cv_evlia

<-Περιεχόμενα Εισαγωγή->

Βιογραφικό Εβλία

Βιογραφικό σχέδιο του συγγραφέα

Ο Εβλία, γιος του Ντερβίς Μοχάμεντ, του επικεφαλής των χρυσοχόων της Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Αχμέτ Α’, στις 10 του μηνός Μοχαρέμ του έτους Εγείρας 1020 (1611 μ.Χ.). Καταγράφει το χτίσιμο του τζαμιού [Σουλτάναχμετ] του σουλτάνου Αχμέτ, το οποίο ξεκίνησε όταν ήταν έξι χρονών και η πύλη του οποίου κατασκευάστηκε υπό την επίβλεψη του πατέρα του, ο οποίος στα νιάτα του ήταν σημαιοφόρος στον σουλτάνο Σουλεϊμάν. Ο προπάππους του ήταν σημαιοφόρος στην κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, από τον σουλτάνο Μωάμεθ, τότε που το σπίτι μέσα στο Ουν-καπάν (αγορά αλευριού), στο οικόπεδο που συνδέεται με το τζαμί του Σαγιρτζιλάρ, ήταν το μέρος της λείας που του είχε δοθεί. Σε αυτό το σημείο έχτισε εκατό καταστήματα, τα έσοδα των οποίων αφιέρωσε στο τζαμί. Η διοίκηση του τζαμιού παρέμενε, επομένως, στα χέρια της οικογένειας. Αναφέρει περισσότερες από μία φορές, ως έναν από τους προγόνους του, τον μεγάλο σεΐχη Αχμέτ Γιέσοβ, που ονομαζόταν Τούρκος των Τούρκων, κάτοικο του Χορασάν και ο οποίος έστειλε τον μαθητή του, τον περίφημο Χατζή Μπεκτάς,1 στον σουλτάνο Ορχάν. Η μητέρα του Εβλία ήταν Αμπχάζια και όταν ήταν κορίτσι, είχε σταλεί μαζί με τον αδελφό της στον σουλτάνο Αχμέτ, ο οποίος κράτησε το αγόρι ως υπηρέτη και δώρισε το κορίτσι στον Μοχάμεντ Ντερβίς, τον επικεφαλής των χρυσοχόων. Ο αδελφός είχε, ή είχε λάβει, το όνομα του σουλτάνου, με το επώνυμο Μελέκ (άγγελος) και αναφέρεται στην ιστορία ως ο μεγάλος βεζίρης Μελέκ Αχμέτ Πασάς, στην ακολουθία του οποίου ο Εβλία πραγματοποίησε μεγάλο μέρος των ταξιδιών του.

Ο Εβλία πήγε στο σχολείο του Χαμίντ Εφέντη, στη συνοικία της πόλης που ονομάζεται Φιλ Γιακούσι, όπου για επτά χρόνια άκουγε τις διαλέξεις του Αχφάς Εφέντη. Δάσκαλός του στην ανάγνωση του Κορανίου ήταν ο Εβλία Μοχάμεντ, μορφωμένος άνθρωπος, από τον οποίο φαίνεται ότι πήρε το όνομά του ο περιηγητής μας. Ξεχωριστός για τα προσόντα του, τη μελωδική του φωνή και όπως φαίνεται, από καλή προσωπικότητα, εκτελούσε τα καθήκοντα του μουεζίνη στην Αγία Σοφία στο Λαϊλάτ αλ Καντρ2 του έτους 1045 (1635), οπότε, όπως λέει ο ίδιος, προσέλκυσε την ιδιαίτερη προσοχή του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Ήταν τότε εικοσιπέντε ετών και κάτω από τη φροντίδα του δασκάλου του είχε κάνει τόσο μεγάλη πρόοδο στην τέχνη της ανάγνωσης του Κορανίου, που μπορούσε να το διαβάσει ολόκληρο σε επτά ώρες και ήταν απόλυτα γνώστης των επτά τρόπων ανάγνωσης. Ο θείος του Μελέκ Αχμέτ ήταν εκείνη την εποχή ξιφοφόρος στον σουλτάνο και φαίνεται ότι ο Εβλία ήταν σε κάποιο βαθμό υπόχρεος του δικού του ενδιαφέροντος, για την εύνοια του να γίνει αμέσως δεκτός ως υπηρέτης του Κιλάρ-οντά.3 Ο σουλτάνος δεν ήταν λιγότερο ευχαριστημένος με τη μελωδική φωνή του και τις πνευματώδεις παρατηρήσεις του, οι οποίες καταδείκνυαν πολλές πληροφορίες, απ’ όσο με το όμορφο πρόσωπό του, ως αποτέλεσμα του οποίου μυήθηκε σε όλες τις ανηθικότητες των βασιλικών υπηρετών, η διήγηση των οποίων, σε περισσότερα από μέρη, αφήνει λεκέ στα γραπτά του. Ωστόσο συνέχιζε τις σπουδές του στην καλλιγραφία, τη μουσική, τη γραμματική και το Κοράνι, στο τελευταίο ακόμη υπό την καθοδήγηση του Εβλία Μοχάμεντ, που ήταν τότε αυτοκρατορικός εφημέριος (χουνκάρ ιμάμι).4

Η παραμονή του στο αυτοκρατορικό παλάτι ήταν όμως πολύ μικρή, καθώς απομακρύνθηκε από αυτό, πρώτα με την περσική εκστρατεία που αναλήφθηκε το ίδιο έτος (1045) εναντίον του Ερεβάν, όταν είχε εγγραφεί μεταξύ των σπαχήδων, με μισθό σαράντα άσπρα την ημέρα. Όποια σημασία και να έχει αποδώσει ο Εβλία στην τιμή ότι υπήρξε για μικρό χρονικό διάστημα ένοικος του σεράι, φαίνεται ότι δεν προκάλεσε αλλαγές στη ζωή του, που ήταν εκείνη ενός ταξιδιώτη στη διάρκεια όλων των ημερών του. Σε αυτή την αποστολή θεωρούσε ότι είχε ιδιαιτέρως κληθεί, σε όνειρο που είδε την επέτειο των εικοστών πρώτων γενεθλίων του (στις 10 του Μοχαρέμ). Φανταζόταν τον εαυτό του στο τζαμί του Αχή-Τσελεμπή, όπου ο Προφήτης εμφανίστηκε σε αυτόν σε πλήρη δόξα, περιτριγυρισμένος από όλους τους αγίους του Ισλάμ. Όταν ήθελε να προσευχηθεί για τη μεσολάβηση (σιφάτ) του Προφήτη, κατά λάθος ζήτησε ταξίδι (σιγιαχάτ), το οποίο του δόθηκε, μαζί με άδεια να φιλήσει τα χέρια του Προφήτη, των τεσσάρων ιμάμηδων και των αγίων. Οι φίλοι του σεΐχηδες, από τους οποίους ζήτησε την ερμηνεία αυτού του ονείρου, τον διαβεβαίωσαν ότι θα απολάμβανε την εύνοια των μοναρχών και την καλή τύχη να επισκέπτεται στα ταξίδια του τους τάφους όλων των αγίων και μεγάλων που είχε δει. Από εκείνη τη στιγμή διαμόρφωσε την απόφαση να περάσει τη ζωή του σε ταξίδια και να επισκεφτεί τους τάφους των αγίων. Έτσι το όνομά του Εβλία (άγιοι) απέκτησε σημασία, καθώς ήταν όλη του τη ζωή Μοχίμπι Εβλία, δηλαδή ο φίλος των αγίων. Αυτή η περίσταση εξηγεί την προτίμηση που επεφύλασσε στην επίσκεψη των τάφων και των μνημείων των αγίων, καθώς συχνά επικεντρώνεται με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στην περιγραφή τόπων προσκυνήματος. Εβλία (ο φίλος των αγίων), χαφίζ (αυτός που ξέρει το Κοράνι απέξω) και Σιγιάχ (ο ταξιδιώτης), είναι τα ονόματα με τα οποία ο ίδιος προσαγορεύει τον εαυτό του, αν και είναι πιο γνωστός με το όνομα Εβλία Τσελεμπή ή Εφέντης. Και το έργο του ονομάζεται Σιγιάχ Ναμε, ή η ιστορία του ταξιδιώτη.

Αφού έλαβε την κλήση του με όραμα του Προφήτη, ξεκίνησε τα ταξίδια του με εκδρομές στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, οι τοπογραφικές περιγραφές της οποίας, ως προς τα τελευταία, είναι ίσως οι καλύτερες που υπάρχουν και καταλαμβάνουν ολόκληρο τον πρώτο τόμο.

Το πιο πολύτιμο μέρος του είναι εκείνο προς το τέλος, στο οποίο δίνει λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων εταιρειών εμπόρων και την ιεραρχική σειρά που είχαν στις πανηγυρικές πομπές.

Ταξίδεψε, όπως αναφέρει συχνά, για σαρανταένα χρόνια κι έτσι πρέπει να είχε ολοκληρώσει τα ταξίδια του το έτος 1081 (1670 μ.Χ.), όταν ήταν εξηνταενός ετών, ενώ φαίνεται ότι αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του σε ανάπαυση και στη συγγραφή των ταξιδιών του, τα οποία επεκτείνονταν σε όλα τα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, εκτός από την Τύνιδα, το Αλγέρι και την Τρίπολη, τα οποία δεν επισκέφθηκε ποτέ και τα οποία επομένως προσπερνά στη στατιστική του περιγραφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πέρα από τα ταξίδια του σε Ρωμυλία, Ανατολία, Συρία και Αίγυπτο, συνόδευσε την τουρκική πρεσβεία στη Βιέννη το 1664 ως γραμματέας, απ’ όπου προχώρησε στην Ολλανδία και τη Σουηδία και επέστρεψε από την Κριμαία. Αν και γενικά χρησιμοποιούνταν σε διπλωματικές και οικονομικές αποστολές, μερικές φορές συμμετείχε σε μάχες και αναφέρει ότι ήταν παρών σε εικοσιδύο, η πρώτη από τις οποίες ήταν η εκστρατεία στο Ερεβάν, η οποία πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά κατά την οποία εισήλθε στο σεράι και έφυγε από αυτό (1645). Ο πατέρας του, ο οποίος υπήρξε σημαιοφόρος στην πολιορκία του Σίγκετ (1564) και πρέπει αυτή την εποχή να ήταν σχεδόν ενενήντα ετών, διατάχθηκε, μαζί με μερικούς άλλους βετεράνους που είχαν υπηρετήσει υπό τον σουλτάνο Σουλεϊμάν, να συνοδεύσουν την εκστρατεία πάνω σε αμαξίδια, απλώς για να ενθαρρύνουν τους γενίτσαρους. Αυτή ήταν η πρώτη εκστρατεία του Εβλία, αλλά δεν άφησε καμία περιγραφή γι’ αυτήν.

Το δεύτερο ταξίδι του ήταν στη Μπούρσα, το 1640,5 με την περιγραφή του οποίου ξεκινά τον δεύτερο τόμο του. Αυτό το ταξίδι το πραγματοποίησε, μαζί με κάποιους φίλους του, χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα του και αφού επισκέφθηκε όλα τα λουτρά, τα μνημεία, τα τζαμιά και τους δημόσιους περιπάτους, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον δέχτηκε καλά ο πατέρας του.

Στην αρχή του Ρέμπι-ουλ-αουάλ6 ξεκίνησε το τρίτο του ταξίδι, που ήταν στη Νικομήδεια. Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε τα Πριγκηπονήσια και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ένα μήνα μετά την αναχώρησή του από αυτήν.

Ο Κεταντζή Ομάρ Πασάς, που είχε διοριστεί στην κυβέρνηση της Τραπεζούντας, έκανε τον παλιό του φίλο, τον πατέρα του Εβλία, εκπρόσωπό του στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μαζί του τον Εβλία. Έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη στην αρχή του Ρέμπι-ουλ-αχίρ,7 και προχώρησαν προς την Τραπεζούντα δια θαλάσσης, πιάνοντας σε Κέφκεν, Ηράκλεια, Άμασρα, Σινώπη, Σαμσούν και Χερσών.8 Από την Τραπεζούντα διατάχτηκε να συνοδεύσει τους ζεμπουρουκτσή (πυροβολικό καμηλών) της Γωνίας στην πολιορκία του Αζόφ το 1051. Προχώρησε κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας μέσω της χώρας της Αμπχαζίας, η ιστορία και η περιγραφή της οποίας αποτελούν το πιο ενδιαφέρον μέρος των ταξιδιών του Εβλία. Ο στόλος που προοριζόταν για το Αζόφ έφτασε στην Ανάπα λίγο μετά την άφιξη του Εβλίας. Επισκέφθηκε αμέσως τον διοικητή, τον Ντελή Χουσεΐν Πασά, ο οποίος τον δέχτηκε στην ακολουθία του και τον τοποθέτησε στη γαλέρα του κεχαγιά του. Απέπλευσαν για το Αζόφ στις 12 του Σαμπάν.9 Ο Εβλία ήταν παρών στην πολιορκία, η οποία ήταν ανεπιτυχής και άρθηκε και ο ίδιος συνόδευσε τον στρατό του Τατάρου χαν, ο οποίος επέστρεψε στην Κριμαία από τη στεριά>. Στη Μπαλακλάβα ξεκίνησε δια θαλάσσης για την Κωνσταντινούπολη, αλλά ναυάγησε και γλύτωσε μαζί με δύο μόνο σκλάβους από τους πολλούς που είχε συγκεντρώσει στα ταξίδια του μέσω Αμπχαζίας και Μινγκρελίας. Πετάχτηκε στην ακτή της Kilyra, απ’ όπου προχώρησε στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1055 (1645) ο στόλος εξοπλιζόταν, όπως φημολογούνταν γενικά, για εκστρατεία εναντίον της Μάλτας και ο Εβλία επιβιβάστηκε στο πλοίο του καπουδάν πασά Γιουσούφ Πασά, με την ιδιότητα του μουαζίν-μπαση.10 Όμως η εκστρατεία, αφού άγγιξε τον Μοριά, στράφηκε ξαφνικά προς τον Χάνδακα [Κρήτη], όπου ο Εβλία ήταν παρών στην κατάληψη του κάστρου του Σαν Τόντερο [Αγίου Θεοδώρου] και την πολιορκία των Χανίων, ύστερα από την οποία συμμετείχε σε αρκετές στρατιωτικές εξορμήσεις στη Δαλματία και το Σεμπένικο.

Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη έκανε ρυθμίσεις για το έκτο του ταξίδι με τον ντεφτερντάρ Ζάντε Μοχάμεντ Πασά, ο οποίος είχε τότε οριστεί κυβερνήτης του Ερζερούμ και τον οποίο ο Εβλία συνόδευσε ως υπάλληλος του τελωνείου στο Ερζερούμ. Η διαδρομή τους περνούσε από τη Νικομήδεια, τη Σαμπάντζα, το Μπόλου, την Τόσυα, την Αμάσεια, τη Νικσάρ και έφτασαν στο Ερζερούμ έχοντας κάνει εβδομήντα στάδια ταξιδιού.11 Λίγο αργότερα ο πασάς τον έστειλε σε αποστολή στον χαν της Ταμπρίζ, με σκοπό να διευκολύνει εμπορική επικοινωνία. Αυτό ήταν το πρώτο ταξίδι του Εβλία στην Περσία. Πηγαίνοντας επισκέφτηκε το Ετσμιατζίν, το Ναχτσεβάν και το Μερέντ, ενώ επέστρεψε μέσω Ατζάν, Ερντεμπίλ, Ερεβάν, Μπακού, Ντερμπέντ, Καχτ, της πεδιάδας του Τσαλντιράν και του φρούριου της Αχίσκα. Δέκα ημέρες αργότερα στάλθηκε ξανά στο Ερεβάν, επιστρέφοντας από το οποίο ανέλαβε τα καθήκοντά του στο τελωνείο. Μόλις όμως εγκαταστάθηκε, ο πασάς τον έστειλε σε αποστολή στον κυβερνήτη των σαντζακίων της Τζάντζας και του Τορτούμ, προκειμένου να συγκεντρώσει τα στρατεύματα που είχαν παραγγελθεί με χάτι-σερίφ. Με αυτή την αποστολή επισκέφθηκε τις πόλεις Μπαϊμπούρτ, Τζάντζα, Ισπίρ, Τορτούμ, Ακτσέκαλε και Γωνία, όπου την τελευταία είχαν τότε οι Κοζάκοι στην κατοχή τους. Ο Εβλία υπήρξε μάρτυρας της κατάληψής της και ήταν ο πρώτος που διακήρυξε πάνω στα τείχη της την πίστη στο Ισλάμ.

Καθώς οι Μινγκρέλιοι είχαν ξεσηκωθεί με αφορμή τις εισβολές των Κοζάκων, αναλήφθηκε αρπακτική εκστρατεία στη Μινγκρελία από τον Σεΐντι Αχμέτ Πασά και ο Εβλία, έχοντας επιδράμει στη χώρα με τη λεηλατούσα ομάδα του, επέστρεψε στο Ερζερούμ, απ’ όπου, στις 18 του μηνός Ζιλκάντα,12 ξεκίνησε για την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς ο πασάς του, ο ντεφτερντάρ Ζάντε Μοχάμεντ, είχε επαναστατήσει ανοιχτά εναντίον της Πύλης, τον ακολουθούσε από το Ερζερούμ μέσω Κεμάχ, Ερζιντζάν, Σέμπιν Καραχισάρ, Λαντίκ, Μερζιφόν, Κιοπρού, Γκουμούς, Τσόρουμ και Τοκάτ. Έπεσε κάποτε στα χέρια ληστών, αλλά ευτυχώς κατάφερε να διαφύγει και ακολούθησε τον κύριό του στην Άγκυρα. Οι κάτοικοι αυτής της πόλης δεν επέτρεψαν στον πασά να κλειστεί στο κάστρο και έτσι υποχρεώθηκε και πάλι να αναλάβει το πεδίο. Ο μεγάλος σύμμαχός του, ο Βάρβαρ Πασάς, για λογαριασμό του οποίου είχε επαναστατήσει, αν και είχε νικήσει και συλλάβει αιχμάλωτους αρκετούς πασάδες (μεταξύ των οποίων και τον Κιοπρουλού, που αργότερα καταγράφηκε ως ο πρώτος μεγάλος βεζίρης της οικογένειας), στο τέλος ηττήθηκε και σκοτώθηκε από τον Ιμπσίρ Πασσά. Όμως ο ντεφτερντάρ Ζάντε Μοχάμεντ Πασάς διαχειρίστηκε τις υποθέσεις του τόσο καλά, που όχι μόνο του δόθηκε χάρη αλλά νέος διορισμός. Ο Εβλία ήταν μαζί του στο Μπεγκ-μπαζάρ, όταν έλαβε την πληροφορία του θανάτου του πατέρα του και ότι όλη του η περιουσία είχε πέσει στη μητριά του και στις αδελφές του. Ακούγοντά το, πήρε άδεια από τον ντεφτερντάρ Ζάντε και προχώρησε μέσω Τουρμπελί, Ταρακλί και Κίβα στην Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε την ώρα της μεγάλης επανάστασης, με την οποία εκθρονίστηκε ο σουλτάνος Σελήμ και ανέβηκε στον θρόνο ο Μωάμεθ Δ’. Η αφήγηση του Εβλίας για αυτήν την επανάσταση και για τους πρωταγωνιστές της είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, επειδή ο κύριος ευνοούμενος του Ιμπραήμ, ο διάσημος Τζίντζι Χοάτζε, την άγνοια του οποίου αναφέρει, ήταν συμμαθητής του Εβλία. ‘Όμως ο Εβλία έτυχε καλής μεταχείρισης από αυτόνμ που τον υποδέχτηκε ως παλιό συμμαθητή, λίγο πριν από τη δική του πτώση και εκείνη του βασιλιά κυρίου του, του Ιμπραήμ, που συνέβη το έτος 1058 (1648).

Στη συνέχεια ο Εβλία προσκολλήθηκε στον Σιλιχντάρ Μουρτεζά Πασά, ο οποίος διορίστηκε κυβερνήτης Δαμασκού, ως μουαζίν-μπασης (αξίωμα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε υπό τον Γιουσούφ Πασά, στην εκστρατεία εναντίον των Χανίων και ως ιμάμ μαμίλ ή ιερέας του καραβανιού των προσκυνητών προς Μέκκα. Έφυγε από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του Σαμπάν του 1058 (1648).

Ο τρίτος τόμος ξεκινά με αφήγηση του έβδομου μεγάλου ταξιδιού του, που ήταν στη Δαμασκό. Είχε μόλις φτάσει σε αυτό το μέρος, όταν στάλθηκε από τον Μουρτεζά Πασά σε αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό το ταξίδι πραγματοποιήθηκε πολύ γρήγορα και δεν δίνει καμία ιδιαίτερη περιγραφή, αναφέροντας μόνο ότι γνώρισε μερικούς από τους ληστές που ανήκαν στην ομάδα του Κατιρτζή Ογλού.

Επέστρεψε με την ίδια αποστολή στη Δαμασκό, απ’ όπου ξεκίνησε για το προσκύνημά του στη Μέκκα μέσω Αιγύπτου. Για αυτό το προσκύνημα δεν δίνεται καμία περιγραφή στο χειρόγραφο αντίγραφό μας, καθώς φαίνεται ότι πέθανε πριν ολοκληρώσει το έργο. Όμως δεν υπάρχει κανένα ζήτημα ως προς την εποχή κατά την οποία έγινε αυτό, αφού στην αφήγησή του για τη βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ Δ’ λέει ότι ήταν ακριβώς στην ώρα του, μετά την επιστροφή του από τη Μέκκα μέσω Αίγυπτου, για να συμμετάσχει στη δόξα της νίκης που κέρδισε ο Μουρτεζά Πασάς επί των Δρούζων, το έτος 1059. Η περιγραφή του Εβλία για αυτήν την εκστρατεία ξεκινά τον μήνα Μοχαρέμ του 1050, από το οποίο μπορεί να υποτεθεί ότι είχε μόλις επιστρέψει από τη Μέκκα, όπου οι ετήσιες τελετές του προσκυνήματος πραγματοποιούνται τον Ντου αλ-Χιτζάζ, τον τελευταίο μήνα του έτους.

Ο Εβλία χρησιμοποιήθηκε από τον Μουρτεζά σε διάφορες αποστολές, αντικείμενο των οποίων ήταν η είσπραξη οφειλών και η απόσπαση χρημάτων. Σε τέτοιες αποστολές στάλθηκε στο Όρος Λίβανος, το Καράκ, το Μπαλμπέκ, την Άκκα, τη Γιάφα και το Χαλέπι, απ’ όπου ταξίδεψε στη Ράκα, τη Ρόχα, το Μπαλίς, το Μαράς, την Καϊισάρι και πάνω από το όρος Αρτζίς (Αργαίος) στο Ακ-σεράι, τη Σίβας, το Ντιαρμπέκρ και το έτος 1000 (1650) επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη μέσω Αϊνεμπαζάρ, Μερζιφόν, Κάνγκρι, Κασταμούνι και Τάσκιοπρου.

Έμπαινε τώρα στην υπηρεσία του θείου του, του Μελέκ Αχμέτ Πασά, ο οποίος, έχοντας υπάρξει μεγάλος βεζίρης για κάποιο διάστημα, μεταφέρθηκε στην κυβέρνηση του Οτζάκοφ και στη συνέχεια σε εκείνη της Σιλίστριας, το έτος Εγείρας 1061 (1651). Ο Εβλία τον συνόδευσε και αυτό ήταν το ένατο ταξίδι του, υπολογίζοντας κάθε ταξίδι με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη. Ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Ρωμυλία και διέμεινε για λίγο στην Αδριανούπολη, της οποίας δίνει λεπτομερή περιγραφή και έτσι ολοκληρώνει την περιγραφή του για τις τρεις οθωμανικές πρωτεύουσες, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη, τη Μπούρσα και την Αδριανούπολη. Έφυγε από την Αδριανούπολη με τον θείο και προστάτη του Μελέκ Αχμέτ, ο οποίος τώρα προβιβαζόταν στον βαθμό του βεζίρη του τρούλου στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά μη καταφέρνοντας, παρά τον γάμο του με σουλτάνα, να διατηρήσει την υπόληψή του στην οθωμανική αυλή κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστατικών χρόνων, ήταν υποχρεωμένος να δεχτεί τη θέση του κυβερνήτη της Βαν, στην οποία προχώρησε με μεγάλη απροθυμία. Ο Εβλία, που είχε μείνει πίσω, τον ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα, έχοντας σταλεί από τη σουλτάνα, την κυρία του Μελέκ Αχμέτ. Ταξίδεψε μέσω Σίβας, Μαλάτειας, Ντιαρμπέκρ, Μαρντίν, Σιντζάρ, Μιαφαρκίν, Μπιτλίς και Αχλάτ. Σημαντικό μέρος της αφήγησής του είναι αφιερωμένο στην ιστορία του πολέμου μεταξύ Μελέκ Αχμέτ Πασά και χαν της Τιφλίδας, όπου ο δεύτερος ηττήθηκε και καθαιρέθηκε, ενώ η αφήγησή του για τους Κούρδους και τις διαφορετικές φυλές τους, δεν είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα από εκείνη στον δεύτερο τόμο για τους Αμπχάζιους στις ανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Έχοντας ήδη δώσει αποδείξεις των ικανοτήτων του σε διπλωματικές υποθέσεις, όταν χρησιμοποιήθηκε από τον ντεφτερντάρ Ζάντε Μοχάμεντ Πασά σε αποστολές στην Ταμπρίζ και το Ερεβάν και από τον Μουρτεζά Πασά στις αποστολές του στη Συρία, στον Εβλία ανέθετε τώρα ο Μελέκ Αχμέτ αρκετές αποστολές στους Πέρσες χαν της Ταμπρίζ και της Ρούμια, με σκοπό την ανάκτηση 70.000 προβάτων και την απελευθέρωση του Μουρτεζά Πασά, τον οποίο κρατούσε αιχμάλωτο ο χαν του Ντέμπολι. Από την Ταμπρίζ πέρασε μέσω Χαμαντάν στη Βαγδάτη, η περιγραφή του για την οποία και τα περίχωρά της, για τη Μπάσρα και τα ερείπια της Κούφα, περιέχει μερικές πολύ σημαντικές γεωγραφικές σημειώσεις. Από τη Μπάσρα ταξίδεψε στο Ορμούζ και τον Περσικό Κόλπο και επέστρεψε στη Βαγδάτη μέσω Μπάσρα, Βάσετ και Καλάι Χασάν. Σε δεύτερη εξόρμηση επισκέφτηκε το Χάβερ, το Άρμπιλ, το Σέχερ-ζορ, την Αμαντία, τον Τζεζίν, το Χουσνκεΐφ, τη Νισίμπιν και επέστρεψε στη Βαγδάτη μέσω Χαϊνίντ, Μοσούλ και Τεκρίτ, με την περιγραφή των οποίων ο συγγραφέας ολοκληρώνει τον τέταρτο τόμο του. Και παρ’ όλες τις προσπάθειες και την πολύ προσεκτική αναζήτηση σε όλες τις αγορές και τις πωλήσεις, δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί άλλα τμήματα του έργου. Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί δεδομένο ότι δεν έγραψε ποτέ τη συνέχισή του. Ο τέταρτος τόμος τελειώνει με το έτος 1066 (1655) και αυτοί οι τέσσερις τόμοι περιλαμβάνουν περίοδο εικοσιέξι μόνο ετών από τα σαράντα που πέρασε ο Εβλία ταξιδεύοντας. Από τα γεγονότα των υπόλοιπων δεκαπέντε, οι ακόλουθες σημειώσεις μπορούν να συλλεχθούν από το δικό του έργο.

Το έτος 1070 (1659) ο Εβλία συνόδευσε την εκστρατεία στη Μολδαβία και βοήθησε στην κατάκτηση του Βάραντιν. Οι οθωμανικοί στρατοί επέκτειναν τις εισβολές τους μέχρι την Όρσοβα και την Κρόνσταντ στην Τρανσυλβανία και ο Εβλία έλαβε είκοσι αιχμαλώτους ως μερίδιό του στη λεία. Στη συνέχεια ενώθηκε με τον θείο του και προστάτη, τον Μελέκ Αχμέτ Πασά, τότε κυβερνήτη της Βοσνίας, ο οποίος στις 12 του Ρέμπι-ουλ-Αουάλ του 1071 (1660), διορίστηκε κυβερνήτης της Ρούμελης. Μαζί του τον επόμενο χρόνο ο Εβλία έκανε την εκστρατεία στην Τρανσυλβανία, η οποία τότε διαταρασσόταν από τους διεκδικητές του στέμματος, Κέμενι και Απάστι. Βρισκόταν στο Σασβάρ όταν έφτασαν τα νέα για τον θάνατο του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ Κιοπρουλού, το 1071 (1660). Μετά τη μάχη του Φόργκαρας έφυγε από την Τρανσυλβανία και ανέλαβε τα χειμερινά του καταλύματα με τον Μελέκ Αχμέτ Πασά στο Βελιγράδι. Ο Μελέκ Αχμέτ λίγο αργότερα ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να παντρευτεί (η πρώτη του σουλτάνα είχε πεθάνει) με τη Φατίμα, την κόρη του σουλτάνου Αχμέτ. Πέθανε αφού είχε διατελέσει βεζίρης του τρούλου για τρεις μήνες και έτσι ο «φτωχός Εβλία» (όπως γενικά αποκαλεί τον εαυτό του) έμεινε χωρίς προστάτη. Ωστόσο, παρέμεινε στο στρατό, στη συνέχεια ενεπλάκη στον Ουγγρικό πόλεμο, μέχρι το έτος 1075 (1664), όταν ο Καρά Μοχάμεντ Πασάς στάλθηκε σε πρεσβεία στη Βιέννη και ο Εβλία, με ρητή εντολή του σουλτάνου, διορίστηκε γραμματέας της πρεσβείας. Ο πρέσβης επέστρεψε το επόμενο έτος στην Κωνσταντινούπολη, όπως φαίνεται από τη δική του έκθεση, που δημοσιεύτηκε στα Οθωμανικά Χρονικά του Ρασίντ. Αλλά ο Εβλία, έχοντας αποκτήσει αυτοκρατορικό έγγραφο νομικής προστασίας, συνέχισε τα ταξίδια του μέσω Γερμανίας και Ολλανδίας μέχρι τη Δουνκέρκη, μέσω Ολλανδίας, Δανίας και Σουηδίας και επέστρεψε μέσω Πολωνίας, από Κρακοβία και Ντάντσιχ, στην Κριμαία, ύστερα από ταξίδι τριών ετών και μισού, τελειώνοντας έτσι, στα σύνορα της Ρωσίας, όπως δηλώνει ο ίδιος, τα ταξίδια του μέσα στα «επτά κλίματα».

Αν και αναφέρει επανειλημμένα τα ταξίδια του στην Ευρώπη, είναι αμφίβολο αν τα έγραψε ποτέ. Πιθανότατα τον εμπόδισε ο θάνατος να το κάνει, όταν είχε ολοκληρώσει τον τέταρτο τόμο του. Φαίνεται ότι αφού ταξίδεψε για σαράντα χρόνια, πέρασε την υπόλοιπο ζωή του σε απόσυρση στην Αδριανούπολη, όπου πιθανότατα πέθανε και όπου θα μπορούσε να αναζητηθεί ο τάφος του. Φαίνεται επίσης ότι τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του ήσαν αφιερωμένα στη συγγραφή των ταξιδιών του και ότι πέθανε περίπου το έτος 1090 σε ηλικία εβδομήντα ετών.

Αυτή η υπόθεση επιβεβαιώνεται από την αναφορά του, κατά την ιστορική του αφήγηση για τη βασιλεία του σουλτάνου Μωάμεθ Δ’, στην κατάκτηση του Χάνδακα που πραγματοποιήθηκε το 1089 (1678), καθώς και περαιτέρω όταν μιλάει για την πεντηκονταετή του εμπειρία από τότε που ξεκίνησε τον κόσμο, το οποίο πρέπει να αναφέρεται στο έτος 1040, όταν, σε ηλικία είκοσι ετών, άρχισε τα ταξίδια του, κατά τη διάρκεια των οποίων δηλώνει ότι είδε τις χώρες δεκαοκτώ μοναρχών και άκουσε εκατόν σαρανταεπτά διαφορετικές γλώσσες.

Το σύνθημα στη σφραγίδα του, την οποία παρουσίασε σε έναν Πέρση χαν του δικού του ονόματος, ήταν: «Ο Εβλία ελπίζει στη μεσολάβηση του αρχηγού των αγίων και των προφητών».

Κρίνοντας από τις επιγραφές χρονολόγησης και τους στίχους που έγραψε σε διάφορα μνημεία και από τα λάθη στα οποία συχνά πέφτει όσον αφορά την αρχαία ιστορία, ο Εβλία πρέπει να θεωρηθεί ως αδιάφορος ποιητής και ιστορικός. Αλλά στις περιγραφές του για τις χώρες τις οποίες επισκέφθηκε είναι πολύ αξιόπιστος και το έργο του πρέπει να θεωρηθεί ασυναγώνιστο από οποιαδήποτε άλλα μέχρι τώρα γνωστά ανατολίτικα ταξίδια. Ανεξάρτητα από την εντύπωση που του έκανε το όνειρό του, ότι με την ευλογία του Προφήτη επρόκειτο να επισκεφτεί τους τάφους όλων των αγίων που είχε δει στη δόξα τους, διαπίστωσε ότι η μοίρα του του ήταν να ταξιδεύει. Και εκτός από το όνομα του χαφίζ (αυτού που γνωρίζει το Κοράνι απ’ έξω), άξιζε κατ’εξοχήν εκείνο του σιγιά ή ταξιδιώτη.

<-Περιεχόμενα Εισαγωγή->
error: Content is protected !!
Scroll to Top