10_Tabriz_Erevan

<-9. Ναχτσεβάν-Ταμπρίζ 11. Ταξίδι στη Γεωργία->

10. Ταξίδι από την Ταμπρίζ στο Ερεβάν

Στο όνομα του Θεού ξεκινήσαμε από την Ταμπρίζ προς βορρά και φτάσαμε στο κεντ Χατζή Χαράμι, με τριακόσια σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους με τριαντάφυλλα, ίδρυμα του Σαμ Γαζάν, του οποίου ο τάφος φαίνεται από εδώ. Την επόμενη μέρα ο κελεντέρ πήρε άδεια και εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας για το κεντ Σαφιάν  [Σουφιάν], το οποίο ήταν παλαιότερα μεγάλη πόλη, αλλά από τότε καταστράφηκε από τους Μογγόλους και ακόμη περισσότερο από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’. Είναι ευχάριστο μέρος στην επικράτεια της Ταμπρίζ. Κάποιοι μορφωμένοι άνθρωποι και συγγραφείς είναι θαμμένοι εδώ, αλλά δεν ξέρω τα ονόματά τους. Υπάρχουν περισσότεροι από είκοσι θόλοι. Τον μήνα Μοχαρέμ, την ημέρα της Ασούρα, η γιορτή στη μνήμη της δολοφονίας του Χουσεΐν γιορτάζεται εδώ με μεγάλη λαμπρότητα, καθώς οι άνθρωποι είναι όλοι Σαφίτες. Πιο βόρεια φτάσαμε στο Μεζιντχάν στα σύνορα της Ταμπρίζ. Πεντακόσια σπίτια καλυμμένα με βεράντες, δύο τζαμιά, πολύ ευρύχωρο χάνι, λουτρό και βασιλική αγορά. Επτά ώρες πιο βόρεια είναι ο σταθμός του κεντ Κερεμίς, στα σύνορα του Ναχσιβάν. Χίλια σπίτια, επτά τζαμιά, χάνι και λουτρό. Ο δρόμος μας τώρα οδηγούσε βόρεια μέσα από ελώδεις εκτάσεις και στήσαμε τις σκηνές μας στα σύνορα του Βισλετσάι. Αυτός ο ποταμός πηγάζει από τα βουνά του Ναχσιβάν και ενώνεται με τον Αράς. Υποφέραμε πολύ από τη σκόνη εδώ και ύστερα από δύο ώρες ταξιδιού φτάσαμε στο κάστρο της Χούι [Χόϋ], ωραίας πόλης του Αζερμπαϊτζάν, έδρας σουλτάνου, ο οποίος διοικεί χίλιους άνδρες. Οι δημόσιες αρχές είναι δικαστής, μουφτής, νταρόγα, κελεντέρ, νακίμπ, μούνσι, κουρουτζή και ντίζτσοκεν αγάς. Το κάστρο είναι χτισμένο σε τετράγωνη μορφή στον κάμπο. Η περίμετρός του είναι επτακόσια βήματα. Η τάφρος δεν είναι πολύ βαθιά. Από τις δύο πύλες του, η μία οδηγεί στον νότο και η άλλη στα δυτικά. Περιέχει εκατό σπίτια και τζαμί. Κατασκευαστής του ήταν ο Φερχάντ Πασάς, αλλά η παλιά πόλη χτίστηκε από τον Σαχ Χαϊντέρ και από τότε έχει λεηλατηθεί περισσότερες από μία φορές. Αυτό το προάστιο ή εξωτερική πόλη αποτελείται από 7.000 σπίτια με επίπεδες στέγες, εβδομήντα τεμένη, από τα οποία τα έντεκα είναι τζαμιά, δύο λουτρά, επτά χάνια και χίλια καταστήματα με κήπους. Εγώ και τα αγόρια μου μετρήσαμε την περίμετρο, που είναι 10.000 βήματα. Ο αέρας είναι μάλλον ζεστός και συνεπώς ευνοϊκός για την καλλιέργεια ρυζιού. Ο ποταμός πηγάζει από το όρος Σέλμας και χύνεται στον Αράξη. Τα φρούτα είναι διάσημα, πάνω από όλα τα αχλάδια του Προφήτη, τα οποία δεν έχουν το ταίρι τους σε γλυκύτητα και νόστιμη γεύση. Λόγω της ηπιότητας του κλίματος, οι κάτοικοι είναι όλοι λευκοί και οι γυναίκες είναι αμέτρητες. Ορισμένοι ιστορικοί αποκαλούν αυτή την πόλη Ασαριστάν, Ιρανιστάν ή Τουρκιστάν. Στην περιοχή της εκτιμάται ότι υπάρχουν εκατόν ογδόντα χωριά, οι κάτοικοι των οποίων είναι ως επί το πλείστον Σουνίτες, Σαφίτες, οι οποίοι πλήρωναν κεφαλικό φόρο στον Σαχ Ισμαήλ για το προνόμιο να αφήνουν τα γένια τους να μεγαλώνουν (σακάλ τουλί), αλλά έχουν εξαιρεθεί από την εποχή του Σαχ Σέφι.

Προσκύνημα στον τάφο του Σεμς Ταμπρίζι

Πέθανε το έτος 495 στον δρόμο του από την Αντιόχεια προς το Ισφαχάν, σε αυτή την πόλη της Χούι. Ύστερα από παραμονή δύο ημερών συνεχίσαμε το ταξίδι μας με διακόσιους ένοπλους φρουρούς προς βορρά και φτάσαμε στο τέλος εννέα ωρών στην πόλη Μπεχεστάν, έδρα κελεντέρ. Στην αρχαιότητα ήταν πόλη του μεγέθους της Ταμπρίζ, αλλά καταστράφηκε από τον Ουλάγου. Τώρα είναι μικρό μέρος με χίλια σπίτια, τρία τζαμιά, χάνι, λουτρό και μικρή αγορά, με αμέτρητους κήπους. Τρεις ώρες βορειότερα, φτάσαμε στο κάστρο του Τζόρις στα σύνορα του Ναχσιβάν. Είναι έδρα χαν (ο οποίος διοικεί 2.000 στρατιώτες), δικαστή και δώδεκα δημόσιων αξιωματούχων προς τιμήν των δώδεκα ιμάμηδων. Το πεντάγωνο κάστρο βρίσκεται σε λόφο. Έχει μονό τείχος και επομένως δεν είναι πολύ ισχυρό. Πρωτοφτιάχτηκε από τον Ουζούν Χασάν τον σαχ του Αζερμπαϊτζάν και καταστράφηκε από τον Μουράτ Δ’. Τα ερειπωμένα μέρη του είναι τώρα περιφραγμένα σαν παλάνκα.152 Αν και βρίσκεται σε λόφο, όμως ο ίδιος ο λόφος είναι στους πρόποδες ψηλού βουνού. Έχει πύλη που βλέπει νοτιοανατολικά. Μέσα στο κάστρο δεν υπάρχει κανένα αξιόλογο κτίριο, εκτός από το τζαμί του Ρουσέν Χασάν Πασά. Η εξωτερική πόλη αποτελείται από 7.000 σπίτια και έντεκα τζαμιά, από τα οποία εκείνα των Ουζντεμίρ Οσμάν Πασά και Φερούχ-Ζάντε Σαχ Ιμπν Τιμούρ είναι τα καλύτερα. Υπάρχουν τρία τζαμιά, επτά χάνια και διακόσια καταστήματα. Οι νέοι άνθρωποι είναι εξαιρετικά όμορφοι, με μάτια σαν τα ζαρκάδια του Χότεν, γλυκομίλητοι, με πρόσωπα χαρούμενα, οι οποίοι, όταν περπατούν μέσα στα κόκκινα κεντημένα φορέματα, σαν παγώνια του Παραδείσου, κάνουν όλους τους εραστές τους να χάνουν το μυαλό τους και με μισό τους βλέμμα κάνουν μετζνούν153 πολλούς από αυτούς. Περάσαμε εδώ τρεις ημέρες και νύχτες στο Εγιούπ Χαν, το χάνι της πόλης, διασκεδάζοντας συνεχώς με τη μουσική. Την τέταρτη μέρα συνεχίσαμε το ταξίδι μας, αφού είχαμε κατακλυστεί από δώρα.

Περνούσαμε τώρα προς τα ανατολικά, όπου ο ποταμός Καρατζουμπούκ πηγάζει από τα βουνά του Τζόρις και στη συνέχεια ενώνεται με τον Αράξη. Τους καλοκαιρινούς μήνες αυτό το ποτάμι διασχίζεται από αιγοπρόβατα. Προχωρούσαμε προς βορρά μέσα από κεντ για τέσσερις ώρες φτάνοντας στο κεντ Χαλ, στα σύνορα του Ερεβάν. Πεντακόσια σπίτια με κήπους, τζαμί και λουτρό, στις όχθες του ποταμού Χαλί, που πηγάζει από τα βουνά του Σέπεντ και ενώνεται με τον Αράς. Περνώντας προς τα βόρεια μέσα από δάση, φτάσαμε ύστερα από πορεία οκτώ ωρών στο ευχάριστο λιβάδι του Τουτολούμι, όπου υπάρχουν εκατοντάδες σκιερά δένδρα, αλλά κανένα χωριό. Οι νταρόγα και οι κελεντέρ των γειτονικών κεντ συνέρρευσαν για να μας εφοδιάσουν με τις απαραίτητες προμήθειες. Περάσαμε μια νύχτα εδώ και την επόμενη μέρα συνεχίσαμε το ταξίδι μας κατά μήκος του Αράς, τον διασχίσαμε και φτάσαμε στο κεντ Καγκάτζ, που βρίσκεται στην ανατολική όχθη του Αράς. Έχει τζαμί, χάνι, λουτρό και τριακόσια σπίτια, με μεγάλο αριθμό ορυζώνων. Προχωρήσαμε σε αμμώδες έδαφος με πολλή σκόνη, εννέα ώρες προς βορρά και φτάσαμε στο κεντ Ασαρλί στην επικράτεια του Ερεβάν, με χίλια σπίτια, τζαμί, χάνι και λουτρό. Το προϊόν του είναι το ρύζι. Πήρε το όνομά του από τους κατοίκους, που ανήκουν στη φυλή Ασαρλί. Ταξιδεύοντας κατά μήκος του Αράς μέσα από καλά καλλιεργούμενα χωράφια και κήπους, φτάσαμε ύστερα από επτά ώρες στην πόλη Σουρεγλί, έδρα σουλτάνου, ο οποίος διοικεί χίλιους ιππείς. Υπάρχει τζαμί, χάνι και λουτρό. Ύστερα από δέκα ώρες φτάσαμε στο Σεράμπ Χαν με πεντακόσια σπίτια, τζαμί και χάνι. Στη συνέχεια στο κεντ Σεΐφ-οντ-ντίν στα σύνορα του Ερεβάν και στις όχθες του Αράς. Χτίστηκε από τον Σεϊφκουλί, τον χαν του Ερεβάν και ανήκει στο χας του Ερεβάν. Υπάρχουν εκατόν ογδόντα σπίτια, τζαμί και μερικές φυτείες ρυζιού. Πέντε ώρες πιο βόρεια, κατά μήκος του Αράς, βρίσκεται το κεντ Τιλφιράκ, με χίλια σπίτια, τζαμί, μοναστήρι, χάνι, λουτρό και φυτείες ρυζιού. Την εποχή της πολιορκίας του Ερεβάν ο Μουράτ Δ’ έκοψε 70.000 δένδρα που χρησιμοποιήθηκαν ως οχυρώματα, αλλά από εκείνη την εποχή τεράστιος αριθμός δένδρων έχει αναπτυχθεί ξανά. Στείλαμε μήνυμα από εδώ στον χαν του Ερεβάν και την επόμενη μέρα διασχίσαμε ζωηρό ποτάμι, σταματήσαμε σε λιβάδι και συναντήσαμε μεγάλη πομπή (αλάι), που ήταν ο κεχαγιάς του χαν του Ερεβάν που είχε σταλθεί να μας συναντήσει (ιστικμπάλ). Μπήκαμε στο Ερεβάν μαζί του, μας χαιρέτησαν με είκοσι κανονιοβολισμούς και εγκατασταθήκαμε σε παλάτι του χαν. Ο Χασάν Μπεγκ συνέχισε από εδώ με τα γράμματα και τα δώρα του χαν της Ταμπρίζ προς το Ερζερούμ και εγώ ασχολήθηκα με την παράδοση εκείνων για τον χαν του Ερεβάν.

Περιγραφή της πόλης του Ερεβάν (Ρεβάν)

Κατά το έτος 810 (1407) ο Χότζα Χαν Λετζανί, πλούσιος έμπορος της ακολουθίας του Τιμούρ, εγκαταστάθηκε εδώ με όλη την οικογένεια και τους υπηρέτες του, καλλιεργώντας φυτείες ρυζιού. Με αυτόν τον τρόπο σύντομα σχηματίστηκε μεγάλο κεντ. Πέντε χρόνια αργότερα ο Σαχ Ισμαήλ έδωσε εντολή στον Ρεβάν Κουλ, έναν από τους χαν του, να χτίσει κάστρο εδώ, το οποίο, όταν ολοκληρώθηκε σε επτά χρόνια, πήρε το όνομά του από εκείνον: Ρεβάν ή Ερεβάν. Βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού Ζένγκι και είναι φτιαγμένο από τούβλα και πέτρα. Κατά το έτος 995 (1586) ο Σουλεϊμάν Χαν, έχοντας αναλάβει την εκστρατεία εναντίον του Ναχσιβάν, λεηλάτησε το Ερεβάν και επέστρεψε στην έδρα του με τεράστια λεία. Κατά τη βασιλεία του Μουράτ Γ’ ο Φερχάντ Πασάς, ο στρατηγός του, λεηλάτησε το Κέντζε, το Ρεβά, το Σαμάχι και το Ναχσιβάν, κατέστρεψε τα ανάκτορα του γιου του Σάχη, σκότωσε μεγάλο αριθμό Περσών, έστησε το στρατόπεδό του μπροστά στο κάστρο και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο για να συζητήσει σχετικά με την πολιορκία, την οποία άρχισε σκάβοντας τάφρο στην όχθη του Ζένγκι από νότο προς βορρά. Με την προσπάθεια όλων η πολιορκία ολοκληρώθηκε σε σαράντα ημέρες. Ο Τζιγκαλαζάντε Γιουσούφ Πασάς, που είχε ανατραφεί στο τουρκικό χαρέμι, ονομάστηκε πρώτος διοικητής του Ερεβάν με φρουρά 70.000 ανδρών. Ο Φερχάντ Πασάς φρόντισε την επισκευή των κάστρων του Σουρεγλί και του Καρς και τα γέμισε με μουσουλμάνους στρατιώτες. Με τον ίδιο τρόπο φρουρήθηκαν τα κάστρο του Αρνταχάν και της Αχίτσκα και ο Φερχάντ Πασάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Κάτω από την κυβέρνηση του Τζιγκαλαζάντε Γιουσούφ Πασά η πόλη του Ερεβάν βρισκόταν σε ακόμη πιο ανθηρή κατάσταση απ’ ό,τι την εποχή του Σουλεϊμάν και τα γειτονικά χωριά έγιναν έτσι πυκνοκατοικημένα. Κατά το έτος 1011 (1602) οι Πέρσες, έχοντας σφετεριστεί την κατοχή των κάστρων του Γκέντζε και του Σιρβάν, υποχρέωσαν τη φρουρά του Ερεβάν, η οποία δεν είχε λάβει καμία επικουρία από το Ερζερούμ, σε παράδοση στον Τοκμάκ Χαν, ύστερα από πολιορκία επτά μηνών. Κατά το έτος 1037 (1627) ο χαν του Ερεβάν Εμίργκιουνε προσέβαλε τις περιοχές των Καγιζμάν, Καρς, Τσιλντίρ, Αχίσκα και Αρνταχάν. Έφτασαν καταγγελίες από τον μπεγκ της Γεωργίας και από τον κυβερνήτη του Ερζερούμ, πρέσβεις στάλθηκαν από τον χαν της Περσίας και την ίδια στιγμή στήθηκαν οι αυτοκρατορικές ουρές στο Σκουτάρι ως σύνθημα του Ασιατικού πολέμου. Κατά το επόμενο έτος 1044 (1634) ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ ολοκλήρωσε το αυτοκρατορικό του στρατόπεδο στο Σκουτάρι σύμφωνα με τους κανόνες της αυτοκρατορίας, με τη μεγαλύτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, γέμισε δώρα τους 40.000 γενίτσαρους και τους 22.000 σπαχήδες, άφησε καϊμακάμη τον Μπαϊράμ Πασά στην Κωνσταντινούπολη και προχώρησε στις 5 του Σεβάλ από το Σκουτάρι, βαδίζοντας μέσω Κόνια [Ικονίου] και Καϊσαρίε [Καισάρειας] προς Σίβας [Σεβάστεια], στον οποίο τόπο διόρισε τον ξιφοφόρο του Μουσταφά στο αξίωμα του δεύτερου βεζίρη και τον ξιφοφόρο του Μούσα Πασά στη θέση του στρατηγού επιμελητείας. Ο νισαντζή έγινε σιλιχτάρ και ο Μελέκ Αχμέτ, τσοχαντάρ (πρώτος άρχοντας της συνοδείας). Όταν μπήκε στο Ερζερούμ, του αναφέρθηκε ότι ο στρατός του ανερχόταν τότε σε 200.000 άνδρες. Μόνο ο Τζαμπουλατζάντε Μουσταφά Πασάς, ο κυβερνήτης της Ρούμελης, συγκέντρωνε 31.000 άνδρες, με 1.700 εξαιρετικά άλογα. Ο Χαλίλ Πασάς, ο διοικητής του Ερζερούμ, έπεσε σε δυσμένεια, προς χαρά των εχθρών του, του Σιλιχτάρ Πασά και του Μουρτεζά Πασά. Η κυβέρνηση του Ερζερούμ ανατέθηκε στον κυβερνήτη της Δαμασκού Κιουτσούκ Αχμέτ, αλλά τα έσοδα, ως τροφή σε είδος, δόθηκαν στον Σιλιχτάρ Μουσταφά Πασά. Ο στρατός βάδισε τρεις ημέρες φτάνοντας στο Χασάν Καλέ και από εκεί μέσω Καρς στο Ερεβάν. Την 21η ημέρα από την αναχώρηση του από το Ερζερούμ, ο στρατός των 200.000 ανδρών έστηνε το στρατόπεδό του μπροστά στο Ρεβάν. Πέρασαν τον ποταμό Ζένγκι παρά τις μεγάλες βολές των κανονιών των Περσών, με τις οποίες προσπαθούσαν να παρενοχλήσουν τον οθωμανικό στρατό. Συνέβη τότε κάποιος από τους σολάκ (τοξότες) της φρουράς του σουλτάνου, διασχίζοντας το ποτάμι με τα πόδια δίπλα στο άλογο του σουλτάνου, να παρασυρθεί από το νερό. Ο σουλτάνος το είδε, ίππευσε πίσω του, τον άρπαξε από το περιδέραιο και τον έσυρε έξω από το ποτάμι. Αυτό το περιστατικό είναι πολύ διάσημο στην Περσία. Όταν πέρασαν το ποτάμι, άνοιξαν τα χαρακώματα και ο Τζαμπουλατζάντε Πασάς μπήκε σε αυτά με τα στρατεύματα της Ρωμυλίας από την πλευρά της πύλης της Ταμπρίζ. Από τα δεξά ο Γκούντζι Μαχόμεντ Πασάς με τα ασιατικά στρατεύματα μπήκε στα χαρακώματα και ανάμεσά τους πήρε τη θέση του ο μεγάλος βεζίρης Ταμπανί Γιασί Μοχάμεντ Πασάς. Ο αγάς των γενίτσαρων Καρά Μουσταφά Πασάς, μαζί με τον κεχαγιά του, σφυροκοπούσαν το κάστρο μέρα-νύχτα με πυροβολαρχία είκοσι κανονιών, ενώ παρόμοιες πυροβολαρχίες είχαν ετοιμαστεί σε πέντε πλευρές. Μια μέρα ο ίδιος ο σουλτάνος Μουράτ μπήκε στα χαρακώματα των στρατευμάτων της Ρωμυλίας και έριξε μια καλή βολή προς το παλάτι του χαν από το κανόνι που ονομαζόταν Καραμπαλί. Ο κυβερνήτης του Ερζερούμ, ο Κιουτσούκ Αχμέτ, σφυροκοπούσε το κάστρο από τη βόρεια πλευρά και ο καπουδάν πασάς Ντελή Χουσεΐν από τον λόφο του Μοχάνα-τεπέ.

Ο Μουρτεζά Πασάς, με τους σπαχήδες, τοποθετήθηκαν ως φρουροί στην προς τη στεριά άκρη του κάστρου, ενώ ο Μούσα και ο Καναάν Πασάς με τους μουτεφερίκα φρουρούσαν την αυτοκρατορική σκηνή. Το κάστρο περιστοιχίστηκε από στρατεύματα σε διάστημα πέντε ωρών και κάθε μέρα πολλές χιλιάδες Σουνίτες έρχονταν να ζητήσουν έλεος. Την ένατη μέρα ζήτησαν να συνθηκολογήσουν και ο Εμίργκιουνε έφερε τα κλειδιά. Την επόμενη μέρα στον Πέρση αγά των τυφεκιοφόρων, τον Μίρ Φετάχ, επιτράπηκε να φιλήσει τα πόδια του αυτοκράτορα και να επιστρέψει με τη φρουρά στο Ναχσιβάν. Ο Εμίργκιουνε, γεννημένος Γεωργιανός και ο Αντέντ Χαν φίλησαν τα πόδια του αυτοκράτορα και έλαβε ο καθένας ως δώρο μια αυτοκρατορική σκηνή. Κηρύχθηκε η ισλαμική προσευχή και όλα τα λάβαρα και οι σημαίες ανέμιζαν επτά ημέρες και νύχτες στα τείχη. Ύστερα από κάθε προσευχή επαναλαμβανόταν τρεις φορές η μωαμεθανική κραυγή (Αλλάχ) και τη νύχτα άναβε μεγάλος αριθμός κεριών και λυχνιών. Το κάστρο επιδιορθώθηκε σε σαράντα ημέρες και ο Μουσταφά Πασάς διορίστηκε κυβερνήτης του Ερεβάν, με 40.000 άνδρες ως φρουρά. Ο σουλτάνος Μουράτ διόρισε τον χαν Εμίργκιουνε πρώτο κυβερνήτη του Χαλέμπ, αλλά στη συνέχεια τον απομάκρυνε και έδωσε την κυβέρνηση στον Κιουτσούκ Αχμέτ Πασά. Ο Εμίργκιουνε παρέμενε ο ευνοούμενος του σουλτάνου Μουράτ Δ’ μέχρι τον θάνατο του σουλτάνου, όταν σκοτώθηκε από τον Καρά Μουσταφά Πασά.

Οι πόλεις Σουρεγλί, Τζόρις, Μπεχεστάν, Χούι, Ορντουμπάρι και Ταμπρίζ λεηλατήθηκαν επί επτά ημέρες και νύχτες, μαζί με τα κάστρα των Μπαγκτζενάν, Αγτζάν, Κουχεράν, Κούμλα, Μερέντ και Σαλμάς, ύστερα από τον οποίο όλεθρο επέστρεψε μέσω Μπιτλίς και Ντιαρμπέκρ στην Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια ο σάχης πολιόρκησε το Ερεβάν για διάστημα επτά μηνών, το οποίο δεν έλαβε καμία επικουρία, λόγω της εχθρότητας που υπήρχε μεταξύ του μεγάλου βεζίρη Ταμπανί Γιασί και του Μουρτεζά Πασά που ήταν αποκλεισμένος στο Ερεβάν. Ο τελευταίος, που δεν του είχε απομείνει κανένα μέσο ύπαρξης, αυτοκτόνησε καταπίνοντας το διαμαντένιο δαχτυλίδι του και την επόμενη μέρα ολόκληρη η φρουρά, μισόγυμνη και λιμοκτονούσα, ρίχτηκε στο έλεος των Περσών και σκοτώθηκε από αυτούς, ενώ μεγάλος αριθμός οδηγήθηκε στον Αράς, από τους οποίους οι λίγοι που σώθηκαν από φιλάνθρωπους Σουνίτες διέφυγαν στο Καρς και το Βαγιαζήτ. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ’, ακούγοντας αυτή τη θλιβερή περιγραφή, ζώθηκε από τις δύο πλευρές με το σπαθί του θρησκευτικού ζήλου και της μεγάλης προσπάθειας, με πρόθεση να κατακτήσει τη Βαγδάτη και να ελευθερώσει τον τάφο του μεγάλου ιμάμη Ναμάν Μπεν Τάμπετ από τα χέρια των απίστων.

Στο μεταξύ το Ερεβάν παρέμενε στα χέρια των Περσών, οι οποίοι αύξαναν την ευημερούσα κατάστασή του. Δεν μπορούσε όμως να αντισταθεί σε επίθεση του οθωμανικού στρατού επί επτά ημέρες, επειδή περιβάλλεται μόνο από απλό τείχος. Βρίσκεται στην όχθη του Ζένγκι και εκτείνεται από νότο προς βορρά με τόσο μικρό πλάτος, που οι μπάλες που βάλλονταν εναντίον του από τον σουλτάνο Μουράτ αναπηδούσαν από το ένα άκρο της πόλης στο άλλο. Πολλές από αυτές τις μπάλες φαίνονται ακόμη και τώρα στημένες στους πύργους. Τα τείχη που χτίστηκαν από τον Φερχάντ Πασά έχουν ύψος σαράντα βασιλικούς πήχεις. Αυτά που χτίστηκαν από τον Τοκμάκ Χαν έχουν πενήντα πήχεις ύψος και είκοσι πλάτος. Δεν έχει τάφρο στην πλευρά του Ζένγκι, αλλά έχει τείχος στη νότια, βόρεια και ανατολική πλευρά, το οποίο ωστόσο δεν είναι βαθύ, καθώς το έδαφος είναι ελώδες. Έχει τρεις σιδερένιες πύλες. Προς νότο, την πύλη της Ταμπρίζ. Προς βορρά, την πύλη του μεϊντάν που ονομάζεται Γιαγλά Καπουσί. Σε αυτό το σημείο παίζουν μαΐλ. Στα δυτικά, την πύλη της γέφυρας. Υπάρχουν επτακόσια κανόνια μεγάλα και μικρά, που παρέμειναν από την εποχή των Οθωμανών και τεράστιος αριθμός άλλων εφοδίων, επειδή είναι η μεθόριος του Αζερμπαϊτζάν. Φρουρείται από 3.000 άνδρες του φρουρίου, 3.000 άνδρες του χαν και 7.000 άνδρες της επαρχίας. Μερικές φορές ο χαν του απολάμβανε τον τίτλο του χαν των χαν. Τη δημόσια τάξη διατηρούν δικαστής, νακίμπ, κελεντέρ, νταρόγα, μουνσί, γεσαούλ-αγάς, κουρουτζή, ισέκ αγάς, ντίζτσοκεν αγάς, επτά μιχμαντάρ και σαχμπεντέρ. Η πόλη αποτελείται από 1.060 κομψά σπίτια καλυμμένα με χώμα. Το καλύτερο είναι το παλάτι του χαν, πολύ εξωραϊσμένο από τον Εμίργκιουνε. Κοντά βρίσκεται το νομισματοκοπείο όπου κόβονται μεγάλα και μικρά ασημένια νομίσματα (αμπασί και μπεστί). Το προάστιο έξω από το Γιαγλά Καπουσί ονομάζεται παλιά πόλη. Στην είσοδο της γέφυρας βρίσκεται ο κήπος του χαν και προάστιο με τζαμί και λουτρό. Το έτος 1035 (1635), όταν οι Πέρσες κατέκτησαν αυτό το φρούριο, έχτισαν επίσης κάστρο στην ανατολική πλευρά, με τείχη από πηλό και άχυρο, το οποίο είναι ακόμη πιο συμπαγές από πέτρα. Την εποχή που κοιτούσα όλα τα αξιοθέατα του Ερεβάν, έλαβα πρόσκληση από τον χαν να βοηθήσω στην τελετή της περιτομής των γιων του. Ο κεχαγιάς του μου έδωσε δέκα τομάν αμπασί για τα έξοδα του ταξιδιού και ξεκίνησα το ταξίδι μου από Ερεβάν προς Σιρβάν μέσω Σαμάχι, Τιφλίδας, Τερμίς, Αράς και Μπακού. Αρχικά ταξιδέψαμε προς τα βόρεια μέσα από καλλιεργημένα χωράφια ρυζιού, κατά μήκος του ποταμού Ζένγκι μέχρι το κεντ Χότζα, το χας του χαν του Ερεβάν, με πεντακόσια σπίτια, τζαμί και λουτρό. Ύστερα δεκατέσσερις ώρες πιο πέρα στο κεντ Ντεμιτζή Χασάν, που ήταν παλαιότερα πόλη των Τουρκομάνων και κατοικείται ακόμη και τώρα από φυλή Τουρκομάνων. Καταστράφηκε από τον Μουράτ Δ’. Φτάσαμε τελικά στο Γκέντζε.

Περιγραφή της σημαντικής πόλης Γκέντζε154

Αποσπάστηκε από τα χέρια του Σαχ Ταλιμάς, το έτος 1014 (1605), από τον Κότζα Φερχάντ Πασά. Την εποχή που ο Μοχάμεντ Πασάς, ο κεχαγιάς του Σαρή Αχμέτ Πασά, ήταν κυβερνήτης του Γκέντζε, ο σάχης το πολιόρκησε για επτά μήνες και σκότωσε ολόκληρη τη φρουρά. Από εκείνη την εποχή παρέμεινε στην κατοχή των Περσών, μεγάλη πόλη, αλλά ο σάχης κατέστρεψε το κάστρο του. Είναι τώρα κομψή πόλη 6.000 σπιτιών με κήπους και αμπέλια, χάνι, λουτρό και ιμαρέτ, ευρισκόμενη σε μεγάλη πεδιάδα. Οι κήποι του ποτίζονται από τον Κούρεκ που χύνεται στον Κουρ (Κύρο). Η προς Καάμπα πλευρά της πόλης είναι ορεινό τοπίο και οι πρόποδες των βουνών καλλιεργούνται με κήπους και αμπελώνες. Το μετάξι του Γκέντζε είναι διάσημο. Στην πεδιάδα γύρω από το Γκέντζε υπάρχουν επτά περιοχές με χωριά απίστων, όπου καλλιεργούνται βαμβάκι, μετάξι και ρύζι. Εδώ υπάρχουν πλούσιοι Μογκ (αρχαίοι Πέρσες πυρολάτρες) και όμορφη νεολαία και των δύο φύλων. Τα πέταλα του Γκέντζε δεν είναι λιγότερο διάσημα από το μετάξι. Την πόλη κυβερνά χαν, ο οποίος διοικεί 3.000 άνδρες. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι (συμπεριλαμβανομένου του χαν) είναι δώδεκα, προς τιμήν των δώδεκα ιμάμηδων. Ο πρώτος Οθωμανός κυβερνήτης του ήταν ο Χαντίμ Χασάν, ο οποίος κατέκτησε τη Μπέρντα.

Προσκυνήματα (ή τάφοι) μαρτύρων

Δώδεκα χιλιάδες μουσουλμάνοι, που είχαν παραδώσει το κάστρο με συνθηκολόγηση στον σάχη, σκοτώθηκαν ανελέητα και τώρα είναι θαμμένοι έξω από την πόλη, σε μέρος που ονομάζεται Σοχεντάι Ερβάμ (μάρτυρες του Ρουμ). Μείναμε τρεις ημέρες ως φιλοξενούμενοι στο χάνι της πόλης και συνεχίσαμε το ταξίδι μας με πενήντα περίπου συντρόφους προς τα βόρεια. Στα δεξιά μας ήταν το χανλίκ του Λοριστάν. Ύστερα από επτά ώρες πορείας φτάσαμε στο Γκιλκζάρ Αχμέτι, πόλη παλαιότερα, αλλά τώρα κεντ με επτακόσια σπίτια, χας του χαν του Γκέντζε, με τζαμί, χάνι και λουτρό. Έξοχο μετάξι κατασκευάζεται εδώ. Εννέα ώρες πιο πέρα βρίσκεται το κεντ του Μεγκουτσούρ155 με επτακόσια σπίτια, τζαμί και υπέροχο κήπο. Στην απέναντι ακτή του Κουρ βρίσκεται μεγάλη πόλη που ονομάζεται Κέντερε. Περάσαμε με βάρκες στο Μεγκουτσούρ, τα σύνορα του Γκέντζε και ύστερα από οκτώ ώρες φτάσαμε στη μεγάλη πόλη του Αράς.156

Η πόλη του Αράς χτίστηκε από τον Κεγιούμερτ και κατακτήθηκε το έτος 985 (1577) από τον Καρά Μουσταφά Πασά, βεζίρη του Μουράτ Γ’. Ο Εμίρ Χαν έφτασε με 40.000 άνδρες σε επικουρία της πόλης και όταν τη βρήκε να έχει παρθεί, έδωσε μάχη, η οποία τελείωσε με την αιχμαλωσία του, ενώ σκορπίστηκαν όλα τα στρατεύματά του, αποτελούμενα από Τουρκομάνους, Κοκ, Ντόλακ και Γεωργιανούς. Εξολοθρεύτηκαν για δεύτερη φορά από τον κεχαγιά του Ουζντεμίρογλου στις όχθες του ποταμού Κουρ που κατάπιε μεγάλο αριθμό από αυτούς, όταν κατέρρευσε η γέφυρα κάτω από το βάρος των φυγάδων. Τα οστά τους φαίνονται ακόμη σε σωρούς, ενώ η γέφυρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ερείπια. Ο Τούρκος στρατηγός, έχοντας πειστεί για τη σημασία της πόλης Αράς, που βρίσκεται μεταξύ Γκέντζε και Σιρβάν, συγκέντρωσε χτίστες και εργάτες και έκλεισε την πόλη σε τείχος, συμπεριλαμβανομένου του κήπου Σαχ Χιαμπάν, που βρισκόταν έξω από την πόλη. Τρεις πύλες περνούσαν από αυτό το τείχος από πηλό, η περίμετρος του οποίου είναι 9.600 βήματα. Ολοκληρώθηκε σε σαράντα ημέρες και η θέση του κυβερνήτη, με τον βαθμό του μπεηλερμπέη, απονεμήθηκε στον Καϊτάς-μπεγκ, ο οποίος είχε μεγαλώσει στο χαρέμι του σουλτάνου Μουράτ. Από την θέση της στους πρόποδες βουνού, η πόλη μοιάζει με εκείνη της Μπούρσα, περιτριγυρισμένη από κήπους με φρούτα και λουλούδια, αμπελώνες και ροδώνες. Αποτελείται από 10.000 σπίτια με επίπεδες στέγες και σαράντα τζαμιά. Στο κάστρο υπάρχουν εκείνα του Μουράτ Γ’, του Φερχάντ Πασά και του Καρά Σινάν. Οι Τουρκομάνοι και οι Κομούκοι του Νταγεστάν, προφέρουν το όνομα αυτής της πόλης με χοντρό «σ». Στην αρχή της βασιλείας του σουλτάνου Μουσταφά, αυτή η πόλη, όπως εκείνη του Μερέντ, έπεσε στα χέρια των Περσών. Σαράντα συνοικίες υπολογίζεται ότι υπάρχουν τώρα και άλλα τόσα τζαμιά, δεκαέξι λουτρά, οκτακόσια καταστήματα και επτά καφενεία. Η νεολαία έχει μάτια γαζέλας, με πρόσωπα που λάμπουν σαν τον ήλιο, γιατί οι γυναίκες τους είναι Γεωργιανές, Νταντιάν, Ατσικμπάς και Σουσάντ. Ο αέρας είναι ήπιος και το νερό του βασιλικού βουνού (σαχ-κουχ) εξαιρετικό. Γύρω του υπάρχουν επτά μεγάλες περιοχές, καθεμία από τις οποίες υπολογίζεται ότι έχει εκατό πυκνοκατοικημένα κεντ, πολυπληθέστερο από τα οποία είναι εκείνο του Λεβέντ Χαν κοντά στο Αράς. Διασχίζοντας τη γέφυρα του Ουζντεμίρογλου Οσμάν Πασά, ο ταξιδιώτης φτάνει στην περιοχή Παλβανάι και στην περιοχή Σαΐρ Αμπαντάν, όπου φαίνεται κάστρο πάνω σε βράχο, το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι.

Το βασιλικό βουνό, απέναντι από την πόλη, είναι ο θερινός τόπος διαμονής των Τουρκομάνων. Μεταξύ των περιοχών του Αράς υπάρχει και εκείνη του Σέκι, η οποία τώρα διοικείται από τον κυβερνήτη του Αράς, αν και μερικές φορές την κυβερνούσε η εξουσία των ηγεμόνων του Νταγεστάν. Ο χαν του Αράς οδηγεί 23.000 άνδρες στο πεδίο της μάχης. Δώδεκα δημόσιοι αξιωματούχοι διατηρούν την τάξη στην πόλη. Ύστερα από παραμονή τριών ημερών σε αυτήν την πόλη, προχωρήσαμε προς τα βόρεια και μετά από δύο σταθμούς φτάσαμε στο κάστρο του Σέκι.

Περιγραφή του κάστρου του Σέκι

Χτίστηκε από τον Αλέξανδρο έναν ηγεμόνα των Σουσάντ, από τα χέρια του οποίου πέρασε σε εκείνα του ηγεμόνα του Νταγεστάν και στη συνέχεια σε εκείνα των Περσών. Ο Λάλα Καρά Μουσταφά Πασάς, ο βεζίρης του Μουράτ Γ’, το κατέκτησε και ανατέθηκε στον Ερκελάντ μπεγκ, γιο του Λεβέντ Χαν. Στην αρχή της βασιλείας του σουλτάνου Μουσταφά επέστρεψε στην κατοχή των Περσών και τώρα είναι έδρα σουλτάνου, ο οποίος διοικεί χίλιους άνδρες. Είναι ωραίο κάστρο, χτισμένο πάνω σε βράχο. Η περίμετρός του είναι 3.000 βήματα, ενώ τάφρος δεν απαιτείται. Οι δύο πύλες του είναι εκείνη του Γκέντζε και εκείνη του Σιρβάν. Αν και βρίσκεται στα σύνορα του Νταγεστάν, θεωρείται ότι ανήκει στη Γεωργία, πολύ περισσότερο επειδή ο κατασκευαστής του ήταν Γεωργιανός. Υπάρχουν 3.000 σπίτια και 7 μιχράμπ. Στην αγορά βρίσκεται το τζαμί του Μίρζα Αλή μπεγκ και στο κάστρο εκείνο του Λαγούσογλου Αχμέτ Μπεγκ. Εκείνο του Μουράτ Γ’ πέφτει σε φθορά. Στους κήπους παράγονται μεγάλες ποσότητες μεταξιού. Σε απόσταση ενός ταξιδιού ανατολικά αυτού του κάστρου περνά ο ποταμός Κανούκ, που εκβάλλει στον Ζένγκι. Προχωρώντας προς τα βόρεια, διασχίσαμε τον ποταμό του Ουζντεμίρογλου Οσμάν Πασά και φτάσαμε στη θέση Κογιούν-γκετσίντ, όπου είδαμε σωρούς ανθρώπινων οστών. Ο σύντροφός μας Γιασέρ Αλή αγάς μας είπε ότι σε αυτό το σημείο ο Μουσταφά Πασάς, ο στρατηγός του Μουράτ Γ’, δέχθηκε επίθεση από τους χαν των Ταμπρίζ, Λορ, Ναχσιβάν και Καραμπάχ, οι οποίοι τον περικύκλωσαν με περισσότερους από 200.000 άνδρες. Ο Κότζα Λάλα Μουσταφά Πασάς διέταξε γενική επίθεση, η οποία έγινε αμέσως στη μία πλευρά από τον Ουζντεμίρογλου, στη δεύτερη από τον Μοχάμεντ, τον κυβερνήτη του Χαλεπιού και στην τρίτη από τον Μουσταφά, τον κυβερνήτη του Μαράς, που έκοψε σε κομμάτια περισσότερους από χίλιους άνδρες και οδήγησε τους υπόλοιπους σαν πρόβατα στο πορθμείο του Κογιούν-γκετσίντ, όπου πολλοί από αυτούς πνίγηκαν, άλλοι στον ποταμό Κανούκ και άλλοι στον Καπούρ. Κοντολογής έμειναν συνολικά πάνω από 40.000 άνδρες στο πεδίο της μάχης, των οποίων τα οστά είναι στοιβαγμένα ως αιώνιο μνημείο. Είπα μια φάτιχα για την ψυχή τους και πέρασα το πορθμείο των προβάτων. Πιο βόρεια περάσαμε τον λευκό ποταμό (Aκσού), ο οποίος ονομάζεται από τους Πέρσες ποταμός του Γκιλάν. Πηγάζει από τα βουνά του Αράς και εκβάλλει στον Κουρ. Στο τέλος τριών ωρών μπήκαμε στην περιοχή του Μαχμουταμπάντ, που αποτελείται από διακόσια κεντ καλά καλλιεργούμενα, τα οποία παράγουν χίλια γιούκ μετάξι, με κάθε κεντ να μοιάζει με μεγάλη πόλη. Οι κάτοικοι είναι Τουρκομάνοι, Κοκ, Ντουλάκ, Μογγόλοι και Ετέλ.

Περιγραφή της Φυλής των Ετέλ

Ετέλ στα μογγολικά σημαίνει γλώσσα των σκύλων. Παίρνουν αυτό το όνομα από την πολεμική τους κραυγή, που είναι είδος ουρλιαχτού. Κοντά στο Μαρντίν, στο σαντζάκι των βουνών, στο οποίο μπήκα με τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, οι Ετέλ είναι φυλή σαν αυτή των τριχωτών Κούρδων, ακάθαρτων, ασεβών, άθρησκων ληστών, οι οποίοι παριστάνουν ότι είναι της αίρεσης του Χάμζα, δεν τηρούν ώρες προσευχής ούτε νηστεύουν, αγνοούν τα ηθικά καθήκοντα και τον Θεό. Επτά ή οκτώ από αυτούς μοιράζονται μεταξύ τους μια γυναίκα. Αν αποκτήσει παιδί, οι επτά ή οκτώ κάτοχοί της συγκεντρώνονται ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα και η γυναίκα δίνει ένα μήλο στο χέρι του παιδιού. Ο άνδρας στον οποίο το δίνει το παιδί, θεωρείται ότι είναι ο πατέρας και στο εξής η γυναίκα ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν, χωρίς να επιτρέπεται σε κανέναν άνδρα να τη διεκδικήσει. Η περίφημη αίρεση των κηροσβεστών (μουμ σοντουρέν) πρέπει να είναι κλάδος τους, γιατί δεν είδα ούτε άκουσα τίποτε για αυτούς πουθενά αλλού. Είναι σίγουρο ότι πίνουν από τα παπούτσια των δικών τους σαχ, στους οποίους είναι πολύ υπάκουοι.

Οι Καϊτάκ είναι περίπου 20.000 άνδρες στα σύνορα του Νταγεστάν, οι οποίοι μερικές φορές έρχονται στις πόλεις Αράς και Σέκι. Παράξενη φυλή ανθρώπων, όπως το θηρίο της ημέρας της κρίσης, με κεφάλια σαν καζάνια, φρύδια δύο δάχτυλα φαρδιά, ώμους τόσο τετράγωνους, που ένας άνδρας μπορεί εύκολα να σταθεί πάνω τους, λεπτά άκρα, στρογγυλά μάτια, μεγάλες φτέρνες και κόκκινα πρόσωπα. Παριστάνουν τους Σαφίτες. Όταν έρχονται στην αγορά του Αράς και του Σέκι, έρχονται με κάρρα ή καβαλούν βουβάλια, γιατί τα άλογα και τα γαϊδούρια δεν θα μπορούσαν να αντέξουν το βάρος τους. Καθώς περνούν με τα τουρμπάνια τους σε μέγεθος τρούλου, χαιρετώντας και προς τις δύο πλευρές με μεγάλη αξιοπρέπεια, μοιάζουν να είναι της φυλής του Ντετζάλ (του Αντίχριστου), αληθινοί Ογούζ. Αυτοί οι Καϊτάκ προέρχονται από την επαρχία Μαχάν, είναι Μογγόλοι Τούρκοι και επομένως μιλούν τη μογγολική γλώσσα, από την οποία μπορούσα να συγκεντρώσω λίγες μόνο λέξεις, καθώς παρέμεινα δύο μόνο ημέρες ανάμεσά τους. Είδα αυτούς τους ανθρώπους στην περιοχή του Μαχμούταμπαντ και αφού ταξίδεψα πιο βόρεια, έφτασα στο κεντ Τσαϊλάν στα σύνορα του Σιρβάν, στις όχθες του ποταμού Γκουϊλάν, με εξακόσια σπίτια Τουρκομάνων και Ογούζ. Πιο πέρα βρίσκεται η πόλη Νιαζαμπάντ στα σύνορα του Σιρβάν, που χτίστηκε από τον Γεζντετζέρντ-σαχ. Υπάρχουν ακόμη μεγάλα ερείπια του αρχαίου μεγαλείου της. Καταστράφηκε από τους Μογγόλους, οι οποίοι ενώθηκαν με τους Κομούκ και τους Καϊτάκ του Νταγεστάν. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μουράτ Γ’, ο Φερχάντ Πασάς έστησε τα χειμερινά του καταλύματα εδώ και ισοπέδωσε το κάστρο, όταν το άφησε την άνοιξη. Είναι τώρα το σύνορο μεταξύ Νταγεστάν και Περσίας, με σαράντα συνοικίες και άλλα τόσα τζαμιά, χάνι, λουτρό και αγορά, έδρα σουλτάνου που διοικεί χίλιους άνδρες. Υπάρχουν δώδεκα άρχοντες. Σύμφωνα με τη δήλωση του κελεντέρ, υπάρχουν περισσότερα από 6.000 σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους. Είναι κρίμα που το ισχυρό του κάστρο βρίσκεται σε ερείπια. Αν δώσει ο Θεός να επιστρέψει ξανά στην οθωμανική εξουσία, θα μπορούσε εύκολα να επισκευαστεί και να γίνει πολύ ισχυρό κάστρο. Αυτή η πόλη περιβάλλεται από απέραντο κάμπο και στις τέσσερις πλευρές.

Προσκύνημα του Ασμπάρ-Μπαμπά

Ο Ασμπάρ-μπαμπά ήταν ένας από τους μαθητές του μεγάλου προγόνου μας, του Τούρκου των Τούρκων, του Χότζα Αχμέτ Γιεσούι. Καθώς οι τελετές του Γιεσούι αρέσουν στην Περσία, το μοναστήρι σε αυτό το μέρος κατοικείται από περισσότερους από εκατό δερβίσηδες. Είναι γενικό προσκύνημα, όπου οι κάτοικοι ομολογούν ότι είναι της αίρεσης των Χανέφι. Πήραμε εδώ μερικούς συντρόφους και προχωρήσαμε προς τα βόρεια στην πόλη Φεραχζάντ, στα σύνορα του Σαμάχι και στην όχθη του λευκού ποταμού (Ακσού) με πεντακόσια σπίτια, τζαμί, χάνι, λουτρό και μικρή αγορά. Ο μιχμαντάρ αυτού του τόπου μου έδειξε μεγάλη προσοχή. Προχωρήσαμε βόρεια ανάμεσα σε σκιερά άλση, δειπνήσαμε σε κυνηγετικό μέρος του Σαχ Χονταμπέντε και φτάσαμε στο Νιλτσάι, που σημαίνει το ίδιο με το γαλάζιο ποτάμι (Γκιοκσού), το οποίο ερχόμενο από το Νταγεστάν ενώνεται με το Κουρ σε αυτό το μέρος.

Εγκώμιο του όρους Καύκασος

Τα ποτάμια που έρχονται από το όρος Καύκασος, στα νότια, χύνονται στον Κούρ και εκείνα προς τα βόρεια, κατευθείαν στην Κασπία Θάλασσα. Επίσης υπάρχουν ποτάμια στη νότια πλευρά, τα οποία χύνονται στη Μαύρη Θάλασσα και στη βόρεια πλευρά, [που χύνονται] στον Κουμπάν. Το όρος Καύκασος είναι το μεγαλύτερο βουνό στον κόσμο. Τα εδάφη του κυβερνούν πέντε διαφορετικοί μονάρχες, ενώ στα νότια οι φυλές της Αμπχαζίας είναι εγκατεστημένες σε έκταση ταξιδιού ογδόντα ημερών. Στην ανατολική πλευρά της άκρης του βουνού βρίσκονται οι Μινγκρέλιοι, Γεωργιανοί, Ατσικμπάς, Σουσάντ, Κουρντίλ και Νταντιάν, σε έκταση ταξιδιού σαράντα ημερών. Υπάρχει επίσης η επαρχία Τιφλίδας στα σύνορα της Περσίας και ο θρόνος των Αλανών (Σερέρ-ουλ-αλάν) στην άκρη του όρους Καύκασος, ταξίδι δεκαεννέα ημερών. Το Νταγεστάν, μέσα στο όρος Καύκασος, έχει έκταση είκοσι ημερών ταξιδιού προς βορρά. Μέσα στο όρος Καύκασος βρίσκεται επίσης η Κιρκασσία, που κατοικείται από τις φυλές Καμπαρτάι, Μπεστί, Πουλτακάι, Χατουκάι, Μεμσούχ, Μποζαντούκ, Τακακού, Ζάνα, Σεφάκε και άλλες φυλές Κιρκασσίων, σε έκταση ταξιδιού ογδονταμιάς ημερών. Σύμφωνα με αυτόν τον υπολογισμό, η έκταση όλων των περιοχών του όρους Καύκασος είναι διακόσιες σαράντα ημέρες ταξιδιού. Είναι τόσο ψηλό, που φαίνεται από απόσταση δέκα ημερών. Ο Θεός δημιούργησε στην επιφάνεια της γης εκατόν σαρανταοκτώ βουνά, από τα οποία τα δώδεκα κατ’εξοχήν ψηλότερα είναι τα όρη Καύκασος, Μπινγκιόλ, Ντεμαβέντ, Σιτζάν, Καμάρ, τα βουνά στη Γερμανία στην πηγή του Δούναβη, το όρος Σαμούρ, απ’ όπου πηγάζουν ο Ζέιρο157 και ο Δνείστερος. Κανένας άνθρωπος δεν έχει φτάσει ποτέ στα μισά του ύψους του όρους Καύκασος. Περνώντας στον δρόμο μας μέσα από τις περιοχές του Νταγεστάν, είδαμε την κορυφή του τυλιγμένη σε σύννεφα. Αλλά τώρα θα επιστρέψουμε στην περιγραφή του ταξιδιού μας.

Το κεντ του Κοκτσάι (γαλάζιου ποταμού) είναι υπέροχο μέρος με κελεντέρ και μιχμαντάρ, επτακόσια σπίτια με κήπους. Οι κάτοικοι είναι Σουνίτες, οι οποίοι πληρώνουν φόρο υποτέλειας στον Σαχ Ισμαήλ για την άδεια να αφήνουν γενιάδες. Συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα από χωράφια προς βορρά, για επτά ώρες και φτάσαμε στο κεντ Ακσού, στο έδαφος του Σαμάχι, με χίλια σπίτια, τζαμί, χάνι και λουτρό. Ο Λευκός Ποταμός περνάει μέσα από τον τόπο και χύνεται στον Κουρ. Έρχεται από τα βουνά του Σιρβάν, ποτίζει τα χωράφια του Σαμάχι και πέφτει στον Κουρ.

Περιγραφή της πόλης Σαμάχι158

Xτίστηκε αρχικά από τον Γεζντετζέρντ Σαχ, τον Πέρση μονάρχη. Είναι το κέντρο των επτά χανλίκ. Μερικοί την προφέρουν Σαμ Αχή (αδελφό της Δαμασκού) και άλλοι Σαμ Αχ (στεναγμό της Δαμασκού), επειδή οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν αποικία από τη Δαμασκό. Σαράντα σουλτάνοι και σαράντα δικαστές συνδέονται με αυτήν, εβδομήντα κάστρα και χίλια τριακόσια κεντ, σαν μεγάλες πόλεις. Ο Ουλαμά Πασάς και ο Πίρι Πασάς, δύο βεζίρηδες του σουλτάνου Σουλεϊμάν, ανέλαβαν την κατοχή της στο όνομα του αυτοκράτορά τους και ο Ουλαμά Πασάς ονομάστηκε διοικητής του Σιρβάν. Ο Σαχ Ταμάς στη συνέχεια πολιόρκησε την πόλη για διάστημα τριών μηνών, την κατέκτησε και έδωσε τη θέση του κυβερνήτη στον μικρότερο αδελφό του, τον Ελκάς Μίρζα, ο οποίος παρέμεινε τρία χρόνια στο αξίωμά του, αλλά στη συνέχεια, φοβούμενος τον αδελφό του, τράπηκε σε φυγή με όλα τα πολύτιμα πράγματά του, πέρασε μέσα από τις στέπες σε σαράντα ημέρες φτάνοντας στον Καφφά, επιβιβάστηκε σε πλοίο και απέτισε φόρο τιμής στον σουλτάνο Σουλεϊμάν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά το έτος 954 (1547) ο Ελκάς Μίρζα ανέλαβε με τον Λάλα Μουσταφά εκστρατεία στην Περσία και στη συνέχεια ανέλαβε διαμονή στο παλάτι του Περτέβ Πασά στην Κωνσταντινούπολη. Έχοντας δει τη λαμπρότητα της επίσημης εισόδου του σουλτάνου Σουλεϊμάν, είπε: «Πώς είναι δυνατόν με τέτοια δύναμη ο αυτοκράτοράς σας των Οθωμανών να μην είναι ταυτόχρονα μονάρχης του Ιράν;» Ο Σουλεϊμάν πήρε τον Ελκάς μαζί του στην εκστρατεία στο Βαν και το Αζερμπαϊτζάν. Ο Λάλα Μουσταφά Πασάς ονομάστηκε διοικητής του Σιρβάν και ο Ελκάς Μίρζα, ο προκάτοχός του σε αυτή την κυβέρνηση, ρήμαζε τις επαρχίες των Ναχσιβάν, Ερεβάν, Γκέντζε και Σιρβάν. Έχοντας πεθάνει ο Σαχ Ταμάς, το κάστρο του Σαμάχι καταλήφθηκε ύστερα από πολιορκία επτά ημερών από τον γιο του. Ο Λάλα Πασάς ονομάστηκε διοικητής του Σαμάχι και ο Ελκάς Μίρζα χαν του Μαχμουταμπάντ. Ρήμαζε την Περσία μέχρι το Ισφαχάν, προκειμένου να σβήσει τη δίψα του για εκδίκηση. Το Σαμάχι στη συνέχεια διεκδικούσαν και οι δύο δυνάμεις, μέχρι που κατά τη βασιλεία του Μουράτ Γ’ κατακτήθηκε και στη συνέχεια επισκευάστηκε από τον Ουζντεμίρογλου Πασά. Οι Πέρσες το ανακατέλαβαν και το έχασαν και πάλι από τον Φερχάντ Πασά. Παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών μέχρι την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’, όταν οι Πέρσες πήραν το Ντερμπέντ και το Σαμάχι με σφετερισμό και έστειλαν τη φρουρά αιχμαλώτους στην Κωνσταντινούπολη. Από τότε παρέμεινε στην εξουσία των Περσών και τώρα είναι έδρα χαν. Το κάστρο βρίσκεται σε λόφο, στις όχθες ποταμού. Το εσωτερικό του είναι πολύ ισχυρό, αλλά το εξωτερικό φθείρεται. Η πόλη αποτελείται από 7.000 περίπου καλοχτισμένα σπίτια, με πέτρινους τοίχους και επίπεδες στέγες, όπου σε κάθε σπίτι παρέχεται νερό. Υπάρχει άπειρος αριθμός κήπων και εικοσιέξι γειτονιές. Οι γειτονιές που ονομάζονται Μεϊντάν και Σαμπουράν, όντας στο εσωτερικό του κάστρου, είναι οι πιο κομψές. Υπάρχουν εβδομήντα τζαμιά, το παλαιότερο από τα οποία είναι εκείνο του Ντιβ Αλή, που ήταν ένας από τους χαν του Σαχ Ταμάς, αλλά Σουνίτης. Στο προάστιο βρίσκεται το μεγάλο τζαμί του Σαχ Σαφί, που συναγωνίζεται τον θόλο του ανακτόρου του Χοσρόη. Στην αυλή υπάρχει μια λεκάνη και γύρω της κελλιά για τους σπουδαστές. Οι πύλες του τζαμιού του Φερχάντ Πασά είναι κλειστές, επειδή δεν έχει κληροδότημα. Το τζαμί του Ουζντεμίρ Οσμάν Πασά είναι σχολή, όπου ο μουφτής δίνει διαλέξεις. Υπάρχει εγκατάσταση τραπεζαρίας του ιδρύματος του σουλτάνου Χονταμπέντε, σαράντα σχολεία για αγόρια, επτά ευχάριστα λουτρά, το καλύτερο από τα οποία είναι εκείνο του Σαμπούρ, με πολυάριθμα ιδιωτικά δωμάτια και δεξαμενή, του οποίου οι σερβιτόροι είναι έξοχοι νέοι. Εκτός από τα δημόσια λουτρά, υπάρχουν ιδιωτικά σε κάθε κήπο. Υπάρχουν σαράντα καραβανσεράι, σε καθένα από τα οποία κατατίθενται εμπορεύματα αξίας πολλών χιλιάδων τομάν. Η δημόσια ασφάλεια είναι τόσο μεγάλη, που κάθε άνθρωπος αφήνει ανοικτό το κατάστημά του, χωρίς τον παραμικρό κίνδυνο, όταν απομακρύνεται για επαγγελματικούς λόγους. Υπάρχουν συνολικά 1.200 καταστήματα. Δεν υπάρχει πέτρινο μπεζεστένι, αλλά παρ’ όλα αυτά μεγάλος αριθμός πολύτιμων αντικειμένων. Τα καφενεία είναι τόποι συνάντησης εύστροφων και μορφωμένων ανθρώπων. Ο αέρας είναι εύκρατος και η γη εύφορη. Ρύζι, βαμβάκι, επτά είδη σταφυλιών, αχλάδια και καρπούζια υπάρχουν σε μεγάλη τελειότητα. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων είναι Σουνίτες Χανεφιρίτες, οι οποίοι εκτελούν τις προσευχές τους κρυφά. Παρέμεινα για επτά ημέρες προσκεκλημένος του χαν του Σαμάχι, του Τάκι Χαν, ενός γενναιόδωρου, φιλελεύθερου ανθρώπου, που του άρεσε η συντροφιά και η καλή παρέα. Μας δώρισε πολλά μεταξωτά αντικείμενα, δέκα τομάν αμπασί και άλογο (καρατζουμπούκ). Έχοντας ο ίδιος προσκληθεί στην ψυχαγωγία του χαν του Ερεβάν, ξεκίνησε από το Σαμάχι με χίλιους άνδρες. Βαδίζοντας προς βορρά φτάσαμε στο προσκύνημα του Πιρνερκούχ (γέρου του βουνού), μεγάλου αγίου, υπέροχου τόπου περιπάτου, η θέα από τον οποίο αγκαλιάζει όλα τα κτίρια του Σαμάχι. Οι κάτοικοι των τριακοσίων γειτονικών χωριών είναι ως επί το πλείστον δερβίσηδες της τάξης των μπεκτασήδων, ανήκοντας στη μονή αυτού του Αγίου. Προχωρήσαμε από εδώ έξι ώρες προς βορρά μέσα από καλλιεργούμενη χώρα και φτάσαμε στον σταθμό του Πιρ Μερίζατ, όπου οι κελεντέρ μας αντιμετώπισαν ως φιλοξενούμενους. Το μοναστήρι αυτού του τόπου ονομάζεται Πιρ Μίρζα από κάποιους και Πιρ Μίρκα από άλλους, αλλά ο σωστός τρόπος προφοράς της λέξης είναι Μερίζατ, που σημαίνει καμπυλωμένος, επειδή το σώμα του είναι καθισμένο σε μία από τις γωνίες του μοναστηριού σε καμπυλωμένη στάση, με το πρόσωπό του στραμμένο προς την Καάμπα και το κεφάλι του ακουμπισμένο σε βράχο. Το σώμα του είναι ελαφρύ και άσπρο σαν βαμβάκι, χωρίς καθόλου φθορά. Οι δερβίσηδες που ασχολούνται όλη τη μέρα με το καθάρισμα και σκούπισμα του μοναστηριού, βάζουν κάθε νύχτα λεκάνη με καθαρό νερό στα πόδια του Αγίου και τη βρίσκουν άδεια το πρωί. Έτσι το φόρεμά του είναι πάντοτε πλυμένο ολόλευκο, χωρίς την παραμικρή σκόνη πάνω του. Τα μυαλά εκείνων που επισκέπτονται αυτό το μέρος αρωματίζονται με το άρωμα του αμπεριού. Ο σεΐχης Σέφι, που ήρθε από το Ερντεμπίλ για να επισκεφθεί αυτόν τον Άγιο, ξόδεψε θησαυρούς στην οικοδόμηση αυτού του μοναστηριού των δερβίσηδων μπεκτασήδων, που αντίστοιχό του ίσως υπάρχει μόνο στην πόλη Μέσεντ Μούσα Ριζά. Η είσοδός σε αυτό γεμίζει όλους όσοι το επισκέπτονται με ιερό δέος, σαν ενόχους που εμφανίζονται ενώπιον μεγάλου μονάρχη ως δικαστή τους. Το επισκέφτηκα, διάβασα τη σούρα Για Σιν προς τιμήν του Αγίου και έκανα την πνευματική γνωριμία μαζί του. Δεν μπορώ να παραθέσω τη χρονολογία του θανάτου του, καθώς δεν υπάρχει επιγραφή χρονολόγησης στην πύλη, αλλά ένας από τους δερβίσηδες μου είπε ότι ήταν μουεζίνης του σεΐχη Ιμπραήμ Σιρβάνι, ο οποίος είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό αγιότητας, ώστε όταν διακήρυσσε προσευχές στις πέντε ώρες, όλος ο ουρανός μετακινούνταν σε αναταραχή. Ο σεΐχης Ιμπραήμ άγγιζε τη ραχοκοκαλιά του, που είναι η αιτία της καμπυλωμένης του θέσης και της καλής διατήρησης. Όποιος λέει στον τάφο του τους επτά στίχους μιας φάτιχα, μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα έχει για επτά ημέρες το αντικείμενο των επιθυμιών του. Περνώντας ένα περίπου μίλι βόρεια του μοναστηριού, μέσα από κήπους, φτάσαμε στο κεντ του Χαρτζντέ, άλλον τόπο προσκυνήματος, ο οποίος καλύφθηκε με τρούλο από τον Χονταμπέντε Σαχ. Σε επτά ακόμη ώρες φτάσαμε στο καραβανσεράι του Κουζλί, μεγάλο χάνι, ίδρυμα του Σαχ Ισμαήλ. Πιο πέρα, στον σταθμό των έξι δένδρων, μεγάλο καραβανσεράι με ερειπωμένο κεντ, στα σύνορα του Ντερμπέντ. Και στη συνέχεια στο προσκύνημα του Χιζρ-ζέντε, που βρίσκεται κάτω από θόλο καλά διατηρούμενο. Ο Ουζντεμίρογλου Πασάς, που ήρθε εδώ για κυνήγι, έχτισε αυτόν τον τρούλο, επειδή είχε μεγάλη πίστη στον Άγιο. Ακόμη πιο βόρεια, στην περιοχή του Μουσεκέρ, στα σύνορα του Σαμπουράν, είναι ο τόπος Ρεγκάλ.

Υπάρχει ένα ρεγκάλ, μικρό κεντ, κοντά στο Σαμάχι, αλλά έχει τζαμί, χάνι, λουτρό με κήπους και 3.000 σπίτια με επίπεδες στέγες. Ανήκε παλαιότερα στο Ντερμπέντ και τώρα είναι εξάρτηση του Μπακού. Οι κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον Τουρκομάνοι, Καϊτάκ και ντόπιοι των πόλεων του Νταγεστάν, Εντερί, Ταρχού, Κούκ και Ταλιμπσεράν. Δεν είναι διθεϊστές, αν και υπάρχουν πολλοί σε αυτά τα μέρη. Σταματήσαμε στην άκρη του ποταμού Ρεγκάλ και στη συνέχεια συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα από χωράφια. Ξαφνικά είδαμε μεγάλο στρατό που ερχόταν από τη Μαύρη Θάλασσα, ο οποίος, καθώς πλησιάζαμε, αποδείχθηκε ότι ήταν τα στρατεύματα επτά μεγάλων Περσών χαν, δηλαδή των Ερεβάν, Γκέντζε, Λορ, Μπακού, Κιλάν, Μογάν και πολλοί σουλτάνοι, όλοι με εθνικές ενδυμασίες, με περισσότερους από δέκα χιλιάδες άνδρες, Τουρκομάνους, Μογγόλους, Καλμούκ, Κόντεκ, Βαλάκ και Κοζάκους, με ποικιλία ενδυμάτων και όπλων. Ηχώντας σάλπιγγες του Εφρασιάμπ, χτυπώντας τύμπανα και μεγάλα τύμπανα και παίζοντας περσικές μελωδίες σε στυλ πέρα από κάθε περιγραφή. Όταν ο χαν του Ερεβάν, άφησε τα στρατεύματα και προχώρησε να μας συναντήσει, ο χαν του Σαμάχι με γνώρισε σε αυτόν. Με χαιρέτησε πρώτο και ύστερα τoυς χαν του Κιλάν και του Μπακού και συνεχίσαμε να βελτιώνουμε τη γνωριμία μας, μέχρι που φτάσαμε στην πόλη του Μπακού. Τόσοι πολλοί χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί εκτοξεύτηκαν από τα τείχη και τους πύργους του Μπακού, που αυτό έμοιαζε σαν σαλαμάνδρα στη φωτιά του σωρού του Νεμρώδ. Συναντηθήκαμε με απεσταλμένους που είχαν έρθει από τις ρωσικές πόλεις Αστραχάν, Χέσντεκ και Τέρεκ, για να συγχαρούν τον χαν με δώρα για τη γιορτή του. Έτσι μπήκαμε στο κάστρο του Μπακού την Παρασκευή, πρώτη του μηνός Μοχαρέμ του έτους 1057 (1647).

Περιγραφή του φρουρίου του Μπακού

Ύστερα από μεγάλο γεύμα παραδώσαμε την επιστολή του Ντεφτερντάρ Ζάντε Μοχάμεντ Πασά, κυβερνήτη του Ερζερούμ, του ευγενικού μας κυρίου, μαζί με τα δώρα που αποτελούνταν από χάντρες μαργαριταριών, προϊόντα του Ιράκ και ένα έξοχο σπαθί. Παρέδωσα επίσης τις επιστολές των χαν της Ταμπρίζ και του Ναχσιβάν, συγχαίροντάς τον για τη γαμήλια γιορτή του. Ο χαν με φιλοξένησε ως καλεσμένο στο παλάτι της αδελφής του. Η γιορτή κράτησε δέκα μέρες και νύχτες, κατά τη διάρκεια των οποίων επαίνεσε τα δώρα που είχε λάβει μέσω εμού, παρουσία όλων των χαν και των σουλτάνων. Ύστερα μου δώρισε μια περσική ενδυμασία, δέκα τομάν αμπασί και δέκα τομάν μπεστί. Ύστερα από αυτό, πήγα με τους συντρόφους μου να δω την πόλη.

Το κάστρο του Μπακού είναι χτισμένο πάνω σε λόφο και έχει τετράγωνο σχήμα. Η πύλη, που κοιτάζει προς τα δυτικά, είναι από σίδηρο του Ναχσιβάν. Η περίμετρός του είναι επτακόσια βήματα. Έχει εβδομήντα πύργους και εξακόσιες επάλξεις. Το ύψος του τείχους είναι σαράντα βασιλικοί πήχεις. Καθώς βρίσκεται πάνω σε βράχο, δεν υπάρχει ανάγκη για τάφρο. Μέσα στο κάστρο υπάρχουν εβδομήντα σπίτια με επίπεδες στέγες και τζαμί του Χαϊντέρ Σαχ αλλά χωρίς μιναρέ. Στο κάστρο αυτό δεν υπάρχει χάνι, λουτρό ή αγορά, αλλά στην ακτή της Κασπίας Θάλασσας το προάστιο (ρομπάτ) αποτελείται από χίλια σπίτια με κήπους, τζαμιά και χάνια, που περιβάλλονται από τείχη από τρεις πλευρές. Υπάρχουν τρεις πύλες: η πύλη του Γκιλάν προς βορρά, η πύλη του Ντερμπέντ προς νότο και δυτικά, προς την ακτή, η πύλη του λιμανιού. Φαίνονται επτά μιναρέδες ισάριθμων τζαμιών, τα ονόματα των οποίων αγνοώ και τρία λουτρά, το πιο λαμπρό από τα οποία είναι εκείνο του Μίρζα Χαν. Αυτό το μέρος, όντας παραμεθόριο φρούριο αντιτιθέμενο στη Ρωσία, φρουρείται από εξαιρετικά στρατεύματα που ονομάζονται σάχσεβεν και ντίζτσοκεν (που αγαπούν τον σάχη και υποκλίνονται μπροστά σε αυτόν.) Είναι η έδρα του χαν στην επαρχία του Σιρβάν, που διοικείται από δώδεκα άρχοντες. Οι Ρώσοι Κοζάκοι έχουν λεηλατήσει αρκετές φορές την πόλη του Μπακού και την επαρχία του Γκιλάν. Το πολιόρκησαν με την παρακίνηση των Περσών αμέσως μετά την κατάληψή του από τον Ουζντεμίρογλου Οσμάν Πασά, όταν κυβερνήτης ήταν ο Κομπάντ Πασάς, αλλά πετσοκόπηκαν όλοι και τα κόκκαλά τους υπάρχουν ακόμη σε σωρούς στην ακτή. Το κλίμα είναι ήπιο και ευνοϊκό για την καλλιέργεια ρυζιού και βαμβακιού. Το νερό μυρίζει όλο νάφθα, η οποία βρίσκεται σε επτά ορυχεία κοντά στην πόλη, σε διάφορα χρώματα, κίτρινο, κόκκινο και μαύρο. Οι κάτοικοι των περιοχών Μουσεκέρ, Σεντάν και Ρίνεμπ δεν χρησιμοποιούν λάδι ή λίπος, αλλά καίνε όλοι μαύρη νάφθα. Οι άνθρωποι είναι γεροί και ρωμαλέοι, ενώ μερικοί από αυτούς έχουν όμορφα πρόσωπα. Οι περισσότεροι είναι Σουνίτες. Η απόσταση μεταξύ αυτής της πόλης και του Ντερμπέντ είναι ταξίδι τεσσάρων ημερών, σε περιοχή που κατοικείται από περιπλανώμενους Τουρκομάνους. Σε απόσταση ταξιδιού τριών ημερών προς τα ανατολικά του Μπακού είναι η πόλη Σαμπουράν,159 ενώ το Σαμάχι απέχει ταξίδι πέντε ημερών προς τα ανατολικά.160 Το λιμάνι του Σαμάχι [Μπακού]161 είναι πολυσύχναστο από Κινέζους, Τάταρους, Καλμούκ και Ρώσους, οι οποίοι φέρνουν διάφορα είδη, σε αντάλλαγμα για τα οποία παίρνουν αλάτι, νάφθα, σαφιάν και μετάξι. Γύρω από την πόλη υπάρχουν πολλά μέρη, όπου αν εκσκαφεί τμήμα της, ξεσπά φωτιά, πράγμα το οποίο χρησιμοποιούν τα καραβάνια για να μαγειρέψουν το φαγητό τους. Κοντά στην πόλη, προς βορρά, ρέει ο Κουρ,162 τον οποίο μερικές φορές διαπλέουν Κοζάκοι και Ρώσοι πειρατές, που λεηλατούν τις περσικές επαρχίες και πωλούν ιδιωτικά τους αιχμαλώτους τους στις αγορές του Γκιλάν. Είναι μεγάλο ποτάμι, όπως ο Δούναβης, πλατύ αλλά όχι βαθύ. Έμεινα μερικές ημέρες στο Μπακού, για να παρακολουθήσω τη γαμήλια γιορτή της αδελφής του χαν του Ερεβάν, η οποία παντρεύτηκε τον χαν του Μπακού. Αν έπρεπε να περιγράψω λεπτομερώς όλα όσα συνέβησαν σε αυτή τη γιορτή, θα γέμιζαν περισσότερο από ένα μεγάλο βιβλίο. Κατά τη διάρκεια της δεκαπενθήμερης παραμονής μου έλαβα πολλά πολύτιμα δώρα, από τον χαν και άλλους, δηλαδή πλούσια ενδύματα, επτά άλογα, τρεις Γεωργιανούς σκλάβους, ένα περσικό πανωφόρι από σαμούρι, δύο καμήλες, αμπέρι [γκρίζο κεχριμπάρι] κλπ., δέκα τομάν αμπασί για τα έξοδα του ταξιδιού και άλλα τόσα για διανομή μεταξύ των υπηρετών μου. Πήραμε την άδεια από τους φίλους μας, ενώ ο ίδιος ο χαν, από φιλία, μας συνόδευσε όταν φεύγαμε από την πόλη.

Περιγραφή του ταξιδιού μας από το Μπακού μέσω Γεωργίας

Περάσαμε προς τα νότια πάνω από θλιβερή διαδρομή κατά μήκος της θάλασσας, όπου είδαμε ορυχεία νάφθας σε επτά σημεία. Βράζει από τη γη στην ακτή και στην περιοχή Μουσκέρ σε θερμές πηγές, στην επιφάνεια των οποίων συλλέγεται. Πρόκειται για βασιλική μίσθωση, που παραχωρείται για 7.000 τομάν άσπρων τον χρόνο. Οι άνδρες που ανήκουν στον επιθεωρητή της νάφθας τη μαζεύουν από την επιφάνεια των πηγών και των μικρών λιμνών, γεμίζουν σακιά από δέρμα κατσίκας και την πωλούν στους εμπόρους. Η κίτρινη είναι η πιο εκτιμώμενη. Η μαύρη νάφθα μεταφέρεται ως βασιλικό έσοδο στα φρούρια και χρησιμοποιείται για να φωτίζει τα τείχη τις σκοτεινές νύχτες και να ρίχνεται πάνω στους πολιορκητές. Χρησιμοποιείται επίσης από τους μιχμαντάρ για πυρσούς. Όλοι οι πυρσοί στην αυλή του Σάχη και στα μεγάλα σπίτια τους είναι φτιαγμένοι από νάφθα του Μπακού. Όταν παίρνει φωτιά, καίγεται μέχρι την τελευταία σταγόνα. Για να αποφευχθεί λοιπόν η καταστροφή των ορυχείων, σωροί χώματος συσσωρεύονται κοντά τους και αν κάποιο από αυτά αναφλεγεί από σπίθα, όλοι οι άνθρωποι συρρέουν μαζί και ρίχνουν χώμα πάνω του, για να σβήσουν τη φωτιά. Υπάρχουν επίσης ορυχεία νάφθας σε άλλα μέρη, τα οποία όμως δεν είδα. Προχωρήσαμε προς νότο και σταματήσαμε στην περιοχή Μουσκέρ, κάτω από σκηνές τσόχας που ανήκουν στους Τουρκομάνους, οι οποίοι με τους Μογγόλους και τους Κουμούκ ξεχειμωνιάζουν εδώ. Είναι εύφορη περιοχή.

Περιγραφή φάλαινας με αυτιά σαν ελέφαντα

Μια φάλαινα είχε οδηγηθεί στην ακτή, με μήκος εκατό γιάρδες, με δύο κεφάλια, στην άκρη της ουράς και το άλλο σε μέγεθος τρούλου. Στην άνω γνάθο είχε 150 δόντια, καθένα μήκους μιας γιάρδας, αυτιά σαν ελέφαντα και μάτια μεγέθους στρογγυλού τραπεζιού και καλυμμένα με τρίχες κάστορα. Οι κάτοικοι του Μπακού, του Ντερμπέντ και του Σαμάχι συνέρρεαν για να τη δουν. Ο Χότζα Σαρουχάν, ταξιδιώτης στην Κασπία Θάλασσα, μου είπε ότι αυτό το είδος φάλαινας ήταν συνηθισμένο σε εκείνη τη θάλασσα. Υπάρχουν σίγουρα πολλά παράξενα πλάσματα και ζώα σε εκείνη τη θάλασσα, που δεν υπάρχουν αλλού. Η ακτή είναι καλυμμένη με κόκκαλα και κουφάρια περίεργων ειδών με τετράγωνα και πεντάγωνα κεφάλια και τεράστιο αριθμό ασυνήθιστων ψαριών. Σύμφωνα με τις αναφορές των ναυτικών, η περίμετρος της Κασπίας Θάλασσα είναι 24.000 μίλια. Δεν έχει νησιά όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Άσπρη Θάλασσα, όπου υπολογίζεται ότι υπάρχουν 2.040 νησιά, από τα οποία τα σαράντα είναι μεγάλα, όπως η Κύπρος, η Κρήτη, η Ρόδος κλπ., με μεγάλες πόλεις και ποτάμια. Η αντίκρουση των κυμάτων της Κασπίας Θάλασσας είναι ισχυρότερη από εκείνων της Μαύρης Θάλασσας. Οριοθετείται δυτικά από τις ρωσικές επαρχίες και στα ανατολικά από τη χώρα των Ουζμπέγκ, των Καλμούκ και των Κοζάκων. Τον χειμώνα, οι Καλμούκ Τάταροι περνούν πάνω από τον πάγο των λιμνών και ποταμών, που είναι παγωμένοι για διάστημα επτά μηνών, διαπράττοντας λεηλασίες στις ρωσικές επαρχίες και παίρνοντας μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Στη δυτική πλευρά το άκρο της βρίσκεται στο Ντερμπέντ, ενώ νότια από αυτό, στην περιοχή των Αβάρων, που περιλαμβάνεται σε κόλπο στα σύνορα του Νταγεστάν, είναι το κάστρο του Τέρεκ επί του ομώνυμου ποταμού.163 Το μήκος της από βορρά προς νότο είναι τέσσερις χιλιάδες μίλια και το βάθος της τριακόσιοι πήχεις. Χιλιάδες σκάφη και πλοία συνεχίζουν το εμπόριο, αλλά όλοι φοβούνται τα ρωσικά καΐκια, με τα οποία πολεμούν. Τα σκάφη δεν είναι μεγάλα πλοία όπως εκείνα της Άσπρης, Μαύρης και Ερυθράς Θάλασσας, αλλά μικρά σκάφη από καλάμια με μικρά κανόνια. Δεν υπάρχουν πολεμικά πλοία ή μεγάλες καραβέλες όπως εκείνες της Άσπρης Θάλασσας, που είναι απαραίτητες για να αντιμετωπίσουν τα σκάφη των Φράγκων στο Αρχιπέλαγος και τη Μεσόγειο. Τέτοια μεγάλα αμυντικά μέσα δεν απαιτούνται στην Κασπία, όπου συναντά κανείς μόνο σκάφη Κοζάκων.

Συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τα ανατολικά164 μέσω πεδιάδων και φτάσαμε στη μεγάλη πόλη Σαμπουράν, κομψή αλλά αρχαία πόλη, η οποία χτίστηκε για πρώτη φορά από τον Ισφεντιάρ και καταστράφηκε από τον Ουλάγου. Ο Ουζντεμίρογλου Οσμάν Πασάς, βεζίρης του Μουράτ Γ’, κατέλαβε αυτήν την πόλη μετά την κατάκτηση του Ντερμπέντ και αυτή έγινε έδρα σαντζακμπέη. Στην αρχή της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Δ’ οι Πέρσες έγιναν πάλι κύριοι και τώρα είναι έδρα σουλτάνου που είναι το ίδιο με τον σαντζακμπέη στην Τουρκία. Είναι καλά κατοικημένη πόλη, με εβδομήντα τζαμιά, τα μεγαλύτερα από τα οποία είναι τα τζαμιά του Ουζούν Χασάν, του Τοκμάκ Χαν και του Ασάρ Χαν. Τα σιντριβάνια και οι πορσελάνες με τις οποίες είναι στολισμένο το τζαμί του Ουζούν Χασάν δεν βρίσκονται πουθενά σε τέτοια αφθονία. Ο Ουζντεμίρογλου ερχόταν κάθε Παρασκευή με μεγάλη ακολουθία από το Ντερμπέντ, για να τελέσει τις προσευχές του εδώ. Είναι στολισμένο με τόσα πολλά αραβουργήματα και γλυπτά σε μάρμαρο, που οι μεγαλύτεροι αρχιτέκτονες εκπλήσσονται βλέποντάς το. Η πόλη βρίσκεται σε κοιλάδα πλούσια σε κληματαριές, τριαντάφυλλα, λουλούδια και φρούτα. Οι συνοικίες της είναι επτά και πήραν το όνομά τους από τους επτά πλανήτες. Συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς νότο στην περιοχή του Μουσκέρ και φτάσαμε στον σταθμό του κεντ Τσαρχί σε πλατιά πεδιάδα, σε μεγάλη απόσταση από τη θάλασσα. Είναι το χας του Σαχ Μιχάλ, του ηγεμόνα του Νταγεστάν, με πεντακόσια σπίτια, τζαμί, λουτρό, καραβανσεράι και αγορά. Οι κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον Κουμούκ του Νταγεστάν. Ταξιδέψαμε νοτιότερα, αφήνοντας το Ρεγκάλ στα αριστερά μας και φτάσαμε τελικά στην περιοχή του Μουσκέρ στην πρωτεύουσά της, το πέρασμα του Αλέξανδρου, το ισχυρό φρούριο του Ντερμπέντ.

Περιγραφή του Ντερμπέντ, της Πύλης των Πυλών

Είναι γενικά γνωστό ότι ο Αλέξανδρος, έχοντας σχεδιάσει την κατασκευή του αναχώματος του Γκογκ και Μαγκόγκ, όταν έφτασε σε αυτό το μέρος, σκέφτηκε να εκτελέσει έργο για την ένωση της Κασπίας με τη Μαύρη Θάλασσα, μέσω καναλιού που επρόκειτο να ενώσει την Κασπία Θάλασσα με τον [ποταμό] Φάσι. Αλλά αφού ενημερώθηκε από τους βεζίρηδες για τον κίνδυνο αυτής της ένωσης, καθώς η Μαύρη Θάλασσα ήταν πολύ χαμηλότερα από την Κασπία, το άφησε ανεκτέλεστο και έχτισε τρία τεράστια τείχη με τρεις τάφρους ως οχυρό μεταξύ Μαύρης και Κασπίας Θάλασσας και ως γραμμή άμυνας κατά των Μπενί Άσφαρ Σαλάτ, των Ρους και των ανθρώπων της Κριμαίας και των Κιπτσάκων. Αυτά τα τριπλά τείχη, στο όρος Καύκασος στα βουνά του Ιράκ Νταντιάν, με τριπλές τάφρους, τα είδα εγώ, ο φτωχός Εβλία και τα βλέπουν επίσης όλοι όσοι ταξιδεύουν από την Κριμαία στη χώρα των Κουμούκ. Με το πέρασμα του χρόνου μερικοί από τους πύργους είναι ερειπωμένοι και οι τάφροι φραγμένες από χώμα. Ο συγγραφέας της Ιστορίας του Τόφετ ισχυρίζεται ότι η Κασπία Θάλασσα απορρέει από υπόγεια κανάλια που έκοψε ο Αλέξανδρος προς τον Φάσι, αλλά αυτό είναι προφανώς χονδροειδές λάθος, όπως μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα, γιατί όταν είδα τον Φάσι στο ταξίδι μου προς την πολιορκία του Αζόφ, βρήκα το νερό του διαυγές και πόσιμο, ενώ αυτό της Κασπίας Θάλασσας είναι τόσο αλμυρό και πικρό, που καίει το δέρμα του ανθρώπου αν χρησιμοποιείται για καθαρισμό. Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής της περσικής παροιμίας «Πού είναι η ακοή και πού η όραση;» [Άλλα ακούω και άλλα βλέπω.]

Έχουμε ήδη αναφέρει στο ταξίδι μας στην Τραπεζούντα, ότι ο Αλέξανδρος έχτισε ισχυρό κάστρο στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας στο στόμιο του Φάσι, ενώ στις ακτές της Κασπίας έχτισε αυτή την πύλη των πυλών ή σιδερένια πύλη.

Μέγεθος και σχήμα του κάστρου

Ο Γεζίμπ Μπεν Αμπντ-ουλ-Μελέκ, ο γιος της Ατίκα, της κόρης του Μουαβίγια, πήρε αυτό το μέρος από τους Χαβαρέτζ και ολόκληρη η περιοχή του Νταγεστάν στη συνέχεια εξευγενίστηκε με τη δόξα του Ισλάμ. Κατά το έτος 986 (1578) ο Ουζντεμίρογλου, ο βεζίρης του σουλτάνου Μουράτ Γ’, εμφανίστηκε με μεγάλο στρατό μπροστά στα τείχη του. Οι Σουνίτες που ήσαν μέσα έδεσαν τον Τζιράγ Χαλίφε, τον διοικητή του Σάχη, έκοψαν το κεφάλι του και παρέδωσαν το φρούριο στον Οθωμανό στρατηγό, ο οποίος διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη γενικός κυβερνήτης του Σιρβάν. Επισκεύασε το κάστρο και υπήγαγε σε αυτό εβδομήντα γύρω χωριά. Χίλιοι γενίτσαροι, τέσσερα συντάγματα σπαχήδων, δέκα ντουφεξήδων, δέκα πυροβολητών, εξήντα κανόνια, πεντακόσια κιβώτια πυρομαχικών και χίλιοι πεντακόσιοι άνδρες της πολιτοφυλακής του Ερεβάν ολοκλήρωναν τα μέσα άμυνάς του. Άνοιξαν επικοινωνίες με τους Τάταρους της Κριμαίας και τους Κιπτσάκ, με τις φρουρές των Αχίτσκα, Γκέντζε, Τιφλίδας και Σαμάχι και η πόλη βρισκόταν σε ιδιαίτερα ανθηρή κατάσταση, μέχρι που στις αρχές της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Δ’ τα στρατεύματα επαναστάτησαν και το φρούριο παραδόθηκε στον Σάχη της Περσίας, στα χέρια του οποίου βρίσκεται τώρα σε πολύ ευημερούσα κατάσταση. Είναι έδρα χαν και δικαστή και δώδεκα δημόσιων αξιωματούχων, φρουρούμενο από 1.900 καλούς στρατιώτες. Κατέλαβα εδώ μια θέση στον προμαχώνα του Καϊνάκ Χαν και είχα πολύ καλή αντιμετώπιση από τον χαν, που μου έδωσε πέντε τομάν για τα έξοδα του ταξιδιού μου.

Περιγραφή της Σιδηράς Πύλης

Ο Αλέξανδρος έκλεισε αυτό το πέρασμα με σιδερένια πύλη, η οποία παρέμενε μέχρι την εποχή του Νουσιρβάν από τον οποίο ανανεώθηκε. Οι Τζεζντετζέρντ Σαχ, Ισμαήλ Σαχ και Ουζντεμίρ Πασάς επισκεύασαν το κάστρο που βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Αργάν και Ντενέμπ. Τα θεμέλια των δυτικών τειχών βρέχονται από την Κασπία Θάλασσα. Τα τείχη χτίστηκαν από τον Χερζσάχ, όπως καταγράφεται στην περσική επιγραφή στην πύλη του λιμανιού. Τα ερείπια του τείχους του Αλέξανδρου επίσης, που ήταν ευρύ παχύ τείχος, φαίνονται ακόμη να προβάλλουν από τη θάλασσα. Αν η κυβέρνηση το αναλάμβανε, θα ήταν εύκολο να επεκταθεί το λιμάνι από αυτά τα τείχη μέχρι το φρούριο. Το μήκος του τείχους από τη θάλασσα μέχρι το ψηλό βουνό ισούται με βολή βέλους, ενώ το πλάτος του ίδιου του κάστρου είναι το ίδιο. Είναι χτισμένο σε μορφή πενταγώνου, σε ψηλό λόφο, το πιο δυνατό που είδα ποτέ στα ταξίδια μου. Ο έξυπνος αρχιτέκτονας το μοίρασε σε τρία μέρη, ένα από τα οποία κοιτάζει ανατολικά προς το όρος Σαφάχ. Η δεύτερη πύλη είναι η είσοδος προς την πόλη. Στο τείχος που κοιτάζει προς το όρος Αργάν υπάρχουν επίσης δύο πύλες και άλλες τρεις που οδηγούν στην κάτω πόλη. Η πρώτη ονομάζεται Μεσκούρ, επειδή ανοίγει προς την περιοχή με αυτό το όνομα. Άτομα που αφήνουν αυτήν την πύλη με κάρα, μπορούν να φτάσουν στο Σαμάχι σε τρεις ημέρες. Μια άλλη πύλη οδηγεί προς Κιπτσάκ, Κριμαία και Κιρκασσία. Στο Νταγεστάν, κάρρα με άλογα δεν μπορούν να ταξιδέψουν, αλλά οι δρόμοι προς Τέρεκ, Καζάν και Ντεστ Κιπτσάκ είναι όλοι εφικτοί για αυτά τα οχήματα. Η τρίτη διαίρεση του φρουρίου κοιτάζει προς τη θάλασσα. Δεν είναι τόσο καλά κατοικημένη όσο οι άλλες δύο, καθώς οι στρατώνες για τη φρουρά είναι τα μόνα κτίρια. Οι άμαξες των εμπόρων που έρχονται από το Κιλάν και το Μπακού με αγαθά είναι όλες στοιβαγμένες σε αυτό το κάστρο. Το κύκλωμα ολόκληρου του φρουρίου είναι 11.000 βήματα, έχει εβδομήντα πύργους, σε κάθε έναν από τους οποίους υπάρχει μια σχολή και ένα τζαμί. Στους μαθητές επιτρέπεται νάφθα αντί για κεριά και τρέφονται δύο φορές την ημέρα. Αυτόν τον τρόπο έχουν επινοήσει, για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ουλεμάδων να προσέχουν το κάστρο. Εκτός από αυτούς τους εβδομήντα πύργους, υπάρχουν 7.060 επάλξεις γύρω από το φρούριο. Τις σκοτεινές νύχτες ολόκληρο το φρούριο φωτίζεται με νάφθα, η οποία είναι πολύ απαραίτητο μέτρο προφύλαξης, καθώς το κάστρο απειλείται συνεχώς από δεκατρείς τουλάχιστον θανάσιμους εχθρούς, ο χειρότερος των οποίων είναι οι Κοζάκοι, που έρχονται με σκάφη και λεηλατούν όλες αυτές τις περιοχές. Δεν μπορούν όμως να πλησιάσουν τα σύνορα του κάστρου, λόγω εβδομήντα μεγάλων κανονιών που υπερασπίζονται τη λεωφόρο και των οποίων η λαμπρότητα θαμπώνει τα μάτια όλων των θεατών. Οι άλλοι ισχυροί εχθροί είναι οι Τάταροι, οι Καλμούκοι και οι Οθωμανοί στη δυτική πλευρά, οι Κιρκάσσιοι στη νότια πλευρά και ο χειρότερος από όλους τους εχθρούς, οι Κουμούκ του Νταγεστάν στη νοτιοανατολική πλευρά ή πλευρά της Καάμπα. Στα ανατολικά είναι η εχθρική περιοχή της Γεωργίας που ανήκει στον Ταμάρας Χαν. Για τον λόγο αυτόν οι άνδρες της φρουράς περνούν όλη τη νύχτα στα τείχη φωνάζοντας χόντα χομπ (όλα είναι καλά). Υπάρχει επίσης μια θέση πενήντα φυλάκων (τουλούνγκι) που σταθμεύουν στο όρος Ντενέμπ, σε μεγάλη απόσταση από την πόλη. Αν εμφανιστεί εχθρός οπουδήποτε, η άφιξή του γίνεται γνωστή στην πόλη από φωτιές που ανάβουν στην κορυφή αυτού του βουνού.

Κτίρια εντός του κάστρου

Οι πέτρες του τείχους έχουν καθεμιά το μέγεθος ελέφαντα, αλλά κομμένες τετράγωνες και είναι τόσο μεγάλες, που πενήντα σημερινοί άνδρες δεν μπορούν να σηκώσουν μία από αυτές. Στο κάστρο υπάρχουν διακόσια σπίτια καλά σκεπασμένα με επίπεδες στέγες. Κοντά στο νότιο τείχος βρίσκεται μεγάλο παλάτι, τα αρχιτεκτονικά στολίδια του οποίου δεν πρέπει να υπάρχουν σε κανένα άλλο παλάτι στην Περσία. Κοντά του υπάρχει μεγάλο τζαμί με ερειπωμένο μιναρέ, λουτρό χτισμένο στο οθωμανικό στιλ και κρήνη. Κοντά στην πύλη των σκαφών που ανοίγει προς τα ανατολικά, βρίσκεται το τζαμί του Ουζντεμίρ-Ζάντε Οσμάν Πασά, με μερικά χάνια και καταστήματα. Το προάστιο έξω από το κάστρο αποτελείται από χίλια περίπου σπίτια, χωρίς ιμαρέτ, αλλά με χάνια, τζαμιά και λουτρά. Οι άνθρωποι ζουν από την καλλιέργεια του μεταξιού, είναι Σουνίτες και Σάφι, πλούσιοι άνδρες και υπέροχοι νέοι. Στην απέναντι πλευρά της Κασπίας Θάλασσας βρίσκονται οι ρωσικές επαρχίες Χέσντεκ165 και Καζάν και πιο πέρα οι Κιπτσάκ και Χεϊχάτ, όπου πριν από είκοσι χρόνια οι Ταΐσι Σαχ, Μογιουντζάκ Χαν και Κούμπα Καλμάχ Χαν, με πενήντα ή εξήντα χιλιάδες άνδρες, περιφέρονταν στις στέπες, προωθούσαν τις εισβολές τους μέχρι την όχθη του ποταμού Κεμουκλί και εκεί σκότωσαν τον Γκούρτζι Μουσταφά Πασά. Αυτοί οι Καλμούκ είναι όλοι άπιστοι, που δεν έχουν ιδέα για θρησκεία και πίστη, αλλά είναι απερίσκεπτο δουλικό σύνολο ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους αρχίζουν τώρα να έρχονται με Ρώσους εμπόρους στο λιμάνι του Ντερμπέντ, στο οποίο συχνάζουν Κινέζοι, Τάταροι και Ρώσοι σε μεγάλους αριθμούς.

Όταν το διοικούσαν οι Οθωμανοί, τα ετήσια έσοδά του ήσαν 247.000 χιλιάδες άσπρα, εκτός από τα έσοδα των επτά σουλτάνων ή σαντζακμπέηδων και τα ετήσια ποσά που δίνονταν στον ηγεμόνα του Νταγεστάν για τη διατήρηση της ειρήνης. Αυτό είναι σύμφωνα με την περιγραφή του Ζαλ Μοχάμεντ, που έγινε μετά την κατάκτηση της Ουζντεμίρογλου Οσμάν Πασά. Τώρα η επαρχία Σιρβάν αποτελείται από εβδομήντα δικαιοδοσίες, επτά χανλίκ και δώδεκα σουλτανλίκ. Είθε ο Θεός να την ξαναφέρει στην κατοχή των Οθωμανών!

Προσκυνήματα

Ο Γεζίντ Μπεν Αμπντ-ουλ-Μελέκ, γιος της Ατίκα, της κόρης του Μουαβίγια, ήρθε από τη Δαμασκό με μεγάλο στρατό για να κάνει πόλεμο εναντίον των αιρετικών επαναστατών (χαβαρέτζ). Επτακόσιοι μουσουλμάνοι μάρτυρες, που σκοτώθηκαν σε εκείνη την περίπτωση, είναι θαμμένοι έξω από το δυτικό τείχος, σε απόσταση ενός μιλίου. Ένας άλλος στρατός ήρθε την εποχή του Χεσάμ Μπεν Αμπντ-ουλ-Μελέκ, ο οποίος κατέκτησε τις επαρχίες Νταγεστάν, Κουμούκ, Θαμπσεράν, Καϊτάκ και Ντερμπέντ. Σε αυτό το νεκροταφείο θάφτηκαν και οι μάρτυρες που έπεσαν με την ευκαιρία αυτή. Τα ονόματά τους είναι γραμμένα στους τάφους με κουφικούς χαρακτήρες και με γραφή Τουλούτ. Οι κάτοικοι του Ντερμπέντ καυχιούνται ότι ανάμεσα σε αυτό το πλήθος των μαρτύρων είναι θαμμένοι εβδομηνταπέντε δάσκαλοι αληθινής παράδοσης. Μεταξύ αυτών των τάφων, μερικοί φαίνονται με επιγραφές σε τζελί (μεγάλα νεσχί) των Οθωμανών, δίνοντας περιγραφή της ζωής και του θανάτου τους.

Το προσκύνημα των Σαράντα

Υπάρχουν σαράντα τάφοι τους οποίους επισκέπτονται πολλοί. Ο τάφος του Ντερεχορχότ, μεγάλου αγίου, στον οποίο οι άνθρωποι του Σιρβάν είχαν μεγάλη πίστη. Αρκετές χιλιάδες μεγάλοι Άγιοι είναι θαμμένοι εδώ, αλλά επισκέφθηκα και γνώρισα μόνο εκείνους που ανέφερα. Το έλεος του Θεού σε όλους τους! Αφού είδα όλα τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, έλαβα από τον χαν ένα άλογο ταχύτητας (καδιμπέγκ) και ένα άλογο βαδίσματος (τσαπάρ), δέκα κομμάτια βαμβακερό υλικό του Γκουζεράτ και διακόσιους φρουρούς για να με συνοδεύσουν στο ταξίδι. Πήρα την άδεια από όλους τους φίλους μου τους χαν και τους σουλτάνους και ξεκίνησα το ταξίδι μου στο Γκουρτζιστάν ή Γεωργία.

Ταξίδι στη Γεωργία

Ύστερα από πορεία δεκαέξι ωρών προς τα νοτιοανατολικά μέσω του δάσους, φτάσαμε στη θέση που ονομάζεται Κουρ, με χίλια ωραία σπίτια και τζαμί, στα σύνορα του Νταγεστάν, όχι πολύ μακριά από την Ταϊσεράν, την κατοικία του Μιχάλ Σαχ, ηγεμόνα του Νταγεστάν. Κάθε Παρασκευή οι άνθρωποι συρρέουν εδώ για να αγοράσουν και να πουλήσουν, όχι για χρήματα, αλλά με ανταλλαγή. Υπάρχουν 10.000 κάτοικοι, όλοι Σουνίτες και Σάφι. Δεν είδα καθόλου γυναίκες εδώ. Οι γυναίκες του Νταγεστάν δεν επιτρέπεται να βγαίνουν από το σπίτι, εκτός από ένα ταξίδι στη Μέκκα ή για να μεταφερθούν στο νεκροταφείο μετά τον θάνατό τους. Οι άνδρες είναι φιλόξενοι. Φύγαμε από αυτό το μέρος, περάσαμε ένα ερειπωμένο κάστρο μέσα στο δάσος και ύστερα μπήκαμε στη μεγάλη περιοχή των Αβάρων. Είναι περιοχή που ανήκει στο χας του ηγεμόνα του Νταγεστάν και στη διάρκεια ταξιδιού τριών ημερών είδαμε εβδομήντα μεγάλα κεντ με τζαμιά και χάνια.

Περιγραφή του Κάστρου Σερίρ-ουλ-Αλάν

Αυτή η αρχαία πόλη χτίστηκε από τον Ορμούζ, γιο του Νουσιρβάν. Αποσπάστηκε από τα χέρια των ηγεμόνων του Νταγεστάν από τον Πέρση σάχη Κορ Χονταμπέντε και έπεσε σε εκείνα των Οθωμανών, οι οποίοι κατέστρεψαν το κάστρο για να μη χρησιμοποιηθεί ως άμυνα εναντίον τους. Τώρα είναι μεγάλη αρχαία πόλη που βρίσκεται στην άκρη του όρους Καύκασος και ανήκει στην κυβέρνηση του Αρές. Σύμφωνα με την υπέροχη ιστορία, σε αυτή την πόλη έστησε ο Σολωμών τον θρόνο του, τον οποίο μετέφεραν στον αέρα τα τζίνια, όταν ήρθε με την Μπαλκίς και τεράστιο στρατό για να δει το όρος Καύκασος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε θρόνος του Λαν, περσική λέξη που σημαίνει τόσο φωλιά, όσο και αυτός που περπατάει ή ταξιδεύει. Βρίσκεται μεταξύ των πόλεων της πύλης των πυλών, του Σαμάχι και του Νιαζαμπάντ, αλλά δεν καλλιεργείται πολύ. Καθώς είναι στα άκρα των συνόρων, οι κήποι του είναι λίγοι λόγω της ψυχρότητας του κλίματος. Υπάρχουν 3.000 σπίτια με επίπεδες στέγες και μερικά τζαμιά όχι πολυσύχναστα, επτά λουτρά, έντεκα καραβανσεράι και εβδομήντα καταστήματα. Καθώς μείναμε εδώ μία μόνο νύχτα, ήταν αδύνατο να δούμε μεγάλο μέρος του. Είναι έδρα χαν, δικαστή, κελεντέρ, νταρόγα και μουνσί και έχει φρουρά χιλίων ανδρών. Υπάρχει μεγάλος αριθμός Σουνιτών, που ζουν με τον καθαρισμό του βαμβακιού. Τα νερά που δίνουν ζωή στις φυτείες του βαμβακιού, πηγάζουν όλα από τη δυτική πλευρά του όρους Καύκασος και χύνονται στον Κουρ. Περπατήσαμε για μερικές ώρες προς την κατεύθυνση της Καάμπα, στην περιοχή της Χάτα, εξάρτηση των ηγεμόνων του Νταγεστάν, δασωμένη έκταση, που περιλαμβάνει τριακόσια κεντ, με τζαμιά, χάνια και κήπους. Μείναμε εδώ για τρεις ημέρες ως φιλοξενούμενοι και συνεχίσαμε το ταξίδι μας την τέταρτη στην περιοχή του Ζάχορ, που αποτελείται από εκατόν πενήντα χωριά και μεγάλα κεντ και την κυβερνά ο Γιουσούφ, ένας από τους ηγεμόνες του Νταγεστάν, ο οποίος διοικεί 7.000 γενναίους φιλοπόλεμους άνδρες. Ο μπεγκ, με τον οποίο περάσαμε μια νύχτα, μου χάρισε πενήντα δέρματα από αγριόγατες και εγώ του έδωσα τρία μαντήλια κεντημένα από τη Σουλτάνα Κία.

Τάφος του Εμίρ Σουλτάν

Ήταν μεγάλος Άγιος. Οι ιεροί άνθρωποι αυτής της χώρας, όλοι μορφωμένοι δάσκαλοι, δεν έχουν εχθρότητα μεταξύ τους, αλλά αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Ρεβάφ (αιρετικούς Πέρσες). Εδώ τελειώνει το Νταγεστάν και αρχίζει η επαρχία της Γεωργίας.

Το συνοριακό κάστρο Ουρ ανήκει στους Πέρσες. Το περάσαμε στα αριστερά μας, περιζώσαμε τα όρια του κάστρου του Σεκί, το οποίο είδα στο παρελθόν στον δρόμο για το Σαμάχι και φτάσαμε στην πόλη Ζαχόριε στα σύνορα του Ταμάρας-Χαν, που ανήκει στον χαν της Τιφλίδας. Οι κάτοικοι είναι όλοι Γεωργιανοί, Αρμένιοι και Γκοκντουλάκ.

Περιγραφή της παλιάς πόλης του Καχτ166

Αυτή η πόλη βρίσκεται στα σύνορα της Γεωργίας και τώρα κυβερνάται από τους Πέρσες. Χτίστηκε από τον Nουσιρβάν για να διατηρεί σε τάξη τις φυλές του Καυκάσου. Είναι πεντάγωνο κάστρο, 14.000 μεγάλα βήματα σε περίμετρο, με 170 προμαχώνες, τρεις πύλες, 2.000 σπίτια μέσα στο κάστρο, τζαμί, λουτρό και χάνι. Τα νερά της, τόσο πολλές πηγές ζωής, πηγάζουν από τη δυτική πλευρά του όρους Καύκασος και αφού ποτίσουν τους κήπους, πέφτουν στον Κουρ στα ανατολικά. Το κλίμα είναι μάλλον ψυχρό, το μετάξι της δεν φημίζεται πολύ. Οι κάτοικοι είναι Γεωργιανοί, Αρμένιοι και Γκοκντουλάκ. Ο σουλτάνος διοικεί χίλιους στρατιώτες, όλους τους Σιίτες, ενώ υπάρχουν δώδεκα πολιτικοί διοικητές και ένας δικαστής. Στον Σαχ Ισμαήλ άρεσε τόσο πολύ το κλίμα της, που παρέμεινε εδώ τρία χρόνια πριν από τη μάχη του Τσαλντιράν και έχτισε προάστιο έξω από αυτό [το κάστρο], έτσι ώστε να μοιάζει πολύ με την πόλη Κάσαου στο κέντρο της Ουγγαρίας. Μετά την απώλεια της μάχης του Τσαλντιράν, τα οθωμανικά «ιπτάμενα» στρατεύματα που έφτασαν σε αυτήν την πόλη την κατέστρεψαν και από τότε μέχρι σήμερα έχουν αφαιρεθεί πολλές χιλιάδες φορτία λίθων από τον Φερχάντ Πασά για τις επισκευές του κάστρου του Αράς. Ο σουλτάνος αυτού του τόπου με συνόδευσε, από ευγένεια, μέχρι τον επόμενο σταθμό και περάσαμε τη νύχτα στο Χοντράι, πόλη με χίλια σπίτια, τζαμί, χάνι και λουτρό, στα σύνορα της Τιφλίδας.

Περιγραφή Γεωργίας ή Σουσαντιστάν, δηλαδή Μπετλίς

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του Σερέφ-ναμε, αυτή η πόλη χτίστηκε για πρώτη φορά από τον Μπιτλίς τον θησαυροφύλακα του Αλέξανδρου, ο οποίος έκτισε επίσης το ομώνυμο κάστρο στην επαρχία Βαν. Το όνομά του είναι τώρα Τιφλίς, το οποίο για πολύ καιρό ήταν μεγάλη περσική διοίκηση, μέχρι που την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Γ’ ο Λάλα Καρά Φερχάντ Πασάς με τεράστιο στρατό ανέλαβε την κατάκτηση της Γεωργίας και κατέκτησε την Τσαλντίρ και εβδομήντα κάστρα. Ο Νταούντ Χαν, ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της Τιφλίδας, τη φρουρούσε με 40.000 άνδρες και την οχύρωσε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Από την άλλη πλευρά ο Οθωμανός διοικητής κάλεσε την πόλη να παραδοθεί στον αυτοκράτορά του. Σε συνέλευση που έγινε με αυτήν την ευκαιρία, προτάθηκε να στείλουν πίσω τον φορέα της κλήσης και να μπουν σε κατάσταση άμυνας, αλλά οι πιο συνετοί, προβλέποντας ότι δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν, διέφυγαν όλοι μια νύχτα και άφησαν το κάστρο χωρίς άμυνα. Ο Οθωμανός διοικητής τους καταδίωξε με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και έφτασε τον χαν της Τιφλίδας στο κάστρο του Ζέκουμ, όπου είχε εδραιωθεί με όλους τους θησαυρούς που είχε απομακρύνει από την πρωτεύουσά του. Ακολούθησε μεγάλη μάχη, στην οποία δεν δόθηκε κανένα έλεος από τους Οθωμανούς νικητές και 40.000 Πέρσες κόπηκαν σε κομμάτια. Η λεία που πήρε ο οθωμανικός στρατός ήταν τεράστια. Ο αγάς των γενίτσαρων με επτά συντάγματα του σώματός του στάλθηκε να φρουρεί την Τιφλίδα και το κάστρο του Ζέκουμ πάρθηκε το έτος 956 (1578). Λίγες ημέρες αργότερα έπεσε και το κάστρο του Κερίμ. Δεν έχω δει το κάστρο του Ζέκουμ, αλλά είδα εκεινο του Κερίμ, χωρίς να μπω σε αυτό, όταν περνούσα από την πεδιάδα του Καχτ. Ο Λάλα Φερχάντ επιδίωκε τη νίκη του σαν να βρισκόταν με κυνηγετική παρέα. Πήρε εικοσιέξι μεγάλα και μικρά κάστρα, μερικά από τα οποία κατέστρεψε και άλλα τα επισκεύασε, τοποθετώντας έναν ντιζντάρ στο καθένα και μπήκε στην Τιφλίδα εν μέσω μεγάλων εκδηλώσεων δημόσιας χαράς. Οχύρωσε το κάστρο αυτό σε τέτοιο βαθμό, που δεν υπάρχει αντίστοιχό του στη Γεωργία ή το Αζερμπαϊτζάν, εκτός από εκείνα του Μπακού και του Μέκου. Η επαρχία δόθηκε με τον βαθμό του μπεηλερμπέη στον Μοχάμεντ Πασά, γιο του Φερχάντ Πασά, που τότε κατείχε το σαντζάκι της Κασταμούνι. Τα έργα της επισκευάστηκαν και οι αποθήκες της ολοκληρώθηκαν. Έστειλε στην Οθωμανική αυλή τα κλειδιά τουλάχιστον εβδομήντα μεγάλων και μικρών κάστρων και στη συνέχεια επέστρεψε ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την αναχώρησή του οι Πέρσες πολιόρκησαν την πόλη της Τιφλίδας για διάστημα επτά μηνών. Η φρουρά που βρίσκεται σε μεγάλη δυστυχία από την έλλειψη τροφής, έτρωγαν πρώτα τα σκυλιά τους και στη συνέχεια τους νεκρούς. Ο λιμός ήταν τόσο μεγάλος, που ο σκύλος που ανήκε στον σούμπαση Αλή πωλήθηκε για 7.000 άσπρα. Τελικά ο κυβερνήτης του Ερζερούμ Μουσταφά Πασάς έφτασε με γρήγορο στράτευμα, έτρεψε τον Πέρση στρατηγό σε φυγή και ανακούφισε τη φρουρά. Ο Χασάν Πασάς, ο γιος του μεγάλου βεζίρη, έφτασε με καραβάνι, φέρνοντας 3.000 φορτία καμήλας με προμήθειες, οι οποίες τοποθετήθηκαν στις αποθήκες του μικρού κάστρου. Κοντολογής, αυτό το φρούριο παρέμενε στα χέρια των Οθωμανών από την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Γ’ μέχρι εκείνη του σουλτάνου Μουσταφά, όταν οι Πέρσες, ενωμένοι με τους Γεωργιανούς, πήραν το κάστρο με απροσδόκητη ενέργεια και το παρέδωσαν στον σάχη. Παραμένει από τότε στα χέρια των Περσών. Είναι η πρωτεύουσα της Γεωργίας, στην οποία ανήκουν δεκαέξι σουλτάνοι, εβδομήντα δικαστές, σαράντα περιοχές και επτά περιφέρειες που ονομάζονται οϊμάκ. Τα τρία δέκατα της Γεωργίας καταλαμβάνονται από την επαρχία της Τιφλίδας. Ο χαν διοικεί 2.000 στρατιώτες. Έχει επίσης έναν δικαστή και δώδεκα δημόσιους αξιωματούχους προς τιμήν των δώδεκα ιμάμηδων.

Μέγεθος και σχήμα του φρουρίου

Αποτελείται από δύο κάστρα, το ένα απέναντι από το άλλο, στις όχθες του Κουρ, που χωρίζει τους βράχους πάνω στους οποίους βρίσκονται και τα οποία είναι συνδεδεμένα από πάνω με γέφυρα, η οποία οδηγεί από το ένα κάστρο στο άλλο. Το μεγάλο κάστρο βρίσκεται στη νότια πλευρά του Κουρ και το μικρό στα βόρειά του. Αυτό το ποτάμι πηγάζει από τα βουνά του Τσαλντίρ, περνάει από Αρνταχάν, Αχίσκα και Αζγκούρα και χύνεται στην Κασπία Θάλασσα. Οι Πέρσες ιστοριογράφοι λένε, ότι τα νερά του παρέχονται από 1.060 πηγές. Είναι ο μεγαλύτερος ποταμός σε αυτές τις χώρες, μετά τον Ευφράτη. Η περίμετρος του μεγαλύτερου κάστρου είναι 6.000 βήματα, το τείχος έχει ύψος εξήντα πήχεις, με εβδομήντα προπύργια και 3.000 επάλξεις, αλλά χωρίς τάφρο. Ο υδατόπυργος που εφοδιάζει τη φρουρά με νερό σε καιρό πολιορκίας βρίσκεται στον Κουρ. Στο κάστρο υπάρχουν εξακόσια σπίτια με επίπεδες στέγες, κάποια με κήπους και κάποια χωρίς, το παλάτι του χαν, τζαμί και λουτρό. Το μικρό κάστρο κτίστηκε από τον Γεζντετζέρντ Σαχ. Είναι από πέτρα, σε τετράγωνη μορφή, με μία μόνο πύλη στην άκρη της γέφυρας και δεν έχει μπεζεστένι ή ιμαρέτ.

Τρεις χιλιάδες φύλακες ανάβουν συνεχώς φωτιές κάθε βράδυ και φωνάζουν συνεχώς χόντα χομπ (όλα καλά). Παρόλο που είναι περσική πόλη, οι κάτοικοί της όμως είναι ως επί το πλείστον Σουνίτες και Χανέφι από την εποχή των Οθωμανών.

Προϊόντα

Το λευκό ψωμί της Τιφλίδας και τα ροδάκινα είναι διάσημα. Τα λαχανικά είναι υπέροχα. Δεν υπάρχει μετάξι, αλλά τα καλύτερα σταφύλια. Όλες αυτές οι παραγωγές ευημερούν μέσω της ποσότητας του νερού της βροχής που πέφτει και δεν απαιτούν νερό από τον Κουρ. Αυτό συμβαίνει με εκατόν πενήντα πόλεις και χωριά, που περνάει στον δρόμο του.

Τα θερμά λουτρά της Τιφλίδας

Στην ανατολική πλευρά του μεγάλου κάστρου, θερμή πηγή αναβλύζει από το έδαφος χωρίς τη βοήθεια φωτιάς. Κεφάλια και πόδια προβάτων μαγειρεύονται εκεί. Υπάρχουν επίσης πολλά προσκυνήματα στην Τιφλίδα, όπως εκείνα του ιμάμη Χουσεΐν Εφέντη, του Ριζβάν Αγά, του Τζεμ Αλή Εφέντη, κ.λπ. Η Τιφλίδα απέχει πέντε ώρες από το Κιάχτ, από το κάστρο του Αράς τέσσερις ημέρες ταξιδιού και το ίδιο από εκείνο του Γκέντζε. Πήραμε από το χαν διακόσιους άνδρες για να μας συνοδεύσουν και λάβαμε τρία τομάν για τα έξοδα του ταξιδιού.

Περιγραφή του κάστρου Κούσεχτ

Στέκεται πάνω σε ασβεστολιθικό γκρεμό, είναι τετράγωνης μορφής και ανήκει στην περιοχή της Τιφλίδας. Το κάστρο Λόρι κοντά στην Τιφλίδα φάνηκε στη δεξιά μας πλευρά στα βουνά, αλλά το περάσαμε σε μεγάλη απόσταση.

Περιγραφή του Σουράν

Αν και μικρό κάστρο πάνω σε λόφο, όμως είναι εξαιρετικά ισχυρό και ψηλό. Είναι από τα παλαιότερα κάστρα της Γεωργίας, χτισμένο από τον Νουσιρβάν. Οι κάτοικοί του είναι Γεωργιανοί, Γκοκντουλάκ και Αρμένιοι. Προχωρήσαμε τέσσερις ώρες προς τα δυτικά και φτάσαμε στην παλιά πόλη Αζγκούρ. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του Σερέφ-ναμε, είναι η παλαιότερη πόλη στη Γεωργία και χτίστηκε από τον Αλέξανδρο. Στη γεωργιανή γλώσσα Αζγκούρ σημαίνει Βασιλιάς των Βασιλέων. Τα τεράστια κόμμάτια πέτρας που χρησιμοποιήθηκαν για τον σχηματισμό των τειχών, δείχνουν ότι πρέπει να χτίστηκε από τον Αλέξανδρο, γιατί πεντακόσιοι άνδρες της σημερινής εποχής δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν ένα από αυτά. Στέκεται πάνω σε ψηλό λόφο και έχει τετράγωνη μορφή. Έχει πύλη που ανοίγει προς νότο, τζαμί, λουτρό, χάνι και σαράντα μικρούς δρόμους. Οι κήποι είναι όμορφοι λόγω της ηπιότητας του κλίματος. Ο ποταμός που περνά από κάτω του πηγάζει από τα βουνά της Αχίσκα, από την οποία περνά και ποτίζει τους κήπους της πόλης, πέφτοντας στον Αράξη. Αυτή η πόλη βρίσκεται στα σύνορα του Γκουρτζιστάνι Σουσάντ και οι κάτοικοι μιλούν όλοι γεωργιανά.

Δείγμα της γεωργιανής γλώσσας Σουσάντ

Ένα, αρί. Δύο, ουρί. Τρία, σαμ. Τέσσερα, οτχί. Πέντε, χοτί. Έξι, εγκσί. Επτά, σουντί. Οκτώ, ρεβάι. Εννέα, χουρτζάι. Δέκα, ατί. Ψωμί, πουρί. Νερό, τσιγκάλ. Κρέας, χαρτζ. Κρασί, γίτα. Κεράσια, μπακ. Αχλάδια, μπισάλ. Σύκα, λέφι. Σταφύλια, κουρζενί. Φουντούκια, ινιχλί. Πεπόνι, νεσού, κλπ.

Γενεαλογία των Γεωργιανών βασιλέων

Οι πρώτοι βασιλιάδες τους ήσαν Εβραίοι, ύστερα οι Νταντιάν και Σουσάντ, από τους οποίους προέρχονταν οι άνθρωποι του Γκουριέλ, του Ατσικμπάς και της Μινγκρελίας, που είναι όλοι χριστιανοί. Μιλούν δώδεκα διαφορετικές γλώσσες και καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον μόνο με τη βοήθεια διερμηνέων. Η πιο καθαρή γλώσσα, σύμφωνα με τη δική τους γνώμη, είναι εκείνη των Σουσάντ και Νταντιάν. Αν σβήσει η δυναστεία των Μοσχοβιτών, οι ηγεμόνες της Γεωργίας θα επιτύχουν. Οι Άιζα και οι Τσερκέζοι, που είναι αραβική αποικία, δεν έχουν καθόλου βιβλία. Σύμφωνα με τις ιστορίες των ιερέων τους κατάγονταν από τον Κεϊκαβούς και στη συνέχεια από τον Δαυίδ.

Υπήρχε εδώ στο παρελθόν μια βασίλισσα, που ήθελε να βασιλεύει άγαμη. Μια νύχτα, έχοντας πιει με μερικούς νεαρούς άνδρες, την βίασε ένας από αυτούς και έμεινε έγκυος σε παιδί, που έτυχε να είναι κορίτσι. Για να απαλλαγεί από τον βιαστή, η βασίλισσα τον έστειλε να κυνηγήσει πουλιά σε παγωμένο κανάλι, όπου έσπασε ο πάγος και κατάπιε τον άνδρα και έτσι τελείωσαν όλες οι συζητήσεις για το θέμα. Η κόρη παντρεύτηκε έναν ηγεμόνα που ονομαζόταν Μπεγκντιβάν και έκανε τρεις γιους, οι οποίοι, όταν ενηλικιώθηκαν, χώρισαν τη Γεωργία σε τρία μέρη. Ο πρώτη πρίγκιπας πήρε την περιοχή του Κοτάτις, που αλλιώς ονομάζεται Μπας Ατσίκ και οι κάτοικοί της αντλούν την καταγωγή τους από αυτόν. Στον δεύτερο, τον Σίμωνα, παραχωρήθηκε η περιοχή της Τιφλίδας. Και στον μικρότερο η επαρχία του Μπάγατ. Από τον τελευταίο αντλούν τη γενεαλογία τους οι Νταντιάνι. Αυτός ο Νταντιάν ηγεμόνας ήταν δίκαιος μονάρχης και ακόμη και τώρα ολόκληρη η Γεωργία αποτίει φόρο τιμής στους ηγεμόνες των Ατσικμπάς και Νταντιάν. Όταν ο σουλτάνος Σελήμ Α’ ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, ζούσε με καλές σχέσεις με τον μπεγκ του Ατσικμπάς και περνούσε κάποιον καιρό στο κάστρο του Κοτάτις, ενώ όταν ανέβηκε στον θρόνο μετά τον Βαγιαζήτ Β’, απάλλαξε με χάτι-σερίφ τους κατοίκους του Ατσικμπάς από όλα τα δώρα και τα τέλη, προνόμιο που απολαμβάνουν μέχρι σήμερα. Από τότε υπάρχει μόνο το έθιμο να στέλνουν κάθε χρόνο γεράκια και ωραίους νέους ως δώρα στην Πύλη. Αφήσαμε το κάστρο του Αζγκούρ και προχωρώντας προς τα δυτικά μέσα από δάση και αγρούς, φτάσαμε όλοι καλά στο Τσαλντιράν και την Αχίσκα.167

Περιγραφή του οχυρού της Αχίσκα, της κατάκτησης του σουλτάνου Σελήμ

Αυτό το ισχυρό φρούριο της Αχίσκα γράφεται επίσης Αχάτσκα, Αχτζάσκα, Οχάσκα και Οκσάχα, ανάλογα με τη διαφορά των γλωσσών των γύρω λαών. Στο αυτοκρατορικό μητρώο ορίζεται με το όνομα Τσαλντίρ. Ο οικοδόμος ήταν ο Νουσιρβάν, ο μεγάλος Πέρσης μονάρχης που έκτισε το Τακ Κέσρα. Περνούσε έξι μήνες το καλοκαίρι εδώ, λόγω του κλίματός του. Θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για να αναφέρω όλες τις αλλαγές που υπέστη αυτό το μέρος υπό διαφορετικούς βασιλείς. Ο πρώτος μουσουλμάνος κατακτητής του ήταν ο Χεσάμ Ιμπν Αμπντ-ουλ-Μελέκ, της οικογένειας των Ουμαγιάντ, ο οποίος, προχωρώντας από τη Συρία με τεράστιο στρατό, κατέκτησαν τα Αϊντάμπ, Μαράς, Μαλάτεια, Χαλέπι, Ντιαρμπέκρ, Ερζερούμ και αυτό το κάστρο της Αχάσκα, η οποία έγινε στη συνέχεια η πρωτεύουσα της Γεωργίας. Κατέκτησε επίσης το Γκέντζε, το Σιρβάν και το Ντερμπέντ και επέστρεψε στη Δαμασκό. Ο Καρά Γιουσούφ, ο ηγεμόνας της δυναστείας των Καρά Κογιουνλού, μη μπορώντας να αντισταθεί στα όπλα του Τιμούρ, κατέφυγε στον Βαγιαζήτ Α’ για βοήθεια και ο σουλτάνος Ουζούν Χασάν έγινε κάτοχος του κάστρου της Αχίσκα. Αποδίδοντας φόρο τιμής στον Τιμούρ, περιλήφθηκε στον αριθμό των έντεκα υποτελών ηγεμόνων, που βάδιζαν στο πλευρό του αλόγου του Τιμούρ, ο οποίος του απένειμε την επαρχία του Αζερμπαϊτζάν. Στη συνέχεια πέρασε στην εξουσία του Σαχ Ισμαήλ της οικογένειας Σάφι, ο οποίος επέλεξε την Αχίσκα για καλοκαιρινά του καταλύματα και υπέταξε ολόκληρη τη Γεωργία. Κατέστρεψε τις οθωμανικές επαρχίες και προώθησε τις εισβολές του μέχρι τη Σίβας [Σεβάστεια], τον σιτοβολώνα της οθωμανικής πρωτεύουσας. Ο Σελήμ Α’ ήταν τότε κυβερνήτης της Τραπεζούντας και καταδίωξε πολλές φορές τα περσικά στρατεύματα. Όταν ανέβηκε στον θρόνο, άρχισε αμέσως τον Ιερό πόλεμο και έδωσε την περίφημη μάχη στον κάμπο του Τσαλντίρ, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 100.000 Πέρσες και σχεδόν εκείνη του Σαχ Ισμαήλ, ο οποίος διέγυγε με δυσκολία. Στη συνέχεια κατέκτησε το κάστρο της Αχίσκα και υπέταξε ολόκληρη τη Γεωργία. Διατάχθηκε καταμέτρησή του και ανατέθηκε ως κυβέρνηση σε πασά τριών ουρών. Καθώς αυτή η πόλη βρίσκεται στη μεθόριο των Γκουρτζιστάν (Γεωργίας), Τουρκιστάν και Κουρδιστάν, σε άμεση επαφή με την Περσία, ανακηρύχθηκε ξεχωριστή επαρχία [εγιαλέτ] ή κυβέρνηση, της οποίας η περιγραφή είναι η ακόλουθη στο Κανούν-ναμε του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Το εγιαλέτ του Τσαλντίρ αποτελείται από δεκατρία σαντζάκια. Οι αξιωματούχοι είναι ένας δημόσιος ταμίας των τιμάρ (τιμάρ ντεφτερντάρι), ένας επιθεωρητής των καταλόγων (ντεφτέρ εμίνι), ένας κεχαγιάς, επιθεωρητής και ένας γραμματέας των τσαούσηδων, (τσαουσιλάρ κιαγιάσι, εμίνι και κιατιμπί). Τα σαντζάκια είναι τα εξής: (1) Όλτου. (2) Χορτίζ. (3) Αρντίχ. (4) Χατζρέκ. (5) Αρνταχάν. (6) Ποστχού. (7) Μαχτζίλ. (8) Ατσάρπενικ. (9) Αχίσκα, έδρα του πασά. Υπάρχουν και τέσσερα κληρονομικά σαντζάκια γιορντλίκ ή οτζακλίκ, δηλαδή Πόρτεκρεκ, Λεσάνα, Νουσφ Λέβανα και Σουσάντ, ανεβάζοντας το άθροισμα σε δεκατρία.

Χας ή εισοδήματα των σαντζακμπέηδων

Χας του μπεγκ του Όλτου, 200.017 άσπρα. Πορτέκ, 46.219. Αρντέντζ [Αρντανούτς], 280.000. Αρνταχάν, 300.000. Σουσάντ, 656.000. Λεσάνα, 365.000. Χορτίζ, 200.500. Χατζρέκ, 365.000. Ποστχού, 206.500. Μαχτζίλ, 20.311. Ατζάρα, 200.000. Πένεκ, 400.000.

Αριθμός ζιαμέτ και τιμαρίων

Τα ζιαμέτ και τιμάρ είναι συνολικά 656 σπαθιά, τα οποία με τους τζεμπελή αποτελούν 800 άτομα και με τα στρατεύματα του πασά 1.500. Στο σαντζάκι Όλτου, 3 ζιαμέτ, 113 τιμάρ. Αρνταχάν, 8 ζιαμέτ, 87 τιμάρ. Αρντίχ, 4 ζιαμέτ, 42 τιμάρ. Χατζρέκ, 2 ζιαμέτ, 72 τιμάρ. Χορτίζ, 13 ζιαμέτ, 35 τιμάρ. Ποστχού, 12 ζιαμέτ, 28 τιμάρ. Πένεκ, 8 ζιαμέτ, 54 τιμάρ. Σαζίν, 7 ζιαμέτ, 32 τιμάρ. Χάτλα, 19 ζιαμέτ, 7 τιμάρ. Ισπίρ, 4 ζιαμέτ, 14 τιμάρ. Αυτές τις φεουδαρχικές δυνάμεις διοικούν οι γιόζ-μπασι (υπολοχαγοί), τσερί-μπασι (λοχαγοί) και αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχες). Κατέχουν 1.060 χωριά με την προϋπόθεση να πηγαίνουν στον πόλεμο όταν καλούνται, τα ετήσια έσοδα των οποίων ανέρχονται σε 320 οθωμανικά πουγγιά. Την εποχή του Σελήμ Α’ ο πασάς αυτής της επαρχίας διοικούσε εκείνους των Ερζερούμ, Σίβας, Μαράς, Αδάνων και Ράκκα. Η θέση του δικαστή με τον βαθμό του μουλά δόθηκε στον Ραμαζάν Εφέντη με 500 άσπρα. Τώρα έχει έναν δικαστή με 300 άσπρα, που μπορεί όμως να συλλέγει κάθε χρόνο από τις περιοχές που ανήκουν στην αρμοδιότητά του, το ποσό των ογδόντα πουγγιών. Το χας του μπεηλερμπέη ανέρχεται σε 400.000 άσπρα. Η φρουρά αποτελείται από 2.000 άνδρες, τακτικούς στρατιώτες, με έναν αγά των γενίτσαρων, των τζεμπελή και των τοπτζή. Κατά το έτος 1044 (1634) οι Πέρσες έγιναν κύριοι του Τσαλντιράν, αλλά μετά την κατάκτηση του Ερεβάν, ο Χαναάν Πασάς στάλθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’ με τεράστιο στρατό, ο οποίος κατέλαβε το φρούριο της Αχίσκα και την επισκεύασε στην καλή κατάσταση, στην οποία διατηρείται από τους Οθωμανούς μέχρι σήμερα.

Μορφή και μέγεθος του κάστρου της Αχίσκα

Είναι τετράγωνο κάστρο χτισμένο από πέτρα, που στέκεται πάνω σε ασβεστολιθικό γκρεμό, με δύο πύλες και περίπου χίλια σπίτια χωρίς κήπους, με επίπεδες στέγες. Η μία από τις δύο πύλες οδηγεί στα ανατολικά και η άλλη στα δυτικά. Υπάρχουν εικοσιοκτώ τζαμιά. Το παλιό τζαμί στο πάνω κάστρο είναι καλυμμένο με χώμα. Δεν υπάρχει ιμαρέτ (θρησκευτικό ίδρυμα) καλυμμένο με μόλυβδο σε αυτό το φρούριο. Το τζαμί του Κουνμπέτογλου είναι επίσης καλυμμένο με χώμα και χωρίς μιναρέ. Στο κατώτερο κάστρο υπάρχει το τζαμί του Χαλίλ Αγά. Εκτός από τις πέντε νόμιμες προσευχές την ημέρα, υπάρχουν ορισμένες διαλέξεις σε όλα αυτά τα τζαμιά για το Κοράνι και την παράδοση, αλλά δεν υπάρχουν ιδιωτικές αίθουσες ή ιδρύματα για αυτές τις διαλέξεις. Οι μουντερή (καθηγητές) τις κάνουν στα τζαμιά. Οι σπουδαστές (τέλεμπε) είναι πολυάριθμοι. Το προάστιο έξω από το κάστρο είναι καλοχτισμένο και τα λουτρά του ευχάριστα, αλλά το λουτρό μέσα στο κάστρο είναι πολύ μικρό. Το καλύτερο είναι εκείνο έξω από την ανατολική πύλη του κάστρου, όπου οι συνοδοί είναι υπέροχα Γεωργιανά αγόρια. Υπάρχουν πολλά χάνια. Δεν υπάρχουν αμπέλια (μπάγ), αλλά σε ορισμένα σημεία υπάρχουν κήποι (μπαγτζέ). Μεγάλος αριθμός κήπων με οπωροφόρα δένδρα (μουσεμπέκ μποστάν), γεμάτων πολύτιμα δένδρα, που ποτίζονται καλά από πηγές. Το νερό αυτού του τόπου έρχεται από τα βουνά της Ούντα, ποτίζει τα χωράφια της πόλης, πηγαίνει κατευθείαν στο κάστρο του Αργούν και χύνεται στον Αράξη κοντά στο κάστρο του Κούσαχτ. Το πέρασμα ανάμεσα στο κάστρο και το προάστιο επιτυγχάνεται με γέφυρα. Το προάστιο δεν περιβάλλεται από τείχη. Η αγορά αποτελείται από τριακόσια περίπου καταστήματα, αλλά δεν έχει πέτρινο μπεζεστένι. Καθώς η θερμοκρασία αυτού του τόπου είναι δροσερή και αναζωογονητική, οι άνθρωποί του είναι επίσης δυνατοί και γενναίοι. Ο πασάς Σεφέρ Πασάς, γεννημένος Γεωργιανός, είναι από τους πιο σοφούς και ενάρετους βεζίρηδες της Οθωμανικής Αυλής. Το Ερεβάν απέχει ταξίδι έξι ημερών από την Αχίσκα προς τα ανατολικά και στη μέση της απόστασης βρίσκεται το κάστρο του Καρς. Από την Αχίσκα μέχρι την Τιφλίδα είναι πέντε [ημερήσια] ταξίδια προς τα βορειοανατολικά, μέχρι τη Γκέντζε πέντε ταξίδια απευθείας ανατολικά, ενώ επτά ταξίδια προς τα βόρεια είναι το κάστρο της Γεωργίας. Το φρούριο της Αχίσκα βρίσκεται ανάμεσα σε όλα αυτά, στην πεδιάδα του Τσαλντίρ.

Κάστρα της Γεωργίας που ανήκουν στην επαρχία Τσαλντίρ

Το κάστρο του Χαρτίζ κοντά στο Τσαλντίρ κατακτήθηκε το έτος 880 (1481) από τον Λάλα Πασά, μαζί με το κάστρο του Αδίλ και το κάστρο του Περκάν κοντά στο Τσαλντίρ, σε απόσταση ταξιδιού μιας ημέρας, που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ψηλά βουνά, πάνω σε ψηλό λόφο. Το κάστρο του Κοτάτις απέχει ταξίδι δύο ημερών από το Τσαλντίρ και είναι πρωτεύουσα της επαρχίας του Ατσικμπάς κοντά στο βουνό Περίρατ. Είναι η κύρια διαμονή της Γεωργίας αλλιώς ονομαζόμενο Σουσάντ και ο Σελήμ Α’, όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, μερικές φορές ερχόταν εδώ για να ξεσκάσει. Έγινε από αυτόν κληρονομική επαρχία (οτζακλίκ), το χας της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 6.006 άσπρων. Δεν υπάρχουν ζιαμέτ και τιμάρ. Το κάστρο του Χατζρέκ, που βρίσκεται μεταξύ Αχίσκα και Αρνταχάν, είναι η κατοικία του σαντζακμπέη του Μπουρντεχάν και κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά. Το χας ανέρχεται σε 365.000 άσπρα, 6 ζιαμέτ και 22 τιμάρ. Το κάστρο του Σατάν, το οποίο από λάθος λέγεται Σεϊτάν Καλέ (κάστρο του Σατανά), κατακτήθηκε από τον Φερχάντ Πασά κατά το έτος 990 (1582). Βρίσκεται κοντά στο Τσαλντίρ, σε απότομο βράχο. Το κάστρο του Κιζλάρ (της κόρης) κοντά στο Τσαλντίρ, στην άκρη του ποταμού Τζάγ, είναι μαγικό κάστρο. Το κάστρο του Αλτίν (χρυσού), η κατάκτηση του Λάλα Πασά, είναι σε απόσταση τριών ωρών από το τελευταίο. Το κάστρο της Οντόρια κοντά στο Τσαλντίρ, η κατάκτηση του Λάλα Πασά. Το κάστρο της Αλ κοντά στην Αχίσκα. Το κάστρο του Ποστχού, που είναι έδρα σαντζακμπέη στην επαρχία της Αχίσκα, κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά κατά το έτος 998 (1589). Είναι δικαιοδοσία, ο δικαστής της οποίας διορίζεται με 150 άσπρα. Υπάρχει αλάι μπεγκ και τσερί-μπασι. Το Σουσαντιστάν είναι το όνομα μιας από τις κυριότερες επαρχίες της Γεωργίας, που διοικείται από μπεηλερμπέη. Το Σουσάντ, το κάστρο, δεν έχει δικαστή. Το Σουσαντιστάν είναι ορεινή περιοχή γεμάτη γκρεμούς. Το κάστρο του Χάρμπε στην άκρη κοιλάδας, είναι απότομο κάστρο. Το κάστρο του Αρντίχ, έδρα σαντζακμπέη στην επαρχία του Τσαλντίρ, είναι κατάκτηση του Λάλα Πασά. Το κάστρο του Αχαντζή, έδρα σαντζακμπέη. Το κάστρο του Τζαγιρμάν κοντά στο Τσαλντίρ κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά. Εκτός από αυτά τα κάστρα υπάρχει μεγάλος αριθμός άλλων, που φαίνονται στον μεγάλο δρόμο. Η Γεωργία είναι μάλιστα όμορφη και καλά καλλιεργούμενη χώρα. Αφού τα είδα όλα αυτά, πήρα την άδεια του Σεφέρ Πασά, που μου δώρισε δύο Γεωργιανά αγόρια, ένα άλογο και εκατό γρόσια. Πήρα συνοδεία και ξεκίνησα το ταξίδι προς τα δυτικά, προς το Ερζερούμ.

Σταθμοί του ταξιδιού από την Αχίσκα μέχρι το Ερζερούμ

Περάσαμε τα θερινά καταλύματα του Ουλγάρ και φτάσαμε στο τέλος τεσσάρων ωρών στο κάστρο της Κίναβα στα σύνορα του Αρνταχάν. Περάσαμε από ορεινή περιοχή και τελικά φτάσαμε στο κάστρο του Καρά Αρνταχάν, το οποίο κατακτήθηκε την εποχή του Σελήμ Α’ και έγινε έδρα σαντζακμπέη. Το χας είναι 300.000 άσπρα, 8 ζιαμέτ και 87 τιμάρ. Ένας αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχης), ένας τσερί-μπασι (λοχαγός) και ένας ντιζντάρ (διοικητής του κάστρου) είναι οι αξιωματικοί της φρουράς, η οποία αποτελείται από διακόσιους άνδρες. Το σύνολο του στρατού σε καιρό πολέμου συμπεριλαμβανομένων των στρατευμάτων του μπεγκ ανέρχεται σε χίλιους άνδρες. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Δεν υπάρχει νακίμπ-ουλ-εσράφ (επικεφαλής των σερίφ ή συγγενών του Προφήτη) και ο μουφτής του κατοικεί στην Αχίσκα. Το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε βράχο και έχει περίμετρο πεντακόσια βήματα. Δεν δεσπόζεται από κανένα γειτονικό ύψωμα, έχει διακόσιους εβδομήντα πύργους και τρεις πύλες. Ένας λόχος ντουφεξήδων (τζεμπελή) της Πύλης βρίσκεται εδώ σε φρουρά. Στην πόλη, το οικογενειακό ίδρυμα (χαντάν) του Κία Πασά είναι το πιο γνωστό.

Κάστρα γύρω από το Αρνταχάν

Το κάστρο της Βάλα, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το 987 (1579). Το κάστρο του Κερμέκ, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το έτος 982 (1574). Το κάστρο του Αχάρσιν, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το έτος 982 (1574). Τα κάστρα του Μαμερβάν και του Ναζαρμπάν, όπου το τελευταίο χτίστηκε από τον Γαζή Σεφέρ Πασά το έτος 1053 (1643). Το κάστρο Κένσε Ντουσάλ στην περιοχή του Αρνταχάν πάνω σε λόφο. Το νερό του ρέει προς το Αρνταχάν. Όλα τα σπίτια έχουν επίπεδες στέγες. Δεν υπάρχει μεντρεσές, αλλά σχολείο για αγόρια. Δεν υπάρχουν κήποι λόγω της θερμοκρασίας, η οποία είναι μάλλον ψυχρή. Τα φρούτα του προέρχονται από το κάστρο Τορτούμ και το Αχάρας. Οι κάτοικοι είναι όλοι Σουνίτες και ζουν από τη γεωργία. Αυτό το κάστρο απέχε ταξίδι πέντε ημερών στα ανατολικά του Ερζερούμ. Και το Καρς απέχει από το Ερζερούμ ταξίδι μιας ημέρας μέσω του Κάργα-μπαζάρ. Στη συνέχεια περάσαμε δυτικά, άλλοτε σε πετρώδες και δασώδες έδαφος, άλλοτε σε πλούσια λιβάδια και φτάσαμε στο κάστρο του Γκιόλε. Χτίστηκε από τον Λεβέντ-Χαν, Γεωργιανό ηγεμόνα και είναι έδρα σαντζακμπέη, το χας του οποίου είναι 300.000 άσπρα. Έχει συνταγματάρχη, λοχαγό, ντιζντάρ και φρουρά. Είναι κομψό κάστρο σε ασβεστολιθικό λόφο. Οκτώ ώρες πιο δυτικά, φτάσαμε στο κάστρο του Πένεκ, το οποίο πήρε το όνομά του από τον Γεωργιανό κτίστη του. Είναι έδρα σαντζακμπέη υποτελούς στο Τσαλντίρ. Το χας του είναι 400.000 άσπρα. Η φεουδαρχική πολιτοφυλακή του μαζί με τα στρατεύματα του μπεγκ είναι χίλιοι άνδρες. Υπάρχει δικαστής με 150 άσπρα, όχι αγορά ούτε κήποι. Το νερό του ποταμού είναι πολύ καλό. Οι υπήκοοί του είναι Αρμένιοι, Γκοκντουλάκ και Γεωργιανοί. Επτά ώρες πιο πέρα είναι το κάστρο του Ουλινί, φτιαγμένο από Γεωργιανό βασιλιά και κατακτημένο από τον σουλτάνο Σελήμ. Είναι έδρα σαντζακμπέη, του οποίου το χας είναι 200.017 άσπρα και έχει συνταγματάρχη, λοχαγό, δικαστή με 150 άσπρα, ντιζντάρ και φρουρά. Το κάστρο βρίσκεται πάνω σε ασβεστολιθικό λόφο και έχει δύο πύλες, μία που ανοίγει προς τα ανατολικά και άλλη προς τα δυτικά. Στους πρόποδες του κάστρου ρέει ο ποταμός Όλτου, ο οποίος ποτίζει τους κήπους της πόλης και χύνεται στον Αράς από την πλευρά της Καάμπα [από τα νοτιοανατολικά]. Τα σπίτια είναι όλα κατοικούμενα και καλυμμένα με επίπεδες στέγες. Υπάρχουν αρκετά τζαμιά, χάνι, λουτρό, κήπος και σχολείο για αγόρια. Οι ομορφιές του φημίζονται. Οι κάτοικοι είναι καλοί μουσουλμάνοι. Από εκεί ταξιδέψαμε κατευθείαν βόρεια και φτάσαμε στο τέλος δύο ωρών στο κάστρο του Μαβερβάν που χτίστηκε από τους Γεωργιανούς βασιλείς και κατακτήθηκε από τον Λάλα Καρά Μουσταφά Πασά. Είναι έδρα σαντζακμπέη υποτελούς στο Ερζερούμ, του οποίου το χας ανέρχεται σε 203.000 άσπρα. Οι αξιωματικοί είναι ένας συνταγματάρχης και ένας λοχαγός της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. Η πολιτοφυλακή του μπεγκ ανέρχεται σε πεντακόσιους άνδρες. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Το κάστρο έχει τετράγωνη μορφή, γιγαντιαίο μέγεθος και στέκεται πάνω σε λόφο. Η πύλη του κοιτάζει προς την Καάμπα. Υπάρχουν οκτακόσια σπίτια, τζαμί, λουτρό και χάνι. Οι κάτοικοι είναι σχεδόν όλοι φτωχοί. Τρεις ώρες πιο δυτικά, βρίσκεται το χωριό Άιντε Μαμερβάν, χωριό που κατοικείται από Αρμένιους και μουσουλμάνους. Πιο πέρα, ανάμεσα σε σκοτεινά βουνά, βρίσκεται το χωριό Καρακούνκ που ανήκει στην περιοχή Ερζερούμ. Περάσαμε το στενό της Γεωργίας και φτάσαμε στο χωριό Οσμουντούμ Σουλτάν, ωραίο κεντ με εκατό σπίτια, στην άκρη ψηλού βουνού. Βρίσκεται ακριβώς στην πηγή του Ευφράτη, που πηγάζει από σπήλαιο στο βουνό του Ντουμλού Σουλτάν, ευχάριστο, δροσιστικό νερό, το οποίο φαίνεται να αναφέρεται στο Κοράνι από τον στίχο: «Σου έδωσα την Καουθάρ» [Αφθονία].168 Πέστροφες μήκους ενός πήχη κολυμπούν σε αυτό. Τα σώματά τους έχουν ρουμπινί χρώμα και είναι διάσπαρτα με σμαραγδί κηλίδες. Ο Ουμουντούμ Σουλτάν ο Άγιος, που είναι θαμμένος εδώ, προστατεύει αυτά τα ψάρια, κι έτσι είναι αδύνατο να τα πιάσουμε, αλλά έναν φάρσανγκ πιο κάτω τα πιάνουν ψαράδες και γεμίζουν τα μυαλά όσων τα τρώνε με κεχριμπάρι. Όσα κι αν φάει ένας άνθρωπος, ποτέ δεν του προκαλούν ενόχληση. Το προσκύνημα στον Ρουμλί Σουλτάν είναι πολυσύχναστο. Περπατήσαμε πέντε ώρες προς νότο, στον κάμπο του Ερζερούμ και μπήκαμε σε αυτό, δόξα τω Θεώ! σε τέλεια υγεία. Πριν αλλάξω τα ρούχα μου, έβαλα τα γράμματα και τα δώρα από τον χαν του Ερεβάν στα πόδια του ευγενικού μου κυρίου, του πασά και του έδωσα λεπτομερή περιγραφή όλων των κάστρων, πόλεων, κεντ και χωριών, που είχα δει στο ταξίδι μου. Μου έδωσε ένα υπέροχο ένδυμα και τριακόσια γρόσια λεφτά για λουτρό [χαρτζηλίκι], εκτός από δύο πουγγιά, τα οποία μου απένειμε για τα εξαιρετικά έσοδα των τελωνείων. Είχα μείνει μόλις μία βδομάδα, όταν έφτασε μήνυμα από τον χαν του Ερεβάν, που παραπονιόταν ότι μερικοί στρατιώτες του Καρς είχαν παρενοχλήσει ένα από τα καραβάνια του και ζητούσε να σταλεί αγάς για να οδηγήσει το καραβάνι με ασφάλεια στο Ερζερούμ. Ως συνέπεια αυτής της επιστολής, με έστειλαν πίσω στην Περσία τη δέκατη ημέρα.

<-9. Ναχτσεβάν-Ταμπρίζ 11. Ταξίδι στη Γεωργία->
error: Content is protected !!
Scroll to Top