| <-2. Ταξίδι στη Νικομήδεια | 4. Ταξίδι στη Γεωργία και τη Μινγκρελία-> |
3. Ταξίδι στην Τραπεζούντα
Στην αρχή του Τζεμάζι-ουλ-αχίρ [Φεβρουαρίου] του έτους 1050 [1640], αφού πήρα άδεια από τους φίλους μου, μπήκα στην Αγορά Αλευριού [Ουν-καπάνι] στο πλοίο που ονομάζεται καραμουρσάλ του Φερτίλογλου της Τραπεζούντας και σε τρεις ώρες έφτασα στο Γενικιόι3 του Βοσπόρου, το οποίο έχει ήδη περιγραφεί στον πρώτο τόμο. Πήραμε πεντακόσια καντάρια γαλέτα και δέκα φορτία έρματος. Σε επτά ακόμη ώρες φτάσαμε στο κάστρο του Καβάκ,4 το οποίο χτίστηκε από τον σουλτάνο Μουράτ Δ’, όπως αναφέρεται στον πρώτο τόμο. Εδώ διαβάσαμε μια φάτιχα για επιτυχημένο ταξίδι μέσα από το στόμιο του Βοσπόρου και εμπιστευόμενοι τον Θεό, πλέαμε κατά μήκος των ασιατικών βράχων και φτάσαμε στο λιμάνι της Ίρβα,5 στα σύνορα του Κοτζαέλι, περιοχή με σούμπαση, τζαμί, χάνι, σαράντα έως πενήντα καταστήματα και εκατό σπίτια επενδεδυμένα με τούβλα και περιτριγυρισμένα από κήπους. Η νότια και η νοτιοανατολική πλευρά είναι όλες κήποι. Πήραμε νερό και προχωρήσαμε κωπηλατώντας κατά μήκος της ασιατικής ακτής. Στο τέλος 36 μιλίων φτάσαμε στη Σίλα,6 υπαγόμενη στο Κοτζαέλι. Εδώ υπάρχουν εξακόσια σπίτια με τούβλα, με κήπο το καθένα και τζαμί στην κορυφή του λιμανιού. Η μικρή πόλη του Κέφκεν έχει λουτρό, μερικά καταστήματα και χάνι. Εκατό μίλια πιο πέρα φτάσαμε στο νησί Κέρπε,7 το οποίο έχει περίμετρο είκοσι μίλια, αλλά είναι ακατοίκητο. Απέχει ένα μόνο μίλι από τη στεριά του Κοτζαέλι. Η μικρή πόλη Κάντρια,8 με κήπους, τζαμί, χάνι και λουτρό, βρίσκεται στα βουνά του Κάντρι, σε απόσταση τεσσάρων ωρών από το νησί. Ο ποταμός Σακάρια χύνεται εδώ στη Μαύρη Θάλασσα. Πηγάζει από τα βουνά της Κιουτάχειας, πηγαίνει στην Κίβα,9 μέρος που ανήκει στην περιοχή της Νικομήδειας και χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στο Κέρπε. Καθώς δεν φυσούσε, κωπηλατήσαμε για δέκα μίλια και φτάσαμε στο Ακτσεσάρ,10 κατοικία βοεβόδα στο Κοτζαέλι. Εδώ υπάρχει δικαστής με εισόδημα 150 άσπρα. Ήταν παλιά ωραία πόλη, αλλά κάηκε από τους καταραμένους Κοζάκους στη βασιλεία του Αχμέτ Α’. Υπάρχουν τώρα μόνο εξακόσια τούρκικα σπίτια, άλλα από τούβλα και άλλα από ξύλο. Στην αγορά βρίσκεται πλινθόκτιστο τζαμί, σαράντα καταστήματα αλλά όχι μπεζεστένι, λουτρό και τρία χάνια, ένα εκ των οποίων ήταν παλιότερα καλυμμένο με μόλυβδο. Η καλλιέργεια του τόπου βρίσκεται πλέον σε πολύ χαμηλή κατάσταση. Είναι το λιμάνι του Μπόλου.11 Στην ακτή υπάρχουν εβδομήντα αποθήκες γεμάτες ξυλεία. Το ένα βουνό μετά το άλλο υψώνεται στην ανατολική πλευρά της πόλης και κήποι εμφανίζονται ο ένας πάνω στον άλλο. Οι άνθρωποι είναι υγιείς λόγω της καθαρότητας του αέρα. Περάσαμε το Ερεγλί (Ηράκλεια)12 και τον Πύργο των Βοσκών (Τσομπάν Κουλεσί),13 μικρό κάστρο πάνω σε ασβεστολιθικό γκρεμό, αλλά μη φρουρούμενο.
Κοντά του βρίσκεται το άγαλμα του οικοδόμου, που μοιάζει πολύ με τη ζωή. Περάσαμε τους ποταμούς Τουφαντάρ14 και Μπαρτέν [Παρθένιο],15 ο τελευταίος από τους οποίους είναι μεγάλος ποταμός, όπου μπαίνουν αιγυπτιακά πλοία για να φορτωθούν. Το κάστρο του Μπαρτέν16 χτίστηκε από τους Γενουάτες Και βρίσκεται στον μυχό κόλπου βάθους δεκαοκτώ μιλίων. Προχωρήσαμε από εδώ δεκαοκτώ μίλια πιο βόρεια και φτάσαμε στην Άμασρα (Άμαστρις)17 που χτίστηκε από τους Έλληνες αυτοκράτορες, έδρα βοεβόδα που ανήκε στο σαντζάκι του Μπόλου. Το κάστρο είναι ισχυρό τετράγωνο κτίριο σε ψηλό λόφο. Δέχτηκε επίθεση σε διάφορες εποχές από τους Ρώσους, οι οποίοι αναγκάζονταν πάντοτε να υποχωρήσουν. Δεν έχει ντιζντάρ, αλλά δικαστή με εισόδημα 150 άσπρα και διοικητή των γενίτσαρων. Στο κάστρο υπάρχει τζαμί και μερικά μεστζίντ, αλλά δεν υπάρχει εγκατάσταση για φαγητό ή ανάγνωση. Η Άμασρα βρίσκεται στα ανατολικά της Σινώπης, σε απόσταση πέντε ημερών από τη στεριά και εκατό μιλίων από τη θάλασσα. Βρίσκεται επίσης στην ανατολική πλευρά της Ηράκλειας, σε απόσταση τεσσάρων ημερών από τη στεριά και πενήντα μιλίων από τη θάλασσα. Το κλίμα και οι καρποί αυτού του τόπου φημίζονται πολύ. Στην ανατολική και δυτική πλευρά βρίσκονται δύο εξαιρετικά λιμάνια, το ασφαλέστερο καταφύγιο στον κόσμο. Στο ανατολικό λιμάνι υπάρχει λουτρό και καλές αποθήκες. Ο ποταμός Καγιού18 σχηματίζει το σύνορο μεταξύ των σαντζακίων του Μπόλου και της Κασταμούνι [Κασταμονής]. Είναι σαράντα μίλια από εδώ μέχρι το λιμάνι του Κάντοζ.19 Σε απόσταση εβδομήντα μιλίων φτάνεις στο ακρωτήριο Κερέμπε [Κάραμβις],20 ακρωτήριο σαν αυτό της Σινώπης. Στους βράχους υπάρχουν μερικές αξιόλογες επιγραφές.
Το κάστρο της Αϊνέμπολι [Ινέμπολου, Ινέπολις]21 χτίστηκε από τους Γενουάτες και τώρα είναι έδρα σούμπαση υπαγόμενου στην Κασταμούνι. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα. Υπάρχει ένας διοικητής αξιωματικός των γενίτσαρων, ένας ντιζντάρ και φρουρά. Το κάστρο είναι ισχυρό πεντάγωνο στην ακτή. Η πύλη του κοιτάζει προς τα ανατολικά, τα σπίτια είναι όλα επενδεδυμένα με τούβλα, στην αγορά υπάρχουν τζαμιά και μεστζίντ, λουτρό και καταστήματα. Είναι το σημείο αποβίβασης της Κασταμούνι, αλλά δεν έχει καλό λιμάνι. Κωπηλατήσαμε από εκεί μέχρι που είδαμε το ακρωτήριο της Σινώπης και αγκυροβολήσαμε μπροστά στο Σατίρ-κιόι,22 ευχάριστο χωριό, όπου όλοι οι επιβάτες βγήκαν στην ακτή. Τα ψηλά βουνά (Μπαλκάν) είναι καλυμμένα με ψηλά δένδρα, τα οποία προσφέρουν εξαιρετική ξυλεία για τα μεγάλα πλοία που φτιάχνονται εδώ. Όλοι οι κάτοικοι είναι ναυπηγοί. Εξήντα μίλια βόρεια, κατά μήκος της ακτής, βρίσκεται το χωριό Ιστεφάν23 που ανήκει στην Κασταμούνι. Τα σπίτια είναι επενδεδυμένα με τούβλα και επτά μίλια πιο πέρα είναι η πόλη της Σινώπης.
Περιγραφή της αρχαίας πόλης της Σινώπης
Ο Ομέρ Μπεν Αμπντ-ουλ-ασσίζ, ο ανιψιός του Σουλεϊμάν Μπεν Αμπντουλάχ των Ουμαγιάντ, έχοντας πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη χωρίς αποτέλεσμα, πολιόρκησε επίσης αυτό το κάστρο αλλά υποχώρησε χωρίς να το πάρει. Κατακτήθηκε από τον Ουλού-μπεγκ, τον άρχοντα της Κασταμούνι και ξανά το έτος 796 από τον Γιλντιρίμ. Καθώς είναι εξαιρετικά ισχυρό φρούριο, το πήρε με δυσκολία μετά την τρίτη πολιορκία. Είναι ελεύθερο φέουδο, πλήρως διαχωρισμένο από την Κασταμούνι. Ο ντιζντάρ, ο σερντάρ, ο δικαστής, ο μουφτής και ο νακίμπ-αλ-ασράφ, είναι οι αρχές του τόπου.
Οι κάτοικοι είναι εμπορικοί άνθρωποι, μηχανικοί και έμποροι, με μερικούς σεΐχηδες και ουλεμάδες. Συνήθως φορούν μανδύες (φερράτζι) από ύφασμα και καφτάνια (χιτώνες) από βαμβάκι ή λινό (μποκασσίνο). Τα βουνά στην ανατολική και την προς Καάμπα (νοτιοανατολική) πλευρά της πόλης απλώνονται σε κήπους. Η πόλη Κασταμούνι βρίσκεται σε απόσταση τριών ημερών στην ανατολική πλευρά. Η Σινώπη βρίσκεται σε ακρωτήριο της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο φέρει το ίδιο όνομα. Απέναντί του, στην ευρωπαϊκή ακτή της Μαύρης Θάλασσας, βρίσκονται οι βράχοι του Κελίγρα Σουλτάν και η Μαύρη Θάλασσα εμφανίζεται ανάμεσά τους σαν ευθεία, η οποία διευρύνεται προς Κωνσταντινούπολη και Τραπεζούντα. Η Σινώπη απέχει πεντακόσια μίλια από την Κωνσταντινούπολη και βρίσκεται στα δυτικά της Σαμσούν σε απόσταση ταξιδιού τεσσάρων ημερών. Το κάστρο24 βρίσκεται σε ψηλό λόφο με τριπλά τείχη του Σεντάντ (γιγαντιαία ή κυκλώπεια) και χτίστηκε από τους Έλληνες. Έχει περίμετρο 7.000 βήματα και έχει 6.800 πολεμίστρες και οκτώ πύλες, δηλαδή την πύλη άμμου, την πύλη πλατείας, την πύλη του ναυστάθμου, τη νέα πύλη, την πύλη του νοσοκομείου, την πύλη του εσωτερικού κάστρου (Λοντζά), την πύλη Ογράν και την πύλη του εσωτερικού κάστρου προς τη θάλασσα. Όλες αυτές οι πύλες είναι σιδερένιες και διπλές. Το κάτω μέρος του κάστρου στην ακτή βρέχεται από τα κύματα από τις δύο πλευρές. Η μορφή του είναι μακρόστενο τετράγωνο. Όπως φαίνεται από την κορυφή του όρους Μπούζντεπε, μοιάζει με κατάστρωμα πλοίου χωρισμένο σε τρία μέρη. Ο διοικητής είναι διαρκώς αιχμάλωτος, γιατί οι κάτοικοι εξουσιοδοτούνται από αυτοκρατορικό διάταγμα να τον σκοτώσουν αν απομακρυνθεί από το κάστρο περισσότερο από την απόσταση μιας βολής κανονιού. Η φρουρά αποτελείται από 600 γενναίους πολεμοχαρείς άνδρες. Την εποχή του σουλτάνου Αχμέτ, μια σκοτεινή νύχτα, οι Κοζάκοι πήραν την πόλη με αναρρίχηση στα τείχη και ο μεγάλος βεζίρης Νασίφ Πασάς, θανατώθηκε, επειδή το απέκρυψε από τον σουλτάνο. Ανακτήθηκε από τους Άπιστους και φρουρούνταν με πενήντα επιπλέον άνδρες, ενώ εφοδιάστηκε με χίλια καντάρια πυρίτιδας, μεγάλο αριθμό μεγάλων και μικρών κανονιών και άλλα όπλα. Από εκείνη την περίοδο φρουρείται όλη τη νύχτα από διακόσιους αξιωματικούς και τσαούσηδες και μετά τη μουσική του δειλινού οι φρουροί φωνάζουν μεταξύ τους «όλα καλά» (Γεγκ ντιρ Αλλάχ). Οι άπιστοι προσπάθησαν αρκετές φορές να την ξαναπάρουν, αλλά κατατροπώθηκαν και οδηγήθηκαν πίσω σε μεγάλη σύγχυση, δόξα στον Θεό! Δεν έχουν κάνει καμία νέα προσπάθεια από τη βασιλεία του σουλτάνου Μουράτ Δ’. Η πόλη χωρίζεται σε εικοσιτέσσερις γειτονιές, με εκείνες των απίστων να βρίσκονται στην ακτή της θάλασσας. Χίλιοι εκατό άπιστοι πληρώνουν τον φόρο (χαράτζ) και εκατό εξαιρούνται επειδή απασχολούνται στην ανανέωση των οχυρώσεων. Υπάρχουν 5.060 αρχαία σπίτια από πέτρα, με πλακοστρωμένες στέγες, που βλέπουν προς τη θάλασσα στα δυτικά. Το παλαιότερο τζαμί είναι εκείνο στο κάστρο του Άλα-αντ-ντίν, που έχει τρούλο καλυμμένο με μόλυβδο και μιναρέ ύψους εκατό βημάτων, σε καλή αναλογία, με τρεις πύλες. Το μιχράμπ και ο χώρος των μουεζίνηδων είναι εξαιρετικής κατασκευής, αλλά το μινμπάρ είναι τόσο κομψό, που μόνο οι άγγελοι θα μπορούσαν να το περιγράψουν επαρκώς. Θα κάνω την προσπάθεια, αλλά θα είναι σαν σταγόνα στον ωκεανό ή κηλίδα στον ήλιο. Συντέθηκε από αρχαίους τεχνίτες έξι διαφορετικών ειδών μαρμάρου, τα οποία έχουν συνδυαστεί τόσο καλά, που ακόμη και οι πιο έξυπνοι καλλιτέχνες, όπως ο Τζεμσίντ, δεν θα ήσαν σε θέση να ανακαλύψουν τις ενώσεις. Όλα τα λουλούδια και τα άνθη της γης είναι χαραγμένα και σκαλισμένα εδώ επιδέξια, έτσι ώστε σε όλο το Ισλάμ να μην υπάρχει μινμπάρ που να συγκρίνεται με αυτό, εκτός αν πρόκειται για εκείνο του μεγάλου τζαμιού στη Μπούρσα, το οποίο, ωστόσο, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί αυτό στην αφθονία του στολισμού με άνθη. Με λίγα λόγια, όλοι οι ταξιδιώτες και οι καλλιτέχνες που βλέπουν αυτό το μινμπάρ, βάζουν το δάχτυλο της έκπληξης στο στόμα τους, γιατί μοιάζει περισσότερο με υπερφυσικό παρά για ανθρώπινο έργο. Καθώς βρίσκεται στο προάστιο του Κάστρου, είναι πάντοτε γεμάτο με ανθρώπους, των οποίων οι προσευχές ανεβαίνουν στον Ουρανό. Τα υπόλοιπα τζαμιά είναι το Σουλεϊμανιέ στο εσωτερικό κάστρο με μιναρέ, το νέο τζαμί κοντά στην πύλη του Μεϊντάν (Αλμεϊντά), η Αγία Σοφία, παλιό τζαμί επενδεδυμένο με τούβλο, το τζαμί Κεφελή έξω από την πύλη του Μεϊντάν και εκείνο του Μοχάμεντ αγά με καλής αναλογίας μιναρέ.
Τα λουτρά είναι τα εξής: Το λουτρό στο πάνω μέρος της αγοράς είναι διπλό, εκείνο στο κάτω μέρος είναι μονό όπως αυτό στην ακτή της θάλασσας, στο Γιαλί. Το κτίριο, ο αέρας και το νερό είναι εξίσου ευχάριστα. Υπάρχει η σχολή του σουλτάνου Άλα-αντ-ντίν και εξήντα πρωτοβάθμια σχολεία. Όταν επισκέφθηκα αυτήν την πόλη, οι κάτοικοι καυχιούνταν ότι υπήρχαν δύο χιλιάδες αγόρια και κορίτσια που είχαν μάθει να διαβάζουν και ήξεραν το Κοράνι απ’ έξω. Υπάρχει ιμαρέτ, ένα σπίτι για διαλέξεις σχετικά με την παράδοση, τρία για την ανάγνωση του Κορανίου και χίλια καταστήματα, γεμάτα πολύτιμα αγαθά. Οι προμήθειες, ιδιαίτερα το λευκό ψωμί και τα ποτά, είναι καλές. Το λιμάνι είναι εξαιρετικό, προσφέροντας καταφύγιο στα πλοία από όλες τις διευθύνσεις του ανέμου. Δεν υπάρχει καλύτερο λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα εκτός αν αυτό είναι της Μπαλακλάβα. Το καλύτερο νερό το βρίσκεις εδώ και η όμορφη συμμετρία της τουρκικής νεολαίας και των δύο φύλων πρέπει να αποδοθεί στην ηπιότητα του κλίματος.
Επισκέφθηκα τους τάφους των Σίντι Μπελάλ Σουλτάν, Σουμπχάν Χότζα, εκείνον του Τζούτζι Σουλτάν στο πράσινο μνημείο μέσα στο κάστρο, του Καζή-μπεγκ Σουλτάν στη σχολή του Άλα-αντ-ντίν, του Μπεκίρ Χότζα κάτω από αυτόν, του Εμιρζά Εφέντη στην πύλη της Άμμου και εκείνους των Χάμζα και Εμίρ Εφέντη κοντά του.
Νότια της πόλης βρίσκεται το ψηλό βουνό που ονομάζεται Μπόζτεπε (παγωμένη κορυφή),25 απέναντι από το οποίο φαίνονται οι βράχοι της Κελίγρα στην ευρωπαϊκή ακτή. Αλεπούδες, τσακάλια και αρκούδες αφθονούν σε αυτό το βουνό. Περάσαμε τρεις ημέρες σε αυτήν την πόλη, ύστερα επανεπιβιβαστήκαμε και στο τέλος των τριών μιλίων ήρθαμε στο Φιντιτζάκ-αγζί,26 οι κάτοικοι του οποίου είναι όλοι βαρκάρηδες και ναυπηγοί. Ο ποταμός Κιζίλ Ιρμάκ27 χύνεται εδώ στη θάλασσα. Πηγάζει από βουνό στο σαντζάκι της Άγκυρας, περνά κάτω από τη γέφυρα του Τσασνεγκβίρ προς το κάστρο του Οσμαντζίκ και το Χατζή Χάμζα κοντά στην Τόσια. Παίρνει το όνομα Κόκκινος Ποταμός από το κόκκινο χρώμα του. Πιο ψηλά στον ποταμό, στα βουνά, υπάρχουν πέτρες καρνεόλης, αρκετά μεγάλες για λαβές μαχαιριών και στιλέτων. Κανένα χωριό στην περιοχή δεν καλλιεργείται, από φόβο για τους Κοζάκους. Σαράντα μίλια πιο πέρα φτάσαμε στη Μπάφρα,28 την έδρα σούμπαση υπαγόμενου στο σαντζάκι της Τζανίκ. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα την ημέρα. Υπάρχει ξεχωριστός σερντάρ (αξιωματικός των γενίτσαρων). Η απόσταση από τη Σαμσούν είναι ταξίδι μιας ημέρας. Η Μπάφρα βρίσκεται νοτιοδυτικά της Σαμσούν και απέχει δύο φάρσανγκ [παρασάγγες] από τη Μαύρη Θάλασσα. Ο Κιζίλ Ιρμάκ, που έρχεται από την περιοχή της Γκιουνά-ναμπάντ, ρέει στη δυτική πλευρά της Μπάφρας και κοντά σε αυτό το σημείο διασχίζεται από γέφυρα από έλατα, που σχηματίζει ξύλινη αψίδα από τη μία όχθη στην άλλη. Αξίζει να τη δείτε. Υπάρχουν δύο τζαμιά και δύο λουτρά στη Μπάφρα και όλα τα σπίτια είναι χτισμένα από έλατο.
Περιγραφή του κάστρου της Σαμσούν29
Πρώτος το πήρε από τους Έλληνες, που το έχτισαν ο Άλα-αντ-ντίν, ένας ηγεμόνας της οικογένειας των Σελτζούκων και στη συνέχεια ο σουλτάνος Γιλντιρίμ. Είναι έδρα βοεβόδα υποτελούς στο σαντζάκι της Τζανίκ. Η πρόβλεψη για τον δικαστή καθορίζεται σε 150 άσπρα. Η τάξη τηρείται από έναν διοικητή των γενίτσαρων (σερντάρ κεχαγιά-γερι) και τον διοικητή του κάστρου, τον ντιζντάρ, αλλά δεν υπάρχει ούτε μουφτής ούτε νακίμπ-αλ-ασράφ. Οι κάτοικοι είναι όλοι συσκευαστές και βαρκάρηδες, δεν υπάρχουν μεγάλοι πλούσιοι άνδρες (αγιάν) αλλά ένας αριθμός ουλεμάδων. Κάθε σώμα ντύνεται σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Η απόσταση μεταξύ Σινώπης και Σαμσούν είναι δια θαλάσσης εκατόν πενήντα μίλια και από τη στεριά πέντε ημέρες. Η Σινώπη βρίσκεται στα νότια της Σαμσούν,30 η οποία είναι ισχυρό φρούριο στην ακτή. Την εποχή του Μωάμεθ Γ’, του κατακτητή της Έρλα, οι Κοζάκοι πήραν αυτό το κάστρο και κατέστρεψαν τις οχυρώσεις σε ορισμένα σημεία, τα οποία, όταν αυτοί εκδιώχθηκαν, επισκευάστηκαν και ενισχύθηκε η φρουρά, με μεγάλη αποθήκη πυρομαχικών. Τώρα έχει περίμετρο 5.000 βημάτων, εβδομήντα πύργους, 2.000 πολεμίστρες και τέσσερις πύλες. Ο ποταμός Τσερσεμπέ-Μπαζάρι,31 ο οποίος περνάει μπροστά από την Αμάσεια, χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα στην ανατολική πλευρά της Σαμσούν. Είναι μεγάλος ποταμός, μη διαβατός. Πηγάζει στο σαντζάκι του Μπόλου, πηγαίνει στην Τοκάτ και ύστερα περνάει μπροστά από την Αμάσεια. Από αυτό προέρχεται η παροιμία που λένε χοντροκομμένα οι κάτοικοι της Τοκάτ σε εκείνους της Αμάσειας. «Πίνετε ό,τι έχουμε λερώσει». Το νερό της Σαμσούν θεωρείται κακό, ωστόσο είναι διαυγές και διαφανές. Τα σπίτια είναι επενδεδυμένα με τούβλα και περιτριγυρισμένα από κήπους. Έχει τζαμί και χάνια, αλλά δεν υπάρχει σχολή ή εγκατάσταση ανάγνωσης. Υπάρχουν επτά πρωτοβάθμια σχολεία, λουτρό και αγορά, αλλά όχι λιμάνι. Είναι ανοιχτό μέρος, αλλά το αγκυροβόλιο είναι καλό. Τα σταφύλια και τα αχλάδια της Σαμσούν παστώνονται (τουρσί) και στέλνονται σε βαρέλια στην Κωνσταντινούπολη. Τα κορδόνια, τα σχοινιά και το ρετσίνι της είναι διάσημα. Η πόλη βρίσκεται στην άκρη κόλπου. Επισκεφθήκαμε ό,τι ήταν να δούμε σε αυτό το μέρος και στη συνέχεια επιβιβαστήκαμε ξανά μαζί με τους συντρόφους μας.
Περιγραφή του κάστρου της Ούνιε32
Χτίστηκε από έναν από τους αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, κατακτήθηκε αρχικά από τον Κεϊκουμπάντ της οικογένειας των Σελτζούκων και στη συνέχεια από τον Ορχάν. Είναι έδρα βοεβόδα που υπάγεται στο σαντζάκι της Τζανίκ. Ο δικαστής διορίζεται με 150 άσπρα: ένας σερντάρ και ένας ντιζντάρ κατέχουν τη στρατιωτική εξουσία, αλλά δεν υπάρχει μουφτής ούτε νακίμπ-αλ-ασράφ. Το κάστρο είναι τετράγωνο πέτρινο κτίριο στην ακτή. Τα σπίτια καλά κατοικημένα, τα τζαμιά φωτεινά και οι αγορές πολυπληθείς. Αφού τα είδαμε όλα αυτά, ξαναμπήκαμε και προχωρώντας μερικά μίλια με ευνοϊκό άνεμο, φτάσαμε στη Φάτσα33 στην ακτή, αποτελούμενη από τριακόσια σπίτια, τζαμί, χάνι και λουτρό. Είναι ζιαμέτ που ανήκει στη Τζανίκ. Οι κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον Έλληνες. Το ακρωτήριο Στέφανι Μπουρνού34 είναι οξύ σημείο που προχωράει δέκα μίλια μέσα στη θάλασσα. Τα βουνά είναι διάσπαρτα με καλά καλλιεργούμενα ελληνικά χωριά. Την περάσαμε και φτάσαμε πιο βόρεια στο κάστρο της Βόνα,35 χτισμένο από τους Γενουάτες και κατακτημένο από τον Ουζούν Χασάν, τον άρχοντα του Αζερμπαϊτζάν, που πήρε αυτό το κάστρο μαζί με εκείνα της Γκουμούσχανε, της Μπαϊμπούρτ και της Τζάνχα. Σε μεταγενέστερη περίοδο πάρθηκε από τον Μωάμεθ Β’. Είναι έδρα σούμπαση από το σαντζάκι της Τζανίκ. Το κάστρο έχει στρογγυλό σχήμα και βρίσκεται σε λόφο δίπλα στην ακτή, αλλά δεν είναι καλά φρουρούμενο. Η πύλη κοιτάζει προς τα ανατολικά. Κυβερνάται από σερντάρ και δικαστή με εισόδημα 150 άσπρα. Έχει τζαμιά, χάνια και λουτρά. Οι κάτοικοι είναι γνωστοί με το όνομα Βούνα Έλληνες και Τούρκοι. Είναι καλό λιμάνι, όπου τα μεγαλύτερα πλοία μπορούν να αγκυροβολήσουν ανά πάσα στιγμή. Προχωρήσαμε από εδώ, ευθεία μπροστά στον άνεμο, εκατό μίλια μέχρι το κάστρο της Γκίρεσουν, που χτίστηκε από τον Κωνσταντίνο, τον ιδρυτή της Κωνσταντινούπολης. Έπεσε στα χέρια του Ουζούν Χασάν, το πήραν στη συνέχεια οι Γενουάτες και τέλος ο Μωάμεθ Β’, ο οποίος διέταξε τον Μαχμούτ Πασά, τον στρατηγό του, να μπει στο κάστρο τη νύχτα. Το όνομα του κάστρου λέγεται ότι προήλθε από αυτή την εντολή: «Γκίρεσουν» (Να μπεις).36 Βρίσκεται στα σύνορα του πασαλικιού της Τραπεζούντος, στο χας της οποίας ανήκει. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι της είναι: ο δικαστής με 150 άσπρα, ο σερντάρ των γενίτσαρων, ο ντιζντάρ του κάστρου, ο επιθεωρητής του τελωνείου, ο μουφτής και ο νακίμπ-αλ-ασράφ. Βρίσκεται στην ακτή μεταξύ Τζανίκ και Τραπεζούντας, στα ανατολικά της πρώτης. Από την εμφάνιση των ερειπίων, φαίνεται ότι ήταν μεγάλη πόλη όταν βρισκόταν στην κατοχή των Γενουατών, αλλά τώρα είναι μικρή μόνο, με τζαμιά και χάνια, λουτρό και αγορά. Οι κήποι δίνουν άφθονο καρπό. Αν και το αγκυροβόλιο είναι εξαιρετικό, το λιμάνι δεν προσφέρει καταφύγιο από αντίθετους ανέμους. Στη δυτική πλευρά του υπάρχει μικρό νησί, όπου κρύφτηκαν οι Κοζάκοι όταν πυρπόλησαν και λεηλάτησαν αυτήν την πόλη, η οποία δεν προστατεύεται από το κάστρο. Καθώς ανήκει στην κυβέρνηση της Τραπεζούντας, εκατό περίπου άνδρες της συνοδείας του Ομέρ Πασά πήραν άλογα από εδώ και συνέχισαν από τη στεριά το ταξίδι τους στην Τραπεζούντα.
Στη συνέχεια κατευθύναμε το σκάφος μας προς βορρά και φτάσαμε στο κάστρο του Περπουλόμ,37 που είναι μικρό τετράγωνο κάστρο και βρίσκεται σε λόφο δίπλα στην ακτή της θάλασσας, με διοικητή (ντιζντάρ) και φρουρά. Οι κάτοικοι είναι Έλληνες. Περάσαμε το ακρωτήριο Ζούμρε Μπουρνού,38 όπου χωριά φαίνονται στα βουνά. Το κάστρο του Γκιόρελι39 είναι περιοχή που ανήκει στην Τραπεζούντα. Το κάστρο βρίσκεται σε λόφο δίπλα στην ακτή. Στη συνέχεια φτάσαμε στον σταθμό της Πόπολι40 σε μεγάλο κόλπο, όπου ίχνη κατεστραμμένων κάστρων φαίνονται σε πολλά μέρη. Πιο βόρεια βρίσκεται το κάστρο του Κίλιγιε,41 περιοχή που ανήκει στην Τραπεζούντα. Το κάστρο βρίσκεται σε ψηλό λόφο δίπλα στην ακτή και χτίστηκε από τους Γενουάτες. Το κάστρο του Γιόροζ-μπουρνού42 είναι μικρό τετράγωνο κάστρο πάνω σε βραχώδες ακρωτήριο, που ονομάζεται σημείο του Γιόροζ,43 το οποίο ήταν το όνομα ενός Έλληνα μοναχού που το έκτισε. Το κάστρο του Ακτσα-αμπάτ,44 μεγάλης συνοικίας που ανήκει στην Τραπεζούντα. Το κάστρο είναι ισχυρό πεντάγωνο στην ακτή, χτισμένο επίσης από τους Έλληνες. Το Πολάτα Μπαζάρι45 είναι έδρα σούμπαση και ναΐμπ υπαγόμενων στην Τραπεζούντα. Εδώ διοργανώνεται έκθεση κάθε εβδομάδα, την οποία επισκέπτονται πολλές χιλιάδες κάτοικοι από τα γειτονικά χωριά. Ανήκει ως βακφ στα ιδρύματα της Χατουνιέ, της μητέρας του Σελήμ Α’, ενώ ο σούμπασης είναι ταυτόχρονα ο μουτεβελή ή διαχειριστής του βακφ. Το λιμάνι από τα πιο διάσημα στη Μαύρη Θάλασσα για την ασφάλειά του. Ο χείμαρρος της Καλατιμάνα, που πηγάζει από τα βουνά της Τραπεζούντας, χύνεται στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στο λιμάνι της Πολάτα.46 Η κοιλάδα του Σιρέντερε47 ζωντανεύει από καλλιεργούμενα χωριά, οι κάτοικοι των οποίων πηγαίνουν με βάρκες στην αγορά της Τραπεζούντας, στα νότια της οποίας βρίσκονται αυτά τα μέρη.
Περιγραφή της πόλης και του αρχαίου φρουρίου της Τραπεζούντας, πρωτεύουσας των Λεζγών. Ο Θεός να τη φυλάει από κάθε κακό!
Χτίστηκε από τους Έλληνες και κατακτήθηκε από τον Ουζούν Χασάν, τον ηγεμόνα του Αζερμπαϊτζάν, αλλά ανακτήθηκε από τους Έλληνες αυτοκράτορες την εποχή της εισβολής του Τιμούρ, έως ότου, το έτος 878 (1473), περιήλθε στην εξουσία του Μωάμεθ Β’. Προώθησε τεράστιο στρατό μέσω Τζάνχα και έδωσε μάχη με τον Ουζούν Χασάν στο πεδίο του Τερτζάν, όπου σαράντα χιλιάδες άνδρες του Ουζούν Χασάν σκοτώθηκαν και ο ίδιος διέφυγε στο κάστρο του Αζερμπαϊτζάν. Από την εποχή της νίκης του σουλτάνου Μουράτ Α’ στο Κόσοβο δεν είχε επιτευχθεί μεγαλύτερη νίκη. Ο Μωάμεθ Β’ κατέκτησε την πόλη της Τραπεζούντας δεκατρία χρόνια νωρίτερα. Το όνομά της προφερόταν Ταρμπεφζούν (χαρά που αυξάνεται).48 Ο Μωάμεθ Β’ έστησε την κατοικία του εδώ, έκοψε νομίσματα, έβαλε να γίνεται δημόσια προσευχή στο όνομά του και έμεινε εδώ τρία χρόνια. Υπέταξε τις βόρειες επαρχίες Γεωργία, Μινγκρελία και Αμπχαζία, τοποθέτησε τον γιο του Βαγιαζήτ εδώ ως διοικητή και πήγε ο ίδιος στην τρίτη κατοικία του, την Κωνσταντινούπολη.
Ο Βαγιαζήτ Β’ [βασ. 1481-1512], όταν ανέβηκε στον θρόνο στη θέση του πατέρα του έδωσε την κυβέρνηση της Τραπεζούντας στον γιο του Σελήμ, ο οποίος πέρασε δύο φορές στην Κριμαία και επικεφαλής των Τάταρων τους οδήγησε εναντίον του πατέρα του. Χάνοντας σε μάχες, μία φορά στη Βάρνα και μία φορά στην Αδριανούπολη, άφησε τον γιο του Σουλεϊμάν ως υπαρχηγό του στην Τραπεζούντα και αποσύρθηκε μεταμφιεσμένος στην Περσία, όπου έπαιξε σκάκι με τον Σαχ Ισμαήλ, ενώ ύστερα ταξίδεψε μέσω Βαγδάτης, Μέσεντ, Μέκκας και Μεδίνας στην Αίγυπτο και συνομίλησε εκεί με τον Εμπού Σαούντ Τζάρεχι και τον Μεζρούκ Καφάκι, ο οποίος του είπε: «Σελήμ, πήγαινε στο Ρουμ και την Περσία και ύστερα έλα στην Αίγυπτο». Ύστερα από τρία χρόνια ταξιδιού επέστρεψε στην Τραπεζούντα, απ’ όπου, διατηρώντας μυστική επικοινωνία με τους γενίτσαρους και με τον Μενγκλί Γκεράι Χαν [της Κριμαίας], οδήγησε στρατό Τατάρων εναντίον του πατέρα του, τον οποίο νίκησε στο Τσορλού και εξόρισε στο Ντιμότεκα [Διδυμότειχο], όπου πέθανε στο χωριό Χάβζα. Ο σουλτάνος Σελήμ Α’ [βασ. 1512-1520] παρέμεινε απόλυτος μονάρχης και απαθανάτισε τον εαυτό του από τις νίκες στο Τσαλντίρ και την Αίγυπτο.
Ο Σουλεϊμάν [βασ. 1520-1566]ανατράφηκε στην Τραπεζούντα, η οποία υπήρξε έδρα τεσσάρων Οθωμανών αυτοκρατόρων. Σε ανάμνηση της νεότητάς του που πέρασε εδώ, έστειλε τη μητέρα του σε αυτό το μέρος και το ανύψωσε σε ξεχωριστή επαρχία, με την προσθήκη του σαντζακιού του Βατούμ. Είναι μπεηλερμπεηλίκ πασά με δύο ουρές, αλλά δόθηκε περισσότερες από μία φορές σε βεζίρηδες τριών ουρών ως αρπαλίκ, κατά τη βασιλεία του Μουράτ Δ’ [βασ. 1623-1640] και του Ιμπραήμ [βασ. 1640-1648]. Το χας του πασά αποτελείται, σύμφωνα με τον κανούνι (νόμο) από 40.000 άσπρα. Δύο σούμπαση υπάρχουν σε αυτό το μέρος και ο πασάς μπορεί να βγάζει, με δίκαιο τρόπο, κάθε χρόνο, 19.000 γρόσια, αλλά αν είναι αυστηρός, ακόμη και 30.000 γρόσια. Υπάρχουν πέντε σαντζάκια, δηλαδή Τζάνχα, Βατούμ, Ζιρ, Γωνία και Τραπεζούντα, που είναι ο κύριος τόπος. Οι φεουδάρχες αξιωματικοί είναι ο ντεφτερντάρ των τιμαρίων, ο κεχαγιάς του ντεφτέρ, ο επιθεωρητής των καταλόγων (ντεφτέρ εμίνι) και ο κεχαγιάς των τσαούσηδων. Ορίζεται επίσης εδώ ένας επιθεωρητής των τσαούσηδων. Υπάρχουν 43 ζιαμέτ, 226 τιμάρ στο σαντζάκι της Τραπεζούντος και 13 ζιαμέτ με 72 τιμάρ στο σαντζάκι του Βατούμ, συνολικά 1.800 καλά οπλισμένοι άνδρες, εκτός από τους χίλιους τζεμπελή του πασά, έτσι ώστε το σύνολο συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών να ανέρχεται σε 3.000 άνδρες. Κατέχουν χωριά και γη υπό τον όρο ότι θα πηγαίνουν σε πόλεμο υπό τη διοίκηση του πασά, που αν δεν το κάνουν, χάνουν τις μισθώσεις τους.
Μπεγκ των Αμπχαζίων φυλών
Η φυλή των Τζατζλάρ, των Ερλάν, των Τσανταλάρ, των μεγάλων Τσανταλάρ, των Κετσιλάρ, των Αρτλάρ, των Καμισλάρ, των Σουτζελάρ, των Μποζουρούκ, των Κουνασί, των Ασουφλί, των Γιοκαρουλί, των Τζέμπε και των Σούντιτζα. Υπάρχουν εβδομήντα φυλές Αμπχαζίων, που έχουν υποκύψει από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν και οι οποίες κάθε χρόνο, σε ένδειξη υποταγής, στέλνουν στον πασά της Τραπεζούντας φόρο υποτέλειας, αποτελούμενο από αγόρια και κορίτσια, καμφορά, κεριά, πανωφόρια και χίλια κομμάτια χοντρό λινό για πετσέτες για την αυτοκρατορική κουζίνα. Στη συνέχεια ο πασάς ανανεώνει με αυτούς τη συνθήκη προστασίας. Οι απεσταλμένοι έρχονται κάθε χρόνο από τη Μινγκρελία στην Τραπεζούντα με αυτόν τον φόρο υποτέλειας, σύμφωνα με το σύνταγμα του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο δικαστής, μουλάς με 500 άσπρα, εκτείνει τη δικαιοδοσία του σε 41 περιοχές και πραγματοποιεί ετήσιο εισόδημα 8.000 γρόσια.
Οι αξιωματούχοι και δημόσιοι λειτουργοί της Τραπεζούντας
Αυτοί είναι ο πασάς, ο μουφτής, ο νακίμπ και αντί για τον σερντάρ των γενίτσαρων ένας τσαούς υψηλής εξουσίας, ένας κεχαγιά-γερι των σπαχήδων, σούμπασης, ένας αγιάκ ναΐμπ, ένας μοχτεσίμπ, ένα επιθεωρητής του τελωνείου και της ιχθυαγοράς, ένας σαχ μπεντέρ ή αρχηγός των εμπόρων, ένας επιθεωρητής των βαφέων, του κρασιού και του κεριού, κοντολογής δεκαεπτά δημόσιοι λειτουργοί διορισμένοι με αυτοκρατορικό διάταγμα. Οι κάτοικοι διαθέτουν επίσης αυτοκρατορικό προνόμιο, που τους επιτρέπει να σκοτώνουν τους Εβραίους που εισέρχονται στην πόλη. Ο λόγος για τον οποίο έχουν αυτή την εξουσιοδότηση θα εξηγηθεί αναλυτικά, αν αρέσει στον Θεό, σε άλλο μέρος. Η πόλη βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Μαύρης Θάλασσας και περιβάλλεται από υπέροχους κήπους. Η απόσταση από την Κωνσταντινούπολη είναι ακριβώς χίλια μίλια. Τα βουνά των Λεζγών βρίσκονται προς τα νότια και τα ανατολικά. Το όνομα Λεζγοί [Λέζγκι] έχει αλλοιωθεί σε Λαζοί [Λαζ]. Ο Μωάμεθ Β’ αφού κατέκτησε αυτήν την πόλη, την αποίκισε από κάθε περιοχή και την κατέστησε πολυπληθές μέρος. Οι κάτοικοι είναι Λεζγοί και γενίτσαροι, οι οποίοι κληρονομούν αυτό το δικαίωμα από πατέρα σε γιο. Τα ονόματά τους είναι, Αλή, Βελή, Χονταβερντί, Τζαφέρ, Πεσίρ, Φεσλί, Μεμί, Φεϊζέρ, Φαχζάντ και Μεμέτ, με τη λέξη μπασά να προστίθεται στο τέλος, η οποία εδώ προφέρεται πασά. Τα επώνυμα είναι, γιος του Φερτούλ, Φοντούλ, Φαζάρ, Κασουμπούρ, Κατράζ, Καλαφάτ, Κοσντούντ, Τζούντα, Αλιαλή, Σουρμενλί, Πιπολί, Κασιντ-μπάρι, Σιάμι, Τζορκατζή, Χαντζι-τσίτσου, Κοτουζμεσλί, Ααλή, Γκιουνελί. Τα ονόματα των γυναικών, Ομχάν, Έσμα χαν, Ραμπιέ, Ασιέ, Χανιφέ, Αφίφα, Σαΐχα, Φατίμα, Χούφτι, Τούντι, Γκιουλσαχί, Μίρμα, Χίβα, Χούμα, Ζαχίλα και Ανίφα. Τα ονόματα των σκλάβων, Γιουσούφ, Παϊβάν, Κανάναν, Αλλάχ-κούλι, Ρουστέμ, Απάρτι, κ.λπ. Αυτά τα ονόματα ήσαν αρχικά καθαρά αραβικά ονόματα, αλλά προφέρονται με τέτοιο τρόπο από τους Λεζγούς, ώστε να φαίνονται αρκετά περίεργα. Πολλοί από τους κατοίκους του τάγματος των δερβίσηδων Γκιουλσενί φορούν κολιέ από κοράλλι, ίασπη και τιρκουάζ. Τόσο η πεζογραφία όσο και η ποίηση καλλιεργούνται σε υψηλό βαθμό και υπάρχουν στην εποχή μας όχι λιγότεροι από έντεκα ποιητές, καθένας από τους οποίους είναι συγγραφέας ενός ντιβάν ή αλφαβητικής συλλογής γαζέλ (ωδών).
Εγκώμιο των ποιητών της Τραπεζούντας
Ο Γαναγί Εφέντης ήταν γραμματέας του Ταγιέμ Πασά και στη συνέχεια του Μελέκ Αχμέτ Πασά. Ήξερε απ’ έξω τα λεξικά του Καμούς και του Σεμί, καθώς και τις ομιλίες των Ούρφι και Τουζούλι. Ο Γαναγί πήγε με τον Μελέκ Αχμέτ Πασά στην κυβέρνησή του της Ρούμελης και θάφτηκε στη Σόφια, στο τζαμί του Ντερβίς Μοχάμεντ Πασά, το 1021 (1612). Ο Αλή-Τζανή διαδέχθηκε το αξίωμα του πατέρα του. Άφησε τρεις τόμους σε στίχους και πεζογραφία, σε σύγκριση με τους οποίους ο ίδιος ο Βαϊσί δεν είναι παρά παιδί που τραυλίζει.
Μορφή και μέγεθος της πόλης και περιγραφή των μνημείων της
Αποτελείται από δύο μεγάλα κάστρα μεταξύ της άκρης του βουνού Μπόζτεπε και της ακτής της Μαύρης Θάλασσας και χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι το κατώτερο κάστρο, το δεύτερο το μεσαίο κάστρο και το πιο εσωτερικό ή πύργος του κάστρου είναι εξαιρετικά ισχυρό, προστατευόμενο από το όρος Μπόζτεπε. Η τάφρος είναι πολύ βαθιά και εβδομήντα βήματα πλατιά, όλη κομμένη σε ασβεστόλιθο. Μέσα σε αυτό το κάστρο υπάρχει τζαμί, στρατώνες για τη φρουρά και αποθήκες. Στη βόρεια πλευρά μια πύλη οδηγεί στο μεσαίο κάστρο, η οποία είναι η μόνη ανοιχτή πύλη. Μια δεύτερη μυστική πύλη (Ογρούν καπί) διατηρείται πάντοτε κλειστή. Το μεσαίο κάστρο είναι μακρόστενη πλατεία που περικλείεται από τείχη. Η πύλη στην ανατολική πλευρά που οδηγεί από τον πύργο ή εσωτερικό κάστρο ονομάζεται πύλη της Νέας Παρασκευής. Η δεύτερη πύλη βρίσκεται επίσης στο τέλος του ίδιου τείχους. Τα βυρσοδεψεία βρίσκονται έξω από αυτήν και επομένως ονομάζεται πύλη Βυρσοδεψείων [Ταμπάχανε]. Μπροστά της ρέει ποταμάκι που πηγάζει από τα βουνά του Μπότζεπε και τα βουνά των Λεζγών στα ανατολικά και περνά μέσα από τα βυρσοδεψεία προς τη θάλασσα. Μερικές φορές διογκώνεται σε εξαγριωμένο χείμαρρο. Στο κέντρο της αγοράς των βυρσοδεψείων υπάρχει μεγάλη πέτρινη γέφυρα που φτιάχτηκε από τον Ουζούν Χασάν, τον άρχοντα του κάστρου, που βρίσκεται ανατολικά του Ερζερούμ. Η τρίτη πύλη του μεσαίου κάστρου βρίσκεται στον δυτικό τείχος και ονομάζεται πύλη της φυλακής, όπου είναι κλεισμένοι οι κακοποιοί και οι οφειλέτες. Από αυτήν την πύλη περνάς πάνω από πέτρινη γέφυρα προς την πύλη Ζάγανος. Η τέταρτη πύλη βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του τείχους και οδηγεί στο κατώτερο κάστρο, ή τρίτο τμήμα της πόλης και επομένως ονομάζεται πύλη του κάτω κάστρου.
Περιγραφή του Κάτω Κάστρου
Το βόρειο τείχος εφάπτεται στη θάλασσα. Το κάστρο έχει τετράγωνη μορφή, 19.000 βήματα περίμετρο. Έχει επίσης τέσσερις πύλες, δηλαδή την πύλη του Ζάγανος δίπλα στην πύλη της φυλακής κοντά στα τείχη, που οδηγεί σε μεγάλη γέφυρα. Την πύλη του Σούτχανε που οδηγεί στις γειτονιές των χριστιανών. Την πύλη του Μεβλούζ που σημαίνει στα ελληνικά (;) μικρή πέτρα, από την αφθονία των βότσαλων που βρίσκονται στην ακτή. Στη γλώσσα των Λαζών, Μεβλούζ είναι το όνομα των αντηρίδων ή προβλήτων που υψώνονται για να στηρίξουν ερειπωμένα τείχη. Τα τείχη του κατώτερου κάστρου εκτείνονται και στις δύο πλευρές προς τη θάλασσα, έτσι ώστε η πόλη να είναι κλειστή απέναντι σε εχθρική εισβολή, από τείχος που τρέχει κατά μήκος της ακτής. Η τέταρτη πύλη είναι αυτή της Μούμ-χανε ή του κηροποιείου, γιατί όλα τα κεριά, από τα οποία μεγάλος αριθμός κατασκευάζονται στην Τραπεζούντα, κατασκευάζονται έξω από αυτήν την πύλη. Τρεις γειτονιές της πόλης κατοικούνται από μουσουλμάνους και χριστιανούς, αλλά από κανέναν Εβραίο. Τα σπίτια, που υψώνονται το ένα πάνω από το άλλο, είναι όλα επενδεδυμένα με τούβλα και βλέπουν προς τα βόρεια ή τα δυτικά.
Περιγραφή των τζαμιών
Στο κέντρο του κάστρου υπήρχε παλιά χριστιανική εκκλησία. Ο Μωάμεθ Β’, έχοντας κατακτήσει την πόλη το έτος 865, έστρεψε το μιχράμπ από τα ανατολικά προς την κατεύθυνση της Καάμπα. Το μιχράμπ και το μινμπάρ της είναι αρχαίας κατασκευής και στην ανατολική πλευρά υπάρχει προσευχητήριο (μαχφίλ) της πιο κομψής γλυπτικής. Το ξύλο του είναι κυπαρίσσι, καρυδιά και πύξος. Είναι πάντοτε κλειστό και προορίζεται αποκλειστικά για χρήση από τον αυτοκράτορα. Άλλωστε σε αυτό το τζαμί υπάρχουν άλλα τρία μαχφίλ ή προσευχητήρια που υποστηρίζονται από κολόνες, όπου επιτρέπεται επίσης στους ανθρώπους να προσεύχονται, όταν υπάρχει πολύς κόσμος. Έχει δύο πύλες, κομψό μιναρέ και κελιά για σπουδαστές έξω στην αυλή. Είναι καλυμμένο με μόλυβδο. Στο δυτικό προάστιο υπάρχουν επίσης τέσσερα τζαμιά και δύο στο ανατολικό. Το τζαμί του κάστρου του πύργου είναι όμορφη δομή, με μιναρέ πολύ διακοσμημένο. Το τζαμί της Χατουνιέ χτίστηκε από τη μητέρα του Σελήμ Α’ που γεννήθηκε εδώ. Είναι εξαιρετικά καλά προικισμένο. Η αγορά που ονομάζεται Πούλτα-μπαζάρι ανήκει στο ίδρυμά του, μαζί με πολλά καλλιεργούμενα χωριά. Ο τρούλος φωτίζεται από κεριά κάθε νύχτα, ο κομψός μιναρές του τρυπά τον ουρανό. Η πύλη και οι τοίχοι αυτού του τζαμιού είναι φτιαγμένοι από μαύρη γυαλισμένη πέτρα και λευκό μάρμαρο, σε εναλλασόμενες σειρές. Χτίστηκε το έτος 920. Το τζαμί του Σουλεϊμάν μπεγκ στα δυτικά του τζαμιού της Χατουνιέ, αλλά σε απόσταση ενός μιλίου από αυτό, στη θέση Καβάκ, έχει μιναρέ καλυμμένο με μόλυβδο.
Το τζαμί της Αγιασόφια βρίσκεται στην ακροθαλασσιά, στη δυτική πλευρά. Χτίστηκε την εποχή των απίστων. Ο Κούρντ Αλή-μπεγκ το πήρε από τα χέρια των χριστιανών το έτος 951 (1573) και το στόλισε με ωραίο μινμπάρ και μαχφίλ. Στολίζεται με πολλούς κίονες από μάρμαρο και γρανίτη, οι οποίοι δεν μπορούν να εγκωμιαστούν στην περιγραφή με τον τρόπο που τους αξίζει. Το μιχράμπ και το μινμπάρ είναι σε αρχαίο στιλ και περιβάλλεται από αμπελώνες και φυτείες ελαιόδενδρων.
Το τζαμί του Βάρντογκντι-μπεγκ βρίσκεται μισό μίλι νότια του τζαμιού Χατουνιέ στη συνοικία Τεκφούρ-σεράι. Προβιβάστηκε από μεστζίντ σε τζαμί από τον Τοργούτ-μπεγκ το 985 (1577). Έχει πύλη και μιναρέ με καλές αναλογίες. Το νέο τζαμί ήταν παλαιότερα εκκλησία και βρίσκεται σε ψηλή θέση. Το τζαμί του Ισκεντέρ Πασά, γνωστό με το όνομα του Καφούρ-Μεϊντάνι (πλατείας των Άπιστων), έχει τον τρούλο του εξ ολοκλήρου καλυμμένο με μόλυβδο και μιναρέ με καλές αναλογίες.
Περιγραφή των επιστημονικών σχολών, λουτρών, αγορών κλπ.
Έξω από την αυλή του τζαμιού του μεσαίου κάστρου βρίσκεται η σχολή του Μωάμεθ Β’ με μεγάλο αριθμό κελιών και μαθητών. Υπάρχει γενική διάλεξη (ντερσί-αμ). Ο ομιλητής κατέχει τον βαθμό του μουλά. Είναι ορυχείο ποιητών και τόπος συνάντησης έξυπνων ανθρώπων. Η σχολή της Χατουνιέ είναι διακοσμημένη με κελιά σε τέσσερις πλευρές. Οι μαθητές λαμβάνουν σταθερές ποσότητες κρέατος και κεριού για την επιβίωσή τους. Η σχολή του Ισκεντέρ Πασά στη βόρεια πλευρά του τζαμιού, που φέρει το ίδιο όνομα, είναι πλούσια προικισμένη με υποτροφίες για τους μαθητές. Τα αναγνωστήρια της Τραπεζούντας είναι: Εκείνα του μεσαίου κάστρου, στο τζαμί του Μωάμεθ Β’, όπου γίνεται εισαγωγή στην ανάγνωση σύμφωνα με τον τρόπο του Ιμπν Κέθερ. Εκείνο της Χατουνιέ, όπου έργα για το Κοράνι διαβάζονται σύμφωνα με τις επτά καθιερωμένες μεθόδους Τζεσερί και Σάτεμπιε. Και εκείνο του Ισκεντέρ Πασά, κοντά στην εκκλησία του. Τα πρωτοβάθμια σχολεία για αγόρια είναι: Εκείνο του Μωάμεθ Β’ στο μεσαίο κάστρο. Το σχολείο του νέου τζαμιού, σχολείο τόσο ευλογημένο, που αγόρι που έχει διδαχθεί εδώ να διαβάζει το Μπισμιλλάχ (στο όνομα του Θεού!) δεν μπορεί να μη γίνει μορφωμένος άνθρωπος. Το κομψό σχολείο Χατουνιέ στη δυτική πλευρά του τζαμιού είναι χτισμένο από πέτρα, με τρούλο, όπου τα ορφανά εφοδιάζονται με πνευματική και σωματική τροφή, με φορέματα σε μεγάλες γιορτές καθώς και με δώρα. Και τα σχολεία του Ισκεντέρ Πασά. Αυτά είναι τα πιο διάσημα.
Υπάρχει ευχάριστο διπλό λουτρό για χρήση και από τα δύο φύλα, στο μεσαίο κάστρο, κοντά στην πύλη που οδηγεί στο κάτω κάστρο.
Το λουτρό του πύργου βρίσκεται στο βόρειο τείχος του εσώτερου κάστρου ή πύργου. Είναι μονό και λέγεται ότι υπήρχε την εποχή των απίστων. Το λουτρό του ιμαρέτ, χτίστηκε από τη Χατουνιέ, τη μητέρα του Σελήμ Α’. Το λουτρό του κάτω κάστρου είναι μονό, αυτό του Ισκεντέρ Πασά είναι διπλό. Το λουτρό των απίστων βρίσκεται μεταξύ της συνοικίας της Νέας Παρασκευής και του τόπου των απίστων και του λουτρού του Τεκφούρ-σεράι. Υπάρχουν επιπλέον στην Τραπεζούντα 245 ιδιωτικά λουτρά και μεγάλος αριθμός από χάνια. Το χάνι της Χατουνιέ έχει στάβλο αντίστοιχο με εκείνον του Αντάρ, που θα φιλοξενήσει εκατό άλογα. Υπάρχουν επίσης από πολλά άλλα χάνια για εμπόρους και μεμονωμένα άτομα.
Από τις αγορές, η πρώτη βρίσκεται έξω από την πύλη του κηροποιείου [μούμ-χανε]. Υπάρχει καλοχτισμένο μπεζεστένι όπου διαμένουν οι Άραβες και Πέρσες έμποροι, οι οποίοι είναι εξαιρετικά πλούσιοι. Στο μεσαίο κάστρο η αγορά που ονομάζεται μικρή αγορά, είναι εφοδιασμένη με όλα τα πράγματα. Τα καταστήματά της ανέρχονται στον αριθμό των ογδόντα.
Τα ιμαρέτ είναι: Του Μωάμεθ Β’ στο μεσαίο κάστρο, που φιλοξενεί πλούσιους και φτωχούς. Το ιμαρέτ της Χατουνιέ, κοντά στο τζαμί, δεν έχει αντίστοιχο, ούτε καν στην Τραπεζούντα. Οι επιβάτες και οι βαρκάρηδες μπορούν να δειπνήσουν εδώ όπως θέλουν. Υπάρχει φούρνος για το ψήσιμο λευκού ψωμιού και κελάρι (κιλάρ) για τη φύλαξη των εφοδίων του ιμαρέτ. Κοντά στην κουζίνα υπάρχει ο χώρος φαγητού για τους φτωχούς, ενώ οι μαθητές έχουν κατάλληλη τραπεζαρία. Κάθε μέρα, το πρωί και το μεσημέρι παρέχεται ένα πιάτο σούπα και ένα κομμάτι ψωμί σε καθέναν, ενώ κάθε Παρασκευή Ζερντέ Πιλάβ (πιλάφι) και κρέας γιαχνί (στιφάδο). Αυτοί οι κανονισμοί θα παραμείνουν σε ισχύ, όσο ευαρεστεί τον Θεό.
Περιγραφή της όψης των κατοίκων της Τραπεζούντας
Καθώς το κλίμα είναι εξαιρετικά ευνοϊκό, όπως και ο αέρας, οι κάτοικοι είναι όλοι εύθυμοι και χαρούμενοι, που δεν σκέφτονται τίποτε άλλο πέρα από το φαγητό και το ποτό, τη διασκέδαση και την ευχαρίστηση. Όντας όλοι αδρανείς και λάγνοι, το χρώμα τους είναι κόκκινο ενώ οι γυναίκες είναι όμορφες, προερχόμενες από την Αμπχαζία, τη Γεωργία και την Κιρκασσία, καθεμιά φεγγάρι ή μέρος του ήλιου.
Επαγγέλματα, συντεχνίες κ.λπ.
Οι κάτοικοι χωρίζονται από την αρχαιότερη περίοδο σε επτά τάξεις. Οι πρώτοι είναι οι μεγάλοι και ισχυροί ηγεμόνες και γιοι ηγεμόνων (μπεγκ και μπεγκ-ζάντε), οι οποίοι είναι ντυμένοι με υπέροχα πανωφόρια από σαμούρι. Οι δεύτεροι είναι οι ουλεμάδες, οι σεΐχηδες και οι ευσεβείς άνδρες, που ντύνονται ανάλογα με την κοινωνική τους θέση και ζουν από κληροδοτήματα. Οι τρίτοι είναι οι έμποροι, οι οποίοι συναλλάσσονται από θάλασσα και στεριά με το Οτσάκοφ, τη χώρα των Κοζάκων, τη Μινγκρελία, την Κιρκασσία, την Αμπχαζία και την Κριμαία. Φορούν μανδύες (φερράτζι) από ύφασμα και ντoλιμάν (μακριά φορέματα με στενά μανίκια) που λέγονται κοντός. Οι τέταρτοι είναι οι χειροτέχνες, που φορούν μανδύες (φερράτζι) από ύφασμα και μποκασσίνο. Οι πέμπτοι είναι οι βαρκάρηδες της Μαύρης Θάλασσας. Έχουν την ιδιαίτερη ενδυμασία τους, με σιδερένιες αγκράφες, σαλβάρια, ντολιμάν από ύφασμα και είδος επένδυσης (αστάρ) τυλιγμένης γύρω από το κεφάλι, έτοιμοι, έτσι εξοπλισμένοι, για εμπόριο ή μάχη στη θάλασσα. Η έκτη τάξη είναι οι άνδρες των αμπελώνων, επειδή τα βουνά του Μπόζτεπε είναι όλα φυτεμένα με αμπέλια και στο μητρώο είναι καταχωρημένοι όχι λιγότεροι από 31.000 κήποι και αμπέλια, έτσι ώστε αν υπολογίζεται μόνο ένας άνθρωπος σε κάθε κήπο, να υπάρχουν 31.000 κηπουροί, αλλά σε μερικούς υπάρχουν δύο και τρεις. Η έβδομη τάξη είναι οι ψαράδες, επάγγελμα στο οποίο απασχολούνται πολλές χιλιάδες άνδρες.
Περιγραφή των κυρίων τεχνών και χειροτεχνιών
Οι χρυσοχόοι της Τραπεζούντας είναι οι πρώτοι στον κόσμο. Ο Σελήμ Α’, που μεγάλωσε σε αυτή την πόλη, διδάχτηκε την τέχνη του χρυσοχόου και έκοψε καλούπια για το νόμισμα του πατέρα του Βαγιαζήτ τόσο επιδέξια, που φαίνονταν σαν χαραγμένα σε μάρμαρο. Είδα μερικά από αυτά τα νομίσματα στην Τραπεζούντα. Ο ίδιος ο Σουλεϊμάν (ο μεγάλος) ήταν μαθητευόμενος ενός Έλληνα που ονομαζόταν Κωνσταντίνος, που ήταν θετός αδελφός του Γιαχιά Εφέντη, ο οποίος είναι θαμμένος στο Μπεσίκτας. Από εκείνη την εποχή οι χρυσοχόοι της Τραπεζούντας έγιναν οι πιο διάσημοι στον κόσμο και φτιάχνουν αγγεία για ροδόνερο και θυμίαμα, σπαθιά, στιλέτα και λαβές μαχαιριών με την πιο υπέροχη τελειότητα. Τα μαχαίρια του Γοργούρογλου είναι τα πιο διάσημα από όλα. Τα τσεκούρια της Τραπεζούντας είναι νέα και έξυπνη εφεύρεση. Η ένθετη εργασία κελυφών από μαργαριτάρια, με τα οποία στολίζονται τραπέζια, άμβωνες, μελανοθήκες, κλεψύδρες και καρέκλες, είναι τέτοιας τελειότητας, που δεν υπάρχει αντίστοιχη σε καμία χώρα, εκτός αν πρόκειται για το έργο των κελυφών μαργαριταριών της Ινδίας.
Φαγητά και ποτά
Το νερό της Τραπεζούντας είναι γλυκό σαν πηγή ζωής. Ο μούστος της σταφίδας του Μπόζτεπε είναι γλυκός και δεν προκαλεί πονοκέφαλο σε όσους τον πίνουν. Τα σερμπέτια που ονομάζονται τριπλά, το μοσχάτο και το κρασί γαρίφαλου είναι τα καλύτερα. Οι κήποι παράγουν τα πιο εξαίσια φρούτα. Αρωματισμένα σταφύλια, κεράσια κόκκινα σαν χείλη γυναικών, αχλάδια διαφόρων ειδών, μήλα που ονομάζονται Σινώπης, σύκα που λέγονται Μπαντιντζιάν-Ιντζούρ, που δεν βρίσκονται τόσο γλυκά πουθενά αλλού, διάφορα είδη λεμονιών, πορτοκάλια με βαθύ μοβ χρώμα, ρόδια και ελιές, από τις οποίες μόνο υπάρχουν επτά είδη, που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού παρά μόνο στη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ. Μία του μικρού είδους τρώγεται πριν ωριμάσει και μοιάζει με μαύρο κεράσι. Αποτελεί επίσης αποκλειστική παραγωγή της Τραπεζούντας. Άλλο φρούτο, το οποίο ονομάζεται χουρμάς της Τραπεζούντας, ψήνεται σε σόμπες και εξάγεται σε πολλά μέρη. Είναι γλυκός καρπός και έχει δύο ή τρία κουκούτσια. Το γαρύφαλλο με χρώμα ρουμπινιού που αναπτύσσεται εδώ, είναι ιδιαίτερο αυτού του μέρους. Κάθε άνθος είναι σαν κόκκινο τριαντάφυλλο, αρωματίζει το μυαλό με το πιο γλυκό άρωμα και ζυγίζει, χωρίς το κοτσάνι, από πέντε έως έξι δράμια.
Τα ψάρια που αξίζει να αναφερθούν είναι το λεβρέκ-μπαλίκ [λαυράκι], το κέφαλ-μπαλίκ [κέφαλος], το καλκάν-μπαλίκ [ρόμβος], τα οποία, όταν τα καταναλώνουν γυναίκες, τις καθιστούν γόνιμες. Το ψάρι που ονομάζεται κιζιλτζέ-τεκιρμπαλίκ [κοκκινόψαρο], με κόκκινο κεφάλι και νόστιμο στη γεύση. Το χρυσό ψάρι, το ουσκούμρου [σκουμπρί] που αλιεύεται την εποχή Ερμπαΐν (40 μέρες μετά την 21 Δεκεμβρίου). Αλλά το πιο πολύτιμο από όλα, που προκαλεί συχνά αιματηρές διαμάχες και καυγάδες στην αγορά, είναι το χαμσί-μπαλίκ που ψαρεύεται την εποχή του Χαμσάν (τις πενήντα ημέρες που φυσούν νότιοι άνεμοι). Αυτά τα ψάρια παλαιότερα πετάγονταν έξω στην ακτή της Τραπεζούντας λόγω ενός φυλαχτού που είχε ανεγερθεί, όπως λέγεται, από τον Αλέξανδρο, μπροστά από την πύλη της πόλης, που αναπαριστούσε ένα ψάρι αυτού του είδους από ορείχαλκο σε στήλη από πέτρα. Αλλά τη νύχτα της γέννησης του Προφήτη, όταν όλα τα φυλαχτά έχασαν τη δύναμή τους, το ίδιο συνέβη και με αυτό στην Τραπεζούντα. Έτσι τα ψάρια δεν πετούν πια στην ακτή, αλλά η θάλασσα αφθονεί από αυτά κατά τη διάρκεια των εν λόγω πενήντα ημερών. Αυτή την εποχή βάρκες φορτωμένες με αυτά τα ψάρια φτάνουν στο λιμάνι και οι έμποροι ψαριών τα διαλαλούν με περίεργο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα ηχούν ένα είδος κέρατος ή σάλπιγγας. Μόλις ακουστεί αυτός ο ήχος, ολόκληρη η πόλη αναστατώνεται και οι άνθρωποι που τον ακούν, ακόμη κι όταν βρίσκονται στην προσευχή, σταματούν αμέσως και τρέχουν σαν τρελοί πίσω από αυτόν. Είναι αστραφτερό λευκό ψάρι μήκους μιας σπιθαμής και είναι αφροδισιακό εξαιρετικής ισχύος. Δυναμώνει και είναι εύκολο στην πέψη, δεν μυρίζει σαν ψάρι, δεν δημιουργεί πυρετό σε όσους το τρώνε και θεραπεύει επίσης το ερεθισμένο στόμα. Αν το κεφάλι αυτού του ψαριού, του χαμσί-μπαλίκ, που προφέρεται χαψί-μπαλίκ, καεί, φίδια και άλλα δηλητηριώδη ερπετά σκοτώνονται από τον καπνό. Οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν για σαράντα ημέρες σε όλα τα πιάτα τους, στα οποία δίνει ιδιότυπη γεύση. Έτσι χρησιμοποιείται με γιαλντίμ, ψητά, πίτες και μπακλαβά (μικτές πίτες). Ένα πιάτο που ονομάζεται πιλέγκι φτιάχνεται από αυτό με τον ακόλουθο τρόπο. Το ψάρι πρώτα καθαρίζεται, στη συνέχεια κόβεται σε φέτες πάνω στις οποίες στρώνεται μαϊντανός και σέλινο, στη συνέχεια άλλο στρώμα ψαριού. Το καλύτερο λάδι χύνεται πάνω του και μαγειρεύεται στη φωτιά για μία ώρα. Έτσι γίνεται αρκετά φωτεινό πιάτο, το οποίο μπορεί να ειπωθεί ότι φωτίζει όσους το τρώνε. Αλλά αυτό το ψάρι, με όποιον τρόπο κι αν μαγειρεύεται και τρώγεται, είναι εξαιρετικά χρήσιμο για το στομάχι και τα μάτια και είναι πιάτο φιλίας και αγάπης. Ο Παντοδύναμος Θεός ευλόγησε αυτήν την πόλη με όλα τα είδη σπάνιων δένδρων, όπως ο πύξος, το κυπαρίσσι και η τουρκική καρυδιά. Είναι αξιοθαύμαστο ότι στα βουνά του Ερζερούμ, που βρίσκονται πολύ πιο νότια, όλα είναι χειμώνας και καταιγίδα, ενώ εδώ είναι τριαντάφυλλα, πασχαλιές, λεμόνια, πορτοκάλια και άλλα γλυκά φρούτα. Ο χειμώνας και ο αέρας είναι ήπιος και η φύση των ανθρώπων συμμετέχει σε αυτήν την ευτυχισμένη ισότητα των εποχών. Είναι ευγενικοί με τους ξένους, αλλά οι Έλληνες και οι Λεζγοί, οι Τσίτσου και οι Τσίφτα, είναι εξαιρετικά ενοχλητικοί άνθρωποι.49 Η γλώσσα των Λεζγών δεν μπορεί να γραφτεί ή να εκφραστεί με τουρκική ορθογραφία. Έχουν ιδιότυπη διάλεκτο, την οποία ακόμη και οι κάτοικοι της Τραπεζούντας δεν καταλαβαίνουν χωρίς διερμηνέα. Είναι ως επί το πλείστον βαρκάρηδες, που ταξιδεύουν στον ποταμό Τσορούχ μέχρι τη Μινγκρελία, μεταφέροντας πύξο και σκλάβους, τους οποίους εμπορεύονται στο λιμάνι της Τραπεζούντας, ένα από τα καλύτερα αγκυροβόλια και λιμάνια. Είναι ανοιχτό προς τα δυτικά και κοιτάζει προς το λιμάνι του Καφφά [Θεοδοσία] στην Κριμαία, σε απόσταση τριακοσίων μιλίων.
Περίπατοι Τραπεζούντας
Στη θέση Καβάκ έξω από την πύλη του Ζάγανος, οι πασάδες παίζουν τζέριντ με τους στρατιώτες τους τις ημέρες αναψυχής. Τρία κατάρτια στήνονται στο κέντρο, ένα από τα οποία έχει χρυσή κορυφή την οποία στοχεύουν με βέλη. Δεν υπάρχουν Εβραίοι στην Τραπεζούντα από την εποχή του σουλτάνου Σελήμ, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της πόλης και η ακόλουθη περίσταση ήταν η αιτία. Σε κομμάτι δέρματος (σαφιάν) που παραδόθηκε προς πώληση, ένας δερβίσης ανακάλυψε επιγραφή, γραμμένη με τρόπο που να μην παρατηρείται από τον καθένα, η οποία παρακαλούσε για τη βοήθεια όλων των δίκαιων μουσουλμάνων, για να ελευθερωθούν δύο αθώοι μουσουλμάνοι νέοι, τυραννικά κλεισμένοι στα εβραϊκά βυρσοδεψεία. Όταν ο δερβίσης εξήγησε την επιγραφή στον πρίγκιπα Σελήμ, έγινε γενική έρευνα όλων των εβραϊκών βυρσοδεψείων από ένοπλη δύναμη, με την οποία βρέθηκαν όχι μόνο τα δύο αδέλφια που είχαν χαθεί πριν από πολλά χρόνια, αλλά και πολλά άλλα αγόρια-μουσουλμάνοι, στις πλάτες των οποίων οι Εβραίοι βυρσοδέψες επεξεργάζονταν τα δέρματά τους. Αυτή η ανακάλυψη προκάλεσε γενική σφαγή και εξορισμό των Εβραίων, κανένας από τους οποίους δεν τόλμησε από τότε να εμφανιστεί στην Τραπεζούντα, οι κάτοικοι της οποίας είναι θρησκευόμενος και ευσεβής λαός.
Εγκώμιο του ποταμού Χος-ογλάν
Πηγάζει στην επαρχία Ερζερούμ, στο νότιο τμήμα της περιοχής Κερκίντ, από το βουνό που ονομάζεται Γιαγλάκ-μεστζιντί και αφού εφοδιάσει με νερό πολλούς κήπους, περνά από τη δεξιά πλευρά της Τραπεζούντας στη θάλασσα. Στο βουνό από το οποίο πηγάζει, υπάρχει κάστρο που χτίστηκε από κάποιον Χος-ογλάν της οικογένειας Τσομπανιάν, αλλά το ίδιο το βουνό ονομάζεται Αγάτς-μπας νταγί από τους κατοίκους.50 Το περνά κανείς στον δρόμο από αυτήν την πόλη προς τη Μπαϊμπούρτ από πύλη.
Επίσκεψη στα μνημεία σουλτάνων και αγίων
Η μητέρα του Σελήμ Α’ είναι θαμμένη μπροστά από την πύλη του Ζάγανος, κάτω από ψηλό τρούλο. Ενενήντα άνδρες είναι διορισμένοι εκεί ως φύλακες του μνημείου και αναγνώστες του Κορανίου, το οποίο διαβάζεται τρεις φορές την ημέρα. Ήταν ευσεβής κυρία, δεύτερη Ράμπια Αντούγιε. Ο τρούλος είναι καλυμμένος με μόλυβδο καθώς και το τζαμί κοντά στο μνημείο. Το έλεος του Θεού πάνω της! Έμεινα τρεις μήνες στο Ερζερούμ [στην Τραπεζούντα] κάνοντας γνωριμία με όλους τους μορφωμένους και διακεκριμένους άνδρες και στη συνέχεια συνόδευσα τον Χουσεΐν-αγά, τον κεχαγιά του Κεταντζή Ομέρ Πασά, ο οποίος ξεκίνησε με δώρα σε πρεσβεία στη Μιγκρελία.
| <-2. Ταξίδι στη Νικομήδεια | 4. Ταξίδι στη Γεωργία και τη Μινγκρελία-> |
