13_Bayburt_Akcekale

<-12. Ταξίδι στο Ερεβάν Γλωσσάρι->

13. Ταξίδι από το Ερζερούμ στην Κωνσταντινούπολη

Έφυγα από το Ερζερούμ με εννέα υπηρέτες, προχωρώντας προς βορρά στην πεδιάδα του Ερζερούμ, δύο ώρες μέχρι το χωριό Καν, με διακόσια αρμενικά σπίτια. Πέντε ώρες πιο βόρεια φτάσαμε στο χωριό του Σεΐχ Ουμουντούμ,176 το οποίο έχει περιγραφεί στο ταξίδι μας στη Γεωργία. Έξι ώρες πιο βόρεια, μέσα από κοιλάδες και λόφους, μέχρι τη γέφυρα του Στενού της Γεωργίας, γέφυρα που χτίστηκε πάνω από τον Ευφράτη από τον Σαχ Ουζούν Χασάν. Σε αυτό το σημείο ο επαναστάτης Αμπχάζα Πασάς έκοψε σε κομμάτια σαράντα συντάγματα γενίτσαρων που στάλθηκαν εναντίον του. Τα κόκαλά τους συσσωρεύονται κοντά στη γέφυρα. Το χωριό Γκούρτζι-μπογάζι (Στενό της Γεωργίας) έχει διακόσια σπίτια, στην περιοχή του Ερζερούμ. Περάσαμε προς τα βόρεια πάνω από ανθισμένα λιβάδια, εννέα ώρες μέχρι το Ρουμλί Σουλτάν, με έναν μεγάλο άγιο θαμμένο κάτω από τρούλο. Εδώ βρίσκεται το σπήλαιο από το οποίο πηγάζει ο Ευφράτης, που είναι πάνω από κάθε έπαινο, αφού αναφέρεται με έπαινο στο Κοράνι. Στο Κεϊφί, από τα σαντζάκια του Ερζερούμ, βρίσκονται τα ορυχεία σιδήρου, όπου χύνονται σιδερένια βλήματα. Αρκετές εκατοντάδες μικρά ποταμάκια τρέχουν από αυτά τα ορυχεία σιδήρου προς τον Ευφράτη και χαλούν κάπως τη γλυκύτητα του νερού. Αλλά από την πηγή του στον βράχο του Ρουμλί Σουλτάν μέχρι το Κεϊφί είναι το πιο νόστιμο και πιο υγιεινό νερό στον κόσμο. Ο Ρουμλί Σουλτάν ήταν Άγιος, ο οποίος εκτιμώντας τις καλές ιδιότητες αυτού του ποταμού, ανέλαβε διαμονή στην πηγή του. Είναι χωριό διακοσίων σπιτιών. Προχωρήσαμε τρεις ώρες βόρεια προς Ακτσέκαλε στο έδαφος του σαντζακιού του Τορτούμ, που χτίστηκε από τον Ουλαμά Πασά για να ελέγχει τη Γεωργία. Με την πάροδο του χρόνου το κάστρο έχει απογυμνωθεί από τα τείχη και τη φρουρά του. Βρίσκεται βόρεια του Τορτούμ και έχει εξακόσια σπίτια, χάνι και τζαμί. Καταστράφηκε από τον Βαγιαζήτ Β’, όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας στα νιάτα του. Προχωρήσαμε έξι ώρες προς τα δυτικά, στο χωριό Σαουλού με εκατό σπίτια, στο έδαφος της Τζάντζα, στην κορυφή ψηλού βουνού χωρίς κήπους. Και επτά ώρες πιο δυτικά, στο κάστρο της Τζάντζα, αλλιώς Γκουμούσχανε (ασημένιο σπίτι). Πήγα κατευθείαν στο δικαστήριο και διάβασα το φιρμάνι, το οποίο όλοι οι κάτοικοι ήσαν έτοιμοι να υπακούσουν. Παρέμεινα ως φιλοξενούμενος στο σπίτι του επιθεωρητή των ορυχείων αργύρου και άρχισα να επισκέπτομαι την πόλη. Χτίστηκε από τον Αλέξανδρο, ένας από τους φιλοσόφους του οποίου ανακάλυψε τα ορυχεία αργύρου. Ο Μωάμεθ Β’ την κατέκτησε με το σπαθί ύστερα από την ήττα του Ουζούν Χασάν στο πεδίο του Τερτζάν. Το ασήμι βρίσκεται εδώ σε τόση αφθονία, ώστε κάθε παιδί να έχει ασημένιο πιάτο. Η επιθεώρηση είναι μισθωμένη για επτά εκατομμύρια άσπρα. Οι κάτοικοι απαλλάσσονται από κάθε φόρο, επειδή είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται στα ορυχεία αργύρου, εβδομήντα από τα οποία είναι δουλεμένα. Αυτά είναι τα πλουσιότερα ορυχεία αργύρου στην Τουρκία, με τα άλλα να είναι εκείνα των Καγιζμάν, Χακκαρί, Μπινγκιόλ, Σαντζάρ, Άκρα, Ασβάν, Λιβάνου και Μερζιφόν. Αυτά είναι τα ασιατικά και αφρικανικά αργυρωρυχεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα ευρωπαϊκά είναι τα εξής: στη Σρεμπρένιτσ στα σύνορα της Βοσνίας, στην Κιράτοβα κοντά στα Σκόπια (Ουσκούμπ), στο Νοβομπέρντο κοντά στην Πριστίνα, στα Σιδηροκαύσια [Σιντιρκάπσι] κοντά στη Θεσσαλονίκη [Σελάνικ] και σε πολλά άλλα μέρη. Όμως οι φλέβες τους είναι λεπτές. Εκείνες της Τζάντζας είναι τόσο μεγάλες όσο ένα μπράτσο, απόλυτα καθαρό ασήμι: Υπήρχε και νομισματοκοπείο εδώ, αλλά τώρα έχει εγκαταλειφθεί. Ωστόσο πήρα μερικά άσπρα με την επιγραφή κομμένα στη Τζάντζα. Αφού πήρα καλή εικόνα της πόλης, μου δώρισαν οι πρόκριτοι τριακόσια γρόσια, βάζο για ροδόνερο (γκιουλαμπντάν) και θυμιατήρι (μποχουρντάν) από ασήμι και ύστερα από δύο ημέρες πορείας μέσ’ από βουνά και στενά έφτασα στο παλιό φρούριο της Μπαϊμπούρτ. Οι ηγεμόνες της οικογένειας των Ακ-κογιουνλού, που ήρθαν με την οικογένεια Ντανισμέντ και με τους προγόνους των Οθωμανών από το Μαχάν στο Ρουμ, εγκαταστάθηκαν αρχικά εδώ και έχοντας βρει πλούσιο θησαυρό αργύρου στα ορυχεία, με τον οποίο έγιναν πλούσιοι (Μπάι), ο τόπος ονομαζόταν Μπαϊγιούρτ, που μετατράπηκε σε Μπαϊμπούρτ. Ο Μαχμούτ Πασάς, ο βεζίρης του Μωάμεθ Β’, την κατέκτησε από τον Ουζούν Χασάν. Σύμφωνα με την περιγραφή του σουλτάνου Σουλεϊμάν, είναι έδρα σούμπαση που διαχωρίζεται από το χας του βεζίρη του Ερζερούμ, δικαιοδοσίας 150 άσπρων. Υπάρχει μουφτής, νακίμπ, σπαχή-κεχαγιά-γερι και γενίτσερισερντάρ.

Μορφή και μέγεθος του κάστρου

Είναι πεντάγωνο και στέκεται πάνω σε ψηλό λόφο. Το ύψος του τείχους είναι σαράντα βασιλικοί πήχεις. Δεν έχει τάφρο, λόγω της θέσης του. Υπάρχουν τριακόσια παλιά σπίτια, αλλά δεν υπάρχει αγορά, χάνι ή λουτρό. Έχει δύο πύλες, μία προς τα ανατολικά, που ανοίγει προς τους κήπους και μία προς τα δυτικά, από την οποία κατεβαίνεις στην κάτω πόλη, που αποτελείται από περισσότερα από χίλια σπίτια με επίπεδες στέγες. Υπάρχουν δεκαεννέα συνοικίες μουσουλμάνων και εννέα Αρμενίων. Δεν υπάρχουν Εβραίοι ούτε τσιγγάνοι, αλλά υπάρχει μεγάλος αριθμός Ελλήνων, γιατί δεν απέχει πολύ από την ακτή. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων είναι Τούρκοι και Τουρκομάνοι. Ο Μωάμεθ Β’ μεταφύτευσε εδώ μια αποικία 3.000 ανδρών από τους κατοίκους της Τίρε, των οποίων οι απόγονοι είναι πολύ τακτοποιημένοι, καλοί άνθρωποι. Τα τζαμιά της είναι ευχάριστα και πιο πολυσύχναστο είναι εκείνο του Πορθητή στο Κάστρο. Στην αγορά αυτό του Ζαχίντ Εφέντη, τζαμί καλυμμένο με επίπεδη στέγη, σε παλιό στιλ. Ο μιναρές του είναι λεπτό κτίριο από τούβλα. Στα αριστερά του είναι το δικαστήριο, το αυτοκρατορικό βαφείο και το αλευροποιείο. Κοντά στο γυναικείο λουτρό βρίσκεται το τζαμί του Καζηζάντε Μοχάμεντ Τσελεμπή, παλιό αλλά γλυκό τζαμί. Κοντά στον ποταμό Τσορούχ βρίσκεται το τζαμί Σενγκέλ-μπάι. Το τμήμα της πόλης πέρα από τον ποταμό Τσορούχ ονομάζεται Γιόρις Μαχαλεσί. Υπάρχει τραπεζαρία και μεντρεσές, καθώς και τρία λουτρά. Το πρώτο είναι το λουτρό στη γέφυρα. Το δεύτερο, εκείνο του Αλή Σενγκά. Το τρίτο, το κόκκινο λουτρό. Η θερμοκρασία αυτών των λουτρών είναι εξαιρετική. Υπάρχουν τρία μοναστήρια δερβίσηδων και ένα μεγάλο χάνι κοντά στο τζαμί του Καζηζάντε. Μπροστά από αυτό το χάνι υπάρχει αγορά κάθε Κυριακή, στην οποία συμμετέχουν πεντακόσια έως χίλια άτομα. Έχει τριακόσια καταστήματα, κομψό μπεζεστένι και μερικά καφενεία. Από τα προϊόντα της, πολύ διάσημα είναι το φρέσκο βούτυρο, οι λευκές πίτες και ένα είδος σιταριού που ονομάζεται δόντια καμήλας. Φημισμένα είναι και τα χαλιά και οι τσόχες της Μπαϊμπούρτ, ελαφριά, με καλά χρώματα, φανταχτερά χαλιά, τα οποία εξάγονται σε όλες τις χώρες. Ο αέρας, όντας μάλλον κρύος, δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκός για λουλούδια και φρούτα, αλλά είναι άφθονα εφοδιασμένη με φρούτα από τα γειτονικά μέρη. Υπάρχουν μερικά όμορφα πρόσωπα και εβδομήντα σχολεία για αγόρια, που είναι γρήγορα και έξυπνα. Οι ηλικιωμένοι άνδρες ζουν μέχρι τα εκατόν πενήντα, που χάνοντας τα δόντια τους προφέρουν με δυσκολία το γράμμα σ, αλλά οι γυναίκες είναι πολύ εύγλωττες. Το Ερζερούμ είναι δύο ταξίδια κατευθείαν βόρεια [νοτιοανατολικά] από εδώ. Ένας άνδρας μπορεί να πάει από εδώ στο Ερζερούμ σε δύο ημέρες από μονοπάτια και σε τέσσερις ημέρες με άλογο.

Περιγραφή του ποταμού Τσορούχ

Πηγάζει από τα βουνά του Ερζερούμ, παρέχει νερό σε μεγάλο αριθμό χωραφιών και ρέει κατευθείαν μέσα από την κάτω πόλη της Μπαϊμπούρτ. Οι δύο όχθες είναι στολισμένες με πολλά κομψά παλάτια και κιόσκ και κήπους, όπου οι κάτοικοι χαίρονται να ψαρεύουν. Το όνομά του είναι παραφθορά του Τζουϊρούχ (ποτάμι του πνεύματος) όνομα που του αξίζει απολύτως με τις εξαιρετικές του ιδιότητες. Οι κάτοικοι της πόλης κόβουν τα ξύλα τους στο βουνό και βάζοντας πάνω τους ιδιωτικό σημάδι τα ρίχνουν στο ποτάμι, στο οποίο επιπλέουν μέχρι να τα σταματήσει στο κέντρο της πόλης μεγάλος φράχτης, όπου κάθε άτομο έρχεται για να βγάλει τα ξύλα του. Αυτός ο ποταμός έρχεται στη Μπαϊμπούρτ από τα ανατολικά, βρέχει τους βράχους του κάστρου, περνά μέσα από πολλά καλά καλλιεργημένα χωριά και χύνεται ως μεγάλος ποταμός στη Μαύρη Θάλασσα, στο κάτω μέρος του Κάστρου της Γωνίας. Καμιά εκατοστή σκάφη των Λαζών, τα οποία ονομάζονται σαρπούνα και μουνκέσιλε, ταξιδεύουν σε αυτόν τον ποταμό στη Γεωργία και τη Μινγκρελία και ανταλλάσσουν τα εμπορεύματά τους με σκλάβους.

Προσκυνήματα

Το βουνό που βλέπει στο τζαμί στη συνοικία στην απέναντι όχθη του Τσορούχ, ονομάζεται βουνό του παπαγάλου, είναι ο τόπος ταφής του Αμπντούλ Ουαχάμπ Ααρί και είναι γενικός περίπατος. Αυτό το ψηλό βουνό δεσπόζει πάνω από την πόλη, αλλά βολές κανονιών δεν μπορούν να τη φτάσουν από εδώ, καθώς η απόσταση είναι πολύ μεγάλη και ρέει ανάμεσα ο ποταμός Τσορούχ. Στον λόφο που υψώνεται στην πόλη, απέναντι από το τζαμί, ανεβαίνει κανείς σε μισή ώρα. Το προσκύνημα του Οσμάν Γαζή, που είναι θαμμένος εδώ κάτω από τρούλο από τούβλα. Το προσκύνημα του Τζαγίρ Κανλίντεντε είναι εκείνο στο οποίο πιστεύουν περισσότερο οι κάτοικοι αυτής της πόλης, καθώς είναι πρόσφατος άγιος, τα θαύματα του οποίου έχουν δει άνθρωποι που ζουν ακόμη. Κοντά σε αυτό το μέρος ένας ικανός αρχιτέκτονας έχτισε γέφυρα από πάνω από τον ποταμό Τσορούχ σε σχήμα φτερού χελιδονιού, με την οποία μπορεί να συγκριθεί μόνο η γέφυρα από έλατο πάνω από τον Ντουίνα στο Φούτζα Σεχρί στην Ερζεγοβίνη. Αλλά αυτή η γέφυρα της Μπαϊμπούρτ έχει ένα μόνο τόξο και είναι ψηλότερη και λεπτότερη από εκείνη του Φούτζα. Στο νεκροταφείο στην προς Καάμπα πλευρά της πόλης, είναι θαμμένοι πολλές χιλιάδες μεγάλοι άνδρες, αλλά έχω αναφέρει μόνο εκείνους που επισκέφθηκα. Αφού πήρα καλή εικόνα της πόλης και αφού συγκέντρωσα τον αριθμό των στρατιωτών που είχε ορίσει το φιρμάνι, έλαβα από τον σούμπαση δώρο τριακόσια γρόσια και συνέχισα το ταξίδι μου συνοδευόμενος από πενήντα ένοπλους άνδρες.

Περιγραφή του κάστρου του Τορτούμ

Χτίστηκε από τον παλιό βασιλιά της Γεωργίας Μαμερούλ, κατακτήθηκε από τον Ουζούν Χασάν και από τον Μωάμεθ Β’ και στη συνέχεια έπεσε και πάλι στα χέρια των Γεωργιανών. Ο Σελήμ Α’το ξαναπήρε όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας και ο σουλτάνος Σουλεϊμάν το έχασε ξανά. Έστειλε τον δεύτερο βεζίρη του, τον Αχμέτ Πασά, για να το ανακτήσει, ο οποίος το πήρε ύστερα από πολιορκία επτά ημερών και επίθεση επτά ωρών, κόβοντας όλους τους άπιστους σε κομμάτια και εφοδιάζοντάς το με καταστήματα και άνδρες. Στη συνέχεια προχώρησε πιο πέρα στη Γεωργία και τα δύο κάστρα του Νετζάχ και του Μιραχόρ παραδόθηκαν. Από εκεί προχώρησε στο Ακτσέκαλε, το οποίο, όντας οχυρό, δεν πάρθηκε μέχρι την έβδομη ημέρα. Οι μπεγκ των κάστρων του Πένκερντ, Άσερντ και του μικρού Ακτσέκαλε υπέβαλαν υποταγή. Η περιοχή της Μπερβάνα με τριακόσια χωριά έκανε το ίδιο και οι κάτοικοι παραμένουν Οθωμανοί υπήκοοι ακόμη και μέχρι σήμερα. Τα κάστρα Ισπίρ και Πέρτεκρεκ υποτάχθηκαν στην οθωμανική εξουσία. Το ίδιο και η περιοχή του Νταντανλί με εβδομηνταέξι χωριά και δεκαπέντε κάστρα, μικρά και μεγάλα. Τα κάστρα του Τεκχίς και η κοιλάδα της Μπερσάσα κατακτήθηκαν και το Τορτούμ καταχωρήθηκε στο μητρώο ως έδρα σαντζακμπέη που ανήκει στον Ερζερούμ. Χορηγεί 60.000 άνδρες και τα έσοδα του πασά ανέρχονται πιθανώς σε 12.000 γρόσια ετησίως. Ο δικαστής του διορίζεται με 150 άσπρα και υπάρχουν εννέα καλά καλλιεργούμενες περιοχές, οι κυριότερες από τις οποίες είναι εκείνες των Μπερβάνα, Νταντανλί και Ισπίρ, των οποίων τα ετήσια έσοδα ανέρχονται σε 3.000 γρόσια.

Μέγεθος και σχήμα του κάστρου του Τορτούμ

Είναι χτισμένο σε τετράγωνη μορφή, πάνω σε ψηλό βράχο. Μια σιδερένια πύλη ανοίγει προς τα ανατολικά. Στο κάστρο υπάρχει τζαμί της εποχής του σουλτάνου Σουλεϊμάν και στην κάτω πόλη επτακόσια σπίτια και επτά τζαμιά, δύο λουτρά, δύο χάνια, δώδεκα σχολεία και εβδομήντα καταστήματα, αλλά χωρίς πέτρινο μπεζεστένι, ιμαρέτ ή μεντρεσέ. Τα αχλάδια, τα σταφύλια και τα ροδάκινα φημίζονται πολύ. Καθώς απέχει μόνο δύο [ημερήσια] ταξίδια από το Ερζερούμ, οι έμποροι στέλνουν κιβώτια γεμάτα φρούτα σε εκείνο το μέρος. Οι κάτοικοι είναι ενάρετοι, φιλόξενοι άνθρωποι. Ο ποταμός που ρέει μέσα από αυτό κατευθύνεται στη Μαύρη Θάλασσα. Στην πόλη του Τορτούμ παράγεται ποτάσα για την κυβέρνηση. Ενώ μάζευα εδώ στρατιώτες και επισκεπτόμουν την πόλη, έφτασαν ειδήσεις στον Γαζή Σίντι Αχμέτ, τον πασά του τόπου, ότι οι Κοζάκοι είχαν επιτεθεί στο κάστρο της Γωνίας. Φόρεσε την πανοπλία του, ανέβηκε σε άλογο, κάλεσε όλους τους ζαΐμηδες και τους τιμαριώτες που ήθελαν να συμμετάσχουν εθελοντικά σε αυτήν την αποστολή, συγκέντρωσε χίλιους περίπου άνδρες και ξεκίνησε με τον στρατό του κάτω από την τριπλή κραυγή «Αλλάχ». Βαδίσαμε μία ολόκληρη μέρα και νύχτα ενισχύοντας τον αριθμό μας στον δρόμο μας και σταματήσαμε το επόμενο πρωί σε κοιλάδα. Συνεχίσαμε την πορεία μας προς τα βόρεια όλη τη δεύτερη μέρα, περάσαμε στα σύνορα της Τραπεζούντας και μπήκαμε σε εκείνα της Γωνίας. Εδώ συναντήσαμε τα στρατεύματα της Μινγκρελίας, που έρχονταν για να ενωθούν με τον πασά και έγιναν δεκτά με τιμή. Αποτελούνταν από τριακόσιους καλά οπλισμένους ιππείς με λόγχες και χίλιους περίπου τυφεκιοφόρους με μαλλιά που ανέμιζαν, μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών, με περίεργες μορφές και άσχημα πρόσωπα, τους οποίους ο πασάς κολάκευε με καλά λόγια. Περάσαμε αυτή τη νύχτα κατά μήκος του ποταμού Τσορούχ και φτάσαμε το επόμενο πρωί στο κάστρο της Γωνίας στη Μαύρη Θάλασσα, το οποίο είδαμε γεμάτο με άπιστους Κοζάκους, οι οποίοι τη στιγμή που μας είδαν βρυχήθηκαν «Τζασούς! Τζασούς!» (Ιησούς). Εβδομήντα τσάικες ήσαν δεμένες πίσω από το κάστρο. Ο πασάς με εκατόν πενήντα αγάδες και όλους τους στρατιώτες που είχαν ενωθεί μαζί του στον δρόμο, με δυνατές κραυγές «Αλλάχ», επιτέθηκαν στα πλοία που βρίσκονταν στον ποταμό, έκοψαν τα σχοινιά και άφησαν τις βάρκες να πλεύσουν προς τη Μαύρη Θάλασσα, σφάζοντας ή συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους όσους είχαν μείνει να φυλάνε τις βάρκες και ρυμουλκώντας τις τσάικες σε έναν κόλπο, σε απόσταση βολής κανονιού από το κάστρο. Οι άπιστοι, βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να διαφύγουν με τις βάρκες τους, έκαναν σαν γουρούνια που τα περιορίζουν και άρχισαν να πυροβολούν. Τα στρατεύματα των μουσουλμάνων από την πλευρά τους προετοίμαζαν τα πάντα για επίθεση και έφτιαχναν σκάλες από τα κατάρτια και τα ξάρτια των πλοίων που είχαν συλλάβει. Οι Μινγκρέλιοι και Γεωργιανοί στρατιώτες μπήκαν στα χαρακώματα όταν είχε ξημερώσει για τα καλά, τα τείχη δέχονταν βολές και ξεκινούσε επίθεση από όλες τις πλευρές. Ο ίδιος ο πασάς οδηγούσε την επίθεση με τέτοιο θάρρος και πνεύμα, που οι άπιστοι δεν είχαν χρόνο να ανασυνταχθούν, αλλά διέφευγαν προς μερικά πλοία τα οποία είχαν απομείνει στον Τσορούχ. Κάποια από αυτά τα πλοία, όντας υπερφορτωμένα, πήγαν στον πάτο. Εκείνους που κολύμπησαν στην απέναντι ακτή τους υποδέχτηκαν τα μουσκέτα των μουσουλμάνων και πήγαν στην Κόλαση. Πυρπολήθηκαν δεκαεπτά από τα πλοία στον Τσορούχ, ενώ αιχμαλωτίστηκαν διακόσιοι άπιστοι, που δεν μπόρεσαν να ξαναμπούν στο κάστρο. Σε αυτήν την τριπλή επίθεση έπεσαν μάρτυρες εβδομήντα μουσουλμάνοι. Ο πασάς πίεζε τώρα για την άφιξη στρατιωτών από την περιοχή του σαντζακιού του Βατούμ. Τελικά έφτασαν χίλιοι περίπου Λαζοί οπλισμένοι με λόγχες, κάσκες, μουσκέτα και παιανίζοντας τον πολεμικό τους ύμνο που ονομάζεται [ ]. Έχοντας λάβαρα ενώθηκαν με τον πασά ζητωκραυγάζοντας στην όχθη του ποταμού. Ο πασάς δεν τους άφησε ούτε στιγμή ανάπαυσης, αλλά τους ενθάρρυνε απευθυνόμενος σε αυτούς στην κιρκασσιανή γλώσσα. Έτσι συγκεντρώθηκε πλήθος που έριχνε χώμα και [ ] σε σωρούς μπροστά στο κάστρο, πάνω στους οποίους στήνονταν οι σκάλες εφόδου. Τα γειτονικά βουνά αντηχούσαν τις κραυγές «Αλλάχ». Οι μουσουλμάνοι σώρευαν έξω δεμάτια κλαδιών και άρχιζαν να ανεβαίνουν τις σκάλες σαν αράχνες και φαντάσματα της Ισπίρ. Έβαλαν φωτιά στα δεμάτια που είχαν σωρευτεί μπροστά στην πύλη. Ο ίδιος ο Γαζή Αχμέτ Πασάς ανέβηκε στον πύργο στην ανατολική γωνία και με το παράδειγμά του ενθάρρυνε τη γενική επίθεση. Από τα ξημερώματα μέχρι το απόγευμα, ούτε ο πασάς ούτε τα στρατεύματά του είχαν δοκιμάσει λίγο ψωμί. Το απόγευμα το κάστρο κατακτήθηκε. Και εγώ, ο φτωχός Εβλία, είχα το προνόμιο να κηρύξω πρώτος στα τείχη του τον ήχο της οθωμανικής προσευχής. Το κάστρο γέμιζε τώρα με νικητές. Επτακόσιοι άπιστοι αιχμαλωτίστηκαν και οκτακόσια κεφάλια κόπηκαν και τοποθετήθηκαν στα τείχη. Οι πενηνταεπτά βάρκες ρυμουλκήθηκαν πίσω στο κάστρο και αγκυροβόλησαν με όλες τις προμήθειες και τα πυρομαχικά. Οι χαρές κράτησαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες, κατά τη διάρκεια των οποίων το κάστρο φωταγωγήθηκε. Δόξα τω Θεώ, που υπήρξα μάρτυρας τέτοιας κατάκτησης. Τη στιγμή που κηρυσσόταν η προσευχή για πρώτη φορά στο τείχος, εμφανίζονταν, στην ανατολική πλευρά του Τσορούχ, χίλιες περίπου σημαίες και λάβαρα, που απαντούσαν στον κρότο των χαιρετιστήριων πυροβολισμών με τις κραυγές «Αλλάχ». Ήσαν τα στρατεύματα του πασά του Καρς, που είχαν φτάσει μπροστά στη Γωνία ύστερα από γρήγορη πορεία από το Ερζερούμ και τώρα στρατοπέδευαν στην όχθη του Τσορούχ.

Η Γωνία γινόταν τώρα τόπος συνάντησης όλου του στρατού που είχε κληθεί από τον κυβερνήτη του Ερζερούμ. Σαράντα ή πενήντα μουνκέσιλε, βάρκες των Λαζών, που κατέβαιναν τον ποταμό Τσορούχ, έφυγαν μόλις έμαθαν ότι το κάστρο βρισκόταν και πάλι στα χέρια των μουσουλμάνων και ότι οθωμανικός στρατός είχε στρατοπεδεύσει κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Τους καταδίωξε ο Σίντι Γαζή Πασάς, ο οποίος συνέλαβε σαρανταεπτά βάρκες, αιχμαλώτισε τριακόσιους Μινγκρέλιους και έπνιξε εξακόσιους περίπου στο ποτάμι. Αυτή η αποστολή στέφθηκε έτσι με τρεις νίκες: 1. Την κατάκτηση των σκαφών. 2. Εκείνη του κάστρου. 3. Την κατάκτηση των σκαφών των Μινγκρελίων, που είχαν φθάσει σε βοήθεια των Κοζάκων με προμήθειες. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς μοίρασε αυτές τις προμήθειες στους μουσουλμάνους νικητές, έτσι ώστε πλέον επικρατούσε αφθονία στο οθωμανικό στρατόπεδο. Η νύχτα πέρασε και πάλι με φωτισμούς και γλέντια, με τις φωνές Αλλάχ και τους ήχους του οθωμανικού τύμπανου να διακόπτουν τη σιωπή της νύχτας. Την επόμενη μέρα σύννεφα σκόνης που σηκώθηκαν δίπλα στον Τσορούχ ανάγγειλαν την άφιξη νέου στρατού, του οποίου η αστραφτερές πανοπλίες θάμπωναν τα μάτια. Ήταν εκείνος του Κότζα Σεφέρ Πασά, του βεζίρη του Τσαλντίρ, ο οποίος, έχοντας κληθεί με εντολή του κυρίου μας, του πασά του Ερζερούμ, έφτανε με τον γεωργιανό στρατό με μεγάλη ταχύτητα σε βοήθεια του κάστρου της Γωνίας. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς πήγε με τους άλλους πασάδες για να τους συναντήσει και ήταν υπέροχο θέαμα να βλέπεις αυτούς τους στρατιωτικούς πάνω σε ωραία άλογα, καλά οπλισμένους με δόρατα, ξίφη, ασπίδες και μουσκέτα, με μαλλιά που ανέμιζαν και περίεργες μορφές. Όταν ήρθε ο ίδιος ο Σεφέρ Πασάς μαζί με την ακολουθία των φρουρών του (ματαρατζή, τουφενκτζή και σατίρ), έλαβε τον χαιρετισμό του Σίντι Πασά και στη συνέχεια ίππευσε στα δεξιά του, ενώ ο Μπάκι Πασάς βρισκόταν στα αριστερά. Όταν πλησίασαν στο κάστρο, τους καλωσόρισε γενικός χαιρετισμός κανονιών και μουσκέτων. Προμήθειες έφταναν τώρα σε αφθονία στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο από τη Γεωργία, τη Μινγκρελία, τη Λαζική και το Βατούμ. Την επόμενη μέρα εμφανίστηκαν νέα στρατεύματα στα νότια της Γωνίας. Ήταν ο πασάς της Τραπεζούντας, που ερχόταν με τρεις χιλιάδες καλούς στρατιώτες, με εβδομήντα βάρκες (σαντάλ) και εκατό πλοία των Λαζών που ονομάζονταν μουνκέσιλε. Μετέφερε πολλές προμήθειες και δέκα κανόνια. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς, όταν έμαθε για την άφιξή του, ούτε πήγε να τον συναντήσει ούτε έστειλε στρατιώτες για να πραγματοποιήσουν εκείνη την τελετή. Σταμάτησε με τους στρατιώτες του στη μία πλευρά του κάστρου. Αφού ανέμεινε τον Σίντι Αχμέτ Πασά, τον δέχτηκε χωρίς την ελάχιστη τιμή, αλλά με την ακόλουθη ομιλία.

«Είμαι ο πασάς του Τορτούμ, το οποίο απέχει από τη Γωνία ταξίδι τεσσάρων έως πέντε ημερών και δεν ήταν καθήκον μου να σπεύσω σε βοήθειά της. Αλλά το έκανα για χάρη της πίστης και της Αυτοκρατορίας. Εσύ, πασά, που είσαι κυβερνήτης της Τραπεζούντας, μπεηλερμπέης με δύο αλογοουρές και απέχεις δύο μόνο ημέρες από τη Γωνία, γιατί δεν έφτασες σε βόηθειά της μέσα σε αυτές τις επτά ημέρες; Γρήγορα, δήμιε!»

Οι πασάδες του Πάσσιν, της Αχίσκα και του Καϊγί παρενέβησαν, λέγοντας ότι ήταν αντίθετο με τον συνταγματικό νόμο αυτός, όντας πασάς μίας μόνο ουράς, να σκότωνε έναν με δύο ουρές. Απάντησε: «Για τον Θεό! Αν είναι δίκαιο, σύμφωνα με τα θρησκευτικά καθήκοντα, θα του κόψω το κεφάλι, ακόμη κι αν είναι πασάς επτά ουρών. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη μεσολάβησή σας, δεν θα τον σκοτώσω, αλλά θα αφηγηθώ το γεγονός στον αυτοκράτορα. Καλέστε γρήγορα τον Ντιβάν Εφέντη (Γραμματέα)». Όσο συντασσόταν η επιστολή, δόθηκε εντολή να φυλακιστούν εβδομήντα από τους κύριους αξιωματικούς των στρατευμάτων της Τραπεζούντας και έτσι κλείστηκαν στο κάστρο, επειδή δεν είχαν παροτρύνει τον πασά να επισπεύσει την απελευθέρωση της Γωνίας. Ο Ντιβάν Εφέντης έγραψε τον απολογισμό της κατάκτησης της Γωνίας και την κατηγορία εναντίον του πασά της Τραπεζούντας. Υπογράφηκε και σφραγίστηκε από τους τρεις μπεηλερμπέηδες, από τους δικαστές της Γωνίας και της Τραπεζούντας και ήταν έτοιμη να σταλεί, όταν οι κάτοικοι της Τραπεζούντας έπεσαν στα πόδια του Σίντι Αχμέτ Πασά, ικετεύοντας να μην κατηγορηθούν στην Πύλη. Ο Σίντι Πασάς, που επέμενε στην απόφασή του, έδειχνε όλη την ισχυρογνωμοσύνη ενός Κιρκάσσιου. Όμως οι πρόκριτοι της Τραπεζούντας ζήτησαν από τους πασάδες να παρέμβουν στον στρατιωτικό διοικητή Σίντι Αχμέτ. Και τελικά συμφωνήθηκε, ύστερα από διαπραγμάτευση τριών ημερών, ότι ο πασάς και οι πρόκριτοι της Τραπεζούντας θα έδιναν σαραντατρία πουγγιά με χρήματα, τρία πανωφόρια από σαμούρι, δώδεκα όμορφα αγόρια, δώδεκα κορίτσια με μάτια σαν τουλίπες και γλυκιά γλώσσα, μια μεταξωτή σκηνή πλούσια κεντημένη με χρυσό, ένα σπαθί στολισμένο με κοσμήματα, μια φοράδα, επτά φαρέτρες, αγγεία από ασήμι, έργο χρυσοχόων της Τραπεζούντας, χαλινάρια, πελέκεις, κηροπήγια από ασήμι, τρεις αρμαθιές καμήλες, τρεις μουλάρια και εκατόν είκοσι άλογα. Με αυτά τα δώρα πήραν τη χάρη να μην κατονομαστούν στην έκθεση προς τον αυτοκράτορα, στον οποίο αναφέρθηκαν μόνο οι μπεηλερμπέηδες, αλαϊμπέηδες και σαντζακμπέηδες που είχαν σπεύσει για την απελευθέρωση της Γωνίας και αυτή η αναφορά στάλθηκε από τον Γκούρτζι Μπεγκ Ζάντε στην Κωνσταντινούπολη. Ένας άλλος καπουτζή-μπασης στάλθηκε με την ίδια είδηση στον κυβερνήτη του Ερζερούμ, αλλά τη στιγμή που ξεκινούσε, σύννεφα σκόνης ανήγγειλαν την άφιξη νέων στρατευμάτων στις όχθες του Τσορούχ. Ήσαν τα στρατεύματα του Ερζερούμ που είχαν σταλεί σε επικουρία της Γωνίας, υπό τις διαταγές του Χασάν Ατλή Αγά. Οι ζαΐμηδες, οι τιμαριώτες και οι τζεμπελή του Ερζερούμ με τη μισή φρουρά και οι φρουροί του πασά, σαράντα λάβαρα σεγκμπάν και σαρίτζα (άτακτοι στρατολογημένοι του πασά), με επικεφαλής τους συνταγματάρχες τους (μπολούκ-μπασι). Τους ακολουθούσαν μια μοίρα ντελή, μια άλλη γκονουλί (εθελοντών), έξι μοίρες Τατάρων ιππέων, μια μοίρα εξακοσίων μουτεφερίκα, μια μοίρα διακόσιων τσασνεγκίρ (σκαλιστών), μια μοίρα διακόσιων σεράτζ (σαμαράδων), μια μοίρα διακόσιων κιλαρτζή (ανδρών του κελαριού) και τέλος μια μοίρα διακόσιων ιτσαγκά (υπηρετών εσωτερικού χώρου), με επικεφαλής τον κλειδοφύλακα (μιφτά γούλαμ αγασί). Ακολουθούσαν επίσης σαράντα αρχιθαλαμηπόλοι, καθένας περιτριγυρισμένος από σαράντα έως πενήντα άνδρες ντυμένους με πανοπλία, πάνω σε άλογα της καλύτερης ράτσας, καλυμμένα με ύφασμα με ασήμι και στολισμένα με τρίχες θαλάσσιων αλόγων. Ίππευαν δύο-δύο και αμέσως μετά από αυτούς ερχόταν ο ίδιος ο Χασάν Ατλή Αγάς κάτω από τον ήχο σαλπίγγων και αναλάμβανε κατάλυμα στην άκρη του φρουρίου. Όλοι αυτοί οι αρχιθαλαμηπόλοι ήσαν άνδρες που είχαν υπηρετήσει κάτω από κεχαγιάδες (αναπληρωτές), καϊμακάμηδες (υπαρχηγούς), μουτεσελίμ (υπο-κυβερνήτες) και διοικητές επαρχιών. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς τους παρέθεσε μεγάλο γεύμα και την επόμενη μέρα συγκέντρωσε όλους τους αρχιτέκτονες της χώρας για να επισκευάσουν το κάστρο της Γωνίας. Η τουρκική μουσική έπαιζε από επτά πλευρές, εβδομήντα τραπέζια είχαν απλωθεί και τα μερόνυχτα περνούσαν σε γιορτές. Πρώτα επισκευάστηκαν η πλευρά του κάστρου που είχε καταστραφεί από τη φωτιά και το τζαμί του Βαγιαζήτ Β’. Επτακόσιοι άνδρες που σχημάτιζαν νέα φρουρά, με νέο μπεγκ ως διοικητή, μπήκαν σε αυτό με επαρκή αποθέματα και με όλα τα όπλα που είχαν παρθεί από τον εχθρό. Έτσι το κάστρο της Γωνίας έλαμπε με μεγαλύτερη λαμπρότητα από πριν. Δόξα τω Θεώ που εγώ, ο φτωχός Εβλία, ήμουν τόσο τυχερός που κήρυξα την πρώτη προσευχή στα νεοκατακτημένα τείχη της!

Τα στρατεύματα των σαντζακίων Τραπεζούντας και Βατούμ έμειναν για την ασφάλεια του κάστρου της Γωνίας, ενώ το σύνολο του στρατού των 60.000 ανδρών άρχισε στη συνέχεια να παρελαύνει κατά μήκος της όχθης του ποταμού Τσορούχ προς Ερζερούμ. Όταν σταμάτησε ο στρατός στην όχθη του ποταμού Τσορούχ, σε μεγάλο λιβάδι περιβαλλόμενο από δένδρα, έγινε συμβούλιο και ο Σίντι Αχμέτ Πασάς είπε: «Οι Μινγκρέλιοι, αν και ανήκουν στην επαρχία της Τραπεζούντας, έχουν επαναστατήσει και έχω αναφέρει στον αυτοκράτορα ότι πήραμε τα σκάφη τους, τα οποία, μαζί με εκείνα των Ρώσων, μπορούν τώρα να περιμένουν στο λιμάνι της Γωνίας για την απόφαση του αυτοκράτορα. Έχω επίσης γνωρίσει στη μεγαλειότητά του ότι πολλές χιλιάδες Κοζάκοι και Μινγκρέλιοι έχουν πέσει στο μερίδιο των Οθωμανών νικητών ως αιχμάλωτοι και τώρα σκοπεύω να πάρω εκδίκηση από τους Μινγκρέλιους άπιστους με αυτόν τον στρατό, έτοιμο για εκστρατεία, ώστε να μπορέσει να κερδίσει κάποια λάφυρα, ως αποζημίωση για το ταξίδι του». Ο κυβερνήτης της Γεωργίας, Σεφέρ Πασάς, που ήταν πολύ θυμωμένος με τους Μινγκρέλιους, πρότεινε να ενωθούν όλοι οι ιππείς με τους πεζούς και να αναλάβουν επιδρομή για λεία, με τους μουσουλμάνους της Αχίσκα και της Γεωργίας να μπαίνουν επικεφαλής, οι οποίοι θα συμμετείχαν τότε στη διανομή των λαφύρων. Το συμβούλιο διαλύθηκε με αυτή την απόφαση, για την ευτυχή εκτέλεση της οποίας εγώ είπα μια φάτιχα. Οι τελάληδες γνωστοποίησαν, ότι όλοι οι μουσουλμάνοι που επιθυμούσαν βράκες και άλογα, αγόρια και κορίτσια, χρήματα και λεία, έπρεπε να ετοιμαστούν ένοπλοι. Αυτή η ανακοίνωση είχε εκπληκτικό αποτέλεσμα. Οι μουσουλμάνοι νικητές βρυχήθηκαν σαν λιοντάρια, πλύθηκαν και εξοπλίστηκαν και περίμεναν τις διαταγές του διοικητή.

Περιγραφή της εισβολής μας στη Μινγκρελία

Ο Κετγκάτζ Πασάς οδηγούσε την εμπροσθοφυλακή τριακοσίων ανδρών προς την κατεύθυνση της Καάμπα, ακολουθούμενος από 3.000 άνδρες της Γεωργίας και της Αχίσκας και τον Σίντι Αχμέτ Πασά, επικεφαλής 9.000 ανδρών. Ο Μπακού Πασάς διοικούσε την οπισθοφυλακή τριακοσίων ανδρών. Τα στρατεύματα του Ερζερούμ και του Καραχισάρ διαμόρφωναν τις δύο πτέρυγες. Στους σαντζακμπέηδες του Χουνουσίν, του Τεκμάν και του Μελαζγκέρτ είχε ανατεθεί η προμήθεια ζωοτροφών. Βαδίσαμε εκείνη την ημέρα δέκα ώρες μέχρι το Ζαρχαϊρί, ευχάριστη θέση μεταξύ της Μινγκρελίας και του σαντζακιού του Βατούμ. Την επόμενη μέρα περάσαμε τον Τσορούχ και ο Σεφέρ Πασάς άρχισε να λεηλατεί την περιοχή της Νταρίνα. Οι εικοσιδύο ομάδες σαρίτζα (ατάκτων στρατολογημένων) του πασά, του ευγενικού κυρίου μας, 2.200 παλικάρια, καταδιώκαν τους φυγάδες στα βουνά, συνέλαβαν επτακόσιους αιχμάλωτους και έχασαν επτά άνδρες, ως μάρτυρες. Τα στρατεύματα προχώρησαν μέχρι να φτάσουν κάτω από τα τείχη του κάστρου της Μεράβα, η οποία κατελήφθη από επίθεση, με την απώλεια εβδομήντα μουσουλμάνων, οι οποίοι ήπιαν το σερμπέτι του μαρτυρίου. Επτακόσιοι άνδρες, πεντακόσιες γυναίκες, διακόσια κορίτσια και εξακόσια αγόρια συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Η λεηλασία προωθήθηκε μέχρι τις περιοχές της Γεωργίας και φτάσαμε στο τέλος εννέα ωρών στην πεδιάδα του Μπογντού. Εδώ δείχνουν έναν σοφά (ή κάθισμα στο λιβάδι), όπου καθόταν ο σουλτάνος Σελήμ Α’ όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας. Δύο κατάσκοποι που έστειλε ο ηγεμόνας της Μινγκρελίας πιάστηκαν αιχμάλωτοι και έδειξαν τον δρόμο (αφού λήφθηκαν οι απαραίτητες προφυλάξεις) προς την περιοχή του Ταμάρας Χαν, του οποίου ο γιος με χίλιους ιππείς και δύο χιλιάδες πεζούς συνάντησε τον στρατιωτικό διοικητή και οδήγησε την οθωμανική ομάδα λεηλασίας πο πέρα εναντίον των Μινγκρελίων, με τους οποίους ήταν θυμωμένος.

Οι λεηλατημένες περιοχές ήσαν εκείνες του Περνάκ, του Σέλσελ, του Περκάν, του Γκούμλε και της Σαμάργκα. Σταματήσαμε μπροστά από το κάστρο του Αχάρ, μικρό στρογγυλό κάστρο πάνω σε λόφο, χτισμένο από τον Ορμούζ, τον γιο του Νουσιρβάν. Οι κάτοικοι δεν είναι πολύ γενναίοι, αλλά είναι μεγάλοι κλέφτες. Λεηλατήθηκαν διακόσια πενήντα κάστρα και χωριά και συνελήφθησαν 9.000 αιχμάλωτοι. Μόνο ο Κετγκάτζ Πασάς, ο αρχηγός της εμπροσθοφυλακής, πήρε 2.000 όμορφα κορίτσια, τα οποία ο στρατιωτικός διοικητής αγόρασε για χίλια γρόσια και τα έστειλε στον σουλτάνο Ιμπραήμ μαζί με άλλες είκοσι ωραίες κοπέλες. Ήσαν τόσο όμορφα, που το κείμενο του Κορανίου, «Δημιουργήσαμε τον άνθρωπο στην καλύτερη μορφή», φαίνεται ότι αποκαλύφθηκε μόνο για το δικό τους εγκώμιο. Η λεία ήταν τόσο πλούσια, που ένας σκλάβος πωλούνταν για δέκα γρόσια, ένα βόδι για μισό γρόσι και ένα πρόβατο για πέντε άσπρα. Ο μπεγκ του Μπασατζίκ έστειλε στον στρατιωτικό διοικητή δώρο πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια, ενώ έδωσε και σε μένα ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ύστερα από έντεκα ώρες αρπακτικής πορείας φτάσαμε σε πεδιάδα, στη μέση της οποίας υπήρχε κτίριο που αναγέρθηκε από τον μπεγκ της Μινγκρελίας, καταστράφηκε από τον Ουζούν Χασάν και τώρα γειτνιάζει με το Μπατούμ στα σύνορα της Μινγκρελίας. Περάσαμε τα κάστρα Νετζάχ, Μερχόρ, Ακτσέκαλε, Τσέπεκ, Πένκερντ, Ασέρντ, Κιουτσούκ Ακτσέκαλε, οι μπεγκ των οποίων έρχονταν όλοι με δώρα, προσκυνώντας τον Σίντι Αχμέτ Πασά. Αυτά τα κάστρα, που βρίσκονταν σε ψηλά βουνά και σε δασώδεις εκτάσεις, τα περνούσαμε με ευχαρίστηση, αλλά τα χωριά που βρίσκονταν στην πεδιάδα ήσαν όλα κατεστραμμένα. Η περιοχή της Γιουβάνα, η οποία λεηλατήθηκε για διάστημα επτά ημερών, προμήθευε τόσο όμορφα αγόρια και κορίτσια, που καθένα από αυτά άξιζε θησαυρό της Αιγύπτου. Σταματήσαμε κάτω από το κάστρο του Τέκρεκ, του οποίου οι κάτοικοι ήρθαν με δώρα για να αποτρέψουν τον κίνδυνο της λεηλασίας με την οποία απειλούνταν. Έξι ακόμη περιοχές, τα ονόματα των οποίων αγνοώ, μοιράστηκαν την κοινή μοίρα του ολέθρου. Οι Οθωμανοί νικητές ήσαν τώρα τόσο φορτωμένοι με λάφυρα και λεία, που έγινε αδύνατο να τα πάρουν όλα μαζί τους. Πολλοί από αυτούς επέστρεψαν φέρνοντας τη λεία τους στο κάστρο της Γωνίας και από εκεί στην Τραπεζούντα.

Η γλώσσα των Μινγκρελίων

Η Γεωργία κατοικείται από δεκαεπτά χριστιανικές φυλές, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι Ατσικμπάς, Νταντιάν, Σουσάντ και Γκουριέλ. Οι Μινγκρέλιοι είναι οι τελευταίοι και οι πιο περιφρονημένοι. Δείγμα της γλώσσας τους: Ένα, αρτί. Δύο, σερί. Τρία, σουμί. Τέσσερα, άμεχ. Πέντε, χοτί. Έξι, πισκουΐ. Επτά, ισκουΐ. Οκτώ, ρούο. Εννέα, τζουγούρ. Δέκα, βετί. Ψωμί, γκουπάλ. Φωτιά, ντατζχίρ. Ασπίδα, πουρ. Πρόβατο, ασχορί. Ζώνη, ντερκάτ. Κεφάλι, ντουντί. Ξύλο, ντέσκε. Σκύλος, τζογούρ. Βόδι, χιτζού. Μοσχάρι, κίσιν. Αλάτι, ατζέμ. Γουρούνι, γατζ. Γάιδαρος, κιρούτ. Αρκούδα, νούτ. Τυρί, κούλ. Τυρόπηγμα, μερτζβάν. Έλα, βάι. Άνδρας, τσάι. Κάθησε, νταχούρ. Κορίτσι, τίνε. Πήγαινε, χαλαβλί. Έλα μάνα, βουΐ ντιάς, κ.λπ.

Η Μινγκρελία κατοικείται από μεγάλο αριθμό διαφορετικών φυλών, που μιλούν διαφορετικές διαλέκτους. Υπάρχουν εβδομήντα διαφορετικά προϊόντα. Φημισμένα είναι τα πρόβατα, οι κατσίκες, οι χοίροι και η υπέροχη ράτσα των αλόγων της (κοχαϊλάν). Δεν υπάρχουν ούτε μουλάρια, ούτε γαϊδούρια σε όλη τη Γεωργία και τη Μινγκρελία, αλλά μεγάλος αριθμός από αλεπούδες, αγριόγατες και κουνάβια. Το καλαμπόκι και το σιτάρι είναι σπάνιο και σχεδόν δεν σπέρνεται τίποτε άλλο εκτός από κεχρί και λαζούντ (;). Στα ψηλά βουνά υπάρχουν πολλές καρυδιές και έλατα, πύξοι και κέδροι. Οι κάτοικοι, όπως εκείνοι της Μινγκρελίας, Αμπχαζίας και Κιρκασσίας, είναι εγκατεστημένοι στα βουνά. Έχουν κάστρα με κήπους και εκκλησίες. Με λίγα λόγια, κατά τη διάρκεια εβδομηνταεπτά ημερών, κάναμε τον γύρο της Μινγκρελίας και της Γεωργίας, ύστερα από τον οποίο τα οθωμανικά στρατεύματα πήραν τον δρόμο προς το Ερζερούμ. Την τρίτη ημέρα φτάσαμε στην περιοχή του Νταρατλί, που γειτονεύει με το σαντζάκι του Τορτούμ. Καθώς είχε αποκατασταθεί απόλυτη ασφάλεια, οι στρατιώτες πήραν την άδεια από τον βεζίρη της Αχίσκα, τον Σίντι Αχμέτ Πασά, να χωρίσουν και εμείς πήγαμε στη συνέχεια με τον μπεγκ της Γεωργίας προς το Τσαλντίρ. Ύστερα από δεκατέσσερις ώρες φτάσαμε στην κοιλάδα της Γιουβάνα, όπου οι κάτοικοι της Ισπίρ και του Τορτούμ μας συνάντησαν με δώρα. Κατά την επίσημη είσοδο στο Τορτούμ, τους Κοζάκους και Μινγκρέλιους αιχμάλωτους τους τραβούσαν με αλυσίδες. Οι κάτοικοι του Τορτούμ συγκεντρώθηκαν όλοι για να σχηματίσουν το ιστικμπάλ (επίσημη συνάντηση, βλέπε τα Ταξίδια του Μόριερ).177 Ο ίδιος ο Σίντι Πασάς φορούσε το λοφίο τιμής (τζιγατελί), που του είχε στείλει ο κυβερνήτης του Ερζερούμ, είχε ανέβει στο επίσημα ντυμένο άλογό του, με στολίδια έξι κομματιών από ατσάλι του Ναχσιβάν, με τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι του ένα κόκκινο ζωνάρι με τον μωαμεθανικό τρόπο, ντυμένος ο ίδιος σε μπλε ατσάλι με πανοπλία στους μηρούς του και μοιάζοντας καταπληκτικού μεγέθους, σαν επτακέφαλος δράκος. Περνούσε μέσα από το πλήθος που λάμβανε τον χαιρετισμό του φωνάζοντας, «Αλεΐκ αβναλλάχ έι γαζή σεϊφολλάχ!» «Η βοήθεια του Θεού να είναι πάνω σου, νικητή, ξίφος του Θεού!» Τα κανόνια του κάστρου του Τορτούμ χαιρέτησαν και τα βουνά αντήχησαν τον βροντερό θόρυβο. Ο Σίντι Πασάς πήγε στο παλάτι του και ο Κετγκάτζ Πασάς, ο Μπάκι Πασάς και οκτώ σαντζακμπέηδες στρατοπέδευσαν μπροστά στην πόλη για τρεις ημέρες, ενώ την τέταρτη το σύνολο του στρατεύματος κινήθηκε προς Ερζερούμ, στο έδαφος του οποίου φτάσαμε την ημέρα του Κασίμ (Αγίου Δημητρίου) και περάσαμε το στενό του Γαζή-μπογάζι. Ο κυβερνήτης, αναμένοντας το στράτευμα, βρισκόταν στη σκηνή του στο Γκουμούς Κουνμπέντ (ασημένιο θόλο), όπου υποδέχτηκε τους Σίντι Αχμέτ, Κετγκάτζ και Μπακού Πασά με τη μεγαλύτερη διάκριση, τους φιλοξένησε με υπέροχο γεύμα και τους απένειμε τιμητικά πανωφόρια. Εδώ ο πασάς και οι σαντζακμπέηδες άπλωσαν με μεγάλη λαμπρότητα τα δώρα τους μπροστά στον κυβερνήτη. Η εποχή ήταν τώρα πάρα πολύ προχωρημένη για σκέψη εκστρατείας εναντίον του Ερεβάν. Παραμείναμε λοιπόν σε αυτόν τον τόπο, περνώντας τις ημέρες μας στην ευχαρίστηση. Ο κυβερνήτης, ο ευγενικός μου κύριος, ήταν λίγο θυμωμένος με μένα, επειδή είχα συνοδεύσει την εκστρατεία χωρίς άδεια. Ο Σίντι Αχμέτ Πασάς μεσολάβησε υπέρ μου λέγοντας: «Αν είναι σφάλμα που πήρα τον Εβλία μαζί μου στην πολιορκία της Γωνίας, όμως είναι αυτός που διακήρυξε για πρώτη φορά τη μωαμεθανική προσευχή πάνω στα τείχη της. Είναι ταξιδιώτης του κόσμου, καλός σύντροφος της ανθρωπότητας, χαφίζ (γνωρίζει το Κοράνι απέξω) και πολεμιστής με τους τρόπους του Θεού». Έχοντας ζητήσει συγγνώμη για μένα με αυτόν τον ευγενή τρόπο, ο πασάς είπε: «Καθήκον του ήταν να συγκεντρώσει στρατεύματα και όχι να βοηθήσει στην πολιορκία της Γωνίας. Δεν θα συγχωρήσω αυτό το σφάλμα, εκτός αν τελειώσει σε οκτώ ώρες την απαγγελία του Κορανίου (χάτεμ σερίφ)». Άρχισα με το Μπισμιλλάχ και τελείωσα σε κάτι περισσότερο από εννέα ώρες, ύστερα από το οποίο φίλησε τη γη μπροστά στον ευγενικό μου κύριο και έλαβα από αυτόν πανωφόρι από σαμούρι, καθαρόαιμο άλογο, δύο όμορφα αγόρια και μία αργομισθία. Κι έτσι τώρα περνούσα όλο τον χρόνο μου, μέρα και νύχτα, στην ευχαρίστηση.

Ηθικοί προβληματισμοί

Το τέλος της κάθε χαράς είναι η απογοήτευση και το τέλος της κάθε ημέρας είναι πικρό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Έτσι, στο τέλος αυτού του 1075ου έτους λάβαμε την είδηση από γρήγορο αγγελιοφόρο σταλμένο από την Κωνσταντινούπολη, ότι ο σουλτάνος Ιμπραήμ είχε σκοτώσει χωρίς λόγο τον μεγάλο βεζίρη Σαλέχ Πασά και είχε διορίσει στη θέση του τον Τεζκερετζή Αχμέτ Πασά. Αν και αυτή η είδηση στενοχώρησε πολύ τον πασά, όμως την κράτησε μυστική για να μη χαλάσει τη χαρά της παρέας και διεξήγαγε τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του στο Ερζερούμ. Ο Σαλέχ Πασάς, που ήταν ένας από τους αγαπημένους σκλάβους του πατέρα του κυβερνήτη μας, του είχε δώσει για αυτόν τον λόγο τη θέση του κυβερνήτη του Ερζερούμ, αλλά ο τωρινός μεγάλος βεζίρης, από τότε που ήταν ο τεζκερετζής του Καρά Μουσταφά Πασά, είχε γίνει θανάσιμος εχθρός του. Κρατούσε όμως αυτό το μυστικό για τον εαυτό του και συνέχιζε να γιορτάζει στη σκηνή του με τους καλεσμένους του, τους Σίντι, Κετγκάτζ, Μπάκι και Ντιλάβερ Πασάδες.

(Εδώ ακολουθεί η ξεχωριστή ιστορία αυτών των τεσσάρων πασάδων και του κυβερνήτη, την οποία παραλείπουμε. Στο κεφάλαιο του Σίντι Πασά αναφέρεται ότι παίζοντας στο τζέριντ μια μέρα με τον Εβλία, έσπασε τέσσερα δόντια του.)

Περιγραφή της επιστροφής μας από το Ερζερούμ στην Κωνσταντινούπολη τον μήνα Ζιλκάντε 1057 (1647)

Αφήσαμε την πόλη από την πύλη του Ερζιντζάν και σταματήσαμε για πρώτη φορά στην πεδιάδα που ονομάζεται κύκλοι του Μπαζάρμπαση, όπου μας προσφέρθηκαν αφειδώς αποχαιρετιστήρια δώρα από όλους τους αγάδες και προκρίτους του Ερζερούμ, οι οποίοι μέρα και νύχτα σχημάτιζαν την αυλή τους γύρω από τη σκηνή του πασά. Ο κεχαγιάς του Σαλέχ Πασά, του κυβερνήτη της Βαγδάτης, συνοδευόμενος από εκατόν πενήντα αγάδες, εκατόν εβδομήντα καπουτζή-μπασι, επτακόσιους άνδρες, σαρίτζα και τριακόσιους σεγκμπάν, έφτασε εδώ με την είδηση ότι ο Σαλέχ Πασάς είχε σκοτωθεί. Την επόμενη ημέρα ήρθε αγγελιοφόρος από την Κωνσταντινούπολη με χάτι-σερίφ, που απένειμε στον κυβερνήτη Μοχάμεντ Πασά, τον ευγενικό μας κύριο, τη θέση του κυβερνήτη του Καρς, με την υποχρέωση να μπει στο πεδίο εναντίον των Περσών υπερασπιζόμενος τα σύνορα. Ο κυβερνήτης, ο ευγενικός κύριός μας, είπε, «Ας γίνει ό,τι είναι να γίνει» και χωρίς να δώσει προσοχή στο χάτι-σερίφ συνέχισε τον δρόμο του προς Κωνσταντινούπολη. Ο πρώτος σταθμός, τρεις ώρες δυτικά του Ερζερούμ, ήταν το χωριό Καν, αρμένικο χωριό στη μέση της πεδιάδας. Πέντε ώρες πιο πέρα προς τα δυτικά, το χωριό Ιλίτζα [Ελέγεια, Αζιζιγιέ], διαθέτει θερμή πηγή, καλυμένη με υψηλούς θόλους από τη γενναιοδωρία των ηγεμόνων της δυναστείας των Ακ-κογιουνλού. Η λεκάνη δεν είναι πλακοστρωμένη με πέτρες, αλλά μόνο στρωμένη με λευκή άμμο. Το νερό είναι μέτριας θερμότητας και μυρίζει σαν εκείνο των άλλων θερμών πηγών, αλλά είναι πιο ευνοϊκό για την υγεία από τη θερμή πηγή του Ζία-ουν-ντίν. Από εδώ προχωρήσαμε πέντε ώρες προς τα δυτικά μέχρι το χωριό Χινίς, αρμένικο χωριό με διακόσια σπίτια, ενώ πέντε ώρες πιο πέρα φτάσαμε στο χωριό της Μαμαχατούν [Τερτζάν], μουσουλμανικό χωριό διακοσίων σπιτιών. Αυτή η κυρία ήταν ευσεβής κυρία της οικογένειας των Ακ-κογιουνλού και βρίσκεται θαμμένη εδώ με τα παιδιά της κάτω από ψηλό τρούλο. Υπάρχει τζαμί, ιμαρέτ και σχολή. Προχωρώντας για πέντε ώρες πάνω από κοιλάδες και λόφους φτάσαμε στο χωριό Κετούρ στο έδαφος του Ερζερούμ, όπου ο Ευφράτης διασχίζεται από γέφυρα φτιαγμένη από έλατα. Ο πασάς σταμάτησε εδώ για τρεις ημέρες και με έστειλε σε αποστολή στον Μιραχόρ Αγά, τον επιθεωρητή του αλατιού του Κεμάχ.

Το ταξίδι μας προς το κάστρο του Κεμάχ

Το κάστρο του Κεμάχ χτίστηκε από τους Έλληνες αυτοκράτορες και στη συνέχεια πέρασε στα χέρια των Ακ-κογιουνλού. Όταν βρισκόταν στην κατοχή του Ουζούν Χασάν, του βασιλιά του Αζερμπαϊτζάν, πολιορκήθηκε από τον Τιμούρ για επτά μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι πολιορκημένοι απαξίωναν να πυροβολήσουν μία βολή ή να ρίξουν μια πέτρα στους πολιορκητές. Μετά την ήττα του Ουζούν Χασάν πολιορκήθηκε επίσης από τον Μωάμεθ Γ’ για τρεις μήνες, χωρίς επιτυχία. Ο Σελήμ Α’, όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, εκμεταλλεύτηκε μια καλή ευκαιρία και το κατέκτησε. Στη συνέχεια πέρασε με τριακόσια πλοία από την Τραπεζούντα προς τον Καφφά και την Κριμαία στην απέναντι ακτή, με πρόθεση να αποσπάσει την κυρίαρχη εξουσία από τα χέρια του πατέρα του, του Βαγιαζήτ Β’, βοηθούμενος από τους Τάταρους της Κριμαίας. Πατέρας και γιός συναντήθηκαν κοντά στο Χατζή Ογλού-μπαζάρι στην κοιλάδα του Ογράς και ο Σελήμ που ηττήθηκε, άφησε τον γιο του Σουλεϊμάν κυβερνήτη της Τραπεζούντας και ο ίδιος πήγε στην Περσία, όπου επισκέφθηκε τους τάφους των μεγάλων Αγίων όπως ο Ιμάμ Μούσα και έπαιξε σκάκι με τον Σάχη, που εκείνη την εποχή είχε καταλάβει το Κεμάχ. Ύστερα ο Σελήμ νίκησε στο Τσορλού τον πατέρα του, ο οποίος, έχοντας εξοριστεί στο Ντιμότεκα [Διδυμότειχο], πέθανε στη Χάσα. Ο Σελήμ Α’ έλαβε στο Γενί-μπαχτσέ την υποταγή των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης και έστησε αμέσως τις αλογοουρές στο Σκουτάρι, ως σύνθημα εκστρατείας κατά της Περσίας. Το κάστρο του Κεμάχ κατακτήθηκε από τον Μπικλί Μοχάμεντ Πασά. Είναι ένα από τα ισχυρότερα φρούρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως εκείνα των Ντιαρμπέκρ, Μαρντίν, Βαν, Σιν Καραχισάρ, Αφιόν Καραχισάρ, Μέγκου, Ερεμνάκ, Μερκάμπ, Χασάν, Καράκ στην Ασία και στο Ρουμ Μενγκέσα [Μονεμβασία], Νάπολι [Ναύπλιο] Μιζίστρα [Μυστρά], Ρόδο, κ.λπ. Είναι ψηλότερο από όλα αυτά και είναι αόρατο μέχρι το μεσημέρι, από σύννεφα που ρίχνουν συχνές βροχές πάνω του. Την εποχή της περιγραφής της χώρας από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν καταγράφηκε ως έδρα βοεβόδα υπαγόμενου στο Ερζερούμ. Τρεις περιοχές του ανήκουν. Εκείνη της πόλης, του Γκερτζάνις και του Κουρουτσάι, από τις οποίες ο δικαστής συγκεντρώνει ετήσιο εισόδημα 3.000 γρόσια. Το κάστρο έχει ντιζντάρ και φρουρά πεντακοσίων ανδρών, αξιωματικό των γενίτσαρων (σερντάρ), των σπαχήδων (κεχαγιά-γερι) και νακίμπ. Ένας άλλος αξιωματικός κυβερνά το χωριό Γκομούρ στην άλλη πλευρά του Ευφράτη, το οποίο αποτελείται από επτακόσια σπίτια. Αυτός ο αξιωματικός είναι ο επιθεωρητής του αλατιού, το οποίο είναι πιο γλυκό από το αλάτι του Χατζή Μπεκτάς.

Οι κάτοικοι του Τουρκιστάν και της Τουρκομανίας παίρνουν όλο τους το αλάτι από το Κεμάχ. Φτιάχνεται εδώ για σκηνές ένα λινό, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού σε τέτοια τελειότητα. Υπάρχει παροιμία που επαινεί τα λινά του Κεμάχ, τα πρόβατα του Ερζιντζάν και τα κορίτσια της Μπαϊμπούρτ. Ο ποταμός Κομούρ, ο οποίος περνάει από τους κήπους του χωριού που φέρει το όνομά του, έρχεται από τα βουνά Τζερτζάνις και ενώνεται με τον Ευφράτη κοντά στο μοναστήρι του Μελέκ Γαζή Εφέντη. Κοντά και απέναντί του βρίσκεται το Μομπάρεκ, αρμενικό χωριό, το χας της φρουράς του Ερζερούμ. Το νερό, το οποίο στάζει στα σπήλαια του βουνού, παγώνει το καλοκαίρι ενώ τον χειμώνα είναι ζεστό σαν θερμή πηγή. Οι κάτοικοι διατηρούν σε αυτά τα σπήλαια το τυρί τους που ονομάζεται κατίκ-πεϊνιρί. Ερχόμενος εδώ κανείς από το Ερζερούμ, διασχίζει τον Ευφράτη από μεγάλη μονή τοξωτή γέφυρα, ανηφορίζει ύψωμα πεντακοσίων βημάτων και περνάει κατά μήκος βραχώδους έκτασης που ονομάζεται Κεμπάν. Εκεί πανύψηλοι βράχοι βρίσκονται στα δεξιά, καθώς ανεβαίνεις στο κάστρο, ενώ στα αριστερά υπάρχουν βαθείς γκρεμοί. Ο μικρός ποταμός Άιν Μανζάρ χύνεται εδώ στον Ευφράτη. Αυτός ο ποταμός πηγάζει από το όρος Μανζάρ, ενώνεται με τον Σατέρντερε, έναν χείμαρρο που παρέχει νερό στους κήπους της πόλης και ενώνεται με τον Ευφράτη κάτω από τους βράχους του Κεμπάν. Το νερό είναι καθαρό και τρεχούμενο. Κοντά του υπάρχει βράχος που ονομάζεται βράχος του Αλή, όπου οι άνθρωποι πιστεύουν ότι θεραπεύονται από τους πόνους στα άκρα, επειδή λέγεται ότι ο Αλή ξεκούρασε εδώ τα κουρασμένα άκρα του. Είναι πέτρα σαν μαγνήτης και οι κάτοικοι την αποκαλούν Κουλίκια. Πάνω είναι το προάστιο των απίστων. Τα σπίτια, με και χωρίς κήπους, είναι όλα καλυμμένα με χώμα. Οι υπήκοοι είναι όλοι Αρμένιοι. Υπάρχουν τριακόσια καταστήματα, αλλά όχι πέτρινο μπεζεστένι, δύο χάνια, δύο λουτρά και μεγάλο τζαμί. Το λουτρό κοντά του ονομάζεται Τσορμπατζή-χαμάμ. Το προάστιο δεν έχει οχύρωση (ρομπάτ) γύρω του, αλλά πάνω από αυτό υπάρχει μεγάλο κάστρο.

Περιγραφή του κάστρου του Κεμάχ

Αυτό το κάστρο είναι πεντάγωνο από πέτρα και βρίσκεται σε απότομο ασβεστολιθικό βράχο. Μπορεί να συγκριθεί με το κάστρο του Σίν-χισάρ στα σύνορα του Ερζερούμ. Στην αντίθετη πλευρά του Ευφράτη υπάρχει ύψωμα που δεσπόζει πάνω του, αλλά η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να υπάρχουν συνέπειες. Έχει τρεις ισχυρές πύλες, τη μία πίσω από την άλλη. Στα δεξιά και αριστερά της πρώτης πύλης υπάρχουν δύο μπρούτζινα πυροβόλα, που αξίζει να τα δει κανείς, τέτοιων διαστάσεων, που ένας μπαλωματής θα μπορούσε κάλλιστα να εργαστεί μέσα σε αυτά χωρίς να παραπονιέται για τη στενότητα του τόπου. Είναι της εποχής του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Το μήκος τους είναι εικοσιεπτά σπιθαμές και οι μπάλες τους έχουν βάρος τρία καντάρια. Το μεγαλύτερο θαύμα είναι πώς κατάφεραν να ανεβάσουν τόσο μεγάλα κανόνια σε τόσο ψηλό μέρος. Στην πιο εσωτερική ή τρίτη πύλη είναι κρεμασμένο το ρόπαλο ενός πεχλιβάνη και ένα τόξο του Αλή. Ο αριθμός των σπιτιών, μεγάλων και μικρών, είναι εξακόσια, αλλά δεν έχουν κήπους και νερό. Πέντε αποθήκες έχουν γεμίσει με ρύζι και κεχρί από την εποχή του σουλτάνου Σελήμ Α’, οι οποίες μοιάζουν σαν να δημιουργήθηκαν σήμερα. Υπάρχουν έντεκα τζαμιά. Εκείνο του μπεγκ είναι μεγάλο τζαμί με πέτρινο μιναρέ. Αν και αυτό το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε βράχο, όμως τα σπίτια είναι στρωμένα με επίπεδες πέτρες. Στον πύργο που ονομάζεται Μάρτυρες, προς βορρά, υπάρχουν τριανταδύο μεγάλα και μικρά κανόνια. Από την πύλη των Μαρτύρων κανάλι κομμένο στον βράχο οδηγεί κάτω, στους πρόποδές του, από το οποίο παίρνουν το νερό σε ώρα πολιορκίας. Υπάρχουν τρεις στέρνες εδώ, η μία κοντά στην άλλη. Η πρώτη είναι γεμάτη με καλό νερό, η δεύτερη μυρίζει ποτάσα και η τρίτη είναι πολύ αλμυρή. Αν και αυτή η πόλη είναι πόλη του Τουρκιστάν που βρίσκεται στο έδαφος του Ερζερούμ, ωστόσο οι κάτοικοί της είναι καλοπροαίρετοι, συνετοί άνθρωποι. Τα λινά για σκηνές, το λευκό αλάτι και το τυρί που ονομάζεται κατίκ-πεϊνιρί, το οποίο είναι καλύτερο και πιο γλυκό από εκείνο της Μυτιλήνης και της Κορέισα στη Δαμασκό, είναι διάσημα σε όλη την Ασία. Τα ορτύκια, τα οποία το καλοκαίρι έρχονται σε μεγάλους αριθμούς, οι κάτοικοι τα συντηρούν στο ξύδι για τον χειμώνα.

Κοντά στις αποθήκες βρίσκεται το προσκύνημα του Κεντ Εφέντη και μπροστά στη γέφυρα εκείνο του Μελέκ Γαζή. Καθώς αυτή η πόλη δεν βρίσκεται πάνω στον μεγάλο δρόμο, καραβάνια δεν περνούν από εδώ. Ο Ευφράτης στα ανατολικά έρχεται από τα βουνά του Ρουμλί Σουλτάν και ρέει γύρω από τον βράχο προς τα δυτικά, προς τους Ιζολί Κούρδους. Από τις Άλπεις των Χιλίων Λιμνών (Μπινγκιόλ) έρχεται ο ποταμός Μουράτ, ο οποίος ενώνεται με τον Ευφράτη. Όποιος ταξιδεύει από Μαλάτεια, Χαρπούτ, Εκίν, Παλάβα ή Ντιαρμπέκρ μπορεί να τον διασχίσει μόνο με βάρκα. Είδα αυτήν την πόλη για τρεις ολόκληρες ημέρες, συνέλεξα ό,τι οφειλόταν από τον βοεβόδα στον πασά και έλαβα από αυτόν εκατό γρόσια ως δώρο άφιξης (κουντούμιε). Επέστρεψα σε πέντε ημέρες στο Κεμάχ και ξεκίνησα την επόμενη μέρα προς βορρά, κατά μήκος του Ευφράτη, προς το Σουρίμ, το οποίο έχει διακόσια σπίτια και δέκα ώρες αργότερα στον σταθμό του Τζέμπτζε-Χάνι. Στη συνέχεια, αφήνοντας τον Ευφράτη στα δεξιά, στο χωριό Τζεμέν, αρμενικό χωριό στην πεδιάδα του Ερζιντζάν, από το οποίο φτάσαμε στο Ερζιντζάν.

Περιγραφή του κάστρου του Ερζιντζάν

Αυτό το κάστρο ανήκει στο Ερζερούμ και όχι στο Αζερμπαϊτζάν. Υπάρχουν τέσσερις πόλεις που φέρουν το όνομα Έρζεν, δηλαδή: Έρζεν στη Μεσοποταμία (Τζεζίρε), Έρζεν Αχλάτ, Έρζεν Ρουμ που συνήθως ονομάζεται Ερζερούμ και Έρζεν Τζαν. Είναι ευχάριστο σημείο, η κατοχή του οποίου προκάλεσε πολλούς πολέμους, μέχρι που το έτος [Εγείρας] 855 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α’ το έλαβε από τον ηγεμόνα του, τον Ζαχιρουντίν, ο οποίος, την ίδια μέρα που άκουσε για την κατάκτηση της Αμάσειας, πήγε σε εκείνη την πόλη και παρέδωσε στον σουλτάνο Βαγιαζήτ τα κλειδιά. Ο Βαγιαζήτ από γενναιοδωρία επέστρεψε τα κλειδιά στον Ζαχιρουντίν, με την προϋπόθεση ότι θα εκτελούνταν το κουτμπέ [το πολυχρόνιο της Παρασκευής] και θα κοβόταν νόμισμα στο όνομά του. Ο Ζαχιρουντίν πέθανε τρία χρόνια αργότερα και η πόλη καταλήφθηκε από τον Καρά Γιουσούφ, τον ηγεμόνα της δυναστείας των Καρα-κογιουνλού, ο οποίος την κράτησε για επτά χρόνια, μέχρι που ο Τιμούρ κατέλαβε την Ασία. Ο Καρά Γιουσούφ έφυγε από την κατοικία του και αναζήτησε καταφύγιο στον θρόνο του σουλτάνου Βαγιαζήτ, μαζί με τον Αχμέτ Τζαλαΐρ, τον διοικητή της Βαγδάτης. Ο Τιμούρ ζήτησε από τον Βαγιαζήτ να τους παραδώσει, αλλά ο Βαγιαζήτ αρνήθηκε και αυτή η άρνηση ήταν η κύρια αιτία του μεταξύ τους πολέμου. Οι Καρά Γιουσούφ και Τζαλαΐρ διέφυγαν στη συνέχεια στην Αίγυπτο, στον σουλτάνο Μπερκούκ. Το Ερζιντζάν έπεσε στα χέρια του Ουζούν Χασάν, ο οποίος, όντας ήδη ηγεμόνας του Αζερμπαϊτζάν, έγινε επίσης ηγεμόνας του Ερζιντζάν. Το νομισματοκοπείο του διασώζεται ακόμη κοντά στο μοναστήρι των μεβλεβήδων. Μετά την ήττα και τον θάνατο του Βαγιαζήτ, την αυτοκρατορία διεκδίκησαν οι πρίγκιπες Ισά, Μούσα, Σουλεϊμάν και Μωάμεθ. Την κέρδισε ο τελευταίος και έγινε απόλυτος άρχοντας, αλλά δεν κατάφερε να κατακτήσει το Ερζιντζάν, το οποίο παρέμενε στα χέρια του Ουζούν Χασάν μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β’, ο οποίος το κατέλαβε μετά την ήττα του Ουζούν Χασάν στην πεδιάδα του Τερτζάν. Επισκεύασε το κάστρο του σουλτάνου Ζαχιρουντίν και το φρουρούσε με οθωμανικά στρατεύματα. Κατά τη βασιλεία του Βαγιαζήτ Β’, όταν ο σουλτάνος Σελήμ ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, ο Σαχ Ισμαήλ κατέλαβε τον Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επέστρεψε στον πρώτο του άρχοντα μετά τη μάχη του Τσαλντιράν το έτος 921 (1515). Το Ερζιντζάν έγινε τότε μέρος των εισοδημάτων του πασά του Ερζερούμ. Οι άρχοντές του είναι ένας σούμπασης και ένας δικαστής με 150 άσπρα, οι οποίοι μπορούν να συλλέγουν ετησίως έξι πουγγιά. Οι άλλοι αξιωματούχοι είναι ο μουφτής, ο νακίμπ, ο σερντάρ, ο κεχαγιά-γερι, ένας μοχτεσίμπ (δικαστής της αγοράς) και ένας σεχρ-ναΐμπί (επιθεωρητής της πόλης.)

Το κάστρο βρίσκεται σε ευχάριστη πεδιάδα, στη μέση δασών. Οι πύλες και τα τείχη του είναι πολύ χαμηλά και οι οχυρώσεις του πολύ παλιές. Την εποχή της εξέγερσης του Αμπχάζα στο Ερζερούμ, η τάφρος καθαρίστηκε και τα τείχη επισκευάστηκαν, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Αμπχάζα Πασάς έγινε κύριός του. Έχει σιδερένια πύλη και η επικοινωνία από το φρούριο προς το προάστιο γίνεται μέσω γέφυρας. Στο κάστρο υπάρχουν τριακόσια σπίτια με και χωρίς κήπους, τζαμί, χάνι και λουτρό.

Το μεγάλο προάστιο αποτελείται από 1.800 σπίτια με και χωρίς κήπους, όλα καλυμμένα με τακτοποιημένες επίπεδες στέγες, λίγα από τα οποία έχουν πάνω ορόφους. Εβδομηνταέξι τζαμιά, μεγάλα και μικρά, χωρίς τρούλους και επτά μοναστήρια, το πιο φημισμένο από τα οποία είναι εκείνο των μεβλεβήδων. Ο Τσελεμπή Εφέντης, γιος του μεγάλου μεβλάνα Τζελαλαντίν, είναι θαμμένος εδώ. Αυτό το μοναστήρι, χτισμένο στο παλιό στυλ, βρίσκεται στη μέση υπέροχου περσικού κήπου, του οποίου τα αηδόνια με τα υπέροχα τραγούδια τους τρέφουν τα μυαλά των φτωχών δερβίσηδων και τους μεθούν με θεϊκή αγάπη, ενώ οι ίδιοι τραγουδούν μυστικιστικούς ύμνους στις μελωδίες της αγάπης. Γύρω από το δωμάτιο μουσικής (ιμά-χανε) βρίσκονται τα κελιά των δερβίσηδων, ενώ το μοναστήρι είναι προικισμένο με καλή κουζίνα και κελάρι (κιλάρ). Φυλάσσουν εδώ την ενδυμασία του Τζελαλαντίν, ένα Κοράνι και ένα Μεσνεβί γραμμένο από το ίδιο του το χέρι. Το δεύτερο μοναστήρι είναι εκείνο του Τσαντιρτζή Σεΐχ Αμπντ-ουλ-Καντίρ Γκιλάνι. Υπάρχουν διάφορα εξαιρετικά λουτρά, έντεκα μεγάλα χάνια, σαράντα πρωτοβάθμια σχολεία, ενώ δεν υπάρχουν σπίτια για ανάγνωση του Κορανίου (νταρ-ουλ-κιραγιέτ), για παράδοση (νταρ-ουλ-χαντίθ) ούτε για γεύματα των φτωχών (νταρ-ουλ-ιτάμ), αλλά υπάρχει μεγάλος αριθμός μαθητών (τάλεμπε) και γίνονται διαλέξεις σε όλα τα τζαμιά. Ανάμεσα στους κατοίκους υπάρχουν πολλοί έξυπνοι, καλοσυνάτοι, μορφωμένοι, ευσεβείς, καλής ανατροφής άνδρες, που φορούν κοντά φορέματα, αλλά όχι μετάξι, με εξαίρεση τους στρατιώτες, που ντύνονται με υφάσματα διαφόρων χρωμάτων και επίσης με μετάξι. Η νεολαία και των δύο φύλων είναι όμορφη και οι κυρίες είναι ενάρετες ως Αντούγιε Ράμπια και φορούν όταν περπατούν μπότες και μυτερό καπέλο (αρακτζίν). Απαγορεύεται να περπατούν στην αγορά, η οποία περιέχει εξακόσια σπίτια. Τα πολύτιμα αντικείμενα φυλάσσονται σε μικρό μπεζεστάν. Από εδώ μέχρι το Ερζερούμ, που βρίσκεται πέρα από τα βουνά, είναι δύο ημέρες ταξιδιού. Το κλίμα του Ερζερούμ είναι τραχύ και πολύ ψυχρό, ενώ εκείνο του Ερζιντζάν αντίθετα είναι ήπιο και ευνοϊκό για τα τριαντάφυλλα και τα λουλούδια. Χιόνι πέφτει μερικές φορές, αλλά παραμένει όχι περισσότερο από τρεις ημέρες. Οι κήποι του παράγουν τα καλύτερα λουλούδια και τους πιο γλυκούς καρπούς.

Εγκώμιο φαγητών και ποτών

Εδώ παράγονται εβδομήντα είδη αχλαδιών. Και παρόλο που η εποχή του χειμώνα ήταν πολύ προχωρημένη κατά την περίοδο της διαμονής μας εδώ, είδαμε δεκαεπτά διαφορετικά είδη αχλαδιών που προσφέρονταν ως δώρα στον πασά, με σταφίδες και βερίκοκα. Τα μούρα του, τόσο λευκά όσο και μαύρα, είναι πολύ γνωστά και όταν ξεραθούν εξάγονται σε όλες τις χώρες. Το σερμπέτι των μούρων, καρυκευμένο με διάφορα μπαχαρικά, δίνει νέα ζωή στην ψυχή. Το Ερζερούμ εφοδιάζεται με φρούτα από αυτήν την πόλη, απ’ όπου μεταφέρονται σε δύο ημέρες.

Προσκυνήματα

Το μοναστήρι του Χιζρ, μοναστήρι μεβλεβήδων. Το μοναστήρι του Σεΐχ Χαλέντ Εφέντη. Και ο τάφος του Χιμέτ Πασά, ενός από τους βεζίρηδες του σουλτάνου Σελήμ, που σκοτώθηκε στον δρόμο του προς το Τσαλντιράν.

Έμεινα εδώ τρεις ημέρες, για να εισπράξω τα οφειλόμενα ποσά από τους επιθεωρητές του αλατιού και τον σούμπαση του Κουρουτσάι. Ενώ οι κάτοικοι έκαναν γιορτές για τον πασά, έφτασαν νέα της εξέγερσης του Βάρβαρ Πασά, μαζί με επιστολή του με το ακόλουθο πνεύμα: «Γιε μου! Ο Χεζάρπαρα Αχμέτ Πασάς, ο βεζίρης του Ιμπραήμ, σκότωσε έντεκα βεζίρηδες και μου στέρησε τη θέση του κυβερνήτη της Σίβας, γιατί δεν έστειλα στον σουλτάνο τη σύζυγο του Ιπσίρ Πασά, την κόρη του ηγεμόνα της Γεωργίας, την κυρία Περιχάν. Τρεις καπουτζή-μπασι ήρθαν με εντολή να πάρουν το κεφάλι μου, αλλά ευτυχώς διέφυγα από αυτούς. Τώρα έχω λάβει επιστολές από όλους τους μεγάλους και σημαντικούς άνδρες στην Κωνσταντινούπολη και από τους αξιωματικούς των επτά στρατιωτικών σωμάτων, που με καλούν να πάω με τα στρατεύματά μου στο Σκουτάρι και να ζητήσω εκεί τα κεφάλια του βεζίρη, των Τζέντζι Χότζα, Μπεκτάς Αγά, Τσελεμπή Κεχαγιά, Μοσλεχουντίν Αγά και Καρά Τσαούς. Έχω τώρα ενωθεί με τρεις βεζίρηδες, επτά μπεηλερμπέηδες και έντεκα σαντζακμπέηδες, έτοιμους να βαδίσουν εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Αν θέλεις να σώσεις το κεφάλι σου από τον Αχμέτ Πασά (τον μεγάλο βεζίρη), σε καλώ να ενωθείς μαζί μας στην Τοκάτ, απ’ όπου θα πορευτούμε με τις ενωμένες δυνάμεις μας προς την Κωνσταντινούπολη, για να δοκιμάσουμε την τύχη μας». Όταν παραλήφθηκε αυτή η επιστολή στο Ερζιντζάν έγινε συμβούλιο και καθώς οι στρατολογημένοι (λεβέντ) αποφάσισαν να ακολουθήσουν την αιγίδα του πασά, πάρθηκε η απόφαση να ενωθούν με την παράταξη των ανταρτών και ειπώθηκε μια φάτιχα με αυτή την πρόθεση. Στάλθηκε ο Αλατζά Ατλή Χασάν αγάς σε αναζήτηση τροφής, που θα ήταν ο στρατηγός επιμελητείας, ενώ στάλθηκαν επιστολές στον Βάρβαρ Πασά, με την ένορκη δήλωση ότι ενώνονταν μαζί του. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, βρισκόμουν σε μεγάλη αμηχανία και ήμουν τρομοκρατημένος. Είχα τόσα πράγματα και αγαθά, που δεν ήξερα πώς να ξεφορτωθώ. Ήμασταν στη μέση του χειμώνα και η παράδοση του Προφήτη που λέει, «ένα ταξίδι είναι μέρος της κόλασης, ακόμη κι αν έχει μήκος έναν μόνο παρασάγγη», εύρισκε την πλήρη εφαρμογή της. Δεν ήξερα πού να αφήσω τα πράγματά μου με ασφάλεια και να συνοδεύσω τον πασά, τον ευγενικό μου κύριο, ως επαναστάτης, μόνο με το άλογο και το σπαθί μου.

Κινηθήκαμε πρώτα από το Ερζιντζάν προς βορρά και σταματήσαμε ύστερα από επτά ώρες στο Μπασχάν.178 Πέντε ώρες πιο πέρα, στο χωριό Ερζινσί,179 αρμενικό χωριό, έξι ώρες πιο πέρα στο χωριό Σεΐχ Σινάν,180 κοντά στο οποίο, στο Μπαρουγκούντε,181 βρίσκεται ο τάφος του Μπελούλ της Σαμαρκάνδης, μοναστήρι ξεσκούφωτων και ξυπόλυτων μπεκτασήδων, ενώ τρεις ώρες πιο κάτω περάσαμε τη Γέφυρα του Βοσκού [Τσομπάν Κιοπρού, τώρα Κιοπρουκιόι] κοντά στο Χασάν Καλέ.182 Ο Σαχ Κουρουντουμάν της οικογένειας Τσομπάν είναι θαμμένος στο ίδιο μέρος με τον Μπελούλ της Σαμαρκάνδης. Λέγεται ότι όταν ανοίχτηκε ο τάφος, ο βασιλιάς Τσομπάν Κουρουντουμάν μαζί με όλη την οικογένειά του κάηκαν από φωτιά που προήλθε από δύναμη φυλαχτού. Ήταν ηγεμόνας μεγάλων επιχειρήσεων. Έχτισε τη γέφυρα της Τιφλίδας και κοντά στο Μελαζγκέρτ τη γέφυρα με τα χρυσά δαχτυλίδια πάνω από τον Αράξη. Δίπλα στη γέφυρα υπάρχει υπέροχο καραβανσεράι, τα παράθυρα του οποίου βλέπουν προς τον ποταμό, έτσι ώστε οι ταξιδιώτες που διαμένουν εκεί να έχουν την ευχαρίστηση να ψαρεύουν από τα παράθυρά τους. Πέρασα μερικές φορές αυτή τη γέφυρα στον δρόμο μου προς και από το Ερεβάν. Αυτή τη φορά επισκέφθηκα τον τάφο του οικοδόμου και είπα τη σούρα Γιας για την ψυχή του. Φύγαμε από το Μπαρουγκούντε και φτάσαμε, ύστερα από πορεία οκτώ ωρών προς βορρά, στο Εζέντελερ,183 καλλιεργούμενο χωριό στην περιοχή του Τερτζάν, ενώ ύστερα από τέσσερις ακόμη ώρες προς βορρά στον σταθμό του Ταπάν Αχμέτ Αγά, όπου ορίστηκε γιορτή για δέκα ημέρες. Εδώ πήρα άδεια από τον πασά και προχώρησα με τους άνδρες του Αχμέτ Αγά στο Σιν Καραχισάρ. Ταξίδεψα πρώτα προς τα ανατολικά μέσα από δάση και ερήμους κατά μήκος της κοιλάδας του Καραχισάρ και χωριών που ανήκουν σε αυτό και έφτασα στην ίδια την πόλη ύστερα από πορεία εννέα ωρών.

Περιγραφή του ισχυρού κάστρου του Σιν ή Σέμπιν Καραχισάρ

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπάρχουν διάφορα κάστρα που φέρουν το όνομα Καραχισάρ, το πιο φημισμένο από τα οποία είναι εκείνο που είχαμε μπροστά μας. Τα άλλα είναι τα Καραχισάρ που ονομάζονται Αφιόν (Απάμεια), Ντέβελι Καραχισάρ, Αντάλυα Καραχισάρı και Βαν Καραχισάρι. Τα δύο πρώτα είναι ανώτερα από τα άλλα. Το Σάμπι Καραχισάρ ονομάζεται έτσι επειδή στα βουνά του φτιάχτηκε ορυχείο στυπτηρίας (σαμπ). Επειδή οι πέτρες του κάστρου είναι μαύρες, ονομάζεται επίσης Σάμπιν από το σαχ (νύχτα, σκουρόχρωμος). Χτίστηκε από τους Αρμένιους βασιλείς, έπεσε στην εξουσία των Ελλήνων ηγεμόνων της Τραπεζούντας και στη συνέχεια σε εκείνη του Ζαχιρουντίν, του ηγεμόνα του Ερζιντζάν, ο οποίος το κατέκτησε μια σκοτεινή νύχτα, κάτι που αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο ονομάζεται Σάμπιν. Πέρασε στην εξουσία του Ουζούν Χασάν, του ηγεμόνα του Αζερμπαϊτζάν και το πήρε από αυτόν ο Μωάμεθ Β’. Την εποχή του σουλτάνου Σελήμ Α’ περιγραφόταν ως σαντζάκι που ανήκε στην κυβέρνηση του Ερζερούμ. Το χας του είναι 13.000 άσπρα και υπάρχουν 36 ζιαμέτ και 940 τιμάρ, τα οποία παρέχουν, μαζί με τους άνδρες που ανήκουν στον μπεγκ, 2.000 άνδρες. Τα έσοδα του πασά ανέρχονται ετησίως σε σαράντα πουγγιά. Μερικές φορές έχει δοθεί ως συμπληρωματικό επίδομα (αρπαλίκ) σε πασάδες τριών ουρών. Ήταν έτσι δοσμένο στον Γαζή Σεφέρ Πασά, τον βεζίρη της Αχίσκα, εκτός από την Αχίσκα. Διαχειριστής του (μουτεσελίμ) ήταν ο Ντερβίς Αγάς, Γεωργιανός και ισχυρός διοικητής. Κάποτε με έστειλε σε υπηρεσία στις κοιλάδες του Μεντβάλ και του Τούσντερε, με την οποία απέκτησα ένα άλογο, ένα σπαθί, δύο κόκκινα μουλάρια και ένα Γεωργιανό αγόρι, που μου δωρήθηκε από τον ίδιο. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα και μπορεί να εισπράττει ετησίως 4.000 γρόσια από τις διάφορες περιοχές. Υπάρχει μουφτής, νακίμπ, σερντάρ, κεχαγιά-γερι, σούμπασης, μοχτεσίμπ, ντιζντάρ και 150 άνδρες στους οποίους έχουν απονεμηθεί τιμάρ.

Το κάστρο του Σέμπιν Καραχισάρ έχει επτάγωνο σχήμα και στέκεται πάνω σε ψηλό βουνό, μοιάζοντας με πολεμικό άνδρα αποσυναρμολογημένο και διαλυμένο. Είναι έργο αρχιτέκτονα που ήταν δεύτερος Φερχάντ. Είναι ένα από τα δώδεκα φρούρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία, χωρίς να ελέγχονται από γειτονικά υψώματα, φαίνεται ότι χτίστηκαν από το χέρι του Παντοδύναμου. Το ύψος των τειχών και στις επτά πλευρές είναι εβδομήντα πήχεις, με εβδομήντα προμαχώνες και επτακόσιες πολεμίστρες. Όλη η περίμετρος είναι 3.600 βήματα. Δεν υπάρχει τάφρος, καθώς περιβάλλεται από γκρεμούς. Έχει τρεις ισχυρές πύλες, όπου η φρουρά φυλάει μέρα-νύχτα, επειδή οι κάτοικοι των χωριών στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας στέλνουν όλα τα καλύτερα αγαθά τους στο κάστρο, για να τα προστατεύσουν από τις εισβολές των Κοζάκων. Υπάρχουν εβδομήντα σπίτια με επίπεδες στέγες, αλλά υποφέρουν από έλλειψη νερού, το οποίο είναι υποχρεωμένοι να κουβαλούν με γαϊδούρια από τον ποταμό πιο κάτω. Σε περίπτωση πολιορκίας χρησιμοποιούν το νερό που φυλάσσεται σε στέρνες. Οι αποθήκες είναι γεμάτες κεχρί και ρύζι και υπάρχουν για περισσότερο από έναν αιώνα. Καθώς δεν είναι παραμεθόριο φρούριο, το πυροβολικό δεν είναι ούτε βαρύ ούτε πολυάριθμο. Ένα μικρό τζαμί που φέρει το όνομα του σουλτάνου Μωάμεθ Β’, ένα χάνι, λουτρό και αγορά βρίσκονται στην κάτω πόλη ή προάστιο. Αυτό το προάστιο, με κήπους γύρω του, αποτελείται από 1.600 σπίτια με επίπεδες στέγες, τα παράθυρα των οποίων κοιτάζουν προς βορρά. Οι αυλές είναι ευρύχωρες. Υπάρχουν σαρανταδύο τζαμιά, κανένα από τα οποία δεν είναι καλυμμένο με μόλυβδο, όπως εκείνα των σουλτάνων στην Κωνσταντινούπολη. Πιο πολυσύχναστο είναι εκείνο στην αγορά, κοντά στο δικαστήριο. Υπάρχουν τρία μοναστήρια, δύο λουτρά, τέσσερα χάνια, επτά σχολεία για αγόρια και εκατόν πενήντα καταστήματα. Επειδή αυτό το μέρος δεν βρίσκεται πάνω στον μεγάλο δρόμο, αλλά σε κάποιον παράπλευρό του, οι εγκαταστάσεις του δεν είναι πολύ κομψές. Ο Ταπάν Αχμέτ Αγάς ξεκίνησε νέο μπεζεστάν με ογδόντα καταστήματα και στις δύο πλευρές του κεντρικού δρόμου. Προστατεύεται από στέγη απέναντι στη βροχή και τον κακό καιρό και φυλάσσεται από δύο πύλες σε κάθε πλευρά, από κλέφτες και κακούς. Φύλακες φρουρούν κάθε νύχτα, γιατί πολλά πολύτιμα πράγματα εναποτίθενται εκεί.

Περιγραφή ενός λιονταριού

Στην πύλη που οδηγεί στην εξωτερική πόλη φαίνεται ένα λιοντάρι, γεμισμένο με βαμβάκι. Έχει πορτοκάλια στη θέση των ματιών, χασμουριέται σαν δράκος με επτά κεφάλια, με κομμάτι κόκκινης τσόχας αντί για γλώσσα και δόντια τόσο κοφτερά, σαν τουρκομανικά στιλέτα ή αραβικές λόγχες. Το μήκος του από τη μύτη μέχρι την ουρά του είναι σαρανταπέντε σπιθαμές. Αυτό το λιοντάρι του βουνού συνέχιζε τον όλεθρό του επί των γελαδιών της γειτονικής περιοχής για επτά χρόνια, όταν σκοτώθηκε από έναν γενναίο άνδρα και τοποθετήθηκε με εντολή του Αχμέτ Ταπάν πάνω από την πύλη του νεόκτιστου μπεζεστάν του. Είναι τρομακτικό θηρίο, με πόδια που μοιάζουν με κολώνες. Δεν είναι τόσο όμορφο όσο τα λιοντάρια της Βαγδάτης, της Χέλλε, της Τζεβάζερ και της Καβάρνα, με τις κίτρινες χαίτες τους μήκους μιας σπιθαμής, όπως οι κατσίκες της Άγκυρας. Επειδή τα λιοντάρια είναι γενικά κάτοικοι ερήμων, αυτό τών βουνών αξίζει να το προσέξουμε πολύ περισσότερο. Στα βουνά αυτού του μέρους, όλα καλυμμένα με πυκνά δάση, αφθονούν λεοπαρδάλεις, λύγκες, άγρια πρόβατα, κουνάβια, λύκοι, αλεπούδες και τσακάλια, ενώ οι άνθρωποι σπανίως μπορούν να πάρουν ξύλα από τα βουνά, επειδή είναι τόσο γεμάτα με άγρια ζώα. Μια παρέα Κοζάκων, που κάποτε είχαν ωθήσει τις εισβολές τους μέχρι αυτά τα βουνά, υπήρξαν λεία των άγριων θηρίων. Σκοπεύοντας να καταβροχθίσουν αγαθά των ανθρώπων καταβροχθίστηκαν οι ίδιοι και από τότε η πόλη απολαμβάνει τέλεια ασφάλεια από τους περιπλανώμενους Κοζάκους, οι οποίοι επωφελούνταν από την εγγύτητα της Μαύρης Θάλασσας.

Σε αυτή την πόλη είδα άλλο ένα θαυμάσιο πράγμα. Ήταν ένα αγόρι που στεκόταν μπροστά από κουρείο με τον πατέρα του που ζητούσε ελεημοσύνη. Το αγόρι ήταν περίπου οκτώ ή εννέα ετών με τεράστιο κεφάλι, σαν τα κεφάλια των ανθρώπων του Αντ και του Τεμούντ, σαν το κεφάλι των Σαλσάλ (;) στο Ακ-κερμάν ή σαν κολοκύθες των Αδάνων και λάχανα του Βαν, με λαιμό όχι παχύτερο από βραχίονα, που επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τόσο μεγάλο βάρος, το κεφάλι στηριζόταν από ξύλινη πηρούνα, που ήταν στερεωμένη στο έδαφος και πάνω της ακουμπούσε το βάρος του κεφαλιού. Αυτό το τερατώδες κεφάλι, στηριζόμενο με αυτόν τον τρόπο μπροστά από κουρείο, χαμογελούσε σε όλους τους περαστικούς. Δεν είχε τουρμπάνι αλλά ένα είδος χοντρού υφάσματος σέλας τυλιγμένο γύρω του. Τα φρύδια είχαν πλάτος δύο δάκτυλα και εκτείνονταν μέχρι τα αυτιά, τα οποία ήσαν ανθρώπινης μορφής αλλά τεράστιου μεγέθους, όπως και τα μάτια, οι βλεφαρίδες των οποίων έμοιαζαν με βέλη. Η μύτη είχε κάπως το σχήμα μελιτζάνας (μπαντιντζάν) του Μοριά και όταν ανέπνεε, τα ρουθούνια ήσαν σαν εκείνα αλόγου που ρουθούνιζε. Το στόμα άνοιγε σε τόσο εκπληκτικό πλάτος, που μπορούσε να φάει μονομιάς ένα μικρό καρπούζι. Από τα δόντια του, δύο ήσαν καμπυλωμένα έξω από το στόμα προς το πάνω μέρος και δύο προς τα κάτω, προς το κάτω χείλος. Τα χείλη είχαν χρώμα ρουμπίνι αλλά ήσαν σαν χείλη καμήλας. Το σάλιο έτρεχε συνεχώς από το στόμα του. Η φυσιογνωμία του ήταν εκείνη ενός Καλμούκ και τα μαλλιά σγουρά, όπως εκείνα των μαύρων Αράβων. Τα χέρια και το στήθος ήσαν εκείνα των αγοριών της ηλικίας του, τα δάχτυλα πολύ λεπτά και τα πόδια σαν μπαστούνια. Ήταν περίπτωση εφαρμογής του στίχου του Κορανίου: «Ο Θεός κάνει ό,τι θέλει και προστάζει ό,τι του αρέσει». Ρώτησα τον πατέρα αν η μητέρα αυτού του τερατώδους παιδιού ζούσε ακόμη και είπε: «Ναι και μάλιστα είναι ξανά έγκυος». Είπα: «Δέσε το σώμα της σφιχτά, για να αποβάλει, γιατί αν το κεφάλι του παιδιού μεγαλώσει στο μέγεθος του αδελφού του, η είσοδός του στον κόσμο μπορεί να προκαλέσει δυσάρεστη διεύρυνση». Ο πατέρας είπε: «Αστειεύεσαι, αλλά σε διαβεβαιώνω ειλικρινά, ότι όταν η μητέρα αυτού του αγοριού ήταν έγκυος σε αυτό, ο τοκετός ήταν τόσο εύκολος, που δεν κατάλαβε τίποτε και ευχαρίστησε τον Θεό για μια τόσο εύκολη γέννα». Εγώ, ο φτωχός Εβλία, είπα: «Αλλά ποτέ δεν έχει δημιουργηθεί πλάσμα με τέτοιο κεφάλι, τέτοιο πρόσωπο και τέτοια δόντια. Πιστεύεις πραγματικά ότι είναι δικής σου παραγωγής;» Ο άνδρας απάντησε: «Έχοντας πάει μια φορά στο βουνό με τη γυναίκα μου για να κόψουμε ξύλο, απολαύσαμε εκεί μια ώρα βοσκού στην πιο ευχάριστη συνομιλία. Στη συνέχεια, την άφησα να κοιμάται κάτω από ένα δένδρο και πήγα στη δουλειά μου, όταν ξαφνικά άκουσα τις φωνές της και την είδε να τρέχει προς το μέρος μου καταδιωκόμενη από έναν γυμνό γίγαντα, ψηλό σαν τα έλατα. Όταν έφτασε στο σπίτι αρρώστησε και η μορφή της αυξανόταν σε μέγεθος καθημερινά, μέχρι που στο τέλος ενός έτους έφερε στον κόσμο αυτό το αγόρι, του οποίου το κεφάλι μεγαλώνει και συνεχώς κάθε μέρα». Είπα, «Αν ευχαριστεί τον Θεό να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο, πρέπει να έρθεις στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αν το δείξεις στους βεζίρηδες και τους μεγάλους άνδρες της Αυτοκρατορίας, μπορείς εύκολα να κερδίσεις δύο χιλιάδες γρόσια σε ένα χρόνο».

Εγκώμιο της στυπτηρίας, που ονομάζεται στυπτηρία Σολωμώντος

Πρόκειται για κοκκινωπή στυπτηρία που παράγεται στα βουνά αυτής της πόλης, η οποία επομένως ονομάζεται Σέμπιν Καραχισάρ. Είναι πολύ περιζήτητη από τους χρυσοχόους όλων των χωρών. Η θέση του επιθεωρητή μισθώνεται για 700.000 άσπρα τον χρόνο. Σπάει σε πεντάγωνες και εξάγωνες πέτρες, στο σχήμα της σφραγίδας του Σολωμώντα. Οι χρυσοχόοι τη χρησιμοποιούν για να λαμπρύνουν το ασήμι και οι χειρουργοί για έμπλαστρα. Έχει πολλές εξαιρετικές ιδιότητες. Καθώς η θερμοκρασία αυτής της πόλης είναι ήπια, οι κάτοικοι είναι όμορφοι. Τα κυδώνια της και ένα είδος μικρού ψωμιού είναι διάσημα. Μείναμε εδώ τρεις ημέρες ως φιλοξενούμενοι στο παλάτι του Ταπάν Αχμέτ Αγά, αγοράσαμε καφέ, πέταλα αλόγων και κάποια άλλα απαραίτητα πράγματα και ύστερα επιστρέψαμε.

Στο ταξίδι μας περάσαμε μεγάλο ποταμό που χύνεται στον Κιρκούκ [Κελκίτ, Λύκο] και του οποίου τα νερά συλλέγονται από τις κοιλάδες του Μαντ, του Βαλ και του Κούρντ-ντερέ. Ύστερα από έξι ώρες πορείας προς τα δυτικά φτάσαμε στο χωριό Γιακούμπ-αγά και πιο πέρα, κατά μήκος της όχθης του Κιρκούκ, μέσα από απότομους και βραχώδεις δρόμους και το φοβερό πέρασμα του Μπογάζ-Κεσέν, εκεί όπου ο ποταμός, που περνάει μέσα από την Αμάσεια, συμβάλλει με τον Κιρκούκ και χύνεται στη θάλασσα στο Ενέρ. Όταν τον περάσαμε, συνεχίσαμε τον δρόμο μας για οκτώ ώρες πάνω από λόφους και κοιλάδες και φτάσαμε στο κάστρο Χατζή Μουράτ, χτισμένο από βεζίρη του Ουζούν Χασάν. Μετά την ήττα του Ουζούν Χασάν, παρέδωσε τα κλειδιά του χωρίς μάχη στον Μαχμούτ Πασά, τον βεζίρη του σουλτάνου Μωάμεθ Β’. Είναι ψηλό και απότομο κάστρο, σαν εκείνο του Καβιλί-χισάρ, χίλια βήματα σε περίμετρο και χωρίς τάφρο, η οποία από τη θέση του σε λόφο θα ήταν περιττή. Στο κάστρο υπάρχουν εβδομήντα μικρά σπίτια, αλλά όχι αγορά, χάνι, λουτρό, σχολή ή ιμαρέτ. Υπάρχει μεγάλος αριθμός από καρυδιές. Στην άκρη του Κιρκούκ, που ρέει στους πρόποδες του κάστρου, υπάρχει χάνι σε βαθιά κοιλάδα. Ο σούμπασης που εδρεύει εδώ υπάγεται στο Σέμπιν Καραχισάρ. Ενημέρωσα εδώ τον πασά για τη δύναμη του Σέμπιν Καραχισάρ, πράγμα το οποίο τον εξέπληξε. Από εκεί ανεβήκαμε ψηλό βουνό προς βορρά και φτάσαμε σε έξι ώρες στο χωριό Τσαουντάρ. Σε άλλες επτά στο Εμιρλέρ, χωριό στην επικράτεια του Σέμπιν. Σε πέντε ακόμη σε αρμενικό χωριό. Σε τέσσερις ακόμη προς τα δυτικά στο χωριό Κιλαρτζή Βελήαγα, στην άκρη ψηλού βουνού, αποτελούμενο από διακόσια σπίτια, στη δικαιοδοσία του Ισκεφσέρ [Ισκεφσίρ, σήμερα Ρεσαντίγιε]. Σε πέντε ακόμη ώρες στον σταθμό του Μπας-τσιφλίκ [Μπας Τσιφτλίκ και σήμερα], επίσης στη δικαιοδοσία του Ισκεφσέρ, στα σύνορα Ερζερούμ και Σίβας, το οποίο έχει ήδη αναφερθεί στον δρόμο μας προς Ερζερούμ. Ακόμη πιο δυτικά βρίσκεται το κάστρο της Νικ-χισάρ (καλό κάστρο) και πέντε ώρες πιο πέρα το χωριό Καζάν-κία στην επαρχία της Σίβας, στη δικαιοδοσία της Νικ-χισάρ [Νικσάρ, Νεοκαισάρειας]. Προχωρώντας ακόμη πιο δυτικά μέσω Μπογάζ-Κεσέν, περάσαμε μέσα από πυκνά δάση στο χωριό Κουμάνοβα. Σε δύο ακόμη ώρες στο μεγάλο χωριό Σόντισσα, στα σύνορα της Νικσάρ, με τριακόσια σπίτια, τζαμί και λουτρό. Και σε πέντε ώρες ακόμη στο Ζαβάντι-τεκιεσί, διακόσιων σπιτιών, σε ψηλό βουνό στα σύνορα της Λαντίκ [Λαοδίκειας Ποντικής], μεγάλο ίδρυμα, όντας μεγάλο μοναστήρι στον τάφο μεγάλου αγίου. Οι δερβίσηδές του είναι όλοι σχεδόν της οικογένειας του Προφήτη. Έδωσα εδώ με τον πασά την προσευχή του Ιντί-ασά (Κουρμπάν μπαϊράμ) και ο σεΐχης του μοναστηριού μας παρέθεσε γεύμα. Έχοντας στείλει μπροστά τις ουρές, περάσαμε το επόμενο πρωί σε πέντε ώρες το πέρασμα του Σετλί-πουλι και φτάσαμε στο χωριό Χαμίντ, το οποίο έχει τζαμί και κήπους. Και σε πέντε ώρες πιο δυτικά στη Λαντίκ.184

Περιγραφή του κάστρου της Λαντίκ

Αυτό το κάστρο χτίστηκε από κάποιον Χαβίκ, έναν από τους Έλληνες ηγεμόνες της Αμάσειας. Ο Μελέκ Γαζή της οικογένειας Ντανισμέντ, που ήρθε από το Μαχάν με την οικογένεια των Σελτζούκων, κατέκτησε τον ίδιο χρόνο τόσο τη Νικ-χισάρ όσο και τη Λαντίκ. Υπάρχουν τρεις Λαντίκ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδή εκείνη της Κόνια που τώρα έχει καταστραφεί από εξεγέρσεις [Λαοδίκεια Κατακεκαυμένη],185 εκείνη η Κορλαντίκ στην επαρχία Βαν186 και η τρίτη, η Λαντίκ της Αμάσειας. Μετά την κατάκτηση της πόλης από τον Βαγιαζήτ Α’, η Λαντίκ παρέδωσε τα κλειδιά της στον Τιμουρτάς Πασά, ο οποίος τα δέχτηκε με την καλή ευχή να ζήσουν πολύ οι κάτοικοι. Η ευλογία αυτής της ευχής είναι ακόμη εμφανής στη μακρά και ευημερούσα ζωή των κατοίκων. Ο Βαγιαζήτ Β’, όταν ήταν κυβερνήτης της Αμάσειας, περνούσε έξι μήνες του χρόνου σε αυτό το μέρος και έφτιαξε υπέροχο κήπο, τον οποίο διατηρούν σε τάξη ένας δάσκαλος (ούστα) και σαράντα μποσταντζή, κουρουτζή και ταμπλακτζή. Είναι πόλη απαλλαγμένη από όλους τους φόρους και τα δώρα, γιατί είναι το βακφ της Μπουλμπούλ Χατούν, μητέρας του Αχμέτ Α’. Ο κυβερνήτης της Σίβας [Σεβάστειας] δεν έχει κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνει με τους αξιωματούχους του. Ο δικαστής έχει τον βαθμό και την αμοιβή των 300 άσπρων, αλλά μπορεί να εισπράττει με δίκαιο τρόπο έξι πουγγιά ετησίως από τις περιοχές. Υπάρχει μουφτής, νακίμπ, σερντάρ, κεχαγιά-γερι, ναΐμπ και μοχτεσίμπ. Το κάστρο είναι παλιός σωρός κτιρίων, ο οποίος τώρα βρίσκεται χωρίς διοικητή ή φρουρά. Οι μποσταντζή τρέχουν πάνω από τα δάση και τους θαμνότοπους και φρουρούν την πόλη, η οποία έχει δεκαεπτά συνοικίες, σαρανταεπτά μιχράμπ, έξι από τα οποία είναι τζαμιά και τρία από αυτά αυτοκρατορικά, 3.020 σπίτια καλυμμένα με τούβλα και περιτριγυρισμένα από κήπους. Έχει επτά μοναστήρια, το πιο αξιοσημείωτο από τα οποία είναι εκείνο του Σεΐντ Αχμέτ Κεμπίρ. Έχει επίσης δύο λουτρά, επτά χάνια, μεγάλο καραβανσεράι χτισμένο από τον Γαζή Νταβούντ Πασά, τετρακόσια καταστήματα και μπεζεστένι. Έχει σαρανταένα παλάτια βεζίρηδων και σπουδαίων ανδρών, όλα με λουτρά. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σχολή, αλλά δίνονται διαλέξεις σε όλα τα τζαμιά. Έχει δεκαοκτώ σχολεία για αγόρια και δύο τραπεζαρίες. Οι ευγενείς φορούν πανωφόρια από σαμούρι, οι έμποροι φερράτζε και κοντόζ από ύφασμα και οι γυναίκες βελούδινα παντελόνια, μπότες, φερράτζε από ύφασμα, λευκά πέπλα και μυτερά καπέλα. Δεν φαίνονται πουθενά, παρά μόνο στο λουτρό και στα σπίτια όπου κάνουν επισκέψεις. Είναι τα πιο σεμνά, υπέροχα πλάσματα, που μπλέκουν τους εραστές με γλυκά λόγια και ευγενική συμπεριφορά.

Τα φαγώσιμά της είναι μεγάλα αχλάδια, καλύτερα από εκείνα της Μαλάτειας, της Νισού, της Χούι και της Μερέντ, νόστιμα κεράσια, ένα είδος ψωμιού που ονομάζεται μεμετζίκ-εκμέκ, το οποίο είναι το πρώτο ψωμί στον κόσμο μετά το σουμούν της Σαπάντζα. Δεν υπάρχουν σταφίδες, πεπόνια, καρπούζια, σύκα κ.λπ. Το λευκό μέλι που ονομάζεται ταγμπαλί δεν ισοφαρίζεται ούτε από εκείνο της Κρήτης, ούτε των Αδάνων ή της Σικελίας. Το λεπτό βαμβακερό λινό της υπερέχει του λινού της Μοσούλης και του Λεκεφούρ στην Περσία.

Περίπατοι της Λαντίκ

Η πηγή του νερού Μπαλί-κιασού, που ρέει μέσα από την πόλη, είναι ευχάριστος περίπατος στην κατεύθυνση της Καάμπα. Ένας άλλος διάσημος περίπατος στην ανατολική πλευρά ονομάζεται Φρενκ-γκιοζί, το μάτι του Φράγκου. Ο Χουσεΐν Πασάς έχτισε κιόσκ δίπλα στην υπέροχη πηγή που αναβλύζει εδώ. Το νερό είναι τόσο κρύο, που οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγάλουν από αυτό τρεις πέτρες διαδοχικά. Τα ποτάμια που σχηματίζονται από αυτές τις δύο πηγές Μπαλί και Φρενκ-γοζί ρέουν μέσα από την πόλη τροφοδοτώντας με νερό τα παλάτια, τα χάνια, τα τζαμιά, τους κήπους και τους μύλους και καταλήγοντας στη λίμνη της Λαντίκ. Ένας άλλος περίπατος είναι αυτός που ονομάζεται Ακμπουνάρ, κρήνη κρύου νερού, το οποίο δεν ρέει μέσα στην πόλη, αλλά απ’ έξω. Όλα αυτά τα νερά πηγάζουν από τα ψηλά βουνά στα βόρεια της πόλης και βρίσκουν τον δρόμο τους προς τη λίμνη της Λαντίκ. Στα δυτικά της Λαντίκ υπάρχει τόπος αναψυχής που ονομάζεται μοναστήρι, υπέροχο μέρος με νερό που ονομάζεται Ράμτζα, το οποίο είναι πιο γλυκό από το νερό του Μααβία. Αυτές οι ενωμένες πηγές χωρίζονται κάτω από το κάστρο σε δύο κλάδους, ο ένας από τους οποίους ποτίζει τους κήπους του Κόβα-μαχαλεσί κάτω από το προσκύνημα του Χιζρλίκ και ο άλλος περνά από το προσκύνημα του Μπαλί-Ντεντέ, όπου οι πρόκριτοι έρχονται να συναντήσουν τους προσκυνητές που επιστρέφουν από τη Μέκκα.

Τα θερμά λουτρά της Λαντίκ

Μια θερμή πηγή βρίσκεται μιάμιση ώρα στα δυτικά της Λαντίκ σε ψηλό λόφο, σε χωριό που ονομάζεται Χαλίζ,187 κάτω από το οποίο κυλάει ως μικρό ρυάκι, γυρίζει μερικούς μύλους και χύνεται στον Κιζίλ Ιρμάκ [Άλυ]. Όντας πίσω από τα βουνά της Λαντίκ, δεν μπορεί να χυθεί στη λίμνη. Το θερμό λουτρό του Χαλίζ είναι πολύ γνωστό. Την εποχή της κερασιάς, αυτό το μέρος επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι εδώ αποκαθιστούν την υγεία τους με εντολή του Θεού. Μια εκροή από αυτό το θερμό λουτρό χύνεται στον ποταμό Χαλίζ που εκβάλλει στον Κιζίλ Ιρμάκ. Άλλο θερμό λουτρό (Ελίτζε στα τουρκικά, Χούμα, στα αραβικά, Γκερμάμπ στα περσικά) βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Λαντίκ, στη δικαιοδοσία της Χάβζα. Χάβζα είναι σε αυτή τη χώρα το όνομα του ζεστού λουτρού, το οποίο στη Ρούμελη ονομάζεται καϊναρτζή, στη χώρα των Τατάρων ιλισί, στο Μογκολιστάν κερέντα και στο Φρανγκιστάν μπάνιο. Είναι διπλό λουτρό, έτσι ώστε άνδρες και γυναίκες να έχουν ξεχωριστούς χώρους λουτρού. Η λεκάνη στο διαμέρισμα των ανδρών είναι τετράγωνο δέκα ποδιών και είναι τόσο απολαυστικό θέαμα, που θα μπορούσε να επαναφέρει νεκρούς στη ζωή. Το νερό αναβλύζει από τέσσερα στόματα λιονταριών, που βρίσκονται στις τέσσερις γωνίες. Το νερό δεν είναι πολύ ζεστό, αλλά εκτός από αυτή τη μεγάλη λεκάνη υπάρχει και μικρή που το νερό της είναι τόσο καυτό, που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να το αντέξει. Στις τέσσερις πλευρές αυτής της μεγάλης λεκάνης, κάτω από θόλους, υπάρχουν οκτώ γούρνες λουτρού, όπου χιλιάδες άνθρωποι θεραπεύονται την εποχή της κερασιάς. Στο ίδιο λουτρό υπάρχει κρύα, διαυγής πηγή, που ονομάζεται το μάτι της κόρης (κιζ-γκιόζι), που δίνει φρέσκια ζωή σε όσους πίνουν από αυτήν. Η απόσταση μεταξύ αυτής της πηγής, κρύας σαν πάγου και της θερμής πηγής δεν είναι παρά μια αυλή.

Περιγραφή της λίμνης της Λαντίκ

Αυτή είναι μεγάλη λίμνη στα ανατολικά της Λαντίκ, την οποία για να γυρίσει κανείς θα χρειαζόταν μια μέρα. Έντεκα διαφορετικά είδη ψαριών υπάρχουν σε αυτήν, η περιγραφή των οποίων θα ήταν πολύ μακροσκελής για να δοθεί. Εικοσιέξι πηγές και ρυάκια ρέουν σε αυτή τη λίμνη στις τέσσερις πλευρές της, από τις περιοχές Ζεντάι, Σούνσα, Χάβζα και Ζεϊτούμ. Δεν έχει έξοδο. Στα όριά της είναι το Μπογάζι-κιόι, ευχάριστο χωριό και το χωριό Οτούζ, φημισμένο για το καϊμάκ (κρέμα) του, το οποίο δεν είναι πουθενά καλύτερο. Μπορεί να κοπεί σαν τυρί και είναι ελαστικό σαν κόμμι. Αν κάποιο καϊμάκ μπορεί να συγκριθεί μαζί του, είναι αυτό του Μπινγκιόλ (Χίλιες Λίμνες). Η Αμάσεια βρίσκεται οκτώ ώρες νότια της Λαντίκ και στα ανατολικά βρίσκεται η Νικ-χισάρ. Η δικαιοδοσία του Καβακελί βρίσκεται σε απόσταση ταξιδιού [μιας ημέρας]. Στα δυτικά βρίσκεται η πόλη Κιοπρού και η δικαιοδοσία του Ζεϊτούμ σε απόσταση ταξιδιού [μιας ημέρας]. Βόρεια από αυτό είναι το λιμάνι της Σαμσούν και πιο πέρα η Σινώπη.

Προσκυνήματα της Λαντίκ

Ο σεΐχης Σεΐντ Αχμέτ Κεμπίρ, θαμμένος στο δικό του μοναστήρι, ήταν ο μαθητής του σεΐχη Άκμπαρ, ο οποίος είναι επίσης θαμμένος εδώ στο παλιό τζαμί, που χτίστηκε από τον ίδιο το έτος 952 (1545). Ήταν ένας από τους σεΐχηδες του σουλτάνου Ορχάν. Κάτω από το κάστρο είναι θαμμένος ο σεΐχης Για Βουντούντ και ο Μπαλή-Ντεντέ στο σημείο συνάντησης του καραβανιού της Μέκκας. Ο Γαζή Ταγιάρ Μουσταφά Πασάς είναι επίσης θαμμένος εδώ, κάτω από θόλο καλυμμένο με μόλυβδο.

Έμεινα σε αυτό το μέρος τρεις ημέρες με τον ευγενικό κύριό μου, τον πασά, για τον οποίο έγιναν μεγάλες γιορτές και στη συνέχεια πορεύτηκα πέντε ώρες προς τα δυτικά, στο χωριό Σάμπιν-αγά με διακόσια σπίτια, όπου ο Κασίμ Αγάς έδινε μεγάλη γιορτή. Πέντε ώρες πιο πέρα φτάσαμε στο χωριό Κορκιόι, με τριακόσια σπίτια, τζαμί και κήπους. Την επόμενη μέρα, όταν οι ουρές επρόκειτο να προωθηθούν, δύο τσαούσηδες έφτασαν ως αγγελιοφόροι από την Κωνσταντινούπολη για το Ντιαρμπέκρ, τους οποίους συνέλαβε ο πασάς. Όταν τους έψαξαν, δεν βρέθηκε τίποτε πέρα από ένα χάτι-σερίφ προς τον πασά της Βαγδάτης Σαλέχ Πασά, που τον απομάκρυνε από τη θέση του ως κυβερνήτη και τον ανακαλούσε στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να γίνει καπουδάν πασάς. Την ίδια μέρα ο πασάς έστειλε τον αγγελιοφόρο του, τον Σαλέχ, στον Μουρτεζά Πασά, τον αδελφό του Σαλέχ Πασά, του κυβερνήτη της Βαγδάτης, για να του γνωρίσει ότι αγγελιοφόροι από την Πύλη βρίσκονταν καθ’ οδόν με πρόσκληση στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία δεν έπρεπε να δώσει καμία σημασία, αλλά να προσέξει την παγίδα που στηνόταν γι’ αυτόν και να ενταχθεί αντιθέτως στην ομάδα του Βάρβαρ Αλή Πασά, ο οποίος βάδιζε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο αγγελιοφόρος Σαλέχ έλαβε εκατό δουκάτα για να φτάσει στον Μουρτεζά Πασά με κάθε ταχύτητα. Και την τέταρτη ημέρα ο χασεκή και ο τσαούσης, οι οποίοι ήσαν οι κομιστές του αυτοκρατορικού διατάγματος, αφέθηκαν ελεύθεροι και συνέχισαν τον δρόμο τους προς τη Βαγδάτη. Ο πασάς παρέμεινε έξι ημέρες στο Κορκιόι και κινήθηκε την έβδομη, όταν, ύστερα από πορεία πέντε ωρών, φτάσαμε στην παλιά πόλη του Μερζιφόν [Μαρσουβάν].

Περιγραφή του Μερζιφόν

Χτίστηκε από την οικογένεια Ντανισμέντ και κατακτήθηκε από τον Βαγιαζήτ Α’. Τώρα είναι κάστρο σε καλή κατάσταση και χρήσιμο κατά των ανταρτών, στο σαντζάκι της Αμάσειας, που ανήκει στη Σίβας και φρουρείται από φύλακες. Η πόλη είναι βακφ του Αγίου Πιρ Ντεντέ και διοικείται από τον κιζλάραγα. Ο δικαστής, διοριζόμενος με 300 άσπρα, μπορεί να εισπράττει ετησίως από τις διάφορες περιφέρειες έξι πουγγιά. Καθώς είναι κάστρο της ενδοχώρας, δεν έχει ούτε διοικητή ούτε φρουρά. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι του είναι ένας μουφτής, νακίμπ, σερντάρ, κεχαγιά-γερι, μοχτεσίμπ και ναΐμπ. Ήμασταν εδώ φιλοξενούμενοι του Ντιλάβερ Αγά, του σιλιχτάρ του Ταμπάνι Μοχαμεντ Πασά, ο οποίος πρόσφερε στον πασά και στους 1.100 άνδρες της συνοδείας του την καλύτερη φιλοξενία για δέκα ημέρες, έτσι ώστε ούτε ένα σακί για τα άλογα, ούτε ένα φλιτζάνι καφέ δεν διατέθηκαν από τους ανθρώπους του πασά. Οι αξιωματικοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη σε αστικά καταλύματα (γιάφτε) και ζούσαν μαζί με τους οικοδεσπότες τους σε τέλεια αρμονία, όπως πατέρες και γιοι. Σε 400 άνδρες των στρατευμάτων διατέθηκαν καταλύματα στα γειτονικά χωριά, οι κάτοικοι των οποίων, αν και Τούρκοι, έχουν ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα και δίνουν ελεύθερα ό,τι έχουν. Κάθε απαραίτητο για τη διατήρηση της ζωής βρίσκεται εδώ σε αφθονία. Η πόλη βρίσκεται στην άκρη του όρους Ντεσάν και περιέχει 4.000 σπίτια καλυμμένα με τούβλα, σαραντατέσσερις γειτονιές και εβδομήντα τζαμιά, το παλαιότερο από τα οποία είναι εκείνο του Μουράτ Β’ στην αγορά. Είναι στο παλιό στυλ με μιναρέ και είναι πολυσύχναστο.

Οι σχολές είναι, εκείνη του Μουράτ Β’, όπου πραγματοποιούνται επίσης διαλέξεις για την παράδοση, εβδομήντα σχολεία για αγόρια και δύο τραπεζαρίες, εκ των οποίων η μία βρίσκεται στο μοναστήρι του Πιρ Ντεντέ. Σε απόσταση μίας ώρας από την πόλη βρίσκεται το μοναστήρι της Ακάσα, ενώ στην πόλη είναι εκείνο του Αμπντούλ Καντίρ Τζιλάνι και ένα των Χαλβετί. Τα χάνια είναι στην αγορά. Στην αριστερή γωνία της πύλης του παλιού χανιού είναι κρεμασμένο το ρόπαλο ενός πεχλιβάν.

Περιγραφή των λουτρών

Το παλιό λουτρό, χωρισμένο για άνδρες και γυναίκες, χτίστηκε από τον Μωάμεθ Α’ και έχει περισσότερες από εβδομήντα γούρνες ή λεκάνες. Γύρω του κατοικούν οι κατασκευαστές τσόχας και σαφιάν, που δουλεύουν μπλε, κίτρινο και κόκκινο σαφιάν. Τα τοιχώματα του λουτρού είναι όλα επενδεδυμένα με πηλό αναμεμειγμένο με μόσχο και κεχριμπάρι, η μυρωδιά των οποίων διαπερνά ολόκληρο το κτίριο και το καθιστά τόσο στεγνό, που στους τοίχους και τα παράθυρα δεν μαζεύει ούτε σταγόνα υγρασίας. Όμως, όντας παλιό κτίριο, δεν είναι φωτεινό, αλλά μάλλον σκοτεινό. Το νερό είναι πολύ ζεστό και διαυγές.

Εγκώμιο του Πιρ Ντεντέ

Όταν ο Μουράτ Β’, ο πατέρας του Μωάμεθ Β’, έχτιζε τζαμί και σχολή εδώ, οι εχθροί του Πιρ Ντεντέ τον συκοφάντησαν λέγοντας ότι συνόδευε τις γυναίκες στο λουτρό και τους προέλεγε κρυμμένα πράγματα, τα οποία είναι απαγορευμένα στο Κοράνι, όπως αν θα ξαπλώσουν με αγόρι ή κορίτσι. Ο Μουράτ Β’, θυμωμένος από τέτοια σκανδαλώδη συμπεριφορά, πήρε το σπαθί του με σκοπό να αναλάβει αξιέπαινη πράξη σκοτώνοντας τον κατηγορούμενο. Όταν ήρθε στο λουτρό και είδε τον Πιρ Ντεντέ να γυροφέρνει με ποδιά δεμένη γύρω από τα λαγόνια του, τον επέκρινε επειδή ανακατευόταν με τις γυναίκες στο λουτρό και τις έτριβε, αντί να αφήνει να το κάνουν αυτό οι γυναίκες της υπηρεσίας. Ο Πιρ Ντεντέ είπε: «Ηγεμόνα μου, προσφέρω τέτοια υπηρεσία μόνο σε γυναίκες που είναι έγκυες από σπουδαίους δασκάλους και μορφωμένους άνδρες και επομένως δεν μπαίνουν στο λουτρό με τον συνηθισμένο τρόπο». Λέγοντας αυτό, μπήκε μέσα από τον πέτρινο τοίχο που άνοιξε για αυτόν και δείχνεται ακόμη το μέρος απ’ όπου πέρασε μπροστά στα μάτια του σουλτάνου. Ο σουλτάνος είπε τότε: «Ήρθα εδώ παππού [ντεντέ] για να σε σκοτώσω με αυτό το σπαθί με νόμιμο τρόπο». «Αυτή δεν είναι πράξη που προορίζεται για το δικό σου ξίφος», απάντησε ο Άγιος. «Το σπαθί σου προορίζεται να κατακτήσει τη Σμύρνη, την οποία ο Τιμούρ δεν μπόρεσε να υποτάξει, αλλά η οποία έχει πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Πήγαινε, λοιπόν, να κατακτήσεις τη Σμύρνη και φάε αυτό το ψωμί». Λέγοντας αυτό, πήρε δύο κομμάτια μαρμάρου που βρίσκονταν μπροστά στο λουτρό, τα ζύμωσε σαν ζύμη και τα δώρισε ως ψωμί, ένα στον Μουράτ Β’ και το άλλο στον γιο του Μωάμεθ Β’, προμηνύοντας την κατάκτηση της Σμύρνης στον πρώτο και εκείνη της Κωνσταντινούπολης στον δεύτερο. Καθώς αυτή η πρόβλεψη εκπληρώθηκε, εικοσιέξι χρόνια αργότερα ο Μωάμεθ έδωσε στο μοναστήρι του ως κληροδότημα 366 χωριά κι έτσι ολόκληρη η πόλη του Μερζιφόν ανήκει σε αυτό το ίδρυμα. Κάθε χρόνο ένας μουτεβελή (διαχειριστής) από τον κιζλάραγα, που είναι ο ναζίρ (επιθεωρητής), συνοδευόμενος από τριακόσιους ιππείς, έρχεται να αναλάβει κατοχή του χωριού και να μοιράσει τα έσοδά του στους δερβίσηδες και σε άλλους φτωχούς. Τα δύο κομμάτια λευκού μαρμάρινου ψωμιού δείχνονται μάλιστα στερεωμένα στον τοίχο, από εκεί που πέρασε ο Άγιος. Αυτό το λουτρό είναι τόπος για θαυματουργές θεραπείες και είναι το αντίστοιχο του λουτρού που χτίστηκε από τον Αβικέννα.

Τα σπίτια της πόλης, στολισμένα με σαχνισιά (προεξέχοντα παράθυρα) όλα κοιτάζουν προς την Καάμπα. Οι κάτοικοί της είναι γεροί και υγιείς λόγω της επικράτησης ανατολικών ανέμων. Το καλοκαίρι οι κάτοικοι επισκέπτονται το όρος Ντεσάν για καλοκαιρινά καταλύματα (γιαγλά). Αυτές οι Άλπεις δόθηκαν από παλιά, όταν η οικογένεια Ντανισμέντ ήρθε από το Μοχάν στο Χορασάν, στους γιους του Ντεσάν και τώρα βρίσκονται στην κατοχή ενός από τους απογόνους τους, ο οποίος εισπράττει φόρο για τη βοσκή πολλών εκατοντάδων χιλιάδων κεφαλιών βοοειδών. Εκατό περίπου ρυάκια και ποταμάκια, ρέοντας από αυτά τα ύψη, ποτίζουν όλα τα χωράφια και τους κήπους της πόλης. Η φύση του εδάφους είναι τέτοια, που όσο άφθονη και αν είναι η βροχή, τα χωράφια δεν είναι παραγωγικά αν δεν ποτιστούν από τα ρυάκια του Ντεσάν. Αλλά ύστερα γίνονται τόσο γόνιμα, που το σιτάρι αποδίδει στο εκατονταπλάσιο. Για ένα κίλε τουλάχιστον ογδόντα. Αυτά τα ρυάκια βρίσκονται υπό την επιθεώρηση συγκεκριμένου αγά, ο οποίος ρυθμίζει τη διανομή τους, γιατί αν δεν διοριζόταν τέτοιος άρχοντας, οι κάτοικοι του Μερζιφόν θα σκότωναν ο ένας τον άλλον για χάρη του νερού. Μέρος από τα ρυάκια και τις πηγές του όρους Ντεσάν ρέουν προς την κατεύθυνση του Κιοπρού και ποτίζουν τα χωράφια και τους κήπους του. Άλλο στην περιοχή της Χάβζα, στην κοιλάδα της Λαντίκ. Κι ένα ακόμη προς τα βόρεια, προς την κοιλάδα του Οσμαντζίκ. Η πόλη του Μερζιφόν βρίσκεται σε λοφώδη τοποθεσία που υποστηρίζεται από το όρος Ντεσάν. Η Αμάσεια απέχει δεκαπέντε ώρες στην προς Καάμπα κατεύθυνση αυτής της πόλης, η Λαντίκ δώδεκα, το Οσμαντζίκ δεκαέξι, το Γκουμούς δέκα και το Κερκεράν οκτώ. Στο βόρειο άκρο του όρους Ντεσάν βρίσκεται το κάστρο Κότζα Καλέ, βλέποντας προς την πόλη Κιοπρού. Βαδίζοντας από το Μερζιφόν κατά μήκος του όρους Ντεσάν για πέντε ώρες προς τα βόρεια, φτάνει κανείς στο Κιοπρού και σε τρία ακόμη [ημερήσια] ταξίδια στη Σαμσούν, που είναι το επίνειο του Μερζιφόν, καθώς είναι πιο κοντά σε αυτήν από τη Σινώπη.

Προϊόντα

Μούστος, καθαρός όπως αυτός του Αϊντάμπ, γλυκές σταφίδες και το λευκό ψωμί του Πιρ Ντεντέ. Εξακόσια καταστήματα καταλαμβάνονται σχεδόν όλα από βαφείς, οι οποίοι βάφουν ένα ιδιότυπο μπλε, πιο έξοχο ακόμη και από εκείνο των Περσών. Τα βαμβακερά του προϊόντα εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες στην Κριμαία και ανταλλάσσονται με αιχμαλώτους. Οι μανδύες (φερράτζι) και τα φορέματα των κατοίκων της Κριμαίας είναι φτιαγμένα από τα είδη του Μερζιφόν. Το στριφτό βαμβάκι, τα πουκάμισα, οι κουβέρτες, τα μαξιλάρια και άλλα τυπωμένα είδη έχουν επίσης καλή φήμη.

Προσκύνημα στους αγίους του Μερζιφόν

Ο πρώτος από όλους τους Αγίους αυτού του τόπου είναι ο σεΐχης Πιρ Ντεντέ, ο οποίος ήρθε με τον Χατζή Μπεκτάς από το Χορασάν με άδεια του Κότζα Γιεσούι. Κατοικούσε έξω από το Μερζιφόν στα βόρεια, σε λόφο και περνούσε τις ημέρες του στα λουτρά ως ερημίτης [άγιος για τον κόσμο], από την εποχή του Ορχάν μέχρι εκείνη του Μωάμεθ Β’. Το μοναστήρι του, που είναι μεγαλύτερο κτίριο ακόμη και από εκείνο του Κογιούν-μπαμπά στο Οσμαντζίκ, διαθέτει κουζίνα και κελάρι (κιλάρ) και προσφέρει κάθε νύχτα καταλύματα και φαγητό σε διακόσιους ή τριακόσιους ταξιδιώτες. Διακόσιοι δερβίσηδες του τάγματος των μπεκτασήδων, ξυπόλητοι και με ξεσκέπαστα κεφάλια, εξυπηρετούν τους καλεσμένους τους που επισκέπτονται τον τάφο του Αγίου, λένε τη σούρα Για Σιν προς τιμήν του νεκρού και αρωματίζουν τα μυαλά τους με τη γλυκιά μυρωδιά του μόσχου που αναθυμιάζει από τον τάφο του. Τόσο μεγάλος αριθμός από κηροπήγια, λυχνίες, καντήλια, βάζα για ροδόνερο και θυμιατήρια δεν υπάρχει ούτε στου Ιμάμ Ρεζά. Η ενδυμασία του, το χαλί, το λάβαρο, το τύμπανο, το στέμμα, το ρόπαλο, η σφεντόνα και ο ιμάντας, ο θησαυρός αυτών των δερβίσηδων, φυλάσσονται σε κουτιά, ενώ πολλές χιλιάδες ταξιδιώτες από τη στεριά και τη θάλασσα έχουν κρεμάσει εδώ τις σφεντόνες και τα ρόπαλά τους σε αιώνια ανάμνηση. Εγώ, ο φτωχός Εβλία, όντας μεγάλος φίλος των δερβίσηδων, σύμφωνα με την παράδοση του Προφήτη «Η φτώχεια είναι η δόξα μου!», έβαλα στο κεφάλι μου με την άδειά τους το στέμμα του Πιρ Ντεντέ, που είναι τουρκικό καπελάκι από τσόχα. Στο μεταξύ ολόκληρο το μοναστήρι αντηχούσε με τις κραυγές Αλλάχ! και ευσεβείς προσευχές. Το κτίριο είναι εντελώς καλυμμένο με μόλυβδο. Το δεύτερο προσκύνημα είναι εκείνο του σεΐχη Αμπντούρ-ραχίμ Μπεν Εμίρ Μερζιφόνι, που ήταν μαθητής του Ζεϊνουντίν Χάφι στη Μπούρσα και συνέθεσε το έργο, Βασαγιάι Κούντσιε (Μυστικές νουθεσίες). Αυτός δέχτηκε προς το ζήν επίδομα οκτώ άσπρων την ημέρα στο τζαμί του σουλτάνου Μωάμεθ Α’, στο Μερζιφόν, όπου έζησε και πέθανε. Ο τάφος του είναι πια μέρος που επισκέπτονται πολλοί. Στα μυστικιστικά του ποιήματα έχει πάρει το όνομα Ρουμί. Όλα είναι στο ύφος και την ορολογία των σούφι. Μείναμε δέκα ημέρες σε αυτή την πόλη, για να δούμε τα αξιοπερίεργά της. Τη δέκατη μέρα έφτασε ο χασεκή Μουράτ και ο τσαούς Χαουρουτζί, οι οποίοι είχαν φυλακιστεί για τέσσερις ημέρες από τον ευγενικό μας κύριο, τον πασά, ώστε ο αγγελιοφόρος του, ο Σάλεχ, που τον έστειλε πριν από αυτούς στον Μουρτεζά Πασά, να φτάσει πρώτος. Αλλά «ο άνθρωπος προτείνει και ο Θεός διαθέτει». Ο Σάλεχ χτυπήθηκε από αποπληξία στη Νισιμπίν και παρέμεινε εκεί, ενώ οι δύο αγγελιοφόροι της Πύλης, που ξεκίνησαν τέσσερις ημέρες ύστερα από αυτόν, έφτασαν στο κατάλυμα του Μουρτεζά Πασά στο Ντιαρμπέκρ, του παρουσίασαν αρχικά το δίπλωμα του καπουδάν πασά, για τα οποία ευχάριστα νέα έλαβαν ένα πανωφόρι από σαμούρι και ένα πουγγί με χρήματα ο καθένας και στη συνέχεια του επιτέθηκαν ξαφνικά και του έκοψαν το κεφάλι από το σώμα. Έφτασαν τώρα στο μέχκεμε (δικαστήριο) του Μερζιφόν με το κεφάλι σε κουτί, το οποίο κατέθεσαν εκεί και στη συνέχεια ήρθαν ενώπιον του πασά, ο οποίος περιβαλλόταν από όλους τους άνδρες του, με τα χέρια τους να αρπάζουν τα στιλέτα στις ζώνες τους. Ο χασεκή και ο τσαούς έτρεμαν σαν φύλλα, φίλησαν το κατώφλι της πύλης και αφού κάθισαν στις φτέρνες τους, ο πασάς τους επέκρινε λέγοντας: «Άπιστοι, γιατί σκοτώσατε αυτόν τον δύστυχο Μουρτεζά Πασά; Όλα σας τα πράγματα και τα πανιά της σέλας ελέγχθηκαν και δεν βρέθηκε τίποτε εκτός από το δίπλωμα που διορίζει καπουδάν πασά τον Μουρτεζά. Πού κρύψατε την εντολή για τον θάνατό του; Προσευχηθείτε και πείτε την αλήθεια». Είπαν: «Ευτυχέστατε βεζίρη, εμείς είμαστε υπηρέτες που κάνουμε μόνο ό,τι μας διατάζουν. Η παροιμία λέει, «Αν δεν υπήρχαν τα λόγια του σουλτάνου, ο δήμιος δεν θα έκανε το έργο». Κρύψαμε την εντολή θανάτου σε μολυβένιο κουτί, στο μπουκάλι του νερού, όπου ξέφυγε από την έρευνα. Φτάσαμε στον Μουρτεζά Πασά πριν από τον αγγελιοφόρο σου, τον οποίο χτύπησε αποπληξία και αφού του επιβάλαμε να επιστρέψει από τη Βαγδάτη στο Ντιαρμπέκρ, ανοίξαμε εκεί το μπουκάλι, βγάλαμε το φιρμάνι και το εκτελέσαμε. Το κεφάλι βρίσκεται τώρα στο μέχκεμε και η διοίκηση είναι δική σου, που πρέπει να προσέχεις το δικό σου κεφάλι. Υγεία σε σένα!» Ο πασάς, ικανοποιημένος από την απάντηση του χασεκή, του έδωσε ένα πουγγί με χρήματα, λέγοντας: «Τώρα φύγε, αλλιώς ο Θεός μπορεί να σου στείλει ατυχία!» Ο πασάς προβληματιζόταν τώρα για τη μοίρα του και άρχισε να μαζεύει σαρίτζα και σεγκμπάν (άτακτους στρατολογούμενους), έγραψε επιστολές στον Βάρβαρ Πασά και έστειλε εμένα στον Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά, ο οποίος βρισκόταν τότε στη γενέτειρά του (Κιοπρού) και στον Χασάν Αγά που βρισκόταν στο Κιλίς.

Ταξίδι από Μερζιφόν στο Κιοπρού188

Ξεκινήσαμε στις 10 του Μοχαρέμ με βόρεια κατεύθυνση κατά μήκος του όρους Ντεσάν. Περάσαμε το χωριό Μπεγκοράν και σε έξι ώρες φτάσαμε στο Κότζα Καλέ, μικρό κάστρο σε βράχο προσβάσιμο από έναν μόνο δρόμο και μία πύλη. Πολιορκήθηκε σε διάφορες εποχές από τους αντάρτες Καρά Γιαζιτζή, Σαΐντ Άραμπ και Καλεντέρ, αλλά δεν καταλήφθηκε ποτέ από αυτούς. Κατακτήθηκε όμως από τον Βαγιαζήτ Α’, από την οικογένεια Ντανισμέντ και ανήκει τώρα στην περιοχή του Κιοπρού. Η φρουρά αποτελείται από εκατό άνδρες και έχει τζαμί, στέρνα, σιταποθήκη και επτά ή οκτώ μικρά κανόνια, αλλά όχι λουτρό, χάνι ή μπεζεστένι. Οι κάτοικοι φτιάχνουν κουτιά από ξύλο ελάτου, τα οποία λέγονται μποντούτζ. Κατασκευάζουν επίσης μουσικά όργανα που ονομάζονται τσεκούρ, τανμπούρ, ράντα, καραντοζέν, γιουνγάρ κλπ. Σε έξι ακόμη ώρες, αφού περάσαμε πολλά χωριά στην άκρη του όρους Ντεσάν, φτάσαμε στο Κιοπρού [Βεζίρκιοπρου].

Περιγραφή της παλαιάς πόλης και της μεγάλης γέφυρας του Κιοπρού

Αφιππεύσαμε στο σπίτι του Γιουσούφ Αγά, όπου σταματήσαμε ως φιλοξενούμενοι και παραδώσαμε τις επιστολές μας στον Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά και τους άλλους κυριότερους άνδρες. Στη συνέχεια μαζέψαμε τους μπολούκ-μπασι και προστάξαμε κήρυκες να αναγγείλουν, ότι όλοι όσοι ήθελαν να έχουν εμπορεύματα και σκλάβους και διέθεταν βράκες και άλογα, να έρθουν σε εμάς. Ύστερα από αυτό, πήγαμε να δούμε την πόλη. Το Κιοπρού [Βεζίρκιοπρου] είναι φρούριο σε καλή κατάσταση στην άκρη του όρους Ντεσάν, σε περιοχή που τέμνεται από λόφους και κοιλάδες, σε σημείο που ποτίζεται από δύο ποτάμια. Ένα από αυτά ονομάζεται Μπογά-κιόι και ρέει πέρα από την κάτω άκρη της πόλης. Το άλλο βρίσκεται σε απόσταση μίας ώρας και ονομάζεται Ασταβολούζ. Ανάμεσά τους βρίσκεται η πόλη του Κιοπρού. Την εποχή της υπερχείλισής τους κατακλύζουν ολόκληρη την πεδιάδα του Κιοπρού. Η πόλη πήρε το όνομά της Κιοπρού (γέφυρα) από τη μεγάλη ξύλινη γέφυρα από την οποία διασχίζεται ο ποταμός Ασταβολούζ. Είναι υπέροχο έργο, κατασκευασμένο από έλατα. Σε παλαιότερη περίοδο αυτή η πόλη ονομαζόταν Σεμπεντέρ, που είναι η λέξη για τη γέφυρα στη γλώσσα των Αμαλεκιτών. Η πέτρινη γέφυρα, που υπήρχε παλαιότερα εδώ, έσπασε τη νύχτα της γέννησης του Προφήτη και αντικαταστάθηκε από αυτή την ξύλινη. Τα δύο ποτάμια που ρέουν πέρα από την πόλη του Κιοπρού ενώνονται κάτω από αυτήν και χύνονται στον μεγάλο ποταμό [Άλυ κάτω από τη] Μπάφρα. Αυτή η πόλη χτίστηκε για πρώτη φορά από τους Αμαλεκίτες και την πήρε ο Μελέκ Γαζή, ο ηγεμόνας της οικογένειας Ντανισμέντ, από τους Έλληνες αυτοκράτορες της Τραπεζούντας. Ο Βαγιαζήτ Α’ πήρε το κάστρο, το προαναφερθέν κάστρο του Κότζα Καλέ, με συνθηκολόγηση. Ανήκει τώρα στην κυβέρνηση της Αμάσειας. Το μισό από αυτό είναι ζιαμέτ και το άλλο μισό σουμπασιλίκ υπαγόμενο στην Τοκάτ. Ο δικαστής διορίζεται με 300 άσπρα. Οι περιοχές του περιέχουν τουλάχιστον εκατόν σαράντα χωριά με κήπους, χάνια, τζαμιά καλυμμένα με μόλυβδο και τρεις έως τέσσερις χιλιάδες σπίτια όλα καλυμμένα με τούβλα. Η μεγάλη κωμόπολη Μπογάζ-κιόι έχει τρεις χιλιάδες σπίτια. Τα άλλα αξιόλογα μέρη παρόμοιας έκτασης είναι τα Μπαχτσέ-κιόι, Ντογάν-κιόι, Ακτεπέ-κιόι και Ακορέν-κιόι. Από αυτά τα εκατόν σαράντα χωριά και δήμους ο δικαστής συγκεντρώνει ετησίως 7.000 γρόσια. Υπάρχει μουφτής, νακίμπ, σερντάρ, κεχαγιά-γερι, μοχτεσίμπ και ναΐμπ, αλλά καθώς είναι εσωτερικό κάστρο, δεν έχει ούτε διοικητή ούτε φρουρά. Οι αντάρτες Καρά Γιαζιτζή και Σαΐντ Αράμπ ήσαν ντόπιοι αυτής της πόλης, αλλά αφού ηττήθηκαν στην Έρλα, διέφυγαν και έγιναν αντάρτες. Για να εξασφαλιστεί αυτή η πόλη απέναντί τους, χτίστηκε δεύτερο χωμάτινο κάστρο κοντά στο πέτρινο κάστρο. Και τα δύο έχουν τέσσερις πύλες, αλλά τα καταστήματα και οι αγορές βρίσκονται έξω, στο προάστιο.

Η πόλη του Κιοπρού αποτελείται από 6.000 διώροφα σπίτια επενδεδυμένα με τούβλα. Το ισόγειο είναι χτισμένο από πέτρα και ο πάνω όροφος από ασβεστωμένο ξύλο βελανιδιάς, κι έτσι όλα τα σπίτια θαμπώνουν το μάτι με τη λαμπρότητά τους. Επειδή ο χειμώνας είναι δριμύς, είναι όλα εφοδιασμένα με καμινάδες, οι οποίες υψώνουν τις κορυφές τους με τα καπέλα σαν λευκοί μιναρέδες. Αυτές οι καμινάδες, που μοιάζουν με ψηλούς λευκούς κίονες, δίνουν καλή εμφάνιση στην πόλη, η οποία είναι όλη καλυμμένη με κόκκινα τούβλα. Το κύριο πέτρινο κτίσμα στο κάστρο είναι το σεράι του Ελχάτζ Γιουσούφ Αγά, που χτίστηκε από τον Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά. Υπάρχουν συνολικά εβδομήντα παλάτια και είκοσι μιχράμπ, σε έντεκα από τα οποία εκτελείται το κουτμπέ. Στο πέτρινο κάστρο βρίσκεται το τζαμί του Χατζή Γιουσούφ Αγά, με λεκάνη νερού, σιντριβάνι και μιναρέ καλυμμένο με μόλυβδο. Από τα μοναστήρια, το πρώτο είναι εκείνο του μεγάλου σεΐχη, εκείνο των Καδεριτών και των Χαλβετί, αλλά δεν υπάρχει κανένα των μεβλεβήδων. Οι άνθρωποι είναι γενικά φιλικοί προς τους δερβίσηδες. Υπάρχουν έντεκα χάνια, δύο ιμαρέτ και πέντε σχολές, επειδή οι νομικοί, οι ιερωμένοι, οι γιατροί και οι μαθητές του είναι πολλοί. Τα σχολεία για αγόρια είναι σαρανταοκτώ. Εκείνο του Χατζή Γιουσούφ είναι καλυμμένο με μόλυβδο και πλούσια προικισμένο. Υπάρχουν διάφορα λουτρά, το καλύτερο από τα οποία είναι το διπλό του Αχμέτ Πασά. Υπάρχουν χίλια καταστήματα και ισχυρό μπεζεστένι με τέσσερις πύλες. Ο Γιουσούφ Αγάς μπορεί να ονομαστεί ο τελευταίος οικοδόμος αυτής της πόλης, την οποία εμπλούτισε με πάρα πολλά κληροδοτήματα. Το μπεζεστένι ήταν επίσης δικό του κτίριο. Η πιο κομψή αγορά είναι εκείνη των βυρσοδεψών, που φωτίζουν κάθε βράδυ τα καταστήματά τους με κεριά. Υπάρχουν επίσης πάρα πολλοί βαφείς. Οι κήποι του καλλιεργούνται πλήρως και παράγουν εξαιρετικούς καρπούς. Τα αχλάδια, τα σταφύλια, τα βαμβακερά είδη, που υφαίνονται και γνέθονται και το μπλε λινό είναι τόσο διάσημα όσο και οι ροδομάγουλες ομορφιές του. Τα επίνεια αυτής της πόλης στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας είναι η Μπάφρα και η Σινώπη, που απέχουν ταξίδι μιας μόνο ημέρας. Σε απόσταση πέντε ωρών βρίσκεται το ισχυρό κάστρο του Αρντογάν, το οποίο πρόκειται τώρα να περιγράψω.

Το κάστρο του Αρντογάν βρίσκεται σε ψηλό λόφο, στον οποίο ανεβαίνει κανείς με πεντακόσια σκαλιά και επομένως είναι προσβάσιμο μόνο από άνδρες. Είναι ένας μόνο βράχος σαν το φρούριο του Μαρντίν. Το ψηλότερο σημείο είναι στραβός βράχος, που φαίνεται να απειλείται με καταστροφή ανά πάσα στιγμή. Ο Μελέκ Γαζή, ο κατακτητής της Νικσάρ, κατέκτησε επίσης αυτήν την πόλη, που την πήρε στη συνέχεια ο Βαγιαζήτ Α’. Συνήθως ονομάζεται Σεντί Τουρκμάν, το ανάχωμα των Τουρκομάνων. Το κάστρο περιέχει τώρα εκατόν πενήντα σπίτια, στέρνα, τζαμί και σιταποθήκη. Πολύτιμα αντικείμενα φυλάσσονται σε αυτό το κάστρο και σε εκείνο του Κότζα Καλέ στα όρια του όρους Ντεσάν. Ένας ντιζντάρ και σαρανταοκτώ άνδρες αποτελούν τη φρουρά. Το κάστρο καθίσταται ασφαλές από τις επιθέσεις των ανταρτών με κινητή γέφυρα. Δεν υπάρχει αγορά, χάνι ή λουτρό. Η περιοχή ανήκει στη δικαιοδοσία του Κιοπρού. Έξι ώρες δυτικά είναι ο σταθμός του Γκιολ, χωριού στην περιοχή του Ζεϊτούν, με τζαμί, χάνι και λουτρό. Έξι ώρες πιο πέρα είναι το χωριό Σουρούκ στη δικαιοδοσία του Ζεϊτούν. Και ύστερα από πορεία έξι ωρών κατά μήκος του γιαγλά του Κοντούζ φτάσαμε στο Ζεϊτούν, μεγάλο μέρος στην επικράτεια της Αμάσειας, με 2.000 σπίτια, με χάνια, τζαμιά, λουτρά, σχολεία και πολυάριθμους κήπους. Έξι ώρες πιο πέρα είναι το μεγάλο μέρος (κασαμπά) Καργού, που ανήκει στο σαντζάκι του Κάνγκρι, εξακόσια σπίτια με κήπους, τζαμί, χάνι και λουτρό. Έξι ώρες πιο πέρα η πόλη της Τούσια [Τόσια], που έχει ήδη περιγραφεί. Μείναμε εδώ μία μέρα και επιστρέψαμε ξανά στο Μερζιφόν. Την τρίτη μέρα έφτασα στο Κιοπρού, όπου βρήκα τα πάντα στη μεγαλύτερη σύγχυση και ολόκληρη την πόλη σε αναστάτωση, επειδή ο Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς είχε λάβει εντολές από την Πύλη να πορευτεί εναντίον των ανταρτών. Από εκεί προχώρησα σε έξι ώρες στην κατεύθυνση της Καάμπα στο χωριό Μπεγκοράν, στην άκρη του όρους Ντεσάν, το οποίο είχαμε περάσει ερχόμενοι αλλά δεν είχαμε σταματήσει. Σε άλλες έξι ώρες φτάσαμε ξανά στο Μερζιφόν και συναντήσαμε τον Ντεφτερντάρ-Ζάντε Μοχάμεντ Πασά, τον ευγενικό μου κύριο, στον οποίο έφερα διακόσιους άνδρες, ατάκτους (σαρίτζα). Χάρηκε πολύ για αυτό και τους έκανε αμέσως δύο ομάδες (μπολούκ), δίνοντάς τους τα ονόματα των ομάδων του Εβλία Γκουζερλί και του Χαμπίμπ. Μαζί με εικοσιτέσσερις ακόμη ομάδες ατάκτων στρατολογημένων έφταναν τους 2.600 άνδρες. Παρέμεινα δέκα ακόμη ημέρες στο Μερζιφόν χρησιμοποιώντας τον χρόνο μου στη συλλογή ανδρών και στις 27 του Μοχαρέμ το άφησα για το αγρόκτημα του Μουρτεζά Πασά, στο οποίο έφτασα σε έξι ώρες.

Πρόκειται για πολύ παραγωγικό αγρόκτημα (τσιφτλίκ) που βρίσκεται στην πεδιάδα του Μερζιφόν. Καθώς έπεφτε χιόνι εδώ, υποφέραμε πολύ από το κρύο και σε τρεις ώρες, ύστερα από πολλές δυσκολίες, φτάσαμε στο Κουλάκ Χατζή Κιόι, χωριό διακοσίων σπιτιών με ερειπωμένο χάνι και τζαμί. Όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει και δεν παρέμενε ούτε ένας κόκορας στο χωριό. Οι στρατιώτες πέθαιναν από την πείνα και κατά τη διάρκεια της νύχτας φυσούσε τόσο δυνατή καταιγίδα, που το χιόνι είχε βάθος πέντε σπιθαμές το πρωί. Όταν ήχησαν οι σάλπιγγες της αναχώρησης, προχωρήσαμε, αν και όλοι καταριούνταν την πορεία και αγωνιζόμενοι με δυσκολία απέναντι στην καταιγίδα και το χιόνι, φτάσαμε στο στενό που ονομάζεται Ντιρικλίπουλ, όπου η αγωνία ήταν πολύ μεγάλη λόγω της μανίας του ανέμου, της ποσότητας του χιονιού, της αβεβαιότητας του δρόμου και της έλλειψης προμηθειών. Οι πασάδες μοίρασαν χρήματα και ενθάρρυναν μερικούς από τους πιο τολμηρούς να αναζητήσουν τον δρόμο, μέσα στο χιόνι, οι οποίοι πέρασαν φορώντας παπούτσια φτιαγμένα από μαλλί αλόγου. Αυτό το είδος παπουτσιού ονομάζεται πατσίλα και χρησιμοποιείται στο Τουρκιστάν και την Περσία όταν έχει πέσει χιόνι σε οποιοδήποτε βάθος. Αποτελείται από έναν κύκλο σαν κόσκινο, το εσωτερικό του οποίου διαμορφώνεται σε παπούτσι φτιαγμένο από τρίχα αλόγου. Αυτό το βάζουν στα πόδια τους για να περπατούν πάνω στο χιόνι. Ο κύκλος γύρω από το παπούτσι είναι για να δίνει μεγαλύτερη επιφάνεια στο πόδι και να το εμποδίζει να βυθίζεται στο χιόνι. Εφοδιασμένοι με τέτοια παπούτσια, οι στρατιώτες μπήκαν στο στενό, αλλά βρέθηκαν στη μεγαλύτερη απόγνωση, γιατί κάποιοι χάθηκαν, παρότι φορούσαν αυτά τα πατσίλα. Μουλάρια, καμήλες και άλογα παραπατούσαν το ένα πάνω στο άλλο και κλάματα και θρήνοι διαπερνούσαν τον αέρα. Οι σαρίτζα και σεκμπάν, πολλοί καλιμπάν (καλτιμπάν) ήσαν οι πρώτοι που τράπηκαν σε φυγή. Κοντολογής ήταν αδύνατο να περάσουμε το στενό του Ντιρικλίπουλ και έτσι υποχρεωθήκαμε να επιστρέψουμε με τον υπόλοιπο στρατό και τις βαριές αποσκευές του πασά στο Γκουμούς Καλέ (Ασημένιο Κάστρο), στο οποίο φτάσαμε ύστερα από έξι ώρες πορείας. Μείναμε εδώ τρεις ημέρες, μέχρι να σταματήσει η χιονόπτωση. Όλοι όσοι έσπευσαν στη φωτιά έχασαν την όρασή τους για κάποιο χρονικό διάστημα και μόνο εκείνοι που δεν την πλησίασαν, αλλά άντεχαν το κρύο, διατηρούσαν τη χρήση των ματιών τους. Δεκαεπτά άνδρες έχασαν είτε πόδι είτε χέρι από το υπερβολικό κρύο, ενώ από το πόδι ή το χέρι που κοβόταν, το κολόβωμα βυθιζόταν σε ρετσίνι που έβραζε, έτσι ώστε οι κραυγές τους τρυπούσαν τον αέρα.

Περιγραφή της πόλης του Γκουμούς189

Χτίστηκε από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και κατακτήθηκε από τον Μελέκ Γαζή της οικογένειας των Ντανισμέντ. Όταν ο Βαγιαζήτ Α’ βάδιζε για την κατάκτηση της Αμάσειας, οι κάτοικοι του Γκουμούς τον συνάντησαν και του δώρισαν μερικά ασημένια αγγεία και τα κλειδιά του κάστρου. Επομένως οι κάτοικοι είναι απαλλαγμένοι από κάθε είδους φόρο, αλλά έχουν την υποχρέωση να εργάζονται στα ορυχεία αργύρου. Η επιθεώρηση αναλαμβάνεται με μίσθωση και προμηθεύει ετησίως την Πύλη με εβδομήντα καντάρια καθαρό ασήμι και χίλια ζευγάρια ρούχα αλόγων. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπάρχουν όχι λιγότερα από εβδομήντα ορυχεία αργύρου, αλλά αυτό προσφέρει το πιο καθαρό ασήμι. Ο χρυσοχόος αναμιγνύει εκατό δράμια από αυτό το καθαρό ασήμι με δέκα χαλκό και παρ’ όλα αυτά είναι καλό λευκό ασήμι, το οποίο λαμβάνει την αυτοκρατορική σφραγίδα. Υπάρχουν επτά φλέβες υπόγειες, οι οποίες αυξάνουν από μέρα σε μέρα. Οι κάτοικοι της πόλης εργάζονται όλοι στα ορυχεία και ο διοικητής τους είναι ο επιθεωρητής των μεταλλείων αργύρου. Ο δικαστής, που διορίζεται με 150 άσπρα, μπορεί να συγκεντρώνει επτά πουγγιά τον χρόνο. Το κάστρο αυτής της πόλης βρίσκεται πάνω σε λόφο, είναι σε ερειπωμένη κατάσταση και μέσα δεν έχει καθόλου κατοικίες. Όντας κάστρο της ενδοχώρας, δεν έχει ούτε φρουρά ούτε διοικητή. Υπάρχει ένας σερντάρ και ένας κεχαγιά-γερι των γενίτσαρων και η πόλη αποτελείται από χίλια σπίτια καλυμμένα με σανίδες, έντεκα τζαμιά, από τα οποία εκείνο στην αγορά είναι το πιο πολυσύχναστο, αλλά δεν έχει νοσοκομείο, καθώς ο υγιεινός αέρας το καθιστά περιττό. Τα προϊόντα της είναι το πιο καθαρό ασήμι και ρούχα αλόγων και τσάντες, με τα οποία εφοδιάζονται από εδώ οι αυτοκρατορικοί στάβλοι και οι κυριότεροι άνδρες της Κωνσταντινούπολης. Οι κήποι παράγουν καλά σταφύλια. Στην πόλη υπάρχουν σωροί χώματος που έχει βγει από τα ορυχεία. Μείναμε εδώ τρεις ημέρες λόγω της έντονης κακοκαιρίας και στη συνέχεια προχωρήσαμε πέντε ώρες προς τα νότια, υποφέροντας από το χιόνι, μέχρι το Ντανκαζά-κιόι, χωριό με εκατό σπίτια που ανήκει στη δικαιοδοσία του Γκουμούς στην επικράτεια της Αμάσειας. Κοντά στο αγρόκτημα του Κιοσέ Σαμπάν Πασά βρίσκεται το Προσκύνημα του Μπαρντακλή-μπαμπά και του Ακτσέ-μπαμπά, που είναι και οι δύο θαμμένοι εδώ. Ο πρώτος κέρδιζε το ψωμί του φτιάχνοντας ποτήρια (μπαρντάκ) για τα οποία το χωριό είναι ακόμη διάσημο. Επισκεφθήκαμε τον τάφο του Μπαρντακλή-μπαμπά. Αφού πραγματοποιήσαμε συμβούλιο, πλησιάσαμε, μέσα σε χίλιες δυσκολίες, το ψηλό βουνό του Κιρκ Ντιλίμ, το οποίο περάσαμε με πολλά βάσανα και απώλεια πολλών περιπλανώμενων λιποτακτών που επέστρεψαν στο Ντανκαζά. Ο Αλή Αγάς, ο κεχαγιάς του πασά, ενθάρρυνε μερικά γενναία παιδιά, που δεν είχαν χάσει ακόμη τα χέρια και τα πόδια τους, να τυλίξουν τα πόδια των αλόγων και των μουλαριών σκίζοντας πολλά χαλιά και κουβέρτες και με αυτόν τον τρόπο τα πέρασαν από το χιονισμένο βουνό του Κιρκ Ντιλίμ, αλλά οι βαριές αποσκευές, τα πυρομαχικά, το κελάρι, η κουζίνα και το πυροβολικό αφέθηκαν όλα στο χιόνι. Με χρήματα που μοίρασε πάλι ο κεχαγιάς του πασά, οι σάκοι και τα βαρέλια τραβήχτηκαν πάνω και τα κύλισαν στο χιόνι. Αυτή η νύχτα πέρασε σε δασώδη κοιλάδα χωρίς τα μέσα για να συνεχίσουμε και εβδομήντα άνδρες, που είχαν χάσει τα χέρια και τα πόδια τους, παρέμειναν πίσω. Το επόμενο πρωί συνεχίσαμε τον δρόμο μας στο χιόνι και τις καταιγίδες μέσα από το στενό του Κιρκ Ντιλίμ και φτάσαμε ύστερα από οκτώ ώρες οδυνηρής πορείας σε χωριό, το όνομα του οποίου διαφεύγει της μνήμης μου και οι κάτοικοι του οποίου είχαν όλοι τραπεί σε φυγή με την είδηση της άφιξής μας. Άνδρες και άλογα κατά τη διάρκεια της νύχτας σχεδόν πέθαιναν από την πείνα και υπήρχε τόσο θυελλώδης και δυνατή καταιγίδα χιονιού, που το πρωί αυτό είχε πέντε σπιθαμές βάθος. Όταν δόθηκε το σήμα αναχώρησης, οι κουλακτζή, οι οδηγοί (σαρμπάν) και οι σκηνοποιοί (μεχτέρ) συγκεντρώθηκαν μπροστά στη σκηνή του πασά και δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να κινηθούν. Υποσχέθηκαν δέκα γρόσια στους άνδρες, αλλά εκείνοι απάντησαν: «Πρώτα η υγεία και ύστερα ο καιρός». Ο πασάς είπε, «Παιδιά μου, πώς είναι δυνατόν να παραμείνετε σε αυτόν τον τόπο, όπου δεν υπάρχει ούτε κόκκος προμηθειών;» Κοντολογής, οι κουλακτζή (οδηγοί) δεν μπορούσαν να παρακινηθούν να προχωρήσουν, αν δεν έπαιρναν δώρο δεκαπέντε πουγγιών από τον πασά. Υπήρχε όμως τέτοια θύελλα ανέμου, χαλαζιού και χιονιού, που τα άλογα χόρευαν σαν μεβλεβή δερβίσηδες και οι καμήλες σαν Λουλούς (Τάταροι ληστές). Οι δύστυχοι οδηγοί τους έβαζαν τα χέρια τους στα στήθη τους και έβγαζαν θλιβερή κραυγή. Δόξα στο Θεό! Μπαίναμε τώρα σε δάσος και ήμασταν κάπως προστατευμένοι από τον άνεμο και το χιόνι, ενώ ύστερα από πορεία πέντε ωρών φτάσαμε στο μεγάλο χωριό Μπαρντακτζή, στη δικαιοδοσία του Γκουμούς, αποτελούμενο από εκατό σπίτια, από το οποίο, συνεχίζοντας την πορεία μας προς νότο, φτάσαμε σε τέσσερις ώρες στον σταθμό του Κιρκ Ντιλίμ, θέση διακοσίων μουσουλμανικών σπιτιών στο σαντζάκι του Τσόρουμ. Εδώ άνδρες και άλογα ξεκουράστηκαν μέχρι την επόμενη μέρα. Όταν ο καιρός καθάρισε, προχωρήσαμε μέσα από καλλιεργημένα χωριά προς την πόλη Τσόρουμ, που λέγεται ότι χτίστηκε (ο Θεός ξέρει αν είναι αλήθεια) από τον Κίλιτζ Αρσλάν, τον ηγεμόνα της οικογένειας των Σελτζούκων, ο οποίος έστειλε τον γιο του, τον Γιακούμπ Μίρζα και εκατό περίπου άρρωστους στην πόλη αυτή, όπου θεραπεύτηκαν και πήρε κατά συνέπεια το όνομα Τσόρουμ. Από τα χέρια των Σελτζούκων πέρασε σε εκείνα της οικογένειας Ντανισμέντ, από τους οποίους την πήρε ο Γιλντιρίμ. Είναι τώρα έδρα σαντζακμπέη στην κυβέρνηση της Σίβας. Το χας του είναι 300.000 άσπρα, 19 ζιαμέτ και 31 τιμάρ. Υπάρχει συνταγματάρχης (αλάι-μπεγκ), λοχαγός (τσερί-μπασης) δικαστής που διορίζεται με 150 άσπρα και λαμβάνει από τις περιφέρειές του κάθε χρόνο πέντε πουγγιά, μουφτής, νακίμπ, σερντάρ, κεχαγιά-γερι, μοχτεσίμπ, σούμπασης, επιθεωρητής της αίθουσας (καπάν εμίνι) και ναΐμπ της πόλης. Οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι είναι σε μεγάλη εύνοια, επειδή οι στρατιώτες είναι πολυάριθμοι και υπάρχει μεγάλος αριθμός κακών ανθρώπων. Αρνήθηκαν απολύτως καταλύματα στον πασά μας, αλλά χρησιμοποιήθηκαν διαμεσολαβητές και καταρτίστηκαν έγγραφα στο μέχκεμε (δικαστήριο), έτσι ώστε να υποχρεωθούν να μας δώσουν καταλύματα, αλλά μόνο για διάστημα τριών ημερών. Η πόλη αποτελείται από σαρανταδύο γειτονιές, στις οποίες υπάρχουν σαρανταδύο τζαμιά, 4.300 σπίτια καλυμμένα με τούβλα και περιτριγυρισμένα από κήπους, εννέα τζαμιά στα οποία γίνεται η λειτουργία της Παρασκευής, από τα οποία το καλύτερο είναι εκείνο του σουλτάνου Μουράτ, που είχε έναν μόνο μιναρέ, τον οποίο γκρέμισε ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ. Το τζαμί του σουλτάνου Άλα-αντ-ντίν επισκευάστηκε την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν από τον αρχιτέκτονα Σινάν. Καθώς βρίσκεται στην αγορά, είναι πολυσύχναστο. Εκείνο του Μουράτ, καλυμμένο με μόλυβδο, είναι το καλύτερο. Το νέο λουτρό είναι ίδρυμα που ανήκει στο λουτρό του Αλή Πασά στην Τοκάτ. Στα παλάτια υπάρχουν πολλά άλλα λουτρά. Από τις σχολές, από τις οποίες υπάρχουν επτά, εκείνη του Μουράτ είναι η πιο πολυσύχναστη. Υπάρχουν έντεκα σχολεία για αγόρια, επτά χάνια και δεκαοκτώ κρήνες. Το νερό με το οποίο τροφοδοτούνται οδηγήθηκε εδώ από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν, προς τιμήν των μαρτύρων της Καρμπάλα (που πέθαναν από δίψα). Τα μοναστήρια των δερβίσηδων είναι τρία, αλλά δεν υπάρχει σπίτι για ανάγνωση του Κορανίου ή για την παράδοση. Τα καταστήματα είναι τριακόσια, στα οποία υπάρχουν όλα τα απαραίτητα για τη ζωή, αν και αυτή είναι πόλη του Τουρκιστάν. Η θερμοκρασία του κλίματος δίνει κόκκινα μάγουλα και καλές αναλογίες στους κατοίκους, που σχεδόν όλοι φορούν υφασμάτινα ρούχα. Εδώ το ωραίο φύλο και ο χειμώνας είναι και τα δύο διάσημα. Το κάστρο στην προς Καάμπα πλευρά της πόλης έχει χτιστεί μόνο για προστασία από ταραχές και εξέγερση. Έχει σιδερένια πύλη, διοικητή και φρουρά. Ο Θεός ξέρει! Αλλά φαίνεται ότι χτίστηκε μετά το Ισλάμ, επειδή δεν υπάρχει ίχνος από κανένα κτίριο της εποχής των απίστων.

Την ημέρα που ήρθαμε εδώ, ο μακαρίτης αρχικουρέας του σουλτάνου έφτασε με την ιδιότητα του καπουτζή-μπαση, συνοδευόμενος από σαράντα άλλους θαλαμηπόλους, λέγοντας ότι ήταν κομιστής διπλώματος της κυβέρνησης του Ντιαρμπέκρ. Ο πασάς περικύκλωσε τον εαυτό του με όλους τους φρουρούς του, σαρίτζα, σεγκμπάν, γκονουλί (εθελοντές), τριακόσιους υπηρέτες και όλους τους λεβέντ. Οι σαράντα καπουτζή μπήκαν τρέμοντας και όταν ο πασάς τους ρώτησε πού ήταν το δίπλωμα για το οποίο καυχιόντουσαν, του επιτέθηκαν αμέσως όλοι, αλλά πριν προλάβουν να του κάνουν κακό, αφοπλίστηκαν και δέθηκαν από τους φρουρούς του και τους στρατιώτες του. Οι σεγκμπάν και σαρίτζα φώναξαν τους δημίους και επρόκειτο να κόψουν τα κεφάλια τους, όταν οι κυριότεροι άνδρες της πόλης φίλησαν το χώμα μπροστά στον πασά και ικέτευσαν για τη ζωή αυτών των καπουτζή-μπασι, οι οποίοι ήσαν, όπως είπαν, μόνο υπηρέτες που εκτελούσαν τις εντολές του κυρίου τους και έτσι έπρεπε να τους λυπηθεί. Ο πασάς, υποκύπτοντας στις προσευχές τους, τους άφησε ελεύθερους, αντί να τους κοπανίσει μέχρι θανάτου όπως έπρεπε να είχε κάνει. Αφού ελευθερώθηκαν, πήγαν στο μέχκεμε, φώναξαν τον σαντζακμπέη, διάβασαν το φιρμάνι και ζήτησαν συνεπώς να εκδιωχθούν τα στρατεύματα από την πόλη. Οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του, δείχνοντας ότι όλοι θα κινδύνευαν να κοπούν σε κομμάτια και να καούν τα σπίτια τους, αν έκαναν το παραμικρό εναντίον των στρατιωτών. Ο πασάς αφού ενημερώθηκε εγκαίρως για το τι συνέβαινε, έστειλε αμέσως μήνυμα στους καπουτζή να εγκαταλείψουν το μέρος αν ήθελαν να διαφύγουν με ασφάλεια. Έτσι εκδιώχθηκαν όλοι τους από την πόλη. Την επόμενη μέρα στάλθηκε αγγελιοφόρος στον Βάρβαρ Αλή Πασά, για να τον ενημερώσει για το τι είχε συμβεί. Οι κάτοικοι, διαπιστώνοντας ότι ο πασάς μας ήταν καλής φύσης και δίκαιος βεζίρης, του έδωσαν τη σωτήρια συμβουλή να μην προχωρήσει προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά να παραμείνει πάντοτε σε απόσταση ταξιδιού μιας ή δύο μερών από τον Βάρβαρ Αλή Πασά και να σταματήσει, μέχρι να λυώσει το χιόνι και να καθαρίσει ο καιρός, στην Τοκάτ ή την Κάζοβα. Ο πασάς, αποδεχόμενος τις συμβουλές τους, επισκέφτηκε τον τάφο του σεΐχη Ολβάν Τσελεμπή, του γιου του Ασιλίκ Πασά και προχώρησε στην Τοκάτ. Σε αυτόν τον κάμπο μείναμε δέκα ημέρες, κατά τις οποίες ο πασάς έλαβε επιστολές από τον Βάρβαρ Αλή Πασά, που τον παρότρυναν να βρίσκεται σε επιφυλακή και καθώς πλησίαζε τώρα η άνοιξη και ο καιρός καθάριζε, να συγκεντρώσει όσο περισσότερους στρατιώτες μπορούσε για την πορεία προς Κωνσταντινούπολη. Ο πασάς φερόταν σαν να πήγαινε στην Άγκυρα και την ενδέκατη ημέρα φτάσαμε στην πεδιάδα του Τσόρουμ, στο μοναστήρι του Σελίμ Σουλτάν, μοναστήρι με ξεσκέπαστους και ξυπόλυτους μπεκτασήδες, όπου ο πασάς κατέλυσε και γλεντούσε υπέροχα. Το χωριό Καρά Κετσελί με διακόσια σπίτια στην επικράτεια του Τσόρουμ απέχει μία ώρα από τον Κόκκινο Ποταμό [Κιζίλ Ιρμάκ, Άλυ]. Εδώ, καθώς άρχισε να πέφτει χιόνι και να φυσάει, οι σαρίτζα και σεγκμπάν έδιωχναν τις οικογένειες από τα σπίτια τους, πέταγαν τα λίκνα με τα παιδιά τους στο χιόνι, έσκαβαν τις πύλες και τα κατώφλια για να φέρουν τα άλογά τους μέσα στα δωμάτια, στη φωτιά και διέπρατταν τις ίδιες υπερβολές που έκαναν στο Γκουμούς και το Ντανκαζά και που ξεπερνούσαν ακόμη και την τυραννία του Γιουσούφ Χετζάζ. Την επόμενη μέρα φύγαμε από το Καρά Κετσελί και αντί να περάσουμε πάνω από τη γέφυρα του Τσασνεγκίρ στον Κόκκινο Ποταμό, προχωρήσαμε στο πέρασμα του Καρά Γετσίντ, που ήταν μάλιστα κακή λύση, γιατί το πέρασμα αυτό είναι δύσκολο. Είχε σταματήσει να χιονίζει αλλά έκανε τόσο διαπεραστικό κρύο, που οι άνδρες και τα άλογα έτρεμαν σαν φύλλα, αλλά. παρ’όλα αυτά δόθηκαν οι εντολές για το πέρασμα. Ξεκίνησε με τις καμήλες των σκηνών, την κουζίνα, τον στάβλο και άλλες βαριές αποσκευές του πασά, τις οποίες οδηγούσαν είκοσι ικανοί πιλότοι. Διακόσιες αρμαθιές καμήλες και εκατό μουλαριών που ανήκαν στον πασά, καθώς και τα δικά μου και του κεχαγιά πέρασαν και προχωρούσαν με όλες αυτές τις βαριές αποσκευές προς το Κουρντσεράι, αλλά εγώ και ο κεχαγιάς μείναμε στην από εδώ πλευρά του ποταμού, περιμένοντας να δούμε το πέρασμα των αποσκευών όλων των αγάδων. Το πρωί τα βαριά τους πράγματα έφτασαν μαζί με τις καμήλες των θησαυρών του πασά, αλλά τη στιγμή που οι πιλότοι είχαν μπει στο ποτάμι μαζί τους, ξέσπασε τέτοια καταιγίδα με χαλάζι και χιόνι, βροντές και κεραυνούς, που έσπασαν οι αρμαθιές των μουλαριών και των καμηλών, ένας αριθμός τους αναστατώθηκαν στη μέση του ποταμού και πολλά χάθηκαν. Μεγάλες μάζες πάγου, σε σχήμα τροχών μύλου, άρχιζαν τώρα να επιπλέουν στον ποταμό και απέκλεισαν τις όχθες στη γέφυρα του Τσασνεγκίρ. Εν μέσω της σύγχυσης που επικράτησε και στις δύο όχθες του ποταμού, έφτασε ο πασάς με τη μουσική του να ακούγεται. Μοίρασε μεγάλα χρηματικά ποσά στους κατοίκους του Κουρντσεράι, οι οποίοι έσωσαν τους άνδρες και τα ζώα, ενώ οι στρατιώτες και στις δύο πλευρές του ποταμού έτρεχαν γύρω κλαίγοντας και θρηνώντας. Κάποιοι γενναίοι κολυμπούσαν ανάμεσα στα παρασυρόμενα κοπάδια, αλλά άλλοι βυθίζονταν και καμήλες, μουλάρια, άλογα και άνδρες επέπλεαν μέσα σε σύγχυση και απογοήτευση. Μερικοί από αυτούς πνίγηκαν και άλλοι σώθηκαν. Κάποιοι Κούρδοι και Τουρκομάνοι κολύμπησαν μέσα στον πάγο και έσωσαν πολλές καμήλες, μουλάρια και άλογα, αλλά καθώς εκείνοι που διέσχισαν είχαν αφήσει τα ρούχα τους σε αυτή την πλευρά του ποταμού, συνέβη να χαθεί μεγάλος αριθμός από το κρύο. Από όλες τις αποσκευές, σώθηκε μόνο εκείνη που είχε περάσει πριν αρχίσει ο πάγος να παρασύρεται, οι υπόλοιπες χάθηκαν. Πνίγηκαν εκατόν εξήντα άνδρες, περισσότερα από χίλια άλογα και μουλάρια, αλλά μικρός μόνο αριθμός καμηλών. Οι πνιγμένοι άνδρες ήσαν ως επί το πλείστον κουλενκτζή, σαρίτζα και σεγκμπάν, άλλοι πηγαίνοντας στον παράδεισο και άλλοι στην κόλαση. Οι τελευταίοι απελευθερώθηκαν τουλάχιστον από την κόλαση του χειμώνα. Αυτή η φρικτή αναστάτωση κράτησε μόνο από το πρωί μέχρι το απόγευμα, όταν η μετακίνηση του πάγου και η καταιγίδα σταμάτησαν ξαφνικά, κι έτσι οι Τάταροι, οι Ντελή και οι Γκονίλα, που περίμεναν μέχρι τότε, διέσχισαν χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Βλέποντας αυτές τις ατυχίες, συλλογιζόμουν τη σκληρή συμπεριφορά εκείνων των στρατιωτών, που είχαν συμπεριφερθεί με τόσο βάρβαρο τρόπο στο πέρασμα του Τσαρντάκ-πουλι και τώρα στο Κούρντ-ντερε, καίγοντας σπίτια, ρίχνοντας βρέφη στο χιόνι και τραυματίζοντας άνδρες και γυναίκες με τσεκούρια μάχης. Οι κάτοικοι των χωριών έρχονταν κλαίγοντας και θρηνώντας στον πασά. Αλλά τι μπορούσε να γίνει με αυτό το πλήθος των σαρίτζα και σεγκμπάν, τους οποίους ο πασάς είχε ανάγκη και των οποίων τις υπερβολές ήταν υποχρεωμένος να ανέχεται; Εγώ, ο φτωχός Εβλία, ενώ παρακολουθούσα αυτές τις σκηνές, ανατρίχιαζα στη σκέψη της εκδίκησης που θα έστελνε ο Θεός κάποια μέρα σε αυτούς τους σκληρούς στρατιώτες.

Εγκώμιο του σεΐχη Μπαρντακλή-μπαμπά

Κοντά στον προαναφερθέντα τόπο βρίσκεται το προσκύνημα αγίου που ονομάζεται Μπαρντακλή-μπαμπά, μαθητή του σεΐχη Χατζή Μπαϊράμ. Έβγαζε το ψωμί του φτιάχνοντας δοχεία, τα οποία πρόσφεραν συνεχή παροχή νερού για τις πλύσεις των μαθητών του. Το δοχείο του είναι κρεμασμένο από τον τάφο του και επομένως αυτός αποκαλείται Μπαρντακλή-μπαμπά, πατέρας των δοχείων ή κανατών. Με την άδεια του φύλακα του τάφου, κατέβασα το αναρτημένο δοχείο για να κάνω τις πλύσεις μου και το βρήκα γεμάτο καθαρό νερό, αν και καλυμμένο με τη σκόνη σαράντα ετών. Ο ιμάμης του πασά και μερικοί άλλοι από τη συνοδεία του έμειναν έκπληκτοι από αυτό το εξαιρετικό θέαμα. Ρώτησαν τον φύλακα αν θα ορκιζόταν ότι το δοχείο δεν είχε γεμιστεί πρόσφατα με νερό. Εκείνος ορκίστηκε ότι δεν είχε αγγιχτεί για σαράντα χρόνια μέχρι που εγώ, ο φτωχός Εβλία, το είχα κατεβάσει για να κάνω τις πλύσεις μου. Ο ιμάμης και οι άλλοι είπαν: «Τότε λοιπόν, Εβλία, ξανακρέμασέ το», αλλά εγώ, που ήμουν αποφασισμένος να πετύχω τον σκοπό μου, δεν θα το ξανακρεμούσα πριν κάνω την πλύση με τον νόμιμο τρόπο. Ο ιμάμης και άλλα τέσσερα άτομα έκαναν τότε το ίδιο, αλλά το νερό δεν μειωνόταν καθόλου προς μεγάλη μας έκπληξη. Κρεμάσαμε ξανά το δοχείο, το οποίο ήταν κοκκινωπού χρώματος και στο πλάι του ήταν γραμμένος ο στίχος της σούρας Ραάντ, «Έστειλε νερό από τον ουρανό», ο αριθμός 66626, τρία κ, δύο τζ και ένα μ, το σχήμα ενός ποτηριού και ενός δοχείου. Άρχισα τώρα να απαγγέλλω το Κοράνι σύμφωνα με την πρόθεση του Αγίου, με τον οποίο έκανα πνευματική γνωριμία, σημειώνοντας την παράδοση του Προφήτη, «Αν είστε μπερδεμένοι στις υποθέσεις σας, αναζητήστε βοήθεια από τους κατοίκους των τάφων». Ο καθρέφτης της καρδιάς μου γυάλιζε και έτριβε τη σκουριά της θλίψης, όταν μπήκε μια γυναίκα, που έριξε το σώμα ενός νεκρού παιδιού και τον εαυτό της στο κατώφλι του τάφου, κλαίγοντας και θρηνώντας ότι το παιδί της είχε σκοτωθεί από τους στρατιώτες, που το είχαν ρίξει στο χιόνι και ζητούσε θεϊκή εκδίκηση εναντίον τους, μέσω της βοήθειας του Προφήτη και των Αγίων. Την ακολουθούσε μεγάλος αριθμός τραυματιών, οι οποίοι ένωναν τις προσευχές και τις κατάρες τους με τις δικές της. Έτρεμα ακούγοντάς τους και πλησιάζοντας με φιλικό πρόσωπο, φιλώντας τα χέρια και τα μάγουλά τους, τους είπα: «Άνθρωποι του Μωάμεθ, ανήκω επίσης στα στρατεύματα του πασά, ο οποίος, όπως γνωρίζει ο Θεός, δεν εγκρίνει τις υπερβολές τους, αλλά έχει αναγκαστεί να τους μαζέψει, για να σώσει το δικό του κεφάλι, που βρίσκεται σε κίνδυνο από τον μεγάλο βεζίρη Αχμέτ Πασά, στον οποίο πρέπει να καταλογιστεί όλο αυτό το σφάλμα». Ένας γέρος με παρηγόρησε λέγοντας ότι δεν συμπεριλαμβανόμουν σε αυτήν την κατάρα, που επρόκειτο να πέσει μόνο πάνω στους στρατιώτες. Μάλιστα μεγάλο μέρος της πραγματοποιήθηκε στο προαναφερθέν πέρασμα του ποταμού, όπου τόσο πολλοί έχασαν τη ζωή τους και τα αγαθά τους, ενώ εγώ, ο φτωχός Εβλία, πέρασα με ασφάλεια στην απέναντι πλευρά και ευχαριστώ τον Θεό γι’ αυτό!

Ο δήμος του Κουρντλάρ-σεράι (παλάτι λύκων) βρίσκεται στο σαντζάκι του Κάνγκρι [Γάγγρας], στη δικαιοδοσία του Καλατζίκ, στην όχθη του Κόκκινου Ποταμού [Κιζίλ Ιρμάκ, Άλυ] και αποτελείται από τετρακόσια σπίτια με επίπεδες στέγες, τζαμί, χάνι και λουτρό. Εδώ ο πασάς όρισε δύο αγάδες για να παρακολουθήσουν τις προσπάθειες που γίνονταν για να ανακτήσουν από το ποτάμι μερικές από τις χαμένες αποσκευές. Προχωρώντας προς τα βόρεια, φτάσαμε στο χωριό Μπογιαλί, που βρίσκεται στο έδαφος του Κάνγκρι. Πέντε ώρες αργότερα φτάσαμε στο χωριό Ακτσέ-Κογιουνλού με εκατό σπίτια Τουρκομάνων και τρεις ώρες αργότερα στο χωριό Κότζι-μπαμπά, που βρίσκεται στη δικαιοδοσία του Καλατζίκ, με διακόσια σπίτια Τουρκομάνων, τα οποία δεν φαίνονται πάνω από το έδαφος αλλά είναι όλα κάτω από αυτό, με στάβλους, κουζίνες και καθιστικά. Ο λόγος για την κατασκευή αυτών των υπόγειων σπιτιών είναι η δριμύτητα του χειμώνα. Είναι όλα φτιαγμένα από μαλακή πέτρα, η οποία δείχνει σαν να έχει λευκανθεί με κιμωλία. Σεντούκια, κουτιά και δοκάρια είναι όλα κομμένα σε αυτήν την πέτρα, η οποία είναι τόσο μαλακή όσο το τυρί. Τα σπίτια είναι τόσο μεγάλα, που χίλιοι άνδρες μπορούν να χαθούν σε αυτά και όμως τίποτε από αυτά δεν φαίνεται πάνω από το έδαφος. Εδώ είναι το προσκύνημα του Κότζι-μπαμπά, ενός από τους μαθητές του Χατζή Μπεκτάς. Δεν υπάρχει άλλο κτίριο εκτός από το μοναστήρι. Ο τάφος είναι στολισμένος με λυχνίες και καντήλια. Το λάβαρο, το τύμπανο, η ενδυμασία και το χαλί του διατηρούνται όλα, σαν να ήταν ο ίδιος παρών. Οι Τουρκομάνοι έχουν μεγάλη πίστη σε αυτόν τον άγιο. Στο Κεσκίν (το όνομα αυτού του τόπου) βρίσκεται επίσης ο τάφος του σεΐχη Ιμπραήμ Tενουρί Μπεν Σαράφ Χουσεΐν, ενός από τους μαθητές του Ακ-Σεμσεντίν. Γεννήθηκε στη Σίβας. Πέντε ώρες πιο βόρεια βρίσκεται το χωριό του σεΐχη Σαμί του τάγματος των Μπαϊραμί, του οποίου το όνομα ήταν Χάμζα. Η αίρεση των Χαμζεβί παίρνει το όνομά της από αυτόν. Πολλά θαύματα καταγράφονται γι’ αυτόν, ένα από τα οποία είναι η πηγή που ενεργοποίησε με το ραβδί του και η οποία, επομένως, στην πραγματικότητα ονομάζεται Πηγή του Ραβδιού. Είναι θαμμένος κάτω από ψηλό τρούλο, κοντά στο τζαμί που έφτιαξε ο ίδιος, αλλά το οποίο δεν είναι καλυμμένο με μόλυβδο. Το μιχράμπ του έχει πολύ μεγάλες διαστάσεις και οι πέτρες είναι διακοσμημένες με επιγραφές σε χαρακτήρες Κούφι, Τζελί, Μοστεασεμί, Ριχανί και Τουλούτ. Οι στίχοι: «Κάθε φορά που ο Ζαχαρίας πήγαινε μπροστά στο μιχράμπ» και «Στεκόταν προσευχόμενος μπροστά στο μιχράμπ» και οι στίχοι Κουρσί και Εμέν-ερ-ρεσούλ είναι γραμμένοι πάνω του. Και στις δύο πλευρές είναι λαξευμένο και γλυπτό με τον πιο εκπληκτικό τρόπο, με λουλούδια και αραβουργήματα, έτσι ώστε η πέτρα να μοιάζει μάλλον χαραγμένη ή ζωγραφισμένη παρά σκαλισμένη. Μερικοί λένε ότι είναι έργο του ίδιου του σεΐχη Σαμ, πράγμα που είναι μάλιστα πιθανό, γιατί είναι τόσο υπέροχο έργο, όπως οι πίνακες του Μάνι και του Μπεζάντ Αγά Ριζά Βάνι. Μπροστά από τον τάφο του πηγάζει η Πηγή του Ραβδιού, την οποία επισκέπτονται πολύ. Από εκεί προχωρήσαμε πέντε ώρες προς τα βόρεια στο χωριό Χουσεΐν Αγά στην περιοχή Καλατζίκ και πέντε ώρες πιο πέρα στο ίδιο το χωριό Καλατζίκ, το οποίο χτίστηκε από τον Σιρούνα, ηγεμόνα της Μπούρσα, για την κόρη του. Ο Τοπάλ, ο διοικητής της Κασταμούνι, το κατέκτησε και αντιστάθηκε στην οθωμανική δύναμη, μέχρι που τελικά ο Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ κατέλαβε εξ απήνης αυτό το κάστρο, το οποίο δεν ήταν δυνατό να κατακτηθεί με άλλον τρόπο. Είναι τώρα έδρα σούμπαση του σαντζακιού του Κάνγκρι [Γάγγρα, Τσάνκιρι] και διορίζεται σε αυτό δικαστής με 150 άσπρα, που συλλέγει από τις περιφέρειες ετησίως τέσσερα πουγγιά. Υπάρχει επίσης ντιζντάρ και φρουρά είκοσι ανδρών.

Μορφή του κάστρου

Βρίσκεται σε ψηλό κοκκινωπό γκρεμό, ψηλά στα σύννεφα, σαν να χτίστηκε από τον Φερχάντ. Τα τείχη έχουν ύψος εξήντα βασιλικούς πήχεις και καθώς είναι απομονωμένος βράχος, δεν υπάρχουν τάφροι. Μια σιδερένια πύλη ανοίγει προς την κατεύθυνση της Καάμπα και μέσα στο κάστρο υπάρχουν είκοσι περίπου σπίτια, τζαμί, σιταποθήκη, δεξαμενή και έξι μικρά κανόνια. Οι κάτοικοι των γειτονικών περιοχών εναποθέτουν σε αυτό το κάστρο τα υπάρχοντα και τα πολύτιμα πράγματά τους από τον φόβο των ανταρτών και των ληστών και ο διοικητής είναι ο φύλακας αυτών των κατατεθειμένων αγαθών. Δεν ελέγχεται από κανένα γειτονικό ύψωμα και περιβάλλεται από κήπους. Στην πλευρά της Καάμπα υπάρχει καλοχτισμένο προάστιο, αλλά χωρίς οχυρώσεις (ρομπάτ), που αποτελείται από δύο χιλιάδες σπίτια εν μέρει καλυμμένα με τούβλα και εν μέρει με χώμα. Το μεγαλύτερο είναι το παλάτι του Σεχσουβάρ Πασά. Όλα βλέπουν προς την πλευρά της Καάμπα. Οι δρόμοι, αντί να είναι στρωμένοι με πέτρα, είναι όλοι σπαρμένοι με άμμο. Υπάρχουν δεκαεπτά τζαμιά, όπου εκείνο στην αγορά έχει έναν μιναρέ, δεκατρία σχολεία για αγόρια, μικρό λουτρό, τρία χάνια και έξι καφενεία. Ο αέρας είναι καλός, αλλά όχι το νερό. Καταλύσαμε εδώ στο παλάτι του Σεχσουβάρ Πασά και ευχαρίστησα τον Θεό που μπορούσα να αλλάξω ρούχα και να ξαπλώσω ήσυχα, ύστερα από την πολλή κούραση που είχα υποστεί.

Τα προσκυνήματα του Καραντζή-μπαμπα Σουλτάν

Υπάρχει ένα μόνο απότομο μονοπάτι από το κάστρο, στο κάτω μέρος του οποίου, κοντά στην αγορά, βρίσκεται ο τάφος αυτού του αγίου σε στενό μέρος. Φεύγοντας από αυτό, πορευτήκαμε πέντε ώρες προς βορρά, προς το χωριό Κουρμπαγλί, στην επικράτεια του Κάνγκρι και στην περιοχή Καλατζίκ, διακοσίων σπιτιών με τζαμιά και κήπους, όπου είναι θαμμένος ο σεΐχης Αμπντ -Αλλάχ, γιος του σεΐχη Σαμί. Ο τάφος του είναι σκεπασμένος με απλή στέγη και δεν έχει μοναστήρι. Πέντε ώρες πιο βόρεια φτάσαμε στο χωριό Νενεγκλέρ, στο έδαφος του Καλατζίκ, τουρκικό χωριό με εκατό σπίτια. Ένας πήχης χιόνι έπεσε κατά τη διάρκεια της νύχτας, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να εγκαταλείψει τα καταλύματά του. Το πρωί, όταν ήχησε η αναχώρηση, τα άλογα φορτώθηκαν με τη μεγαλύτερη δυσκολία. Τούρκοι χρησίμευαν ως οδηγοί και έτσι πορευτήκαμε τρεις ώρες προς το στενό του Αλάκ-πουλί, όπου μας επιτέθηκε τέτοια καταιγίδα και βροχή, που η σύγχυση και η φρίκη ήταν γενική και πολλοί έχασαν τη ζωή τους. Οι αγάδες του πασά, ακόμη και οι θησαυροφύλακές του άφησαν τον θησαυρό και τράπηκαν σε φυγή. Ο Μουσταφά μπεγκ ο γιος του πασά με τον παιδαγωγό του (λάλα), τον δάσκαλο (χότζα) και τους υπηρέτες έλειπαν. Οι αρμαθιές των μουλαριών και των καμηλών είχαν σπάσει και τα ζώα περιπλανιούνταν στα βουνά. Σταμάτησα για λίγο σε προστατευμένη κοιλάδα και ύστερα, με έξι από τα αγόρια μου και τρία άλογα αποσκευών, ψάχναμε για ένα σπίτι, όπου βρήκα άλλους τρεις σκλάβους μου και δέκα τσασνεγκίρ, κι έτσι ήμασταν τώρα εικοσιπέντε άτομα. Έτσι περάσαμε το στενό του Σαρή Αλάκ και φτάσαμε ευτυχισμένοι στον κάμπο, στην άλλη πλευρά, χωρίς να γνωρίζουμε πού πηγαίναμε.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………190

Το χωριό Χουσεΐν Αγά βρίσκεται στην περιοχή Τζουμπούκ-οβασί, σε ψηλό λόφο. Αυτό είναι το προσκύνημα του Γαζή Χουσεΐν της Μαλάτειας, του πατέρα του Σίντι Μπατάλ, όπου υπάρχουν περισσότεροι από εκατό δερβίσηδες μπεκτασήδες, μυημένοι στην αραβική και περσική γνώση. Ο τάφος περιβάλλεται από χρυσά κηροπήγια, Κοράνια κλπ. Υπάρχουν δύο τόποι θρησκευτικής άσκησης, για το καλοκαίρι και για τον χειμώνα. Οι κοιλάδες των Τζουμπούκ, Γιεμπάν και Μερμπούτ βρίσκονται στους πρόποδες αυτού του μοναστηριού. Κάθε χρόνο γίνεται εδώ μεβλούτ ή γλέντι γέννησης, όταν σαράντα έως πενήντα χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώνονται για να γιορτάσουν τη γιορτή του πατέρα του Χουσεΐν Σίντι Μπατάλ, ενός από τους απογόνους του Ιμάμ Χουσεΐν, ο οποίος, όπως κι εκείνος, σκοτώθηκε από τα χέρια των απίστων. Έδωσα στους δερβίσηδες δέκα γρόσια για ελεημοσύνη, θυσίασα τρία ζώα και έλαβα την ευλογία του σεΐχη εν μέσω της γενικής κραυγής Αλλάχ! Στους πρόποδες του λόφου συνάντησα τον κύριό μου τον πασά, με τον οποίο κατά τη διάρκεια δέκα ημερών πέρασα τον κάμπο του Τζουμπούκ, σαν να πήγαινα σε επίταξη. Αυτή η πεδιάδα περιλαμβάνει επτά περιοχές και εβδομήντα χωριά. Περάσαμε άλλες δέκα ημέρες στην πεδιάδα του Γιεμπάν, που περιείχε εκατό καλλιεργούμενα χωριά και ανήκε στη δικαιοδοσία της Άγκυρας και δέκα ακόμη μέρες στη δικαιοδοσία του Τζόρμπα, αποτελούμενη από ογδονταέξι χωριά. Περάσαμε ένα μήνα σε αυτές τις τρεις πεδιάδες και γιορτάσαμε το Νεβρούζ (τον ερχομό της άνοιξης) κοντά στην Άγκυρα. Ο καιρός ήταν τώρα ήπιος, αλλά είχαμε όλοι εξαντληθεί από τη συνεχή κόπωση της φόρτωσης και εκφόρτωσης βαριών φορτίων. Τελικά επιστρέψαμε στο χωριό Χουσεΐν στην αρχή του έτους 1058 (1648). Από εκεί προχωρήσαμε επτά ώρες προς βορρά ανάμεσα σε καλλιεργούμενα χωριά και φτάσαμε στην Άγκυρα.

Περιγραφή της Άγκυρας

Την ημέρα που οι αξιωματικοί μας της επιμελητείας εισήλθαν στην πόλη με τις ουρές, τους δηλώθηκε στο δικαστήριο, ότι δεν θα επιτρεπόταν στον πασά να εισέλθει στο φρούριο, επειδή οι προθέσεις του ήσαν γνωστές ως εκείνες ενός αντάρτη, αλλά ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού φίλων και οπαδών στην πόλη, θα του φέρονταν καλά και θα κατέλυε εκεί για τρεις ημέρες. Μπήκαμε με μεγάλη ιστικμπάλ (πομπή συνάντησης) και μας χαιρέτησαν με είκοσι κανονιοβολισμούς. Κατέλυσα στο σπίτι του Κεντέρ-Ζάντε και πήγα κατευθείαν στο μοναστήρι του Χατζή Μπαϊράμ, όπου διάβασα το Κοράνι και εκπλήρωσα τον όρκο που είχα δώσει όταν βρισκόμουν στα χέρια των ληστών, μοιράζοντας στους δερβίσηδες εκατό γρόσια από τα χρήματα που πάρθηκαν στο χωριό Μπαλικ-χισάρ από τους ληστές.

Η Άγκυρα κατακτήθηκε από τον Γιακούμπ Σαχ, τον ηγεμόνα της Κιουτάχειας από την οικογένεια Τζερμιγιάν και από τον βεζίρη του, τον Χεζάρ-ντινάρ και στη συνέχεια από τον σουλτάνο Ορχάν. Βλέποντας την Άγκυρα από το χωριό Ερκεκσού, που είναι σε απόσταση ταξιδιού μιας ημέρας από τον βορρά, φαίνεται λαμπρός τόπος. Γιατί τα σπίτια που υψώνονται το ένα πίσω από το άλλο, παρόμοια με τη Βούδα στον Δούναβη, την κάνουν να μοιάζει με πλοίο μεταφοράς (μαούνα), που έχει στήσει τα δένδρα του και έχει στολίσει το κεφάλι του. Η Βούδα, η Βαν και η Άγκυρα είναι τα τρία πρώτα φρούρια της Αυτοκρατορίας. Το όνομά της (Ενγκούρι) είναι περσικό, προερχόμενο από την ποσότητα των σταφυλιών (ενγκούρ) που υπάρχουν εδώ. Λέγεται ότι χτίστηκε από Βυζαντινό αυτοκράτορα και απασχολήθηκαν 40.000 εργάτες για επτά χρόνια, που έπαιρναν καθημερινά σαράντα καρύδια και ένα καρβέλι ο καθένας. Ονομάζεται επίσης φυλλωμένο κάστρο (μοταμπάκ), γιατί τα διάφορα μέρη του καλύπτουν το ένα το άλλο σαν τα φύλλα του δένδρου, καθώς και κάστρο των αλυσίδων (σελασίλ), επειδή ο αυτοκράτορας Ηράκλειος το περιέβαλλε με επτά αλυσίδες το έτος της γέννησης του Προφήτη. Οι Μογγόλοι την αποκαλούν Άνκρα. Οι Τάταροι, Κερμέν Άνκρα. Οι Γερμανοί, Κωνσταντινούπολη (!) Οι Τούρκοι, Αϊντίν Καρί, Ουνκούρ και Ουνγκορού. Στα αυτοκρατορικά μητρώα είναι γραμμένη ως Άνκρα. Είναι έδρα σαντζακμπέη στην επαρχία Ανατολίας και έχει δοθεί πολλές φορές ως «προς το ζήν» (αρπαλίκ) σε βεζίρηδες τριών ουρών. Το χας του πασά είναι 263.400 άσπρα, 14 ζιαμέτ και 257 τιμάρ. Έχει έναν αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχη), τσερί-μπεγκ (λοχαγό) και γιόζ-μπασι (υπολοχαγούς). Οι ζαΐμηδες και τιμαριώτες μαζί με τους τζεμπελή αθροίζονται σε 3.000 ενόπλους. Οι σούμπαση που εξαρτώνται από την Άγκυρα είναι, εκείνος της πόλης, εκείνοι της Μεράτοβα, της Γεμπάνοβα, της Τσουμπούκοβα και της Τζόρμπα, που φέρνει κάθε χρόνο 40.000 γρόσια. Ο δικαστής είναι μουλάς των 500 άσπρων, τα έσοδα του οποίου υπολογίζονται σε είκοσι πουγγιά τον χρόνο. Υπάρχουν επίσης ένας σεϊχουλισλάμ ή μουφτής, ένας νακίμπ-αλ-ασράφ ή επικεφαλής των εμίρηδων, σεΐντ και σερίφ (συγγενείς του Προφήτη), ένας σερντάρ των γενίτσαρων, ένας κεχαγιά-γερι των σπαχήδων, ένας ναΐμπ της πόλης και ένας μοτεσίμπ (προεστός και υπαρχηγός της αστυνομίας), οι διοικητές των τζεμπελή και τοπτζή, ένας ντιζντάρ (διοικητής του κάστρου) και φρουρά εκατό ανδρών. Το κάστρο βρίσκεται σε ψηλό βουνό, χλευάζοντας όλες τις επιθέσεις. Υψώνεται σε τέσσερα φυσικά επίπεδα κι έτσι υπάρχει απόσταση τριακοσίων βημάτων από το ένα περίβλημα στο άλλο. Το ύψος κάθε τείχους είναι εξήντα πήχεις και το πλάτος δέκα βασιλικοί πήχεις. Τα θεμέλια είναι όλα χτισμένα πάνω σε θόλους. Το κάστρο σχηματίζει επίμηκες τετράγωνο από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Έχει τέσσερις σιδερένιες πύλες τη μία πίσω από την άλλη προς τη δύση, καθεμιά ενισχυμένη από πίσω με σιδερένια κλουβιά. Αυτά τα σιδερένια κλουβιά ή κιγκλιδώματα ρίχνονται μπροστά στις πύλες κατά τις πολιορκίες. Οι ράβδοι είναι πάχους ενός βραχίονα. Η πύλη στην άκρη του φρουρίου που βλέπει προς την αγορά αλόγων ανοίγει προς τα δυτικά. Στο πάνω μέρος της κρέμονται τα όπλα παλαιών ιπποτών και τα οστά φάλαινας. Οι φρουροί φρουρούν εδώ μέρα και νύχτα. Αν ο διοικητής φύγει από το κάστρο, η φρουρά έχει το δικαίωμα να τον σκοτώσει, ή τουλάχιστον να τον εξορίσει για πάντα. Ο Αμπχάζα, ο επαναστάτης, πολιόρκησε αυτήν πόλη με 100.000 άνδρες και κατέλαβε την κάτω πόλη, αλλά τραυματίστηκε από βολή κανονιού από το πάνω κάστρο και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στο Ερζερούμ. Στον διοικητή έχει από τότε απαγορευθεί η έξοδος από το κάστρο, ενώ οι φρουροί κραυγάζουν όλη τη νύχτα, Γιεγκντίρ-Αλλάχ, ένας είναι ο Θεός! Δεν έχει τάφρο από τη μία πλευρά, λόγω των βράχων, ενώ δεν είναι εύκολο να δεχτεί επίθεση από υπονόμευση, επειδή οι στρατώνες του υψώνονται ο ένας πίσω από τον άλλο. Τα τέσσερα περιβλήματα έχουν 1.800 επάλξεις και η περίμετρός του είναι 4.000 βήματα. Στην ανατολική πλευρά υπάρχει τόπος προσκυνήματος που βρίσκεται πάνω σε λόφο και ονομάζεται Χιζρλίκ. Αυτός ο λόφος βλέπει πάνω από την πόλη, πράγμα που δεν έχει καμία σημασία, δεδομένου ότι δεν είναι σε απόσταση βολής κανονιού. Το εσωτερικό κάστρο υπερασπίζονται εξηνταοκτώ κανόνια, αλλά κανένα από αυτά δεν είναι μεγάλο. Τα σπίτια είναι εξακόσια, όλα με επίπεδες στέγες, αλλά δεν έχουν ούτε κήπους, ούτε αμπελώνες. Το παλιό τζαμί ήταν προγουμένως μοναστήρι. Η κάτω πόλη περιβλήθηκε με τείχος από τον Αχμέτ Πασά εναντίον των επαναστατών. Έχει τέσσερις πύλες και η περίμετρός της από τις τρεις πλευρές, από τις οποίες δεν ενώνεται με την ακρόπολη, είναι 6.000 βήματα. Στην ανατολική πλευρά του πάνω κάστρου κατεβαίνεις στην κοιλάδα του Χιζρλίκ από δρόμο που οδηγεί προς τα κάτω για τη μεταφορά νερού. Στο εσωτερικό κάστρο υπάρχουν δεξαμενές και αποθήκες, αλλά στην κάτω πόλη δεν υπάρχουν δεξαμενές, επειδή το νερό είναι άφθονο. Υπάρχουν εκεί εκατόν εβδομήντα κρήνες, τρεις χιλιάδες πηγάδια, εβδομηνταέξι τζαμιά, από τα οποία εκείνα του Αχμέτ Πασά και του Χατζή Μπεϊράμ του άγιου, έχουν χτιστεί από τον μεγάλο Σινάν, δεκαπέντε μοναστήρια δερβίσηδων με μιχράμπ (τζαμιά), το μεγαλύτερη από τα οποία είναι εκείνο του Χατζή Μπαϊράμ, όπου τριακόσιοι δερβίσηδες του τάγματός του ακολουθούν τους κανόνες του ιδρυτή τους. Ο πρώτος τους προστάτης είναι ο Χότζα Αμπντ-ουλ-Καντίρ Τζεϊλάνι, από τον οποίο ανεβαίνουν προς τον προφήτη. Στη Ρούμελη ονομάζονται επίσης Χαμζεβί από τον σεΐχη Χάμζα. Υπάρχει επίσης ωραίο μοναστήρι μεβλεβήδων που ιδρύθηκε από τον Αχμέτ Πασά. Οι σχολές είναι πλούσια προικισμένες και υπάρχουν τρία σπίτια για διαλέξεις σχετικά με την παράδοση, εκατόν ογδόντα σχολεία για αγόρια, διακόσια λουτρά, εβδομήντα παλάτια με κήπους. Όλα αυτά τα κτίρια είναι από τούβλα, όχι από πέτρα και καλύπτονται με χώμα, αντί για τούβλα, 6.660 σπίτια και διακόσια σεμπίλ-χανε ή ιδρύματα για τη διανομή του νερού. Τα καταστήματα είναι δύο χιλιάδες και υπάρχει κομψό μπεζεστένι με τέσσερις πύλες με αλυσίδες. Οι αγορές είναι σχεδόν όλες σε υπερυψωμένα σημεία. Τα καφενεία και τα κουρεία είναι πάντοτε γεμάτα. Οι δημόσιοι χώροι και οι δρόμοι είναι στρωμένοι με άσπρες πέτρες. Οι ιερωμένοι, ποιητές και μορφωμένοι και ευσεβείς άνδρες της είναι αμέτρητοι. Αν και είναι τουρκική πόλη, μετράει περισσότερα από δύο χιλιάδες αγόρια και κορίτσια που ξέρουν το Κοράνι απ’ έξω. Χίλια περίπου γνωρίζουν επίσης απ’ έξω τη Μοχαμεντιέ ή έργα σχετικά με την μωαμεθανική θρησκεία από τον Γιαζιτζή-Ζάντε Μοχάμεντ Εφέντη. Μερικοί από τους κατοίκους της έχουν τη φήμη ότι κάνουν θαύματα, όπως ο Αμπντούρ-ραχμάν Εφέντης, ευσεβής άνθρωπος, ο οποίος είναι ελεύθερος από τέσσερα θέλγητρα, δηλαδή από μαλλιά, φρύδια, γένια και βλεφαρίδες. Κατάγεται από την οικογένεια του Χατζή Μπαϊράμ, που είχε το ίδιο πλεονέκτημα.

Εγκώμια του Χατζή Μπαϊράμ του Αγίου

Στα νιάτα του προσκλήθηκε κάποτε από πονηρή γυναίκα, η οποία, για να παρασύρει τον Άγιο, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη, άρχισε να υμνεί τα μαλλιά, τα γένια, τα φρύδια και τις βλεφαρίδες του. Ο Άγιος αποσύρθηκε σε μια γωνιά και προσευχήθηκε στον Θεό να απελευθερωθεί από αυτά τα τέσσερα κίνητρα λαγνείας και να γίνει άσχημος. Στη συνέχεια επέστρεψε χωρίς τρίχα ενώπιον της γυναίκας, η οποία, συγκλονισμένη από την ασχήμια του, έβαλε τις υπηρέτριές της να τον διώξουν. Έτσι οι απόγονοι του Αγίου από την κόρη του έχουν κοντά γένια (κιοσέ).

Οι πλούσιοι κάτοικοι της πόλης φορούν μανδύες (φερράτζι) από σαμούρι, αυτοί της μεσαίας τάξης, σερχαντί από ύφασμα και κοντός (μακριά φορέματα με στενά μανίκια), οι εργάτες μανδύες (φερράτζι) από λευκά λινά, οι ουλεμάδες, από μαλλί και οι γυναίκες επίσης από μαλλί διαφορετικών χρωμάτων. Επειδή το κλίμα και η θερμοκρασία είναι ήπια, οι κάτοικοι είναι όμορφοι με κόκκινα πρόσωπα.

Φαγητά και προϊόντα

Τα μοσχάρια και τα αρνίσια μπούτια της Άγκυρας είναι αντίστοιχα με εκείνα της Κιουτάχειας. Η αλατισμένη σάρκα (παστιρμά) των κατσικιών της έχει εξαιρετικό άρωμα. Αυτές οι κατσίκες που ονομάζονται τεφτέκ-γκετσί έχουν λαμπρή λευκότητα. Από το μαλλί τους φτιάχνεται το απαλό μάλλινο ύφασμα (σαλούν) διαφόρων χρωμάτων, που φοριέται από μονάρχες. Όταν το μαλλί κόβεται με ψαλίδι, γίνεται τραχύ, αλλά όταν τραβιέται, είναι τόσο μαλακό και λεπτό όπως το μετάξι του Εγιούπ (τζομπ). Οι δύστυχες κατσίκες, όταν τα μαλλιά τραβιούνται με αυτόν τον τρόπο, βγάζουν θρηνητικές κραυγές. Για να αποφεύγεται αυτό, κάποιοι τις πλένουν με μείγμα ασβέστη και στάχτης, με το οποίο μπορούν να βγάζουν τραβώντας τα μαλλιά χωρίς δυσκολία και χωρίς να προκαλούν πόνο. Έτσι οι δύστυχες κατσίκες ξεγυμνώνονται. Τα μαλλιά μετατρέπονται στη συνέχεια σε υφάσματα σαλούν και άνδρες και γυναίκες ασχολούνται με την κατασκευή ή την πώλησή τους. Οι Φράγκοι προσπάθησαν να μεταφέρουν τις κατσίκες της Άγκυρας στη δική τους χώρα, αλλά, δόξα τω Θεώ! εκφυλίστηκαν σε κοινές κατσίκες και το προϊόν που υφαινόταν από τα μαλλιά τους δεν ήταν σοφ (σαλούν). Στη συνέχεια πήραν το μαλλί της κατσίκας Αγκύρας και προσπάθησαν να το μετατρέψουν σε σοφ, αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να του δώσουν την πραγματική λάμψη (ματζ). Τώρα φτιάχνουν από αυτό για τους μοναχούς τους ένα είδος μαύρου σαλούν, το οποίο όμως δεν έχει ούτε χρώμα ούτε λάμψη. Οι κάτοικοι της Άγκυρας λένε ότι η αποκλειστική επεξεργασία του δικού τους ωραίου σαλούν τους παραχωρήθηκε από τα θαύματα του Χατζή Μπαϊράμ και από το νερό και τον αέρα. Μάλιστα το σοφ (σαλούν) της Άγκυρας είναι το πιο διάσημο στον κόσμο. Η κιμωλία της Άγκυρας είναι επίσης γνωστή. Οι κάτοικοί της κάνουν μεγάλα ταξίδια στο Φρενγκιστάν και την Αίγυπτο για να πουλήσουν τα σαλούν τους. Υπάρχουν πολλοί Εβραίοι, αλλά λίγοι Έλληνες και Κόπτες. Οι κάτοικοι είναι καλοσυνάτος, φιλόξενος λαός. Είναι ασύγκριτη πόλη, την οποία μακάρι ο Θεός να διατηρήσει ως το τέλος του χρόνου στα χέρια των Οθωμανών!

Τη μέρα που μπήκα στην Άγκυρα, επισκέφθηκα τον τάφο του Χατζή Μπαϊράμ, απήγγειλα το Κοράνι και στη συνέχεια επέστρεψα στο κατάλυμά μου, όπου σύντομα αποκοιμήθηκα. Είδα σε όνειρο έναν άνδρα με κίτρινη γενειάδα, μελί κουκούλα και τουρμπάνι με δώδεκα πτυχώσεις στο κεφάλι του, που με επέπληττε για το γεγονός ότι επισκέφθηκα τον τάφο του Χατζή Μπαϊράμ και περνώντας δίπλα του ρώτησα ποιος ήταν και είπε: «Δεν απευθύνθηκες στον Σαρί Σαλτίκ Ντεντέ, όταν στα νιάτα σου προσευχήθηκες στο μοναστήρι των παλαιστών στην Κωνσταντινούπολη παρουσία του σουλτάνου Μουράτ; Δεν είπες ότι ήμουν γνωστός εδώ με το όνομα Ερ Σουλτάν; Είμαι ξαπλωμένος εδώ, κάτω από χοντρό τρούλο, κοντά στην αγορά ξύλου, όπου θα με επισκεφτείς και θα μου δώσεις χαρά με μια φάτιχα. Θα στείλω αύριο το πρωί έναν άνδρα που μου μοιάζει, ο οποίος θα σε οδηγήσει τον τάφο μου». Ξύπνησα, είπα τις προσευχές μου και περίμενα, όταν ήρθε ένας άνδρας της μορφής που είδα στο όνειρό μου και μου είπε ότι ο Ερ Σουλτάν είχε εμφανιστεί σε αυτόν σε όνειρο και τον είχε προστάξει να μου δείξει τη θέση ταφής του. Αυτός ο άνδρας είχε λαμπερό πρόσωπο και η φωνή του ήταν τόσο υπόκωφη, σαν να ερχόταν κάτω από τη γη. Περάσαμε από έντεκα γειτονιές της πόλης και επισκεφθήκαμε καθ’ οδόν όλους τους τάφους των Αγίων, τους οποίους θα αναφέρω προσεχώς, αν ευχαριστεί τον Θεό! Τελικά εμφανίστηκε στη δυτική πλευρά της αγοράς ξύλων ένας μικρός θόλος, τον οποίο μου έδειξε ο σύντροφός μου, λέγοντας: «Αυτός είναι ο τάφος του Ερ Σουλτάν». Ενώ τον κοίταζα στα δεξιά μου, εκείνος εξαφανίστηκε από τα αριστερά μου και ήμουν χαμένος μη ξέροντας τι είχε γίνει αυτός και φαντάστηκα ότι είχε περάσει από μια πόρτα καλυμμένη με τσόχα που βρισκόταν κοντά μου. Την άνοιξα, μπήκα μέσα και είδα ότι ήταν σπίτι για μπούζα γεμάτο αναταραχή. Ντροπιασμένος που είχα μπει σε τέτοιο περιβάλλον, έφυγα αμέσως από το δωμάτιο και έσπευσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στον τρούλο που μου είχε δείξει. Εκεί έβαλα το πρόσωπό μου στο κατώφλι και προσευχήθηκα στον Άγιο, λέγοντας ότι είχα φτάσει με την ευλογία του και παρακάλεσα να μη με αφήσει να φύγω χωρίς ευλογία σε αυτόν και τον άλλο κόσμο. Άρχισα τώρα την απαγγελία του Κορανίου και προστατευόμενος κάτω από το πράσινο σουφ με το οποίο ήταν καλυμμένο το φέρετρο, είπα: «Προστασία, προστασία, Ερ Σουλτάν!» Ύστερα αποκοιμήθηκα και ίδρωσα σε τέτοιο βαθμό, που όταν ξύπνησα τα ρούχα μου ήσαν βρεγμένα. Ο Ερ Σουλτάν εμφανίστηκε ξανά σε μένα και τον παρακάλεσα να μη με αφήσει να φύγω από εδώ χωρίς ευλογία. Μου απάντησε: «Δεν θα είσαι χωρίς ευλογία, γιατί εσύ είσαι χαφίζ (γνωρίζοντας το Κοράνι απέξω) και εραστής των Αγίων (Εβλία), τους τάφους των οποίων πάντοτε επισκεπτόσουν. Εγώ ο ίδιος σε οδήγησα σε αυτό το μέρος. Είμαι ιδανικός οδηγός (μουρσίντ καμίλ). Η πορεία σου είναι ευθεία. Να είσαι ελεήμων με τους φτωχούς και αδύναμους και να πεις στον πασά σου να μην παρενοχλεί τους κατοίκους της Άγκυρας. Ο Θεός θα σου δώσει ταξίδια και καλή υγεία και πίστη στις τελευταίες σου στιγμές. Να τρως λίγο, να μιλάς λίγο, να κοιμάσαι λίγο και να ξέρεις λίγα, αλλά να κάνεις πολλά, γιατί οι πράξεις είναι απαραίτητες για να ανακαλύψεις τον δρόμο του Θεού, επειδή εκείνος είπε στο Κοράνι, «Τα καλά λόγια ανεβάζουν και τα καλά έργα εξυψώνουν». Να τιμάς τους γονείς σου και τους σεΐχηδες (πιρ) και το τέλος σου θα είναι ευτυχισμένο. Πες τώρα μια φάτιχα για αυτόν τον σκοπό». Εδώ με ξύπνησε ένας θόρυβος και φωνές που έλεγαν: «Δεν υπάρχει φύλακας του τάφου;» Σηκώθηκα κάτω από το κάλυμμα του φέρετρου και στην ερώτηση των επισκεπτών αν ήμουν ο φύλακας του τάφου, απάντησα, «Ναι!» Όταν έφυγαν, επέστρεψα σπίτι ρίχνοντας πολλά δάκρυα και αφηγήθηκα το όραμά μου στον πασά, ο οποίος επίσης μου περιέγραψε παρόμοιο όνειρο που είχε. Έδωσε αμέσως εντολές να παραδώσουν τα όπλα τους όλοι οι σαρίτζα και σεγκμπάν και να αφήσουν τους κατοίκους της Άγκυρας στην ησυχία τους. Ο πασάς είχε αρχικά κάποιαν ιδέα να κλειστεί ο ίδιος στην πόλη και να την διακηρύξει ως ευρισκόμενη σε κατάσταση εξέγερσης, αλλά την εγκατέλειψε αμέσως ύστερα από αυτά τα οράματα. Στη συνέχεια εγώ έθεσα ως καθήκον στον εαυτό μου να επισκέπτομαι καθημερινά, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Άγκυρα, τους τάφους του Χατζή Μπαϊράμ, του Ερ Σουλτάν και των άλλων Αγίων, τους οποίους πρόκειται τώρα να αναφέρω.

Προσκυνήματα

Ο σεΐχης Χατζή Μπαϊράμ, ο στύλος και η κολώνα της αγιότητας, γεννήθηκε στην όχθη του ποταμού Τσεπούλ στο χωριό Σόλκιοϊ και ήταν μαθητής του σεΐχη Χαμέτ. Την εποχή που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α’ ήταν στην Αδριανούπολη, ο σεΐχης Μπαϊράμ κήρυσσε εκεί στο παλιό τζαμί και εξακολουθούν να δείχνουν τον άμβωνα στον οποίο ανέβαινε. Διάφοροι σεΐχηδες που προσπάθησαν να ανέβουν σε αυτόν τον άμβωνα δεν μπόρεσαν ποτέ να προφέρουν λέξη, γιατί μετά από αυτόν κανένας δεν άξιζε να κηρύξει στον ίδιο χώρο. Ύστερα από τον θάνατό του, που συνέβη κατά τη βασιλεία του Βαγιαζήτ, θάφτηκε κάτω από ψηλό τρούλο στο εσωτερικό κάστρο της Άγκυρας. Ο σεΐχης Ερ Σουλτάν, ο ηγέτης της θεϊκής αλήθειας, ο εξερευνητής των μυστηρίων, που το κανονικό του όνομα ήταν Μαχμούτ, γεννήθηκε στην Άγκυρα και αναπαύεται κάτω από μικρό τρούλο στην αγορά του ξύλου. Ανατολικά της Άγκυρας, σε ψηλό βουνό, βρίσκεται το προσκύνημα του Χιζρ, τόπος αναψυχής από τον οποίο απολαμβάνει κανείς υπέροχη θέα της πόλης. Αυτός ο Άγιος ήταν μαθητής του σεΐχη Χοσάμ-ουντ-ντίν και όντας φυλακισμένος στην Άγκυρα, έδωσε εντολή ένα βράδυ να ταφεί την επόμενη μέρα και το πρωί, χωρίς να βρίσκεται κανένας κοντά του, βρέθηκε πλυμένος, αρωματισμένος και έτοιμος για ταφή. Ο σεΐχης Κατίμπ Σαλάχ-ουντ-ντίν ήταν μεγάλος αστρονόμος, δεύτερος Πυθαγόρας. Υπάρχει μεγάλος αριθμός άλλων Αγίων, τους οποίους δεν αναφέρω, καθώς δεν μπόρεσα να επισκεφτώ τους τάφους τους κατά τη σύντομη διαμονή μου.

Όταν καθορίστηκε η ημέρα της αναχώρησής μας, έκανα τον εαυτό μου όσο το δυνατόν πιο ελαφρύ, δίνοντας σε ελεημοσύνη ένα μέρος από όσα είχα πάρει από τους ληστές και το υπόλοιπο ως ενέχυρο στον κύριο του σπιτιού όπου έμενα και ετοιμάστηκα με επτά Μαμελούκους και ένα ελαφρύ υποζύγιο. Το πρωί άκουσα φασαρία και ταραχή, από την οποία ο ουρανός και η γη ρίχνονταν σε σύγχυση. Κάποιοι κραύγαζαν ότι ήσαν ικανοποιημένοι με τον πασά, άλλοι ότι ήταν αντάρτης επειδή ενώθηκε με τον Βάρβαρ Πασά και ότι ήταν απαραίτητο να υπακούσουν στην εντολή του αυτοκράτορα. Κοντολογής, ο Μουσταφά, ένας από τους καπουτζή του αυτοκράτορα, είχε φτάσει με σαράντα συντρόφους του. Είχαν κλείσει τις πύλες του κάστρου και είχαν κηρύξει γενική κλήση στα όπλα (νεφίρ-αάμ). Ευτυχώς, ο πασάς, ο οποίος είχε τρομοκρατηθεί από καταστροφικό όνειρο, είχε πάει μεταμφιεσμένος να επισκεφτεί τον τάφο του πατέρα του Σίντι Μπατάλ και έτσι δεν βρέθηκε στο παλάτι του, το οποίο έψαξε ο καπουτζή σε κάθε μέρος. Ο πασάς φυσικά δεν επανήλθε στην πόλη αλλά πήγε στο χωριό Ερκεκσού, που βρίσκεται στα βόρειά της και έστειλε επιστολή στον κεχαγιά του, ζητώντας του να στείλει τα στρατεύματά του. Στο μεταξύ, καθώς δεν είχε βρεθεί ο πασάς, οι πύλες άνοιξαν και εκδόθηκε διακήρυξη, ότι όλοι όσοι ανήκαν στον πασά έπρεπε να φύγουν από την πόλη αμέσως. Πήρα λοιπόν άδεια από τον κύριο του σπιτιού μου και τον Χατζή Μπαϊράμ και τον Ερ Σουλτάν και έφτασα ύστερα από επτά ώρες πορείας στο χωριό Ερκεκσού, που αποτελείται από διακόσια σπίτια και τζαμί στους πρόποδες βράχου. Επτά ώρες αργότερα φτάσαμε στο μεγάλο μέρος Ιστανοζί, με δικαστή 150 άσπρων, στην περιοχή της Μορτάτοβα, που συνορεύει με κοιλάδα, σε κάθε πλευρά της οποίας υπάρχουν πανύψηλοι βράχοι. Έχει χίλια σπίτια χωρίς κήπους, τζαμί, λουτρό και αγορά. Ο ποταμός Ερκέκ περνάει μέσα από μέσα του. Αυτός ο τόπος είχε δύο μεγάλες πύλες στις δύο άκρες, οι οποίες καταστράφηκαν την εποχή του Μουράτ Γ’ από τον επαναστάτη Κοραγιαζιτζή. Αν ξαναφτιάχνονταν αυτές οι δύο πύλες, θα ήταν αδύνατο να παρθεί ο τόπος, γιατί βρίσκεται ανάμεσα σε δύο τείχη ψηλών βράχων, πάνω στους οποίους χτίζουν τις φωλιές τους αετοί και όρνια, αλλά προς τους οποίους ο άνθρωπος ούτε καν τολμά να σηκώσει τα μάτια του. Αυτοί οι βράχοι είναι τόσο τρομεροί όσο εκείνοι του Βαν, του Σάμπιν και του Μαρντίν. Μερικοί από αυτούς έχουν ανασκαφεί από κάτω όπως το όρος Μπισουτούν και άλλοι έχουν διαμορφωθεί πάνω σαν δράκοι, λιοντάρια και ελέφαντες. Οι κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον Αρμένιοι. Δουλεύουν χίλιοι περίπου αργαλειοί, φτιάχνοντας σουφ. Επειδή το μέρος αυτό περικλείεται από δύο βράχους, ο αέρας είναι πολύ ζεστός. Οι Αρμενοπούλες εδώ φημίζονται για την ομορφιά τους. Υπάρχουν σπήλαια που χωράνε χίλια άλογα. Παλαιότερα υπήρχε εδώ παλιό κάστρο, πάνω σε βράχο.

Την ημέρα που μπήκαμε στην πόλη υπήρξε μεγάλη κοσμοσυρροή, για να δουν τους ακροβάτες και τους παλαιστές να επιδεικνύουν τα κόλπα τους. Το Ιστανόζ και η πόλη Κόντοζ στην Ανατολία είναι τα μέρη όπου συγκεντρώνονται ακροβάτες και παλαιστές για να στοιχηματίσουν. Τεντώνουν το σχοινί από τον ένα βράχο στον άλλο και τοποθετούν φύλακες σε κάθε άκρο, ώστε οι εχθροί να μην το κόψουν όταν χορεύουν πάνω του. Οι βράχοι και η από κάτω κοιλάδα γεμίζουν με θεατές και στις δύο πλευρές του ποταμού που ρέει μέσα από την κοιλάδα, ενώ στήνονται σκηνές για τους θεατές. Παρακολουθούσαμε επί τρεις ημέρες τα κόλπα των εβδομηνταέξι ακροβατών, τους οποίους ακολουθούσαν τριακόσιοι μαθητές, στους οποίους έκαναν μαθήματα για την τέχνη τους.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………191

Έχοντας λάβει τα γράμματα του κυρίου μου, του πασά, πέρασα το Χουσεΐν Γαζή και το Μπαλίκ-χισάρ, σταμάτησα στο χωριό Σαρή Αλάν και πιο πέρα πέρασα από το Καλατζίκ, το Σεΐχ Σαμί, το Ακτσέ-Κογιουνλού και τον ποταμό Κιζίλ Ιρμάκ με μεγάλη ευκολία στο Καρντλάρ. Άκουσα ότι ο Βάρβαρ Πασάς είχε φύγει από τον σταθμό του Τουρχάλ και τον συνάντησα πιο ανατολικά στο Γκεργκεζάρ. Πρώτα πήγα, όπως απαιτεί ο κανόνας, στον κεχαγιά του, ο οποίος με οδήγησε ενώπιον του πασά. Ήταν καθισμένος σε σκηνή, όπως ο Σολωμών, περιτριγυρισμένος από πολλές χιλιάδες σαρίτζα και σεγκμπάν. Φίλησα το έδαφος και παρέδωσα το γράμμα με τον συνήθη τρόπο. Αφού με κοίταξε στο πρόσωπο, είπε: «Εσύ δεν είσαι ο Εβλία Τσελεμπή, που στο τζαμί της Αγίας Σοφίας απήγγειλες τη νύχτα του Καντρ το Κοράνι σε οκτώ ώρες και που σε πήρε ο σουλτάνος Μουράτ στους υπηρέτες του Κιλντάρ;» Απάντησα, «Ναι» και ρώτησε περαιτέρω ποιο αξίωμα είχα με τον πασά. Είπα ότι στον δρόμο προς το Ερζερούμ ήμουν επικεφαλής των μουεζίνηδων, αλλά ότι μετά με έκανε υπάλληλο του τελωνείου και με έστειλε τρεις φορές στην Περσία και ότι τώρα ήμουν ο ιμάμης του και στενός σύντροφός του. Οι υπηρέτες πήραν εντολή να αποσυρθούν. Τότε κάλεσε τον ντιβάν εφέντη και διάβασε την επιστολή. «Είναι κρίμα», είπε, «που ο πασάς σας με τέτοιο στρατό δεν κλείστηκε στην Άγκυρα. Ίσως προκαλούσε εκεί σημαντική ζημιά και με αυτό το λαμπρό κατόρθωμα κρεμούσε το σπαθί του στους ουρανούς (όπως εκείνο του Ωρίωνα)». Επειδή όμως χάρηκε για τον αριθμό των στρατιωτών μας, μου έδωσε εκατό ζεκίνια, κομπολόι από κοράλλια και ένα ρολόι στολισμένο με πετράδια. Μου απένειμαν επίσης με ένα υπέροχο πανωφόρι από σαμούρι και με ανέθεσαν στον χαζινεντάρ ως φιλοξενούμενο.

Την ίδια μέρα έφτασαν τα νέα ότι ο Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς και επτά βεζίρηδες είχαν πάρει θέσεις στη γέφυρα του Οσμαντζίκ και στα βράχια του Σαριμσίκ, όπου οχυρώνονταν και ότι ο Χουσεΐν, ο πασάς της Αμάσειας, είχε κλείσει το πέρασμα (πουλ) του Ντιρικλί και μετέφερε τον πληθυσμό στα βουνά. Με αυτά τα νέα ο Βάρβαρ Αλή Πασάς κατεύθυνε την πορεία του κατευθείαν προς το πέρασμα του Κιζίλ Ιρμάκ. Η πορεία μας ήταν επτά ώρες από το Κιράζ μέχρι το Ντανκαζά, επτά ώρες μέχρι το Μπαρντάχ-μπαμπά και έξι ώρες μέχρι τον ποταμό Κιζίλ Ιρμάκ. Η διέλευση του ποταμού πραγματοποιήθηκε με την καλύτερη τάξη, χωρίς να συμβεί η παραμικρή βλάβη σε οποιονδήποτε. Σταματήσαμε στο Αϊράκ, που βρίσκεται βόρεια του Κιζίλ Ιρμάκ, στο σαντζάκι του Κάνγκρι. Έχει εκατό σπίτια και τζαμί. Επισκεφθήκαμε εδώ τον τάφο του Μοχάμεντ Σαχ Ντεντέ, ο οποίος ήρθε με τον Χατζή Μπεκτάς από το Χορασάν στην αυλή του Βαγιαζήτ Α’. Είναι μεγάλο, φιλόξενο μοναστήρι εκατό μπεκτασήδων δερβίσηδων. Παρακολούθησα τον πασά να πραγματοποιεί την επίσκεψή του στον τάφο, με αφοσίωση και πίστη που ξεπερνούσε εκείνη πολλών ιεροκηρύκων από τον άμβωνα. Ο τάφος περιβάλλεται από θυμιατήρια, βάζα για ροδόνερο, λυχνίες και καντήλια. Κάθε χρόνο ο σεΐχης αυτού του μοναστηριού σκοτώνει ένα άλογο και εγκαταλείπει το σφάγιο στους αετούς και τα όρνια των βράχων, που ζουν με αυτό μέχρι τον επόμενο χρόνο. Ο σεΐχης έχει εκθρέψει αετούς αντί για γεράκια, για κυνήγι ζώων κάθε είδους. Από εδώ προχωρήσαμε για τρεις ώρες κατά μήκος της όχθης του Κιζίλ Ιρμάκ μέχρι το χωριό Τορντούκ, στο έδαφος του Κάνγκρι. Στο μοναστήρι του Χασάμ Εφέντη προσφέρθηκε μεγάλο γεύμα στον πασά. Τρεις ώρες αργότερα φτάσαμε στο μοναστήρι του Κουμ-μπαμπά και στη συνέχεια μπήκαμε στο κεσκίν των Τουρκομάνων στη χώρα του Κάνγκρι. Αφού το διασχίσαμε για δέκα ημέρες, σταματήσαμε την ενδέκατη στο χωριό Σαλί. Κατάλαβα ότι ο στρατός ετοιμαζόταν για μάχη και έμαθα ότι κατάσκοποι είχαν φέρει τα νέα ότι ο Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς, ο οποίος είχε ονομαστεί διοικητής εναντίον του Βάρβαρ, ήταν έτοιμος να συγκρουστεί μαζί του σε μάχη την επόμενη μέρα. Τα στρατεύματα οπλίστηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και το πρωί ο πασάς μπήκε επικεφαλής 6.000 ανδρών, ελαφρών στρατευμάτων και προχώρησε για επτά ώρες στην κατεύθυνση της Καάμπα. Εδώ συγκρούστηκαν οι δύο στρατοί και εκείνος του Κιοπρουλού κατατροπώθηκε εντελώς. Μεγάλος αριθμός σκοτώθηκε και οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν ή έγιναν αιχμάλωτοι. Μεταξύ των τελευταίων ήσαν ο ίδιος ο Μεχμέτ Κιοπρουλού Πασάς, ο πασάς της Αμάσειας Κορ Χουσεΐν και ο πασάς του Καρά Σεχρ, δύο ουρών και οι δύο, που υποχρεώθηκαν να προχωρούν πεζή με αλυσίδες στα πόδια και δεσμά στους λαιμούς τους, μαζί με το πίσω μέρος του στρατού του Βάρβαρ. Τέτοια είναι η κατάσταση του κόσμου. Αυτοί οι μεγάλοι και ισχυροί άνδρες βρίσκονταν τώρα στην εξουσία των σαρίτζα και σεγκμπάν, οι οποίοι βασάνιζαν και σκότωναν τους άνδρες τους μπροστά στα μάτια τους και οι δήμιοι έριχναν τα ξίφη τους στον λαιμό τους. Κοντολογής, ένας βεζίρης (Κιοπρουλού) και πέντε μπεηλερμπέηδες ήσαν δεμένοι στους στύλους της σκηνής του Βάρβαρ, ο οποίος, ενθουσιασμένος με αυτή τη νίκη, κήρυσσε τώρα περισσότερο από ποτέ ανοιχτή εξέγερση, στρατολογούσε κάθε είδους όχλο, έγραφε γράμματα σε μπέηδες και μπεηλερμπέηδες επιβάλλοντάς τους να έρθουν και να ενωθούν με αυτόν μαζί με τα στρατεύματά τους και μάλιστα συγκέντρωσε στρατό 37.000 ανδρών. Όταν φτάσαμε στο χωριό Μπουζογλάν, στο σαντζάκι του Κάνγκρι, τον επισκέφθηκα για να του ευχηθώ χαρά για τη νίκη του και να παρακαλέσω να με στείλει με τα αναμενόμενα γράμματα. Προσπάθησα να τον πείσω να είναι ήπιος και ελεήμων και να συγχωρήσει και να ελευθερώσει τους αιχμαλώτους του, σύμφωνα με το κείμενο, «Θεέ μου! Εσύ που συγχωρείς όλους, που σου αρέσει η συγχώρεση, συγχώρεσέ με». Όμως παρέμενε ισχυρογνώμων, λέγοντας «Θα δω σε λίγες ημέρες τι θα γίνει», όταν θα έφταναν οι φίλοι του, ο Μικρός Τσαούς Πασάς, ο Ιπσίρ Πασάς και ο Σεχσουβάρ Ογλού Πασάς για να ενωθούν μαζί του. Ήταν ανοιχτός, ειλικρινής άνθρωπος, αλλά εξαιρετικά απλός και ελάχιστης κρίσης και έτσι πίστευε τυφλά στις διαβεβαιώσεις αυτών των πασάδων. Και όντας πολύ χαρούμενος με τα νέα που είχε λάβει από μένα, με έστειλε με γράμματα στον κύριό μου, δωρίζοντάς μου εκατό γρόσια, ένα πλήρως στολισμένο άλογο από τον στάβλο του Κιοπρουλού και μια πλήρη ενδυμασία.

Από το Γιουζ Ογλάν στο σαντζάκι του Κάνγκρι ίππευσα για τρεις ημέρες εμπιστευόμενος τον Θεό, άφησα την Άγκυρα στα δεξιά μου και συναντήθηκα με τον πασά στην πεδιάδα του Μουρτάτ. Ο πασάς, ακούγοντας για την τυφλή εμπιστοσύνη του Βάρβαρ, έλαμψε από θυμό και είπε: «Θα δει ο χοντροκέφαλος (ποτούρ)». Ύστερα μου έδωσε την επιστολή του Ιπσίρ Πασά, που του είχε στείλει να διαβάσει και είδα ότι ήταν γεμάτη κολακείες και ψευτιές. Ο πασάς ετοιμαζόταν να απαντήσει σε αυτήν την επιστολή, όταν έφτασαν ένας χασεκή και καπουτζή-μπασης με τον κιατίμπ Αλή Τσελεμπή, τον χαζινεντάρ του Σεγιαβούς Αγά κιατίμπ Αλή Τσελεμπή. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διαβάστηκε αμέσως και περιείχε εντελώς σαφείς εντολές να ενταχθεί μέχρι την πρώτη του Τζεμάζι-ουλ-αχίρ στα ενωμένα στρατεύματα των Ιπσίρ, Τσαούς, Μπάκι, Κετγκάτζ και Σίντι Πασά εναντίον του Βάρβαρ, του οποίου ζητούνταν η κεφαλή ή εκείνη του πασά. Αν αρνιόταν να συμμορφωθεί, όλη η περιουσία του θα κατάσχονταν και τα παιδιά και οι συγγενείς του θα θανατώνονταν. Αλλά υπό την υπόθεση της άμεσης υπακοής του, του ανετίθετο η θέση του κυβερνήτη της Αιγύπτου. Ο πασάς δήλωσε άμεση υποταγή, διέταξε να προχωρήσουν οι ουρές, έδωσε στον χασεκή ένα πουγγί για τα έξοδα του δρόμου και τον ανέθεσε ως φιλοξενούμενο στον κεχαγιά του. Την επόμενη μέρα έφτασε ο τσαχνεγκίρ (αρχιχαράκτης) του Βάρβαρ από την Κωνσταντινούπολη με ένα χάτι-σερίφ του ακόλουθου νοήματος: «Λάλα μου (δάσκαλε) συγχωρείται το λάθος σου, αλλά η εξέγερση του Ντεφτερτάρ Ογλού, που επιθυμούσε να αναλάβει ο ίδιος την κατοχή του Ερζερούμ και της Άγκυρας, είναι ολοφάνερη. Ζητείται το κεφάλι του ή το δικό σου. Αν στείλεις το πρώτο, η θέση του κυβερνήτη της Αιγύπτου εξασφαλίζεται σε σένα». Ο πασάς παρέμεινε άφωνος στη θέα αυτού του χάτι-σερίφ και με έστειλε αμέσως πίσω στον Βάρβαρ, μαζί με εκείνο που είχε λάβει.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………192

Τελικά ο Εβλία, φοβούμενος για το κεφάλι του, επισκέφτηκε τον Ιπσίρ Πασά και ζήτησε γράμματα, ότι μπορούσε να επιστρέψει, όπως ήρθε. «Εδώ», είπε ο Ιπσίρ δείχνοντας το νεκρό σώμα του Βάρβαρ, «είναι ο άνθρωπος από τον οποίο πρέπει να ζητήσεις άδεια για την αποστολή σου». Ο Εβλία παρακάλεσε να τον λυπηθεί, γιατί ο ίδιος δεν ήταν επαναστάτης ούτε σαντζακμπέης. Ο Ιπσίρ Πασάς γέλασε και είπε: «Τι κάνεις εσύ στου κυρίου σου; Δεν ήσουν εσύ προηγουμένως με τον Μελέκ Αχμέτ Πασά;» «Μα τον Θεό,» απάντησα εγώ, ο φτωχός Εβλία: «Εγώ είμαι κοινός υπηρέτης και από κοινού υπήκοος των δύο βεζίρηδων, τους οποίους συνοδεύω εναλλάξ, όταν έρχονται σε υψηλά αξιώματα, για τη χαρά του ταξιδιού. Σε αυτό το μέρος πρέπει τώρα να αφαιρεθεί το αξίωμα από τον Ντεφτερντάρ Ζάντε και η εξοχότητά σας είναι πολύ πιθανό να πάει ως κυβερνήτης στη Δαμασκό ή τη Βαγδάτη, οπότε εγώ προσκολλώμαι στην υπηρεσία σας». «Όχι», είπε ο Ιπσίρ, «Πήγαινε και ακολούθησε τον Μελέκ Αχμέτ». «Λοιπόν», απάντησα εγώ, ο φτωχός Εβλία, «Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε εσάς τους τρεις. Η μητέρα του τωρινού μου κύριου μήπως δεν είναι η πλησιέστερη συγγενής του Μελέκ Πασά και της μητέρας σας;» «Κοίτα εδώ», είπε ο πασάς, «Μου θυμίζει τη σχέση μου με τον Μοχάμεντ Πασά, προκειμένου να γίνει ο μεσολαβητής για μεταξύ μας ειρήνη». Σηκώθηκα, φίλησα το χέρι του και παρακάλεσα να μου δώσει επιστολή προς τον κύριό μου τον πασά, για να του δώσει κάποια παρηγοριά στην παρούσα κατάστασή του. Διέταξε να μου δώσουν σκηνή, εβδομήντα ζεκίνια, άλογο (όντας εξαιρετικά άπληστος και ταπεινής καταγωγής Αμπχάζιος) και επιστολή, με την οποία αναχώρησα.

Από το Τσερκές (όπου είχε συμβεί η ήττα του Βαρβάρ) οδήγησα για οκτώ ώρες μέχρι τη Ντουλούστζα, χωριό εκατόν πενήντα σπιτιών με κήπους και τζαμί. Οκτώ ώρες πιο πέρα στο Μεστιμπέγκ, χωριό εκατό σπιτιών, ζιαμέτ. Και εννέα ώρες πιο πέρα στο χωριό του Αλή Ζαΐμ, σουμπασιλίκ στην πεδιάδα του Μουρτάτ, ζιαμέτ εκατό σπιτιών, όπου συνάντησα τον πασά, ο οποίος είχε ακούσει για την ήττα των Βάρβαρ, Κορ Χουσεΐν και Χατζή Ογλού, αλλά δεν ήξερε ακόμη για τους θανάτους τους, τους οποίους περιέγραψα σε αυτόν, όπως συνέβησαν πριν από τρεις ημέρες. Ο πασάς διάβασε την επιστολή του Ιπσίρ και ακούγοντας την ίδια στιγμή ότι ο Μπάκι Πασάς τον είχε αφήσει και είχε ενταχθεί στο στρατόπεδο του Ιπσίρ, μελαγχόλησε πολύ και ετοιμαζόταν να επιτεθεί στον Ιπσίρ, ο οποίος από το Τσερκές κινούνταν προς την Καραμανία στο πλευρό του Κεσκίν. Ο πασάς τον ακολούθησε σε απόσταση τριών ημερών, πήρε μεγάλη λεία από τις αποσκευές των Βάρβαρ, Κιοπρουλού και Κορ Χουσεΐν και έφτασε σε τρεις ημέρες στον ποταμό Σακάρια. Στο χωριό Μέρτζα, στην περιοχή του Μπεγ-μπαζάρι, πρόλαβε τον Ντιβάν Εφέντη του Βάρβαρ Πασά με 43.000 ζεκίνια και επτά πουγγιά χρημάτων. Ο ίδιος ομολόγησε 10.000 ζεκίνια, εκτός από ένα ποσό σαράντα πουγγιών χρημάτων κατατεθειμένων στην Άγκυρα , ύστερα από την οποία ομολογία κόπηκε το κεφάλι του και στάλθηκε στην Πύλη ως εκείνο ενός επαναστάτη. Σύμφωνα με την κατάθεση του Χαλίλ, του Ντιβάνι Εφέντη, στον Χασάν στην Άγκυρα, στα χέρια του οποίου κατατέθηκαν τα χρήματα, ο Αλατζά Ατλή Αγάς είχε σταλεί με τριακόσιους ιππείς για να αναλάβει την κατοχή του. Εμείς βαδίσαμε κατά μήκος της όχθης του Σακάρια ποταμού μέχρι το χωριό Σικεντζή Αχμέτ Αγά στην περιοχή του Αγιάς, χωριού που περιβάλλεται από κήπους. Περάσαμε το χωριό Ιστάνος και ύστερα από επτά ώρες ήρθαμε στο Ερκεκσού, φτάνοντας τελικά στην Άγκυρα, όπου ο Ατλή Αγάς κατέλυσε στο σπίτι του Χασάν, από τον οποίο ζήτησε τα χρήματα που είχαν κατατεθεί από τον αποκεφαλισμένο Ντιβάν Εφέντη, ενώ εγώ κατέλυσα στον παλιό μου φίλο Κεντρ-Ζάντε, ο οποίος μου επέστρεψε όλα τα πράγματα και υπάρχοντά μου, που είχα αφήσει στα χέρια του. Την επόμενη μέρα ο Χασάν Τσελεμπή υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό που είχε αναφέρει ο αποκεφαλισμένος Ντιβάν Εφέντης και να μας συνοδεύσει αλυσοδεμένος. Ο φίλος μου Κεντρ-Ζάντε μου έκανε δώρο δύο άλογα-υποζύγια, για να διευκολυνθεί η μεταφορά των πραγμάτων μου. Αφήσαμε την Άγκυρα, περάσαμε όπως και πριν μέσα από το Ιστάνος, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια οκτώ ωρών κατά μήκος του περάσματος του Αγιάς. Το Αγιάς είναι ίδρυμα που ανήκει στις δύο ιερές πόλεις της Μέκκας και της Μεδίνας. Είναι δικαιοδοσία 150 άσπρων και περιέχει χίλια σπίτια και δέκα τζαμιά. Το κάστρο βρίσκεται σε ερείπια, αλλά υπάρχει σερντάρ και κεχαγιά-γερι. Ο αέρας είναι βαρύς, επειδή το έδαφος είναι ανώμαλο. Εδώ επισκέφθηκα τον τάφο του Εμίρ-Ντεντέ και στην απέναντι πλευρά εκείνον του σεΐχη Μπουχάρα, θαμμένου κάτω από θόλο στο βουνό.

Περιγραφή της πόλης Μπεγ-μπαζάρι ή Μπεμπέκ-μπαζάρι

Ο Ντινάρ-χεζάρ, ο βεζίρης του Γιακούμπ Σαχ της οικογένειας Τζερμιγιάν, όταν κατέκτησε αυτή την πόλη της έδωσε το όνομα Τζερμιάν-χεζάρι. Μία φορά την εβδομάδα υπάρχει διάσημη αγορά, κυρίως για τρίχες κατσίκας που κλώθονται και υφαίνονται. Είναι τώρα χας του μουφτή της Κωνσταντινούπολης που διορίζει τον σούμπαση. Ο δικαστής, διορισμένος με 150 άσπρα, μπορεί εύκολα να συλλέξει επτά πουγγιά. Υπάρχει σερντάρ και κεχαγιά-γερι, αλλά δεν υπάρχει ντιζντάρ και φρουρά, γιατί το κάστρο είναι πολύ μικρό για να χωρέσει τέτοια. Στους πρόποδές του βρίσκεται η πόλη κατανεμημένη σε δύο κοιλάδες και χωρισμένη σε είκοσι συνοικίες. Υπάρχουν σαρανταένα τζαμιά, 3.067 κομψά σπίτια, όλα από κονίαμα, αλλά με ξύλινες στέγες, δωμάτιο για την ανάγνωση του Κορανίου, άλλο για διαλέξεις σχετικά με την παράδοση και εβδομήντα σχολεία, αλλά δεν υπάρχουν πετρόχτιστες σχολές όπως σε άλλες πόλεις. Υπάρχουν περισσότεροι από επτακόσιους άνδρες και αγόρια που γνωρίζουν απέξω το Κοράνι και το Μοχαμεντιέ, ένας μουφτής και ένας νακίμπ-αλ-ασράφ. Οι κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον ουλεμάδες. Καθώς είναι τουρκική πόλη, οι άνθρωποι είναι κυρίως Ογούζ, δηλαδή καλοί άνδρες της παλαιάς τουρκικής απλότητας. Υπάρχουν επτά χάνια, ευχάριστα λουτρά, εξακόσια καταστήματα στα οποία υπάρχουν πολύτιμα αντικείμενα, αλλά όχι πέτρινο μπεζεστένι. Στην όχθη του χειμάρρου, που ρέει ανάμεσα στα κρεοπωλεία, πραγματοποιείται αγορά κάθε εβδομάδα. Αυτός ο χείμαρρος χύνεται στον ποταμό που τρέχει κάτω από την πόλη και μαζί με αυτόν τον ποταμό στον Σακάρια [Σαγγάριο]. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με άμμο και όχι πλακοστρωμένοι. Οι νέοι άνδρες είναι όμορφοι και τα κορίτσια πολύ αποτραβηγμένα και σεμνά, αλλά όχι όμορφα. Οι κήποι του Μπεγ-μπαζάρι είναι πολυάριθμοι. Μεταξύ των προϊόντων του υπάρχει ένα ιδιαίτερο πεπόνι, που διακρίνεται πολύ για τη γλυκύτητά του. Οι κάτοικοι φτιάνουν με αυτό ζερντέ (πιάτο) με κανέλα και γαρίφαλο, γλυκό όπως το ζερντέ που πρωτοεφεύρε ο Μουαβίγια. Υπάρχει επίσης ένα μεγάλο πράσινο αχλάδι, τέσσερα ή πέντε από τα οποία ζυγίζουν μια οκά. Κάθε χρόνο χίλια περίπου από αυτά στέλνονται σε κουτιά στην Κωνσταντινούπολη ως δώρα. Τέτοια γλυκά αχλάδια υπάρχουν μόνο στην Περσία στην πόλη Νεσού και είναι σαν τα αχλάδια που ονομάζονται μέλτζε στην πόλη του Μπαρ. Εδώ παράγεται μαύρο κριθάρι, το οποίο πρέπει να δίνεται με προσοχή στα άλογα και υπάρχει μεγάλη ποσότητα ρυζιού. Στην πόλη βρίσκεται ο τάφος του Αζ-Ντεντέ.

Είχαμε μείνει εδώ τρεις ημέρες, όταν έφτασαν γράμματα για τον πασά από τους θείους μου, τον Μελέκ–Ζάντε και τον Αμπντούρ-Ραχίμ, που ειδοποιούσαν για τον θάνατο του πατέρα μου και ότι όλα τα αγαθά του παρέμεναν στα χέρια της μητριάς μου. Παρακαλούσαν να μου δώσει ο πασάς άδεια, για να ταξιδέψω στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ρυθμίσω τις υποθέσεις μου, ύστερα από το οποίο θα μπορούσα να επιστρέψω σε αυτόν. Παρέλαβα τρεις επιστολές από συγγενείς μου με την ίδια είδηση, τις οποίες παρουσίασα στον πασά, ο οποίος μου έδειξε εκείνες που είχε λάβει. Μου έδωσε την άδεια να πάω, με την προϋπόθεση ότι θα γύριζα ξανά. Φώναξε τον κεχαγιά και τον χαζινεντάρ, μου έδωσε πεντακόσια δηνάρια, δύο άλογα και δύο σκλάβους, μια υπέροχη σκηνή και τρία μουλάρια, πέρα από εκείνα που είχα λάβει ως δώρο από τον μακαρίτη Βάρβαρ Αλή Πασά. Με επτά Μαμελούκους και οκτώ υπηρέτες συνδεδεμένους με μένα, πήρα την άδεια του πασά και ξεκίνησα στο τέλος του Τζεμάζι-ουλ-αχίρ του έτους 1058 (1648) από το Μπεγ-μπαζάρι για την Κωνσταντινούπολη.

Ταξίδι από το Μπεγ-μπαζάρι στην Κωνσταντινούπολη

Βαδίσαμε εννέα ώρες προς βορρά μέσα από καλλιεργούμενα χωριά και ανοιχτά λιβάδια προς το χωριό Σαρή-μπεγκ. Εδώ φαίνεται γιγαντιαίο τείχος, που λέγεται ότι έχει μετακινηθεί από τη θαυματουργή δύναμη του Χατζή Μπεκτάς και δείχνουν το σημείο όπου καθόταν επάνω στο τείχος. Δεν έχει θεμελίωση και επομένως είναι προφανές ότι έχει μετακινηθεί εδώ. Επτά ώρες πιο πέρα είναι το χωριό Κοστέκ-μπεγκ με εκατό σπίτια σε έδαφος τεμνόμενο από κοιλάδες. Οι κάτοικοι είναι ελεύθεροι από κάθε φόρο. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Καρά Γιαζιτζή, Σεΐντ-ουλ-Αράμπ, Καλεντέρογλου, Τζεννέτογλου, Ντελή Χασάν και Σετζιαλίογλου την εποχή του Αχμέτ Α’, επιτέθηκαν σε μεγάλο καραβάνι εδώ, το οποίο λεηλάτησαν, σκοτώνοντας περισσότερους από 2.000 ανθρώπους. Ο δρόμος στη συνέχεια παρέμεινε αποκλεισμένος για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι που ο Νασίφ Πασάς έχτισε εδώ μεγάλο χάνι και μετέφερε τους κατοίκους σε αυτό. Υπάρχει τζαμί, χάνι, ιμαρέτ και λουτρό. Οι σταφίδες αυτού του τόπου φημίζονται για ξινή μαρμελάδα. Το χάνι δεν έχει το αντίστοιχό του σε ολόκληρη την Ανατολία, εκτός αν πρόκειται για το χάνι της Κατίφα και της Σάσα στην περιοχή της Δαμασκού. Ο στάβλος χωράει 2.000 άλογα, ενώ υπάρχει και στάβλος για καμήλες και όλα τα κτίρια είναι καλυμμένα με μόλυβδο. Οκτώ ώρες πιο πέρα προς βορρά φτάσαμε στο Ναλί Χαν, μικρό απελευθερωμένο μουσουλμανικό χωριό εκατό σπιτιών σε κοιλάδα, το οποίο κυβερνά ο μουτεβελή του Νασίφ Πασά. Αυτό το χάνι είναι επίσης δικό του ίδρυμα και είναι χτισμένο σαν εκείνο του Κοστέκ-μπεγκ Χαν, έχοντας εκατόν πενήντα καμινάδες με κουζίνα, όπως εκείνη του Κεϊκαβούς. Οι ταξιδιώτες παίρνουν ο καθένας ένα καρβέλι σε μπρούτζινο πιάτο, ένα πιάτο σούπα και ένα κερί. Σε επτά ακόμη ώρες φτάσαμε στο χωριό Τουρμπελί Κοϊλίκ, το οποίο με τη σκληρή γλώσσα των Τούρκων προφέρεται Τορμπαλί Κοϊλούκ. Ο Ακ-Σεμσεντίν είναι θαμμένος σε αυτό το χωριό. Το κάστρο, που χτίστηκε από τους Έλληνες αυτοκράτορες, κατακτήθηκε από τον Γαζή Οσμάν κατά το έτος 712 (1312). Έχει κεχαγιά-γερι και σερντάρ αλλά όχι ντιζντάρ. Αυτό το μέρος περιβάλλεται και από τις δύο πλευρές από βράχους, από τους οποίους το νερό της ζωής ρέει μέσα σε σωλήνες από ξύλο ελάτης. Αν και οι κάτοικοί του είναι Τούρκοι, είναι παρ’ όλα αυτά γλυκιά κωμόπολη 2.000 σπιτιών, όλων καλυμμένων με ξύλο ελάτης, δεκαοκτώ τζαμιών και οκτώ συνοικιών. Πάνω από τα σπίτια κρέμονται οι ασβεστολιθικοί βράχοι, οι οποίοι κατά καιρούς πέφτουν επάνω τους, χωρίς να κάνουν την παραμικρή ζημιά σε ανθρώπους ή ποντίκια. Τα σπίτια πάνω από τα οποία κρέμονται οι βράχοι είναι διακόσια. Δεν υπάρχει σχολή ή σπίτι παράδοσης, αλλά είκοσι σχολεία για αγόρια. Στην αγορά υπάρχουν τρία χάνια καλυμμένα με τούβλα, λουτρό, καλός αριθμός μύλων και εβδομηνταπέντε καταστήματα, στα οποία πωλούνται τσάντες σέλας και πανιά για άλογα. Δεν μπορούν να ζήσουν Εβραίοι σε αυτό το μέρος, γιατί σε αυτό πεθαίνουν αμέσως.

Περιγραφή του τάφου του μεγάλου Αγίου Ακ-Σεμσεντίν

Γεννήθηκε στη Δαμασκό και αντλεί τη γενεαλογία του από τον Αμπουμπέκρ, πράγμα που αποδείχθηκε από την απουσία μιας από τις αρθρώσεις στο δάκτυλό του, επειδή όλοι οι απόγονοί του γεννήθηκαν με αυτό το ελάττωμα. Είχε συνομιλήσει με τον Σεχαμπουντίν Σερβερντί, ο οποίος είναι θαμμένος στο κάστρο της Βαγδάτης και στην Άγκυρα με τον Χατζή Μπαϊράμ. Συνόδευσε τον Μωάμεθ Β’ στην κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και προείπε την ημέρα κατάληψης της πόλης. Εκείνος και ολόκληρη η οικογένειά του είναι θαμμένοι εδώ. Ήταν αυτός που ανακάλυψε τον τάφο του Εγιούπ και με την υπόδειξη του οποίου έσκαψαν στο σημείο που υπέδειξε. Συνέθεσε πολλούς τόμους βιβλίων και στην ιατρική ήταν ένας δεύτερος Λόκμαν. Ο γιος του Αχμέτ Τσελεμπή είναι ο συγγραφέας του Γιουσούφ και Ζουλέικα, ενός από τα πιο φημισμένα ποιήματα στην τουρκική γλώσσα. Δεν δέχτηκε τη θέση του διευθυντή, που ο πατέρας του προόριζε για εκείνον και η οποία μετά τον θάνατό του ανατέθηκε στο Σαάντ Αλλάχ, έναν άλλο γιο του, ο οποίος είναι θαμμένος κοντά στον πατέρα του. Ο σεΐχης Νουραλλάχ, ο τρίτος του γιος, πήγε στη Μπούρσα για να τελειώσει τις σπουδές του και σκοτώθηκε μόνος του από ατύχημα, όταν ο σουγιάς του μπήκε στο στομάχι του. Ο σεΐχης Τσελεμπή Εμριλλάχ δεν ακολούθησε τον τρόπο ζωής του πατέρα του και πέθανε από την πογάδρα. Συνέθεσε ένα ιστορικό έργο. Ο σεΐχης Νασρολλάχ, ο πέμπτος γιος του, ταξίδεψε για επτά χρόνια στην Περσία και είναι θαμμένος στην Ταμπρίζ. Οι Πέρσες επισκέπτονται τον τάφο του και μερικοί πιστεύουν λανθασμένα ότι είναι ο γιος του Σεμς Ταμπρίζι που είναι θαμμένος στην πόλη της Χούι [Χόυ], όπου περπατούσε με κομμένο το κεφάλι, κρατώντας το στο χέρι του. Ο σεΐχης Μοχάμεντ Νουρολχούντα, που ήταν γιος του Ακ-Σεμσεντίν, όταν ο πατέρας του άγγιξε την κοιλιά της μητέρας του που ήταν έγκυος σε αυτόν, εκεί γέννησε αμέσως με τον χαιρετισμό που δόθηκε στο παιδί, το οποίο τον επέστρεψε λέγοντας «Εσελάμ αλέικουμ». Αυτό το εκστασιακό παιδί (μετζούμπ), όταν μεγάλωσε, μπορούσε να ξεχωρίσει στο τζαμί εκείνους που θα πήγαιναν στον παράδεισο από εκείνους που θα πήγαιναν στην κόλαση. Είναι θαμμένος στο χωριό Έβλεκ, το οποίο του δόθηκε από τον σουλτάνο Μωάμεθ. Στον σεΐχη Μοχάμεντ Αμπντουλάχ, τον προαναφερθέντα δεύτερο γιο του Ακ-Σεμσεντίν, μίλησε επίσης ο πατέρας του όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Σε ηλικία οκτώ ετών ήταν ήδη συγγραφέας ενός ντιβάν. Συνέθεσε το Λέιλα και Μετζνούν και το Γιουσούφ και Ζουλέικα, που δεν έχουν αντίστοιχο στην τουρκική γλώσσα. Πέθανε σε ηλικία εξηνταέξι ετών. Μεταξύ μεγάλου αριθμού πραγματειών, έγραψε μία για τη φυσιογνωμία που εκτιμάται πολύ. Ο γιος του, ο Μοχάμεντ Τσελεμπή, ήταν μεγάλος άγιος και στην καλλιγραφία δεύτερος Γιακούτ Μοστασεμί και Ιμπν Μόκλα. Ο τάφος του σεΐχη Αμπντ-ουλ-Καντίρ, γιου του Σαάντ Αλλάχ, είναι έξω από εκείνον του προγόνου του. Ο σεΐχης Αμπντουρ-ραχήμ, ένας από τους οπαδούς του Ακ-Σεμσεντίν, που έζησε σαράντα χρόνια ύστερα από αυτόν, είναι ο συγγραφέας του έργου Βαντέτ-ναμε (βιβλίο της ενότητας).

Μείναμε εδώ μία μέρα και ύστερα ταξιδέψαμε επτά ώρες προς βορρά, προς το Ταρακλί, που χτίστηκε από τους Έλληνες ηγεμόνες της Μπούρσα και κατακτήθηκε από τον Οσμάν. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Υπάρχουν 500 σπίτια σε κοιλάδα, όλα καλυμμένα με τούβλα, έντεκα μιχράμπ, επτά συνοικίες, λουτρό, πέντε χάνια, έξι σχολεία και διακόσια καταστήματα. Αυτή η πόλη ονομάζεται Ταρακλί επειδή φτιάχνονται εδώ κουτάλια και χτένες (ταράκ) από τα δένδρα πύξου που καλύπτουν τα γειτονικά βουνά. Αυτά τα κουτάλια και οι χτένες στέλνονται στην Αραβία και την Περσία. Ο χείμαρρος που ρέει μέσα από το χωριό χύνεται στον ποταμό Χάρμενı και μαζί του στη θάλασσα. Οκτώ ώρες βόρεια βρίσκεται το κάστρο της Κίβα, πιο σωστά Κεκίβα, μικρό κάστρο για τα πρόβατα μιας Ελληνίδας πριγκίπισσας. Είναι το ίδρυμα που αφιερώθηκε στη διάσημη γέφυρα του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ που χτίστηκε εδώ πάνω από τον Σακάρια.

Ήταν παλαιότερα μεγάλη πόλη, αλλά καταστράφηκε κατά τη βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ Δ’ από πλημμύρα των Σακάρια. Είχε τριακόσια σπίτια, τζαμί, λουτρό, τρία χάνια και επτά σχολεία για αγόρια. Βρίσκεται τώρα σε απόσταση βολής βέλους από το ποτάμι και έχει μεγάλο χάνι καλυμμένο με τούβλα και είκοσι καταστήματα κοντά του. Η ξινή μαρμελάδα από σταφίδα και τα πεπόνια της περιοχής είναι διάσημα, όπου δύο πεπόνια είναι το φορτίο ενός αλόγου. Ο ποταμός Σακάρια, που ρέει εδώ κάτω από τη γέφυρα, έρχεται από την πόλη Μπεγ-μπαζάρι και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στην Ίρβα [Ρίβα]. Σε αυτό το μέρος κατοικούν ένας σερντάρ, ένας κεχαγιά-γερι και ένας μουτεβελή ή διαχειριστής του βακφ. Ο Μπουρχάν, σύντροφος του Οσμάν Α’, είναι θαμμένος εδώ. Περάσαμε τη γέφυρα και προχωρήσαμε προς τα βόρεια, δίπλα στις όχθες του Σακάρια, μέσω του μεγάλου δάσους που ονομάζεται Αγάτς-Ντενιζί (θάλασσα δένδρων), που είναι κρησφύγετο άγριων θηρίων και ληστών, όπου έχουν χαθεί πολλοί ξένοι. Τα δένδρα είναι έλατα και φλαμουριές, που εμποδίζουν τις ακτίνες του ήλιου και αρωματίζουν το μυαλό με το γλυκό άρωμά τους.

Αυτά τα βουνά κατοικούνται από χίλιους περίπου ανελέητους Τούρκους, που ζουν κόβοντας ξύλα και φορτώνοντάς τα σε πλοία και μερικές φορές κόβοντας επιβάτες και ξεφορτώνοντας καραβάνια. Αυτό το δάσος εκτείνεται σε τέσσερα σαντζάκια, δηλαδή Μπούρσα, Ιζμίτ και Μπόλου και χρειάζεται ένας μήνας για την περιήγησή του. Σε ορισμένα σημεία είναι κομμένο, όπως ο δρόμος προς την Κίβα. Τρεις ώρες από την Κίβα φτάσαμε στο κάστρο των βοσκών (Τσομπάν Καλεσί), μικρό κάστρο που υψώνεται στους ουρανούς. Εδώ κατοικούσαν οι βοσκοί της πριγκίπισσας Κεκέβα και έπαιρναν φόρο από εκείνους που περνούσαν. Έχοντας ευθυγραμμίσει το πέρασμα μεταξύ των βουνών και του ποταμού Σακάρια, υποχρέωναν καθέναν να πληρώνει. Περάσαμε από αυτό και συνεχίζοντας τον δρόμο μας προς τα δυτικά κατά μήκος της όχθης του Σακάρια για επτά ώρες, φτάσαμε στη Σαμπάντζα, καλλιεργημένο μέρος που έχει ήδη περιγραφεί στον δρόμο προς Ερζερούμ. Από εκεί φτάσαμε στη Νικομήδεια, που περιγράφηκε επίσης στο ταξίδι προς Ερζερούμ. Περάσαμε από το Χέρκε [Χάρακα], τη Γκέμπζε, τον τάφο του Γκεμικλή Αλή Μπαμπά, το Πεντίκ, το Καρτάλ, τη γέφυρα του Μποσταντζή-μπαση και το Καντικιόι και φτάσαμε στο τέλος του Τζεμάζι-ουλ-αχίρ, 1055 (1648), στη μεγάλη πόλη Σκουτάρι και τέλος, δόξα τω Θεώ! στην Κωνσταντινούπολη, με όλες τις αποσκευές μου. Φίλησα το χέρι της μητέρας μου και τα μάτια των αδελφών μου και έπειτα ανέβηκα ξανά στο άλογο, για να εκπληρώσω τον όρκο μου επισκεπτόμενος τον τάφο του Εγιούπ, όπου έκαψα και μοίρασα θυμίαμα και επέστρεψα στο σπίτι. Είδα σε όνειρο τον πατέρα μου που μου ευχήθηκε χαρά για την ευτυχή άφιξή μου και για την επίσκεψή μου στον τάφο του Ερ-Σουλτάν. Έχοντας πει τρεις φορές τη Σούρα-ετ-τεκατερί, ξύπνησα και πήρα βάρκα για να επισκεφτώ τον τάφο του πατέρα μου πίσω από τον ναύσταθμο και των πρόγονων μου θαμμένων εκεί από την εποχή του Μωάμεθ Β’, είπα τρεις φορές την παραπάνω σούρα και ύστερα επέστρεψα στο σπίτι, ανέλαβα την κατοχή της κληρονομιάς του πατέρα μου και έδωσα όρκο να αφιερώσω 2.000 ζεκίνια της στο προσκύνημα στη Μέκκα. Επισκέφτηκα όλους τους φίλους και γνωστούς μου και απόλαυσα μαζί τους τις χαρές της συνομιλίας, όταν άρχισε η μεγάλη εξέγερση των στρατευμάτων στις 18 του Ρετζέτ, 1058 και τελείωσε με την εκθρόνιση του σουλτάνου Ιμπραήμ και την άνοδο στον θρόνο του γιου του, του Μωάμεθ Δ’.

(Ακολουθεί η περιγραφή της εκθρόνισης του σουλτάνου Ιμπραήμ, η οποία είναι σχεδόν ίδια με αυτήν που δόθηκε στον πρώτο τόμο, στην ενότητα για τη βασιλεία αυτού του σουλτάνου και επομένως παραλείπεται εδώ.)

Ο Εβλία στη συνέχεια αφηγείται πώς ο κύριός του Μοχάμεντ Ντεφτερντάρ Ζάντε ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και ύστερα από ζωηρή διαμάχη με τον Κότζα Μεβλεβή, τον μεγάλο βεζίρη, απέκτησε από αυτόν την αναγόρευση ως κυβερνήτη της Μαλάτειας, ικετεύοντας να του παραχωρήσει το χαράτζ (φόρο υποτέλειας), τους αουάριζ (φόρους κατά περίπτωση) και το μοχασιλίκ ή τέλος συλλογής φόρων, πράγμα που έγινε. Ο Εβλία τον συνόδευε και πήρε με μεγάλη δυσκολία την άδεια να πάει στο προσκύνημα στη Μέκκα. Ύστερα έμεινε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη και προσκολλήθηκε στον Σιλεχντάρ Μουρτεζά Πασά ως μουεζίν-μπασης (αρχικήρυκας της προσευχής). Ονομάστηκε επίσης ιμάμης του μαχμέλ (του ετήσιου δώρου του σουλτάνου στη Μέκκα) και πήγε από την Κωνσταντινούπολη στο Σκουτάρι τις πρώτες ημέρες του μήνα Σαμπάν, ξεκινώντας με τον Μουρτεζά Πασά για το ταξίδι στη Δαμασκό. Ο ιμάμης του πασά ήταν Άραβας και ο Μουρτεζά τον αντιπαθούσε. Ο Άραβας λοιπόν έκανε τις προσευχές του έξω από τη σκηνή του πασά και ο Εβλία μέσα σε αυτήν και ήταν συνεχώς στη συντροφιά του πασά. Κατά τη διάρκεια του χρόνου που παρέμειναν στο Σκουτάρι, ο Χασάν Αγάς έφερε στην πόλη τον διάσημο ληστή Χαϊντέρογλου, στα χέρια του οποίου είχε πέσει ο Εβλία όταν έχασε τον δρόμο στο πέρασμα, όπως περιγραφηκε προηγουμένως και τον κρέμασαν στο Παρμάκ-καπί (πύλη του δάχτυλου). Την ίδια νύχτα με την εκτέλεση του ληστή, ο Εβλία κοιμήθηκε στο πατρικό του σπίτι στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα πήρε την άδεια από τους φίλους και τους συγγενείς του και πέρασε στο Σκουτάρι, όπου επισκέφθηκε τον Μαχμούτ Εφέντη του Ουσκουντάρ και τον Άγιο Καρατζή Αχμέτ και τους τάφους όλων των σπουδαίων ανδρών στο νεκροταφείο, καλώντας τα πνεύματά τους να τον βοηθήσουν στο ταξίδι του στη Συρία, το οποίο επρόκειτο να αναλάβει.

Αμήν, με τη χάρη του Κυρίου των Αποστόλων.

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ

<-12. Ταξίδι στο Ερεβάν Γλωσσάρι->
error: Content is protected !!
Scroll to Top