Glossary

<-13. Ερζερούμ-Κωνσταντινούπολη

Γλωσσάρι

αμπάς (aba): χοντρό μάλλινο ύφασμα∙ πανωφόρι από το ύφασμα αυτό.

βαλής (vali): νομάρχης.

γαζής (gazi): πολεμιστής του Ιερού Πολέμου για να επικρατήσει το Ισλάμ.

γιαλί (yah): (γιαλός) παραθαλάσσιο αρχοντικό.

γιαουρτσής (yoğurtçu): πλανόδιος πωλητής γιαουρτιού.

γκιουλάτς (güllaç): πολύ λεπτές τραγανές πίτες αμυλάλευρου, που σερβίρονται με σιρόπι, καρύδια και ροδόσταμο.

γκιουλές (gülle): βλήμα κανονιού.

εζάνι (ezan): η πρόσκληση για προσευχή.

ελίφ: το πρώτο γράμμα του αραβικού αλφαβήτου, το γράμμα με το οποίο αρχίζει η λέξη Αλλάχ.

ενταρί (entari): μακρύ αντρικό φόρεμα∙ το εσωτερικό ράσο των κληρικών.

εξώστης (şerefe): ο εξώστης του μιναρέ όπου βγαίνει για να ψάλει ο μουεζίνης. (Στην περίπτωση της ενθρόνισης του αυτοκράτορα, «τρεις εξώστες» σημαίνει πως θα έψελνε ένας μουεζίνης σε κάθε έναν εξώστη.)

εσωτερικό παλάτι (enderun hûmayunu): το τμήμα του σεραγιού όπου ήταν το χαρέμι.

ζαγαριτζής (zağarci): ο άνθρωπος που φροντίζει τα κυνηγόσκυλα.

ζερντέ (zerde): είδος πολτού από ρύζι και ζάχαρη, αρωματισμένος και χρωματισμένος με σαφράνι.

Ζουχρέ (Zühre): (αραβ.) ο πλανήτης Αφροδίτη.

ιμαρέτ (imaret): φιλανθρωπικό ίδρυμα για τους φτωχούς.

Ιντρίς: ο προφήτης Ενώχ.

Ισκεντερ‐ί Ζουλκαρνέιν: Αλέξανδρος ο Δίκερος, ο Μέγας Αλέξανδρος.

Ισραφήλ: «Ο φλεγόμενος», ο άγγελος της ανάστασης και των ασμάτων στην αραβική λαογραφία.

ιτς ογλάν (iç oğlan): (κυριολεκτικά = εσωτερικός νέος) ακόλουθος.

ιτς πιλάφ (iç pilav): ρύζι με συκωτάκια πουλιών, σταφίδες και κουκουνάρια.

καβούκι (kavuk): σκούφος (συνήθως κεντημένος) γύρω από τον οποίο τυλίγεται πολλές φορές μια λωρίδα υφάσματος.

καζασκέρης (kazasker): στρατοδίκης, επικεφαλής στρατιωτικού δικαστηρίου ή αξιωματούχος του μουσουλμανικού δικαστικού σώματος.

καϊκτσής (kayikçi): βαρκάρης.

καπού‐αγάς (kapi ağasi): λευκός ευνούχος.

κατμέρ (katmer): δίπλες.

κιμπλάς (kible): η κατεύθυνση στην οποία στρέφονται οι μουσουλμάνοι όταν κάνουν το ναμάζι, δηλ. προς την Καάμπα της Μέκκας.

κουμπές (kubbe): τρούλος, θολωτή στέγη.

Κωνσταντίνιε: έτσι ονόμαζαν οι Οθωμανοί την Πόλη πριν και κατά τα χρόνια της Άλωσης.

λαλάς (lala): παιδαγωγός των διαδόχων του οθωμανικού θρόνου.

μεβλεβή: μέλος του μοναστικού τάγματος των μεβλεβήδων, που ιδρύθηκε από τον μεβλάνα Τζελαλεντίν Ρουμί (1203‐1272).

μεντρεσές (medrese): μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο.

μουχαλεμπί (muhallebi): κρέμα από γάλα με ροδόσταμο.

μπαλτατζής (baltaci): σώμα σωματοφυλάκων του σουλτάνου που ένα από τα καθήκοντά τους ήταν να εκπαιδεύουν νέους για να καταταγούν στο σώμα των γενίτσαρων και ένα άλλο να κόβουν και να κουβαλούν μια φορά το μήνα ξύλα για τις ανάγκες του χαρεμιού.

«μπισμιλλάχιραμανιραχιμ» ή απλώς «μπίσμιλλαχ»: στο όνομα του οικτίρμονα και ελεήμονα Θεού. Επίκληση προς το Θεό, που γίνεται κατά την έναρξη εργασίας.

μποξάς (boza): ποτό από κεχρί.

μποσταντζής (bostanci): σωματοφύλακας του σουλτάνου πριν από το 19ο αιώνα∙ σώμα ανακτορικής φρουράς που είχε αρχικά συγκροτηθεί από τους κηπουρούς του σεραγιού.

ναμάζι (namaz): προσευχή.

ναξιμπεντή: μοναστικό τάγμα που ίδρυσε το 718 έτος Εγίρας (1318) στην Μπουχάρα ο Μεχμέτ Μπεχαετίν Σαχ Ναξιμπεντή.

νταγλίτς (dağliç): κοκκινιστό με κρέας πρόβατου.

Ντερσααντετ (Dersaadet): Η Πύλη της Ευδαιμονίας, τ’ όνομα της Πόλης μετά την Άλωση.

ντιβάνι (divan): συμβούλιο των ανώτερων λειτουργών του κράτους υπό την προεδρία του σουλτάνου.

ουλεμά (ulema): μουσουλμάνος νομομαθής και νομοδιδάσκαλος.

πέτρα του χαμάμ (göbek taşi) (γκιομπέκ=ομφαλός, τας=πέτρα): στρογγυλή μαρμάρινη εξέδρα που βρίσκεται στο κέντρο του χαμάμ, πάνω στην οποία γίνεται η «καλλωπιστική τελετουργία» (τρίψιμο, μάλαξη κτλ.).

πιρουχί (piruhi): (οθωμ.) πιροσκί.

iΡούμελη (Rumeli, Rumili: επικράτεια των Ρωμαίων): με την ονομασία αυτή ορίζονταν από τους Οθωμανούς όλα τα εδάφη των Βαλκανίων που αποτελούσαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας∙ στα τουρκικά σήμερα χρησιμοποιείται με την έννοια της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.

ρουσφέτι (rüşvet): (αραβ.) δωροδοκία, λάδωμα, δόσιμο, μπαξίσι (κυριολεκτικά κατά την τουρκική έννοια: 1. κατάχρηση εξουσίας διοικητικού οργάνου του κράτους έναντι χρηματικού ποσού ή περιουσιακού στοιχείου. 2. χρήματα ή περιουσία που λαμβάνονται ή προσφέρονται με τον τρόπο αυτό∙ rüşvet almak/yemek: παίρνω/τρώω ρουσφέτι, rüşvet vermek: δίνω ρουσφέτι).

σαγάνι (sahan): μικρό τηγάνι με δύο λαβές.

σαντραζάμης (sadrazam): ο Μεγάλος Βεζίρης, ο πρωθυπουργός.

σεΐζης (seyiş): ιπποκόμος.

σεϊχουλισλάμης (şeyhülislam): ο μόνος έγκυρος ερμηνευτής του Κορανίου. Παρακαθόταν στο υπουργικό συμβούλιο και ιεραρχικά ερχόταν αμέσως μετά το Μεγάλο Βεζίρη.

σερμπετσής (şerbetçci): πλανόδιος πωλητής σερμπετιού.

σινί (sini): στρογγυλό χάλκινο ταψί.

σουρμές (sürme): μαύρη χρωστική ουσία για τη βαφή των βλεφάρων και των βλεφαρίδων.

τζιερτζής (ciğerci): πωλητής εντοσθίων, συχνά πλανόδιος.

τζουμπές (cüppe): μακρύ, ευρύχωρο παλτό.

τουγρά (tuğra): το μονόγραμμα του σουλτάνου που έμπαινε στα επίσημα έγγραφα, η υπογραφή του σουλτάνου.

τουρμπές (türbe): μαυσωλείο.

«τραπέζι του Ζεκεριά». Ζεκέρ: (παλιά οθωμανική λέξη από τα αραβικά) κάλαμος, ανδρικό μόριο. πέος.

τσινί (çini): σμαλτωμένες πολύχρωμες πλάκες, κεραμουργική διακοσμητική επένδυση.

φετβάς (fetva): η γνωμοδότηση του μουφτή για ζήτημα του ιερού μουσουλμανικού δικαίου∙ αυθαίρετη απόφαση ή διαταγή.

χασμπαχτσέ (Hasbahçe): ανακτορικός κήπος.

Χιζίρ (Hizir): «προφήτης‐άγιος» της λαϊκής παράδοσης των μουσουλμάνων της Μικράς Ασίας, που ανακάλυψε την πηγή του νερού της αθανασίας, ήπιε κι έγινε αθάνατος. Αναπαριστάνεται πολλές φορές ως προφήτης Ηλίας. «Εορτάζεται» και σήμερα στη γιορτή της έναρξης του καλοκαιριού ή αλλιώς Χιντρελλέζ. στις 6 Μαΐου. Την ημέρα εκείνη κατεβαίνει με το πύρινο άρμα του από τον ουρανό και ως από μηχανής θεός εκπληρώνει τις ευχές των ανθρώπων. (Τα εισαγωγικά στις λέξεις «άγιος» και «εορτάζεται» για να τονιστεί πως πρόκειται για λαϊκή παράδοση, γιατί στον ισλαμισμό δεν υπάρχουν άγιοι με την έννοια του χριστιανισμού.)

χοσάφι (hoşaf): ρόφημα από το βράσιμο αποξηραμένων φρούτων με ζάχαρη.

<-13. Ερζερούμ-Κωνσταντινούπολη
error: Content is protected !!
Scroll to Top