Αμπχάζιων και των Σάνα Κιρκασσίων. Αυτές οι σαράντα ημέρες ταξιδιού σημαδεύονται από σαράντα μεγάλα ποτάμια, τα οποία πηγάζουν από τα βουνά που βρίσκονται μεταξύ Αμπχαζίων και Κιρκασσίων και χύνονται στη Μαύρη Θάλασσα. Συνολικά εβδομήντα ψηλά βουνά, με δύο χιλιάδες χωριά, για τα οποία δεν ξέρω τίποτε, αφού δεν τα επισκέφτηκα. Μέσα σε αυτή τη χώρα υπάρχουν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς νόμο ή θρησκεία, οι οποίοι όμως, αν τους αποκαλέσεις άπιστους, θα σε σκοτώσουν, ενώ αν τους αποκαλέσεις μουσουλμάνους, χαίρονται, αλλά αν γίνουν πραγματικοί μουσουλμάνοι, θα είναι πολύ καλοί. Πρόκειται για άγριους περιπλανώμενους ανθρώπους, που κατάγονται από τους Άραβες Κορεϊσίτες, από τον Αμπάζι.

Οι φυλές των Αμπχαζίων στα βουνά είναι οι Ποσούχι, 7.000 φιλοτάραχοι άνδρες, οι Αχτσίσι, 10.000 άνδρες, οι Μπεσλέμπ, 7.500 γενναίοι άνδρες, οι Μουκελέμπε, 30.000 άνδρες, οι Ουαϊπίγα, χίλιοι άνδρες, οι Τζάγρα, οκτακόσιοι αδύναμοι άνδρες, οι Άλα Κορέις, πεντακόσιοι άνδρες, οι Τσιτσακόρε, 3.000 άνδρες. Οι Μάχα, 2.000 άνδρες και οι Παντσάρες, 4.000 άνδρες. Αυτές οι δέκα φιλοτάραχες φυλές ποτέ δεν αναμειγνύονται με τους Αμπχάζιους της ακτής. Οι πιο τολμηροί και καλύτεροι από αυτούς είναι οι Σαντάσα. Στην ακτή και στα βουνά υπάρχουν συνολικά εικοσιπέντε φυλές.

Δείγμα της γλώσσας της Αμπχαζίας

Ένα, ιφ. Δύο, ουέμπα. Τρία, ίχμπα. Τέσσερα, μπέσνα. Πέντε, χόμπα. Έξι, φίμπα. Επτά, μπέζμπα. Οκτώ, άμπα. Εννέα, σέμπα. Δέκα, ζόμπα. Έντεκα, ακζόμπα. Δώδεκα, ουεμπαζόμπα. Έλα, ουάι. Φύγε, ούτσι. Σήκω, οκίλ. Μην πας, ομτσίν. Αγόρι, αρίς. Πηγαίνω, σιτσάμπ. Σύζυγος, αμπαρές. Δεν πάω, σικιτζάν. Γιατί, ουζού.

Δείγμα της Σαντάσα Αμπχάζα

Ένα, ουέχ. Δύο, τόκα. Τρία, σίτε. Τέσσερα, πάλι. Πέντε, ασού. Έξι, κορν. Επτά, ίπλι. Οκτώ, ογά. Εννέα, ίπφι. Δέκα, ζού. Έντεκα, ουεχζού. Δώδεκα, τοκαζού. Ψωμί, σάχα. Κρέας, γα. Νερό, μπέρι. Τυρί, φεχ. Τυρόπηγμα, τσεχουάχ. Αχλάδι, χα. Σταφίδα, μοσού. Σύκα, λαχμάκ. Κάστανα, ακσού. Αλάτι, λάκα. Κάθισμα, οτούζ. Σήκω, οντέτο. Μην πας, όμκε. Πηγαίνω, σικού. Πού πας, σίοκεν. Είμαι απασχολημένος, σουβού σακάγ. Πηγαίνω, σικού. Φέρε ένα κορίτσι, ζίντζε ντόκο. Δεν βρήκα κανένα κορίτσι, αλλά ένα αγόρι, ζίντζε ντόκαλμετ ζάνι όχαντ, κλπ.

Υπάρχουν πολλές άλλες γλώσσες και διάλεκτοι, αλλά έχω παραθέσει μόνο μερικές λέξεις που απέκτησα κατά τη διάρκεια της συναλλαγής. Τις έχω γράψει όπως μπορούσα, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ομιλίας και γραφής, καθώς η προφορά είναι εξαιρετικά δύσκολη, σαν το κελάηδημα των πουλιών. Απαιτείται μεγάλη κρίση και σοφία για να συνομιλήσεις μαζί τους, αλλά ένας ταξιδιώτης που γνωρίζει κάτι από τον κόσμο και από τον Θεό και θέλει να ταξιδέψει ήσυχα, πρέπει να έχει επαρκή ιδέα κάθε γλώσσας, για να καταλαβαίνει αν προοιωνίζεται για αυτόν καλό ή κακό, αν πρόκειται να του προσφέρουν ψωμί ή χτύπημα στο αυτί. Η παροιμία λέει, «Οι άνθρωποι μιλούν σύμφωνα με την νοημοσύνη τους και έτσι είναι πολύ φρόνιμο να μαθαίνουν κάποιες γλώσσες για χρήση στον κόσμο». Ένας τέτοιος άνθρωπος βρίσκει εύκολα τον δρόμο του μέσα από παράξενες χώρες και επιστρέφει με ασφάλεια στο λιμάνι.

Φύγαμε από το λιμάνι του Κουτάσι και στο τέλος διήμερου ταξιδιού κατά μήκος της ακτής φτάσαμε στο κάστρο της Ανάπα.72 Λέγεται ότι ο Αλέξανδρος ο Μέγας, όταν ο Θεός του έδωσε εντολή να χτίσει το τείχος του Γκογκ και Μαγκόγκ και έφτασε σε αυτό το μέρος, ευχαριστήθηκε τόσο με τον αέρα και τη θέση του, που έκτισε εδώ πεντάγωνο κάστρο από τεράστιες πέτρες (σεντάντι, κυκλώπειες). Το δωμάτιο του ντιβάν ήταν στρωμένο με ρουμπίνια, σμαράγδια, τυρκουάζ και καρνεόλια και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε Κάστρο Κεβερπάι Ανάπαϊ. Στη συνέχεια έπεσε στα χέρια των Γενουατών και όταν ο Τιμούρ κατέστρεψε τις πόλεις των Νταντιάν, Χέσντεκ και άλλες πόλεις, συνολικά επτακόσιες, στην εκστρατεία του εναντίον του Τόκταμις, του άρχοντα της Κριμαίας, λεηλάτησε επίσης τα προάστια του κάστρου της Ανάπα, αλλά το ίδιο το κάστρο σώθηκε. Κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ ο μεγάλος βεζίρης Γκεντέκ Αχμέτ Πασάς, ηγούμενος της εκστρατείας εναντίον του Καφφά, πήρε αυτό το κάστρο επίσης από τους Γενουάτες και έβαλε στρατεύματα σε αυτό. Βρίσκεται στο άκρο του ακρωτηρίου που χωρίζει το έδαφος της Αμπχαζίας από την Κιρκασσία, πάνω σε αργιλικό γκρεμό. Είναι ισχυρό κάστρο, χωρίς φρουρά και έχει καταπατηθεί αρκετές φορές από τους Κοζάκους του Τάναϊ [Ντον]. Έξω από το κάστρο υπάρχουν 150 σπίτια χτισμένα από καλάμι. Αυτό το χωριό λέγεται Καμπάκ. Βόρεια του κάστρου βρίσκονται τα βουνά της Ανάπα. Τα πλοία που πηγαίνουν στο Αζόφ ταξιδεύουν πέρα από αυτά τα βουνά, τα οποία εκτείνονται μέχρι τους Κοζάκους του Αζόφ. Το κάστρο της Ανάπα είναι καλοχτισμένο και τόσο καλοσυντηρημένο, που φαίνεται σαν να έχει μόλις βγει από τα χέρια του οικοδόμου. Πρόβατα και κατσίκια φυλάσσονται μέσα του τον χειμώνα. Σύμφωνα με την περιγραφή του Ντεμίρογλου Οσμάν Πασά, η Ανάπα είναι έδρα βοεβόδα του σαντζακιού του Ταμάν στην επαρχία Καφφά. Ο λαός των Σεφάκι, που είναι το όνομα των κατοίκων, πληρώνουν τον φόρο δεκάτης τους μόνο με την απειλή του χαλμπέρντ [πελεκηφόρου δόρατος] και είναι τριακόσιοι ανυπότακτοι υπήκοοι. Αυτό το κάστρο έχει μεγάλο λιμάνι, όπου μπορούν να σταθμεύσουν με ασφάλεια χίλια πλοία δεμένα μεταξύ τους με σχοινιά. Είναι μεγάλο λιμάνι, προστατευμένο από τον άνεμο από κάθε πλευρά. Δεν υπάρχει κανένα λιμάνι σαν αυτό στη Μαύρη Θάλασσα. Ένα είδος μαργαριταριού αλιευόταν παλαιότερα εδώ. Τα όστρακα βρίσκονται ακόμη στην ακτή, άλλος λόγος για τον οποίο το κάστρο ονομάζεται Κεβεργκάν (ορυχείο κοσμημάτων). Οι Ρώσοι αγκυροβολούν εδώ κάθε χρόνο χωρίς την παραμικρή ανησυχία και ψαρεύουν για μαργαριτάρια. Αν αυτό το κάστρο βρισκόταν σε καλή κατάσταση, με επαρκή φρουρά και πυρομαχικά, θα μπορούσε εύκολα να διατηρεί όλη την Αμπχαζία και την Κιρκασσία σε πλήρη υπακοή. Οι Νογάι φέρνουν επίσης εμπορεύματα σε αυτό το λιμάνι με απόλυτη ασφάλεια.

Ενώ εγώ, ο φτωχός Εβλία, παρέμενα στην Ανάπα με τον αγά των γενίτσαρων της Γωνίας, ο αυτοκρατορικός στόλος έκανε την εμφάνισή του στη Μαύρη Θάλασσα και αγκυροβόλησε το μεσημέρι στο λιμάνι της Ανάπα. Έμειναν τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων έφταναν όλα τα μικρά σκάφη που είχαν μείνει πίσω και έπαιρναν νερό. Εγώ και ο αγάς της Γωνίας επισκεφτήκαμε τον καϊμακάμη του αγά των γενίτσαρων με κάποια δώρα. Στη συνέχεια επισκέφτηκα τον αρχιναύαρχο Ντελή Χουσεΐν Πασά, ο οποίος μου εκχώρησε σκηνή και μερίδες, με έκανε μουεζίνη του και μου έδωσε πρόσβαση επί της γαλέρας του κεχαγιά του Βελή. Την επόμενη ημέρα στις 12 Σαμπάν 1053, υψώθηκε η αυτοκρατορική σημαία και το μεσημέρι, όταν πυροβόλησε το κανόνι αναχώρησης, αφήσαμε την Ανάπα και αποπλεύσαμε για το Αζόφ.

Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ [βασ. 1623-1640] είχε προγραμματίσει μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Μαλτέζων [ιπποτών του Αγίου Ιωάννη], που ήσαν οι μόνοι που παρέμεναν προς υποταγή ύστερα από την κατάκτηση της Βαγδάτης [το 1638], αλλά τον απομάκρυνε ο θάνατος. Στον στόλο που είχε εξοπλίσει για αυτόν τον σκοπό υπήρχαν δύο τεράστια πλοία, που ονομάζονταν καραμαόνες, με τριακόσια κανόνια το καθένα. Μετά τον θάνατό του, οι άπιστοι σήκωναν παντού τα κεφάλια τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο χαν της Κριμαίας ανέφερε στον Καρά Μουσταφά Πασά, τον μεγάλο βεζίρη του σουλτάνου Ιμπραήμ [βασ. 1640-1648], ότι οι Ρώσοι είχαν εισβάλει και λεηλατήσει τις περιοχές της Κριμαίας και του Αζόφ. Τελικά 100.000 Κοζάκοι πήραν το φρούριο του Αζόφ ύστερα από πολιορκία σαράντα ημερών. Παρέμενε στην κατοχή 80.000 Κοζάκων, ενώ 150 πλοία, επανδρωμένα από τους υπόλοιπους, λυμαίνονταν όλες τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Όταν διαδόθηκε αυτή η είδηση στην Κωνσταντινούπολη, στάλθηκαν σε όλη την Ρούμελη αυτοκρατορικά διατάγματα. Ο Κότζα Γκούρτζι Καναάν Πασάς, κυβερνήτης του Οτσάκοφ και ο διοικητής της Ρούμελης με εικοσιοκτώ σαντζακμπέηδες, 40.000 Τάταρους του Μπούτζακ, 40.000 άπιστους της Μολδαβίας και της Βλαχίας και 20.000 Τρανσυλβανούς, περικύκλωσαν το φρούριο του Αζόφ από την πλευρά της στεριάς. Στην ακτή ήρθε ο αυτοκρατορικός στόλος με εκατόν πενήντα γαλέρες, άλλες τόσες φρεγάτες, διακόσια σαΐκια και καραμουρσάλ, συνολικά τετρακόσια πλοία με 40.000 άνδρες πάνω τους, τα οποία είχαν σηκώσει άγκυρα από το λιμάνι της Ανάπα και είχαν περάσει από τις εκβολές του ποταμού Κουμπάν και το κάστρο του Ταμάν. Στο αριστερό μας χέρι ήταν η Κριμαία με το ακρωτήριο Κιλισετζίκ και απέναντι στα δεξιά το ακρωτήριο Τσούκα στη χερσόνησο του Ταμάν. Αυτά τα δύο ακρωτήρια απέχουν μόλις ένα μίλι και μέσα από αυτό το στενό η θάλασσα ονομάζεται Θάλασσα του Αζόφ [Αζοφική]. Μπήκαμε σε αυτήν με ευνοϊκό άνεμο και αγκυροβολήσαμε στο μέρος που ονομάζεται Μπαλισίρα.73 Εδώ όλα τα πολεμοφόδία και οι προμήθειες φορτώθηκαν σε μικρές βάρκες που ονομάζονται σαντάλι, σακολέβα, σαρμπούνα και τανμπάζα και μεταφέρθηκαν τριάντα μίλια πιο πέρα, στο κάστρο του Αζόφ, καθώς γαλέρες και καΐκια, που χρειάζονται πέντε πόδια νερό, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εδώ, που το νερό έχει βάθος δύο έως τρία πόδια. Η Μπαλισίρα βρίσκεται στο δυτικό άκρο των στεπών (Χεϊχάτ Σαχρασί) και ήταν μοναχική θέση, αλλά όταν έφτασε ο στρατός και ο στόλος, χτίστηκαν πολλές χιλιάδες σπίτια για ανθρώπους και εμπορεύματα και είχε τον αέρα μεγάλης πόλης, όντας το λιμάνι του Αζόφ. Έφτασαν εδώ από την Κιρκασσία, η οποία ανήκει στον κυβερνήτη του Καφφά, από τις φυλές των Σαγκάκ, Σάν, Μεσούχ, Τακάφερ, Μποζουντούκ, Πουλτακάι, Χατουκάι, Καμπαρτάι και από τα στρατεύματα του Σαμ-χάλ σουλτάνου, του άρχοντα του Ταγιστάν, 40.000 άνδρες, εξαιρετικά στρατεύματα, με επτά χιλιάδες κάρρα, τα οποία χρησίμευσαν στη μεταφορά μέρους των πυρομαχικών και των προμηθειών στο Αζόφ. Τα στρατεύματα μπήκαν στα χαρακώματα στις 21 του Σαμπάν [24 Μαρτίου], ενώ στις 25 του ίδιου μήνα έφτασαν από την Ανατολία επτά βεζίρηδες, δεκαοκτώ μπεηλερμπέηδες, εβδομήντα σαντζακμπέηδες και διακόσιοι αλάι-μπεγκ με όλους τους ζαΐμηδες και τιμαριώτες, οι οποίο, μαζί με τους άνδρες τους (τζεμπελή) ήσαν 47.000 άνδρες. Ο χαν των Τατάρων διατάχθηκε να αναλάβει τη φρούρηση και περικύκλωσε το στρατόπεδο με τον στρατό του [αποτελούμενο] από Νογάι, Κετσίν-νογάι, Σεντάκ-νογάι, Ουρούμπιτ-νογάι, Σιρινλί, Μανσουρλί, Σεμπουνλί, Μανκιτλί, Ναχσιβανλί, Τσεκέσκε, Ιρμπατλί, Ουλί, Ολανλί, Μπαντρακλί, Αρσλάν Μπεγκ Ιλί, Τσομπάν Ιλί, Ντεβί Ιλί, Νεβρούζ Ιλί, όλους Τάταρους.

Την ίδια νύχτα οι Άπιστοι στο φρούριο έκαναν τεράστιο θόρυβο με κραυγές και πυροτεχνήματα, ο οποίος προκλήθηκε από την άφιξη 10.000 Κοζάκων, που ήρθαν από τον Τάναϊ [Ντον] σε βοήθεια του κάστρου και δεν έπαψαν να πυροβολούν όλη τη νύχτα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν επτακόσιοι άνδρες. Την επόμενη μέρα ο Τάταρος χαν και ο πασάς της Σιλίστρα τοποθέτησαν φρουρές στην όχθη του Τάναϊ, για να αποτραπεί η περαιτέρω ενίσχυση των απίστων. Ομάδες αναζήτησης τροφής στάλθηκαν έξω, άνοιξαν τα χαρακώματα σε επτά μέρη και από την πλευρά του μνημείου του Γιογκούρντι-Μπαμπά προχώρησαν μέχρι την άκρη της τάφρου. Το στρατόπεδο των μουσουλμάνων βρισκόταν εκτός εμβέλειας των κανονιών που έβαλλαν από το κάστρο. Την επόμενη μέρα ο Χουσεΐν Πασάς ετοίμασε δώδεκα μεγάλα κανόνια για την επίθεση στην τάφρο του Γιογκούρντι-Μπαμπά. Και την ίδια στιγμή ο ναύαρχος Σεγιαβούς Πασάς αποβίβασε στρατεύματα από εκατό σκάφη, που μπήκαν στα χαρακώματα από την πλευρά του πύργου νερού. Αυτά τα σκάφη (φιρκάτα), φρουρούσαν την πλευρά των Ουλούτον, Ντερίτον, Κάνλιτζα, Ουζεγκί και το νησί του Τιμούρ. Πάνω από τον πύργο νερού τα στρατεύματα της Ανατολίας με οκτώ μεγάλα κανόνια και δέκα συντάγματα γενίτσαρων μπήκαν στα χαρακώματα. Σε εκείνους στον νότο τοποθετήθηκαν τα στρατεύματα της Καραμανίας με έξι συντάγματα. Στο δυτικό προάστιο του Ταγιάκ, ο κυβερνήτης της Σιλίστρα Κανάν Πασάς οδηγούσε δέκα συντάγματα γενίτσαρων, ένα ντουφεξήδων και ένα πυροβολητών, με δέκα μεγάλα κανόνια στα χαρακώματα. Με λίγα λόγια το κάστρο βαλλόταν σε επτά πλευρές από εβδομήντα μικρά και μεγάλα κανόνια και καθώς και οι άπιστοι έβαλλαν από την πλευρά τους, ακολούθησε φοβερός αγώνας κατά τη διάρκεια επτά ωρών, μέχρι το ξημέρωμα, με απίστευτο θόρυβο και βρυχηθμό. Το πρωί βρέθηκαν επτακόσιοι μάρτυρες, τα αγαθά των οποίων παραδόθηκαν στο ταμείο. Τα πυρά ανανεώθηκαν και τα σπίτια της πόλης συντρίφτηκαν σε κομμάτια, αλλά τα τείχη, που είχαν χτιστεί δυνατά από τους Γενουάτες, συνέχιζαν να αντιστέκονται. Αυτό κράτησε επτά ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο στρατιωτικός διοικητής γύριζε συνεχώς στα χαρακώματα, ενθαρρύνοντας τους μουσουλμάνους πολεμιστές με λόγια και δώρα και αντιμετωπίζοντας κάθε πράγμα με περίσκεψη. Καθώς ανοίχτηκαν αρκετά ρήγματα, κάποιοι εθελοντές ανέβηκαν σε ένα από αυτά, χωρίς τάξη και κάρφωσαν την οθωμανική σημαία στο τείχος, πράγμα που είδαν οι Κοζάκοι και έσπευσαν σε μεγαλύτερους αριθμούς και συνέθλιψαν πολλούς από αυτούς ρίχνοντας κάτω ένα καλάθι από μολύβι. Οι υπόλοιποι, όμως, υπερασπίστηκαν τη θέση τους τόσο καλά στα τείχη, ώστε στο τέλος η οθωμανική σημαία φυτεύτηκε σε επτά μέρη και διακυρύχθηκε η μωαμεθανική προσευχή. Οι απίστοι, παίρνοντας νέα δύναμη και ορμώντας μπροστά σαν κοπάδι χοίρων, με την κραυγή «Νε μπόσε», απώθησαν τους μουσουλμάνους νικητές κι έτσι πολλά λάβαρα και σώματα παρέμειναν στα ρήγματα και οι νικητές παρηγορούσαν τους εαυτούς τους, με την ιδέα ότι η κατάκτηση ήταν προορισμένη για άλλη μέρα. Για δέκα ημέρες οι άπιστοι κρατήθηκαν σε συνεχή αγωνία. Τέσσερις χιλιάδες Κοζάκοι που ήρθαν σε βοήθεια του φρουρίου με σαράντα πλοία (φιρκάτα) δέχθηκαν επίθεση από τον Κανάν Πασά, ο οποίος έφερε τα κανόνια του για να βάλλουν επάνω τους τόσο απόλυτα, που περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και οι μουσουλμάνοι αποκόμισαν τεράστια λεία, η οποία ήταν κάποια παρηγοριά για τις δυσκολίες που είχαν αντιμετωπίσει. Χαίρονταν με την ιδέα ότι η γενική επίθεση ήταν κοντά, γιατί από όλους τους πύργους της πόλης παρέμενε τώρα μόνο ένας, καθώς όλοι οι υπόλοιποι είχαν ισοπεδωθεί από τα εβδομήντα κανόνια του πυροβολικού. Αλλά οι άπιστοι περιχαρακώνονταν τώρα υπόγεια σαν πολλοί Φερχάντ και οχυρώθηκαν πάλι με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε φορά που γινόταν προσπάθεια να τους συντρίψουν με νάρκη, το απέτρεπαν και έριχναν στο ποτάμι το χώμα που είχαν ξεσκάψει για χαράκωμα. Ήσαν πολύ ικανοί υπονομοποιοί επίσης και συνέχιζαν να σκάβουν λαγούμια ακόμη και κάτω από το ποτάμι. Έτσι σταμάτησαν τον οθωμανικό στρατό για διάστημα σαράντα ημερών, κατά τη διάρκεια των οποίων, παρά τη μεγάλη επαγρύπνηση, πολλές χιλιάδες άπιστοι Κοζάκοι εύρισκαν τρόπο να μπαίνουν στο κάστρο πέφτοντας γυμνοί στον Τάναϊ και κολυμπώντας μέχρι απέναντι κάτω από το νερό, με ένα καλάμι στο στόμα τους. Έβαζαν τα όπλα και τα πυρομαχικά τους σε δερμάτινες υποδοχές, τις οποίες έριχναν πίσω τους ενώ κολυμπούσαν και έτσι κρατούσαν το φρούριο. Για να το αποτρέψουν αυτό, οι μουσουλμάνοι έκλεισαν τον Τάναϊ με τοίχο από πασσάλους αδιαπέραστο ακόμη και από τα ψάρια και με αυτόν τον τρόπο πήραν μεγάλα πλούτη από τους άπιστους, οι οποίοι τώρα, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα επικουρίας, συνέχιζαν τον πόλεμο υπόγεια, σκοτώνοντας μεγάλο αριθμό πολιορκητών. Άρχισε να διαδίδεται φήμη ότι ερχόταν ο τσάρος της Ρωσίας με 20.000 άνδρες και αυτή η φήμη, αν και ήταν απλώς εφεύρεση του εχθρού, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Συγκλήθηκε μεγάλο πολεμικό συμβούλιο όλων των διοικητών και των αξιωματικών, για να ληφθεί υπόψη, ότι αν και δεν είχαν πια απομείνει τείχη, όμως μέχρι τώρα είχαν βρει αδύνατο να πάρουν το κάστρο. Ότι έπρεπε να φοβούνται στάση των γενίτσαρων, οι οποίοι δεν είναι υποχρεωμένοι να συνεχίζουν περισσότερες από σαράντα ημέρες στα χαρακώματα. Ότι πλησίαζε ο χειμώνας, όταν η θάλασσα του Αζόφ παγώνει, όταν όλες οι επικοινωνίες θα διακόπτονταν και δεν θα υπήρχε καμία ασφάλεια για τον στόλο μετά την ημέρα του Κασίμ (Αγίου Δημητρίου). Ότι δεν θα υπήρχε ούτε καταφύγιο ούτε προμήθειες για τον στρατό, αφού στον βορρά βρισκόταν η χώρα των απίστων και στα ανατολικά και νότια οι αλμυρές στέπες του Χεϊχάτ. Ύστερα από μακρά διαβούλευση, κατά την οποία εξετάστηκαν όλα αυτά τα θέματα, ο Κανάν Πασάς και ο Πιαλή Αγάς, ο κεχαγιάς του ναύσταθμου, πρότειναν να καθοριστεί η γενική επίθεση για το επόμενο πρωί. Όταν διαβάστηκε η φάτιχα για αυτή την απόφαση, απλώθηκε μεγάλη χαρά στο οθωμανικό στρατόπεδο. 7.000 ξίφη, 2.000 ασπίδες, 2.000 μουσκέτα, 5.000 τόξα, 40.000 βέλη, 6.000 πελεκηφόρα δόρατα, 5.000 χειροβομβίδες και πολλές χιλιάδες άλλα είδη όπλων διανεμήθηκαν στον στρατό, με τα κανόνια να πυροδοτούνται από επτά πλευρές και την κραυγή Αλλάχ να δυναμώνει τόσο, που γέμιζε τις στέπες των Κιπτσάκων. Οι μουσουλμάνοι όρμησαν στο κάστρο και διείσδύσαν ακόμη και στις πιο μύχιες εσοχές του, όπου ύψωσαν το λάβαρο και κήρυξαν την προσευχή του Ισλάμ.

Τα κανόνια είχαν σιγήσει τώρα και τα σπαθιά μόνο συγκρούονταν. Επί επτάμισι ώρες οι μουσουλμάνοι μαίνονταν στο κάστρο σαν λύκοι ανάμεσα σε πρόβατα και βάφονταν με αίμα σαν χασάπηδες. Ήταν πλήρης νίκη, με την οποία καμμία δεν μπορεί να συγκριθεί, εκτός από εκείνες του Κοσσυφοπέδιου και του Μόχατς. Οι υπόλοιποι άπιστοι, κρυμμένοι κάτω από το έδαφος, έβαζαν τώρα φωτιά στις νάρκες και με αυτό τον τρόπο έστειλαν πολλούς από τους μουσουλμάνους πολιορκητές στον Παράδεισο. Άλλοι τους πυροβολούσαν από τα παραθυράκια, κι έτσι βρίσκονταν σε μεγάλη αγωνία. Πλησίαζε τώρα το ηλιοβασίλεμα και οι νικητές, εξαντλημένοι από την κούραση και την πείνα, κλήθηκαν να αποσυρθούν από τους τσαούσηδες, οι οποίοι τους παρακινούσαν να αφήσουν το τέλος για την επόμενη μέρα. Κουβαλούσαν τεράστια ποσότητα λείας, όπλα κάθε είδους και 3.000 κεφάλια απίστων, εκτός από 1.060 αιχμαλώτους. Δόθηκαν οι αποχαιρετιστήριες βολές και οι μάρτυρες θάφτηκαν, ύστερα από τη νεκρώσιμη λειτουργία. Οι τραυματίες και οι ακρωτηριασμένοι έλαβαν συντάξεις και παραδόθηκαν στα χέρια των χειρουργών. Εκείνοι που έφερναν κεφάλια, έπαιρναν αμοιβή εκατό γρόσια και σε όσους είχαν συλλάβει αιχμαλώτους, επιτράπηκε να τους κρατήσουν. Μοιράστηκαν τσελένκ, ζιαμέτ, τιμάρ και κάθε είδους στρατιωτικές ανταμοιβές, ενώ η περιουσία των επτακοσίων γενίτσαρων που σκοτώθηκαν μεταφέρθηκε στο ταμείο. Από τους στρατιώτες στις επτά πλευρές της επίθεσης 1.200 άνδρες έγιναν μάρτυρες και ανέβηκαν στον Παράδεισο. Εκείνη τη νύχτα οι άπιστοι έκαναν απίστευτες προσπάθειες να επισκευάσουν τα έργα του κάστρου, υψώνοντας τείχη και σκάβοντας τάφρους, ανοίγοντας πολεμίστρες και στήνοντας κανόνια. Τα θεμέλια του κάστρου έμοιαζαν με το τείχος του Γκογκ και του Μαγκόγκκ, προς μεγάλη έκπληξη των μουσουλμάνων, που καθησυχάζονταν λέγοντας: «Ο άνθρωπος προτείνει και ο Θεός διαθέτει», αναθέτοντας τις υποθέσεις τους στον Θεό. Συνέχισαν τον πόλεμο, αλλά όχι με την ίδια ομοφωνία, αν και όχι με λιγότερο ζήλο από πριν. Πραγματοποιήθηκε μεγάλο πολεμικό συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι απέμεναν πλέον μόνο σαράντα ημέρες μέχρι τον Κασίμ (Άγιο Δημήτριο). Το αποτέλεσμα του συμβουλίου ήταν ότι ο Γκεράι-Χαν, με 70.000 τακτικούς στρατιώτες και 800.000 ιππείς, πήρε εντολή να καταστρέψει τις επαρχίες της Ρωσίας. Έτσι έκαναν και αυτός ο ταταρικός στρατός επέστρεψε την 14η ημέρα στο οθωμανικό στρατόπεδο στο Αζόφ, με 45.000 αιχμαλώτους και 200.000 άλογα ως λάφυρα, πέρα από μεγάλο αριθμό πολύτιμων πραγμάτων, πανωφοριών, πλούσιων ρούχων κλπ. Με αυτήν την άφιξη, παρηγορήθηκαν οι καρδιές των μουσουλμάνων και εκείνες των απίστων λυπήθηκαν, όταν είδαν τη θριαμβευτική πομπή με τους αιχμαλώτους δεμένους και τους σταυρούς αναποδογυρισμένους. Από την εποχή του Τζενγκίζ Χαν οι Τάταροι δεν είχαν συγκεντρώσει πλουσιότερη λεία. Αυτό το θέαμα ξεσήκωσε ουρλιαχτό ανάμεσα στους Άπιστους στο κάστρο, που τρυπούσαν τον ουρανό με τους θρήνους τους. Την ίδια νύχτα εβδομήντα άπιστοι, πεινασμένοι και λυπημένοι, άφησαν το κάστρο και οδηγήθηκαν ενώπιον του στρατιωτικού διοικητή Χουσεΐν Πασά. Μερικοί από αυτούς ασπάστηκαν το Ισλάμ και έλαβαν δώρα και στη συνέχεια στάλθηκαν όλοι μαζί στο κάστρο του Χόρος Κερμάν κοντά στο Αζόφ.

Με αυτή την τεράστια λεία, κάθε πράγμα έγινε εξαιρετικά φθηνό στον οθωμανικό στρατόπεδο, έτσι ώστε ένα άλογο να πωλείται για ένα γρόσι, ένα κορίτσι για πέντε και ένα αγόρι για έξι γρόσια. Η ασφαλής επιστροφή του στρατού των Τατάρων γιορτάστηκε με τριπλό χαιρετισμό από μουσκέτα και κανόνια και ολόκληρο το στρατόπεδο φωταγωγήθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Πλησίαζε όμως ο χειμώνας, έγινε νέο συμβούλιο, όλοι οι ανώτεροι των τακτικών στρατευμάτων και των Τάταρων συμφώνησαν και υπέγραψαν ομόφωνα αναφορά τριακοσίων υπογραφών βεζίριδων και αξιωματικών όλων των βαθμών, που έλεγε: «Ότι για φέτος ήταν αδύνατο να καταληφθεί το κάστρο, ότι μία από τις πρωτεύουσες της Ρωσίας είχε καταστραφεί, ότι 70.000 άπιστοι είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι και περισσότεροι από 100.000 είχαν καταστραφεί από το σπαθί». Ταυτόχρονα δύο από τους αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν λάβει σχετικές οδηγίες, στάλθηκαν πίσω στο κάστρο για να πουν, «ότι αν οι Τούρκοι είχαν σκοπό να πάρουν το κάστρο, μπορεί να το είχαν πάρει σε ένα μήνα, αλλά σκοπός τους ήταν να λεηλατήσουν τις χώρες της Ρωσίας και να επιστρέψουν με πλούσια λεία, κάτι που είχαν πετύχει τώρα». Την ίδια νύχτα, καθώς έφευγαν οι αγγελιοφόροι για την Κωνσταντινούπολη, υπήρχε τόσο δριμύς παγετός, που όλοι οι μουσουλμάνοι πολεμιστές πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν να το αντέξουν, ενώ από αυτό το δείγμα διαπίστωσαν ότι η αλμυρή στέπα του Χεϊχάτ ήταν τόσο ανελέητη όσο η Μαύρη Θάλασσα. Τελικά, καθώς γενικεύτηκε η απογοήτευση για την κατάκτηση του κάστρου, ολόκληρος ο στρατός αποφάσισε αμέσως να άρει την πολιορκία. Ήχησαν οι σάλπιγγες, ανέβασαν το πυροβολικό και τα πυρομαχικά ανέβηκαν σε σκάφη και μεταφέρθηκαν στη Μπαλίσιρα, όπου ήταν αγκυροβολημένος ο στόλος. Ο στρατός επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη με διαφορετικούς τρόπους, άλλοι από τη θάλασσα και άλλοι από τη στεριά. Κάποιοι από την έρημο των Κιπτσάκ σε έξι μέρες και νύχτες μέχρι τον ποταμό Κουμπάν, προς Κιρκασσία, Ταμάν και Κριμαία. Μερικοί μέσω των στεπών (Χεϊχάτ), επέστρεψαν από τον βορρά στη γενέτειρά τους Κιρκασσία. Όταν ο αυτοκρατορικός στόλος ξεκινούσε για την Κωνσταντινούπολη, πήρα άδεια από τον στρατιωτικό διοικητή, τον Χουσεΐν Πασά, να συνοδεύσω τον χαν της Κριμαίας στη χώρα του, ενώ ο αυτοκρατορικός στόλος απέπλευσε, με πίστη στον Θεό, μέσω της θάλασσας του Αζόφ.

<-4. Ταξίδι στη Γεωργία και τη Μινγκρελία 6. Ταξίδι στην Κριμαία->
error: Content is protected !!
Scroll to Top