| <-10. Ταμπρίζ-Ερεβάν | 12. Ταξίδι στο Ερεβάν το έτος 1057 (1647)-> |
11. Ταξίδι στη Γεωργία
Ύστερα από πορεία δεκαέξι ωρών προς τα νοτιοανατολικά μέσω του δάσους, φτάσαμε στη θέση που ονομάζεται Κουρ, με χίλια ωραία σπίτια και τζαμί, στα σύνορα του Νταγεστάν, όχι πολύ μακριά από την Ταϊσεράν, την κατοικία του Μιχάλ Σαχ, ηγεμόνα του Νταγεστάν. Κάθε Παρασκευή οι άνθρωποι συρρέουν εδώ για να αγοράσουν και να πουλήσουν, όχι για χρήματα, αλλά με ανταλλαγή. Υπάρχουν 10.000 κάτοικοι, όλοι Σουνίτες και Σάφι. Δεν είδα καθόλου γυναίκες εδώ. Οι γυναίκες του Νταγεστάν δεν επιτρέπεται να βγαίνουν από το σπίτι, εκτός από ένα ταξίδι στη Μέκκα ή για να μεταφερθούν στο νεκροταφείο μετά τον θάνατό τους. Οι άνδρες είναι φιλόξενοι. Φύγαμε από αυτό το μέρος, περάσαμε ένα ερειπωμένο κάστρο μέσα στο δάσος και ύστερα μπήκαμε στη μεγάλη περιοχή των Αβάρων. Είναι περιοχή που ανήκει στο χας του ηγεμόνα του Νταγεστάν και στη διάρκεια ταξιδιού τριών ημερών είδαμε εβδομήντα μεγάλα κεντ με τζαμιά και χάνια.
Περιγραφή του Κάστρου Σερίρ-ουλ-Αλάν
Αυτή η αρχαία πόλη χτίστηκε από τον Ορμούζ, γιο του Νουσιρβάν. Αποσπάστηκε από τα χέρια των ηγεμόνων του Νταγεστάν από τον Πέρση σάχη Κορ Χονταμπέντε και έπεσε σε εκείνα των Οθωμανών, οι οποίοι κατέστρεψαν το κάστρο για να μη χρησιμοποιηθεί ως άμυνα εναντίον τους. Τώρα είναι μεγάλη αρχαία πόλη που βρίσκεται στην άκρη του όρους Καύκασος και ανήκει στην κυβέρνηση του Αρές. Σύμφωνα με την υπέροχη ιστορία, σε αυτή την πόλη έστησε ο Σολωμών τον θρόνο του, τον οποίο μετέφεραν στον αέρα τα τζίνια, όταν ήρθε με την Μπαλκίς και τεράστιο στρατό για να δει το όρος Καύκασος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε θρόνος του Λαν, περσική λέξη που σημαίνει τόσο φωλιά, όσο και αυτός που περπατάει ή ταξιδεύει. Βρίσκεται μεταξύ των πόλεων της πύλης των πυλών, του Σαμάχι και του Νιαζαμπάντ, αλλά δεν καλλιεργείται πολύ. Καθώς είναι στα άκρα των συνόρων, οι κήποι του είναι λίγοι λόγω της ψυχρότητας του κλίματος. Υπάρχουν 3.000 σπίτια με επίπεδες στέγες και μερικά τζαμιά όχι πολυσύχναστα, επτά λουτρά, έντεκα καραβανσεράι και εβδομήντα καταστήματα. Καθώς μείναμε εδώ μία μόνο νύχτα, ήταν αδύνατο να δούμε μεγάλο μέρος του. Είναι έδρα χαν, δικαστή, κελεντέρ, νταρόγα και μουνσί και έχει φρουρά χιλίων ανδρών. Υπάρχει μεγάλος αριθμός Σουνιτών, που ζουν με τον καθαρισμό του βαμβακιού. Τα νερά που δίνουν ζωή στις φυτείες του βαμβακιού, πηγάζουν όλα από τη δυτική πλευρά του όρους Καύκασος και χύνονται στον Κουρ. Περπατήσαμε για μερικές ώρες προς την κατεύθυνση της Καάμπα, στην περιοχή της Χάτα, εξάρτηση των ηγεμόνων του Νταγεστάν, δασωμένη έκταση, που περιλαμβάνει τριακόσια κεντ, με τζαμιά, χάνια και κήπους. Μείναμε εδώ για τρεις ημέρες ως φιλοξενούμενοι και συνεχίσαμε το ταξίδι μας την τέταρτη στην περιοχή του Ζάχορ, που αποτελείται από εκατόν πενήντα χωριά και μεγάλα κεντ και την κυβερνά ο Γιουσούφ, ένας από τους ηγεμόνες του Νταγεστάν, ο οποίος διοικεί 7.000 γενναίους φιλοπόλεμους άνδρες. Ο μπεγκ, με τον οποίο περάσαμε μια νύχτα, μου χάρισε πενήντα δέρματα από αγριόγατες και εγώ του έδωσα τρία μαντήλια κεντημένα από τη Σουλτάνα Κία.
Τάφος του Εμίρ Σουλτάν
Ήταν μεγάλος Άγιος. Οι ιεροί άνθρωποι αυτής της χώρας, όλοι μορφωμένοι δάσκαλοι, δεν έχουν εχθρότητα μεταξύ τους, αλλά αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Ρεβάφ (αιρετικούς Πέρσες). Εδώ τελειώνει το Νταγεστάν και αρχίζει η επαρχία της Γεωργίας.
Το συνοριακό κάστρο Ουρ ανήκει στους Πέρσες. Το περάσαμε στα αριστερά μας, περιζώσαμε τα όρια του κάστρου του Σεκί, το οποίο είδα στο παρελθόν στον δρόμο για το Σαμάχι και φτάσαμε στην πόλη Ζαχόριε στα σύνορα του Ταμάρας-Χαν, που ανήκει στον χαν της Τιφλίδας. Οι κάτοικοι είναι όλοι Γεωργιανοί, Αρμένιοι και Γκοκντουλάκ.
Περιγραφή της παλιάς πόλης του Καχτ166
Αυτή η πόλη βρίσκεται στα σύνορα της Γεωργίας και τώρα κυβερνάται από τους Πέρσες. Χτίστηκε από τον Nουσιρβάν για να διατηρεί σε τάξη τις φυλές του Καυκάσου. Είναι πεντάγωνο κάστρο, 14.000 μεγάλα βήματα σε περίμετρο, με 170 προμαχώνες, τρεις πύλες, 2.000 σπίτια μέσα στο κάστρο, τζαμί, λουτρό και χάνι. Τα νερά της, τόσο πολλές πηγές ζωής, πηγάζουν από τη δυτική πλευρά του όρους Καύκασος και αφού ποτίσουν τους κήπους, πέφτουν στον Κουρ στα ανατολικά. Το κλίμα είναι μάλλον ψυχρό, το μετάξι της δεν φημίζεται πολύ. Οι κάτοικοι είναι Γεωργιανοί, Αρμένιοι και Γκοκντουλάκ. Ο σουλτάνος διοικεί χίλιους στρατιώτες, όλους τους Σιίτες, ενώ υπάρχουν δώδεκα πολιτικοί διοικητές και ένας δικαστής. Στον Σαχ Ισμαήλ άρεσε τόσο πολύ το κλίμα της, που παρέμεινε εδώ τρία χρόνια πριν από τη μάχη του Τσαλντιράν και έχτισε προάστιο έξω από αυτό [το κάστρο], έτσι ώστε να μοιάζει πολύ με την πόλη Κάσαου στο κέντρο της Ουγγαρίας. Μετά την απώλεια της μάχης του Τσαλντιράν, τα οθωμανικά «ιπτάμενα» στρατεύματα που έφτασαν σε αυτήν την πόλη την κατέστρεψαν και από τότε μέχρι σήμερα έχουν αφαιρεθεί πολλές χιλιάδες φορτία λίθων από τον Φερχάντ Πασά για τις επισκευές του κάστρου του Αράς. Ο σουλτάνος αυτού του τόπου με συνόδευσε, από ευγένεια, μέχρι τον επόμενο σταθμό και περάσαμε τη νύχτα στο Χοντράι, πόλη με χίλια σπίτια, τζαμί, χάνι και λουτρό, στα σύνορα της Τιφλίδας.
Περιγραφή Γεωργίας ή Σουσαντιστάν, δηλαδή Μπετλίς
Σύμφωνα με τον συγγραφέα του Σερέφ-ναμε, αυτή η πόλη χτίστηκε για πρώτη φορά από τον Μπιτλίς τον θησαυροφύλακα του Αλέξανδρου, ο οποίος έκτισε επίσης το ομώνυμο κάστρο στην επαρχία Βαν. Το όνομά του είναι τώρα Τιφλίς, το οποίο για πολύ καιρό ήταν μεγάλη περσική διοίκηση, μέχρι που την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Γ’ ο Λάλα Καρά Φερχάντ Πασάς με τεράστιο στρατό ανέλαβε την κατάκτηση της Γεωργίας και κατέκτησε την Τσαλντίρ και εβδομήντα κάστρα. Ο Νταούντ Χαν, ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της Τιφλίδας, τη φρουρούσε με 40.000 άνδρες και την οχύρωσε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Από την άλλη πλευρά ο Οθωμανός διοικητής κάλεσε την πόλη να παραδοθεί στον αυτοκράτορά του. Σε συνέλευση που έγινε με αυτήν την ευκαιρία, προτάθηκε να στείλουν πίσω τον φορέα της κλήσης και να μπουν σε κατάσταση άμυνας, αλλά οι πιο συνετοί, προβλέποντας ότι δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν, διέφυγαν όλοι μια νύχτα και άφησαν το κάστρο χωρίς άμυνα. Ο Οθωμανός διοικητής τους καταδίωξε με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και έφτασε τον χαν της Τιφλίδας στο κάστρο του Ζέκουμ, όπου είχε εδραιωθεί με όλους τους θησαυρούς που είχε απομακρύνει από την πρωτεύουσά του. Ακολούθησε μεγάλη μάχη, στην οποία δεν δόθηκε κανένα έλεος από τους Οθωμανούς νικητές και 40.000 Πέρσες κόπηκαν σε κομμάτια. Η λεία που πήρε ο οθωμανικός στρατός ήταν τεράστια. Ο αγάς των γενίτσαρων με επτά συντάγματα του σώματός του στάλθηκε να φρουρεί την Τιφλίδα και το κάστρο του Ζέκουμ πάρθηκε το έτος 956 (1578). Λίγες ημέρες αργότερα έπεσε και το κάστρο του Κερίμ. Δεν έχω δει το κάστρο του Ζέκουμ, αλλά είδα εκεινο του Κερίμ, χωρίς να μπω σε αυτό, όταν περνούσα από την πεδιάδα του Καχτ. Ο Λάλα Φερχάντ επιδίωκε τη νίκη του σαν να βρισκόταν με κυνηγετική παρέα. Πήρε εικοσιέξι μεγάλα και μικρά κάστρα, μερικά από τα οποία κατέστρεψε και άλλα τα επισκεύασε, τοποθετώντας έναν ντιζντάρ στο καθένα και μπήκε στην Τιφλίδα εν μέσω μεγάλων εκδηλώσεων δημόσιας χαράς. Οχύρωσε το κάστρο αυτό σε τέτοιο βαθμό, που δεν υπάρχει αντίστοιχό του στη Γεωργία ή το Αζερμπαϊτζάν, εκτός από εκείνα του Μπακού και του Μέκου. Η επαρχία δόθηκε με τον βαθμό του μπεηλερμπέη στον Μοχάμεντ Πασά, γιο του Φερχάντ Πασά, που τότε κατείχε το σαντζάκι της Κασταμούνι. Τα έργα της επισκευάστηκαν και οι αποθήκες της ολοκληρώθηκαν. Έστειλε στην Οθωμανική αυλή τα κλειδιά τουλάχιστον εβδομήντα μεγάλων και μικρών κάστρων και στη συνέχεια επέστρεψε ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την αναχώρησή του οι Πέρσες πολιόρκησαν την πόλη της Τιφλίδας για διάστημα επτά μηνών. Η φρουρά που βρίσκεται σε μεγάλη δυστυχία από την έλλειψη τροφής, έτρωγαν πρώτα τα σκυλιά τους και στη συνέχεια τους νεκρούς. Ο λιμός ήταν τόσο μεγάλος, που ο σκύλος που ανήκε στον σούμπαση Αλή πωλήθηκε για 7.000 άσπρα. Τελικά ο κυβερνήτης του Ερζερούμ Μουσταφά Πασάς έφτασε με γρήγορο στράτευμα, έτρεψε τον Πέρση στρατηγό σε φυγή και ανακούφισε τη φρουρά. Ο Χασάν Πασάς, ο γιος του μεγάλου βεζίρη, έφτασε με καραβάνι, φέρνοντας 3.000 φορτία καμήλας με προμήθειες, οι οποίες τοποθετήθηκαν στις αποθήκες του μικρού κάστρου. Κοντολογής, αυτό το φρούριο παρέμενε στα χέρια των Οθωμανών από την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Γ’ μέχρι εκείνη του σουλτάνου Μουσταφά, όταν οι Πέρσες, ενωμένοι με τους Γεωργιανούς, πήραν το κάστρο με απροσδόκητη ενέργεια και το παρέδωσαν στον σάχη. Παραμένει από τότε στα χέρια των Περσών. Είναι η πρωτεύουσα της Γεωργίας, στην οποία ανήκουν δεκαέξι σουλτάνοι, εβδομήντα δικαστές, σαράντα περιοχές και επτά περιφέρειες που ονομάζονται οϊμάκ. Τα τρία δέκατα της Γεωργίας καταλαμβάνονται από την επαρχία της Τιφλίδας. Ο χαν διοικεί 2.000 στρατιώτες. Έχει επίσης έναν δικαστή και δώδεκα δημόσιους αξιωματούχους προς τιμήν των δώδεκα ιμάμηδων.
Μέγεθος και σχήμα του φρουρίου
Αποτελείται από δύο κάστρα, το ένα απέναντι από το άλλο, στις όχθες του Κουρ, που χωρίζει τους βράχους πάνω στους οποίους βρίσκονται και τα οποία είναι συνδεδεμένα από πάνω με γέφυρα, η οποία οδηγεί από το ένα κάστρο στο άλλο. Το μεγάλο κάστρο βρίσκεται στη νότια πλευρά του Κουρ και το μικρό στα βόρειά του. Αυτό το ποτάμι πηγάζει από τα βουνά του Τσαλντίρ, περνάει από Αρνταχάν [Ardahan], Αχίσκα [Akhaltsikhe] και Αζγκούρα και χύνεται στην Κασπία Θάλασσα. Οι Πέρσες ιστοριογράφοι λένε, ότι τα νερά του παρέχονται από 1.060 πηγές. Είναι ο μεγαλύτερος ποταμός σε αυτές τις χώρες μετά τον Ευφράτη. Η περίμετρος του μεγαλύτερου κάστρου είναι 6.000 βήματα, το τείχος έχει ύψος εξήντα πήχεις, με εβδομήντα προπύργια και 3.000 επάλξεις, αλλά χωρίς τάφρο. Ο υδατόπυργος που εφοδιάζει τη φρουρά με νερό σε καιρό πολιορκίας βρίσκεται στον Κουρ. Στο κάστρο υπάρχουν εξακόσια σπίτια με επίπεδες στέγες, κάποια με κήπους και κάποια χωρίς, το παλάτι του χαν, τζαμί και λουτρό. Το μικρό κάστρο κτίστηκε από τον Γεζντετζέρντ Σαχ. Είναι από πέτρα, σε τετράγωνη μορφή, με μία μόνο πύλη στην άκρη της γέφυρας και δεν έχει μπεζεστένι ή ιμαρέτ.
Τρεις χιλιάδες φύλακες ανάβουν συνεχώς φωτιές κάθε βράδυ και φωνάζουν συνεχώς χόντα χομπ (όλα καλά). Παρόλο που είναι περσική πόλη, οι κάτοικοί της όμως είναι ως επί το πλείστον Σουνίτες και Χανέφι από την εποχή των Οθωμανών.
Προϊόντα
Το λευκό ψωμί της Τιφλίδας και τα ροδάκινα είναι διάσημα. Τα λαχανικά είναι υπέροχα. Δεν υπάρχει μετάξι, αλλά τα καλύτερα σταφύλια. Όλες αυτές οι παραγωγές ευημερούν μέσω της ποσότητας του νερού της βροχής που πέφτει και δεν απαιτούν νερό από τον Κουρ. Αυτό συμβαίνει με εκατόν πενήντα πόλεις και χωριά, που περνάει στον δρόμο του.
Τα θερμά λουτρά της Τιφλίδας
Στην ανατολική πλευρά του μεγάλου κάστρου, θερμή πηγή αναβλύζει από το έδαφος χωρίς τη βοήθεια φωτιάς. Κεφάλια και πόδια προβάτων μαγειρεύονται εκεί. Υπάρχουν επίσης πολλά προσκυνήματα στην Τιφλίδα, όπως εκείνα του ιμάμη Χουσεΐν Εφέντη, του Ριζβάν Αγά, του Τζεμ Αλή Εφέντη, κ.λπ. Η Τιφλίδα απέχει πέντε ώρες από το Κιάχτ, από το κάστρο του Αράς τέσσερις ημέρες ταξιδιού και το ίδιο από εκείνο του Γκέντζε. Πήραμε από το χαν διακόσιους άνδρες για να μας συνοδεύσουν και λάβαμε τρία τομάν για τα έξοδα του ταξιδιού.
Περιγραφή του κάστρου Κούσεχτ
Στέκεται πάνω σε ασβεστολιθικό γκρεμό, είναι τετράγωνης μορφής και ανήκει στην περιοχή της Τιφλίδας. Το κάστρο Λόρι κοντά στην Τιφλίδα φάνηκε στη δεξιά μας πλευρά στα βουνά, αλλά το περάσαμε σε μεγάλη απόσταση.
Περιγραφή του Σουράν
Αν και μικρό κάστρο πάνω σε λόφο, όμως είναι εξαιρετικά ισχυρό και ψηλό. Είναι από τα παλαιότερα κάστρα της Γεωργίας, χτισμένο από τον Νουσιρβάν. Οι κάτοικοί του είναι Γεωργιανοί, Γκοκντουλάκ και Αρμένιοι. Προχωρήσαμε τέσσερις ώρες προς τα δυτικά και φτάσαμε στην παλιά πόλη Αζγκούρ. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του Σερέφ-ναμε, είναι η παλαιότερη πόλη στη Γεωργία και χτίστηκε από τον Αλέξανδρο. Στη γεωργιανή γλώσσα Αζγκούρ σημαίνει Βασιλιάς των Βασιλέων. Τα τεράστια κόμμάτια πέτρας που χρησιμοποιήθηκαν για τον σχηματισμό των τειχών, δείχνουν ότι πρέπει να χτίστηκε από τον Αλέξανδρο, γιατί πεντακόσιοι άνδρες της σημερινής εποχής δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν ένα από αυτά. Στέκεται πάνω σε ψηλό λόφο και έχει τετράγωνη μορφή. Έχει πύλη που ανοίγει προς νότο, τζαμί, λουτρό, χάνι και σαράντα μικρούς δρόμους. Οι κήποι είναι όμορφοι λόγω της ηπιότητας του κλίματος. Ο ποταμός που περνά από κάτω του πηγάζει από τα βουνά της Αχίσκα, από την οποία περνά και ποτίζει τους κήπους της πόλης, πέφτοντας στον Αράξη. Αυτή η πόλη βρίσκεται στα σύνορα του Γκουρτζιστάνι Σουσάντ και οι κάτοικοι μιλούν όλοι γεωργιανά.
Δείγμα της γεωργιανής γλώσσας Σουσάντ
Ένα, αρί. Δύο, ουρί. Τρία, σαμ. Τέσσερα, οτχί. Πέντε, χοτί. Έξι, εγκσί. Επτά, σουντί. Οκτώ, ρεβάι. Εννέα, χουρτζάι. Δέκα, ατί. Ψωμί, πουρί. Νερό, τσιγκάλ. Κρέας, χαρτζ. Κρασί, γίτα. Κεράσια, μπακ. Αχλάδια, μπισάλ. Σύκα, λέφι. Σταφύλια, κουρζενί. Φουντούκια, ινιχλί. Πεπόνι, νεσού, κλπ.
Γενεαλογία των Γεωργιανών βασιλέων
Οι πρώτοι βασιλιάδες τους ήσαν Εβραίοι, ύστερα οι Νταντιάν και Σουσάντ, από τους οποίους προέρχονταν οι άνθρωποι του Γκουριέλ, του Ατσικμπάς και της Μινγκρελίας, που είναι όλοι χριστιανοί. Μιλούν δώδεκα διαφορετικές γλώσσες και καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον μόνο με τη βοήθεια διερμηνέων. Η πιο καθαρή γλώσσα, σύμφωνα με τη δική τους γνώμη, είναι εκείνη των Σουσάντ και Νταντιάν. Αν σβήσει η δυναστεία των Μοσχοβιτών, οι ηγεμόνες της Γεωργίας θα επιτύχουν. Οι Άιζα και οι Τσερκέζοι, που είναι αραβική αποικία, δεν έχουν καθόλου βιβλία. Σύμφωνα με τις ιστορίες των ιερέων τους κατάγονταν από τον Κεϊκαβούς και στη συνέχεια από τον Δαυίδ.
Υπήρχε εδώ στο παρελθόν μια βασίλισσα, που ήθελε να βασιλεύει άγαμη. Μια νύχτα, έχοντας πιει με μερικούς νεαρούς άνδρες, την βίασε ένας από αυτούς και έμεινε έγκυος σε παιδί, που έτυχε να είναι κορίτσι. Για να απαλλαγεί από τον βιαστή, η βασίλισσα τον έστειλε να κυνηγήσει πουλιά σε παγωμένο κανάλι, όπου έσπασε ο πάγος και κατάπιε τον άνδρα και έτσι τελείωσαν όλες οι συζητήσεις για το θέμα. Η κόρη παντρεύτηκε έναν ηγεμόνα που ονομαζόταν Μπεγκντιβάν και έκανε τρεις γιους, οι οποίοι, όταν ενηλικιώθηκαν, χώρισαν τη Γεωργία σε τρία μέρη. Ο πρώτη πρίγκιπας πήρε την περιοχή του Κοτάτις, που αλλιώς ονομάζεται Μπας Ατσίκ και οι κάτοικοί της αντλούν την καταγωγή τους από αυτόν. Στον δεύτερο, τον Σίμωνα, παραχωρήθηκε η περιοχή της Τιφλίδας. Και στον μικρότερο η επαρχία του Μπάγατ. Από τον τελευταίο αντλούν τη γενεαλογία τους οι Νταντιάνι. Αυτός ο Νταντιάν ηγεμόνας ήταν δίκαιος μονάρχης και ακόμη και τώρα ολόκληρη η Γεωργία αποτίει φόρο τιμής στους ηγεμόνες των Ατσικμπάς και Νταντιάν. Όταν ο σουλτάνος Σελήμ Α’ ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, ζούσε με καλές σχέσεις με τον μπεγκ του Ατσικμπάς και περνούσε κάποιον καιρό στο κάστρο του Κοτάτις, ενώ όταν ανέβηκε στον θρόνο μετά τον Βαγιαζήτ Β’, απάλλαξε με χάτι-σερίφ τους κατοίκους του Ατσικμπάς από όλα τα δώρα και τα τέλη, προνόμιο που απολαμβάνουν μέχρι σήμερα. Από τότε υπάρχει μόνο το έθιμο να στέλνουν κάθε χρόνο γεράκια και ωραίους νέους ως δώρα στην Πύλη. Αφήσαμε το κάστρο του Αζγκούρ και προχωρώντας προς τα δυτικά μέσα από δάση και αγρούς, φτάσαμε όλοι καλά στο Τσαλντιράν και την Αχίσκα.167
Περιγραφή του οχυρού της Αχίσκα, της κατάκτησης του σουλτάνου Σελήμ
Αυτό το ισχυρό φρούριο της Αχίσκα [Akhaltsikhe] γράφεται επίσης Αχάτσκα, Αχτζάσκα, Οχάσκα και Οκσάχα, ανάλογα με τη διαφορά των γλωσσών των γύρω λαών. Στο αυτοκρατορικό μητρώο ορίζεται με το όνομα Τσαλντίρ [Çıldır]. Ο οικοδόμος ήταν ο Νουσιρβάν, ο μεγάλος Πέρσης μονάρχης που έκτισε το Τακ Κέσρα. Περνούσε έξι μήνες το καλοκαίρι εδώ, λόγω του κλίματός του. Θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για να αναφέρω όλες τις αλλαγές που υπέστη αυτό το μέρος υπό διαφορετικούς βασιλείς. Ο πρώτος μουσουλμάνος κατακτητής του ήταν ο Χεσάμ Ιμπν Αμπντ-ουλ-Μελέκ, της οικογένειας των Ουμαγιάντ, ο οποίος, προχωρώντας από τη Συρία με τεράστιο στρατό, κατέκτησαν τα Αϊντάμπ, Μαράς, Μαλάτεια, Χαλέπι, Ντιαρμπέκρ, Ερζερούμ και αυτό το κάστρο της Αχάσκα, η οποία έγινε στη συνέχεια η πρωτεύουσα της Γεωργίας. Κατέκτησε επίσης το Γκέντζε, το Σιρβάν και το Ντερμπέντ και επέστρεψε στη Δαμασκό. Ο Καρά Γιουσούφ, ο ηγεμόνας της δυναστείας των Καρά Κογιουνλού, μη μπορώντας να αντισταθεί στα όπλα του Τιμούρ, κατέφυγε στον Βαγιαζήτ Α’ για βοήθεια και ο σουλτάνος Ουζούν Χασάν έγινε κάτοχος του κάστρου της Αχίσκα. Αποδίδοντας φόρο τιμής στον Τιμούρ, περιλήφθηκε στον αριθμό των έντεκα υποτελών ηγεμόνων, που βάδιζαν στο πλευρό του αλόγου του Τιμούρ, ο οποίος του απένειμε την επαρχία του Αζερμπαϊτζάν. Στη συνέχεια πέρασε στην εξουσία του Σαχ Ισμαήλ του οίκου των Σάφι [Σαφαβιδών], ο οποίος επέλεξε την Αχίσκα για καλοκαιρινά του καταλύματα και υπέταξε ολόκληρη τη Γεωργία. Κατέστρεψε τις οθωμανικές επαρχίες και προώθησε τις εισβολές του μέχρι τη Σίβας [Σεβάστεια], τον σιτοβολώνα της οθωμανικής πρωτεύουσας. Ο Σελήμ Α’ ήταν τότε κυβερνήτης της Τραπεζούντας και καταδίωξε πολλές φορές τα περσικά στρατεύματα. Όταν ανέβηκε στον θρόνο, άρχισε αμέσως τον Ιερό πόλεμο και έδωσε την περίφημη μάχη στον κάμπο του Τσαλντίρ [Çıldır], η οποία στοίχισε τη ζωή σε 100.000 Πέρσες και σχεδόν εκείνη του Σαχ Ισμαήλ, ο οποίος διέφυγε με δυσκολία. Στη συνέχεια κατέκτησε το κάστρο της Αχίσκα και υπέταξε ολόκληρη τη Γεωργία. Διατάχθηκε καταμέτρησή της και ανατέθηκε ως κυβέρνηση σε πασά με τρεις αλογοουρές. Καθώς αυτή η πόλη βρίσκεται στη μεθόριο των Γκουρτζιστάν (Γεωργίας), Τουρκιστάν και Κουρδιστάν, σε άμεση επαφή με την Περσία, ανακηρύχθηκε ξεχωριστή επαρχία [εγιαλέτ] ή διοίκηση, της οποίας η περιγραφή είναι η ακόλουθη στο Κανούν-ναμε του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Το εγιαλέτ του Τσαλντίρ αποτελείται από δεκατρία σαντζάκια. Οι αξιωματούχοι είναι ένας δημόσιος ταμίας των τιμάρ (τιμάρ ντεφτερντάρι), ένας επιθεωρητής των καταλόγων (ντεφτέρ εμίνι), ένας κεχαγιάς, ένας επιθεωρητής και ένας γραμματέας των τσαούσηδων, (τσαουσιλάρ κιαγιάσι, εμίνι και κιατιμπί). Τα σαντζάκια είναι τα εξής: (1) Όλτου. (2) Χορτίζ. (3) Αρντίχ. (4) Χατζρέκ. (5) Αρνταχάν. (6) Ποστχού. (7) Μαχτζίλ. (8) Ατσάρπενικ. (9) Αχίσκα, έδρα του πασά. Υπάρχουν και τέσσερα κληρονομικά σαντζάκια γιορντλίκ ή οτζακλίκ, δηλαδή Πόρτεκρεκ, Λεσάνα, Νουσφ Λέβανα και Σουσάντ, ανεβάζοντας το άθροισμα σε δεκατρία.
Χας ή εισοδήματα των σαντζακμπέηδων
Χας του μπεγκ του Όλτου, 200.017 άσπρα. Πορτέκ, 46.219. Αρντέντζ [Αρντανούτς], 280.000. Αρνταχάν, 300.000. Σουσάντ, 656.000. Λεσάνα, 365.000. Χορτίζ, 200.500. Χατζρέκ, 365.000. Ποστχού, 206.500. Μαχτζίλ, 20.311. Ατζάρα, 200.000. Πένεκ, 400.000.
Αριθμός ζιαμέτ και τιμαρίων
Τα ζιαμέτ και τιμάρ είναι συνολικά 656 σπαθιά, τα οποία με τους τζεμπελή αποτελούν 800 άτομα και με τα στρατεύματα του πασά 1.500. Στο σαντζάκι Όλτου, 3 ζιαμέτ, 113 τιμάρ. Αρνταχάν, 8 ζιαμέτ, 87 τιμάρ. Αρντίχ, 4 ζιαμέτ, 42 τιμάρ. Χατζρέκ, 2 ζιαμέτ, 72 τιμάρ. Χορτίζ, 13 ζιαμέτ, 35 τιμάρ. Ποστχού, 12 ζιαμέτ, 28 τιμάρ. Πένεκ, 8 ζιαμέτ, 54 τιμάρ. Σαζίν, 7 ζιαμέτ, 32 τιμάρ. Χάτλα, 19 ζιαμέτ, 7 τιμάρ. Ισπίρ, 4 ζιαμέτ, 14 τιμάρ. Αυτές τις φεουδαρχικές δυνάμεις διοικούν οι γιόζ-μπασι (υπολοχαγοί), τσερί-μπασι (λοχαγοί) και αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχες). Κατέχουν 1.060 χωριά με την προϋπόθεση να πηγαίνουν στον πόλεμο όταν καλούνται, τα ετήσια έσοδα των οποίων ανέρχονται σε 320 οθωμανικά πουγγιά. Την εποχή του Σελήμ Α’ ο πασάς αυτής της επαρχίας διοικούσε εκείνους των Ερζερούμ, Σίβας, Μαράς, Αδάνων και Ράκκα. Η θέση του δικαστή με τον βαθμό του μουλά δόθηκε στον Ραμαζάν Εφέντη με 500 άσπρα. Τώρα έχει έναν δικαστή με 300 άσπρα, που μπορεί όμως να συλλέγει κάθε χρόνο από τις περιοχές που ανήκουν στην αρμοδιότητά του, το ποσό των ογδόντα πουγγιών. Το χας του μπεηλερμπέη ανέρχεται σε 400.000 άσπρα. Η φρουρά αποτελείται από 2.000 άνδρες, τακτικούς στρατιώτες, με έναν αγά των γενίτσαρων, των τζεμπελή και των τοπτζή. Κατά το έτος 1044 (1634) οι Πέρσες έγιναν κύριοι του Τσαλντιράν, αλλά μετά την κατάκτηση του Ερεβάν, ο Χαναάν Πασάς στάλθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’ με τεράστιο στρατό, ο οποίος κατέλαβε το φρούριο της Αχίσκα και την επισκεύασε στην καλή κατάσταση, στην οποία διατηρείται από τους Οθωμανούς μέχρι σήμερα.
Μορφή και μέγεθος του κάστρου της Αχίσκα
Είναι τετράγωνο κάστρο χτισμένο από πέτρα, που στέκεται πάνω σε ασβεστολιθικό γκρεμό, με δύο πύλες και περίπου χίλια σπίτια χωρίς κήπους, με επίπεδες στέγες. Η μία από τις δύο πύλες οδηγεί στα ανατολικά και η άλλη στα δυτικά. Υπάρχουν εικοσιοκτώ τζαμιά. Το παλιό τζαμί στο πάνω κάστρο είναι καλυμμένο με χώμα. Δεν υπάρχει ιμαρέτ (θρησκευτικό ίδρυμα) καλυμμένο με μόλυβδο σε αυτό το φρούριο. Το τζαμί του Κουνμπέτογλου είναι επίσης καλυμμένο με χώμα και χωρίς μιναρέ. Στο κατώτερο κάστρο υπάρχει το τζαμί του Χαλίλ Αγά. Εκτός από τις πέντε νόμιμες προσευχές την ημέρα, υπάρχουν ορισμένες διαλέξεις σε όλα αυτά τα τζαμιά για το Κοράνι και την παράδοση, αλλά δεν υπάρχουν ιδιωτικές αίθουσες ή ιδρύματα για αυτές τις διαλέξεις. Οι μουντερή (καθηγητές) τις κάνουν στα τζαμιά. Οι σπουδαστές (τέλεμπε) είναι πολυάριθμοι. Το προάστιο έξω από το κάστρο είναι καλοχτισμένο και τα λουτρά του ευχάριστα, αλλά το λουτρό μέσα στο κάστρο είναι πολύ μικρό. Το καλύτερο είναι εκείνο έξω από την ανατολική πύλη του κάστρου, όπου οι συνοδοί είναι υπέροχα Γεωργιανά αγόρια. Υπάρχουν πολλά χάνια. Δεν υπάρχουν αμπέλια (μπάγ), αλλά σε ορισμένα σημεία υπάρχουν κήποι (μπαγτζέ). Μεγάλος αριθμός κήπων με οπωροφόρα δένδρα (μουσεμπέκ μποστάν), γεμάτων πολύτιμα δένδρα, που ποτίζονται καλά από πηγές. Το νερό αυτού του τόπου έρχεται από τα βουνά της Ούντα, ποτίζει τα χωράφια της πόλης, πηγαίνει κατευθείαν στο κάστρο του Αργούν και χύνεται στον Αράξη κοντά στο κάστρο του Κούσαχτ. Το πέρασμα ανάμεσα στο κάστρο και το προάστιο επιτυγχάνεται με γέφυρα. Το προάστιο δεν περιβάλλεται από τείχη. Η αγορά αποτελείται από τριακόσια περίπου καταστήματα, αλλά δεν έχει πέτρινο μπεζεστένι. Καθώς η θερμοκρασία αυτού του τόπου είναι δροσερή και αναζωογονητική, οι άνθρωποί του είναι επίσης δυνατοί και γενναίοι. Ο πασάς Σεφέρ Πασάς, γεννημένος Γεωργιανός, είναι από τους πιο σοφούς και ενάρετους βεζίρηδες της Οθωμανικής Αυλής. Το Ερεβάν απέχει ταξίδι έξι ημερών από την Αχίσκα προς τα ανατολικά και στη μέση της απόστασης βρίσκεται το κάστρο του Καρς. Από την Αχίσκα μέχρι την Τιφλίδα είναι πέντε [ημερήσια] ταξίδια προς τα βορειοανατολικά, μέχρι τη Γκέντζε πέντε ταξίδια απευθείας ανατολικά, ενώ επτά ταξίδια προς τα βόρεια είναι το κάστρο της Γεωργίας. Το φρούριο της Αχίσκα βρίσκεται ανάμεσα σε όλα αυτά, στην πεδιάδα του Τσαλντίρ.
Κάστρα της Γεωργίας που ανήκουν στην επαρχία Τσαλντίρ
Το κάστρο του Χαρτίζ κοντά στο Τσαλντίρ κατακτήθηκε το έτος 880 (1481) από τον Λάλα Πασά, μαζί με το κάστρο του Αδίλ και το κάστρο του Περκάν κοντά στο Τσαλντίρ, σε απόσταση ταξιδιού μιας ημέρας, που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ψηλά βουνά, πάνω σε ψηλό λόφο. Το κάστρο του Κοτάτις απέχει ταξίδι δύο ημερών από το Τσαλντίρ και είναι πρωτεύουσα της επαρχίας του Ατσικμπάς κοντά στο βουνό Περίρατ. Είναι η κύρια διαμονή της Γεωργίας αλλιώς ονομαζόμενο Σουσάντ και ο Σελήμ Α’, όταν ήταν κυβερνήτης της Τραπεζούντας, μερικές φορές ερχόταν εδώ για να ξεσκάσει. Έγινε από αυτόν κληρονομική επαρχία (οτζακλίκ), το χας της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 6.006 άσπρων. Δεν υπάρχουν ζιαμέτ και τιμάρ. Το κάστρο του Χατζρέκ, που βρίσκεται μεταξύ Αχίσκα και Αρνταχάν, είναι η κατοικία του σαντζακμπέη του Μπουρντεχάν και κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά. Το χας ανέρχεται σε 365.000 άσπρα, 6 ζιαμέτ και 22 τιμάρ. Το κάστρο του Σατάν, το οποίο από λάθος λέγεται Σεϊτάν Καλέ (κάστρο του Σατανά), κατακτήθηκε από τον Φερχάντ Πασά κατά το έτος 990 (1582). Βρίσκεται κοντά στο Τσαλντίρ, σε απότομο βράχο. Το κάστρο του Κιζλάρ (της κόρης) κοντά στο Τσαλντίρ, στην άκρη του ποταμού Τζάγ, είναι μαγικό κάστρο. Το κάστρο του Αλτίν (χρυσού), η κατάκτηση του Λάλα Πασά, είναι σε απόσταση τριών ωρών από το τελευταίο. Το κάστρο της Οντόρια κοντά στο Τσαλντίρ, η κατάκτηση του Λάλα Πασά. Το κάστρο της Αλ κοντά στην Αχίσκα. Το κάστρο του Ποστχού, που είναι έδρα σαντζακμπέη στην επαρχία της Αχίσκα, κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά κατά το έτος 998 (1589). Είναι δικαιοδοσία, ο δικαστής της οποίας διορίζεται με 150 άσπρα. Υπάρχει αλάι μπεγκ και τσερί-μπασι. Το Σουσαντιστάν είναι το όνομα μιας από τις κυριότερες επαρχίες της Γεωργίας, που διοικείται από μπεηλερμπέη. Το Σουσάντ, το κάστρο, δεν έχει δικαστή. Το Σουσαντιστάν είναι ορεινή περιοχή γεμάτη γκρεμούς. Το κάστρο του Χάρμπε στην άκρη κοιλάδας, είναι απότομο κάστρο. Το κάστρο του Αρντίχ, έδρα σαντζακμπέη στην επαρχία του Τσαλντίρ, είναι κατάκτηση του Λάλα Πασά. Το κάστρο του Αχαντζή, έδρα σαντζακμπέη. Το κάστρο του Τζαγιρμάν κοντά στο Τσαλντίρ κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά. Εκτός από αυτά τα κάστρα υπάρχει μεγάλος αριθμός άλλων, που φαίνονται στον μεγάλο δρόμο. Η Γεωργία είναι μάλιστα όμορφη και καλά καλλιεργούμενη χώρα. Αφού τα είδα όλα αυτά, πήρα την άδεια του Σεφέρ Πασά, που μου δώρισε δύο Γεωργιανά αγόρια, ένα άλογο και εκατό γρόσια. Πήρα συνοδεία και ξεκίνησα το ταξίδι προς τα δυτικά, προς το Ερζερούμ.
Σταθμοί του ταξιδιού από την Αχίσκα μέχρι το Ερζερούμ
Περάσαμε τα θερινά καταλύματα του Ουλγάρ και φτάσαμε στο τέλος τεσσάρων ωρών στο κάστρο της Κίναβα στα σύνορα του Αρνταχάν. Περάσαμε από ορεινή περιοχή και τελικά φτάσαμε στο κάστρο του Καρά Αρνταχάν, το οποίο κατακτήθηκε την εποχή του Σελήμ Α’ και έγινε έδρα σαντζακμπέη. Το χας είναι 300.000 άσπρα, 8 ζιαμέτ και 87 τιμάρ. Ένας αλάι-μπεγκ (συνταγματάρχης), ένας τσερί-μπασι (λοχαγός) και ένας ντιζντάρ (διοικητής του κάστρου) είναι οι αξιωματικοί της φρουράς, η οποία αποτελείται από διακόσιους άνδρες. Το σύνολο του στρατού σε καιρό πολέμου συμπεριλαμβανομένων των στρατευμάτων του μπεγκ ανέρχεται σε χίλιους άνδρες. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Δεν υπάρχει νακίμπ-ουλ-εσράφ (επικεφαλής των σερίφ ή συγγενών του Προφήτη) και ο μουφτής του κατοικεί στην Αχίσκα. Το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε βράχο και έχει περίμετρο πεντακόσια βήματα. Δεν δεσπόζεται από κανένα γειτονικό ύψωμα, έχει διακόσιους εβδομήντα πύργους και τρεις πύλες. Ένας λόχος ντουφεξήδων (τζεμπελή) της Πύλης βρίσκεται εδώ σε φρουρά. Στην πόλη, το οικογενειακό ίδρυμα (χαντάν) του Κία Πασά είναι το πιο γνωστό.
Κάστρα γύρω από το Αρνταχάν
Το κάστρο της Βάλα, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το 987 (1579). Το κάστρο του Κερμέκ, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το έτος 982 (1574). Το κάστρο του Αχάρσιν, που κατακτήθηκε από τον Λάλα Πασά το έτος 982 (1574). Τα κάστρα του Μαμερβάν και του Ναζαρμπάν, όπου το τελευταίο χτίστηκε από τον Γαζή Σεφέρ Πασά το έτος 1053 (1643). Το κάστρο Κένσε Ντουσάλ στην περιοχή του Αρνταχάν πάνω σε λόφο. Το νερό του ρέει προς το Αρνταχάν. Όλα τα σπίτια έχουν επίπεδες στέγες. Δεν υπάρχει μεντρεσές, αλλά σχολείο για αγόρια. Δεν υπάρχουν κήποι λόγω της θερμοκρασίας, η οποία είναι μάλλον ψυχρή. Τα φρούτα του προέρχονται από το κάστρο Τορτούμ και το Αχάρας. Οι κάτοικοι είναι όλοι Σουνίτες και ζουν από τη γεωργία. Αυτό το κάστρο απέχε ταξίδι πέντε ημερών στα ανατολικά του Ερζερούμ. Και το Καρς απέχει από το Ερζερούμ ταξίδι μιας ημέρας μέσω του Κάργα-μπαζάρ. Στη συνέχεια περάσαμε δυτικά, άλλοτε σε πετρώδες και δασώδες έδαφος, άλλοτε σε πλούσια λιβάδια και φτάσαμε στο κάστρο του Γκιόλε [Göle]. Χτίστηκε από τον Λεβέντ-Χαν, Γεωργιανό ηγεμόνα και είναι έδρα σαντζακμπέη, το χας του οποίου είναι 300.000 άσπρα. Έχει συνταγματάρχη, λοχαγό, ντιζντάρ και φρουρά. Είναι κομψό κάστρο σε ασβεστολιθικό λόφο. Οκτώ ώρες πιο δυτικά, φτάσαμε στο κάστρο του Πένεκ, το οποίο πήρε το όνομά του από τον Γεωργιανό κτίστη του. Είναι έδρα σαντζακμπέη υποτελούς στο Τσαλντίρ. Το χας του είναι 400.000 άσπρα. Η φεουδαρχική πολιτοφυλακή του μαζί με τα στρατεύματα του μπεγκ είναι χίλιοι άνδρες. Υπάρχει δικαστής με 150 άσπρα, όχι αγορά ούτε κήποι. Το νερό του ποταμού είναι πολύ καλό. Οι υπήκοοί του είναι Αρμένιοι, Γκοκντουλάκ και Γεωργιανοί. Επτά ώρες πιο πέρα είναι το κάστρο του Ουλινί, φτιαγμένο από Γεωργιανό βασιλιά και κατακτημένο από τον σουλτάνο Σελήμ. Είναι έδρα σαντζακμπέη, του οποίου το χας είναι 200.017 άσπρα και έχει συνταγματάρχη, λοχαγό, δικαστή με 150 άσπρα, ντιζντάρ και φρουρά. Το κάστρο βρίσκεται πάνω σε ασβεστολιθικό λόφο και έχει δύο πύλες, μία που ανοίγει προς τα ανατολικά και άλλη προς τα δυτικά. Στους πρόποδες του κάστρου ρέει ο ποταμός Όλτου, ο οποίος ποτίζει τους κήπους της πόλης και χύνεται στον Αράς από την πλευρά της Καάμπα [από τα νοτιοανατολικά]. Τα σπίτια είναι όλα κατοικούμενα και καλυμμένα με επίπεδες στέγες. Υπάρχουν αρκετά τζαμιά, χάνι, λουτρό, κήπος και σχολείο για αγόρια. Οι ομορφιές του φημίζονται. Οι κάτοικοι είναι καλοί μουσουλμάνοι. Από εκεί ταξιδέψαμε κατευθείαν βόρεια και φτάσαμε στο τέλος δύο ωρών στο κάστρο του Μαβερβάν που χτίστηκε από τους Γεωργιανούς βασιλείς και κατακτήθηκε από τον Λάλα Καρά Μουσταφά Πασά. Είναι έδρα σαντζακμπέη υποτελούς στο Ερζερούμ, του οποίου το χας ανέρχεται σε 203.000 άσπρα. Οι αξιωματικοί είναι ένας συνταγματάρχης και ένας λοχαγός της φεουδαρχικής πολιτοφυλακής. Η πολιτοφυλακή του μπεγκ ανέρχεται σε πεντακόσιους άνδρες. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Το κάστρο έχει τετράγωνη μορφή, γιγαντιαίο μέγεθος και στέκεται πάνω σε λόφο. Η πύλη του κοιτάζει προς την Καάμπα. Υπάρχουν οκτακόσια σπίτια, τζαμί, λουτρό και χάνι. Οι κάτοικοι είναι σχεδόν όλοι φτωχοί. Τρεις ώρες πιο δυτικά, βρίσκεται το χωριό Άιντε Μαμερβάν, χωριό που κατοικείται από Αρμένιους και μουσουλμάνους. Πιο πέρα, ανάμεσα σε σκοτεινά βουνά, βρίσκεται το χωριό Καρακούνκ που ανήκει στην περιοχή Ερζερούμ. Περάσαμε το στενό της Γεωργίας και φτάσαμε στο χωριό Οσμουντούμ Σουλτάν, ωραίο κεντ με εκατό σπίτια, στην άκρη ψηλού βουνού. Βρίσκεται ακριβώς στην πηγή του Ευφράτη, που πηγάζει από σπήλαιο στο βουνό του Ντουμλού Σουλτάν, ευχάριστο, δροσιστικό νερό, το οποίο φαίνεται να αναφέρεται στο Κοράνι από τον στίχο: «Σου έδωσα την Καουθάρ» [Αφθονία].168 Πέστροφες μήκους ενός πήχη κολυμπούν σε αυτό. Τα σώματά τους έχουν ρουμπινί χρώμα και είναι διάσπαρτα με σμαραγδί κηλίδες. Ο Ουμουντούμ Σουλτάν ο Άγιος, που είναι θαμμένος εδώ, προστατεύει αυτά τα ψάρια, κι έτσι είναι αδύνατο να τα πιάσουμε, αλλά έναν φάρσανγκ πιο κάτω τα πιάνουν ψαράδες και γεμίζουν τα μυαλά όσων τα τρώνε με κεχριμπάρι. Όσα κι αν φάει ένας άνθρωπος, ποτέ δεν του προκαλούν ενόχληση. Το προσκύνημα στον Ρουμλί Σουλτάν είναι πολυσύχναστο. Περπατήσαμε πέντε ώρες προς νότο, στον κάμπο του Ερζερούμ και μπήκαμε σε αυτό, δόξα τω Θεώ! σε τέλεια υγεία. Πριν αλλάξω τα ρούχα μου, έβαλα τα γράμματα και τα δώρα από τον χαν του Ερεβάν στα πόδια του ευγενικού μου κυρίου, του πασά και του έδωσα λεπτομερή περιγραφή όλων των κάστρων, πόλεων, κεντ και χωριών, που είχα δει στο ταξίδι μου. Μου έδωσε ένα υπέροχο ένδυμα και τριακόσια γρόσια λεφτά για λουτρό [χαρτζηλίκι], εκτός από δύο πουγγιά, τα οποία μου απένειμε για τα εξαιρετικά έσοδα των τελωνείων. Είχα μείνει μόλις μία βδομάδα, όταν έφτασε μήνυμα από τον χαν του Ερεβάν, που παραπονιόταν ότι μερικοί στρατιώτες του Καρς είχαν παρενοχλήσει ένα από τα καραβάνια του και ζητούσε να σταλεί αγάς για να οδηγήσει το καραβάνι με ασφάλεια στο Ερζερούμ. Ως συνέπεια αυτής της επιστολής, με έστειλαν πίσω στην Περσία τη δέκατη ημέρα.
| <-10. Ταμπρίζ-Ερεβάν | 12. Ταξίδι στο Ερεβάν το έτος 1057 (1647)-> |
